Rasnarry Academy

Το Άλσος τω Δρυάδων [Κέννα, Ούμπρο]

Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019


“Έτοιμο το αγόρι μου.” η φωνή της Ιλίντιεν γέμισε όλο το στάβλο με τη σιγουριά της.

Άφησε κάτω την αγαπημένη βούρτσα του Ουρουφίνουε, τη μακρόστενη με τις κάπως σκληρές τρίχες και τον έντυσε με το καινούριο υπόρουχο, το προστατευτικό ύφασμα που προστάτευε την πλάτη του από γδαρσίματα της σέλας. Ο Φιν ύψωσε το κεφάλι και το κούνησε δεξιά και αριστερά. Τα αυτιά του, σαν παιχνιδιάρικα σημαιάκια, κουνήθηκαν γρήγορα μπρος πίσω τρεις φορές, ο δικός του μοναδικός τρόπος για να εκφράζει την περιέργειά του.

“Θα πάμε βόλτα με φίλους.” η Ιλίντιεν έλαβε ένα αδιάφορο κούνημα της ουράς του για απάντηση και γέλασε.

“Ω, σίγουρα θα έχει περιπέτεια, μη βιάζεσαι να βαρεθείς.” ο Φιν συνέχισε να είναι περίεργος.

“Ο Ούμπρο μας...” ο επιβήτορας ξεφύσηξε επιδοκιμαστικά. “...η κολλητή σου η Κέννα.” Η Ιλίντιεν στραβογέλασε στο ενθουσιασμένο χλιμίντρισμα του ταιριού της. “Ε δε θα σε άφηνα χωρίς παρέα. Πώς θα κλέβεις μόνος σου λιχουδιές;” είπε και ολοκλήρωσε το σέλωμα.

“Περπάτα να ξεπιαστείς ώσπου να γυρίσω.” είπε και είδε την πλάτη του μέχρι να ολοκληρώσει την πρόταση. “Μέχρι τους Κοιτώνες.” πρόσθεσε κάπως αυστηρά και ξαναμπήκε στο στάβλο. Ο Φιν σήκωσε το κεφάλι σε ετοιμότητα που έδειχνε ότι υπάκουε τις εντολές της και επιδόθηκε στο περήφανο χοροπηδητό του, ενώ απολάμβανε ελευθερία προνομιούχου υποζύγιου.

Στη δεξιά μεριά του στάβλου, η Ιλίντιεν άνοιξε τις πόρτες δύο ενήλικων Υξώς, αρκετά νεαρών ακόμη και καλά εκπαιδευμένων με σίγουρες και σταθερές κινήσεις. Η αύρα της εξέπεμπε κατακτητική αυτοπεποίθηση, διαποτισμένης με γαλήνη και άνεση. Τα δύο άλογα σήκωσαν τα αυτιά τους σε ένδειξη αναγνώρισης, μιας και η Ιλίντιεν συχνά βοηθούσε τους ιπποκόμους στη φροντίδα όλων των αλόγων και τη γνώριζαν καλά. Πρώτα άνοιξαν τα ρουθούνια τους ταυτόχρονα και η Ιλίντιεν ξεφύσηξε για να προσλάβουν το χνώτο της, ύστερα κούνησαν την ουρά τους και τα αυτιά τους κατέβηκαν στο πρώτινο ύψος τους, η δική τους ένδειξη χαλαρότητας στην παρουσία της. Τα Υξώς ένιωθαν σιγουριά πίσω από την πλάτη της άλφα τους, ακολουθούσαν με εμπιστοσύνη το μόνο θηρευτή σε μία αγέλη ζώων λείας.

Ο Φιν δε χρειάστηκε κάλεσμα για να επιστρέψει. Μόλις ακούστηκε η πόρτα του στάβλου να ανοίγει, κάλπασε με παιχνιδιάριο ρυθμό προς την Ιλίντιεν και τα δύο Υξώς. Η Ιλίντιεν, γενναιόδωρη στον έπαινό της και ευδιάθετη, τον προέτρεψε να γνωρίσει τα φιλαράκια του, τα οποία επιδόθηκαν στη γνωστή αναγνωριστική ρουτίνα τους. Ο Φιν έμεινε τελευταίος, ως ένδειξη αρχηγίας. Μόλις και το δεύτερο άλογο προσφέρθηκε να ανταλλάξει χνώτα μαζί του, ο τεράστιος επιβήτορας πρόσφερε κι εκείνος το χνώτο του για να δηλώσει τη συμπάθειά του προς τους συντρόφους του για το ταξίδι και έβαλε τη μουσούδα του μέσα στα πυκνά μαλλιά της Ιλίντιεν, σε μια ξεκάθαρη δήλωση για το ποιος ήταν ο υπεραγαπημένος του φίλος.

Η Ιλίντιεν, μαζί με την τετράποδη παρέα της συνάντησε την Κέννα και τον Ούμπρο έξω από το Ζέπελιν, όπου επέτρεψε στο Φιν να χαιρετήσει τη φίλη του με ένα χάδι της μουσούδας του στις παρείες της. Στον Ούμπρο έδωσε τα χαλινάρια των άλλων δύο λόγων και όλοι μαζί επιβιβάστηκαν στην ιπτάμενη κατασκευή των Εφευρετών που θα τους μετέφερε ως τη Μπόρον σε μία και μόνο μέρα. Όσο βρίσκονταν πάνω στο ζέπελιν έβαλε και τους δύο Πολεμιστές να φροντίσουν μαζί της τα άλογα. Ήταν μια ευκαιρία να γνωριστούν με τα υποζύγιά τους, να μάθουν τους δικούς τους τρόπους επικοινωνίας, να συντονίσουν τις ανάσες και τους χτύπους της καρδιάς τους, ώστε να αναπτύξουν την εμπιστοσύνη που κρίνονταν απαραίτητη για τις επόμενες ημέρες.

Στη Μπόρον, που ήταν τόσο απλή, Ανθρώπινη πόλη όσο το πιο συνηθισμένο χωριό, οι τρεις Πολεμιστές ίππευσαν δυτικά, προς το χωριό Μούντουϊκ, την πρώτη τους στάση. Εκεί υποτίθεται πως θα έπαιρναν τις κατάλληλες πληροφορίες ώστε να μπουν στο πυκνό Δάσος του Ναρίρ με ασφάλεια. Η Ιλίντιεν αδημονούσε για το Δάσος και τα μονοπάτια του, της θύμιζε τις ημέρες της Ακαδημίας και τα πρώτα χρόνια του μανίπουλου όπου περνούσαν ένα κάρο δοκιμασίες παρέα με τα στρατιωτικά της αδέρφια, τον Άιραμ, τη Βεστέλ, το Ρούεναρ και τον Έλαρκ, κάτω από τα επάγρυπνα μάτια των Δασκάλων τους. Στη μνήμη της ζωντάνεψε με αγάπη και πάλι ο Ντούριλ, ο δικός τους Δάσκαλος, αυτόν που οι πέντε θεωρούσαν πατέρα τους να τους κατευθύνει, να τους θέτει ερωτήματα και τρικλοποδιές που με κάθε αποτυχία τους σκλήραιναν περισσότερο. Στη συγκινητική ανάμνηση εισέβαλε η σκιερή παρουσία του Ίλεθ. Ποτέ φανερή, πάντα να ελοχεύει. Το θυμάται ακόμη σκληρότερο, σχεδόν απάνθρωπο να θέτει τα δικά του εμπόδια πριν το στόχο, πάνω που όλες οι ομάδες υιοθετούσαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούσαν να νιώσουν ασφαλείς, ότι οι δυσκολίες είχαν περάσει. Ο εκπαιδευτής Λαζ Λαζτάνα, ο Πρόμαχος της Μητέρας ορθώνονταν μπροστά τους ένας τέλειος ογκόλιθος, πανέμορφος, ιδανικός και απροσπέλαστος για να συντρίψει τα όνειρα ασφάλειας των απρόσεκτων. Η Ιλίντιεν χαμογέλασε στην προοπτική του δάσους και της εξερεύνησής του. Αφού είχε επιβιώσει από τον Ίλεθ, μετρημένες δυνάμεις της φύσης μπορούσαν να τη σταματήσουν, η δύναμη της απογοήτευσης για παράδειγμα.

Η Ιλίντιεν ξεπέζεψε από το Φιν στην πλατεία του χωριού Μούντουϊκ ή τέλος πάντων, σε αυτό το λασπερό άνοιγμα με κέντρο το πηγάδι, που αποκαλούσαν πλατεία. Δε μπορούσε να αρνηθεί πως το μέρος ήταν ηλιόλουστο, αλλά ο ζεστός ήλιος αδυνατούσε να διορθώσει την αβάσταχτη απλότητα ενός έντονα παραμελημένου αγροτικού χωριού. Όπως κάθε καλός στρατηγός, φρόντισε να μελετήσει πρώτα το περιβάλλον της. Τι να μελετήσει όμως; Πόσα δευτερόλεπτα χρειάζονταν για να ταυτοποιήσει κανείς είκοσι σπίτια με τους μπαξέδες τους, μία ταβέρνα-χαμαιτυπείο και το μοναδικό αξιοπρεπές κτίριο, σε διαστάσεις μεγάλου σπιτιού, που αποτελούσε το Δημαρχείο; Ποιοι δρόμοι; Ποια πιθανά κρυφά περάσματα; Την ενοχλούσε ήδη η έλλειψη παντελούς πρόκλησης σε εκείνο το μέτριο μέρος της μέτριας πόλης και των μέτριων χωρικών. Προσπαθούσαν άραγε για τις ζωές τους ή σπαταλούσαν τις ημέρες τους; Αγριοφωνάρες από την ταβέρνα που έμοιαζαν με υπερβολικά γέλια έλυσαν την απορία της. Αναστέναξε ελαφρά για να απελευθερώσει τις λασποπατημένες προσδοκίες της και έριξε το βλέμμα προς το Δημαρχείο, το οποίο είχε ειδοποιηθεί για την άφιξή μίας ομάδας της Ακαδημίας Ράζναρυ.

“Καλή μας αρχή.” είπε ψυχρά στους Πολεμιστές της και τους έκανε νόημα να ξεπεζέψουν.   

 
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 24, 2021, 07:44:01 μμ by Σολ Οτίγιε »


Ούμπρo Μέρμαν

Σιχαινόταν εκείνο το πράγμα!

Είναι δυνατόν να ταξιδεύουμε και να μην νιώθουμε την αύρα της θάλασσας; Αναρωτιόταν συνεχώς από την ώρα που ανέβηκε πάνω στη φθηνή απομίμηση ενός αληθινού, στιβαρού καραβιού. Καθώς άραζε στην κουπαστή και χάζευε τη γη από κάτω του, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι χαζεύει το βυθό, πλησίασε το άτι που θα θα τον συντρόφευε σε αυτήν την περίεργη αποστολή.

"Φλικ! Αυτό θα είναι το όνομά σου από εδώ και πέρα. Σαν το πνεύμα του βυθού, αφιερωμένο στον ιππόκαμπο της Ερίσνα!"

Το άτι ρουθούνισε δυνατά και τίναξε τη χαίτη του. Αχά, σημάδι αποδοχής, μάλλον, σκέφτηκε και χαμογέλασε πλατιά. "Λοιπόν Φλικ, μέχρι να φτάσουμε και καθώς σουρουπώνει, θα κάνουμε έναν διαλογισμό τα δυο μας. Θα σου δείξω τα απέραντα λιβάδια στο Δέλτα της Βιράλ. Εκεί όπου η γη είναι επίπεδη όσο φτάνει το μάτι, η βλάστηση υπερπλούσια και αμέτρητα κοπάδια θηλαστικών τρέχουν αμέριμνα και απολαμβάνουν την πλάση τη γης των Βαλησίνων."

Πετάχτηκε μέχρι τα υπνοδωμάτια και έφερε ένα μεγάλο και πλατύ μαξιλάρι. Ξάπλωσε, απλωτά το άτι και τοποθέτησε το μακρύ λαιμό του προσεκτικά στο μαξιλάρι. Ύστερα κάθισε οκλαδόν στη ράχη του ζώου και ξεκίνησε να χαϊδεύει απαλά το κεφάλι του, ψιθυρίζοντάς του βαλησίνικους νανουριστικούς στίχους. "

Ας τραγουδήσουμε λοιπόν, ώστε όνειρα να σε μαγέψουν
Πέτα στον άνεμο και φτάσε εκεί που ποθείς
Ο ύπνος του περιηγητή σε προσμένει απαλά
Βιράλ, δέξου το Φλικ στα ατελείωτα λαγκάδια σου
Πράσινα, μπλε, με αστραφτερά φώτα γεμάτα ζωή και ήχους
Μην ταλαιπωρείσαι άλλο φίλε μου, αφέσου στο άνεμο και στο νερό
Η γη και η θάλασσα, παρέα με το ήλιο και το φεγγάρι
Τρέξε, όσο πιο μακριά, ανάσαινε όσο πιο βαθιά
στις οπλές σου νιώσε κάθε τράνταγμα της γης
στην υπέροχη χαίτη σου τα ψήγματα της θεϊκής δημιουργίας
Πέσε στο νερό να δροσίσεις την ψυχή σου και αφέσου στο
υπέροχο χάδι του...


Έβγαλε το φλασκί και περιέχυσε απαλά με δροσερές στάλες τη ράχη του ζώου, είχε σουρουπώσει για τα καλά και με το που έτρεξαν ανέμελα οι σταγόνες στη πλάτη του, το άτι, έκλεισε απαλά τα μάτια και βυθίστηκε σε έναν υπέροχο γαλήνιο ύπνο. Ο Ούμπρο άραξε το κορμί του πάνω στο ζώο και κοιμήθηκαν μαζί μέχρι το χάραγμα και το τράνταγμα του ζέπελιν όταν ακούμπησε τη γη.

Ο δεσμός είχε δημιουοργηθεί, ο Φλικ σηκώθηκε, χάιδεψε με την μουσούδα του το βαλησίνο και πήρε θέση για να κατέβουν. "Όχι δεν θα τον σελώσεις!" Φώναξε στο φροντιστή, "δεν χρειάζεται πλέον". Με ένα ελαφρύ σάλτο βρέθηκε στη ράχη του αλόγου, κρέμασε το σάκο με τα πράγματά του, πήρε την τρίαινα στα χέρια του και δοκίμασε να καλπάσει.

"Βαλησίνος ιππέας, με τρίαινα στο χέρι, αντί για δόρυ! Να και κάτι που δεν έχει ξαναγίνει. Πάμε Φλικ!" Φώναξε δυνατά. Καθώς το άλογο σηκώθηκε όλο καμάρι και θράσος στα δύο του πόδια, εκείνος ανασηκώθηκε όσο πιο ψηλά μπορούσε, τίναξε ψηλά την τρίαινα και μπροστά στα έκπληκτα, όλο καμάρι, μάτια της Ιλίντιεν ούρλιαξε από τα βάθη της ψυχής του, "Ράσναρι  Σαιγ Σαρζ Βας Αχ Γλόρια!" "Άτρας, μι Έρδιρ ετ Έρου!"

Χίμηξαν και οι δύο σαν σίφουνες στον ορίζοντα και κάλπασαν αγέροχα μέχρι τον προορισμό τους.

Φτάνοντας στο χωριό, ξεπέζεψε ύστερα από το νόημα και οδήγησε τον κουρασμέν Φλικ σε μία μικρή κιστ΄ερνα για να ξεδιψάσει.

Καλή μας αρχή, έπιασε την ψίθυρο της Ιλίντιεν, όμως ο αέρας ήταν βαρύς και δεν ενέδιδε για πνοές ενθουσιασμού.

Ήταν έτοιμος, τρίαινα, δίχτυ, ξιφίδιο και ασπίδιο, ανά χείρας και η πολεμική του εγρήγορση επί ποδός.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 27, 2021, 09:01:34 μμ by Ούμπρo Μέρμαν »


Κέννα

Κοιτούσε με δέος το ζεπελιν όσο περίμεναν την Ιλιντιεν για να ξεκινήσουν. Πραγματικά, οι εφευρέτες ξεπέρασαν το εαυτό τους αυτή τη φορά.
Ούτε στα πιο τρελά της όνειρα η Κέννα δεν φανταζόταν ότι θα ήταν ποτέ δυνατό να πετάξει κάποιος πάνω από τον Ηθεριντ χωρίς την βοήθεια της αλχημείας.


Οπλες ακούστηκαν να πλησιάζουν και η Κέννα γύρισε χαρούμενη με την αναγνώριση του καλπασμου.  Ήταν ο κατεργάρης βοηθός της στην κλοπή των μήλων, ο Φιν το περήφανο άτι της Θαλανίλ.

"Γεια σου μεγάλε" είπε και του έδωσε ένα πεταχτο φιλί στην μουσούδα, αφού δέχτηκε πρώτα το δικό του χαιρετισμό.

Η καθηγήτρια Άτρας φρόντισε να φέρει και για αυτούς από ένα άλογο και τους άφησε να 'δεθουν' μαζί τους κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Ο νέος της φίλος, ένα ψηλό μαύρο άλογο, ξεκίνησε να την μυρίζει κάπως διστακτικά, χτυπώντας που και που την μουσούδα του πάνω της παιχνιδιάρικα.

Δεν πέρασε πολύ ώρα μέχρι να νιώσουν άνετα ο ένας με τον άλλον. Σαν ένδειξη φιλίας, η Κέννα έβγαλε μια από τις μεταλλικές χάντρες που φορούσε στα μαλλιά της και την έπλεξε στην χαιτη του.
"Ορίστε! Τώρα έχεις τα Πνεύματα του δάσους μαζί σου"  Έμεινε για λίγο σκεπτική και τότε της ήρθε. 
"Άρντουιν!" είπε θριαμβευτικά σαν να έκανε κάποιο μεγάλο κατόρθωμα. "Θα σε λέω Αρντουιν"

 Οι ώρες πέρασαν ευχάριστα και καθώς πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα η Κέννα είχε την ευκαιρία να απολαύσει την θεά που της πρόσφερε το ζεπελιν από ψηλά. Ο ουρανός είχε βαφτεί στα χρώματα του χρυσού, του πορτοκαλί και του κόκκινου και απλωνοταν σε όλη την έκταση του Ηθεριντ, δημιουργώντας μια εικόνα που σου έκοβε την ανάσα. Πήρε μια στιγμή για να αποτυπώσει αυτό που έβλεπε, αυτή τη στιγμή ηρεμίας στη δύση του ήλιου, που αναμείχθηκε με το βαλησινικο τραγούδι του Ούμπρο. Μαγικό.

Ένα ζεστό χνωτο στο πρόσωπο της ήταν αυτό που την ξύπνησε. Το άλογο ξεφυσηξε και βηματισε προς την πόρτα.
"Καλημερα και σε εσένα Αρντουιν" είπε καθώς τεντωθηκε για να ξεπιαστει.

Οταν βγήκε από το ζεπελιν είδε τον Ούμπρο να καλπάζει έξαλλα και να φωνάζει γεμάτος αυτοπεποίθηση. Κούνησε το κεφάλι με έκπληξη "Μα τι επιδειξίας είναι αυτός ο τύπος." είπε χαμηλόφωνα ενώ σκαρφαλωνε στο άλογο της. Το βλέμμα της έπεσε στην Ιλιντιεν, η οποία φυσικά τον κοιτούσε περήφανη. Καταπνιξε ένα χαμόγελο, δεν θα το παραδεχοταν ποτε όμως ήταν και αυτή περήφανη, για όλους τους.


Ιππευσαν μέχρι τον προορισμό τους, το χωριό Μπορον. Ένα συνηθισμένο χωριό, πιο συνηθισμένο και απλό από κάθε άλλο χωριό που είχε δει.  Ξεζεψε και ακολούθησε την καθηγήτρια ενώ ταυτόχρονα κοιτούσε περίεργη το περιβάλλον. Τουλάχιστον έχει ταβέρνα, παρατήρησε.


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Δεύτερος γύρος ξεκαρδίσματος ξέσπασε σαν έκρηξη από την ταβέρνα. Η Ιλίντιεν έστρεψε δυο μάτια παγωμένα προς τους ξύλινους τοίχους του παραπήγματος, σαν να προσπαθούσε να τους διαπεράσει. Έμεινε συγκεντρωμένη πάνω τους και προς καμία της έκπληξη, ο επόμενος γύρος δεν άργησε να απλώσει ξεφωνητά στο ήσυχο χωριό. Τη γνώριζε εκείνη την ταβέρνα, όλες εκείνες τις ταβέρνες. Χαμαιτυπία ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια παντού, είχε κάμποσα η Μιταθίρ, ακόμη και η Θαλανίλ και η νεότερη Ιλίντιεν, παρέα με το μανίπουλο τα γύριζαν μετά από κάθε αποστολή. Εκεί ξέδιναν την ένταση του ταξιδιού, με άφθονο κρασί, μπόλικο φαΐ και συχνούς καυγάδες που κατέληγαν σε μονομαχίες. Αυτή τους τη συνήθεια που ακόμη και ο Ντούριλ τους συντρόφευε πότε πότε, ο Ίλεθ αποδοκίμαζε.

Ένας από τους ισχυρότερους διαπληκτισμούς των αδερφών Άτρας συνέβη την ημέρα μετά τα γενέθλια του Άλαθας για τη διαφυγή της Ιλίντιεν και του Άιραμ στην ταβέρνα. Τον θυμάται, αψεγάδιαστο στην αυστηρότητά του να τονίζει πως το επίπεδό τους και της ταβέρνας θα έπρεπε να μην τέμνονται στον ορίζοντα και ξόδεψε τουλάχιστον ένα δεκάλεπτο να περιγράφει την ερπετοειδή ιδιοσυγκρασία των ατόμων που σέρνονται στις ταβέρνες. Ο Ίλεθ θεωρούσε τις ταβέρνες τουλάχιστον απαράδεκτες για την καταγωγή τους. Φωλιά των οκνηρών τις αποκαλούσε, των ηττημένων και φρόντιζε να τους υποδείξει παραδείγματα τελειωμένων, θρασύδειλων ανδρών που δεν είχαν θέση στο μεγαλείο των Ξωτικών και ακόμη περισσότερο, της Θαλανίλ. Τους εκσφενδόνισε δεκάδες υπενθυμίσεις και συγκαλυμμένες απειλές για την ακεραιότητα του ονόματος των Ίαρμις και των Άτρας και τον τρόπο που η Ιλίντιεν και ο Άιραμ το ποδοπατούσαν με μπότες λασπωμένες.

Ωριμότερη του νεότερου εαυτού της, η Ιλίντιεν αποδέχονταν ενδόμυχες σκέψεις παραδοχής για το ατέλειωτο κήρυγμα του μεγάλου αδερφού. Ποια οδό αναζητούσε το μανίπουλο, αν όχι να πνίξει καθένας τον προσωπικό του πόνο στη μέθη και την έξαψη; Τι ήταν η ταβέρνα για την Ιλίντιεν; Ένα ακόμη πεδίο μάχης, μια αρένα για να καλπάσει η οργή της αχαλίνωτη, το μέρος που φαινομενικά δυνατοί άνδρες την έτρεμαν, το πεδίο που έσπαζε τους άνδρες, τους έδειχνε πως εκείνη ήταν η επικίνδυνη. Τελευταία φορά που επισκέφθηκε ταβέρνα ήταν εκείνη η βραδιά στην Κουτσή Γαρίδα. Η φλόγα της κραιπάλης δε θέριεψε μέσα της. Διαπίστωσε πως δεν της έλλειπε κάτι, γι’ αυτό και δεν αναζητούσε τον κίνδυνο πια. Αντί να επιδοθεί σε τραμπουκισμούς, συζήτησε με το Γκλίριον Νάντριελ και το Βαλύριον, ήταν μια ωραία συζήτηση. Χόρεψε, ένα τραγούδι που πάντα απολάμβανε και αντί ο χορός να καταλήξει σε γρονθοκόπημα, επέστρεψε στη θέση της και το ποτό της, ήρεμη που κάποιος που τη νοιάζονταν την περίμενε στο δωμάτιό τους. Η Ιλίντιεν άφησε ένα αναστεναγμό περιφρόνησης για τα συνεχιζόμενα χαζόγελα. Εκείνη τη συζήτηση με το Γκλίριον θα μπορούσαν να την κάνουν στο μπαλκόνι, με ένα ποτήρι καλό κρασί, έτσι όπως την παρότρυνε να αξιοποιεί τις συζητήσεις της ο Ίλεθ. Θα της άρεσε να ξαναπιεί ένα κρασί με το Γκλίριον Νάντριελ και να ακούσει τη φιλοσοφία του, θα μπορούσε να το δοκιμάσει.

“Μχμ, κυρία Άτρας, Ακαδημία Ράζναρυ υποθέτω, σας περιμέναμε”

Τις σκέψεις της διέκοψε ένας μεσόκοπος κύριος με υφασμάτινο παντελόνι και παραφουσκωμένο πουκάμισο. Τα κουμπιά του κινδύνευαν να εκσφενδονιστούν στο πρόσωπο της Ιλίντιεν με την παραμικρή απότομη κίνηση. Τον κοίταξε από το σκαλοπάτι που στέκονταν, δεν ήταν στο Δημαρχείο δύο λεπτά πριν. Τους είχε αφήσει να περιμένουν και από το κάθιδρο πρόσωπό του που σκούπιζε κάθε λίγο με ένα νωτισμένο μαντίλι, η Ιλίντιεν κατάλαβε πως έφθασε τρέχοντας από δουλειές.

“Λαζτάνα Άτρας, για εσάς Καθηγήτρια Άτρας”, ανταπάντησε με την ψυχρή χροιά της. Στο άκουσμα του Ξωτικού τίτλου της που δήλωνε τη θέση και την καταγωγή της, παρατήρησε μία σύσπαση ανεπαίσθητη στον παχύ λαιμό του Δημάρχου, που ο ίδιος αγνόησε ότι συνέβη και συνέχισε.
“Με ποιον μιλάω;”

Ο Δήμαρχος, σαν να τον απειλούσαν με αιχμή από δόρυ, έκανε μισό βήμα πίσω.

“Γκλεν Χάρις, Δήμαρχος του Μούντουϊκ.”

Στην απάντησή του προσπάθησε να χωρέσει κύρος ώστε να συναγωνιστεί ή τουλάχιστον να φανεί αντάξιος στην ακλόνητη Πολεμίστρια που ορθώνονταν μπροστά του κι ας στέκονταν ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα. Το νευρικό σφούγγισμα του ιδρώτα του κατάφερε να τον κάνει να φανεί πως απαντούσε σε ανάκριση.

“Σας ειδοποίησαν εκ των προτέρων πως βρισκόμαστε εδώ για πληροφορίες”, είπε η Ιλίντιεν χωρίς να χρονοτριβεί και ο Δήμαρχος έγνεψε καταφατικά σαν επιληπτικός.
“και  οι πληροφορίες που ζητάμε είναι μία κατεύθυνση. Αναζητούμε ένα μέρος στο Δάσος του Ρομίρ, ένα μέρος που τα χωριά στις παρυφές του, όπως το Μούντουϊκ γνωρίζουν καλά, το Άλσος των Δρυάδων, αν έχετε ακουστά.”

Στο άκουσμα του Άλσους, ο Δήμαρχος έπαψε απότομα τις καταφατικές του κινήσεις και με κόρες κάπως διεσταλμένες στάθηκε ευθυτενής μπροστά στην Ιλίντιεν. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από το μαντήλι, παρόλο που το πρόσωπο παρέμενε ψύχραιμο, η ανάσα του, βεβιασμένη όπως και πριν, έγινε πιο πνιχτή. Ο Δήμαρχος ξεροκατάπιε πριν μιλήσει. Η φωνή του ακούστηκε ψιλότερη από πριν.

“Αυτό που ζητάτε είναι αδύνατο Καθηγήτρια Άτρας! Το Άλσος δεν εμφανίζεται κοντά στο Μούντουϊκ, κανείς στο χωριό δεν ξέρει που βρίσκεται!”   

Τα ξεφωνητά της ταβέρνας ξεχύθηκαν στο δρόμο σαν ακαθαρσίες από τους κουβάδες της τουαλέτας, πριν απαντήσει η Ιλίντιεν και μαζί τους ξεχύθηκαν οι θαμώνες, ένα τσούρμο πέντε ξερακιανών χωριατών πίσω από την πλάτη ενός άνδρα με μπράτσα παιδευμένα και μούρη σκληροτράχηλη. Το τσούρμο έκανε χειρονομίες, ξεστόμιζε βρώμικα λογοπαίγνια και γελούσε όπως κράζουν οι χήνες στα χωράφια τους. Ο επικεφαλής τους, με προσποιητή σοβαροφάνεια που τον έκανε να φαίνεται σκληρός στα μάτια των χωριατών έγερνε προς το στόχο του περίγελου. Μπροστά στα πόδια του, μία γυναίκα με το κεφάλι κατεβασμένο, έβρεχε τη μπαλωμένη ζακέτα της με δάκρυα γεμάτα χώμα. Δίπλα της ένα καρβέλι ψωμί, βρώμικο κι αυτό. Κάθε που πήγαινε να το πιάσει, ο σκληρός άνδρας το κλωτσούσε με το πόδι και το καρβέλι κυλούσε μακριά πριν το πιάσει η γυναίκα. Με κάθε προσπάθεια της καημένης, η βρωμοπαρέα ξεφώνιζε τα άξεστα γέλια τους που κάλυπταν τους λυγμούς και τα παρακαλετά της.

“Άσε με να το πάω στο παιδί μου σε παρακαλώ” επαναλάμβανε συνεχώς και προσπαθούσε να πιάσει το καρβέλι που ο άνδρας συνέχιζε να κλωτσά ακριβώς τόσο όσο να μη μπορεί να το πιάσει η γυναίκα.

“Η Μάρθα έχει παιδί!” φώναζαν και γελούσαν ξανά οι χωρικοί σαν να ήταν το πιο αστείο πράγμα που άκουσαν ποτέ τους. “Τη Μάρθα την τρελή την άγγιξε άνδρας!” οι χωρικοί έπιαναν τις κοιλιές τους από τα γέλια και ο αρχηγός τους συνέχιζε την ασχολία του τροφοδοτώντας την με περισσότερο εμπαιγμό. Μέσα στα ξεδιάντροπα γέλια τους δεν πρόσεξαν πως η θερμοκρασία χαμήλωσε απότομα, ούτε άκουσαν το χαμηλόηχο, αλλά απειλητικό γρύλισμα μέσα από τα δόντια της Ιλίντιεν που ανάγκασε το Δήμαρχο να κάνει κι άλλα βήματα πίσω.   


Ούμπρo Μέρμαν

Το τεχνικό κομμάτι των πληροφοριών είναι δουλειά της Ιλίντιεν, σκέφτηκε καθώς χάζευε τον απαράδεκτο τύπο με τον οποίο συνομιλούσε. Δεν υπήρχε περίπτωση να ασχοληθεί περαιτέρω, η ιεραρχία και οι ρόλοι ήταν ξεκάθαροι σε αυτήν την αποστολή. Τριγύρισε το μάτι του στο χώρο και ένιωσε την κατάντια και τη θλίψη αυτού του χωριού. Μικρό, απομακρυσμένο, ποιος θα φρόντιζε για την ασφάλεια και την επιβίωση; Αυτός; αναρωτήθηκε καθώς κοιτούσε το δήμαρχο. Πφφφ, αιρετοί, έκανε με αποστροφή και συνέχιζε να τσεκάρει το χώρο και τους δρόμους.

Την περισυλλογή του διέκοψε ο συρφετός της ταβέρνας. Παρακολουθούσε με ανεβασμένη ένταση τη σκηνή με την γελοιοποίηση της άμοιρης γυναίκας. Στην τελευταία κλωτσιά του καρβελιού, αποφάσισε να αντιδράσει. Κάποιος πρέπει να βάλει στη θέση τους, αυτούς τους αγροίκους, μονολόγησε και όρμηξε προς το μέρος τους. Είναι νωρίς ακόμη να ιδρώσεις, καθηγήτρια Άτραςτης ψιθύρισε και και ύψωσε το ανάστημα του στους έξι νταήδες.

Μπλόκαρε με το σώμα του τον αρχηγό τους και έδωσε τη δυνατότητα να πιάσει το καρβέλι με το ψωμί η καημένη Μάρθα. "Και να σκεφτείς ότι κάποιος άγγιξε τις μανάδες σας για να βγείτε εσείς!" Φώναξε γεμάτος οργή, γρυλίζοντας κατάρες στην διάλεκτο των πειρατών. Ένας με έξι ε;Αναρωτήθηκε βλέποντάς τους. Ίσως χρειαστεί να προσπαθήσω λίγο σκληρότερα.

Ο αηδιαστικός τύπος που έκανε κουμάντο, έκανε μία κίνηση και οι υπόλοιποι στοιχήθηκαν σαν κατοικίδια για τάισμα στο πλευρό του. Άνετα μπορούσαν να τον κυκλώσουν. Ανοίχτηκαν και τον σίμωσαν σε απόσταση τεσσάρων βημάτων, αφήνοντας το αρχηγό τους να τον πλησιάσει στα δύο. "Είπες κάτι για τις μάνες μας μικρέ;" Φώναξε, για να επιβληθεί στο νεαρό πολεμιστή. "Δεν ήταν έξυπνο αυτό που έκανες και τώρα θα πρέπει να σε τιμωρήσουμε."

Ο Ούμπρο με το που πλησίασαν, άνοιξε τη δεξιά του παλάμη προς τα πίσω, στέλνοντας μήνυμα στις πολεμίστριες να μη αναμειχθούν. Για να δούμε τι μπορούν να κάνουν οι νέες τεχνικές, σκέφτηκε και συγκεντρώθηκε καρφώνοντας το βλέμμα του στον αντίπαλό του. Το σώμα του τεντώθηκε ανεπαίσθητα καθώς απαλός αιθέρας ξεκίνησε να το τυλίγει. Σθένος της Αθλομάχης, σωστά Λάντριαν; Μονολόγησε καθώς ένιωθε την προστατευτική, αιθερική, πανοπλία να τον αγκαλιάζει σφιχτά. "Κάποιος μάλλον πρέπει να μαλώσει τις μάνες σας, για τους τρόπους που σας έμαθαν. Για δοκιμάστε να τα βάλετε με κάποιον στο μέγεθός σας!"

Ο μυώδης άνδρας κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του, χωρίς ο Ούμπρο να κουνήσει ούτε βλέφαρο. "Κρίμα που δεν είναι εδώ η δικιά σου, να ικετέψει, για να γλιτώσεις μικρέ! Θα σου μάθω εγώ τους τρόπους μας λοιπόν!" Ύψωσε τη γροθιά του και την κατάφερε με δύναμη στο δεξί μάγουλο του πολεμιστή. Ο Ούμπρο τραντάχθηκε ανεπαίσθητα και έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να τον χάιδεψε. Άλλο ένα τέτοιο χτύπημα και μετά τα πράγματα σοβαρεύουν, σκέφτηκε. Ο νταής εξεπλάγη μα προσπάθησε να μη δείξει ότι πτοήθηκε στους συντρόφους του. Σκατά, νιώθω σαν να χτύπησα τοίχο, τι συνέβη;, σκέφτηκε καθώς κοιτούσε τις κοκκινισμένες αρθρώσεις της γροθιάς του. "Μ' αρέσεις μικρέ, φαίνεται ότι μπορείς να προσέξεις τον εαυτό σου! Αλλά για πόσο θα σε κρατά η τύχη σου;" Συγκέντρωσε τη δύναμή του στο δεξί του βραχίονα και σημάδεψε τον κορμό του πολεμιστή.

Ξανά, ο Ούμπρο δεν κουνήθηκε και άφησε τη γροθιά να περάσει. Όμως αυτή τη φορά το ένιωσε στα όριά του το χτύπημα. Διπλώθηκε για λίγο καθώς η αιθερική πανοπλία εξαϋλωνόταν και επανήλθε με φλογισμένο βλέμμα μπροστά του. "Αν δεν μπορείς να ρίξεις έναν, τι θα κάνεις άραγες με τρεις;" Οι σκιές του Αλ ρασίντ, ήταν η αγαπημένη του τεχνική, από τις μέρες της εκπαίδευσης  του τρίτου έτους. Έσκυψε μπροστά, έσφιξε τη ράχη του και ούρλιαξε κάτι ακατάληπτο. Αστραπιαία ξεχύθηκαν δύο σκιες του οι οποίες πήραν θέση εκατέρωθέν του. "Έξι με τρεις! Οι πιθανότητές σου μόλις μειώθηκαν και αυτή τη φορά όμως δεν θα μείνουμε αμέτοχοι. Τι λες; Εδώ και τώρα;"

Ξαφνικά ο ζωτικός χώρος του ιδιόμορφου κύκλου άνοιξε, καθώς οι υπόλοιποι επιδόθηκαν στο βήμα πίσω του τρόμου, με του ξεπήδησαν οι σκιές του Ούμπρο. Η μπλόφα πάνω στη μπλόφα του νεαρού πειρατή θα μπορούσε να πιάσει, εάν κανείς δεν έκανε κίνηση να ακουμπ΄ησει μία από τις σκιές. Ο αρχηγός του, ήδη κλονισμένος από την αναποτελεσματικότητα των χτυπημάτων του, δίστασε. "Ε Μάρθα, κράτα το καρβέλι να ταΐσεις το μπάσταρδό σου. Την επόμενη φορά μικρέ. Αφήστε τον, δεν αξίζει! Πάμε να φύγουμε! Θα τα ξαναπούμε μικρέ και όχι τόσο ευγενικά."

Έφτυσε το χώμα μπροστά του, μάζεψε τους συντρόφους του και απομακρύνθηκαν. Ο Ούμπρο έτρεξε να σηκώσει την άμοιρη γυναίκα και της έδειξε τη κιστέρνα για να πλύνει το βρώμικο ψωμί. Στιγμές αργότερα, πλησίασε τις δύο πολεμίστριες με ένα πλατύ και αδέξιο χαμόγελο, "είδατε; Δεν χρειάστηκε καν να απλώσω το χέρι μου!"



Κέννα

Όσο μιλούσε η Ιλιντιεν με τον - ο Θεός να τον κάνει-δήμαρχο, συνέχισε να παρατηρεί το χωριό. Ετοιμόρροπα κτήρια, βρόμικο δρόμοι και άσχημη μυρωδιά.  Για αυτό σίγουρα μπορούσε να πάρει τα εύσημα και ο χοντρός άντρας μπροστά τους.
 Σε γενικές γραμμές όμως η ποιότητα ζωή τους μπορούσε να βελτιωθει, αυτό βέβαια προϋποθέτει δουλειά και ενδιαφέρον για κάτι καλύτερο. Κρίνοντας από την γεμάτη ταβέρνα αυτό δεν ηταν η προτεραιότητα τους. Το βλέμμα της σταμάτησε στην ταβέρνα, συλλογιζόμενη για την ποιότητα των ποτών, όχι ότι είχε σημασία για αυτήν.

Η φασαρία αυξήθηκε όταν από μέσα βγήκαν 5 χωρικοί, φωνάζοντας και βρίζοντας. Η Κέννα έκανε ένα βήμα προς το μέρος τους προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Παρατήρησε μια γυναίκα πεσμένη στα χώματα, σαν επαίτης να προσπαθεί να πιάσει μια τσαλαπατημενη φραντζόλα.
Οι νταήδες κλωτσουσαν την φραντζόλα και η γυναίκα ξανά από την αρχή προσπαθούσε να την φτάσει αγνοώντας τα αισχρά λόγια που της πετούσαν. 
Της ήρθε να ξεράσει. Ήξερε την ανάγκη της γυναίκας για αυτό το ψωμι, πόσο μάλλον αν είχε και ένα παιδί να φροντίσει. Καταλάβαινε την αδυναμία της να αντιδράσει, να υπερασπιστεί τον εαυτό της και έτσι απλά περίμενε να βαρεθούν να παίζουν μαζί της για να μπορέσει να φύγει με αυτήν την φραντζόλα που ούτε τα γουρούνια δεν θα τρώγανε.
Ευτυχώς μπήκε ο Ούμπρο μπροστά. Σίγουρα ήταν πιο ψύχραιμος από την Κέννα, σίγουρα δεν θα τους σκοτώνε όπως σχεδίαζε αυτή.

Φυσικά δεν είχαν ελπίδα με κάποιον σαν τον Ούμπρο. Μπορεί να ήταν εγωκεντρικος όμως ηταν άξιος πολεμιστής και αυτοί ήταν απλά χωριάτες με πολύ θράσος.

Πλησίασε την γυναίκα μαζί με τον Ούμπρο και όσο την βοηθούσε να σηκωθεί η Κέννα την κοιταξε με λύπη. Τα ρούχα της ήταν βρεγμένα και μυριζαν αλκοόλ. Δεν ήταν δύσκολονα φανταστεί τι της έκαναν πριν βγουν στον δρόμο. Αδύνατη όσο δεν πάει πήρε με ευγνωμοσύνη το ψωμί από τον Ούμπρο. Χωρίς αμφιβολία, είχε να φάει πολύ καιρό.

Αρπαξε το ψωμί από τα χέρια της γυναίκας και το πέταξε μακριά. Όχι, δεν θα την άφηνε να το φάει. Για όλες εκείνες τις φορές που αναγκάστηκε να φάει η ίδια τέτοια σκουπίδια, δεν θα άφηνε την γυναίκα και το παιδί της να το φάνε.
"Πάρε αυτά" της έβαλε μερικά κέρματα στο χέρι και της το έκλεισε. "Και αυτό." έβγαλε ένα βέλος από την φαρέτρα της και το έσπασε δίνοντας στην γυναίκα την μυτερη άκρη.  Στο μπερδεμένο βλέμμα της γυναίκας την κοιταξε με νόημα. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Η γυναίκα  το κοίταξε με τρόμο στην σκέψη ότι θα το χρησιμοποιούσε όμως δεν το άφησε, αντιθέτως το έκρυψε στα ρούχα της.

"Ευχαριστώ" ψέλλισε προς όλους.

" Μένεις εδώ κοντά;" ρώτησε η Κέννα και αμέσως κατάλαβε πόσο άστοχη ήταν η ερώτηση της. Όλα γύρω της ήταν 'εδώ κοντά'.

"Κάνατε ήδη αρκετά, σας ευχαριστώ πολύ" κοίταξε γύρω της για να σιγουρευτεί ότι δεν υπήρχε εκεί κοντά κάποιος από τους τυράννους της και εφυγε με σκυμμένο το κεφάλι.
« Τελευταία τροποποίηση: Φεβρουάριος 13, 2021, 06:39:10 μμ by Κέννα »


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Οι απειλές του τραμπούκου έφτασαν στα αυτιά της Ιλίντιεν σαν πεταλούδες. Υπολόγιζε πως τους αναλογούσε βάρος πεταλούδας, απειλητικές μέχρι να φυσήξει ο πρώτος σοβαρός άνεμος και να σκορπίσουν. Τα χείλη της σχημάτισαν ένα αναπόφευκτο χαμόγελο στον ήχο του Σθένους της Αθλομάχης που περιέβαλλε τον Ούμπρο.

Έπειτα από τα ελάχιστα λεπτά που κράτησε ο υποτιθέμενος καυγάς, η Οργή υποχώρησε άπραγη. Η επίδρασή της στο Δήμαρχο παρέμεινε.

“Πώς θα το βρούμε λοιπόν;” η Ιλίντιεν επανήλθε στην ερώτησή της για την τοποθεσία του Άλσους των Δρυάδων, απόμακρη.

Αν υπήρχαν τρία λίτρα νερό στο σώμα του Δημάρχου, με το τέλος της ερώτησης πρέπει να είχε ιδρώσει τα δύο.

Έκανε ένα βήμα πίσω πριν απαντήσει.
“Δεν ξέρω.” είπε με τα χέρια υψωμένα, σαν να ήθελε να κρυφτεί από την Ιλίντιεν.
“Δεν ξέρω να σας πω! Κανείς δεν ξέρει εδώ γύρω!” φρόντισε να συμπληρώσει για να αποτρέψει τους επισκέπτες από περιπάτους και ερωτήσεις.
Ο Δήμαρχος έδειξε το χωματόδρομο που οδηγούσε μακριά από το Μούντουικ.
“Να πάτε στο άλλο χωριό! Στο επόμενο χωριό να πάτε, εκείνοι θα σας πουν!” επαναλάμβανε χωρίς πνοή, με ρηχή ανάσα. “Εκείνοι ξέρουν, να πάτε εκεί!”

Η Ιλίντιεν του γύρισε την πλάτη. Έγνεψε καταφατικά στην Κέννα. Επικροτούσε τις πράξεις και την πρώιμη ωριμότητα που η ζωή εντύπωσε στη νεαρή Πολεμίστρια. Στην καρδιά της, η αγριάδα της νεότητας και η τρυφερότητα μίας προσωπικότητας σοφής, συνέθεταν γνώριμη αντίθεση. Ύστερα περπάτησε προς το δρόμο που ο Δήμαρχος είχε δείξει.

Ο Φιν, πάντα συντονισμένος, στάθηκε στο πλευρό της. Το μεγάλο άλογο έστριψε το λαιμό του και ρουθούνισε προς το σακίδιο που η αναβάτης του φυλούσε, μεταξύ άλλων και το χάρτη. Η συνεννόηση ήταν αρκετή για να στείλει το χέρι της Ιλίντιεν μέσα στο σακίδιο. Ψαχούλεψε λιγάκι και ύστερα, χωρίς τον παραμικρό θόρυβο, ανέσυρε τυλιγμένο το χάρτη.

Η Ιλίντιεν αγνόησε παντελώς την οχλαγωγία που εκτυλίσσονταν πίσω της. Οι πόρτες του Δημαρχείου που έκλειναν βιαστικά, συρσίματα νταήδων. Ο κεντρικός χωματόδρομος του Μούντουικ σήκωνε σκόνη αναστάτωσης από Ανθρώπους που υποχωρούσαν όπως-όπως. Τους άκουγε φυσικά, όπως άκουγε και τα βήματα του Ούμπρο και της Κέννα.

“Ιππεύουμε δυτικά.” τους ανακοίνωσε όταν έφτασαν δίπλα της  χωρίς να πάρει τα μάτια από το χάρτη.   


Ούμπρo Μέρμαν

Άνθρωποι ψιθύρισε με αποστροφή καθώς άκουγε την Ιλίντιεν να δίνει διαταγή κατεύθυνσης.

"Τι έχει εκεί;" Ρώτησε μάλλον βαριεστημένα, "Καλά εντάξει!" Χαμογέλασε πλατιά στο κεραυνοβόλο βλέμμα της Ίλίντιεν.

"Λοιπόν Φλικ που λες, δεν με τρελαίνει η ιδέα της ιππασίας γενικ΄α, αλλά νιώθω ότι οι δύο μας τα πάμε καλά τι λες;"

Το άτι τινάχτηκε και κόμπασε σχεδόν εριστικά. "Θα σου ΄φέρω και το Βαλύριον κάποια στιγμή να τον κάνεις βόλτα και άμα τον πετάξεις στη λάσπη κατά λάθος μπορεί να σου γνωρίσω μία πολύ καλή μου φίλη να αναλάβει τον καλλωπισμό σου. Χαχαχα" Γέλασε δυνατά στο αριστερό αυτί του αλόγου και πήρε μία μεγάλη αγκαλιά το λαιμό του.

Το σκηνικό δεν άλλαξε καθώς προχωρούσαν σκόρπια ξέφωτα, συστοιχίες δέντρων και άπειρη λάσπη η οποία έφτανε μέχρι δέκα πόντους από τις οπλές των αλόγων. Σε κάποια στιγμή τα δέντρα πύκνωσαν και ενα αλσύλλιο ετοιμαζόταν να υποδεχτεί στην σκούρα πρασινωπή του αγκαλιά τους πολεμιστές.

"Φλικ δεεες!" Έστρεψε το άλογο προς τα αριστερά όπου σκιουράκια ανέβαιναν τον κορμό ενός δέντρου. Ο άνεμος που διαπερνούσε την είσοδο του δάσους ήταν φρέσκος, καμία σχέση με το βαρύ περιβάλλον για το οποίο τους είχε ειδοποιήσει η Ιλίντιεν. Σπιρούνισε τον Φλικ και έτρεξε προς τα σκιουράκια τα οποία φυσικά εξαφανίστηκαν αυτοστιγμή.

Ξεπέζεψε και πλησίασε το δέντρο. Από μία σχισμή έτρεχε πηχτό ρετσίνι. Δεν κρατήθηκε και βάλθηκε να δοκιμάσει τη γεύση του. "Ρε αυτό είναι ωραίο!" Φώναξε καθώς συνέχισε να γεύεται το όξινο δάκρυ του δέντρου. "Έλα Φλικ δοκίμασε!" Το άτι έντρομο έκανε βήμα πίσω, "εντάξει, εντάξει! Το δέχομαι! Σταμάτα! Π΄αμε να συνεχίσουμε!"

Δεν άργησε να προφτάσει τις πολεμίστριες και ξαναπήρε τη θέση του στο σχηματισμό. Όπου επιδόθηκε σε ανελέητο μονόλογο. "Ό,τι πρέπει για ενέδρα αυτό το σημείο, στενός δρόμος μπροστά για να τον φράξεις, ανοιχτό προς τα πίσω για να φέρεις άντρες και να κόψεις τις διεξόδους."

Ασυναίσθητα ο ρυθμός τους έκοψε και χούφτωσε στη δεξιά του παλάμη σφιχτά την τρίαινά του. Ένας κορμός δ΄εντρου είχε πέσει κάθετα στο δρόμο και έφραζε την άνετη διέλευση.

"Ρε Ούμπρο αγόρι μου γιατί το ανοίγεις το ρημάδι;"
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 19, 2021, 05:25:56 μμ by Γκλίριον Νάντριελ »