Rasnarry Academy

Το Προσκύνημα της Καταιγίδας: Μέρος 3ο [Ιντούν]

Σίνγκεν Σινόντα

Άνοιξη 1306



Δεν είχε περάσει ούτε μήνας από τότε που η Ιντούν και ο Σίνγκεν επέστρεψαν στην Ακαδημία μετά από την περιπέτειά τους στο σύμπλεγμα νησιών Γαγκ’Τι, έχοντας ολοκληρώσει το πρώτο κομμάτι του θρυλικού Προσκυνήματος της Καταιγίδας, και έχοντας λάβει την ευλογία του Σύννεφου. Οι δύο Αλχημιστές δεν κάθισαν πολύ όμως, γιατί ήξεραν ότι ο χρόνος είχε μεγάλη σημασία. Δούλεψαν μαζί πρωί και βράδυ, χωρίς να διδάσκουν εκείνες τις μέρες, και μετά από μια έξυπνη προσέγγιση της Ιντούν, κατέληξαν στην πιο πιθανή τοποθεσία της επόμενης στάσης τους, του Ναού του Ανέμου.

Οι βοηθοί καθηγητές προετοιμάστηκαν σωστά, πήραν προμήθειες, διάβασαν για τον προορισμό τους, και επιβιβάστηκαν στο ζέπελιν για να πετάξουν γρήγορα ως τη Σοβέη, όπου και κατέβηκαν. Ο Σίνγκεν αισθάνθηκε κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα της περιοχής, και σκέφτηκε ότι θα ήθελε να επισκεφτεί για περισσότερες μέρες την αρχαία πόλη, αλλά για τώρα έπρεπε να βιαστούν.

Ο Σίνγκεν δεν είχε ξαναταξιδέψει σε έρημο, αλλά είχε ακούσει ιστορίες για τέτοια ταξίδια. Όλα μιλούσαν για τη ζέστη το πρωί, τον ήλιο, καθώς και το κρύο το βράδυ, αλλά ο Σίνγκεν σύντομα κατάλαβε ότι τα λόγια δεν αρκούσαν για να περιγράψουν επαρκώς αυτή την εμπειρία. Ευτυχώς, το ταξίδι τους στην έρημο δεν θα διαρκούσε πολύ. Ήδη ήταν στο απόγευμα της δεύτερης μέρας ταξιδιού προς τα δυτικά, προς τα λεγόμενα «Ουδέτερα Εδάφη», και τη μακρινή Όαση Αλ Φακέχς. Το φαγητό και το νερό τους ήταν σε καλά επίπεδα, και οι νύχτες δεν ήταν πολύ κρύες, όχι με τη φωτιά της Ιντούν και τις ιστορίες και τα χωρατά του Σίνγκεν, αλλά και την αγκαλιά του.

«Αιολίδα, πώς σου φαίνονται τα μαλλιά μου τώρα που έχουν μακρύνει?» ρώτησε ο Σίνγκεν καθώς περπατούσαν, χαμογελώντας παιχνιδιάρικα. «Προφανώς δεν είχα την ευκαιρία να κουρευτώ όταν αντιμετωπίζαμε θαλάσσια τέρατα, εορτάζοντες ορμονοτρελαμένους ψαρανθρώπους και θυμωμένα σύννεφα, ούτε όταν ξυπνούσαμε και κοιμόμασταν με τα μούτρα στα βιβλία στην Ακαδημία.» είπε πειρακτικά, αν και δεν ήταν ο ίδιος που είχε πολεμήσει το «θαλάσσιο τέρας». «Αλλά το σκεφτόμουν και για μια αλλαγή στυλ. Δίνει…άλλο αέρα, έτσι?» ρώτησε, χωρίς να ντραπεί να κάνει το φριχτό λογοπαίγνιο, αλλά από πάνω κάλεσε και τον αέρα για να προκαλέσει ένα μικρό ρευματάκι και να τα κάνει να ανεμίσουν.

Δυστυχώς όμως, η χαρά του κόπηκε απότομα όταν, μετά την απάντηση της Ιντούν, το έδαφος άρχισε να δονείται. Αντανακλαστικά, ο Σίνγκεν υψώθηκε λίγα εκατοστά στον αέρα, χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις του. «Χμμμ?» είπε με τα μάτια του να κοιτάζουν τριγύρω. Σεισμός?

Όχι! Με ένα φοβερό, υπόκωφο θόρυβο το έδαφος «εσκασε», και ένα τεράστιο….πλάσμα ξεπρόβαλλε, κάνοντας φοβερή φασαρία με το σκάψιμό του. Ήταν τεράστιο, ψηλότερο και μακρύτερο από άλογο και πολύ πιο γεροδεμένο, καλυμμένο με πλάκες εξωσκελετού, και με  τρεις σουβλερές προεξοχές στο κεφάλι του. Ήταν σαν μίξη σκαθαριού και κάποιου είδους ταύρου, αλλά πιο τρομακτικό και από τα δύο, και ξεφύσηξε δυνατά καθώς γύρισε να κοιτάξει τους δύο ανθρώπους.


«Ααα….εντάξει, ψυχραιμία, το χουμε…» είπε ο Σίνγκεν και προσγειώθηκε προστατευτικά μπροστά από την Ιντούν. «Θα το τρομάξω. Κλείσε τα μάτια Αιολίδα.» είπε ήρεμα και σοβαρά, και έφερε τα χέρια του μπροστά στο στήθος του, με τις παλάμες να κοιτάνε η μία την άλλη σε μικρή απόσταση. Εξέπνευσε, και δημιούργησε μια ξαφνική, έντονη λάμψη και ένα υπόκωφο θόρυβο σαν μπουμπουνητό, τόσο δυνατό που έκανε τα κόκκαλά του να τρίξουν.

Το πλάσμα δεν πτοήθηκε όμως. Αν μη τι άλλο, εξαγριώθηκε, και ρουθούνισε απειλητικά, ξεφυσώντας άμμο. Με ένα δικό του ουρλιαχτό, περίεργο σαν πέτρες που χτυπάνε μεταξύ τους, εκτόξευσε με πίεση ένα πίδακα άμμου από το στόμα του προς τους δύο αντιπάλους του.

«Επ!!» φώναξε ο Σίνγκεν και με μια κυκλική κίνηση των χεριών του έκανε τον άνεμο να σηκωθεί γύρω του και να κινηθεί κυκλικά, προστατεύοντάς τους οριακά από την επίθεση…λίγη άμμος πέρασε και τον χτύπησε στο πρόσωπο και το σώμα, αλλά μόνο τόσο ώστε να τσούξει.

«Εντάξει λοιπόν….λυπάμαι γι’ αυτό…» είπε και σήκωσε το αριστερό του χέρι. Πήρε βαθιά ανάσα, και ηλεκτρισμός άρχισε να ρέει από το στήθος του προς τον ώμο, κατά μήκος του βραχίονα, στην ανοιχτή του παλάμη….

ΜΠΟΥΜ!!!

Ηλεκτρισμός που έμοιαζε με πραγματικό κεραυνό διακλαδώθηκε στον αέρα, οργισμένο μπλε και λευκό, και χτύπησε το περίεργο, δυνατό πλάσμα καταμέτωπο. Σίγουρα θα το έψηνε. Παρακλάδια του ηλεκτρισμού χτύπησαν την άμμο στο έδαφος και την έλιωσαν, σαν μικρά, λεπτά μαύρα στίγματα. Αντί να πέσει ψητό όμως, το πλάσμα αυτό στεκόταν ακόμα, και το χρώμα του άλλαξε από ανοιχτό πορτοκαλί σε πιο σκούρο, μπροστά στα μάτια των δύο αλχημιστών.

«Εμμμ…λυπάμαι…?» είπε ο Σίνγκεν, τώρα σχεδόν με απολογητικό και νευρικό τόνο, καθώς το τρομερό πλάσμα, ορμητικό, ασταμάτητο, άρχισε να τρέχει κατά πάνω τους με απατηλή ταχύτητα και τα σουβλερά κέρατά του έτοιμα να τους διαπεράσουν!
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 24, 2021, 07:48:49 μμ by Σίνγκεν Σινόντα »


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Δύο μήνες πριν, η Ιντούν θα αποκαλούσε τον εαυτό της τυχερή για όποια ανακάλυψη, όποια παρέμβαση ή σχολιασμό. Ένα ταξίδι στα απώτατα όρια των Βαλησίνων, σε συνδυασμό με αρκετό σωματικό και ψυχικό ξύλο από την Ιλίντιεν Άτρας, το οποίο απροκάλυπτα βάφτιζε “προπόνηση”, ωρίμασε μέσα της το σπόρο της αυτοεκτίμησης. Ακόμη κι αν ο σπόρος είχε μεγαλώσει κάτι λιγότερο από βλαστό, η Ιντούν έπαψε να αποδίδει τις εκτιμήσεις της στην τύχη, αλλά στην ορθή κρίση της και τη συνδυαστική σκέψη. Από καιρό είχε κρατήσει στη μνήμη της το περιεχόμενο όλων των γραμμάτων του Μενάνδρου, έτσι, την κατάλληλη στιγμή, η μνήμη της Ιντούν παρουσίασε την πληροφορία για τους περίεργους ανέμους και τις καιρικές συνθήκες σε ασημένιο δισκάκι, για να την προσφέρει στο Σίνγκεν. Δεν άργησαν να ξεκινήσουν γιατί δεν άργησαν να οργανωθούν. Η Ιντούν φρόντισε για τις αποσκευές τους σε χρόνο ρεκόρ και με τη βοήθεια της Άρυα και της Χελένα ήταν ετοιμοπόλεμη σαν Λαγός!

Δύο μέρες δυτικά της Σοβέης και ο νους της πλανιόταν ακόμη στα χαλάσματα της μεγαλοπρεπούς πόλης. Πρέπει να ήταν οι νεκροί. Οι νεκροί και οι μνήμες και οι λυγμοί των αναρίθμητων Σοβερίνων που έπεσαν από τις λεπίδες των Ξωτικών. Θνητός νους αδυνατούσε να φανταστεί πόσο ζωντανό είναι το άγγιγμα του πόνου στον άνεμο που ουρλιάζει αν δεν επισκέπτονταν τη Σοβέη… και δεν είχαν μπει καν μέσα…

Ο Σίνγκεν την επανέφερε στην πραγματικότητα με τη χρωματιστή φωνή του. Η Ιντούν γέλασε κρυφά έτσι που τον έβλεπε να έχει το ρόλο του προστάτη. Αφού το απολάμβανε να νιώθει ότι την προστατεύει, έτσι και η Ιντούν αφήνονταν στη δική του ηλεκτρική ζεστασιά που δεν την πλήγωνε, αλλά σημαντικότερα, δεν τη φόβιζε όπως παλιά.

“Μου αρέσουν πολύ τα μαλλιά σου έτσι.” απάντησε και γέλασε χαρούμενη με τα σκέρτσα του και τον ήχο του ονόματός της που ακούγονταν πολύ καλύτερο από όσο μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

Κοίταξε μακριά, στον ατέλειωτο ορίζοντα. Ήταν συνηθισμένη στους ορίζοντες, στην πεδιάδα, στη θάλασσα και μαζί με το Σίνγκεν διέσχιζαν μία αλλιώτικη θάλασσα, πυρωμένη και παγωμένη ταυτόχρονα, πραγματικό θαύμα. Σήκωσε το χέρι για να του στείλει κι εκείνη ένα παιχνιδιάρικο αεράκι, αλλά η κίνησή της έμεινε στη μέση. Η γη κουνήθηκε κάτω από τα πόδια της σαν απόκοσμο γουργουρητό που πέρασε και εξαφανίστηκε. Μεγάλη εμπειρία από σεισμούς δεν είχε, η Νεδάρ δε χαρακτηρίζονταν και σεισμογενής, παρόλα αυτά, μια γκριμάτσα απορίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Σήκωσε τα μάτια γεμάτα ζαβολιά κι άνοιξε τα χείλη για να ρίξει ένα άξια κερδισμένο σχόλιο στο Σίνγκεν.

Μπροστά, η γη γουργούρησε και πάλι. Αυτή τη φορά όμως ράγισε, όπως ραγίζουν τα γυάλινα πατώματα μετά από μια οικογενειακή τραγωδία. Τα ραγίσματα διευρύνθηκαν και έγιναν σπασίματα, τα σπασίματα κενά. Η γη χωρίστηκε σε μικρά κομμάτια και η Ιντούν έκανε ένα βήμα πίσω, άφωνη μπροστά στο χάσμα που κατάπινε το κοκκινισμένο χώμα. Οι εκπλήξεις δε σταμάτησαν στο ράγισμα της κόκκινης γης. Μέσα από το χωμάτινο βόρβορο αναδύθηκε ζωή που τα μάτια της συναντούσαν πρώτη φορά. Ένα πλάσμα πελώριο, με τέσσερα πόδια, με τρία κέρατα, με ενισχυμένη πλάτη και αρθρώσεις προστατευμένες και ουρά πριονωτή, ένα γέννημα της ερήμου, ένα…

“... κελυφωτό θηλαστικό;” αναρωτήθηκε φωναχτά. Την επόμενη στιγμή, εκτυφλωτικό φως την ανάγκασε να πάρει το βλέμμα της από το πλάσμα, καθώς ο κεραυνός του Σίνγκεν το χτυπούσε, όπως οι εκλάμψεις του χτύπησαν και την όραση της Ιντούν που ξεχάστηκε και δεν απομάκρυνε το βλέμμα της εγκαίρως.

“Ωχ, πρέπει να το συνηθίσω αυτό…” είπε στον εαυτό της και βλεφάρισε. Προσπαθούσε να επαναφέρει την όρασή της και να απομακρύνει σκόρπια σωματίδια σκόνης που βρήκαν καταφύγιο στα μάτια της. Ταυτόχρονα, άκουγε από το Σίνγκεν ότι απέτυχε και με τη μισή της όραση πίσω του απάντησε. “Ναι… Επειδή δε βλέπω δέντρα εδώ γύρω και αυτό εκεί είναι μεγαλόσωμο, ίσως οι πλάκες στην πλάτη του να… Ω ΜΑΝΟΥΛΙΝΑ!”

Η Ιντούν κατάλαβε ότι το τέρας έρχονταν κατά πάνω τους από τις ρυθμικές αναταράξεις του εδάφους. Με κάθε του βήμα, το πλάσμα απειλούσε να τους ρίξει από την ισορροπία τους και δεν έμοιαζε να νοιάζεται καθόλου.

“ΒΡΥΧΗΘΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ!!!”  Φώναξε με όλη της τη δύναμη, η οποία σίγουρα ισοδυναμούσε με όλη τη δύναμη που έβαλε για να στείλει τον άνεμο ενάντια στο τέρας, ενώ η Ιντούν, με τη βοήθεια του στοιχείου της αναπήδησε αρκετές φορές με φορά προς τα πίσω και αριστερά. Ο άνεμος ούρλιαξε για χάρη της και όρμηξε ενάντια στο πλάσμα που επιτάχυνε, σε μία σύγκρουση που θα απογείωνε άτομα οποιασδήποτε φυλής μέτρα μακριά.

Το πλάσμα απλά επιβράδυνε.

“ΤΙ;;;;” φώναξε η Ιντούν, αλλά καλύφθηκε από το βρυχηθμό του τέρατος -σίγουρα εκκωφαντικότερος από το Βρυχηθμό του Ανέμου-  που επαναπροσδιόριζε την πορεία του.

“Έλα Αιολίδα, δεν είναι ώρα για ρεμβασμούς,” είπε στον εαυτό της και ύψωσε το κεφάλι ψηλά. Η Ιντούν σηκώθηκε λίγα μέτρα από το έδαφος και στόχευσε το πλάσμα κατά μέτωπο.

“ΜΕΛΑΝΑΣ ΗΛΙΟΣ!” η τεράστια μπάλα φωτιάς που σχηματίστηκε στην προτεταμένη της παλάμη εκτοξεύτηκε με ορμή και χαρά που εξαπολύονταν σε καυτή ατμόσφαιρα.

“ΛΕΠΙΔΕΣ ΑΝΕΜΟΥ!” Η Ιντούν ακολούθησε την πρώτη της επίθεση με γρήγορες κινήσεις χεριών ασύγκριτα γρήγορες μετά το προπονητικό της βασανιστήριο. Οι λεπίδες ακολούθησαν τη σφαίρα φωτιάς που μόλις προσέκρουσε στο μαινόμενο πλάσμα.

Το τέρας άφησε μια κραυγή σαν κόκκοι άμμου που τρίβονταν μεταξύ τους με άπιαστη ταχύτητα. Η συνδυασμένη επίθεση της Ιντούν κατάφερε να αναχαιτίσει το πλάσμα και να του κόψει την ορατότητα. Να μια πρόοδος. Όταν η φωτιά υποχώρησε, η Ιντούν έμεινε να κοιτάζει στη μεριά του πλάσματος μαρμαρωμένη. Το τέρας τίναξε το κεφάλι του για να διώξει και τις τελευταίες τουλούπες καπνού. Όχι μόνο δεν του είχε κάνει τίποτα η φωτιά, αλλά οι πλάκες του κελύφους του φαίνονταν παχύτερες και είχαν μία απειλητικά λευκωπή χροιά. Το τέρας επικεντρώθηκε πάνω στους Αλχημιστές. Ξεφύσηξε προκλητικά και με το μπροστινό του πόδι έσκαψε το έδαφος. Δε χρειάστηκε. Η Ιντούν και τα υπεργουρλωμένα μάτια της έλαβαν αμέσως το μήνυμα.

“ΣΙΝΓΚΕΝ ΤΡΕΞΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!” ούρλιαξε την ώρα που έκανε τα πρώτα τρεχάτα βήματα της υποχώρησης. Η Ιντούν αμόλησε την πλεύση του Αιόλου όπως όπως και με ένα σάλτο βρέθηκε να καβαλάει το ρεύμα που θα τους πήγαινε ακόμη δυτικότερα στην ενδοχώρα. Με το χέρι απλωμένο έγειρε προς το Σίνγκεν για να αρπάξει το μπράτσο της, αν ήθελαν να έχουν μία πιθανότητα να σωθούν από το δαιμονισμένο, καθόλου λαχανεμπορικό, τρικέρατο χοντροκελυφοειδές.   

   


Σίνγκεν Σινόντα

O Σίνγκεν μισόκλεισε τα μάτια του βλέποντας τις μανιασμένες, θανάσιμες επιθέσεις της Ιντούν, που σε άλλη περίπτωση θα είχαν ισοπεδώσει κάποιο ΄άλλο πλάσμα. Και όμως, ενώ γύρω του η άμμος είχε λιώσει σε γυαλί, το πλάσμα παρέμενε στη θέση του, ζωντανό, αρτιμελές και ακόμα πιο θυμωμένο. Δεν χρειάστηκε το κάλεσμα της Ιντούν. Ο Σίνγκεν εκτινάχθηκε με ένα αιθέριο σάλτο προς το μέρος της, έπιασε το χέρι της και μπήκε και ο ίδιος στην Πλεύση του Αιόλου. Έχοντας εμπειρία στο να καβαλάει ρεύματα ανέμου, μπόρεσε να την ακολουθήσει και ας μην έλεγχε ο ίδιος το ρεύμα αυτό. Κανονικά ήταν κάτι πολύ δύσκολο, καθώς η κίνηση αυτή επηρεαζόταν από τις μικρότερες αλλαγές και ο Αλχημιστής που το έλεγχε μπορούσε να τις προβλέψει ενώ κάποιος άλλος όχι, και το ότι ο Σίνγκεν το έκανε δεν μπορούσε παρά να δείξει το πόσο είχε συγχρονιστεί και συντονιστεί με την Ιντούν και είχε καταλάβει πώς επέλεγε να χρησιμοποιεί τον άνεμό της.

Με ένα φοβερό βρυχηθμό το πλάσμα άρχισε να τους καταδιώκει, και παρά τον τεράστιο όγκο του, ήταν τόσο γρήγορο όσο οι ίδιοι! "Πώς??!" δεν μπόρεσε παρά να φωνάξει ο Σίνγκεν με έκπληξη, με τα μάτια του να ανοίγουν διάπλατα. Κοίταξε τα πόδια του πλάσματος....ναι, κάτι περίεργο γινόταν εκεί, η άμμος το βοηθούσε κάπως, το ωθούσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν κάποια εφαρμογή των νόμων της φύσης ή αν ήταν κάποιου είδους Αλχημεία ακόμα! Τι περίεργο!

"Εγώ θα παίξω άμυνα, εσύ κοίτα μπροστά!" είπε ο Σίνγκεν, βλέποντας το στόμα του πλάσματος να ανοίγει πάλι. Πώς μπορούσε κάποιο άλλο πλάσμα να το ανταγωνιστεί αυτό το οξύθυμο, επίμονο, γρήγορο και δυνατό τέρας! Ήταν εντελώς διαφορετικού επιπέδου! Με ένα βρυχηθμό σαν πέτρες που θρυμματίζονται, άλλος ένας πίδακας άμμου υψηλής πίεσης εξαπολύθηκε εναντίον του ιπτάμενου ζευγαριού. Ο Σίνγκεν περιστράφηκε στον αέρα για να το κοιτάξει, φροντίζοντας η στάση του σώματός του να είναι πάντα τέτοια που η Πλεύση του Αιόλου να τον κινεί σε παρόμοια κατεύθυνση και ταχύτητα με την Ιντούν. Υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αν ο πίδακας έμπαινε μέσα στην Πλεύση του Αιόλου να έπαιρνε δύναμη και ταχύτητα και να τους χτυπούσε ακόμα δυνατότερα, οπότε ο Σίνγκεν έπρεπε να το εμποδίσει αυτό!

"Χιιιιαααααα!" φώναξε εκπνέοντας και τινάχτηκε έξω από τη ροή της Πλεύσης για μια στιγμή, ώστε να μην έχει αντίθετο άνεμο στις κινήσεις του. "Χαπ! Χαπ! Χαπ! Χαπ!" εξέπνευσε με ταχύτητα και τα χέρια του κινήθηκαν σε γρήγορα, ίσια χτυπήματα, δημιουργώντας ριπές ανέμου, οι οποίες χτύπησαν τον πίδακα από ψηλά και από γωνία, χρησιμοποιώντας το βάρος του πίδακα ώστε να βοηθηθούν στο να εκτρέψουν την ορμητική άμμο προς το έδαφος αντί να συγκρουστούν μετωπικά και να προσπαθήσουν να τη σταματήσουν τελείως, κάτι που ο Σίνγκεν δεν ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να κάνει.

Ο Αλχημιστής κατάφερε οριακά να σταματήσει την άμμο πριν μπει στην Πλεύση του Αιόλου και μετά με μια δική του ριπή βούτηξε προς τα κάτω σαν γεράκι και μπήκε ξανά στην Πλεύση πίσω από την Ιντούν, το πρόσωπό του ιδρωμένο από την προσπάθεια. "Σκληρό καρύδι!" φώναξε, προσπαθώντας ο τόνος του να είναι εύθυμος, αλλά είχαν θέμα και το ήξεραν.


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
“Πώς νικιέται; Πώς νικιέται;” το μυαλό της Ιντούν έτρεχε ταχύτερα από τον άνεμο στην προσπάθεια να σωθούν. Καβάλα στον άνεμο ήταν προσωρινά ασφαλείς με το αμελητέο τους προβάδισμα, αλλά το τέρας με αυτό τον καταραμένο συνδυασμό ταχύτητας και ορμής τους δήλωνε πως η διαφυγή δεν αποτελούσε αποδεκτή έκβαση.

“Να δούμε τα αντανακλαστικά σου”, σκέφτηκε και ξεκίνησε τις μανούβρες πάνω στα ρεύματα αέρα.

Ένα κόλπο που η Ιντούν κατάφερε να εκμαιεύσει από τους πειραματισμούς της ήταν η ελαφριά κάμψη των ρευμάτων, η μετακίνησή τους δεξιά ή αριστερά για μερικές μοίρες. Αυτήν την κάμψη, αν και ήταν εφικτή στους προχωρημένους χρήστες, οι περισσότεροι την παρέβλεπαν ακριβώς επειδή ήταν αμελητέα. Όμως η Ιντούν εμπνεύστηκε μέσα σε μια σειρά μαθημάτων από την ειδική στον Αιθέρα και τις μετατροπές του, τη Γκρέλντα Γκροντ. Η Ιντούν ήταν μόλις στο τρίτο έτος όταν διδάσκονταν για τα στρώματα και τα ρεύματα αιθέρα ένα δίωρο που θα μπορούσε να είναι το βαρετότερο της ζωής τους. Η Καθηγήτρια Γκροντ εκσφενδόνιζε εφαπτόμενες, ημίτονα και συνημίτονα για κολατσιό. Μπροστά στα μπερδεμένα μάτια τους τα ύψωνε στο τετράγωνο, τα λογαρίθμιζε, πρόσθετε και αφαιρούσε ριζικά μέχρι να τους φέρει σε πλήρη απόγνωση. Δε χρειάστηκε πολύ. Κάποιος από τους πλουσιότερους συμμαθητές της πήρε το λόγο απρόσκλητος και έκανε την επίμαχη ερώτηση που όλοι σκέφτονταν και κανείς δεν τολμούσε να εκφράσει. “Πού θα μας χρησιμεύσουν αυτά;” και όλοι οι μαθητές ασπάστηκαν τους διπλανούς τους για τελευταία φορά στην προοπτική να θυμώσει η Καθηγήτρια. Όμως, η σατανική Γκροντ χαμογέλασε με μάτια πανούργα, ευχαρίστησε το μαθητή για την ερώτηση και τους έβγαλε στο προαύλιο. Εκεί, η Ιντούν βίωσε για πρώτη φορά στη ζωή της τι σήμαινε διαδραστικό μάθημα. Η Γκρέλντα δίδασκε, τους έδινε οδηγίες πώς να εφαρμόσουν την εκάστοτε θεωρία και τους άφηνε να εξασκηθούν. Έτσι, η Αιολίδα κατάλαβε χωρίς να προσπαθήσει πως η εφαπτομένη της γωνίας, δηλαδή η μετακίνηση ενός ρεύματος αιθέρα κατά μία μοίρα δεξιά ή αριστερά, μπορούσε να σε βγάλει σε άλλη πόλη.

Επτά χρόνια μετά, η Ιντούν έκαμπτε τον Αιθέρα πέντε μοίρες αριστερά. Ο Άνεμος υπάκουε και μετέφερε τα σώματα των Αληχμιστών στην κατεύθυνση που η Αιολίδα επιθυμούσε, ενώ η αμμοστήλη, ανήμπορη στην ευθεία πορεία της τους προσπερνούσε από τα πλάγια. Οι μανούβρες συνεχίζονταν και οι δύο Αλχημιστές πετούσαν από τη μία μεριά στην άλλη, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν παρατρίχα τις επιθέσεις του τέρατος που μέχρι εκείνη τη στιγμή εκσφενδονίζονταν χωρίς σχέδιο. Όμως, όλοι μαθαίνουν αργά ή γρήγορα, μαζί με αυτούς και το τέρας. Αντί να εκτινάξει την επόμενη επίθεση στο χρόνο που η Ιντούν είχε υπολογίσει, περίμενε μέχρι οι δυο τους να επιστρέψουν στο πεδίο βολής του και τότε εξαπόλυσε την επόμενη παντοδύναμη αμμοστήλη του. Η Ιντούν ετοιμάστηκε να ανεβάσει το Φράγμα του Ανέμου, αλλά ο Σίνγκεν την πρόλαβε. Έβαλε τα δυνατά της για περισσότερη ταχύτητα. Άπλωσε το μπράτσο και πρόλαβε το Σίνγκεν την ώρα που επέστρεφε στο ρεύμα τους. Μαζί, επιτάχυναν με όχημα τον αέρα που πίσω τους διαστρεβλώνονταν όπως διακόπτονταν από τα χτυπήματα του τέρατος και σκορπίζονταν με πάταγο από τη σύγκρουση με τις αμμοστήλες.

Σκόνες έμπαιναν στα μάτια της Ιντούν, αλλά εμπιστεύονταν το στοιχείο της και παρά τη μειωμένη ορατότητα, άφηνε τον άνεμο να τους οδηγήσει. Δεν άργησαν να φανούν τα περιγράμματα των πρώτων φυσικών δομών στον ορίζοντα, οι πρώτες που συναντούσαν εδώ και μέρες, αλλά δε μπορούσε να ξεχωρίσει αν οι ψηλές σκιές ήταν κτίρια ή βράχοι. Σίγουρα δεν επιθυμούσε να οδηγήσει το μανιακό κουτί από χιτίνη σε μία κατοικημένη περιοχή.

“Εδώ!” η φωνή ενός άνδρα ακούγονταν από απόσταση. Δε μπορούσε να τον δει, αλλά η Ιντούν έστρεψε το ρεύμα της προς την κατεύθυνση της φωνής, ενώ αναρωτήθηκε πως ήταν σίγουρος ότι μπορούσαν να τον ακούσουν από τόσο μεγάλη απόσταση.

“Εδώ!” ακούστηκε και πάλι η φωνή του αόρατου άνδρα, σαν να παρότρυνε την Ιντούν να πάει προς το μέρος του. Η Ιντούν προσπάθησε να το σκεφτεί, αλλά αποφάσισε πως δεν είχαν χρόνο και με μια στροφή, εκείνη και ο Σίνγκεν βρέθηκαν να καβαλούν τον άνεμο βορειοδυτικά.

Σκιερά περιγράμματα έδωσαν τη θέση τους σε τεράστιους βράχους που αναδύθηκαν σαν από θεατρικούς μανδύες και η Ιντούν είδε μπροστά της ένα στενό πέρασμα, το τέλος της αμμώδους ερήμου. Παρά τους βράχους, οι βρυχηθμοί του τέρατος φανέρωναν πως το πλάσμα διατηρούσε ακόμη το μίσος του για τους δύο Αλχημιστές που το ενόχλησαν και δε σκόπευε να σταματήσει ακόμη κι αν έσκαζε στους βράχους μπροστά.

“Περάστε από εδώ!” φώναξε και πάλι η φωνή του άνδρα, καθόλου παραξενεμένη που δύο άτομα πετούσαν στη μέση του πουθενά και ένα πανύψηλο πλάσμα αρματωμένο μέχρι τα δόντια τους κυνηγούσε. Αυτή τη φορά η Ιντούν τον εντόπισε. Σε κοντινή απόσταση στέκονταν μία φιγούρα τυλιγμένη σε φαρδιά, πορτοκαλί υφάσματα που έδεναν απόλυτα με το τοπίο. Να γιατί δε μπόρεσε να τον εντοπίσει νωρίτερα. Ο άνδρας φαίνονταν άοπλος, εκτός από ένα κοφτερό μαχαίρι που κρατούσε και με εκείνο τους έδειχνε την κατεύθυνση προς την ασφάλεια. Εκατέρωθεν του άνδρα ήταν εγκατεστημένα παράξενα σακιά που τα κρατούσαν δεμένα σκοινιά χοντρά και λυγισμένα.

Ότι κι αν ήταν, μόλις το ζευγάρι έφτασε λίγα μέτρα μπροστά από το πρώτο σακί, ο άνδρας κατέβασε το μαχαίρι του στο σχοινί που το συγκρατούσε στο έδαφος και τότε το σακί εκσφενδονίστηκε σαν καταπέλτης πάνω στο τέρας. Το πλάσμα βρυχήθηκε και πάλι ενοχλημένο. Στα αυτιά της Αιολίδας έφτασε ο ήχος του σακιού που σκίζεται και μια ανακατεμένη κακοφωνία νερού και κλάματος από άμμο. Πριν προλάβει να γυρίσει το κεφάλι, άλλο ένα σακί είχε απελευθερωθεί, με στόχο το πλάσμα που έπαψε να κινείται. Η Αιολίδα γύρισε για να δει τον άνδρα να κόβει και το τρίτο σκοινί. Το σακί σκίστηκε μόλις άγγιξε τα κέρατα του τέρατος και η Ιντούν, με τα χέρια στα αυτιά, είδε το νερό που περιείχε το σακί να χύνεται σαν στιγμιαίος καταρράκτης στο τέρας. Ο γίγαντας πισοπάτησε με πονεμένα γρυλίσματα βγαλμένα από το μανδύα του Ήθεριντ. Στο παραπάτημά του φάνηκαν να χαλαρώνουν οι συσσωρευμένες στρώσεις χιτίνης. Όταν το νερό από το τέταρτο και τελευταίο σακί ήρθε σε επαφή με το προστατευτικό κέλυφος, εκείνο έπεσε μονομιάς και προς μεγάλη τους έκπληξη, το εσωτερικό του πλάσματος έμεινε ευάλωτο στον αέρα.

“Φωτιά! Φωτιά λαχανέμπορα! Ρίξε του γρήγορα!” φώναξε ο άνδρας στην Ιντούν δείχνοντας το σχεδόν ηττημένο πλάσμα.

“Πώς είναι δυνατόν να ξέρει;” κραύγαζε το μυαλό της, αλλά από ένστικτο επιβλήθηκε νοητική σιγή τη στιγμή που η Ιντούν σήκωσε το χέρι.

“Μέλανας Ήλιος!” Την παλάμη της εγκατέλειψε μια μπάλα φωτιάς δύο φορές σαν κι εκείνη. Αυτή τη φορά η επίθεση άφησε πίσω της στάχτες και ένα βουνό δύσοσμων οστών.       

Η Ιντούν έστρεψε τα μάτια στον πορτοκαλί τουρμπανοφόρο, πιθανώς τον πραγματικό κίνδυνο μεταξύ τους και του τέρατος. Εχθροί υπήρχαν παντού, όπως και κατάσκοποι. Ποιος ξέρει αν το Επτάκτινο Αστέρι είχε απλώσει τα δίχτυα του ως την άκρη του κόσμου. Ο άγνωστος δεν είχε μαντέψει, ίσα ίσα, φαίνονταν να γνωρίζει τις δυνάμεις της, γεγονός που την έθεσε σε επιφυλακή. Ο άνδρας την κοίταζε με στάση χαλαρή πίσω από το τουρμπάνι του και σαν να μάντεψε τις σκέψεις της, άφησε το μαχαίρι να πέσει κάτω. Η Ιντούν πήγε να μιλήσει, αλλά την ίδια στιγμή ο άγνωστος ύψωσε το χέρι του με τη γροθιά σφιγμένη προς το μέρος της. Τι ήθελε; Η Ιντούν προσπάθησε να κάνει ένα βήμα, αλλά σταμάτησε με πιασμένη την ανάσα όταν ο άγνωστος άνοιξε τρία από τα δάχτυλα της γροθιάς του.

“Σίνγκεν μη!” είπε γρήγορα με τα μάτια πάντα στα ανοιγμένα δάχτυλα.

Η Αιολίδα ύψωσε τη γροθιά της σαν σε καθρέπτισμα της κίνησης του άνδρα. Πρώτα άνοιξε τον αντίχειρα -Ζωγραφική- ύστερα το δείκτη -Μουσική- και τέλος το μέσο -Θέατρο-. Συγχρονισμένοι, οι καρποί του άνδρα και της Ιντούν έκαναν μία δεξιόστροφη περιστροφή. Όταν επέστρεψαν στην αρχική τους θέση, ο δείκτης είχε μείνει ανοιχτός προς τον απέναντι. “Εσύ είσαι η Ποίηση”. Ο πορτοκαλί τουρμπανοφόρος και η Αιολίδα, με μάτια δακρυσμένα, έκαναν ένα βήμα μπροστά. Τρεμάμενα δάχτυλα πλέχτηκαν μεταξύ τους, τα χέρια τους κρατήθηκαν για μία στιγμή κι ύστερα, σαν να άγγιζε κάτι πολύτιμο, ο τουρμπανοφόρος την τράβηξε με δύναμη στην αγκαλιά του. Η Αιολίδα τύλιξε χέρια που τραντάζονταν από λυγμούς γύρω του και τον έσφιξε με όλη της τη δύναμη.

“Ελπίδα μου!”
“Έμπνευσή μου!” αναφώνησαν ταυτόχρονα και ο χρόνος σταμάτησε για μια στιγμή όπως στέκονταν αγκαλιασμένοι κάτω από τον καυτό ήλιο.

“Μη μου κλαις, μη μου κλαις Αιολίδα μου!” έλεγε ο άνδρας και σκούπιζε τα μάγουλά της, γεμίζοντάς τα φιλιά.

“Είσαι ασφαλής, είσαι καλά!” του απαντούσε η Ιντούν, παραδομένη σε κλαυσίγελο ευτυχίας.

“Πόσο μου έλλειψες! Πόσο μου λείψατε! Πώς είναι ο Αρκούδος; Είδες την τέχνη του Εύανδρου; Τον προσέχεις τον Κάσσανδρο; Το αθώο Νικανδράκι; Είναι καλά ο γκρινιάρης; Ψήλωσε ο Ποιμανδράκος μας;”   

Ο άνδρας με το πορτοκαλί τουρμπάνι σταμάτησε απότομα τις ερωτήσεις και άφησε την Ιντούν από την αγκαλιά του.

“Έχουμε όλο το χρόνο για τα νέα μας.” είπε σοβαρός και ταυτόχρονα ενθουσιασμένος.

Ο άνδρας έκανε ένα βήμα προς το Σίνγκεν και τράβηξε το τουρμπάνι του. Πίσω από το φωτεινό ύφασμα ξεπρόβαλε ένα νεανικό πρόσωπο, κάτασπρο σαν της Ιντούν. Στην πραγματικότητα, ο νεαρός άνδρας είχε ανδρικές γωνίες, αλλά χαμογελούσε σαν την Ιντούν. Είχαν το ίδιο σαγόνι, την ίδια μύτη. Από το τουρμπάνι ξέφυγαν τα σκούρα καστανά μαλλιά του, μία πλάγια φράντζα βαμμένη μπλέ με μπούκλες σαν του Κάσσανδρου. Πίσω από τα γυαλιά του, δύο καταπράσινα μάτια, μεγάλα όπως και της Αιολίδας μελετούσαν εύθυμα το Σίνγκεν.

“Επίτρεψέ μου να χαιρετήσω έναν άνδρα άξιο, έναν άνδρα με υπομονή και επιμονή που ξεπερνά κάθε όριο.” είπε προς το Σίνγκεν και τον χαιρέτησε από μακριά.

“Χαίρομαι που σε γνωρίζω αυτοπροσώπως Σίνγκεν. Είμαι ο Μένανδρος, ο δεύτερος αδερφός ή ο τρίτος Ιντούν. Καλωσήρθες Δυτικά της Σοβέης, στην Έρημο του Αλ Φακές.”
« Τελευταία τροποποίηση: Φεβρουάριος 13, 2021, 08:46:06 μμ by Αιολίς Ιντούν »


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Σίνγκεν έβαλε τα δυνατά του να ακολουθήσει τα ρεύματα ανέμου της Ιντούν. Δεν ήταν το ίδιο εύκολο αν δεν ήταν ο δημιουργός τους και δεν ήξερε προς τα που θα πάνε, ακόμα και αν είχε οικειότητα με τον άνεμο και είχε μάθει να αφήνεται. Κάποιες φορές χρειάστηκε να κάνει μικροαλλαγές με δικά του ρεύματα για να συνεχίσει να την ακολουθεί, και φυσικά έπρεπε να προσέχει το κτήνος πίσω τους και να αμύνεται για τους δύο τους όποτε χρειαζόταν. Πού θα κατέληγε όλο αυτό?

Μια φωνή! Ο Σίνγκεν ξαφνιάστηκε και έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του αλλά δεν είδε κάποιον. Ενεργοποίησε την Ενεργειακή του Αίσθηση αλλά, ξανά, δεν εντόπισε κάτι. Δεν μπορούσε να αφιερώσει περισσότερη προσοχή καθώς επικεντρωνόταν στο πλάσμα που τους καταδίωκε, και αυτό τον ενοχλούσε. Αν ήταν ενέδρα? Θα ήταν ιδανική στιγμή.

Ο Αλχημιστής ένιωσε την Ιντούν να προσαρμόζει την πορεία της και να ακολουθεί το κάλεσμα. Ένας άντρας στα πορτοκαλί! Έπειτα, σακιά με νερό που έπεσαν πάνω στο τεράστιο, αιμοβόρο πλάσμα....Ω! Η σοφία της ερήμου. Ο Σίνγκεν παρακολούθησε το πλάσμα να υποκύπτει πλέον στη φωτιά της Ιντούν, αλλά δεν κάθισε να το παρακολουθήσει, η προσοχή του στράφηκε πάλι προς τον άντρα.

Ο χρόνος σταμάτησε για το Σινγκεν όταν ο άγνωστος έδειξε την Ιντούν με τρια δάχτυλα. Γιατί ο Σίνγκεν ήξερε πολύ καλά ότι μια στιγμή αρκούσε για να χάσει κανείς κάτι πολύτιμο, και ότι στην πραγματική ζωή οι περισσότεροι φόνοι πραγματοποιούνταν χωρίς μάχη. Η εικόνα πέρασε μπροστά από τα μάτια του αν και είχαν περάσει χρόνια. Τρία δάχτυλα να δείχνουν, δίπλα του, μια χαρούμενη κοπελίτσα που είχε γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ σε κάποιο κουτούκι της Σιράν και το είχαν περάσει μαζί. Αυτό το εκτυφλωτικό φως του κεραυνού, η βοή που κάλυψε την κραυγή του, το άψυχο σώμα που έπεσε στο έδαφος μπροστά του. Μια προειδοποίηση από την οικογένειά του για το τι θα συνέβαινε αν συνέχιζε την ατίθαση, ανεύθυνη πορεία του, ακόμα και σε αθώους ανθρώπους γύρω του.

Το χέρι του Σίνγκεν σηκώθηκε αστραπιαία, την ίδια στιγμή που τα δάχτυλα του άντρα ακόμα τυλίγονταν ώστε να μείνουν τρία. Τα μάτια του αλχημιστή έλαμπαν στο χλωμό χρώμα της αστραπής. Μία λεπίδα ανέμου ούρλιαξε, χύμηξε με σκοπό να αποκόψει το χέρι του άντρα πριν προλάβει να επιτεθεί στην Ιντούν. Ίσως αυτή ήταν η πρόθεσή του άντρα. Ίσως όχι. Σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε όλοι να καταλάβουν ότι πρέπει να είναι πολλοί προσεκτικοί με τις κινήσεις τους γύρω από Αλχημιστές που είναι πάντα "οπλισμένοι" και πάντα σε επιφυλακή. Δεν θα έχανε την Ιντούν, και ας έπρεπε να κόψει εκατό αθώα χέρια!!!!

Σίνγκεν, μη!

Η φωνή της γλυκιάς Ιντούν, όλο αγωνία. Ευτυχώς ο Σίνγκεν ήταν σε κατάσταση που του επέτρεπε να σκεφτεί και να δράσει γρήγορα. Ευτυχώς που η φωνή ήταν της Ιντούν, η πιο σημαντική φωνή στη ζωή του, αυτή που άκουγε πιο άμεσα και που εμπιστευόταν περισσότερο από κάθε άλλη. Ο καρπός του περιστράφηκε σχεδόν αμέσως, τα μακριά του δάχτυλα έκαναν μια ρευστή, πολύπλοκη χειρονομία και η λεπίδα ανέμου άλλαξε πορεία σαν χελιδόνι σε πτήση, φεύγοντας προς τα πάνω, προς τον ουρανό, πριν ολοκληρώσει το μακάβριο σκοπό της.

Ανασαίνοντας βαριά, ο Σίνγκεν παρακολούθησε τη στιγμή μεταξύ των δύο Ιντούν. Έπειτα, αναστέναξε και η αστραπή χάθηκε από τα μάτια του. Τόσο κουρασμένος...

Ο άντρας αυτός ήταν ξεκάθαρα Ιντούν, και φαινόταν καλλιτεχνικός και επαναστάτης, κρίνοντας από τα μαλλιά και τη στάση του σώματός του. Ο Σίνγκεν κατάλαβε ποιος ήταν πριν ειπωθεί το όνομά του.

"Μένανδρε!" είπε ο Σίνγκεν και αναστέναξε ξανά. "Ώστε συναντιόμαστε...έχω ακούσει τόσα για εσένα από την Αιολίδα που αισθάνομαι σαν να σε ξέρω." είπε ο Σίνγκεν και καθώς η ένταση αποβάλλονταν από τους πόρους του, κατάφερε να χαμογελάσει, ένα ταλαιπωρημένο αλλά ειλικρινές χαμόγελο από ένα πρόσωπο όλο άμμο, λόγω της περιπέτειάς τους. "Σύμφωνα με την Αιολίδα εμείς οι δύο έχουμε πολλά κοινά, οι επαναστάτες μικροί αδερφοί, και πολλά να πούμε. Ελπίζω ότι θα μας δείξεις τα καλύτερα μέρη για να φάμε, να πιούμε να ξεκουραστούμε και να μιλήσουμε στο μέρος αυτό, τα μέρη που πάνε αυτοί που ξέρουν, οι υποψιασμένοι. Και μια αγορά ίσως." είπε με τόνο εκτίμησης προς τον Μένανδρο, έχοντας εμπιστοσύνη στο γούστο του και στο πόσο περπατημένος ήταν, και τα μάτια του φευγαλέα πήγαν στην Ιντούν για μια στιγμή, καθώς η σκέψη του ήταν ότι ΄ήθελε να της πάρει όμορφα, δυσεύρετα πράγματα από το εξωτικό αυτό μέρος.
« Τελευταία τροποποίηση: Μάρτιος 26, 2021, 03:00:44 μμ by Σίνγκεν Σινόντα »


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
“Εντάξει βιαστικέ” απάντησε ο τρίτος Ιντούν εύθυμα, “αλλά πρώτα θα πρέπει να ξεκουραστείτε, να φάτε καλά, να ενυδατωθείτε, να μάθετε τους ρυθμούς της ερήμου και μετά, όταν θα είστε έτοιμοι, θα πάμε μία βόλτα και στην αγορά. Μέχρι τότε, ακολουθήστε με!”

Έπιασε την Αιολίδα να γνέφει καταφατικά, αλλά έτοιμη να σκάσει στα γέλια. Πώς να του πει ότι έκανε σαν μαμά αρκούδα;

“Τι;”
“Τίποτα, απλά μου έλλειψες!” απάντησε η Αιολίδα όσο ακολουθούσαν το αμμουδερό μονοπάτι ανάμεσα στους βράχους.

Η Ιντούν ύψωσε το βλέμμα προς τον άγνωστο ορίζοντα που κρύβονταν πίσω από θεόρατα σώματα από λεία πέτρα και αναρωτήθηκε αν ήταν όλα δουλειά του νερού ή του ανέμου. Οι βράχοι, που δεν υπήρχαν στη διαδρομή τους με το Σίνγκεν ως τώρα, έκρυβαν τον ήλιο και σε τακτά διαστήματα της ημέρας έριχναν σκιά στο έδαφος. Η Ιντούν πάτησε σε ένα κομμάτι ηλιόλουστο, αλλά τα πέλματά της δεν ένιωσαν το άγγιγμα της άμμου καυτό. “Ορίστε” διαπίστωσε ότι η σκιά βρίσκονταν εκεί μέχρι πρότινος και ατένισε ένα κάρο μονοπάτια που ανοίγονταν μπροστά τους, σαν ρυάκια έτοιμα να χυθούν στη θάλασσα.

Πού και πού, ο λίβας της ερήμου ανέπνεε στις παρυφές των μονοπατιών. Κόκκοι σάλευαν στην επιφάνεια της γης και ήταν σαν τα ρυάκια να κυλούσαν. Στα πρόσωπα των ταξιδιωτών έφτανε καυτή η ανάσα του για καλωσόρισμα. Η Ιντούν αναρωτήθηκε πού κρύβονταν οι ταξιδιώτες όταν φυσούσε δυνατά. Αν υπήρχαν Αλχημιστές του Αέρα σε εκείνα τα μέρη και ποιες οι παραδόσεις τους. Ποιος αφέντευε την άμμο; Η σκέψη της γέμισε από τα σακιά με νερό στην άκρη των βράχων, σοφά τοποθετημένα ώστε να απωθούν τα τέρατα και κάθε λογής κίνδυνο. Όποιος και να αφέντευε την άμμο πρέπει να ήταν οργανωμένος

“Φαίνεται προετοιμασμένος ο κόσμος εδώ.”
“Έπρεπε να προετοιμαστούν κάποια στιγμή. Φυλές που ζουν στην έρημο είναι. Χωρίς οργάνωση θα έκλαιγαν τα παιδιά τους όλη μέρα.”
“Έπρεπε;” η Ιντούν κατάλαβε πως το μέτρο πρέπει να ήταν σχετικά καινούριο. “Δεν ήταν πάντα έτσι”
“Φυσικά και δεν ήταν πάντα έτσι.”
“Άρα; Του ήρθε επιφοίτηση του Βασιλιά; Τι έχουν εδώ;”
Πίσω από το πορτοκαλί τουρμπάνι ακούστηκε ένα γέλιο σαρκαστικό.
“Ο Βασιλιάς;” έγνεψε το κεφάλι αρνητικά. “Όχι. Κάποιος καλύτερος.”
“Ποιος καλύτερος που να έχει και τη δύναμη;”
“Ο Καλύτερος.” ο Μένανδρος έδωσε έμφαση στην ποιότητα του ατόμου και συνέχισε. “Αρχικά δεν υπάρχει βασιλιάς εδώ, όπως σε εμάς, μόνο πρίγκιπες του εμπορίου, μαχαραγιάδες και φυλές με τους αρχηγούς τους. Ο άνδρας για τον οποίο μιλάμε είναι ο αρχηγός των αρχηγών και ο μόνος που ενδιαφέρεται πραγματικά για την ασφάλεια και την ευημερία των νομάδων. Αυτός ο άνδρας εγκατέστησε τα προστατευτικά σακιά σε όλο το τόξο της Αλ Φακές. Τώρα που θα γυρίσουμε στο καραβάνι, θα στείλουμε μήνυμα να τα αντικαταστήσουν.”
“Ενδιαφέρον.” απάντησε με ενθουσιασμό η Ιντούν. Άτομα που βοηθούσαν τους συντοπίτες τους και όχι μόνο, άτομα που νοιάζονταν για τον άλλο ήταν άτομα που εκτιμούσε η Ιντούν, μιας και μοιράζονταν ιδανικά. Ο αδερφός της όμως παρέλειψε να τους πει το όνομα τους καλύτερου αρχηγού.
“Θα μας πεις πώς τον λένε;” ρώτησε και χαμογέλασε προς το Σίνγκεν δίπλα της. Ο Μένανδρος κούνησε και πάλι αρνητικά το κεφάλι.
“Μη βιάζεσαι έμπνευσή μου. Θα το ακούσεις τόσες φορές που δε θα μπορείς να το ξεχάσεις.”

Σιγά που θα έλεγε! Ακόμη και μισή ήπειρο μακριά, ο δραματικός Μένανδρος παρέμενε δραματικός Μένανδρος. Τους έχτιζε σασπένς και δεν υπήρχε τρόπος να του πάρεις κουβέντα. Η Ιντούν λάτρευε αυτήν την ιδιαίτερη προσωπικότητα του αδερφού της και έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει και πάλι με τους τρόπους του.

Προχώρησαν αρκετά στα φιδογυριστά μονοπάτια από άμμο. Ο ήλιος βρίσκονταν ήδη στο δικό του καθοδικό μονοπάτι, καθώς ο Μένανδρος επέλεγε στροφές σαν να είχε γεννηθεί μέσα στην έρημο. Η Ιντούν άγγιξε τον ώμο του Σίνγκεν. Ήταν ο τρόπος της να τον καθησυχάζει και να του δείχνει πως δεν υπήρχε λόγος για να έχει τεταμένες τις αισθήσεις του. Ποιος ξέρει τι μπορεί να σκέφτονταν; Το μέρος φαίνονταν κατάλληλο για ενέδρα από ληστές. Μπορούσαν άνετα να αρχίσουν να πετούν βράχους από ψηλά. Αν το μυαλό της Ιντούν έκανε τέτοια σενάρια, τότε το μυαλό του Σίνγκεν μάλλον έβλεπε ληστές σε κάθε εσοχή.

Κι όμως, παρά την παραξενιά και την επικινδυνότητα του μέρους, η Ιντούν εμπιστεύονταν τον πορτοκαλί της τουρμπανοφόρο με κλειστά μάτια και την ικανότητά του για προσανατολισμό. Ήταν απόλυτα πεπεισμένη πως ο Μένανδρος είχε απομνημονεύσει τη μορφολογία των περασμάτων από την πρώτη μέρα που τα περπάτησε και τη γνώριζε καλύτερα από τους ντόπιους. Θα μπορούσε ακόμη και να τα έχει χαρτογραφήσει.

“Έχω και ένα χάρτη να σας δώσω για τα μέρη αυτά ώστε να μη χαθείτε. Η έρημος είναι δύσκολος τόπος.” είπε σαν να άκουγε τις σκέψεις της και η Ιντούν φούσκωσε από περηφάνια.

Γνώριζε από παιδί τι σήμαινε η διαφορετική οπτική για ένα άτομο, την κατείχε και η ίδια κι ας μην ήταν τόσο παραστατική όσο του αδερφού της. Τους βοηθούσε όμως να αλληλοκατανοούνται. Έτσι, η Αιολίδα γνώριζε καλύτερα από όσους κορόϊδευαν το Μένανδρο ότι είναι ονειροπαρμένος πως ήταν απόλυτα προσγειωμένος, πως οι στόχοι του ήταν διαφορετικοί, αλλά μεγάλοι, πως η αποφασιστικότητά του ήταν αδιαπραγμάτευτη και η θέλησή του ασάλευτη. Διέθετε μία εσωτερική πυξίδα που δεν του επέτρεπε να χαθεί, τον οδηγούσε πάντα στο σωστό δρόμο και βρίσκονταν εκεί για να ανοίγει νέα μονοπάτια για τον κόσμο, να χαράζει τη δική του πορεία και να περπατά σε αυτή με βλέμμα στο όνειρο και βήμα σταθερό.

Ο Μέναδρος δεν πρόσεξε τη μύτη του βράχου που ξεπρόβαλε από την άμμο. Παραπάτησε με τρόπο αστείο. Η Ιντούν ίσα που συγκρατήθηκε.

“Μία πέτρα έχει η έρημος και σκόνταψες σε εκείνη!” είπε και εν τέλει τα αδέρφια γέλασαν με την καρδιά τους.

“Φτάσαμε” είπε και τους έδειξε το τέλος των βράχων, την απεραντοσύνη του Αλ Φακές που απλώνονταν μπροστά τους.

Η Ιντούν στάθηκε για να χορτάσει το περίτεχνο τοπίο από άμμο, βράχους και άγονους, θαμνώδεις λόφους, που αργόσβηνε στη δύση του ήλιου. Μπροστά τους μια μικρή φωτιά.

“Εκεί μας περιμένει το καραβάνι.” τους είπε ο Μένανδρος και τους προέτρεψε να κινηθούν προς εκείνη την κατεύθυνση.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, δύο άνδρες οπλισμένοι τους έκαναν νόημα να σταματήσουν και ο Μένανδρος έκανε το συνθηματικό τους με χειρονομίες. Οι φρουροί του καραβανιού φάνηκαν να καταλαβαίνουν.

“Ποιοι είναι όμως μαζί σου;” ρώτησε ένας εξ’ αυτών με δικαιολογημένη καχυποψία. Δε μπορούσαν να αφήσουν δύο τυχαία άτομα ανάμεσά τους.

“Φέρε δαυλό.” του είπε εύθυμα ο Μένανδρος και ο φρουρός πλησίασε το δαυλό προς τον τρίτο Ιντούν παραξενεμένος. Την ίδια στιγμή, ο Μένανδρος κατέβασε το τουρμπάνι του και κόλλησε το πρόσωπό του σε αυτό της Αιολίδας, ενώ κοίταζαν και οι δύο το φρουρό.

Μεμιάς, τα μάτια του φρουρού άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη, το σαγόνι του έπεσε από το σοκ της αναγνώρισης. Κοίταξε έντονα την Ιντούν και ύστερα το Σίνγκεν. Τα χείλη του γελούσαν σαν παιδάκι που του φέρνεις δώρο. Σκούντηξε έντονα το σύντροφο που φυλούσαν σκοπιά, ο οποίος δεν άργησε να πάρει την ίδια ενθουσιασμένη έκφραση. Πριν προλάβουν να μιλήσουν, ο Μένανδρος τους έκανε νόημα να κάνουν ησυχία και οι φρουροί συμφώνησαν.

“Πάμε για είσοδο” ψιθύρισε συνωμοτικά και οι συνταξιδιώτες του έγνεψαν περιχαρείς.

Η Αιολίδα κατάλαβε. Το χέρι της βρήκε το χέρι του Σίνγκεν και το κράτησε, ύστερα του έκλεισε το μάτι. Όπως φαίνονταν, ο Μένανδρος είχε μιλήσει στο καραβάνι για την αδερφή του και το Σίνγκεν, πράγμα φυσιολογικό δεδομένου ότι ταξίδευαν τόσο καιρό μαζί. Εκείνο το δειλινό ετοιμάζονταν για έκπληξη και ο Μένανδρος θεωρούνταν ένας από τους πιο ήσυχους Ιντούν.

Έτσι, όταν πλησίασαν τη φωτιά και ο Μένανδρος είπε “Ποιους σας ψάρεψα από την άμμο;” η Ιντούν χαμογελούσε προετοιμασμένη. Όπως προετοιμασμένη χαμογελούσε και όταν ένα ένα, τα πρόσωπα των μελών του κααραβανιού στέκονταν πάνω της, σε αναγνώριση της κλασικής Ιντουνόφατσας και έπειτα στρέφονταν στο Σίνγκεν με μάτια διάπλατα ανοιχτά σε αναγνώριση ενός ζευγαριού που είχαν ακούσει πληροφορίες. Ήταν εξίσου προετοιμασμένη για τις ενθουσιώδεις εκφράσεις και τους ένθερμους πανηγυρισμούς των καραβανιτών στην προοπτική γνωστής παρέας και φρέσκων νέων από τον κόσμο για εκείνο το βράδυ.

Εκείνο που η Ιντούν δεν περίμενε ήταν οι διακαείς αναφωνήσεις του αγαπημένου της από τους άνδρες του καραβανιού.

“Ο Σίνγκεν! Ο Σίνγκεν!”
“Μαζευτείτε ρε! Ο Σίνγκεν!”

Με μία κίνηση, δέκα άτομα πετάχτηκαν όρθια και με τα τουρμπάνια τους λυμένα έτρεξαν να υποδεχτούν το Σίνγκεν με κραυγές αδερφοσύνης.

“Ήρωας! Ήρωας! Να’το το είδωλο!” του χτυπούσαν με τη σειρά φιλικά στην πλάτη και άλλοι του έσφιγγαν τα χέρια, βρέχοντας επαίνους με ρυθμό που η έρημος ζήλευε.

“Χάνω κάτι;” ρώτησε χαμηλόφωνα η Ιντούν τον αδερφό της που ακόμη στέκονταν δίπλα της με φάτσα καταχαρούμενη και ικανοποιημένη από τη θραύση που έκανε η έκπληξη.

“Τίποτα λαχανέμπορα,” απάντησε και της χάιδεψε τα μαλλιά ο Μένανδρος “όλα καλά” με βλέμμα που άστραφτε στους πανηγυρισμούς γύρω από το Σίνγκεν και της επιβεβαίωσε πως όντως κάτι δεν καταλάβαινε, όμως, την ίδια στιγμή, ένιωσε να χάνεται σε μια τεράστια και ατσάλινη αγκαλιά.

“Εγώ θα πω ότι επιτέλους γνωρίζω την Ιντούν!” μια βαριά φωνή έφτασε στα αυτιά της, ενώ δυο τεράστια, Βαλησίνικα μπράτσα τυλίχθηκαν γύρω της. Ο Μένανδρος γύρισε με χαμόγελο.

“Γεια σου Πουράου! (Ιβίσκος) Αιολίδα, από εδώ η Πουράου, είναι Πολεμίστρια.”

Η Ιντούν έστρεψε τα μάτια προς τα πάνω για να αντικρίσει την Πουράου με τα μακριά, γαλάζια μαλλιά, πλάτες σαν του Λάντριαν και βάψιμο που συναγωνίζονταν της Ιλίντιεν. Αν και οι μύες της πρόδιδαν το φύλο της γέννησής της, στα μάτια της Ιντούν, η γλυκύτητα της θηλυκότητας ήταν εμφανής. Με τη σειρά της, τύλιξε τα δικά της μπράτσα γύρω από τον κορμό της Πουράου σε μια γλυκιά αγκαλιά.

“Χαίρομαι που γνωρίζω κι εγώ μια φίλη!” είπε με ένα χαμόγελο πλατύ, κίνηση που έκανε την Πουράου να κοιτάξει το Μένανδρο με μάτια βουρκωμένα.

Εκείνος της έκλεισε το μάτι κι έκανε μια κίνηση σαν να της έλεγε “στο ‘πα ότι έχω την καλύτερη αδερφή λαχανέμπορα”. Ύστερα τις άφησε κι έγινε ένα με το γκρουπ των Σινγκενοφανατικών, μέχρι που τους ανακοίνωσε πως ήταν ώρα για γιορτή.   


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Σίνγκεν χαμογέλασε στον Μένανδρο και έγνεψε καταφατικά. Η πρόταση του τρίτου Ιντούν ακουγόταν πολύ θελκτική. Καθώς ξεκίνησαν την πορεία τους, ο Σίνγκεν άφησε τα αδέρφια να χαρούν ο ένας την παρουσία του άλλου και, ενώ συνέχισε να τους ακούει και να παρακολουθεί τις συζητήσεις τους, χάθηκε λίγο στις δικές του σκέψεις.

Ο Σίνγκεν ακόμα δεν είχε συνηθίσει την έρημο. Πριν το ταξίδι αυτό δεν είχε βρεθεί ποτέ σε τέτοια μέρη. Το συναίσθημα ήταν περίεργο εδώ, αισθανόταν τόσο διαφορετικά, ένας άλλος κόσμος, με τρόπο που κάποιος που δεν ήταν Αλχημιστής ίσως να μην μπορούσε να καταλάβει. Ο Άνεμος εδώ ήταν διαφορετικός...Ποτέ δεν ερχόταν χωρίς άμμο, έστω και λίγη. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο άνεμος ήταν ο αφέντης της ερήμου, και στις προσταγές του η άμμος χόρευε καθώς ο ίδιος επέβαλλε. Για κάποιο λόγο όμως, ο Σίνγκεν δεν το αισθανόταν αυτό. Όπου πήγαινε ο άνεμος, η άμμος ήταν πάντα μαζί του, δεν ήταν ποτέ μόνος...δεν μπορούσε να είναι ποτέ μόνος. Για να υπάρχει εδώ, έπρεπε να μεταφέρει και την άμμο μαζί του, να κινεί τους αμμόλοφους, να δίνει ζωή στα ποτάμια άμμου, να κάνει την έρημο μια αργή θάλασσα. Το αντάλλαγμα για να περάσει αυτό το μέρος ήταν να δουλέψει για τους σκοπούς της ερήμου, το σχέδιο της οποίας χάνονταν στους αιώνες. Ποιος ήταν ο αφέντης της ερήμου λοιπόν?

Ο Καλύτερος.

Η φωνή και ο τόνος του Μενάνδρου έδωσαν άλλη τροπή στις σκέψεις του Σίνγκεν, που έρρεαν σαν κόκκοι άμμου στην πλαγιά των λόφων. Ο αρχηγός των αρχηγών. Ο μόνος που ενδιαφερόταν πραγματικά για την ασφάλεια και την ευημερία των ανθρώπων του.

Καθώς το Προσκύνημα προχωρούσε, ο Σίνγκεν έπιανε τον εαυτό του συχνά να προβληματίζεται όταν ήταν μόνος. Ο στόχος του ήταν να πάρει την αρχηγία της οικογένειάς του έτσι ώστε να σταματήσουν οι δραστηριότητες που προκαλούσαν κακό και ζημιά στη Σιράν και πέρα από αυτή, στους ανθρώπους της. Ο Σίνγκεν γνώριζε τι ήθελε να σταματήσει σαν αρχηγός...αλλά τι ήθελε να κάνει? Ποιο ήταν το νέο που θα ερχόταν να αντικαταστήσει το παλιό? Τι θα έκανε ως αρχηγός? Θα μπορούσε να είναι τέτοιος που οι άνθρωποί του να μιλάνε γι' αυτόν με τον ίδιο τρόπο που μιλούσε ο Μένανδρος για αυτή τη μυστηριώδη φιγούρα?

Όταν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό του, ο Σίνγκεν ήξερε ότι αισθανόταν χαμένος, δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Πάντα τον κρατούσαν μακριά από τα διαχειριστικά θέματα της οικογένειας, τα οποία θα τα αναλάμβανε ο μεγαλύτερος αδερφός του. Ο ρόλος που η οικογένεια είχε αποφασίσει για τον ίδιο ήταν το δεξί χέρι του αδερφού του, η δύναμη, ο εκτελεστής. Ποιες ήταν οι ανάγκες των ανθρώπων? Οι δεσμεύσεις και οι συμμαχίες της οικογένειάς του και οι εχθροί τους? Ποιοι οι κίνδυνοι που παραμόνευαν όπως τα θηρία της άμμου, και τι "σακιά" μπορούσε ο Σίνγκεν να θεσμοθετήσει για την προστασία όλων?

Ίσως το ότι δεν μπορούσε γρήγορα και άμεσα να απαντήσει αυτές τις ερωτήσεις να έδειχνε ότι δεν ήταν έτοιμος να γίνει αρχηγός. Ίσως να μην ήταν και ποτέ έτοιμος, να μην ήταν φτιαγμένος γι' αυτό. Ποιος το ήξερε αυτό? Ποιος μπορούσε άραγε να του το πει?


Το χέρι της Αιολίδας, απαλό και ζεστό, άγγιξε το δικό του. Ο Σίνγκεν σχεδόν ξαφνιάστηκε και γύρισε να την κοιτάξει και, άλλη μια φορά συγκινημένος από την ομορφιά της, χαμογέλασε απαλά. Όταν είχε την Αιολίδα δίπλα του, οι ανησυχίες και οι φόβοι του γίνονταν πιο ανάλαφροι, μόνο με την παρουσία της. Ήταν σαν...σαν η πίστη της σε αυτόν, η εμπιστοσύνη, τα συναισθήματά της προς αυτόν να έκαναν τον Σίνγκεν να αισθάνεται πιο άξιος, πιο δυνατός. Βλέποντάς την, ήξερε ότι η Αιολίδα δεν μπορεί να έκανε λάθος στην κρίση της, κάτι πρέπει να έβλεπε μέσα του που ο ίδιος μερικές φορές έχανε.

Ίσως ήταν η περιοχή. Ο Σίνγκεν μπορούσε να το αισθανθεί ότι αυτός ο τόπος δεν ήταν στην επικράτεια του Κεραυνού. Αυτοί οι βράχοι ίσως να είχαν ξεχάσει, παρά τη μακρά μνήμη τους, την τελευταία φορά που έτρεμαν μπροστά στη βροντή, ίσως να μην το είχαν βιώσει και ποτέ. Οι αμμόλοφοι θεωρούσαν την έρημο και τον άνεμο αφέντες τους, και δεν αναγνώριζαν κανένα άλλο, κανείς δεν είχε το σεβασμό τους πέρα από αυτούς τους δύο. Ήταν ένα περίεργο και βαρύ συναίσθημα, και ο Σίνγκεν το αντιλήφθηκε πρώτη φορά στην έρημο, ότι στα υπόλοιπα μέρη αισθανόταν, αδιόρατα, ανεπαίσθητα, αόριστα, το σεβασμό του περιβάλλοντος γύρω του για τον Κεραυνό που Περπατούσε. Όχι εδώ. Ας είναι. Μακάρι να μη χρειαζόταν να αλλάξει αυτό.

O νεαρός Αλχημιστής βγήκε από τη σκέψη τους όταν έφτασαν πλέον στο σημείο που είχε κατασκηνώσει το καραβάνι. Έμεινε ήσυχος καθώς ο Μένανδρος τους πέρασε από τους φρουρούς, αλλά ξαφνιάστηκε ιδιαίτερα από την υποδοχή που τον περίμενε.

Ο Σίνγκεν!

"Ναι!" απάντησε αυθόρμητα.

Ο Σίνγκεν!

"Ο ίδιος!" συνέχισε με τον ίδιο τόνο.

Μαζευτείτε ρε! Ο Σίνγκεν!

"¨Ωπα!" είπε, έκπληκτος αλλά διασκεδάζοντάς το.

Ήρωας! Ήρωας! Να’το το είδωλο!

"Aυτοπροσώπως!" είπε και γέλασε πλέον, δεχόμενος τα χτυπήματά τους, τριγυρισμένος από κόσμο. Βεβαιώθηκε ότι δεν ήξερε κανέναν τους, και, σκεφτόμενος γρήγορα, δεν μπορούσε παρά να πιστέψει ότι τον γνώριζαν μέσα από το τι είχε πει ο Μένανδρος για τον ιδιο, που θα ήταν ότι είχε μεταφέρει η Αιολίδα...χμμμ...ενδιαφέρον!

"Μακρινοί φίλοι μου, που μας έλαχε να γνωριστούμε σε ένα τέτοιο τόπο, σας χαιρετώ!" είπε με καθάρια φωνή και σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό σε γροθιές, κάνοντας λίγο θέαμα, και κάνοντας τους να γελάσουν και να επευφημήσουν. Έγειρε στο αυτί του ενός και μίλησε. "Πώς λες στη ντόπια γλώσσα το "Σίνγκεν είσαι αρχηγός, φα τους όλους, τράβα μπρός?"". Ο άντρας γέλασε και του είπε, ο Σίνγκεν του το επανέλαβε και ο άντρας έγνεψε.

"Πάμε όλοι μαζί λοιπόν, άντε να μας ακούσουν τα αστέρια!!" είπε ο Σίνγκεν εύθυμα, και ξεκίνησε να το λέει.

"Σίνγκεν αντ καγίντ, αζαμούμ ιλάμ αλ'μαμ σαβίντ!"

Οι καραβανίτες δεν χρειάστηκαν παραπάνω προτροπή, και άρχισαν και οι ίδιοι να το λένε γελώντας, για το επόμενο λεπτό. Ο Σίνγκεν δεν μπορούσε παρά να κοιτάξει παιχνιδιάρικα την Αιολίδα με την άκρη του ματιού του, καθώς το θέαμα το έκανε κυρίως για την ίδια.

Όταν ο Μένανδρος ανακοίνωσε ότι ήταν ώρα για γιορτή, το πλήθος ήταν ήδη ζεστό, και πρώτος ο Σίνγκεν αναφώνησε "Έεεεεεει!", σηκώνοντας το χέρι του προς τον ουρανό.

Η φωτιά ήταν μεγάλη, και γύρω της ο κόσμος. Κρασί προσφέρθηκε άφθονα και εξωτικό φαγητό, με μπαχάρια και πλούσιες γεύσεις που ενθουσίασαν το Σίνγκεν. Ενώ έτρωγαν, δύο από την ομάδα ξεκίνησαν ένα εύθυμο τραγούδι στην ντόπια γλώσσα, προς τ΄έρψη των υπολοίπων, και μάλλον ένας ήταν Αλχημιστής φωτιάς γιατί η φωτιά μπροστά τους πήρε τη μορφή γυναίκας που χόρευε, πολύ αδιόρατα, σχεδόν τόσο ώστε να κάνει τον κάθε παρατηρητή να αναρωτιέται αν το φαντάζεται, προσθέτοντας στο μυστήριο.

Σειρά είχαν άλλοι δύο άντρες, λυγεροί και δυνατοί, που ξεκίνησαν έναν εντυπωσιακό χορό με τα κυρτά σπαθιά τους να λάμπουν και να αντανακλούν το φως της φωτιάς, κάποιες φορές κινούμενα τόσο γρήγορα σαν θολούρα.  Ο Σίνγκεν το ευχαριστήθηκε και χειροκρότησε όταν σταμάτησαν, αλλά τον πλησίασαν.

"Στον τόπο αυτό, ο χορός των σπαθιών είναι έθιμο που δείχνει ότι κάποιος έχει φτάσει σε ηλικία να κατακτήσει τον κόσμο, να κάνει πράγματα, να αφήσει το αποτύπωμά του στην ιστορία πια. Μπορεί να είναι οτιδήποτε, από έναν γάμο, την ίδρυση ενός καραβανιού ή μαγαζιού, την έναρξη κάποιου επαγγέλματος, ή και πραγματική κατάκτηση. Από αυτά που έχω ακούσει, θέλω να δω το δικό σου χορό, Σίνγκεν." είπε με προφορά και χαμόγελο.

Ο Σίνγκεν ήξερε ότι αυτό ήταν μια πρόκληση. Οι άντρες αυτοί ήταν  ξεκάθαρα φιλικοί και γνήσιοι, αλλά ήταν άνθρωποι της ερήμου, σκληραγωγημένοι, και δεν επρόκειτο να βασιστούν μόνο σε ιστορίες για το πώς θα σχηματίσουν γνώμη για κάποιον. Το να ζητήσουν ένα χορό του σπαθιού από έναν ξένο, έναν Αλχημιστή και όχι πολεμιστή, αφού μάλιστα είχαν και οι ίδιοι κάνει μια τέτοια επίδειξη έκανε φανερό ότι οι προσδοκίες ήταν υψηλές μετά τις ιστορίες του Μενάνδρου.

"Μα φυσικά, τιμή μου να σας χορέψω!" είπε ο Σίνγκεν με χαμόγελο και έκλεισε το μάτι στην Αιολίδα. "Κράτα τη φωτιά." της είπε χαμηλόφωνα και παιχνιδιάρικα. Ένας από τους άντρες άρχισε να χτυπά ένα μικρό τύμπανο γρήγορα σε ένα ρυθμό της ερήμου.

Ο Σίνγκεν έκλεισε τα μάτια του και στάθηκε στητός. Πήρε μια βαθιά ανάσα, βρίσκοντας την εσωτερική του ισορροπία. Έφερε στο μυαλό του τις κινήσεις των ανθρώπων αυτών. Όταν άνοιξε τα μάτια του, οι ίριδες έλαμπαν με το χλωμό μπλε και λευκό του κεραυνού. Αργά, σχεδόν νωχελικά, σήκωσε το δεξί χέρι που κρατούσε το σπαθί, διαγράφοντας ένα τεταρτοκύκλιο. Τόσο αργά, αλλά με πλήρη έλεγχο, τραβώντας τα μάτια, συνηθίζοντας τα στο ρυθμό αυτό, στην ταχύτητα αυτή...

Το χέρι και το σπαθί εξαφανίστηκαν με ένα συριγμό!

Όχι, ο Σίνγκεν είχε κόψει τον αέρα με απροσδόκητη ταχύτητα, λυγίζοντας όλο το κορμί του, κάνοντας πολλούς καραβανίτες να σαστίσουν και τον μουσικό να χάσει ένα χτύπο του τυμπάνου. Ο Αλχημιστής μετά εξαπέλυσε μια σειρά γρήγορων κινήσεων, με τη μέση του να σπάει, τα πόδια του να κινούνται γοργά, να σηκώνουν την άμμο γύρω του. Πώς κρατούσε την ισορροπία του? Δεν σταματούσε! Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, τόσο που ο άνεμος γύρω του άρχισε να στροβιλίζεται μαζί του.

"Αλτάν'σι!" φώναξε ένας άντρας έκπληκτος. Το όνομα των ανεμοστρόβιλων της ερήμου. Πράγματι, ο άνεμος και η άμμος στροβιλίζονταν γύρω από τον Σίνγκεν, το σπαθί του έλαμπε, το σώμα του έσπαγε δεξιά και αριστερά σαν πραγματικός ανεμοστρόβιλος, καθοδηγώντας τη δίνη ανέμου. Τα ζώα ήταν νευρικά, η φωτιά απειλήθηκε. Ο Σίνγκεν φαινόταν αχνά μέσα στην άμμο που γύριζε γύρω του και που υψώθηκε πολύ ψηλότερή του, αν και ο ίδιος είχε υψωθεί λίγο πάνω από το έδαφος τώρα. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα. Τα μάτια του ήταν κλειστά, και ήταν τόσο εξαγνιστικό το να χρησιμοποιεί τους μύες του στο έπακρο, να δοκιμάζει την ισορροπία του, να αποδεικνύει ποιος είναι. Το σπαθί του έκοβε και έσφαζε τις αμφιβολίες που είχε νωρίτερα, κάνοντάς τες να λουφάξουν στα σκοτάδια.

Τα μάτια του ήταν κλειστά, αλλά μια εικόνα εισέβαλε στις σκέψεις του. Το ροζ των δέντρων της πατρίδας του. Η λάμψη του κεραυνού σε καθαρό, ίσιο ατσάλι, διπλωμένο χιλι΄άδες φορές και δοκιμασμένο από τη φωτιά. Μια παρουσία.....τόσο κοντά....

Μια εκκωφαντική βροντή ήχησε στην έρημο, ο Κεραυνός που είχε καιρό να διαβεί αυτά τα μέρη. Ο άνεμος χάθηκε, η άμμος γύρω από το Σίνγκεν έπεσε σαν κουρτίνα, άψυχη. Ο Αλχημιστής είχε χαμηλώσει στο ένα γόνατο, και το σπαθί ήταν καρφωμένο στην έρημο, στην άμμο...Όχι! Πίδακες άμμου είχαν....αποκρυσταλλωθεί καθώς είχαν αναπηδήσει γύρω από το σπαθί, είχαν μείνει παγωμένοι στο χρόνο, όχι πια άμμος αλλά κάτι άλλο, διαφορετικό, υπό την κρίση του Κεραυνού. Ένα γλυπτό.

Ο Σίνγκεν σηκώθηκε, αφήνοντας το σπαθί που πλέον δεν μπορούσε να τραβηχτεί από τους υψωμένους πίδακες απολιθωμένης άμμου γύρω του. Τα μάτια του είχαν επιστρέψει στο κανονικό, το σώμα του γυάλιζε από τον ιδρώτα, και η ανάσα του ήταν βαριά. Για μια στιγμή υπήρχε ησυχία.

"Χαντίρ Αλτάν'σι!!" , ο ανεμοστρόβιλος που βρυχάται, φώναξε πάλι ένας καραβανίτης και έπειτα και οι υπόλοιποι, και σηκώθηκαν να τον χτυπήσουν πάλι στην πλάτη, αυτή τη φορά με πραγματική αποδοχή και έγκριση και να τον φέρουν πάλι στη φωτιά. Ο Σίνγκεν κάθισε δίπλα στην Αιολίδα και της έπιασε το χέρι της με το δικό του, σφίγγοντάς το. Έτρεμε ανεπαίσθητα από την ένταση της στιγμής, την καθαρτική, μυστικιστική στιγμή που είχε βιώσει, αλλά όταν γύρισε να την κοιτάξει ανεπαίσθητα, τα μάτια του χαμογελούσαν.
« Τελευταία τροποποίηση: Απρίλιος 06, 2021, 05:07:58 μμ by Σίνγκεν Σινόντα »


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Η Ιντούν γελούσε με τα κοκορέματα του Σίνγκεν όταν της πρόσφερε αποξηραμένο κρέας ο αδερφός της. Δάγκωσε μία καλή μπουκιά. Γεύση μπαχάρια. Η Ιντούν ανοιγόκλεισε τα μάτια στην επίθεση εντόνων γεύσεων που επιτείθονταν στον άμαθο ουρανίσκο της και έστρεψε το βλέμμα στη φωτιά. Μία γερή στην πλάτη από την Πουράου της φανέρωσε πώς δεν μπόρεσε ούτε να προσποιηθεί ότι δεν κάηκε.
“Το χω.” την καθησύχασε.
Της πρόσφεραν λαχανικά. Η Ιντούν τα πήρε και με το βλέμμα στο χορό άρχισε να μασουλάει τα παστά με μάγουλα που σύντομα κοκκίνησαν. Μπαχάρια. Το πρόσωπό της σφίχτηκε, ξεφύσηξε έντονα με ρουθούνια που φλέγονταν. “Ποιος τρώει τέτοια φαγητά;” Δίστασε πριν γευτεί το γλυκό. Μπαχάρια.
“Μένανδρε;” ξεκίνησε να ρωτήσει, αλλά ο αδερφός της ήδη τραγουδούσε με τους άλλους.
Το γεύμα έκλεισε με αποξηραμένα φρούτα. Η Αιολίδα λοξοκοίταξε την ομάδα και τους είδε να τα κατεβάζουν με μάτια ικανοποιημένα, μάτια που ζαχάρωναν όταν έτρωγαν γλυκά.
“Τυχερό φαί;” αναρωτήθηκε στην επόμενη μπουκιά.
Μπαχάρια!

Έγειρε πίσω, μία μάζα από μιζέρια. Μιζέρια της συνειδητοποίησης ότι σε εκείνο το κομμάτι του ταξιδιού θα πέθαινε της πείνας όσο ο αδερφός της, ο σύντροφός της και όλοι τους οι νέοι φίλοι απολάμβαναν δυτικές λιχουδιές για τολμηρούς. Μήπως δεν ήταν αρκετά τολμηρή; Η Ιντούν κούνησε αρνητικά το κεφάλι για να διώξει το κάψιμο και τις αρνητικές σκέψεις, αλλά υποσχέθηκε στο Σίνγκεν πως θα κρατούσε τη φωτιά για το χορό του.

“Πώς και δεν παίζεις εσύ μουσική;” ψιθύρισε στο Μένανδρο στον πρώτο χτύπο του τυμπάνου.
“Γιατί δε μου ανήκει. Η μουσική είναι για όλους.” απάντησε και χτύπησε το χέρι στο γόνατο, στο ρυθμό που ξεκίνησε ο συνταξιδιώτης του.
“Τι βλέπεις;” τη ρώτησε μόλις ο Σίνγκεν ξεκίνησε, αλλά η Ιντούν δεν απάντησε γιατί ήθελε να απαθανατίσει τη στιγμή που στα μάτια του αγαπημένου της ξύπνησε ο κεραυνός. Ο Μένανδρος την ακολούθησε στη σιωπή.

Ποιος ήταν ο Σίνγκεν; Η Ιντούν γύρευε την προσωπική του αλήθεια πίσω από το χαμόγελο που τη γοήτευε, μιας και ο Σίνγκεν φρόντισε να την καλύψει κάτω από στρώματα αστεϊσμού. Πέρασε αρκετές ημέρες μαζί του και όλες φορούσε τη μάσκα, αόρατο εμπόδιο για την Ιντούν και όποιον άλλο προσπαθούσε να δει μέσα. Οι περισσότεροι δεν ασχολούνταν καν. Αρκούνταν στο γελαστό του χαρακτήρα. Όχι όμως η Ιντούν. Τις περισσότερες φορές τον παρατηρούσε αμίλητη, περίμενε. Έπαιρνε χρόνο, αλλά πότε πότε ο κόπος της ανταμείβονταν και στη μάσκα εμφανίζονταν ρωγμές, σαν κι εκείνες που οι ιπτάμενοι ανεμοστρόβιλοι πάσχιζαν να κλείσουν. Η Ιντούν κράτησε τη φωτιά.

Τα μάτια του Μένανδρου επικεντρώθηκαν για μια στιγμή στα χέρια της που κινήθηκαν με μία πρωτοφανή απαλότητα και φυσικότητα. Ύστερα την ακολούθησε στο αντικείμενο μελέτης της. Γνώριζε πως η μεγάλη αδερφή είχε εστιάσει στις ρωγμές που μεγάλωναν.

Ποιος ήταν ο Σίνγκεν; Η Ιντούν μάντευε την απάντηση που κρύβονταν κάτω από στρώματα ασοβαρότητας. Τα πέπλα που τη φυλάκιζαν υποχωρούσαν όσο τα πόδια του συντρόφου της απομακρύνονταν από τη γη. Ο Βοηθός Καθηγητή που βαριόταν να κάνει μάθημα; Ο απρόσεκτος Αλχημιστής που έχανε διαγωνισμούς με μικρούς Βαλησίνους; Δεν ήταν εκείνος ο λόγος που η Ιντούν τον ακολούθησε στην αποστολή του. Ήταν ο λόγος που εκείνη τη νύχτα έδινε δύναμη και ευλυγισία στο κορμί του, η σπίθα που φώλιαζε στο σπαθί και ζητούσε την αποδοχή του.

Δυνάμωνε η σπίθα στα μάτια της Ιντούν και μαζί της, η πεποίθηση πως γνώριζε καλύτερα την απάντηση στέριωνε, γιατί μπροστά της ο Σίνγκεν χόρευε αυθεντικός. Γιατί η Ιντούν πίστευε πως ο Σίνγκεν είναι δυνατότερος από όσο άφηνε να φανεί και μπροστά της ο Σίνγκεν πετούσε δυνατός. Γιατί η Ιντούν ήταν πεπεισμένη πως ο Σίνγκεν είναι ικανός να ταρακουνήσει τη γη και μπροστά της, ο Σίνγκεν δάμαζε την άμμο με ευκολία. Γιατί η Ιντούν γνώριζε πως οι δυνάμεις του ήταν απύθμενες.

Το σκοτάδι της ερήμου διαταράχθηκε. Κεραυνός. Η δεξιά άκρη των χειλιών της ανασηκώθηκε σε μισό χαμόγελο που μόνο ο αδερφός της αναγνώριζε ως το χαμόγελο της δικαίωσης και μπροστά τους στέκονταν ένα θραύσμα του πραγματικού Σίνγκεν, του Αλχημιστή που δε ντρέπονταν να αφεθεί στις δυνάμεις του, που εμπιστεύονταν τον εαυτό του. Αγριεμένη η φλόγα στα μάτια της Ιντούν αντανακλούσε τις πεποιθήσεις της, την εμπιστοσύνη και την περηφάνια για το Σίνγκεν.

“Φυσικά και η Αιολίδα ήξερε.” είπε στον εαυτό του εν μέσω νέων πανηγυρισμών. “Πώς; Τόσους άνδρες έχει μεγαλώσει.”

Μέχρι να τελειώσουν τα συγχαρητήρια, στο πρόσωπο της Ιντούν είχε επιστρέψει η γλυκύτητα και η φλόγα υποχώρησε. Στο Σίνγκεν ανταπέδωσε ένα χαμόγελο γεμάτο στοργή και αποδοχή. Του έσφιξε το χέρι με σιγουριά για να του δείξει ότι ήταν δίπλα του, τον υποστήριζε. Του μετέφερε τη ζεστασιά της.

“Είσαι υπέροχος όταν χρησιμοποιείς τις δυνάμεις σου.” είπε τρυφερά και το φίλησε.

“Σειρά μας;” πρότεινε η Πουράου στην Ιντούν, αλλά ο Μένανδρος συγκράτησε την Πολεμίστρια με ένα άγγιγμα απαλό, αλλά αρκετά σταθερό για να την πείσει χωρίς λόγια ότι η βραδιά χωρούσε μόνο κεραυνούς και όχι φλόγες.

Από μία θήκη υφασμάτινη ανέσυρε ένα λαγούτο με χορδές γυαλιστερές και σώμα σκαλισμένο στη λεπτομέρεια. Η Ιντούν αναγνώρισε τα σύμβολα, τα σχέδια στο μανίκι.

“Τα εκτίμησε τα δώρα σου το φιλαράκι” ο Μένανδρος επιβεβαίωσε αυτό που η Αιολίδα υποψιάζονταν, ότι το λαγούτο είχε φτιάξει ο Εύανδρος και μάλιστα, με τα εργαλεία που του αγόρασε η Αιολίδα.

Το καραβάνι μαζεύτηκε γύρω από το Μένανδρο, χωρίς να περιμένουν πρόσκληση. Κάθισαν όλοι γύρω του σιωπηλοί, σαν να περίμεναν την ευλογία ενός ιερέα. Η Ιντούν έγειρε στον ώμο του Σίνγκεν για να απολαύσει καλύτερα αυτό που προμηνύονταν.

“Αυτό είναι ένα τραγούδι για εκείνους που κινούνται συνεχώς.” είπε ο Μένανδρος, αλλά τα μάτια του ήταν άδεια.
“Παραδόθηκε στη Μούσα” εξήγησε η Ιντούν στο Σίνγκεν με τον πιο ανεπαίσθητο ψίθυρο, προσεκτική να μην ταράξει τη μυσταγωγία πριν ξεκινήσει.

Ο Μένανδρος κατέβασε το χέρι στις χορδές και απελευθέρωσε την πρώτη συγχορδία. Οι χορδές δονήθηκαν σαν τους παλμούς της καρδιάς που επανέρχεται στη ζωή και το ξύλο ανέπνευσε στα χέρια του για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ.

“Πώς μπορούμε να διαχωρίσουμε τον κόσμο που ξέρουμε και τον κόσμο που είναι;”

Η Ιντούν κράτησε την ανάσα της. Στον ουρανό υψώθηκε η φωνή του αδερφού της εφάμιλλη του τόνου των αστεριών.
“Και ποιος μπορεί να δει ασπρόμαυρα στον κόσμο των χρωμάτων;”

Το λαγούτο μίλησε σιγανά για εκείνον σε απόλυτο συντονισμό. Η πλάση ξύπνησε, προσέφερε τις δικές της μελωδίες για υπόστωμα. Μαζί, σαν να ήταν ένα πλάσμα, ο Μένανδρος και το λαγούτο άνοιξαν δύο πύλες στο ακροατήριο για να ταξιδέψουν στο όνειρο. Ύστερα έγιναν η βάρκα τους και έπλευσαν σε ένα ποτάμι από ελπίδες κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η μελωδία έρεε ακατάπαυστη, αψεγάδιαστη και υψώνονταν καθώς ο Μένανδρος όρθωνε βουνά, βυθίζονταν όπως η φωνή του Μένανδρου βάθαινε σαν το βυθό της θάλασσας. Και το τραγούδι πετούσε τους ταξιδιώτες στην επιφάνεια για να πλεύσουν στον αφρό. Η μελωδία ηρεμούσε, το ίδιο και η φωνή. Στην καρδιά της Ιντούν φώλιαζε γαλήνη. Με την ψυχή της τον ακολουθούσε, του παρέδιδε τα ηνία για να την καθοδηγήσει στο όραμα που έπλεκε για τον καθένα ξεχωριστά. Και η φωνή δυνάμωνε, θέριευε η μελωδία. Στις σκέψεις της Ιντούν τρύπωνε η καταιγίδα. Αλλά πάνω από το βουητό της θύελλας, η φωνή παρέμενε σταθερή. Τη συγκρατούσε με το ρυθμό της, με τη ζέση και το χρώμα της. Δάμαζε την καταιγίδα, την υπέτασσε. Μέσα της διέθετε μια φλόγα, τη σπίθα που παρέμενε φωτεινή και αντιμάχονταν το σκοτάδι όταν όλα τα φώτα σβήσουν με όπλο ένα βαθύλαλο λαγούτο. Στέκονταν εκεί και κοίταζε στα μάτια την καταιγίδα, ενώ η μελωδία του σχημάτιζε φωλιά, μια αγκαλιά για τους κατατρεγμένους, το χάδι μιας οκτάβας σαν αδερφικό χάδι που ξεκουράζει. Πέρασμα για το όραμα των ταξιδιωτών και ασπίδα. 

“Κι αν ζητά η ψυχή σου θαυμασμό, πάντα θα είναι μόνη,
νησί απομονωμένο στου σύμπαντος την έρημο,
μάχεται για να ξεχωρίσει θυσία και απώλεια.
Μα αν συνεχίσεις θα με βρεις στην απέναντι όχθη,
εκεί που το πένθος είναι φτωχό και η ελπίδα δυνατή.”

Η βάρκα τους μπήκε σε ήμερα νερά και άραξε, έτσι όπως υποχώρησε σταδιακά η μελωδία. Χαμήλωσε και η φωνή του Μένανδρου, έγινε μελιστάλλακτη, στοργική. Έμεινε εκεί να τους οδηγεί και πάλι σε αυτόν τον κόσμο σαν πυξίδα που αργόσβηνε, αλλά παρέμενε στο υποσυνείδητο μέχρι να μην τη χρειάζεσαι πια.

Γύρω από το Μένανδρο, το καραβάνι ρέμβαζε μεσμερισμένο. Αναμενόμενο. Η Ιντούν αναστέναξε με νοσταλγία. Της είχε λείψει η μαγεία του αδερφού της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια, αλλά αδιόρατοι ήχοι που έφτασαν στα αυτιά της την ανάγκασαν να τα ξανανοίξει. Κοίταξε γύρω. Τετράποδες σκιές απομακρύνονταν μέσα στη νύχτα, οι κάτοικοι της ερήμου που πήγαιναν για ύπνο μετά το νανούρισμά τους.

Οι ματιές των αδερφιών διασταυρώθηκαν. Ο Μένανδρος είχε επανέλθει. Έμειναν στη σιωπή. Γνώριζαν το νόημα του τραγουδιού, τον πραγματικό αποδέκτη του. Τα χείλη της Αιολίδας χαμογέλασαν αχνά σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, αλλά το χαμόγελο κόπηκε στη μέση. Με μία κίνηση συντονισμένη, τα αδέρφια Ιντούν καρφώθηκαν στον ουρανό, λίγο πάνω από το κεφάλι του Μενάνδρου. Ένα τόσο δα πλασματάκι, σαν διάφανο, μικροσκοπικό παιδί παρατηρούσε το Μένανδρο και μετά την Αιολίδα. Το πλασματάκι πάγωσε όταν η ματιά του συνάντησε εκείνη της Αλχημίστριας.

“Το βλέπεις; Έτσι;” ρώτησε ο Μένανδρος
“Ναι.”
“Είναι όντως εκεί;”
“Είναι. Το βλέπεις κι εσύ;”
“Όχι, αλλά το αισθάνομαι. Τι είναι;”
“Δε θα το πιστέψεις.”
“Τι είναι;”
“Παιδί!”
“Παιδί;”

Πάνω που πρόφεραν την τελευταία λέξη, το πλασματάκι εξαφανίστηκε.

“Έφυγε.” είπε η Αιολίδα.
“Το ένιωσα.”

Τα αδέρφια κοίταξαν τους συνταξιδιώτες και το Σίνγκεν. Δεν είχαν δει τίποτα.