Rasnarry Academy

Ακαδημία εναντίον Ληστών [Ανοιχτό για 1-2 χαρακτήρες]

Ιζόλδη Βαλουά

Χειμώνας 1306

Για άλλη μία φορά, η νεαρή κοπέλα ήταν στο Λιμάνι της Ακαδημίας, και περίμενε το Λελάνεα που θα τη μετέφερε στο Πορτμέιρ, ώστε να μεταβεί στο Ιερό Δάσος του νησιού. Ήταν ένα ήρεμο πρωινό, με ελαφρύ θαλασσινό αεράκι και ήλιο παρά το κρύο του χειμώνα. Η Αλχημίστρια φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα με κάποιες λευκές και ασημένιες λεπτομέρειες, απλά παπούτσια, δερμάτινα λεπτά γάντια μεγάλης αξίας, και κρατούσε ένα παχύ βιβλίο το οποίο μελετούσε για να περάσει η ώρα. Τα μαλλιά της ήταν μακριά, βιολετί στο πάνω μέρος του κεφαλιού της και ροζ από τη μέση και κάτω, και το μακιγιάζ της ήταν κάπως εκκεντρικό, με σκούρο κραγιόν και σκιά στο ανοιχτό της δέρμα. Η κάπως εκκεντρική εμφάνιση που είχε υιοθετήσει από όταν είχε ξυπνήσει από το κόμμα ήταν τα φανερά σημάδια της εμπειρίας της. Όχι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Όχι όσο θα έπρεπε.

Πολλοί από το διοικητικό προσωπικό της Ακαδημίας χαρακτήριζαν την Ιζόλδη "δουλευταρού", ή ίσως "ηρωική και γενναία" ή με "τεράστια αίσθηση προσφοράς προς το συνάνθρωπο", καθώς η κοπέλα, ειδικά μετά από την τραυματική εμπειρία που άλλαξε τη ζωή της, προθυμοποιούνταν πάρα πολύ συχνά να πάει για σε αποστολές για καταπολέμηση ληστών. Είτε κοντά, όπως τώρα, στο Ιερό Δάσος, είτε μακριά με το ζέππελιν της Ακαδημίας, η Ιζόλδη ήταν πάντα πρώτη όταν τυχάρπαστοι αγύρτες και αδίστακτοι τραμπούκοι έπρεπε να καταπολεμηθούν για να προστατευτούν οι αδύναμοι. Ίσως της έδιναν προτεραιότητα στην ανάθεση τέτοιων αποστολών για να τη βοηθήσουν να καταπολεμήσει κάποιο πιθανό ψυχικό τραύμα που μπορεί να της είχε μείνει, ή ίσως έφταιγε ότι η φοίτησή της στην παρούσα κατάσταση ήταν κάπως δύσκολη, μιας και είχε χάσει τις πρότερες δυνάμεις της. Όποια και αν ήταν τα κίνητρα αυτού που συντόνιζε τους μαθητές και τις αποστολές, ευνοούσαν την Ιζόλδη, που τα κίνητρα και ο ζήλος της πλέον ήταν πολύ σκοτεινότερα.

Η αποστολή ήταν απλή. Ληστές είχαν, για άλλη μια φορά, συγκεντρωθεί στο δάσος του νησιού, και τρομοκρατούσαν τους ντόπιους. Πόσοι ληστές υπήρχαν πια σε αυτό το νησί, και από που έρχονταν? Στην πλειονότητά τους ήταν πειρατές, οι οποίοι για μικρό χρονικό διάστημα έβγαιναν στη στεριά για να αναπληρώσουν τις δυνάμεις τους, να χάσουν τα ίχνη τους οι εχθροί τους και να πάρουν όσα μπορούσαν από τους ντόπιους πριν η Ακαδημία ειδοποιηθεί να στείλει βοήθεια. Κάποιες φορές τα κατάφερναν, κάποιες όχι.

Ο συντονιστής της αποστολής δεν ήξερε να πει στην Ιζόλδη αν θα είχε συνοδεία, κάποιο μαθητή ή κάποιον από το διδακτικό προσωπικό. Της είχαν υποδείξει να είναι τη σωστή μέρα και ώρα στο λιμάνι, και αν κάποιος άλλος έδειχνε ενδιαφέρον για την αποστολή, θα τον συναντούσε εκεί.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 19, 2021, 10:03:35 πμ by Ιζόλδη Βαλουά »


Μακριβέη Οτίγιε

Λίγες μέρες στην γνωστή Ακαδημία και η Μακριβέη δεν είχε πολλά πράγματα να κάνει, μιας και η παρουσία της εκεί τρόμαζε τον κόσμο και κρατούσαν απόσταση. Ίσως έφταιγε η προκλητική της εμφάνιση. Το κρανίο κορακιού στο μετωπό της όσο νά ναι ήταν αποκρουστικό θέαμα, παρέα με τα βραχιόλια από νύχια ιαγουάρων και λιονταριών που είχε στους καρπούς της. Κατα τα άλλα το κόκκινο φόρεμα χωρίς μανίκια, τα γυμνά πόδια της και το ξυρισμένο κεφάλι της, δεν ηταν κάτι διαφορετικό από αυτό της αδελφή της Σολ Οτίγιε.

Η Σολ της πρότεινε να πάρει μέρος στην αποστολή. Να δει και τα υπόλοιπα μέρη του νησιού της Ακαδημίας, και να κάνει μερικούς φίλους. "Αν είσαι κλεισμένη στον κόσμο των πνευμάτων, πως θα σου μιλήσουν;" της είχε πει, και η Μακριβέη αν και μεγαλύτερη σε ηλικία από την Σολ, την παραδέχτηκε. Είχε δίκιο. Μίλησε με την Κασσάνδρα, και της έδωσε την άδεια να μπει στην αποστολή αυτή.

Φθανωντας στο λιμάνι, "είδε" μια κοπέλα. Την αισθάνθηκε βασικά, αισθάνθηκε την Νεκρομαντεία να κυλά στις φλέβες της. Ίσως ήταν και η πρώτη της φίλη εδώ πέρα, δεν ήξερε. Οι Νεκρομάντεις ποικίλαν, ανάλογα με την κλήση τους και δεν ήταν όλοι ευχάριστοι. Κάποιοι ήταν τόσο κολλημένοι με την τέχνη τους, που ο χαρακτήρας τους είχε διαμορφωθεί γύρω από αυτην. "Γιατί εγώ δεν είμαι;" Η Μακριβέη γέλασε με την σκέψη της.

Φθάνοντας δίπλα της, την παρατήρησε καλύτερα, περίεργα μωβ-ροζ μαλλιά, φόρεμα φτιαγμένο σίγουρα από την Ισαχάρ, και ένα βιβλίο στα χέρια της. "Γεια." είπε σχεδόν ξερά "Είμαι η Μακριβέη."
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 19, 2021, 01:12:56 μμ by Σολ Οτίγιε »


Ιζόλδη Βαλουά

Η Ιζόλδη είδε μια αρκετά ασυνήθιστη κοπέλα να πλησιάζει. Φαίνονταν μεγαλύτερη από την ίδια, και της θύμιζε αρκετά τη Σολ, την οποία γνώριζε μιας και κάποτε ήταν και η ίδια Αλχημίστρια του νερού, και όχι πολύ μικρότερη. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη φυσικά για το αν σχετίζονταν. Σίγουρα είχε πολύ διαφορετικό "αέρα" γύρω της. Παρ' όλα αυτά, πάντα ευγενική, η Ιζόλδη έκλεισε το βιβλίο της και γύρισε προς τη Μακριβέη. Κρατώντας το με τα δύο χέρια χαμηλά μπροστά της, έκανε μια μικρή υπόκλιση με το κεφάλι και χαμογέλασε.

"Λέγομαι Ιζόλδη Βαλουά, και χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία." είπε με την απαλή φωνή της. Το επώνυμό της, χωρίς αμφιβολία, αυτό μια ισχυρής οικογένειας ευγενών της Ισαχάρ, πολύ κοντά στο βασιλιά. Η νεαρή κοπέλα είχε μάθει ότι οι καλοί τρόποι απαιτούσαν από την ίδια να δίνει το πλήρες όνομά της στο συνομιλητή της, και οι ευγενείς είχαν ακόμα περισσότερους λόγους να το κάνουν αυτό.

"Θα με συγχωρέσεις, αλλά δεν πιστεύω ότι σε έχω ξαναδεί. Θα θυμόμουν τα βραχιόλια σου, μου αρέσουν πάρα πολύ! Περιμένεις Λελάνεα απλά για να περάσεις απέναντι, ή δρας υπό την αιγίδα της Ακαδημίας?" ρώτησε η Ιζόλδη ευγενικά και με γλυκιά φωνή και χαμόγελο, για να μάθει περισσότερα. Δεν ήθελε να υποθέσει ότι η κοπέλα ήταν εδώ για την ίδια αποστολή, γιατί πολύ απλά δεν τη γνώριζε. Και αν ήταν πράκτορας των εχθρών, και η Ιζόλδη απλά της ξεφούρνιζε τα πάντα για την αποστολή της, και η Μακριβέη απλά έλεγε ναι σε όλα και παρίστανε ότι ήξερε και η ίδια? Τραβηγμένο, σίγουρα, αλλά η Ιζόλδη είχε μάθει να είναι προσεκτική.



Λίλιθ Μαέραλ

Η αποστολή που της ανέθεσαν, κατά την γνώμη της υποτιμητικη ανάθεση στο πρόσωπο της, είχε να κάνει με κάποιους ληστές στο δάσος του νησιού. Λες και δεν υπήρχαν αργοσχολοι πολεμιστές να ασχοληθούν με αυτό. Είχε σκοπό να τελειώσει γρήγορα με δαύτους, ίσως να δώσει και παράδειγμα στους επόμενους που θα θελήσουν να πατήσουν ξανά το πόδι τους εδώ.

Το πρωινό ήταν φωτεινό, όμως λιγάκι κρύο για τα γούστα της. Πάνω από το μπορντό της φόρεμα φόρεσε ένα μαύρο παλτό που έφτανε μέχρι τους γοφούς της και είχε χρυσά κουμπιά κατά μήκος. Τίναξε τις μπούκλες της με το δεξί της χέρι και ξεκίνησε για το λιμάνι.

Η Λαβίνια προπορευοταν στον αέρα, δίνοντας της πληροφορίες για το τι συμβαίνει εκεί που δεν φτάνει το ξωτικισιο μάτι της.
"Ωραία, ίσως αυτό θα έχει ενδιαφέρον" είπε στον εαυτό της όταν κατάλαβε με ποιες θα μοιραζόταν αυτή την αγγαρεία. Ανάμεσα σε όλους τους ερασιτέχνες αλχημιστές εδώ, οι νεκρομαντες ξεχώριζαν. Ήταν μια δύναμη η όποια σεβοταν, και λαχταρουσε για τον εαυτό της.

"Καλη σας μέρα κυρίες μου" η Λαβίνια πήρε την θέση της στο χέρι της Λίλιθ, χαιρετωντας και αυτή με την σειρά της με ένα κρωξιμο.


Μακριβέη Οτίγιε

"Α..." είπε ακούγοντας το επίθετο της Ιζόλδης. Γνωστοί οι Βαλουά, ευγενής οικογένεια στο πλάι του Βασιλιά της Ισαχαρ. Η Μακριβέη είχε ακούσα διάφορες σκόρπιες πληροφορίες απο τον Κελεμπ, όπως ότι επηρέαζαν την Βασιλική Οικογένεια με τις συμβουλές τους. Προσπάθησε να θυμηθεί παραπάνω, αλλά το μυαλό της έγινε λευκό σαν τα προσωπα των Νεκρών που έβλεπε στον ύπνο της και αρκετές φορές και στον ξύπνιο της.

Η Ιζόλδη παίνεψε τα βραχιόλια της και η Μακριβέη έριξε μια ματιά στα δόντια των ζώων. "Εγώ τα σκότωσα." της είπε. "Ήταν τα πρώτα που κατάφερα να σκοτώσω, από όταν δάμασα τις δυνάμεις μου. Πρέπει να ήμουν 11 χρονών." Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε περήφανο στην άκρη των χειλιών της. "Εσύ; Έχεις αναμετρηθεί με τα μεγάλα θηρία;" την ρώτησε. Είχε αρχίσει να συμπαθεί την μικρή κοπέλα. Ήταν και οι δύο εκκεντρικές, η καθε μια με τον τρόπο της.

Μια ακόμα παρουσία, όχι... δύο παρουσιές κοντά τους. Η Μακριβέη γυρνάει γρήγορα και βλέπει μια από τις Βοηθούς των Καθηγητών να τους πλησιάζει, μαζί με ενα κοράκι. Λάθος συναγερμος και η Μακριβέη χαλαρώνει από την θεση μαχης που ειχε πάρει. "Καλημέρα" λέει απατώντας στον χαιρετισμό της και την κοιτάει όλο περιέργεια. Έμπλεξε με δύο ευγενής από ό,τι φαινόταν. "Μου φαίνεται πως ειμαστε εδώ όλες για τον ίδιο λόγο..." είπε απατώντας έτσι στην ερώτηση της Ιζόλδης


Ιζόλδη Βαλουά

Η Ιζόλδη έδειξε επαρκώς εντυπωσιασμένη όταν άκουσε ότι η Μακριβέη είχε σκοτώσει τα θηρία αυτά στα 11 της, με τα μάτια της να ανοίγουν λίγο παραπάνω σε μια έκφραση έκπληξης. Μετά, χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. "Όχι, δεν θα μπορούσα να πω ότι έχω κυνηγήσει ποτέ κάποιο τέτοιο πλάσμα." είπε ευγενικά. "Πολύ εντυπωσιακό όμως." συνέχισε. Δεν θα είχαν πολλά 11χρονα το κουράγιο και τις ικανότητες να κάνουν κάτι τέτοιο. Σίγουρα η ίδια στα 11 δεν θα το είχε κάνει.

Αμέσως μετά αντιλήφθηκε τη Λίλιθ και γύρισε να την κοιτάξει. Ήξερε την γυναίκα αυτή κατ' όνομα και παρουσιαστικό, αλλά δεν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουν ως τώρα, με το κόμμα της Ιζόλδης, την αποχή της από μαθήματα λόγω αλλαγής των δυνάμεών της, και το ότι οι δύο γυναίκες είχαν έρθει σχετικά πρόσφατα. "Καλημέρα σας Καθηγήτρια Μαέραλ." είπε η Ιζόλδη με ένα μικρό χαμόγελο, απαλό τόνο, και μια μικρή υπόκλιση του κεφαλιού. Τα μάτια της σάρωσαν το παρουσιαστικό της γυναίκας με εκτίμηση, καθώς το φόρεμα της γυναίκας ήταν κομψό και τηρούσε τις προδιαγραφές του ονόματός της, ακόμα και για μια τέτοια αποστολή.

"Λέγομαι Ιζόλδη Βαλουά, και από εδώ είναι η Μακριβέη, με την οποία μόλις γνωριστήκαμε. Θέλω να πιστεύω ότι μαζί και με εσάς έχουμε συγκεντρωθεί όλοι οι ενδιαφερόμενοι, δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα χρειαζόταν κάποιος ακόμα για μια τέτοια αποστολή." είπε απαλά, τα λ΄όγια της με τόνο φιλοφρόνησης για τις άλλες δύο. Η γλώσσα του σώματός της ήταν εξασκημένη για όταν συναντούσε κάποιον ευγενή. Περήφανη και στητή, αλλά όχι προκλητική και επιθετική, για να εμπνεύσει ένα καλό κλίμα.

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε και το Λελάνεα, το οποίο πλησίασε το ήσυχο λιμάνι. Η Ιζόλδη χαμογέλασε στο θέαμα, κάτι που το είχε συνηθίσει. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε τι γεύση θα είχε το αίμα ενός Λελάνεα, αλλά μετά κούνησε το κεφάλι της. Όχι ιδιαίτερα καλή μάλλον, ή όχι του γούστου της. Έβαλε το βιβλίο της στην τσάντα της, και με προσοχή σήκωσε λίγο τις άκρες του φορέματός της και επιβιβάστηκε. Με την επιβίβαση των τριών, το Λελάνεα ξεκίνησε.

Η Ιζόλδη στάθηκε κοντά στις δύο γυναίκες, και αφού πήρε μια ανάσα θαλασσινού αέρα, μίλησε πρόσχαρα. "Οι πληροφορίες λένε ότι μια ομάδα πειρατών, ίσως και είκοσι με είκοσι πέντε άτομα, έχουν φτιάξει το λημέρι τους στο δάσος του νησιού. Ενδεχομένως να έχουν Πολεμιστές και Αλχημιστές στις τάξεις τους. Πώς θα προτείνατε να προσεγγίσουμε το κυνήγι μας?" ρώτησε με χαμόγελο, χρησιμοποιώντας τη λέξη "κυνήγι" τόσο απλά, σαν να μην ήταν άτομα απέναντι αλλά θηράματα.


Λίλιθ Μαέραλ

Η Ιζόλδη φρόντισε να συστήσει τον εαυτό της και την άλλη κοπέλα που βρισκόταν εκεί. Η στάση της φανερωνε πως έχει πάρει παιδεία ευγενή όμως παρόλο που το επίθετο της ακουγόταν γνωστό δεν μπορούσε να θυμηθεί κάτι σχετικό για την οικογένεια Βαλουα. Σημείωσε νοητά να κάνει μια μικρή έρευνα για την κοπέλα.
 Παρ' όλα αυτά, η αναγνώριση και ο σεβασμός που έδειξε στην Λίλιθ την χαροποίησε.
Επιτέλους κάποιος με τρόπους" συλλογίστηκε καθώς ανταπέδωσε μια ανεπαίσθητη υπόκλιση.

Η Μακριβέη, με το...ιδιαίτερο στυλ, παρέμενε σκοτεινά εκθαμβωτική. Η Λίλιθ βέβαια προσπάθησε αρκετά να αγνοήσει το κρανίο στο μέτωπο της. Ο δεσμός της με την Λαβίνια την επηρέαζε περισσότερο από όσο νόμιζε.

 Το Λελάνεα είχε φτάσει. Οι τρεις γυναίκες επιβιβαστηκαν ενώ το κοράκι της Λίλιθ προπορευτηκε και βρήκε μια ασφαλή θέση ψηλά στο καράβι. Πουλί της στεριάς, δεν αγαπούσε ιδιαίτερα την θάλασσα όμως δύσκολα θα αποχωριζόταν την αφεντρα του.

Η Ιζόλδη τους εξήγησε την κατάσταση, καταλήγοντας σε μια ερώτηση.
"Πώς θα προτείνατε να προσεγγίσουμε το κυνήγι μας;"
Ένα συγκρατημένο χαμόγελο εμφανίστηκε στο λαμπερό της πρόσωπο. Χωρίς να πάρει το βλέμμα της από τον ορίζοντα απάντησε
"Είμαι σίγουρη ότι θα σκεφτούμε κάτι ενδιαφέρον"

 


Μακριβέη Οτίγιε

Καθηγήτρια Μαέραλ λοιπόν. Φρόντισε κάποιος τουλάχιστον να της λύσει την απορία. Κούνησε με ένα μικρό νεύμα το κεφάλι της όταν η Ιζόλδη την παρουσίασε με το μικρό της. «Οτίγιε, Μακριβέη Οτίγιε» συμπλήρωσε με βαριά χρεία. Δεν ένοιωθε άνετα, να παρουσιάζεται με ολόκληρο το όνομα της. Άλλωστε στην Σιράν που μεγάλωσε, και όχι γεννήθηκε, όλοι την φώναζαν με το μικρό της. Μην έχοντας να πει πολλά, παρακολουθούσε την Ιζόλδη να αλλάζει την στάση του σώματος της. Στην άγρια φύση αυτό δήλωνε υποταγή. Ήταν στην φύση της να κάνει έτσι; Αναρωτιόταν η Μακριβεη. Και όμως έδειχνε δυνατή Νεκρομάντης, γιατί δεν έδειχνε την πραγματική της δύναμη; Ή μάλλον, τόσο δυνατή ήταν η Καθηγήτρια για να της δείχνει τέτοια υποταγή; Γύρισε και κοίταξε την Μαέραλ. Έστειλε στιγμιαία τον αιθέρα της να την περικυκλώσει και να ανιχνεύσει τις δυνάμεις της. Ενεργειακή Αλχημίστρια, δυνατή, αλλά η Μακριβέη δεν μπορούσε να διαβάσει άλλα, όσο και αν προσπαθούσε. Απέσυρε τον αιθέρα της τόσο διακριτικά όσο τον είχε στείλει αρχικά.

Ακολούθησε την αποστολή, πάνω στο μαγικό πλάσμα και ήρεμα ξεκινήσαν για την άλλη μεριά. Η Μακριβέη αισθανόταν κάπως πάνω στο νερό. Είχε συνηθίσει να πατάει τα πόδια της στη γη, εκεί που έθαβαν τους νεκρούς. Η θάλασσα ήταν για τους αδύναμους, έτσι έλεγε πάντα στον εαυτό της. Έσφιξε λίγο παραπάνω την γούνα από αρκουδα πάνω της, που είχε φέρει μαζί της.

Στην ερώτηση της Ιζόλδης, η Μαέραλ απάντησε όπως μια σωστή ηγεμόνας, που εντυπωσίασε την Μακριβέη. Η ίδια προτίμησε να μείνει σιωπηλή, αφουγκράζοντας τους ήχους της θάλασσας. Ξαφνικά το ένιωσε, το έβλεπε και ας ήταν στην άλλη ακτή. Το πνεύμα τριγυρνούσε άσκοπα ταραγμένο και φοβισμένο. «Έχουμε παρέα…» είπε μόνο στις δυο τους.


Ιζόλδη Βαλουά

Η Ιζόλδη απάντησε στην καθηγήτρια απλά με ένα συγκρατημένο χαμόγελο και ένα γνέψιμο. Η απάντηση αυτή δεν την ικανοποίησε καθόλου, και της έδινε την εικόνα ότι η γυναίκα είτε δεν είχε κάποιο σχέδιο και ούτε θα έφτιαχνε ένα, είτε ότι περίμενε να δει την κατάσταση για να σκεφτεί κάτι. Το τελευταίο δεν ήταν και τόσο παράλογο, αλλά μέσα της η Ιζόλδη αισθάνθηκε απογοήτευση. Πόσο δύσκολο ήταν να ξετρυπώσουν και να κυνηγήσουν αυτούς τους ποντικούς? Θα μπορούσε σίγουρα να το κάνει και μόνη της, και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι κάθε μια από τις τρεις Αλχημίστριες θα μπορούσε να το κάνει μόνη της, αν δεν έκαναν κάποιο χαζό λάθος.

Φυσικά, τα συναισθήματα και οι σκέψεις της δεν φάνηκαν στην έκφρασή της. Ήταν μαθήτρια, και η Μαέραλ ήταν βοηθός καθηγήτρια. Αλλά υπήρχε κάτι ακόμα πιο σημαντικό να ρυθμίζει την αλληλεπίδρασή τους. Ήταν μια Βαλουά, που σημαίνει ότι ήταν γόνος μιας από τις πέντε ίσως πιο ισχυρές ευγενείς οικογένειες της Ισαχάρ, και ήταν μια Μαέραλ, που άνηκαν στους τριάντα της Θαλανίλ. Οι ρόλοι μαθητή και καθηγητή κρατούσαν εφτά χρόνια, αλλά οι σχέσεις των οικογενειών κρατούσαν γενιές, και μια δυσάρεστη συμπεριφορά ή μια λάθος λέξη από μία από τις δύο πλευρές θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις για τις δραστηριότητες των οικογενειών τους. Καθώς άρμοζε, η Ιζόλδη θα έπαιζε το ρόλο της καλόβολης μαθήτριας και θα προσπαθούσε να μην πάρει τα ηνία αυτής της αποστολής ακόμα και αν η βοηθός δίσταζε, αλλά δεν αισθανόταν κατώτερη σε κάποιο τομέα.

"Μακριβέη...είπες κάτι?" ρώτησε απαλά και με ενδιαφέρον, χωρίς να πιέσει περεταίρω για το τι θα κάνουν. Φυσικά, δεν μπορούσε να δει ή αν νιώσει το πνεύμα, όπως το έβλεπε μόνο η Μακριβέη. Ήταν το πνεύμα ενός άντρα γύρω στα 20, αγρότη αν η Μακριβέη έκρινε από τα ρούχα που φορούσε ακόμα και εκείνη τη στιγμή και την τσάπα που κρατούσε. Περπατούσε χαμένο στην παραλία, αλλά...αισθάνθηκε τη σύνδεση με τη Μακριβέη, την προσοχή της. Ο κόσμος του ήταν γκρίζος, καθώς δεν μπορούσε να αλληλεπιδράσει με κανέναν, μόνο να παρακολουθεί ανίσχυρο...αλλά αυτή η κοπέλα...τον έβλεπε!

Την επόμενη στιγμή, το πνεύμα εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στη Μακριβέη, αιωρούμενο. Άνοιξε το στόμα του και φαινόταν να μιλάει, αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα στην Αλχημίστρια. Το αισθάνθηκε, και ένιωσε απόγνωση. Πώς να της πει αυτό που προσπαθούσε??? Ο άντρας σκέφτηκε κάτι, και έσφιξε το σαγόνι του αποφασιστικά. Το αιθέριο υλικό που τον δημιουργούσε αναταράχτηκε, καθώς πήρε ένα σχήμα σαν να τον χτυπούσε φωτιά! Η φωτιά τον χτύπησε, ξανά και ξανά, και μπροστά στα μάτια της Μακριβέης, άρχισε να καίγεται, μια αναπαράσταση των τελευταίων, επώδυνων στιγμών του. Μπορεί να μην μπορούσε να μιλήσει, αλλά ο πόνος του ήταν τόσο ζωντανός, η αγωνία που είχε μόνο ένα θεατή, τη Μακριβέη. Όποιος τον είχε σκοτώσει, είχε χρησιμοποιήσει φωτιά. Το μόνο που έμεινε ήταν το στοιχειακό αποτύπωμα της τσάπας του στο πλοίο, πριν φυσήξει ο αέρας και το πάρει και αυτό, αφήνοντας τη Μακριβέη να σκεφτεί αυτή την τελευταία, μακάβρια προειδοποίηση για το τι είχαν να αντιμετωπίσουν.


"...Μακριβέη..?" ρώτησε απαλά η Ιζόλδη, ίσως βγάζοντας τη νεαρή κοπέλα από την κατάσταση στην οποία την είχε βάλει το πνεύμα. "Φτάσαμε...είσαι καλά?" ρώτησε με φροντίδα η Ιζόλδη, καθώς όντως το Λελάνεα έπιασε λιμάνι στο Πορτμέιρ, και οι Αλχημίστριες ήταν ελεύθερες να αποβιβαστούν και να ξεκινήσουν την αποστολή τους, πιθανώς υπό την καθοδήγηση της Λίλιθ.