Rasnarry Academy

Η Μήτρα [Ούμπρο, Σαγιάνε, Θώρχαλ] +18

Ούμπρo Μέρμαν


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η αποστολή στη Βορέλ άφησε ανεξίτηλα σημάδια στα σώματα και στις ψυχές όλων, όμως φαίνεται πως πιο τραυματισμένος από όλους  επέστρεψε ο Ούμπρο. Ξέχωρα από τις σωματικές ουλές, η ψυχή χαράχτηκε ανεπανόρθωτα. Επιστρέφοντας, αν και ο Γκλίριον είχε αποφασίσει να αποσυρθεί για λίγο καιρό, έκανε χρήση του ιδιαίτερου δεσίματος που απέκτησαν οι δύο τους και τον επισκέφτηκε για να του εξομολογηθεί πως ένιωθε.

Εκείνος τον παρέπεμψε στο Θώρχαλ. Όμως αυτό που αποζητούσε θα το έβρισκε σε συνάρτηση και με τη Σαγιάνε. Αφού την πλησίασε και της εξήγησε, αποφάσισαν να επισκεφτούν το ταχύτερο εκείνον το περίεργο άνθρωπο. Το γραφείο του ήταν σφραγισμένο οπότε σκέφτηκαν να τον ψάξουν στο εργαστήριο των αλχημιστών. Καθώς η Ακαδημία αναπαυόταν, εκείνος επιδιδόταν στα περίεργα πειράματά του στο εργαστήριο τα βράδια, απολαμβάνοντας την ησυχία και την ηρεμία της απομόνωσης.

Αυτό που θα ακολουθούσε δεν θα μπορούσαν να το φανταστούν ούτε στα πιο τρελά όνειρά τους...









----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Το συγκεκριμένο θρεντ χαρακτηρίζεται από σκοτεινά πνευματικά μονοπάτια και άκρατη βία. Ο αναγνώστης παρακαλείται να προχωρήσει στην ανάγνωση με πλήρη επίγνωση. Σκοτάδι, βία και καμία διέξοδος!
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 21, 2021, 12:17:34 πμ by Ούμπρo Μέρμαν »


Ούμπρo Μέρμαν

Δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί όρθιος, όμως ήξερε ότι έπρεπε να προσπαθήσει. Οι αιματηρές εικόνες της Βορέλ έρεαν ασταμάτητα σαν χείμαρρος κάθε βρά΄δυ που αποφάσιζε να κλείσει τα μάτια του. Δεν έβρισκε γαλήνη και ηρεμία πουθενά. Οι συμβουλές του Γκλίριον τον είχαν οδηγήσει στο γραφείο της Σαγιάνε και από εκεί στο γραφείο του Θώρχαλ. Η σφραγισμένη πόρτα δεν ήταν έκπληξη. Επόμενη επιλογή το εργαστήριο των αλχημιστών.

Με το ζόρι βάδιζε, πονούσε σε κάθε βήμα, όμως έπρεπε να συνεχίσει. Το τέλος της διαδρομής, όπως το οραματιζόταν, δεν μπορούσε να περιμένει. Ήθελε απαντήσεις και τις ήθελε τώρα. Δεν αντάλλαξαν πολλές κουβέντες μαζί, μέχρι που έφτασαν έξω από το εργαστήριο. Την έβλεπε και εκείνη σκεπτική, όμως δεν τολμούσε να ρωτήσει.

Χτ΄υπησε τον πόρτα, κάνοντας έναν μορφασμό από τον πόνο στο χέρι του καθώς το σήκωνε. "Μπρος!" Ακούστηκε, μάλλον αδιάφορα, η φωνή του ανθρώπου από μέσα. Άνοιξαν την πόρτα και κατευθύνθηκαν μέσα στα σκοτάδια, έχοντας ως πυξίδα την τρεμάμενη φλόγα διάσπαρτων κεριών, βρίσκοντας τον αλχημιστή χωμένο σε σωρούς βιβλίων, σημειώσεων και εργαλείων παρατήρησης.

"Μας στέλνει ο Γκλίριον Νάντριελ," ψέλισε καθώς αντιμετώπισε το γεμάτο έκπληξη του Θώρχαλ. "Ξέρω ότι διακόπτουμε, όμως δεν μπορεί να περιμένει".

Του εξιστόρησε εν τάχει τι έγινε στη Βορέλ, σπάζοντας το κοινό μυστικό, όμως δεν γινόταν αλλιώς. Τελειώνοντας ξεκίνησε να του αναλύει το σκεπτικό του. "Δεν γίνεται να μείνω σε αυτό το επίπεδο. Χρειάζομαι κι άλλο. Πρέπει να βρω κι άλλο. Περισσότερη δύναμη. Περισσότερη ισχύ."

Για μία στιγμή έριξε μία γρήγορη ματιά για να πάρει την επιβεβαίωση της πολεμίστριας. Σιωπηλά.
 
"Δεν είμαι σε θέση να ασκηθώ φυσικά, χρειάζομαι έναν τρόπο να εξελιχθώ άμεσα. Με το ζόρι στέκομαι και υποφέρω σε κάθε κίνηση. Όμως αν μπω στη μήτρα, το σώμα μου θα μείνει ως έχει αλλά θα έχω βρει αυτό που ψάχνω σε πνευματικό επίπεδο. Χρειάζομαι εσένα και εκείνη. Από τη στιγμή που ο Γκλίριον γνωρίζει για τις ικανότητές σου, δεν μας έστειλε άδικα σε σένα. Δεν υπάρχει άλλος, ειδικά μετά τη φυγή εκείνου." Η Σαγιάνε ατάραχη δεν αντέδρασε, όμως ήξερε ότι μιλούσε για τον καθηγητή Ελντίν.

"Γνωρίζω," συνέχισε, "πως πάσχω αρκετά στο πνευματικό επίπεδο, καθότι όλη μου τη ζωή υπήρξα θιασώτης της φυσικής ρώμης. Για να αντιμετωπίσουμε αυτό που έρχεται, όμως, χρειάζεται να αφήσουμε ό,τι ξέραμε και να κινήσουμε μπροστά. Μην το αρνείσαι, ξέρεις, μπορείς! Είσαι το κομμάτι που χρειαζόμαστε για να πετύχουμε αυτό το σκοπό!"

"Πρέπει", του είπε με λυγμούς, "πρέπει να φτάσω αυτό το επίπεδο το συντομότερο, εσύ και η καθηγήτρια Ασάχι θα με βοηθήσετε σε αυτό. Πόσο χρήσιμος είναι ένας πολεμιστής που κινεί τη σάρκα του αφήνοντας το πνεύμα του αδρανές; Μην διστάσεις, ακόμα και αν δεν το παραδεχτείς, το γνωρίζεις, έρχονται και πρέπει να είμαστε ε΄τοιμοι, ακόμη καλύτερα να τους περιμένουμε προετοιμασμένοι σε επίπεδα που ίσως αγνοούν ότι μπορούμε να φτάσουμε! Ένα βράδυ, μία είσοδο στη μήτρα, όπου ο χρόνος κυλά σε άλλους ρυθμούς, μία απέλπιδα προσπάθεια, εξέλιξης και ανέλιξης."

Σταμάτησε το λογύδριο και έκανε ένα βήμα πίσω, είχε ήδη πει αρκετά, ήταν η ώρα τον καθηγητών να συνεννοηθούν...
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 21, 2021, 10:44:21 μμ by Ούμπρo Μέρμαν »


Θώρχαλ Mπατρέκ

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
Ο Θώρχαλ έγραφε ένα ερωτικό διήγημα, το οποίο είχε σχεδόν ολοκληρώσει. Η χαρακτήρας  του, η πολυαγαπημένη του Ζίζι επιτέλους  πλάγιασε με τον πονηρό μα συνεσταλμένο Ντόμ. Αχ, αυτό το δεύτερο βιβλίο της σειράς θα έκανε πάταγο στην Ισαχάρ. Είχε δύο χρόνια να εκδώσει, ο εκδότης του είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα, μα το κλίμα στην Ακαδημία τον ανανέωσε. Η επόμενη σκηνή διακόπηκε από ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο Θώρχαλ ίσα που απάντησε, μα όταν μέσα μπήκαν δύο πολεμιστές κατάφερε με το ζόρι να κλείσει το βιβλίο του και τουλάχιστον να βγάλει από πάνω του το χαζοχαρούμενο χαμογελάκι που είχε.

Η εικόνα του Ούμπρο και της Σαγιάνε σε λίγες στιγμές τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Το καημένο το παιδί ο Ούμπρο, τρέκλιζε. Αλλά τι να του έλεγε, οι πολεμιστές δεν δέχονταν οίκτο ή συμπόνια. Άφησε το νεαρό να μιλήσει και λέξη με τη λέξη τα μάτια του Θώρχαλ άλλαζαν πεδίο πραγματικότητας, και από την πολυαγαπημένη του Ζίζι δεν άργησε καθόλου να γυρίσει στο στοιχείο του. Τα μάτια του από το φιλικό, σπινθηροβόλο μελί, έγιναν σκούρο καστανό, ίσα που φαινόταν με τις κόρες πλήρως διεσταλμένες.

Ήξερε ακριβώς για τι πράγμα μιλούσε ο Γκλίριον και ο Ούμπρο. Φυσικά…ο καθηγητής Γκλίριον δεν τους είχε στείλει έτσι αυθαίρετα σε εκείνον. Μεταξύ τους είχαν πολλές συζητήσεις, πιο υλικές, αλλά και πιο πνευματικές και ο Γκλίριον γνώριζε την ειδικότητα του.

«Εξαιρετικά εξαιρετικά εξαιρετικά» ψιθύριζε όταν τελείωσε ο Ούμπρο. Σηκώθηκε μονομιάς σαν ελατήριο και κλείδωσε την πόρτα. Γύρισε και κοίταξε τους δυο.

«Ακολουθήστε με» είπε και πέρασε μπροστά τους, προς το πίσω σημείο του δωματίου. Άνοιξε ακόμα μια πόρτα, τους άφησε να περάσουν και κλείδωσε και εκείνη με την σειρά της. Έτριψε τα χέρια του μεταξύ τους, κρίμα που δεν είχε πιει το ενεργειακό του ποτό, μα που να το ήξερε από την άλλη….

‘Όταν τα χέρια του έγιναν κόκκινα από την τριβή, τα ένωσε, και καθώς τα άνοιγε σιγά σιγά, η πλούσια λάμψη του γαλαζωπού φωτός του αιθέρα του έκανε την εμφάνιση του. Όσο ο Θώρχαλ άνοιγε τα χέρια του, τόσο μεγάλωνε και η σφαίρα στα χέρια. Μόνο που μέσα στο εργαστήριο του είχε βοηθήματα, τα δημιουργήματα της φίλης του.

Στις τέσσερις γωνίες του δωματίου υπήρχαν τέσσερα μικρά κουτάκια. Ένα στο κέντρο του δωματίου και ακόμα ένα στο ταβάνι. Ο Θώρχαλ άρχισε να περπατά και να αγγίζει ένα ένα τα  κουτάκια. Όταν τελείωσε και με το κεντρικό γύρισε το χέρι του προς τα πάνω και από το δάχτυλο του ξεπετάχτηκε μια ριπή γαλαζωπού φωτός, με προορισμό το κουτί του ταβανιού. Όταν έγινε αυτό, από τα έξι κουτιά άρχισε να χύνεται το φως προς κάθε πλευρά, μέχρι που πλημμύρισε όλο το δωμάτιο σαν ένα τέλειο πολυγωνικό κρύσταλλο.

Ο Θώρχαλ κοίταξε τους δύο πολεμιστές. Ο μικρός πολεμιστής ήταν περισσότερο σαστισμένος από την μεγάλη, αλλά και οι δύο κοιτούσαν το παιχνίδισμα του φωτός με θαυμασμό. Γέλασε.

«Παρακαλώ, αρχικά καθίστε, καθώς σας εξηγώ» είπε και έδειξε τα δύο από τα πέντε κρεβάτια που είχε μέσα στο δωμάτιο.
«Ο ένας δίπλα στον άλλον. Ναι ναι, σ εκείνα τα κρεβάτια. Ωραία…Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο κόσμος μας, όπως κάθε κόσμος δεν έχει μόνο μία υπόσταση. Ίσως οι αλχημιστές να έχουμε καλύτερη εικόνα του τι εννοώ με αυτό, αλλά κατά βάση κάθε φατρία έχει πρόσβαση σε κάποια άλλη διάσταση. Φυσικά αυτό που οι πολεμιστές καταλαβαίνετε καλύτερα είναι η υλική διάσταση του κόσμου, καθώς η οποιαδήποτε αλληλεπίδραση σας είναι κατά βάση υλική.

Πέραν όμως από αυτό, υπάρχουν πολλά επίπεδα ας πούμε πραγματικότητας. Οι σοβερίνοι σαμάνοι είχαν πρόσβαση σε αυτό που λέμε κόσμος των πνευμάτων, που επίσης σχετίζεται με τους ιστορικούς, καθώς τα πνεύματα των ιστορικών προέρχονται από την κρίση της  Ενοδίας, για παράδειγμα. Οι ενεργειακοί αλχημιστές έχουμε μια άλλη σχέση με την ενέργεια κάθε αυτό, με τον αιθέρα μας. Καθώς όλα απαρτίζονται από αιθέρα, έχουμε μια πιο μεστή γνώση της ίδιας της πραγματικότητας, υποκείμενη ταυτόχρονα σε αντίληψη αλλά και μη αντίληψη από τα υλικά μας αισθητήρια όργανα.

Για να μην μακρηγορώ, όλοι αντιλαμβανόμαστε επι το πλείστον τον υλικό χώρο, αλλά εξίσου σημαντικός και τεράστιος είναι και ο πνευματικός. Όπως στον υλικό περιοριζόμαστε από την ύλη, τα σώματα μας, τα αντικείμενα κλπ, στον πνευματικό περιοριζόμαστε μόνο από το πνεύμα μας. Σταθερές δεν υπάρχουν, μόνο η δύναμη του μυαλού μας.» είπε και έκλεισε μάτι στη Σαγιάνε.

«Ακριβώς όμως και γι αυτόν τον λόγο πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Γιατί όσο αχανές είναι το μυαλό μας, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να χαθούμε μέσα σε αυτό και τελικά να μην επιστρέψουμε ποτέ στον υλικό. Είμαι ειδικός σε αρκετά πράγματα πάνω στην ενεργειακή αλχημεία, αλλά αυτό που μου ζητάτε είναι επακριβώς αυτό που με ώθησε εξ αρχής σε αυτήν. Ίσως θα έπαιρνε λίγο διάστημα να σας εξηγήσω πως ακριβώς το κάνω. Γ αυτό δε θα πάρω την πρωτοβουλία να το κάνω μόνος μου, μόνο αν θέλετε να σας εξηγήσω.»

Ο Θώρχαλ κοίταξε εξεταστικά τον Ούμπρο . Ήξερε πως η Σαγιάνε δε θα είχε πρόβλημα ούτε να καταλάβει αυτά που έλεγε, ούτε να προσαρμοστεί μέσα στην Ύπαρξη –όπως του άρεσε να αποκαλεί τον πνευματικό κόσμο- και σίγουρα θα βοηθούσε και θα κατεύθυνε τον Ούμπρο, αλλά και πάλι…
Πήγε στο τραπεζάκι που είχε για γραφείο και άρχισε να φτιάχνει κάποιο φίλτρο από τα μαντζούνια χαλάρωσης.

Πρόσφερε το ποτό στον Ούμπρο.
«Πιες το σίγ..» δεν πρόλαβε καθώς ο Ούμπρο το κατέβασε μονομιάς. «Δε πειράζει…δε βαριέσαι…» σχολίασε.
«Σαγιάνε, ξέρω πως θα τα καταφέρεις. Θυμήσου, ο τι δη πο τε σκεφτείτε παίρνει σάρκα και οστά ή καλύτερα δυνητικά μπορεί να πάρει. Ξαπλώστε λοιπόν»

Ο Θώρχαλ πήρε μια βαθιά ανάσα. Πήρε στα χέρια του τα δύο κράνη που είχε πάνω στο τραπέζι και τα ακούμπησε στα κεφάλια των δύο πολεμιστών.

«Μην αγχώνεστε, είναι πολλαπλασιαστής. Α… Ναι…εεεε αυτά τα αντικείμενα είναι σε πειραματικό στάδιο ακόμα, αλλά εγω τα χρησιμοποιώ τα τελευταία πέντε χρόνια και είμαι καλά» είπε καθώς πήρε το τρίτο και το έβαλε στο δικό του.

Πέρασε τα δύο δάχτυλα του στους κροτάφους των κεφαλιών των δύο πολεμιστών και η φωνή του ακούστηκε

«Κλείστε τα μάτια σας και χαλαρώστε…»


Ούμπρo Μέρμαν

Η γεύση του αφεψήματος ήταν οριακά αποδεκτή. Τίναξε τους μύες των ζυγωματικών του και πίεσε προς τα μέσα τα μάτια του σε ένδειξη δυσαρέσκειας. Στιγμές αργότερα, οι ώμοι του έπεσαν, καμπούριασε και ξεκίνησε να χάνει τη στιβαρότητα της στάσης του. Φόρεσε το μεταλλικό κρανίο που του έδωσε ο Θώρχαλ, μάλλον με το ζόρι και ξάπλωσε αναπαυτικά εκεί που του υπέδειξε.

«Κλείστε τα μάτια σας και χαλαρώστε…» Καθώς ο τελευταίος συριγμός περνούσε από τα αυτιά του στον εγκέφαλο του, όλα ξεκίνησαν να σκοτεινιάζουν και η ανάσα του άρχισε να πέφτει μαζί με τους χτύπους της καρδιάς του. Εισπνοή, εκπνοή, εισπνοή, εκπνοή, εισ... κενό.....

Ξαφνικά πετάχτηκε από το λήθαργο, έκανε να βγάλει το μεταλλικό κράνος, όμως αυτό που ένιωσε ήταν το δέρμα του κεφαλιού του. Γύρισε να κοιτάξει δεξιά και αριστερά, ένα ατελείωτο λευκό, κενό, όσο έφτανε το μάτι, σαν μία άλλη αίθουσα απαρχής. Το εργαστήριο, το άλλο κρεβάτι, ο Θώρχαλ, η Σαγιάνε, Ράσναρι, Ήθεριντ, τίποτα, απέραντο, ατελείωτο λευκό.

Καθώς γύριζε το κεφάλι του τριγύρω, κοίταξε τον εαυτό του, ήταν παντελώς γυμνός. Μα το πιο περίεργο; Οι ουλές και τα τραύματά του είχαν εξαφανιστεί. Σηκώθηκε, χωρίς πρόβλημα, τεντώθηκε, χωρίς ενόχληση, έκανε μερικά πηδηματάκια, γέλασε στην όψη του γυμνού του κορμιού να ταλαντώνεται. Είμαι στη μήτρα; Αναρωτήθηκε, εκείνη τη στιγμή ένας απόκοσμος βαθύς συριγμός πλημμύρισε τον ακανόνιστο χώρο. Η φωνή του Θώρχαλ; Μπορεί σκέφτηκε, όμως ήταν ακατάληπτο το μήνυμα. Μόνο βοή...

Ξεκίνησε να περπατά, σαν μωρό που πρώτη φορά αφέθηκε να κάνει μόνο του τα πρώτα του βήματα. Έψαχνε να βρει στο απέραντο λευκό, ένα σημείο αναφοράς, ένα σημάδι. Τίποτα. Συνέχισε ώσπου το κρεβάτι χάθηκε από την οπτική του. Πλέον ο ίδιος ήταν το μοναδικό πράγμα που λέρωνε τον απέραντο λευκό καμβά.

"ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ" ούρλιαξε από τα έγκατα του εαυτού του. Καμία ηχώ, κανένας αντίλαλος. "Πού είμαι", αναρωτήθηκε, αντί για απάντηση ξανά ο υπόκωφος βρυχηθμός, ελαφρώς ισχυρότερος αυτή τη φορά. Σκέψου, σκέψου, Θώρχαλ, Σαγιάνε, Γκλίριον, Ήθεριντ, Rasnarry, Βορέ, ξαφνικά ένας ατελείωτος πόνος τον διαπέρασε στο δεξί μπράτσο και μία ουλή στιλέτου έκανε την εμφάνισή της. Καθάρισε το μυαλό του από τη σκέψη και η ουλή εξαφανίστηκε.

Για να ξαναδοκιμάσουμε, σκέφτηκε Ζένθα, Σαγιάνε Ιλίντιεν, Σιλάλι, Πορτμε, κατέρρευσε, έπεσε στα γόνατα και ύστερα στην πλάτη, ματωμένες βαθιές εκδορές γέμισαν το κορμί του, δάκρυα κυλούσαν ασύστολα από τα μάτια του και μία αίσθηση ντροπής γέμισε την ψυχή του. Τίναξε το κεφάλι του και επανήλθε στη στιγμή. Άραγε η σκέψη δημιουργεί σε αυτόν τον κόσμο;Αναρωτήθηκε, ή μήπως είναι η σκέψη και το βίωμα μαζί;

"Ρόιαλ Σλάιφερ, Πάικ, Όρνιγκολντ!!!" Βροντοφώναξε και έσυρε από το σεντούκι των αναμνήσεών του, τις ημέρες στο καράβι του. Ένιωσε τη σάρκα του να σκίζεται, την πλάτη του να σφαδάζει και αίσθηση πηχτού αίματος να ρέει στη ράχη του. Αμέσως προσπάθησε να επανέλθει, αλλά μάταια, τα γόνατά του δίπλωσαν και κατέρρευσε ξανά στο λευκό δάπεδο τρέμοντας και έχοντας συσπάσεις σε΄ όλο του το κορμί από τους πόνους. Αφού πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα, συνήλθε και σηκώθηκε αμέσως. Ξανακοιτάχτηκε, είχαν επανέλθει όλα στην τέλεια μορφή τους, όπως όταν ξύπνησε σε αυτή τη διάσταση.

Για πάμε λίγη δημιουργική σκέψη, είπε στον εαυτό του. Ρούχα, σκέφτηκε με όλη του τη δύναμη. Τίποτα. Πρέπει να ντυθώ πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί, αλλά ξανά τίποτα. "Πως δουλεύει πια αυτό!!!" Ούρλιαξε ξέροντας πως κανένας δεν θα το ακούσει. Ξανά τίποτα. Στιγμές αργότερα, η υπόκωφη βοή επέστρεψε με έναν ψίθυρο. Με μία χροιά βαθιά και γνώριμη. "Κάνε μία ευχηηηή!" Ήταν σίγουρα ο Θώρχαλ. Ευχή, Βούληση, Βίωμα σκέφτηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε τα μάτια και φώναξε, "Ντρέπομαι γυμνός!!!". Ο νους του πήγε στην ντροπή που ένιωσε όταν αιχμαλωτίστηκε μετά την επιδρομή στο Πόρτμειρ, όταν ηττημένος και λαβωμένος παραδόθηκε στην Ακαδημία προς συμμόρφωση...

Ξάφνου το απέραντο λευκό οικοδόμημα ξεκίνησε να δονείται, χρώματα πλημμύρισαν το οπτικό του φάσμα και μεταφέρθηκε σε ένα νέο τεράστιο χώρο γεμάτο στοιβαγμένα και κρεμασμένα ρούχα. Ξεκίνησε να ψάχνει, ώσπου βρ΄ήκε την αγαπημένη του πολεμική εξάρτηση. Βρήκε τις ανθεκτικές μπότες και τις επικαλαμίδες του. Κατέληξε σε ένα ένα υφασμάτινο, ιώδες, ημιχιτώνιο και ένα κόκκινο δερμάτινο γιλέκο. Ύστερα φόρεσε ένα χαλαρό επώμιο στο δεξί χέρι και στο αριστερό χέρι, κλασικά, προσάρμοσε έναν μεταλλικό βραχίωνα με πέτσινο γάντι. Όσον αφορά το σήμα κατατεθέν του αποφάσισε να μην προσπαθήσει καν. Το ίδιο και για τα όπλα, δεν ασχολήθηκε με το ασπίδιο, δίχτυ, ξιφίδιο και έβαλε όλη του την ενέργεια για να πιάσει ξανά στα χέρια του την τρίαινά του.

Κάθε κομμάτι που πρόσθετε πάνω του, ξυπνούσε όλο και περισσότερο το πνεύμα του πολεμιστή και τη φλόγα για μάχη. Όμως, δεν ήταν πλέον στην Ακαδημία, η Ιλίντιεν δεν θα εμφανιζόταν να τον επαναφέρει στην τάξη, ούτε κινδύνευε με τιμωρία επειδή θα ρίσκαρε λίγη ωμότητα και βία παραπάνω στην προπόνηση. ΝΑΙ! Δεν ξυπνούσε απλά ο πολεμιστής μέσα του. Ένιωθε την ορμή και τη ζέση να τον πλημμυρίζουν καθώς, αφηνόταν όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο σκοτεινά στον καταπιεσμένο αυθεντικό εαυτό του...

"ΑΙΜΑΑΑ!!!" Ούρλιαξε καθώς βυθιζόταν στο σκοτάδι του. "ΑΙΜΑΑΑ!!!" Ήταν μόνος του με τον εαυτό του εκεί. Έκλεισε τα μάτια του και αγκάλιασε το σκοτάδι του. "ΑΙΜΑΑΑ!!!" Ποιος θα τον σταματούσε;

Καθώς άνοιξε τα μάτια, θαμπώθηκε από φυσικό φως και ένιωσε το έδαφος στα πόδια του εξαιρετικά μαλακό. Μία απερίγραπτη φασαρία, βαβούρα και οχλαγωγία. Μόλις τα μάτια του συνήθισαν, έμεινε άναυδος. "Μία αρένα!" Στεκόταν ακριβώς πίσω από τη βαριά μεταλλική πύλη που οδηγούσε σε μία οκτάγωνη αρένα, γεμάτη κόσμο από κάθε φυλή και φατρία. Έσφιξε τόσο δυνατά την τρίαινα από έξαψη, που θα έσπαγε λαιμό μικρού παιδιού, η λαβή του.

"Αγαπητοί επισκέπτες, σας έχουμε κάτι εξαιρετικά ιδιαίτερο, για ασταμάτητη μάχη μέχρι τελικής πτώσεως, σας παρουσιάζουμε τον Πειρατή από τη Σιλάλι, Ούμπροοο!!!!"

Το τέλος της ανακοίνωσης συνοδεύτηκε από το άνοιγμα της μεταλλικής πύλης. Για τρία δεύτερα, δίστασε, όμως σύντομα ξεκίνησε να περπατά σιγά και σταθερά, κορδώνοντας τη ράχη του, σηκώνοντας την τρίαινά του, χαιρετώντας έτσι τον κόσμο και παίρνοντας θέση στο δικό του ημικύκλιο περιμένοντας τον αντίπαλό του.

Σήμερα δεν υπάρχει μονομαχία, ένας αντίπαλος είναι λίγος για τον Ούμπρο Μέρμαν. Σήμερα θα αντιμετωπίζει αντιπάλους μέχρι τελικής πτώσεως! Πόσο πιστεύετε ότι μπορεί να αντέξει; Έχετε τρία λεπτά για τα στοιχήματα, πριν ξεκινήσει το θεάμα!

Στο άκουσμα της ανακοίνωσης, ο Ούμπρο σκιάχτηκε. Μέχρι τελικής πτώσης μου; σκέφτηκε, ας είναι, Ούμπρο κάντους να χάσουν όλα τα λεφτά τους, είπε στον εαυτό του και σχημάτισε εκείνο το εριστικό γελάκι στα χείλη. Ελάτε Σκέφτηκε και πήρε τη βασική του επιθετική στάση. Άραγε οι δυνάμεις μου θα δουλεύουν εδω; σκέφτηκε για μία στιγμή και χαμογέλασε αυτάρεσκα, για να δούμε!

Άνοιξαν απότομα τρεις πύλες απέναντί του και βγήκαν τρεις πολεμιστές με ασπίδες και ξίφη. Αλληλοκοιτάχτηκαν για μια΄ στιγμή.

"Αρένα να ξεκινήσω;" Κάγχασε επιδεικτικά, οι ιαχές που ακολούθησαν ήταν το σύνθημα για μάχη, Πάμε, λοιπόν!

Πλησίασε αστραπιαία τον έξω αριστερά όπως κοιτούσε αυτός. Ο αντίπαλός του σφίχτηκε και ανέμενε να δεχτεί πίσω από την ασπίδα το χτύπημά του. Τίναξε το δίχτυ και οι δύο μεταλλικές μπάλες της πάνω μεριάς του, έμπλεξαν στις εσοχές της ασπίδας, τράβηξε με δύναμη το δίχτυ προς το μέρος του, αναγκάζοντας τον αντίπαλό του να χάσει την ισορροπία του. Δεν έχασε χρόνο, τίναξε ταυτόχρονα την τρίαινα διαγώνια, από χαμηλά με φορά προς τα πάνω και απλά περίμενε τον μονομάχο να πέσει μόνος του άτσαλα πάνω στις λεπίδες της με τον απροστάτευτο θώρακά του. Όπως και έγινε. Νεκρός!

Οι ιαχές του πλήθους γέμιζαν την ψυχή του και με γοργές και επιδέξιες κινήσεις ξεφορτώθηκε το άψυχο κουφάρι του αντιπάλου του. Οι άλλοι δύο κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και επιτέθηκαν άτακτα στον πειρατή. Ερασιτέχνες σκέφτηκε. Καθώς έκλεισαν εκατέρωθεν μπροστά του, έκανε δύο βήματα μπροστά και χτύπησε με δύναμη την κεφαλή της τρίαινας στην ασπίδα του εξ αριστερών του. Χρησιμοποίησε την ορμή της κλαγγής για πάρει περισσότερη ώθηση και γύρισε με ανάποδη λαβή τη μυτερή πίσω άκρη της στην ακάλυπτη πλευρά του εκ δεξιών του αντιπάλου, ήταν τόσο γρήγορο χτύπημα που δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η πίσω μύτη διαπέρασε, σαν αφρό, πέρα ως πέρα το κεφάλι του γεμίζοντας με αίμα την άμμο. Κάπως έτσι, αστραπιαία, η ζωή εγκατέλειψε τον άτυχο δεύτερο μονομάχο, μετατρέποντας το άψυχο σώμα του σε κατακόρυφη βάση για την τρίαινα. Δεν προσπάθησε καν να την τραβήξει. Την άφησε να στέκει μόνη της περήφανη και γύρισε στον τελευταίο ζωντανό του αντίπαλο. Με γοργές κινήσεις τύλιξε το δίχτυ σαν σχοινένιο ασπίδιο στο αριστερό του χέρι και γύμνωσε το ξιφίδιό του.

Ξεχύθηκε σαν σίφουνας και άρχισε να σφυροκοπά και με τα δύο του οπλισμένα άκρα την ασπίδα του αντιπάλου του. Εκείνος μην μπορώντας να ακολουθήσει τον καταιγιστικό του ρυθμό, πάλευε να αμυνθεί. Με δύο προσποιήσεις τον έκανε να χάσει την ισορροπία του. Πέρασε το δεξί του πόδι πίσω από την αριστερή του φτέρνα και με δύναμη κλώτσησε με αντίθετη φορά τον αστράγαλο του αντιπάλου του, ρίχνοντάς τον στην άμμο. Β΄ύθισε το ξιφίδιο βαθιά στον γυμνό του λαιμό ξεσκίζοντας τον τράχηλό του, αφήνοντας τον να πνιγεί με το πηχτό μαύρο αίμα που ανάβλυζε από την πληγή του. Η αποθέωση που γνώρισε ήταν πρωτόγνωρη. Το όνομά του έγινε ιαχή στην αρένα απ' άκρη σε άκρη. Γύρισε, ελευθέρωσε την τρίαινα και πήρε θέση περιμένοντας την επόμενη απειλή. 

Οι τρεις έγιναν πέντε και οι πέντε ,εφτά, εννιά, έντεκα. Σύντομα η αρένα είχε γεμίσει κουφάρια και η άμμος είχε λασπώσει για τα καλά. Είχε αρχίσει να νιώθει την κούραση της προσπάθειας, όμως δεν είχε επιλογή, ούτε να ξαποστάσει, ούτε να σταματήσει. Μέχρι τελικής πτώσεως σκέφτηκε καθώς έβλεπε δεκαπέντε αντιπάλους να παίρνουν θέση. Αυτή τη φορά όμως, το σύνολο απέναντί του απαρτιζόταν από εννιά πεζούς πολεμιστές, δύο έφιππους, δύο τοξότες, έναν σιδερόφρακτο ιππότη με δίχερη μεγάλη σπαθα και έναν αλχημιστή. Μάλλον κάποιος δεν θέλει να φύγω από εδώ ζωντανός σκέφτηκε και τα μάτια του φλόγισαν ακόμη περισσότερο. "Ας είναι, για να σας δω! Γρύλισε και όρμηξε στο κέντρο του σχηματισμού τους. ήλπιζε ο συνωστισμός να εμποδίσει το πεδίο στους τοξότες και στον αλχημιστή να αποκτήσουν πλεονέκτημα, ενώ οι έφιπποι, αντί να επιτεθούν, έκαναν εκατέρωθεν κυκλωτική κίνηση.

Για να μη βρεθεί ανήμπορος, από όλες τις πλευρές, αποφάσισε να επιδοθεί σε μία τεχνική που εκπαιδευόταν μυστικά με το Λάντριαν, μετά το Γκραχλ, πριν φύγουν για τη Βορέλ. Ο καθηγητής έχοντας δει τα σπουδαία προσόντα του μαθητή, σε συνεργεία με την Ιλίντιεν και τη Σαγιάνε, φρόντιζαν με σκληρή εκπαίδευση να τον μετατρέψουν στον πρώτο μαθητή με ικανότητα συνεργίας διαφορετικών τεχνικών. Το πρώτο στάδιο εκπαίδευσης ήταν η σύζευξη του σθένους της Αθλομάχης με τις σκιες του Αλ Ρασίντ. Προφανώς και δεν ήταν τελειοποιημένη ακόμη, όμως ήταν μέσα στη Μήτρα όχι στον κανονικό κόσμο και βλέποντας την κυκλωτική κίνηση την κατάσταση δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά παρά να δοκιμάσει. Ξεκίνησε να κινείται γρήγορα γύρω από τον εαυτό του με αμυντική κινησιολογία με το δίχτυ και την ασπίδα, προστατεύοντας όσο μπορούσε τα τυφλά του σημεία, ενώ φόρτωνε πάνω το το σθένος της Αθλομα΄χης. Πηχτός αιθέρας τον κάλυψε συνολικά και με την ολοκλήρωση του σθένους, έψαλλε γρήγορα τον ύμνο των σκιών του Αλ Ρασίντ. Πριν το καταλάβουν οι αντίπαλοι, ξαφνικά, ο ένας Ούμπρο, έγιναν τρεις και όρμηξαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Η μία σκιά όρμηξε προς τον έναν τοξότη και η άλλη σκιά κινήθηκε αντίρροπα προς έναν έφιππο, ενώ ο πραγματικός Ούμπρο εφόρμησε κάθετα στον πυρήνα των πεζών πολεμιστών.

Η ασύμμετρη τριγωνική επίθεση, ξέκοψε τελείως από το σκηνικό της μα΄χης τον αλχημιστή και μπλόκαρε την κυκλωτικής κίνηση. Η σκιά που επιτέθηκε στον τοξότη, δέχθηκε γρήγορα ένα βέλος, το οποίο έσπασε την προστασία του σθένους, όμως πριν δεχθεί δεύτερο και εξαφανιστεί πέταξε την τρίαινα με όση δύναμε είχε τραυματίζοντας τον αντίπαλό του θανάσιμα. Όμως αποτελειώθηκε από τον άλλο τοξότη, καθώς η κίνηση της σκιάς, την έβγαλε από το μπούγιο, μετατρέποντας εαυτό σε εύκολο στόχο. Η σκιά που επιτέθηκε στον έφιππο πέτυχε το σκοπό της  καθώς άφησε επίτηδες να δεχθεί ένα χτύπημα για να μπορέσει να αρπάξει τον αντίπαλό της και να τον πετάξει κάτω από το άλογο. Καθώς του έδινε το τελειωτικό χτύπημα όμως, ο έτερος έφιππος με γρήγορα εφόρμηση μέσα διαγώνια από τα δεξιά, αποκεφάλισε της σκιά, εξαφανίζοντάς την από την αρένα.

Οι σκιές πέτυχαν το σκοπό τους, όμως το να χωρίζει τον εαυτό σου στα τρία έχει το τίμημά του. Η επίθεση του πραγματικού Ούμπρο δεν είχε την ισχύ που ίδιος θα ήθελε, οπότε έπρεπε να φερθεί έξυπνα. Σήκεσε ψηλά το δ΄ίχτυ, το έκανε δύο γύρες με το χέρι του και το εξαπέλυσε στο μπούγιο. Δεν κατάφεραν όλοι να το αποφύγουν και τρεις αντίπαλοι πιάστηκαν στο δίχτυ, μη χάνοντας καιρό, χαμήλωσε το κέντρο βάρους του, σύρθηκε στην άμμο ανάμεσά τους και σημάδεψε τα ακάλυπτα πόδια τους, χτυπώντας με τις λεπίδες της τρίαινας τα μαλακά μέρη πάνω από τη γάμπα και πίσω από το γόνατο. Δύο ακρωτηριάστηκαν αμέσως και κατέρρευσαν στο έδαφος, μέχρι το τέλος της μονομαχίας θα είχαν πεθάνει από αιμορραγία. Ο τρίτος καθώς ήταν στην αντίθετη πλευρά τη γλίτωσε οριακά πηδώντας, όμως στην επιστροφή, δεν κατάφερε να αποφύγει την πίσω μύτη του ΄οπλου η οποία του ξέσκισε το δεξί μηρό, φτάνοντας μέχρι το ισχίο.

Ξαφνικά ένιωσε ένα κάψιμο στον αριστερό ώμο και το χέρι του παρέλυσε. Τον είχε πετύχει ο εναπομείνας τοξότης με απλή τετράφτερη σαΐτα. Ο πόνος ήταν οξύς και το καυτό του αίμα ξεκίνησε να ρέει ακανόνιστα από τον ώμο στα πλευρά και στο πόδι. Έχουν μείνει δέκα και ο αλχημιστής δεν έχει φανεί ακόμη, σκέφτηκε. Το αριστερό χέρι ήταν οριακά άχρηστο και δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει ακόμη κάποια άλλη ικανότητα. Έπρεπε να φερθεί έξυπνα. Καθώς ζύγιαζε τις επιλογές του, το είδε. Το δεύτερο άλογο, ήταν ανέπαφο και ακόμη διαθέσιμο μέσα στην αρένα. Χωρίς ασπίδιο και δίχτυ, το μειονέκτημα του αριστερού χεριού δεν θα ήταν κρίσιμο. Έτρεξε αστραπιαία και πήδηξε με την τρίαινα πάνω στο άτι και όρμισε πάνω στον εναπομείναντα έφιππο μονομάχο. Εκείνος όντας οπλισμένος με ένα ξίφος, θα ήταν εύκολη λεία για τον Ούμπρο, όπως και έγινε, η τρίαινα ούσα πιο μακριά είχε το πλεονέκτημα. Τον κάρφωσε στην λεκάνη, περνώντας το χτύπημα και στη σάρκα του ζώου καθιστώντας το ανίκανο να συνεχίσει τη μάχη.

Καθώς ΄εστριβε για να πάει στον άλλο τοξότη, εκείνος είχε ήδη απελευθερώσει το βέλος, αστόχησε στον Ούμπρο όμως πέτυχε το ζώο στη βάση του λαιμού του, πριν καταρρεύσει, ο Ούμπρο σηκώθηκε πέρα ως πέρα και πήδηξε στον αέρα, εκτοξεύοντας την τρίαινά του προς τον τοξότη. Εκείνη βρήκε το μονομάχο στη λαγόνα και τον διαπέρασε πέρα ως πέρα, διαμελίζοντάς τον. Καθώς προσγειώθηκε όμως ένιωσε ένα νέο αψύ πόνο στα δεξιά πλευρά του και ένιωσε μία παγωμένη λεπίδα να του σκίζει τη σάρκα και πέρα ως πέρα. Ήταν αλχημιστής πάγου! Αφού είχε καθαρίσει το τοπίο όσο ο Ούμπρο ήταν στον αέρα, εκείνος βρήκε την ευκαιρία να δημιουργήσει τη λεπίδα, να σημαδέψει και την εκτοξεύσει την μοναδική στιγμή που ο πειρατής δεν θα μπορούσε να αντιδράσει κατά την προσγείωσή του.

Σφάδασε από τον πόνο και κατέρρευσε σε μία μικρή λίμνη αίματος. Μέσα στην παραζάλη του πόνου, είδε τους υπόλοιπους πολεμιστές να τον πλησιάζει, προσπάθησε να βγάλει το ξιφίδιό του, όμως ήταν ανήμπορος να κινηθεί. Εκείνοι πλησίαζαν αργά το λαβωμένο πολεμιστή και ολόκληρη η αρένα κρατούσε την ανάσα της. Αυτό ήταν σκέφτηκε καθώς πάσχιζε να αποτρέψει το προδιαγεγραμμένο τέλος του. Τρεις τον είχαν πλησιάσει κραδαίνοντας τα ξίφη τους. Ήταν το τέλος. Μέσα στην παραζάλη του, έκλεισε τα μάτια και έσκυψε στωικά να δεχθεί τα τελειωτικά χτυπήματα.

Άξαφνα, άκουσε έναν μεταλλικό συριγμό και ένιωσε το πρόσωπό του λουσμένο στο αίμα. Ανοίγοντας τα μάτια του, αντίκρυσε, οριακά, τους τρεις, σωριασμένους στην άμμο με ανοιγμένα κεφάλια. Άπαντες έπνιξαν την αντίδρασή τους και γύρισαν να δουν τι είχε συμβεί. Μία γυναικεία μορφή πλησίαζε τον πειρατή, κρατώντας στα χέρια της κάτι που έμοιαζε με μεταλλικό φίδι, γεμάτο αίμα και απομεινάρια κρανίων και μυαλών...

Ήταν εκείνη!!!
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 25, 2021, 12:50:54 πμ by Γκλίριον Νάντριελ »


Σαγιάνε Ασάχι

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ανθρώπων Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Ύπαρξη και Ανυπαρξία. Πριν, τώρα, μετά. Όλα αυτά στην μήτρα δεν υπήρχαν. Η Σαγιάνε άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε πάνω το λευκό του "ουρανού". Γύρισε το κεφάλι της δεξιά, έπειτα αριστερά, παντού λευκό. Δεν έκανε καμία κίνηση να σηκωθεί. Ξαπλωμένη στι κρεβάτι του Θώρχαλ, μέσα στη μήτρα αφουγκραζόταν τον εαυτό της. Ερωτήματα υπαρξιακά, οντολογικά, ίσως φιλοσοφικά. Κάποια στιγμή, απροσδιόριστη προς αυτήν σηκώθηκε. Θεώρησε πως οι αισθήσεις της είχαν προσαρμοστεί σ αυτήν την άλλη πραγματικότητα.

Άρχισε να περπατά. Η κίνηση ήταν περίεργη. Ταυτόχρονα ένιωθε το βάρος της, αλλά κινούνταν σα πούπουλο πάνω σε υδάτινο ρεύμα. Περισσότερο έρεε. Κοίταξε το χέρι της. Ήταν γυμνή. Ποτέ δε την πείραζε η γύμνια, δεν ντρεπόταν. Ίσα ίσα, θεωρούσε μέγιστη εικόνα θάρρουςτην γύμνια. Πώς θα έστεκε αγέρωχος μπροστά στα μάτια κάποιου άλλου? Ήθελε θάρρος. Και αποδοχή. Χαμογέλασε. Ήταν τα λόγια της γιαγιάς της που βαθιά της είχανε χαράξει το παιδικό μυαλό της.

Ένα απαλό αεράκι φύσηξε τις μπούκλες της. Άρχισε να μυρίζει τη Σιράν. Την αγορά της. Λεπτά ροζ και λευκά πέταλα άρχισαν να πέφτουν και να σχηματίζουν εναν δρόμο. Ακολούθησε το μονοπάτι. Όσο περπατούσε πάνω στα πέταλα, οι φωνές της αγοράς της Σιράν γίνονταν πιο καθαρές. Τα σοκάκια άρχισαν να σχηματίζονται, όσο βυθιζόταν στην ανάμνηση, στην γνώση που γινόταν βίωμα και τελικά πραγματικότητα, τα κτήρια άρχισαν να σχηματίζονται πάνω απ'το κεφάλι της. Διέκρινε πλέον απο μακριά το κάστρο των Ασάχι. Ο γλυκός ήχος των τηγανισμένων ποταμόψαρων της κατέκλυσε τα ρουθούνια. Κοντοστάθηκε σε έναν πωλητή. Με τα επιδέξια χέρια του έψηνε τα φιλέτα που τα είχε στερεώσει σε ξυλάκια και πασπάλιζε απο πάνω τους σουσαμάκι και γλυκιά σάλτσα μελιού. Αμίλητος, της προσέφερε ένα. Αμίλητη, το δέχτηκε και δάγκωσε το ψάρι. Η γεύση στο στόμα της ήταν μια έκρηξη σάλιου και ηδονής. Πόσο καιρό είχενα φάει αυτή τη λιχουδιά; Πόσο καιρό είχε να κάνει μια βόλτα στο κέντρο της Σιράν; Χαλαρή, ήρεμη, μονάχη. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον πωλητή και συνέχισε να περπατά.

Παιδιά γελούσαν, τρέχοντας, παίζοντας. Πέρασε απτην μεγάλη βιβλιοθήκη και κοντοστάθηκε στο αμμώδες πάρκο της συγκέντρωσης παραδίπλα. Και τότε τα μάτια της άστραψαν. Με γοργό βήμα άρχισε να περπατά προς ένα μέρος που λίγοι γνωρίζανε μέσα στη Σιράν. Βρισκόταν κάπου μεταξύ του λόφου του κάστρου και της παλιάς συνοικίας. Έφτασε γρηγορότερα  θυμόταν, ίσως γιατί ήθελε διακαώς να φτάσει γρήγορα. Οι φωνές έμειναν πια τελείως πίσω, η οχλαγωγία έπαψε. Μπροστά της εκτινόταν η μικρή λιμνούλα της Νέμεσις. Νεμέσιχουκαζε, την αποκαλούσαν. Πολλά λέγονταν για αυτήν την παλιά αρχηγό. Η Νέμεσις ηταν σκληρή αρχηγός, αλλά ήταν και καλλιτέχνης. Ήταν ποιήτρια. Η Νέμεσις, ήταν μια πανέμορφη γυναίκα. Είχε κατάλευκο δέρμα, και κατάμαυρα μακριά μαλλιά. Η χάρη της εκτός μάχης συναγωνίζονταν μόνο την χάρη της και την επιδεξιότητα της εντός της μάχης. Λένε οτι μπορούσε να ιππεύσει άλογα άγρια, ούσα όρθια στη ράχη του αλόγου. Λένε, οτι το δεινο της σημάδι στο τόξο μπορούσε να συναγωνιστεί την σκληρότητα της στην σφύρα. Λένε οτι αγαπούσε την τέχνη, όπως αγαπούσε τα κομμάτια της πανοπλίας της, όπως αγαπούσε τα όπλα της. Ήταν μια Γκόζεν.

Να την! Ήταν εκεί. Τα πόδια της χάιδευαν απαλά το νερό της λίμνης, όπως είχε καθίσει στην χαμηλή γέφυρα. Αυτή ήταν η Νέμεσις. Δεν διέκρινε διαφορά. Η Σελήνη καθρεφτιζόταν στο καθάριο νερό. Κι όμως...

Μια πολεμική ιαχή την έβγαλε απο την ηρεμία της, η φωνή του Όύμπρο. Μεμιάς, η λίμνη εξαφανίστηκε, το ίδιο και η Νέμεσις. Εκείνη ήταν ξανά όρθια και αρματωμένη πλέον με την επίσημη δερμάτινη στολή των Ασάχι. Η μεγάλη της αλυσίδα κρεμόταν στο πλάι του μηρού της. Προχώρησε μπροστά και βρήκε μια αρένα.

Μπερδεμένη γύρισε πισω να κοιτάξει και η Σιράν δε φαινόταν πουθενά, μόνο η αρένα, ο κόσμος, χάος, φωνές ξανά, οχλαγωγία, επευφημίες, ο Ούμπρο να πολεμά. Αιματωβαμένος Ούμπρο, ηδονισμένος Ούμπρο. Η Σαγιάνε τώρα τον παρατηρούσε στο πραγματικό του πρόσωπο. Δίχως την απειλή της Ακαδημίας ή της τιμωρίας. Άραγε ένιωθε καταπιεσμένος εκει; Κι όμως ο Ούμπρο της φάνταζε σαν τα άγρια άλογα.

Και εκεί το συνειδητοποίησε. Γέλασε. Κ ενα ευχαριστώ, δίχως λογο και αιτία βγήκε απτα χείλη της. Ο Θώρχαλ είχε δίκιο. Η πραγματικότητα ήταν υποκειμενική, φτιαγμένη, μπορούσε να αλλάξει αλλά και να συνδυαστεί. Ο Ούμπρο άρχισε να χάνει. Κ όσο έχανε, έχανε περισσότερο. Όχι, όσο νό μι ζε οτι έχανε. Η Σαγιάνε πήδηξε μέσα στην αρένα και έλυσε την αλυσίδα της. Δύο γύρισαν και την κοίταξαν. Με τρία γρήγορα βηματάκια βρέθηκε ανάμεσα σε όλους. Η λεπίδα σφύριζε στον αέρα. Η αλυσίδα κροτάλιζε στην αλλαγή της κατεύθυνσης. Σύντομα, εκείνη βρέθηκε ανάμεσα σε μια λίμνη αίματος, χυμένων μυαλών και κομμένης σάρκας.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια της αρκετές φορές. Ή εσωτερική της ηρεμία διαλυόταν και μόλις μάζεψε την αλυσίδα, το μυαλό της επανήλθε στο τώρα. Τι είχε συμβεί; Είχε σώσει τον Ούμπρο. Έτρεξε κοντά του.
"Ούμπρο, ρε ανοητο παιδί! Τι έκανες!? " Τον ρώτησε.
Αλλά οι φωνές της αρένας πολλαπλασιάζονταν. Πολύ. Έντονα. Ατελείωτα.

"Αγαπητοί επισκέπτες, σας έχουμε κάτι εξαιρετικά ιδιαίτερο, για ασταμάτητη μάχη μέχρι τελικής πτώσεως. Σας παρουσιάζουμε την πολεμίστρια απο τη Σιράν, Σαγιάνε Ασάχι!!!!!!! "

Η Σαγιάνε κοίταξε μπερδεμένα.

"Ας ξεκινήσει η μάαααααααχη ξανάααα. Ποιοοος θα νικήσει? ? Ο αιμοδιψής πειρατής Ούμπρο ή η δολοφόνος Σαγιάνε??? ΑΣ ΠΕΣΟΥΝ ΤΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ'

Παράκρουση, ζητωκραυγες, γυναίκες να σκίζουν τα ρούχα τους και να μένουν γυμνόστηθες, άντρες να χτυπιούνται μεταξύ τους. Έτσι ηταν η αρενα;

" Ούμπρο είσαι καλα; Πρέπει να φυγουμε! "
Ειπε, μα η ματια του Ουμπρο προδιδε άλλα...
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 25, 2021, 11:19:09 πμ by Σαγιάνε Ασάχι »
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Ούμπρo Μέρμαν

" Ούμπρο είσαι καλα; Πρέπει να φυγουμε! "

Μέσα στη ζαλάδα του, και στην παραζάλη του αίματος, η Σαγιάνε του πρότεινε το χέρι να σηκωθούν και να φύγουν. Εκείνος όμως σαν να μην άκουσε ποτέ την παρακίνηση της καθηγήτριας. Στο μυαλό του είχε κολλήσει η φωνή του εκφωνητή:

"Αγαπητοί επισκέπτες, σας έχουμε κάτι εξαιρετικά ιδιαίτερο, για ασταμάτητη μάχη μέχρι τελικής πτώσεως. Σας παρουσιάζουμε τη δολοφόνο απο τη Σιράν, Σαγιάνε Ασάχι!!!!!!! "

Στον κόσμο της Μήτρας, δεν υπήρχε συνειδητότητα, δεν θα ξεφύτρωνε από το πουθενά η Ιλίντιεν να τον βάλει στη θέση του, ούτε ίσχυαν οι κανόνες της Ακαδημίας να τον κρατούν δέσμιο των παθών του.

"NΑΣΤΑΕΘ!!!"* Ούρλιαξε απλώνοντας το δεξί του χέρι, "ΝΑΣΤΑΕΘ", κάλεσε ξανά. Τα μάτια του σπινθηροβόλησαν και η τρίαινα υπακούοντας τυφλά κινήθηκε μονομι΄ας να κουρνιάσει απαλά στη στιβαρή του γροθιά.

"Σαγιάνε Ασάχι! Ένδοξη πολεμίστρια, καθηγήτριά μου! Γνωρίζεις άραγε το αίσθημα της ντροπής; Να στέκεσαι αιχμάλωτος, ανήμπορος, ενώ σε λοιδωρούν, σε γδύνουν, σου στερούν τα όπλα και την περηφάνεια σου; Ε; Γνωρίζεις;"

Στύλωσε γερά την τρίαινα και πάσχισε να σηκωθεί.

"Σαγιάνε Ασάχι! Γνωρίζεις πως είναι να καταπιέζεις τον εαυτό σου; Να πρέπει να φέρεσαι και νιώθεις ίσος ανάμεσα σε μυξι΄αρικα νιάνιαρα που δεν έχουν δει ποτέ τους μάχη, που δεν έχουν μυρίσει ποτέ την οσμή του αίματος και δεν έχουν νιώσει ποτέ την αίσθηση του να μπήγεις μία λεπίδα στη σάρκα ενός εχθρού;"

Καθώς σηκωνόταν, πηχτός αιθέρας τύλιγε το κορμί του και μία έντονη ιριδίζουσα ιώδης αύρα κάλυπτε τα σημεία αιμορραγίας του.

"Σαγιάνε Ασάχι! Άραγε ξέρεις πως είναι να βαδίζεις με το κεφάλι σκυφτό και να θεωρείσαι παρείσακτος από όλους και ελεεινά δειλά βλέμματα να σε αντιμετωπίζουν ως υποδεέστερο ον, καθημερινά σε κάθε σου βήμα μέσα στην Ακαδημία;"

Η ράχη του ξεκίνησε να κορδώνεται καθώς ο κορμός του ορθωνόταν με τη βοήθεια του όπλου του και όσης ενέργειας είχε απομείνει στα κουρασμένα του πόδια.

"Δεν ξέρεις!" Γρύλισε.

"Και ναι πάσχισα, αποδέχτηκα τη μοίρα μου, παρέμεινα αλυσοδεμένος στους κανόνες και τους περιορισμούς όλων αυτών που απέτυχα να υπερνικήσω. Και ξέρεις τις είναι εκείνο που κράτησε την ψυχή μου και τη φλόγα μου αναμμένη; Αυτό που κατέπνιγα και καταπνίγω καθημερινά, ώστε να συνεχίσω, να είμαι και συνεχίσω να υφίσταμαι! Δεν θα το δεις ποτέ στον Ούμπρο της Rasnarry. Εδώ όμως, αναστολές δεν υπάρχουν, εδώ θα γίνεις μάρτυρας του καταπιεσμένου μου εαυτού. Μ΄ονο εδώ μπορεί να πάρει σάρκα και οστά! Ετοιμάσου λοιπόν!"

Τα μάτια του κιτρίνισαν, και το σαγόνι του παραμορφώθηκε. Οι μύες του τεντώθηκαν και αιμοφόρα του αγγεία ξεκίνησαν να διαγράφονται, έτοιμα να εκραγούν. Πήρε στάση επίθεσης, κρατώντας το αγαπημένο του όπλο και με τα δύο χέρια, έτοιμος να εξωθήσει τον εαυτό του σε κάτι τελείως απονενοημένο. Ο αιθέρας που αγκάλιαζε το σώμα του ξαφνικά πήχτωσε, οι πληγές του σταμάτησαν να στάζουν αίμα, κάθε του κύτταρο πρόδιδε ένα και μόνο πράγμα. Επίθεση!

"Σαγιάνε Ασάχι, δεν έχεις πλέον τον μαθητή σου μπροστά σου! Έχεις τον πειρατή! ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΝΑ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΓΉ ΜΟΥ!!!"

Πάτησε γερά στην άμμο και τινάχτηκε μπροστά με τις τρεις αιχμές αν σημαδεύουν το λαιμό της Σαγιάνε. Οριακά αστόχησε, μάλλον, διότι τα ένστικτα της καθηγήτριας, παρόλη την έκπληξη και στο σάστισμα δούλεψαν. Καθώς περνούσε οριακά δίπλα της, είδε τα μάτια της. Έκπληξη, απορία, οίκτος...

Πάτησε γερά και γύρισε να τη χτυπήσει με το σώμα του όπλου όμως τα κορμιά τους είχαν απομακρυνθεί αρκετά για να αστοχήσει ξανά. "Μη με αποφεύγεις! Θα το μετανιώσεις! Πάλεψε!"

Στη στροφή του κορμού, οριακά παραπάτησε. Ήταν εξουθενωμένος και η αντοχή στις βαριές του πληγές δεν ήταν τελειοποιημένη ακόμη. Είχε βουτήξει στο έρεβος της οργής των πολεμιστών και είχε αναδυθεί πάνοπλος, έτοιμος, μέχρι τελικής πτώσεως.

"ΑΙΜΑ!!! ΑΙΜΑ!!! ΑΙΜΑ!!!" Ούρλιαξε, καθώς ξεκίνησε νέα επίθεση, όμως την είδε, έτοιμη, με τα χέρια στην αλυσίδα.

Μέχρι τέλους, σκέφτηκε, έκλεισε ανεπαίσθητα τα μάτια για μια στιγμή και χίμηξε στον κορμό της... 




-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
*Νάσταεθ = Ονομασία της τρίαινας στην τοπική βαλησίνικη διάλεκτο της Σιλάλι
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 01, 2021, 03:57:55 μμ by Ούμπρo Μέρμαν »


Σαγιάνε Ασάχι

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ανθρώπων Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Η ματιά του Ούμπρο πολύ σύντομα καλύφθηκε απο οργή και η οργή εξανεμίστηκε μέσα στο μίσος και την οδύνη, και όλα αυτά σαν μια μενώμενη πυρκαγιά ΄έκαψαν κάθε λογική στο μυαλό του. Πολύ σύντομα η ματιά του, ήταν κενή. Μόνο ένα πράγμα ήταν χαραγμένο στο μυαλό του, το πρόδιδε όλο του το κορμί και ξεχύλιζε από κάθε ίνα του είναι του: Θάνατος!

Ο Ούμπρο είχε πια χαθεί. Η σκιά που βρισκόταν μπροστά της ήταν ένα τέρας όσων αδικιών ο Ούμπρο κατέπινε ως ιδίες: αδικίες. Η Ακαδημία ήταν το κερασ΄άκι στην τούρτα. Σα να έβαζες έναν βετεράνο πολέμου κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, μέσα σ' έναν κήπο με παιδάκια. Αργ΄ά ή γρήγορα θα τρελαινόταν. Η Σαγιάνε πίστευε πως ο Ούμπρο ασφυκτιούσε μέσα στην Ακάδημια. Το ίδιο ίσχυε και για την Κέννα, αν και η Κέννα είχε καλύτερη συνείδηση και δυνατότερο πνευματικό κόσμο ώστε να αναπτύξει κάποιου είδους ενσυναίσθηση. Η ζωή του Ούμπρο τον είχε ωθήσει στο να καταπνίξει κάθε είδους ενσυναίσθηση και η δασκάλα του είχε και η ίδια αυτό το πρόβλημα. Ένα από τα μειονεκτήματα των ξωτικών και των βαλησίνων, τα πολλά έτη.

Η Σαγιάνε θα μπορούσε να γελάσει σε πολλά λόγια του. Αν είχε αισθανθεί το ίδιο; Μπορεί να μην ήταν ορφανό, μπορεί να είχε οικογένεια, αλλα ίσως το να σε μισεί η ίδια σου η οικογένεια να ήταν λίγο πιο σκληρό από το να περνάς τις ίδιες κακουχίες από ξένους. Που στην τελική, είναι ξένοι. Παρόλα αυτά δεν ήταν ώρα για να γελάσει με τίποτα. Ο Ούμπρο της έδειχνε την πραγματικότητα του. Κι αυτή ήταν πρααγματικά θλιβερή.

Πολύ γρήγορα η έκπληξη της Σαγιάνε μετουσιώθηκε σε θλιψη, σε οίκτο. Ήθελε να αγκαλιάσει τον Ούμπρο, μα αυτό δε θα τον βοηθούσε. Ίσα ίσα, θα επιδείνωνε την σύγχυση και την οργή του. Και αυτό διότι τέτοιες πράξεις δεν υπήρχαν στον κόσμο του Ούμπρο. Δεν ήξερε ούτε πως να τις διαχειριστεί, ούτε πως να τις χρησιμοποιήσει. Αν κάτι μάθαινε ο Ούμπρο, αν κάτι μάθαινε και αυτή θα ήταν με άλλα μέσα.

Ο Ούμπρο σεβόταν ένα πράγμα μόνο: τη δύναμη. Πως του είχε πει η Ιλίντιεν; Β΄άλε το κεφάλι σου να δουλέψει βλάκα! Ναι, αυτό έπρεπε...

Η Σαγιάνε εκτίμησε την κατάσταση. Ο Ούμπρο χύθηκε με όλες του τις δυνάμεις πάνω της, κρατούσε ΄ήδη την τρίαινα του και πιο πέρα ήταν πεταμένο το δίχτυ του. Η Σαγιάνε δεν ήθελε να τον υποτιμήσει, ήταν καλός αντίπαλος. Αν δεν την ένοιαζε και οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, δε θα σκεφτόταν καν να εκτιμήσει τις πιθανότητες νίκης. Αυτή τη φορά όμως, ήταν αλλιώς. Αυτό που ήθελε να κάνει ήταν διαφορετικό. Άραγε το θνητό της κορμί θα τα κατάφερνε;

Πήρε μια μεγάλη ανάσα και έδωσε κι άλλη απόσταση ανάμεσα σε αυτήν και τον οργισμένο ταύρο μπροστά της. Όχι, θα το έκανε! Κι αυτό, θα ήταν η δοκιμή για αυτήν!

Πέταξε την αλυσίδα της μακριά. Έβγαλε το στιλέτο από την μπότα της και το πέταξε μπροστά της, ανάμεσα σε αυτήν και τον Ούμπρο. Έβγαλε το σκληρό δερμάτινο γιλέκο των Ασάχι και το πέταξε κι αυτό. Ξαφνικά, ένιωσε γυμνή μπροστά στον όγκο κρέατος που ήταν παραφουσκωμ΄ενος μπροστά της, αλλά έτσι έμελλε να γίνει. Έσφιξε το σαγόνι της και κοίταξε σοβαρά τα αφηνιασένα μάτια του Ούμπρο.

"Θα σε νικήσω μόνη μου, δίχως κάθε δύναμη, δίχως κάθε όπλο. Μόνο εγώ και όλα τα χρόνια μου εκπαίδευσης. Και μετά, θα με ακούσεις...'

είπε και άνοιξε τα πόδια της στο ύψος των ώμων. Πήρε στάση χαλαρή και η ματιά της χάθηκε στην ολότητα του Ούμπρο.

Μην εστιάζεις σε ένα άστερι σαγιανάκο, χάνεις την πανδαισία όλων όσων υπάρχουν εκεί...

"Σκύλε"
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 05, 2021, 10:55:21 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Ούμπρo Μέρμαν

"Σκύλε!"

Η φωνή της είχε ηρεμήσει, είχε μείνει απογυμνωμένη από οτιδήποτε περιττό και ήταν έτοιμη για μάχη.

Ο ίδιος κράτησε το όπλο του σφιχτά στα χέρια του, έκανε να επιτεθεί, όμως κοντοστάθηκε. Κοίταξε την τρίαινα διαπεραστικά, χαζεύοντας ανεπαίσθητα τη μορφή του Ρετιάριου. Ο νους ταξίδεψε πίσω, στις εποχές όπου ως έφηβος σκλάβος, ανδρωνόταν μέσα στο αίμα στις δουλεμπορικές αρένες, όπου τα όντα γινόντουσαν αγρίμια για ένα κομμάτι ψωμί και μία στέγη για το βράδυ.

Καμία ευχαρίστηση, καμία αγαλλίαση, στυγνή επιβίωση. Το αίμα του αντιπάλου; Το εισητήριό σου για ένα κρεβάτι το βράδυ. Έχανες. Όλα τελείωναν. Για να έχω την παραμικρή ελπίδα, χρειάζομαι κι άλλο, αναλογίστηκε αφηνόταν στην ενεργειακή ροή της επικείμενης μονομαχίας. Τι θρέφει την οργή, αναρωτήθηκε καθώς μετρούσε την αντίπαλό του. Ο πόνος!!!

Βρήκε την απάντηση τόσο φυσικά μέσα του. Άφησε την τρίαινα να αναπαυθεί στην άμμο, ενώ οι μικροσκοπικές τρύπες στο μέταλλο οι οποίες απεικόνιζαν τις κόγχες και τα μάτια του Ρετιάριου, ένιωθε πως τον κάρφωναν στα δικά του.

"Ας είναι" ψιθύρισε προς το μέρος της πολεμίστριας, "όμως αυτό που έχω αυτή τη στιγμή, αυτό που είμαι αυτή τη στιγμή, δεν φτάνει."

Σήκωσε με ορμή τη γροθιά του στον αέρα, "χρειάζομαι κι άλλο!" φώναξε και προσγείωσε τη γροθιά του με δύναμη στην ανοιχτή πληγή. Προς στιγμήν δίπλωσε από τον πόνο, έτριξε τα δόντια του και τα βλέφαρα σφίξανε μπροστά από τα μάτια του σαν τανάλιες. "Κι άλλο!" Ούρλιαξε καθώς ξαναχτύπησε με δ΄υναμη την πληγή του, "κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο!"

Ο οξύς του πόνος, έκανε τους μύες του να πάλλονται ακανόνιστα και τη ράχη του να τρέμει, ο αιθ΄ερας που τύλιγε το κορμί του ξαφνικά πήχτωσε ακόμα περισσότερο και σκούρινε το δέρμα του. Πρόταξε το λαιμό του μπροστά και ψηλά καθώς ένιωσε την οργή του να ξεχειλίζει και τη δύναμη των πολεμιστών να τον γεμίζει ενέργεια.

"Οι θεραπευτές έχουν το άγγιγμα για να θεραπεύουν, εμείς έχουμε το δικό μας άγγιγμα για να συνεχίζουμε! Ετοιμάσου!"

Ξεκίνησε να πλησιάζει αργά τη Σαγιάνε και με κάθε του βήμα, έμπαινε σε μία πολεμική φόρμα κινήσεων, μέσα στον πόνο και την οργή, για να φτάσει στον ύψιστο βαθμό ετοιμότητας. Ήταν κόλπο το οποίο του το είχε μάθει η ίδια για να μπορεί ανά πάσα στιγμή να κουμπώνει το σώμα του στη ροή του. Το ανεπαίσθητο μειδίαμα της Σαγιάνε έδρασε ως καταλύτης αναγνώρισης βήματα πριν φτάσουν σε απόσταση αναπνοής.

Καθώς στεκόταν μπροστά της με δεξιόστροφη στάση επίθεσης, στάθηκε όρθιος και άλλαξε γωνία, χαμηλώνοντας τη θέση του και παίρνοντας στάση επιθετικής άμυνας, προς έκπληξη όλων αριστερόστροφα. "Στο καράβι, δεν έχεις χρόνο να διαλέξεις πλευρά, αν καθυστερήσεις, είσαι νεκρός. Γι αυτό και έχουμε εκπαιδευτεί να πολεμάμε και με τις δύο πλευρές. Τι νόμιζες ότι έκανα τόσα βράδια μέσα στα χρόνια; Έπαιρνα τις τεχνικές που μας μαθαίνατε και τις μετέτρεπα αμφίπλευρα. Ξεκινάω!"

Πρώτο βήμα με το δεξί πόδι για να φέρει σε θέση λακτίσματος το αριστερό, καθώς έφερνε το πόδι του παράλληλα με το έδαφος, απότομα έστριψε το κορμό του λίγες μοίρες για να σημαδέψει χαμηλά στον αστράγαλο της Σαγιάνε. Στην αποφυγή της έκανε μία γρήγορη περιστροφή και επανήλθε. Άλλαξε πλευρά, τίναξε το έξω της αριστερής παλάμης με προσποίηση για δεξιά γροθιά η οποία πέρασε ξυστά από τον κορμό της, καθώς εκείνη έκανε ξανά κίνηση αποφυγής. Ξεκάθαρα τον μετρούσε. Αυτό τον έκανε να αφηνιάσει ακόμη περισσότερο. Για μία στιγμή θόλωσε και έκανε ολική εφόρμηση για δεξί λάκτισμα, η Σαγιάνε φάνηκε να επέτρεψε την έπαφη στο αριστερό μέρος του κορμού της για να δει τη δύναμη του πειρατή. Η ισχύς του φάνηκε να την εκπλήσσει προς στιγμή, όμως και πάλι, η πολεμίστρια μπορούσε να αντέξει περισσότερα. Ήταν η μόνη που κόντραρε στα ίσα την Ιλίντιεν. Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα είχε ελπίδα. Όμως στη μήτρα μπορούσαν όλα να συμβούν. Η μήπως όχι;

Σάστισε προς στιγμή καθώς η Σαγιάνε έπαιρνε στάση επίθεσης. Είχε έρθει η ώρα να δει πόσο αντέχει έναν χορό με τη δολοφόνο των Ασάχι...


Σαγιάνε Ασάχι

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ανθρώπων Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Κάθε του βήμα, κάθε του στάση, κάθε προέκταση των μελών του σώματος, της τρίαινας του, του λυσασμένου του μένους, των ματιών του που λιγη ώρα τώρα καρφωνόταν διακριτικά στο δίχτυ του, όλα μέρος του, όλα ένα σύνολο. Η Σαγιάνε τον μετρούσε, τους χρόνους του, την έκρηξη στις κινήσεις του, την τριβή στα πέλματα του, το δυνατό κράτημα της τρίαινας του. Πώς άλλαζαν όλα αυτά στιγμή στιγμή, όσο άφηνε την οργή να τον δυναμώσει. Δεν ήθελε όμως να τον εξαντλήσει, ήθελε να την αναγνωρίσει στο ζενίθ της δύναμης του, να μην υπάρχει σκιά αμφιβολίας.

Η Σαγιάνε πήρε θέση. Δε θα τον άφηνε να φτάσει στο δίχτυ, γιατί δεν είχε νόημα. Τώρα περισσότερο από ποτέ έπρεπε να αφήσει στην άκρη την δική της οργή και να γίνει ένα με τη ροή του νερού. Νερό.

Στο μυαλό της φαντασιώθηκε μία μικρή λίμνη. Ένα μικρό νούφαρο επέπλεε. Καμία κίνηση στην επιφάνεια. Απόλυτη ηρεμία. Έκανε ένα βήμα πίσω και εφόρμησε. Το σχέδιο της ήταν απλό: αποφυγή της τρίαινας και χτυπήματα στο σώμα του Ούμπρο. Έφερε το σώμα της μπροστά του, ο Ούμπρο έβαλε μπροστά την τρίαινα για να αποφύγει την γροθιά που κατευθυνόταν στο στέρνο του. Η Σαγιάνε άνοιξε την γροθιά και έπιασε την τρίαινα με το ένα χερι και με το άλλο τον ώμο του. Στιγμιαία γύρισε την πλάτη της στον Ουμπρο, κατέβασε το κορμι της και με μια τεχνική πάλης τον σήκωσε και τον έσκασε στο χώμα.

Ο Ούμπρο φυσικά σηκώθηκε απευθείας με μάτια περισσότερο εκνευρισμένα απο πριν. Η Σαγιάνε χίμηξε μπροστά, πάνω στην κίνηση του Ουμπρο για επίθεση, κυβίστησε στα πλάγια, γύρισε αμέσως το κορμί της και με μια συρτή κλωτσιά πίσω από το γόνατο του, τον έριξε ξανά κάτω. Η δύναμη της φρόντισε να είναι η μεγαλυτερη που μπορούσε. Δε θα του χάριζε σε μελανιές, αλλά κυρίως δε θα του χάριζε σε πνεύμα.

Και μετά ξεκίνησε ο χορός του ανέμου. Ή Σαγιάνε επιδόθηκε σε αλλεπάλληλα χτυπήματα, αποφεύγοντας όταν έπρεπε την τρίαινα σε κάθε μέρος του κορμιού του Ουμπρο. Στήθος, στέρνο, διαφραγμα, μηρούς, πλάτη. Πρωτα ήθελε να την αισθανθεί στους μύες του, στους μεγάλους όγκους για τους οποίους ήταν τόσο περήφανος. Λίγα λεπτά μετά, ο Ούμπρο δεν είχε καταφέρει κανένα χτύπημα στην ίδια, ενώ σειρά είχαν τώρα τα νεύρα. Η Σαγιάνε άνοιξε τη γροθιά της. Ένωσε τα δάχτυλα της σφιχτά και επιδόθηκε να νεκρώσει τα άκρα του Ούμπρο χτυπωντας σημειακά στα μεγαλυτερα σημεία πίεσης των νευρων του. Νεφρά, μηριαίες αρτηρίες, πλευρά, συκώτι.

"Η τρίαινα σε καθυστερεί" Του είπε απλά και ήρεμα.

Ο Ούμπρο είχε γίνει αγνώριστος. Απο την οργή του, σάλια και αφροί βγαίνανε απο το στόμα του. Πλησίαζε σε λίγο.
Οπλίστηκε με θάρρος. Άλλο πράγμα να χτυπήσει στη μάχη και άλλο αυτό που σχεδίαζε στη συνέχεια. Πήρε απόσταση. Έφερε το ένα της χέρι πίσω απο την πλάτη της και το άλλο στο ύψος του στήθους της.

"Έλα" Έκανε νόημα στον Ουμπρο με το χερι της.
"Έλα σκύλε και δείξε μου την οργή σου"

Μη με απογοητεύσεις τώρα... Φίδι
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Ούμπρo Μέρμαν

Ο πρώτος χορός μεταξύ τους είχε ολοκληρωθεί. Ο Ούμπρο δεν είχε καταφέρει ούτε ένα χτύπημα στη Σαγιάνε, ενώ είχε πονέσει στα όριά του, όμως ο πόνος σε συνδυασμό με την οργή του έδινε συνεχώς περισσότερη ορμή για τη συνέχεια. To ένιωθε περισσότερη ορμή, περισσότερη ροή, περισσότερη ισχύ. Κράτησε στα χέρια του την τρίαινα, την περιεργάστηκε και την κάρφωσε δυνατά στην άμμο.

"Εντάξει λοιπόν, ας γίνει με τον τρόπο σου."

Έστριψε σε στάση 3/4 και ύψωσε μπροστά το αριστερό του χέρι και πίσω το δεξί του, προτάσσοντας τα δάχτυλά αντί για γροθιές. Πήρε μία βαθιά ανάσα και έθρεψε συθέμελα την εσωτερική του φλόγα, ενώ το αίμα έρεε από τις πληγές και ο αβάσταχτος πόνος, τάιζε περισσότερο την οργή του. Πλησίασε σε απόσταση τριών βημάτων τη Σαγιάνε και τίναξε το σώμα μπροστά, ύψωσε το δεξί του χέρι αστραπιαία στο ύψος του στήθους της, το τράβηξε απότομα πίσω, έκανε ευθεία κίνηση με το αριστερό στο ύψος του λαιμού της και την ώρα της άμυνάς της έκανε βαθμιαία προσποίηση και έριξε όλη του τη δύναμη στο δεξί, πέρασε ανάμεσα από τα χέρια της, εκείνη ξαφνιάστηκε με την ταχύτητα και την άρπαξε από το λαιμό.

Εκείνη έμπηξε τα νύχια της στο βραχίονά του, όμως η λαβή του δεν χαλάρωσε. Και τότε εξαπέλυσε μία σωρεία χτυπημάτων στον κορμό της, πλευρά, στήθος, στέρνο, κοιλιά, είχε θολώσει, η Σαγιάνε απαντούσε στα χτυπήματα με λακτίσματα και τινάγματα, όμως κάθε χτύπημα, άναβε περισσότερο τη φλόγα του. Όμως και εκείνη δεν έκανε πίσω. Χαλάρωσε τη λαβή του και έκανε βήμα πίσω για να πάρει μία ανάσα. Το δεξί του χέρι μέσα στα αίματα, ενώ οι μηροί του είχαν γίνει μπλε από τα χτυπήματα. Δεν πτοήθηκε. Όρμησε μπροστά.

Χτυπήματα, λακτίσματα, λαβές, σχεδόν κάθε κίνησή του έβρισκε στόχο, σχεδόν κάθε του κίνηση θα γονάτιζε κάθε αντίπαλο που είχε αντιμετωπίσει. Η Σαγιάνε όμως, έμενε όρθια, φαινόταν ότι υπέφερε από τα χτυπήματα, όμως δεν έκανε την παραμικρή κίνηση που να πρόδιδε έλλειψη υπεροχής.

Πως στέκεται ακόμη σκεφτόταν αφελώς, ΄λες και είχε κανένα συμμαθητή του απέναντι, όχι τον πιο φονικό άνθρωπο του Ήθεριντ.

Η ωμότητά του συνεχίστηκε, ξέσπασε πάνω στον κορμό της, χαμήλωσε το κέντρο βάρους για να μη χάσει την ισορροπία του από ενδεχόμενη κλωτσιά και εξαπέλυσε αναρίθμητες γροθιές στο σώμα της με καταιγιστική ταχύτητα. Σε μία στιγμή έφτασε πολύ κοντά της και τίναξε το κεφάλι του προς το σαγόνι της, πράγμα που την έριξε στο έδαφος.

Και τότε σάστισε. Που πήγε το φίδι?

Αφέθηκε να κοιτάει χαμένος τη γυρισμένη ράχη της καθώς το σημείο όπου συνήθως κάλυπτε το τατουάζ του φιδιού της, ήταν ακάλυπτο και φαινόταν καθαρά το δέρμα της. Με το ξανασηκώθηκε η Σαγιάνε έπεσε πάνω της με μανία, χωρίς ροή και τεχνικές. Ωμή ορμή και βία. Αριστερή γροθιά στο στομάχι, δεξιά γροθιά στο πρόσωπο, αριστερά γροθιά στα πλευρά της, δεξιά γροθιά στην κλείδα και αριστερή λαβή προς το λαιμό της ξανά!

Σε μιά στιγμή το δεξί της χείλος άνοιξε και σταγόνες αίματος γέμισαν το λαιμό της. Ο Ούμπρο πάγωσε, καθώς είδε το φίδι να ξεπροβάλει από την ωμοπλάτη της και "γλείφει" την άκρη του χείλους που αιμορραγούσε. Τι συμβαίνει;Σκεφ΄τοταν καθώς παρατηρούσε το τατουάζ. Η φλόγα άσβεστη και στους δύο. Η ηδονή της μάχης ήταν κάτι το μυστικιστικό για τους δύο και κανείς δεν φαινόταν διατεθειμένος να κάνει βήμα πίσω.

Στην επόμενη κίνηση που έκανε μπροστά, ένιωσε το δεξί του γόνατο να μην μπορεί να αντέξει το βάρος του και να λυγίζει επικίνδυνα στο πλάι. Οι αφροί και τα σάλια του ξεκίνησαν να στεγνώνουν και ξαφνικά ο πόνος που του έδινε ορμή και δύναμη, τον παρέλυσε ολοκληρωτικά. Έριξε με τρόπο το σώμα του στην άμμο και άφησε τους μύες τους να σπαράζουν από ακανόνιστους σπασμούς. Έτρεμε, ίδρωνε όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το σ΄ωμα του είχε φτάσει στα όριά του και η φλόγα που κατέκαιγε το είναι έμοιαζε να γυρίζει στους κανονικούς της ρυθμούς.

Το πρόσωπό του χαλάρωσε, από τη φρίκη της οργής, όμως ο πόνος δεν έφυγε. Είχε παραδώσει πνεύμα το σκοτάδι του και έμοιαζε να επιστρέφει ο μαθητής σιγά σιγά για να αποκτήσει ξανά τον αυτοέλεγχό του. Αδυνατούσε να αναπνεύσει και τα νεύρα του μετέφεραν σαν χείμαρρο τον πόνο σε όλο του το σώμα. "Σαγιάνε!", προσπάθησε να φωνάξει, "ως εδώ" έκανε ξεψυχισμένα και γύρισε το κεφάλι του στο πλάι αδυνατώντας να το κρατήσει όρθιο.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ανθρώπων Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Τα χτυπηματα που δεχοταν απτον Ουμπρο ηταν καθε φορα σαν να επεφτε πανω της ενας ογκος ξυλου. Πολυ γρηγορα το φιδι της στέρησε τον πονο και η Σαγιανε ανοιξε τις αισθησεις της στο σωμα της. Οταν δεν πονας, δεν μπορεις να ξερεις την ζημια που εχεις δεχθεί. Πανω στην τρικυμια και την οχλαγωγια των φωνων της αρενας, αλλα και του Ούμπρο, προσπαθουσε σε καθε χτυπημα να αξιολογησει, να ακουσει το σωμα της. Και να παραμεινει ορθια...

Οταν ο Ουμπρο σωριαστηκε η Σαγιανε σχεδον ζαλιζοταν. Ειχε δεχτει απανωτα χτυπηματα στο κεφαλι, το τελευταίο που ηθελε ηταν να επηρεαστεί η ισορροπία της. Όμως ο Ουμπρο ηταν σε χειρότερη κατάσταση και εκεινη ανησυχησε. Εσκυψε απο πανω του και υον τραβηξε στην αγκαλια της. Εναποθεσε το κεφαλι του στον εναν της μηρο. Πως το χε πει ο Θωρχαλ, το μυαλο μπορει να χαθει στον αιθερικο κοσμο. Αν ο Ουμπρο πιστευε οτι χανόταν, ίσως να συνεβαινε και αληθεια.

Η Σαγιάνε κρατησε το κεφαλι του, δεν ηταν τωρα η ωρα για διδαχες. Στιγμές ατελειωτες περνουσαν βασανιστικα οσο εστυβε το κεφαλι της να σκεφτεί κατι. Και τοτε μια ιδεα της ήρθε...

Έκλεισε τα μάτια της ερμητικά, αρχισε να σκεφτεται την Άρυα οσο πιο παραστατικά, όσο πιο αληθινα μπορουσε. Έβαλε καθε της συναισθημα μέσα σε αυτο. Πώς θα τους μιλούσε, τι θα τους ελεγε, πως θα εμφανιζοταν...

"Φφφφ αληθεια μια φορα δεν μπορειτε χωρις εμενα, ετσι;" Ακουσε την φωνη της και ανοιξε τα ματια της.
Μπροστα της βρισκοταν η Άρυα, έχοντας τα χέρια της ηδη πάνω στο στέρνο του Ούμπρο. Εκεινος, κοιταζε χαμένος την ξωτικια, ενώ η Σαγιάνε διχως να ξερει ακριβως πως δουλευει ολο αυτο άρχισε να μουρμουραει την εικονα της.
"Τωρα θα γιατρεψω, τωρα θα πω ειστε τελειως ανωριμοι, τωρα θα βαλω την χρυση μου δυναμη.... "
Ελεγε και η Αρυα επραττε. Η φαντασιωση του μυαλου της επαιρνε σαρκα και οστα και ο Ουμπρο θεωρωντας οτι γινεται καλά, αρχισε να επανερχεται. Οι πληγες του εκλειναν, η ενεργεια του επανερχοταν. Σε μια στιγμη η Αρυα πηρε τα χερια της και γυρισε να κοιταξει την Σαγιανε.

Ο Ουμπρο μιλησε "και τωρα η σειρα σου"
Η Σαγιανε μπερδευτηκε. Ποιος το ηλεγχε τωρα; Η Αρυα αρχισε να γιατρευει την Σαγιανε και οταν τελειωσε, απλα απομακρυνθηκε και χαθηκε.
Οι δυο πολεμιστες κοιταχτηκανε για αρκετα λεπτα αμιλητοι. Η Σαγιανε προσπαθουσε να καταλαβει.

Επιασε το χερι του Ουμπρο.
"Θελω να ηρεμησεις. Θελω να κλεισεις τα ματια σου και να σκεφτείς ενα ηρεμο αερακι, σ ενα ξεφωτο και τα υπολοιπα αστα πανω μου. Αλλα ηρεμησε. "
Ειπε και βλεποντας τον Ουμπρο να χαλαρώνει εκλεισε και η ίδια τα ματια και επιδοθηκε με αυταπαρνηση στην φαντασιωση μιας εικονας.

Η λιμνη μπροστά της, νουφαρα λευκα και ροζ επεπλεαν πανω στα γαληνια νερα της. Βατραχακια μικρα και μεγαλα κοαζαν στους μεγαλους βραχους και λιαζονταν κατω απο τον απαλο και ζεστο ακτινοβολο ηλιο. Ενα μεγαλο δεντρο παραδιπλα, με ανθη λευκα και ροζ. Και παντου τριγυρω ενα καταπράσινο λιβαδι. Η Σαγιανε βρισκοταν μαζι με τον Ουμπρο κατω ακριβως απο την μεγαλη σκια του δεντρου. Για λιγες στιγμες η ματια της χαθηκε στον οριζοντα, με τη σειρα της η εικονα αυτη, πλεον πραγματικη της γαληνεψε την ψυχή και επειτα γυρισε το βλεμμα της στον Ουμπρο.

"Ουμπρο, είμαστε εδώ" Του είπε "ανοιξε τα μάτια σου... Ήρθε η ωρα της εκπαιδευσης"
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Ούμπρo Μέρμαν

Μια δροσερή πνοή γέμισε  τα πνευμόνια του καθώς αναπαυόταν απαλά στην αγκαλι΄α της Σαγιάνε. Η ενέργεια της Άρυα τον αναζωογόνησε και χωρίς τα έσχατα τραύματά του αφέθηκε να φαντασιώνεται την περιγραφή της Σαγιάνε. Άνοιξε τα μάτια του και αγαλλίασε. Η ηρεμία του σκηνικού και η παρθένα και γαλήνια φύση τριγύρω ηρέμησε το πνεύμα του και για λίγο ταξίδεψε στις προηγούμενες στιγμές που μόλις είχε βιώσει.

Σαν μακρινή βοή ακούστηκε η φωνή του Θώρχαλ που είχε τον έλεγχό τους ακόμη. "Η συνειδητότητα πλάθει αυτή τη διάσταση".

Μήνυμα ελήφθη, σκέφτηκε και αφέθηκε στη σκωπτική δημιουργία.

Έντυσε τον εαυτό του με την παραδοσιακή περιβολή των Ασάχι σε αποχρώσεις ιώδεις και έδωσε στη Σαγιάνε το ιερό πορφυρό χρώμα στη στολή της. Σηκώθηκε και αμέσως ένιωσε την ανάγκη να πιει δροσερό νερό. Καθώς πλησίαζε την όχθη της λίμνης πρόσεξε ένα μικρό ρυάκι στα δεξιά του να ρίχνει το κρυστάλλινο νερό του στη λίμνη. Με αργά γαλήνια βήματα γονάτισε δίπλα του και τέντωσε το λαιμό του να γευτεί το νερό. Η δροσιά του και η αίσθηση αποτοξίνωσης ήταν πραγματικά μαγική. Σε μία στιγμή έσκυψε περισσότερο και έχωσε το κεφάλι του ολόκληρο μέσα στην καθαρή γούβα για να δροσίσει το κεφάλι και το λαιμό του. Έκλεισε τα μάτια και ξόδεψε λίγα δευτερόλεπτα μέσα στο νερό. Σηκώθηκε και τίναξε τις δροσερές σταγόνες από το δέρμα του.

'Ενα διάπλατο χαμόγελο διακόσμησε αυτοστιγμή το πρόσωπό του και πλησίασε την πολεμίστρια. Γονάτισε δίπλα της και ξεκίνησε να διαλογίζεται μαζί της. "Μαθήματα ηρεμίας και διαχείρισης της ισχύος" ψιθύρισε. Ξεκίνησε να ακούει τη φωνή της πολεμίστριας μέσα στο κεφάλι του. "Το συναπάντημα οργής και πόνου, μπορεί να σου δώσει κάποια ώθηση, όμως αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει τον πολεμιστή από το βάρβαρο οπλισμένο οχλαγωγό είναι η ακλόνητη ισχύ του ήρεμου νου."

Στο άκουσμα αυτής της πρότασης, έγειρε δίπλα της και δοκίμασε να αδειάσει το κεφάλι του από σκέψεις. "Πλήρης αρμονία, πλήρης έλεγχος, πλήρης απουσία έντασης, η ισχύς ενός κυκλώνα, βρίσκεται στο γαλήνιο κέντρο του. Όσο πιο στιβαρή η εσωτερική γαλήνη, τόσο πιο καταστροφικός ο εξωτερικός άνεμος."

Σηκώθηκε, έβγαλε το βαρύ πανωφόρι και έμεινε με το χαλαρό υπόρουχο. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια του, προχώρησε λίγο παραπέρα, έβγαλε τα υποδήματά του, για να νιώθει καλύτερα την επαφή με το έδαφος και έλαβε στάση ροής. Ο άνεμος τον τύλιξε και ξεκίνησε να χορεύει μαζί του με την βασική πολεμική φόρμα που του είχε υποδείξει η Σαγιάνε. Φ΄ορμα γεμάτη, χαλαρή και γαλήνια κινησιολογία. Κάθε του κίνηση, φυσική απόληξη της πνοής του ανέμου, κάθε αλλαγή κατεύθυνσης και μία δήλωση υποταγής στην πνοή του. Συνέχισε να έχει κλειστά τα μάτια, όμως σύντομα ένιωσε την αύρα της πολεμίστριας σιμά του να χορεύει και αυτή με τον άνεμο, οριακά κάποιος αδαής θα τους μπέρδευε με αλχημιστές του ανέμου που επιδίδονται σε κάποιο τελετουργικό.

Μετά από λίγο ο άνεμος εντάθηκε και ο χορός μετατράπηκε σε δοκιμασία ισορροπίας. Δεν θα ανοίξω τα μάτια μου σκέφτηκε, δεν χρειάζεται. "Φόρμα κοντής αλυσίδας", ακο΄ύστηκε η φωνή της. Η ασαφής κίνηση μετατράπηκε σε διάλογο μεταξύ τους, εν μέσω ισχυρού ανέμου. Κινήθηκε ασυναίσθητα και ήρθε δίπλα της. Την άφησε να δώσει το ρυθμό και τότε σαν καλοκουρδισμένο μουσικό κουτί, ξεκίνησαν οι δύο τους να εκτελούν την κινησιολογία της φόρμας της κοντής αλυσίδας.

Μάζεμα στο δεξί χέρι, τίναγμα ψηλά με τον ώμο, ημίσια περιστροφή, μισό μάζεμα, τίναγμα χαμηλά με το βραχίονα, κυβίστηση, επιτόπια στροφή, τύλιγμα στον κορμό, δίπλωμα μέσης, επίθεση ψηλά, εναέρια στροφή, μάζεμα χαμηλά, λάκτισμά, θάνατος και ξανά και ξανά...


Σαγιάνε Ασάχι

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ανθρώπων Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Άνεμος, Νερό, Γη, Φωτιά.

Ήταν κάποτε οι Ασάχι αλχημιστές; Ήταν κάποτε οι Ασάχι  Φυσικοί; Η ταυτότητα, το αίμα, η ιστορία, το πατρογονικό μα κυρίως το μητρογονικό αίμα που κυλάει, που συγχέεται, που διέπει, τι ήταν; Μύθοι και θρύλοι, όλα ήταν ένα στο μυαλό της. Πολύ πριν το Ασάχι δοθεί και γίνει η κύρια ταυτότητα. Πολύ πριν η Σιράν δώσει την τοπική γεωγραφία. Το που, δευτερεύον. Το τι όμως...Και αυτό υπήρχε πλέον ως μύθος. Μα ο κάθε μύθος έχει πάντα μέσα του μια δόση αλήθειας.

Και ήταν αυτή η δόση αλήθειας, που ακόμα και τώρα οι Ασάχι έδιναν στα όπλα τους ονόματα της φύσης, που τα ίδια τα όπλα είχαν χαρακτηριστικά εμπνευσμένα, λαξεμένα, ακόμα και δημιουργημένα από τα στοιχεία της Φύσης. Ήταν εκείνος ο μύθος των Τεσσάρων, ήταν ο άλλος ο μύθος των Δύο, ΄ήταν πολλοί ακόμα που συνέθεσαν την ιδιοσυγκρασία όλων των γενεών μετά, ΄δέσμιοι της ανυπέρβλητης αυτής δύναμης του κοινού νου των αρχέγονων, με την κάθε γενεά να προσθέτει άθελα της-ηθελημένα της περισσότερο πλούτο και συνάμα τροφή για τους επόμενους.

Ο Ούμπρο την έλουσε με το βυσσινί των Ασάχι και τo βυσσινί συμβόλιζε το χρώμα του αίματος. Οι νεότεροι πίστευαν οτι το βυσσινί συμβόλιζε αυτό, μα η αλήθεια ήταν άλλη. Ήταν το αίμα...όχι όμως σα κάποιο κόλπο αλχημιστή που δένει τη σελήνη με τα άστρα ή την χιμαρρώδης λάβα με το ηφαίστειο, όχι. Ήταν η συνέχεια, η εναλλαγή χρόνου και τόπου, η μεταβολή, η εξέλιξη. Ήταν τα δέντρα που μεγάλωναν, ήταν οι σπόροι τους που έπεφταν στη γη, ήταν τα ίδια δέντρα που γερνούσαν και νεότερα, δυνατότερα έπαιρναν την θέση τους, σε ένα αιώνιο δάσος. Ήταν η ίδια αυτανάφλεξη που θα έδινε ακόμα δυνατότερους καρπούς σε ένα νέο δάσος και ο ίδιος πλουρα΄λισμός ζωντανών που θα θα φιλοξενούσε το οικοσύστημα. Ήταν ζωντανό και συνεχώς εξελισσόταν. ΑΥτό αντικατόπτριζε το βυσσινί. Την συνέχεια.

Όπως η αλήθεια χάθηκε στον μύθο, ο μύθος λούστηκε με τον ρεαλισμό της πραγματικότητας, του τώρα, εκάστοτε στιγμής παροντικής, μα έπειτα παρελθοντικής. Και έτσι επηλθε ως ιστορία, μελλοντικός μύθος για νέα βλαστάρια δάσους, σε έναν άγνωστο ακόμα κόσμο.

Όμως η σημασία ήταν στο τώρα. Γιατί; Η Σαγιάνε πήγε χρόνια πίσω. Εκείνη πίστευε λίγα χρόνια πριν, όμως ήταν περισσότερα. Πήγε πίσω στη στιγμή που ο πρώτος πρόγονος έκανε την σκέψη, την κατέκτησε και την αφουγκράστηκε. Όταν ζεεις στο τώρα, ζεις παράλληλα παντού. Όταν η Σαγιάνε άφησε το μυαλό της ελεύθερο ο χρόνος δεν είχε καμία σημασία, ούτε ο τόπος. Την ίδια στιγμή χιλιάδες πρόγονοι ή απόγονοι είχαν καταλήξει στο ίδιο ζητούμενο. Το τώρα, σ εκείνο το τώρα που αντλούσε πληροφορίες από κάθε παρόν. Ήταν όμως πληροφορίες του Νου. Ποιά η έννοια του βουνού, όταν ο Νους το χαρακτηρίζει; Και ποιά, όταν δεν; Η Σαγιάνε χαμογέλασε, όπως όλοι οι πριν και οι μετά. Το βουνό δεν έχει έννοια, ο Νους την δίνει. Και η αποκάλυψη αυτή είναι εκτός τόπου και χρόνου. Υπάρχει.

Ο Ούμπρο, η ίδια, μιλούσε, μιλούσαν, δεν ήξερε. Η Σαγιάνε ήταν, μα συνάμα τι ήταν;

Υπήρξε κάποτε, θα υπάρξει κάποια στιγμή και υπάρχει τώρα. Μα ήταν η ύπαρξη η ουσία. Άραγε αν όλοι υπάρχουμε στο τώρα, έχει σημασία η υποκειμενικότητα μας; Μπορούμε να την διακρίνουμε στο άπειρο του; Η Σαγιάνε ένιωθε τον Ούμπρο Ένα. Ένιωθε τις κινήσεις του δικές της. Ηταν η ιδέα της, θα αναρωτιόταν μετά. Τέτοιο οίστρο είχε να νιώσει από τότε που ενώθηκε με το φίδι.

Φίδι σκέφτηκε...και μια κοπέλα εμφανίστηκε μπροστ΄΄α της. Το που δεν είχε σημασία. Το π΄΄οτε, ούτε αυτό τελικά. Γιατί εφόσον έγινε, έγινε ήδη στο πριν και το μετά. ¨ηταν τώρα-τότε η ωρα της αποκάλυψης...για την Σαγιάνε.

Η μορφή απέναντι της ήταν θαρρείς ο καθρέφτης της. Μόνο που η ίριδα των ματιων της...ήταν ερπετοειδής, κίτρινα μάτια και σχιστά. Μαύρα μαλλιά, κατάλευκη επιδεμίδα.

Η Σαγιάνε σήκωσε το χέρι της και έτσι έκανε και αυτή.

Γειαααα, είπε, είμαι εσύ. Είμαι αυτή που δεν έχεις αναγνωρίσει, μα σε διέπει ως τα μύχια της ψυχής
Είμαι η αρχή και το τέλος, είμαι αυτή που το βλ΄έμμα σου απορρίπτεις
Φοβούμενη, αρνούμενη
Νομίζοντας ότι το θείο έλεος θα σε ξεπλύνει
Ελπίζοντας ότι είμαι ένας απόηχος μιας βασανισμένης ψυχής που δε σου ανήκει
Αναζητώντας εξιλέωση για κρίματα που δεν ήταν δικά σου
Δημιουργώντας μια Ηθική απόλυτη και δυνατή
Ώστε τείχος να γίνει, τίποτα να μην το σπάσει.
Μα άραγε, όταν αναρωτιέσαι, δεν το βλέπεις;
Δεν υπάρχει κανένα κρίμα, μόνο η ροή
Δεν υπάρχει καμμία εξιλέωση, μόνο η επιλογή
Κι αυτό που απαρνείσαι, αυτό που αρνείσαι πεισματικά
Είναι τελικά αυτό που σε διέπει.
Δεν το βλέπεις; Είμαι ΕΣΥ, είμαι η ψυχή σου, είμαι το είναι σου, είμαι όλα όσα υπήρχαν και η αρχή τουδικού σου είναι
Μην αντιστέκεσαι στο αρχε΄γονο, αποδέξου το
Όταν ο κερασφόρος φάρος λαλεί, εισακούει σε προσπαθεί
Κέρας στις φολλίδες μου, αιώνια ύπαρξη, "γιατί;"
Ακόμα αναρωτιέσαι; Είμαι ουσία, είμαι πηγή, είμαι ζωή. Εσύ δηλαδή.
Η συνέχεια, η ροή...


Η φιδόμορφη Σαγιάνε σχεδόν της φόβιζε, κι όμως.... ήταν τόσο οικείο. Την πλησίαζε...Η Σαγιάνε για μια στιγμή πισωπ΄άτησε. Μα....αυτά τα λόγια της Άλλης....τα ένιωθε αλήθεια....

Η Άλλη πλησίαζε. Η Σαγιάνε δυσανασχετούσε. Σχεδόν σα να την είχε δέσει κάποιος με σχοινιά.
Η φιδόμορφη Άλλη έμεινε ένα δάχτυλο μακριά της και την κοίταξε στα μα΄τια

Εσύ πρέπει να κάνεις το βήμα, όχι εγώ. Εγώ Είμαι. Εσύ το νοείς; ρώτησε και βάλθηκε να την κοιτά με τα λοξά και φιδωτά της κίτρινα μάτια

Η Σαγιάνε κοίταξε τον ουρανό που πλέον ήταν μάυρος. Ένα κόκκινο ημισέλινο ήταν πάνω από το κεφάλι της. Ξάφνου ο τόπος γέμισε με όφεις. Όυροβόροι, Κερασφόροι, Κατάματα κοιτώντας την όλοι.

Η Σαγιάνε κοίταξε την Άλλη στα μάτια.

"Μα δεν είμαι εγώ...είπε...είμαι ΕΓΩ
Η Σαγιάνε και η Άλλη Ένα, οι όφεις στην ατελείωτη έρημο, κάτω από ένα κατακόκκινο ημισέλινο, όχι...βυσσινί.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 14, 2022, 11:54:42 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Ούμπρo Μέρμαν

Η πρακτική της φόρμας της αλυσίδας άφηνε μία αίσθηση ευεξίας στο τέλος της όμως ξαφνικά η Σαγιάνε σταμάτησε να τον κοιτά και αφέθηκε να κοιτά το άπειρο. Μάλλον περνά από κάποιο κρίσιμο δικό της σταυροδρόμι σκέφτηκε και απομακρύνθηκε λίγο.

Καθώς προχωρούσε βρήκε μία συστοιχία από πέτρες σε ευθεία και ξεκίνησε να περπατά πάνω τους προσπαθώντας να ισορροπήσει. Ξάφνου, οι πέτρες μεταμορφώθηκαν σε μία λεπτή σανίδα και το γρασίδι σε βαθιά νερά. Γύρισε το κορμί του πλάγια για να πατά καλύτερα πάνω στο λεπτό φάρδος του ξύλου και συνέχισε να περπατά πάνω σε αυτό. Αφού έκανε μερικά μέτρα, η ήρεμη θάλασσα ξεκίνησε να αγριεύει και σκιές θαλασσινών θηρίων έκαναν την εμφάνισή τους με τον αέρα να δυσχεραίνει τις κινήσεις του.

Δεν πτοήθηκε και συνέχισε να βαδίζει όπου μία μεγάλη σκιά έκανε την εμφάνισή της, ήταν ένα πειρατικό! Καθώς πλησίαζε είδα κάτι να έρχεται κατά πάνω του και άκουσε μία γνώριμη φωνή, "Πιάσε!" Άπλωσε το χέρι του και μία πειρατική σπάθα προσγειώθηκε απαλά στην παλάμη του. Η φωνή ήχησε ξανά. "Εσύ εκεί, ρίξτον!"

Η ξύλινη επιφάνεια στα πόδια του σείστηκε καθώς κάποιος από το καράβι ανέβηκε πάνω της και ερχόταν κατά πάνω του. Δεν είχε φιλικές διαθέσεις. Προσπαθούσε να θυμηθεί τη φωνή, όταν εκείνος που ερχόταν κατά πάνω του έφτασε σχεδόν σε απόσταση τριών μέτρων. Όταν ανταμώθηκαν ο Ούμπρο έμεινε με το στόμα ανοιχτό, "Μάλβιλ?" Ρώτησε φωναχτά καθώς είδε το πρόσωπο του πρώην συντρόφου του. "Κάπτεν Όρνιγκολντ?!" Φώναξε πεταχτά προς το μέρος που είχε ακούσει τη γνώριμη φωνή. "Αυτό που βλέπω είναι το Ρόιαλ Σλάιφερ? Είστε στα αλήθεια εσείς?"

"Ναι μικρέ, εμείς είμαστε!" Αποφάνθηκε η σκιά και ξάφνου άπλετο φως έπεσε στο φόντο, αποκαλύπτοντας το πλήρωμα, το σκαρί και το πρόσωπο του καπετάνιου του. "Όπως ακριβ΄ως μας άφησες, εσύ όμως δεν είσαι ο ίδιος! Αν θες να ανέβεις πρέπει να το κερδίσεις!" Στο τέλος της πρότασης ο Μάλβιλ έκανε βήμα μπροστά κατεβάζοντας από ψηλά το σπαθί του στο πρόσωπο του Ούμπρο, εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω και έτεινε αριστερά για να αποφύγει το χτύπημα και ετοιμάστηκε να ανταποδώσει.

Άλλαξε κατακόρυφα τη λαβή του, μπήκε από τα χαμηλά του και με τη λαβή του ξίφους, πριν προλάβει να αντιδράσει ο αντίπαλός του, τον χτύπησε στο σαγόνι. Στιγμές πριν γίνει βορά στα θηρία, τον άρπαξε από το ζωνάρι του και τον επανέφερε  στη σανίδα. Ο Μάλβιλ κούνησε το κεφάλι του σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και επέστρεψε στην αρχική του θέση. "Πολύ καλά, πολύ καλά," φώναξε με ενθουσιασμό ο καπετάνιος, "όμως οι δοκιμασίες δεν τελείωσαν Κόρεν, η σειρά σου!"

Στο άκουσμα του Κόρεν, ο Ούμπρο πάγωσε. Τον είχε δει να πέφτει στην έφοδο στο Πόρτμειρ από υπερασπιστές της Ακαδημίας. Άνθρωπος από τη Μπορόν, δεν είχε σχέση με τη θάλασσα, όμως τρομερός πολεμιστής και εξαιρετικός ακροβάτης, είχε δέσει γρήγορα με το πλήρωμα και ο Ούμπρο του μάθαινε τότε να κολυμπάει και να κρατά την ανάσα του κάτω από το νερό. Πλησίαζε κοντά του με δύο κυρτά στιλέτα, το σήμα κατατεθέν του. Γρήγορα κατάλαβε το μειονέκτημά του, καθώς τα στιλέτα σαν φυσική προέκταση έδιναν στο Κόρεν ισορροπία, ταχύτητα και ευελιξία.

Αποφάσισε να παίξει με απόσταση, πρόταξε τη λεπίδα, κάθισε στο πίσω πόδι και περίμενε να βρει το άνοιγμα, ένα χτύπημα και τέλος. Ο Κόρεν δεν πτοήθηκε, πλησίασε απέφυγε το χτύπημα του Ούμ΄προ και κλείδωσε με τα στιλέτα τη σπάθα, ρίχνοντάς την στη θάλασσα, αφήνοντας άοπλο τον πειρατή. "Μάλλον αυτό ήταν, Κάπτεν, ο Κόρεν με νίκησε."

"Κόρεν πιάστον, δέστον και φέρτον πάνω" ακούστηκε η φωνή του Όρνιγκολντ. Ούμπρο δεν αντιστάθηκε και οδηγήθηκε δέσμιος στο κατάστρωμα. Κάποιος άλλος πειρατής τον κλώτσησε πίσω από τη γάμπα και ο Ούμπρο σωριάστηκε στην ξύλινη επιφάνεια. Παρ' όλη την κατάστασή του, η οσμή της πίσσας και του ξύλου τον γλύκανε καθώς του θύμισε παλιές όμορφες μέρες, και η μπότα του καπετάνιου στην κοιλιά του τον επανέφερε στο σήμερα.

"Λοιπόν σκύλε, με τι θάρρος αποφασίζεις να έρθεις εδώ? Δεν είσαι εσύ αυτός που μάζεψα από τους λάκους των μονομα΄χων. Δεν έχεις καμία σχέση με εκείνον. Ποιος είσαι? Τι κάνεις εδώ?"

Ο Ούμπρο δεν αποκρίθηκε. Πέρασε από τα μάτια του η ζωή του στο καράβι, όμως ήταν ανάμνηση, ο καπετάνιος είχε δίκιο, ήταν ο Ούμπρο της Rasnarry πλέον, ο Όυμπρο του Ρόιαλ Σλάιφερ ήταν απλά ένα κακέκτυπο του παρελθόντος.

Ξαφνικά, το καράβι άδειασε. Οι πειρατές χάθηκαν μέσα σε ένα σύννεφο καπνού και σκόνης και τα δεσμά του εξαφανίστηκαν. Στη θέση του Όρνιγκολντ, αιωρούνταν μίας απόκοσμη μα γνώριμη μορφή. Ένας Ρετιάριος! Όχι ως απολίθωμα, όχι ως σ΄υμβολο, μα ολοζώντανος σαν να ξεπρόβαλε ευθύς από εκείνη την αρχαία εποχή όπου κυριαρχούσαν στις θάλασσες. Μην μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του, είδε το ρετιάριο να τον πλησιάζει και να ψιθυρίζει στα αυτιά του. "Η σωστή ερώτηση δεν είναι ποιος είσαι."

Τα μάτια του πειρατή άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη και η ανάσα του κόπηκε.

"Η σωστή ερώτηση, Ούμπρο Μέρμαν, είναι, τι εκπροσωπείς..."


Σαγιάνε Ασάχι

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ανθρώπων Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Οι ματιές συγχρονίστηκαν και η οπτική πλέον ήταν μία.
"Όταν ανοιξεις τις αισθήσεις σου, θα δεις και θα καταλάβεις, γιατί έτρεχες, γιατί άντεχες, γιατί φοβόσουν, όλα..."

Η σκηνή μπροστά άλλαξε για ακόμα μια φορά. Ο κορμός του δέντρου που ξάπλωνε ήταν μαλακός από τα βρύα που το είχαν καλύψει ολόκληρο. Άνοιξε τα μάτια της. Ο αέρας έπαιζε παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις φυλλώσεις του δέντρου. Οι απαλές αχτίδες του φωτός, όσες κατάφερναν να ξεγλυστρίσουν από την πυκνή φυλλωσιά, ζέσταιναν το πρόσωπο της. Ανασηκώθηκε, για να κοιτάξει μπροστά την απέραντη λίμνη, τη Λίμνη Νεμεσιχουκαζε. Εκεί καθόταν ο θείος της. Δεν περίμενε ποτέ οτι θα έβρισκε τον Κέλεμπ εκεί, δεν ήξερε καν οτι ο Κέλεμπ θα μπορούσε ποτέ να χρειάζεται την θαλπωρή και την προστασία της λίμνης. Ο Κέλεμπ ήταν στα πράσινα, τόσο ζωντανό και συνάμα ήρεμο πράσινο, σαν τα βρύα του δέντρου. Το καστανό του κεφάλι γύρισε αργά και της χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο.

"Σε περίμενα. Έλα, κάθισε μαζί μου." είπε και της έτεινε το χέρι του.
Το ακολούθησε σαν υπνωτισμένη και κάθισε δίπλα του.

"Αναρωτιέσαι γιατί το ξέρω" είπε εκείνος αμέσως, "μα ας τα πάρουμε από την αρχή γιατί θα σου χρειαστούν κάποια πράγματα στο πνευματικό σου ταξίδι. Τί δίνει αξία στις αξίες μας άραγε;" είπε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. "Ποιός καθορίζει ότι αυτό που εσύ θέτεις ως άξιο για να θεωρείτο αξίωση, είναι όντως άξιο; Το ξέρεις ότι στην πραγματικότητα, μια υποκειμενικότητα διατρέχει τα πάντα. Το θέμα λοιπόν πάντα είναι πόσο ισχυρά και με πόση ακεραιότητα το θέτεις εσύ. Το πόσο απόλυτη είσαι για κάτι, το πόσο σίγουρη είσαι για κάτι, το πόσο διεκδικείς κάτι με όλη τη στάση της ζωής σου, το οποίο καταλήγει να διέπει εσένα, είναι το θέσφατο της αντικειμενικότητας. Η ακεραιότητα σου λοιπόν. Είναι η ακεραιότητα σου πιο δυνατή από την δική μου;" τελείωσε ο Κέλεμπ και μειδίασε.

"Δεν ξέρω μέχρι που θα φτάσεις, η σπείρα θα σε καταπιεί ανελέητα και εσύ πρέπει να δείξεις όλο το θάρρος σου, μα πρωτίστως, την ακεραιότητα  σου. " '

Το λευκό φίδι με τα κίτρινα μάτια πήρε σάρκα και οστά και από τον λαιμό της, άρχισε να σέρνεται από το χέρι της, στο χέρι του Κέλεμπ.

Ο Κέλεμπ ήρεμα σήκωσε το χέρι του και έφερε το κεφάλι του φιδιού απέναντι από το δικό του. Με τα ακροδάχτυλα του άλλου του χεριού χάιδεψε απαλά το λευκό κεφαλάκι και το έξυσε για λίγο.  "Είδα τον φίλο σου. Όσα χρόνια κι αν το αρνιόσουν, αυτό είναι. Και για όσο χρόνια το απαρνήθηκες, απαρνιόσουν την ίδια σου την ψυχή. Η σπείρα είναι το ταξίδι σε εσένα. Όσο μηχανικά κι αν το έλεγες πάντα, αυτή τη φορά πρέπει να το νιώσεις. Και ο φίλος σου, είναι ο σημαντικότερος και μοναδικός ίσως καρδιακός σου σύμμαχος. Αποδέξου τον για να σε αποδεχθείς."

Ο Κέλεμπ έφερε το φίδι να ακουμπήσει στην μύτη του, σε ένδειξη σεβασμού και αγάπης. "Μην την λυπηθείς καθόλου. Το λουλούδι της ψυχής όφείλει να ανθήσει στις δυσκολότερες συνθήκες."

Ο Κέλεμπ άφησε κάτω το φίδι και εκείνο άρχισε να κινείται προς την λίμνη. Όταν ακούμπησε το νερό η λίμνη άνοιξε στα δύο, το φίδι συνέχισε να σέρνεται προς τα μέσα. 

"Καλή αρχή, είθε να βρεις τον εαυτό σου και να επιστρέψεις δυνατότερη" είπε ο Κέλεμπ και το κεφάλι του γύρισε προς την λίμνη αμίλητο πλέον.

Εκείνη σηκώθηκε και άρχισε να περπατά μπροστά. Βήμα βήμα,έφτασε το νερό. Ακολούθησε το φίδι για λίγο. Το φίδι σηκώθηκε λίγο στον αέρα και μια πράσινη αχτίνα φωτός δημιούργησε έναν μεγάλο κύκλο. Το φίδι πέταξε μέσα και η ίδια το ακολούθησε. Όταν εξαφανίστηκαν και οι δυο,η λίμνη επέστρεψε στο φυσιολογικό και η εικόνα χάθηκε.
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...