Rasnarry Academy

Τα γυάλινα μάτια του πηλού [Ορέλιον, Μακριβέη]

Νόμεν Γενμάλ


Χειμώνας 1306


Οι εντολές ήταν ρητές. Ο Νόμεν μαζί με δύο τελειόφοιτους μαθητές, ταξίδευαν ήδη με το καράβι από την Ακαδημία μέχρι την Ερίσνα. Αυτό γιατί, μια αρρώστια σκότωνε τον έναν μετά τον άλλον, στην πρωτεύουσα των Βαλησίνων. Το γράμμα μίλαγε για βήχα, πόνους στο σώμα και εμετούς σε κάθε ασθενή. Το δέρμα τους άσπριζε και τα μάτια τους θόλωναν, μέχρι που ερχόταν ο θάνατος.

Αυτή η πανδημία έπρεπε να ελεγχθεί γιατί σύντομα μπορεί να ξέφευγε τα όρια της πόλης και να θρηνούν θύματα και σε όλη την Χώρα, και σε συνέχεια στην Ήθεριντ. Ο Νόμεν αντιλαμβανόταν την κατάσταση, αλλά αμφέβαλε αν οι δύο μαθητές, γνώριζαν την υπευθυνότητα που έπρεπε να δείξουν και να βοηθήσουν αναλόγως. Ο Ορέλιον φαινόταν να την αντιλαμβάνεται σε ένα βαθμό, αλλά η Μακριβέη φαινόταν ατάραχη σε σημείο ίσως αναισθησίας. Είχανε πιάσει την κουβέντα με τον Ορέλιον και γελούσαν συνέχεια λες και επρόκειτο για εκδρομή. Ο Νόμεν αναστέναξε και πήγε προς το μέρος τους.

«Ορέλιον, Μακριβέη…» είπε τα ονόματά τους φωναχτά. «Θα ήθελα να δείξετε υπευθυνότητα σε αυτή την αποστολή. Να φυλάγεστε και να προσέχετε ο ένας τον άλλον. Ό,τι και να συμβεί να έχετε ο ένας την πλάτη του άλλου. Κατανοητό;» φρόντισε να πεί με περίσσια αυστηρότητα και στους δύο.

«Σε λίγες ώρες φθάνουμε.» παρατήρησε φωναχτά. «Καλύτερα να πάτε να ξεκουραστείτε. Μόνο οι Θεοί ξέρουν πότε θα μπορέσουμε να ξεκουραστούμε, μέχρι να βρούμε την αιτία και την θεραπεία της αρρώστιας.»

Έχοντας πει αυτά που ήθελε, αποσύρθηκε στην καμπίνα του, αφήνοντας τα δύο παιδιά στο κατάστρωμα.


Ορέλιον Λάρκους

Ήταν στην βιβλιοθήκη όταν έφτασε στα χέρια του το σημείωμα με την υπογραφή του θεραπευτή καθηγητή, Νόμεν. Είχε ήδη καταλάβει τι θα έβρισκε ξεδιπλώνοντας το κι έτσι δεν εξεπλάγη βλέποντας ότι τον καλούσε να φύγει απόψε κιόλας μαζί του για την Ερίσνα, τονίζοντας την κρισιμότητα της κατάστασης.

Άφησε κάτω την πένα του και τακτοποίησε με βιαστικές κινήσεις τα λίγα πράγματα που είχε μαζί του εκείνη την ώρα. Επέστρεψε το βιβλίο από το οποίο κράτησε σημειώσεις στον ειδικό πάγκο για να επιστραφούν στα ράφια από το προσωπικό της βιβλιοθήκης και έφυγε βιαστικά για το δωμάτιο του. Δεν ήθελε να φτάσει καθυστερημένα.

Πήρε το γερό του σακίδιο, εκείνο που χρησιμοποιούσε για ταξίδια και έβαλε μέσα τα απαραίτητα. Λίγα ρούχα, ένα παγούρι με νερό, το βιβλίο με τις σημειώσεις του πάνω σε διάφορες πτυχές του αντικειμένου του και ντύθηκε, επιλέγοντας ένα ζεστό πανωφόρι που θα τον κρατούσε ζεστό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με το καράβι.

Η διαδρομή έκανε την καρδιά του να πιάσει δυνατούς ρυθμούς, όχι επειδή πήγαινε υπερβολικά γρήγορα, όχι επειδή είχε ήδη κουραστεί. Δεν ήταν ο πιο γυμνασμένος ή ο πιο γεροδεμένος μαθητής της Ακαδημίας, μα μετά από τόσα χρόνια εκεί είχε αναπτύξει καλές αντοχές και ικανοποιητική δύναμη. Αυτό που είχε αναστατώσει την καρδιά του ήταν το άγχος.

Φτάνοντας στο λιμάνι εντόπισε γρήγορα τον καθηγητή του και τον πλησίασε γρήγορα για να παρουσιαστεί και να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες. Λίγη ώρα μετά είχε εμφανιστεί άλλη μια κοπέλα, η Μακριβέη, η οποία θα ερχόταν μαζί τους στην αποστολή και αφότου ενημερώθηκαν για την κατάσταση, επιβιβάστηκαν και σύντομα ξεκίνησε το ταξίδι τους.

Είχαν απομακρυνθεί από τον καθηγητή με την Μακριβέη και γρήγορα έπιασαν μια ζωηρή συζήτηση που κατάφερε να τον κάνει να ξεχαστεί. Αισθανόταν πιο ήρεμος τώρα. Ίσως έφταιγε και η ακλόνητη ηρεμία της κοπέλας που τον καθησύχαζε, ίσως ήταν η παρουσία του Νόμεν που στεκόταν λίγο παραπέρα και θα παρέμενε μαζί τους καθ' όλη τη διάρκεια της αποστολής.

Καθώς συζητούσε με την Μακριβέη και γελούσαν σε ορισμένες φάσεις, έπιανε τον καθηγητή να τους στέλνει βλέμματα. Ένιωσε μια μικρή ντροπή μα εφόσον έπρεπε να συνεργαστούν, ήταν καλό που έρχονταν κοντά πριν την επίσημη έναρξη της αποστολής τους. Στο τέλος ο Νόμεν τους πλησίασε.

Έγνεψε καταφατικά στα λόγια του κι αναστέναξε ακούγοντας την προτροπή του να πάει για ύπνο. Ήξερε πολύ καλά τη σημασία του καλού ύπνου για το μυαλό και το σώμα μα δύσκολα θα κατάφερνε να κοιμηθεί αμέσως. Κράτησε άδεια την έκφραση του και δεν έφερε κάποια αντίρρηση, μόνο μια ματιά έριξε στην κοπέλα περιμένοντας τη να φύγουν για τις μικρές καμπίνες μαζί. Ο Νόμεν είχε ήδη φύγει.