Rasnarry Academy

Το αίμα νερό δεν γίνεται [Αμάρις] 18+

Ούμπρo Μέρμαν


Είχε πια σουρουπώσει. Η μέρα είχε κυλήσει ιδιαίτερα βαρετά και Ούμπρο άραζε μόνος του σε μ΄ια πολυθρόνα στην κοινή αίθουσα του Ανατολικού Πύργου περιμένοντας καρτερικά ένα σημάδι για να σταματήσει να σπαταλά άσκοπα το χρόνο του.

Δίχως σκληρή προπόνηση στο ωράριο της ημέρας και με τους πολεμιστές ιδιαίτερα οκνηρούς, ήλπιζε σε κάποιον αλχημιστή που να βασανίζεται από τις ίδιες σκέψεις. Διπλωμένος καθώς ήταν, έπιασε τον εαυτό του να χαϊδεύει απαλά τις ουλές που προίκισαν το σώμα του οι τελευταίες δύο επικίνδυνες αποστολές στις οποίες συμμετείχε.

Αποφάσισε να ανέβει στο πάνω διάζωμα του Πύργου, στην ταράτσα που έβλεπε από ψηλά την Ακαδημία και να ρεμβάσει λίγη θέα, το αεράκι που ερχόταν από το λιμάνι του Πόρτμειρ και να τσιτωθεί από τη βραδινή ψύχρα.

Ανέβηκε γοργά πηδώντας τα σκαλιά τρία τρία και φτάνοντας σάστισε στη θέα μία νεαρής μαθήτριας η οποία μελετούσε υπό το φως ενός μεγάλου χοντρού κεριού.

Πλησιάζοντας, κατάλαβε πως ήταν η Αμάρις, συμμαθήτριά του στο 5ο έτος, αλχημίστρια νερού. Ενεργώντας σαν σωστός μεγαλύτερος, πλησίασε κοντά χωρίς να τον καταλάβει και με μία φωνή την κατατρόμαξε. "Έι δεν νομίζεις ότι είναι λίγο αργά για διάβασμα; Βαριέμαι οικτρά μόνος απόψε, οπότε θα σου κάνω παρέα." Κάθισε άτσαλα απέναντί της, "για πες, τι διαβάζεις μέσα στα σκοτάδια;"


Αμάρις Άμπενσαθ

Η μέρα πέρασε χωρίς να την καταλάβει. Είχε ξεκινήσει από νωρίς την καθιερωμένη της ρουτίνα. Κολύμπι, εξάσκηση στις πολεμικές τις κινήσεις και έπειτα κατευθύνθηκε προς τον Ανατολικό Πύργο όπου της άρεσε να χάνεται  στα βιβλία και τη μελέτη της.

Συγκεκριμένα, επέλεγε πάντα το τελευταίο διάζωμα του Πύργου καθώς η θέα της θύμιζε το μέρος που ζούσε πριν φτάσει στην Aκαδημία. Η θέα του λιμανιού και η μυρωδιά της θάλασσας την βοηθούσε να ηρεμεί και να συγκεντρώνεται περισσότερο στη μελέτη της.

Χαμένη καθώς ήταν στα βιβλία της, δεν άκουσε ποτέ τα βαριά βήματα που την πλησίαζαν παρά μόνο όταν βρισκόταν ήδη πίσω της.  "Έι δεν νομίζεις ότι είναι λίγο αργά για διάβασμα;" άκουσε να λέει και έκλεισε αστραπιαία το βιβλίο προσπαθώντας να κρύψει τον τίτλο.  Σήκωσε το κεφάλι της προς το παράθυρο και ξαφνιάστηκε που ο ήλιος είχε ήδη δύσει.

"Βαριέμαι οικτρά μόνος απόψε, οπότε θα σου κάνω παρέα." συνέχισε ο εισβολέας. Η Αμάρις τότε παρατήρησε ποιος ήταν, ο Ούμπρο, ένας συμμαθητής της από το Ε' έτος κι αυτός Βαλησίνος όπως κι εκείνη.

Πριν προλάβει να απαντήσει το οτιδήποτε, είχε ήδη καθίσει απέναντι της και προσπαθώντας να κρυφοκοιτάξει τα βιβλία την ρώτησε τι ήταν αυτό που διάβαζε. Χωρίς να το καταλάβει, η Αμάρις έκρυψε το βιβλίο ανάμεσα σε άλλα. "Τίποτα ιδιαίτερο. Χάθηκα μέσα στις πολλές πληροφορίες αλλά τίποτα ουσιώδες που νομίζω να σε ενδιαφέρει. Εσύ, πώς και βρίσκεσαι εδώ;"


Ούμπρo Μέρμαν

Η κίνησή της να κρύψει το βιβλίο του τράβηξε την προσοχή.

"Τίποτα ενδιαφέρον ή μήπως τίποτα που να με αφορά;" Ρώτησε με ένα πλατύ αυτάρεσκο χαμόγελο. "Εγώ που λες, προσπαθώ να σκοτώσω την ώρα μου μέσα σε ένα πολύ βαρετό απόγευμα. Η προπόνηση ήταν χαλαρή, οι πολεμιστές μουντοί και οι καθηγητές ανιαροί."

Την κοίταξε με ένα πονηρό μειδίαμα, "μυστικά και κρυμμένες πληροφορίες, σίγουρα θα μπορούσαν να κάνει τη μέρα, έστω και στα τελειώματά της, κάπως πιο ζωντανή."

Σηκώθηκε και τριγύρισε τις ψηλές επάλξεις του πύργου κοιτώντας με μία έλξη το κενό. "Αν πηδήξει κανείς κάτω, θα προλάβει να καταλάβει τι τον περιμένει μόλις χτυπήσει το έδαφος; Όχι, μην φοβάσαι δεν έχω αυτοκτονικές τάσεις, αλλά όλες αυτές οι δυνάμεις...." Σταμάτησε, την κοίταξε διαπεραστικά και αναφώνησε, "το βρήκα! Λοιπόν! Έλα άσε τα βιβλία σου κάτω και πάμε στο προαύλιο να "παίξουμε" με τις δυνάμεις μας! Αλχημίστρια, θα παίξεις, εντάξει;"

Της έτεινε το χέρι με ένταση. "Μην το σκέφτεσαι καν, πάμε!"


Αμάρις Άμπενσαθ

Προσπάθησε πολύ να κρατήσει ήρεμο και ανέκφραστο το πρόσωπό της στο άκουσμα όσων της είπε ο Ούμπρο. "Μυστικά και κρυμμένες πληροφορίες", οι λέξεις αυτές ηχούσαν συνεχώς στο κεφάλι της.

Πριν προλάβει να του απαντήσει κάτι, ο Ούμπρο σηκώθηκε και πλησίασε τρομακτικά κοντά στην άκρη των επάλξεων.  Αφήνοντας τα βιβλία στην άκρη, σηκώθηκε ώστε να είναι σε ετοιμότητα ακούγοντας τον να αναρωτιέται για το τι συμβαίνει αν πηδήξει κανείς και βρέθηκε ακριβώς πίσω του, όταν ξαφνικά γύρισε και την κοίταξε διαπεραστικά στα μάτια.

Χαμογέλασε ελαφρά στην πρόταση του Ούμπρο να πάνε να "παίξουν" και σκέφτηκε πως λίγη δράση θα την βοηθούσε να καθαρίσει το κεφάλι της και να ξεφύγει από τα βιβλία. "Πάμε!" είπε δίνοντας το χέρι της στον Ούμπρο και τον τράβηξε προς τις σκάλες του Πύργου.


Ούμπρo Μέρμαν

Κατ΄εβηκε γρήγορα τις σκάλες και έφτασε στην αυλή του Πύργου. Κοίταξε τριγύρω και δεν είδε κίνηση. Αφουγκράστηκε τον περίγυρο, κανείς. Καθώς άκουσε την Αμάρις να κατεβαίνει έτρεξε γρήγορα μακριά από την αυλή. Κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους.

Αυτοσυγκεντρώθηκε και ενεργοποίησε τις σκιές του Αλ Ρασίντ. Τέντωσε τον κορμό του, έκλεισε τα μάτια και ξεκίνησε να αναπνέει βαθιά. Οι μύες τους σφίχτηκαν και με μία μεγάλη εκπνοή δημιούργησε τις δύο σκιές του που ξεπήδησαν από τη ράχη του. Πήρε μία στιγμή να φέρει στα ίσα τους την ανάσα και τους χτύπους της καρδιάς του. Αφού έγνεψε στις σκιές του και εκείνες του έγνεψαν πίσω, ξεπήδησαν και οι τρεις Ούμπρο ξανά πίσω στην αυλή τη στιγμή που η νεαρή αλχημίστρια έβγαινε από τον πύργο.

Στο σάστισμά της, απάντησε με ένα εριστικό, το κλασικό εριστικό του, γέλάκι. "Λοιπόν νεκρομάντισσα, μπορείς να καταλάβεις ποιος από τους τρεις μας είναι ο αληθινός;"