Rasnarry Academy

Ζωντανές Σελίδες [Γκρέλντα]

Κασσάνδρα Καν



Τέλη φθινoπώρου του 1305

Η Κασσάνδρα παραλαμβάνει από τους μαθητές της το μοναδικό ίσως βιβλίο που δεν έχει αποκωδικοποιήσει ακόμα στη ζωή της. Μέχρι τώρα το είχε πάντα μαζί της, σαν φυλαχτό, σαν κάτι που ήταν το άλλο της μισό. Το έχασε όμως, αλλά η αποστολή κατάφερε να το βρει και να το επιστρέψει ασφαλές στην Ακαδημία.

 Το πως έφτασε στα χέρια της εδώ και πολλά χρόνια ήταν μυστήριο. Ένας ανώνυμος αποστολέας το άφησε για εκείνην από τον πρώτο χρόνο που βρισκόταν στην Ακαδημία, με ένα γράμμα/πρόκληση. «Να δούμε πόσο θα σου πάρει να τους βρεις…»

Μπορεί να περηφανευόταν για τις ικανότητες της σαν ιστορικός, αλλά αυτό, Το βιβλίο των Νεκρών, δεν μπορούσε να το καταλάβει. Τι έψαχνε αρχικά. Πίστευε ότι έπρεπε να βρει κάποιους νεκρούς. Αλλά ποιο το όφελος; Τι θα έβρισκε εκεί; Με τα χρόνια, και έχοντας αντιληφθεί ότι οι νεκροί ήταν απλά άτομα, από όλες τις φυλές, ισάξια σε αριθμό, ίσως αυτό ήταν ένα στοιχείο, το άφησε στα ράφια της. Μέχρι εκείνη την μέρα. Την επιστροφή τους από την Μεβαίρ και την απαγωγή του Αλμέρ, του Σοφού Θεραπευτή. Ένα ακόμα ανώνυμο γράμμα έφθασε για εκείνην λέγοντας «Τους βρήκες;». Αυτές τις δύο απλές λέξεις που άρχισαν να την βασανίζουν μαζί με τις τύψεις της. Η εμμονή ξεκίνησε σχεδόν αμέσως. Και ενώ ο χρόνος περνούσε και οι μέρες γινόντουσαν νύχτες και οι αποστολές τους έφεραν πιο κοντά στην επιστροφή του Αλμέρ στην Ακαδημία, η Κασσάνδρα έφθασε σε ένα συμπέρασμα. Έπρεπε να ζητήσει βοήθεια. Μπορεί να μην ήταν ιστορικός, αλλά ήταν η πιο παλιά της φίλη εδώ στην Ακαδημία, και το μυαλό της ήταν αξεπέραστο. Η Γκρέλντα ήταν η καταλληλότερη επιλογή για να το μοιραστεί.

Τέλος Φθινοπώρου του 1306

Μια νίκη, επιτέλους! Η Ιλίντιεν και η αποστολή της, επιστρέψαν με τον  Αλμέρ στην Ακαδημία! Η Κασσάνδρα δεν μπορούσε παρά να είναι εκστασιασμένη. Όλοι τον άφησαν να ξεκουραστεί. Θα είχαν χρόνο να μιλήσουν μετά, άπλετο.

Η Κασσάνδρα βρίσκεται στο γραφείο της και περιμένει την Εφευρέτρια και συνάδελφο Γκρέλντα. Σκοπός της Κασσάνδρας να της δείξει το βιβλίο που την έχει βασανίσει αρκετά χρόνια τώρα, και ίσως έχει σχέση με όλα αυτά που συμβαίνουν. Αυτό αποτελεί προαίσθημα της ίδιας και είναι σίγουρη ότι η Γκρέλντα θα έχει το ίδιο στο νου της μόλις το δει.

Το Καουα κρύωσε. Η Κασσάνδρα και η Γκρέλντα μιλάνε για τα τελευταία νέα και την στάση των Σοφών σε όλο αυτό. Έχουν αλλάξει τα πράγματα για όλους, σε αυτό συμφωνούν και οι δυο τους. Η Κασσάνδρα ζητάει από την βοηθό της, μια κανάτα από το κρασί της Ακαδημίας και δύο κούπες. Γρήγορα φθάνουν και σερβίρει στις δύο κούπες. Ήρθε η ώρα…«Γκρέλντα…» ξεκινάει εξηγώντας πως έφθασε το Βιβλίο των Νεκρών στα χέρια της. «Θα ήθελα την βοήθεια σου…» το αφήνει στο τραπέζι μπροστά στην φίλη της και πίνει μια ακόμα γουλιά από το κρασί της.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 23, 2021, 05:46:48 μμ by Σολ Οτίγιε »


Γκρέλντα

“Εσένα σε θέλω μετά”, έκανε νόημα η Γκρέλντα στη Ντίρα πριν αποχωρήσει για το γραφείο της Κασσάνδρας με βήμα αργό και βαρύ που αντηχούσε κουρασμένο στις πολυκαιρισμένες πέτρες της Ακαδημίας.

Η αγαπητή συνάδελφος Ιστορικός είχε καιρό να την προσκαλέσει για κρασί. Στην πραγματικότητα, είχε καιρό να προσκαλέσει οποιονδήποτε για οτιδήποτε, μιας και η αρπαγή του Αλμέρ είχε διαπεράσει την ψυχή της ως τα βάθη σαν μαχαίρι. Ναι, σαφώς και ένα σετ καλολαδωμένα λέπια δεν ήταν αρκετό να σταματήσει τη μαχαιριά που ακολουθούσε το ψυχολογικό φορτίο της απώλειας. Όχι ότι η Γκρέλντα έμεινε αλώβητη από αυτήν την “άτυχη” στιγμή, αλλά σε καιρούς κρίσης, η Εφευρέτρια έκανε αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα για να διώξει την ανησυχία, εφεύρισκε λύσεις στο πρόβλημα.

Λίγους μήνες πριν παρευρίσκονταν σε μία συνάντηση βαρετή και ανούσια, όπου η Κασσάνδρα και έπειτα η Ιλίντιεν Άτρας κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις από τους εναπομείναντες Σοφούς, γιατί η Ιστορικός δεν τον πρόσεχε και γιατί η Πολεμίστρια δεν τον έφτασε. “Λες και είναι νήπιο” ήταν τα ακριβή της λόγια. Συνοδεύτηκαν από πρώιμο σβήσιμο του πούρου της σε ένα τασάκι γυάλινο τασάκι που “δανείστηκε” και λαθραία έφερνε μαζί της στην αίθουσα που δεν επιτρέπονταν το κάπνισμα και από τη σιωπηλή της αποχώρηση. Οι Σοφοί περίμεναν να κάνει καυγά, να εγείρει διαφωνίες ίσως. Αντ’ αυτού, η Γκρέλντα χούφτωσε τη μανιβέλα και ξεκίνησε να τη γυρνά. Μαζί με τη μανιβέλα, γύρισαν και τα γρανάζια. Μαζί με τα γρανάζια ανέτειλαν σκηνές και παραστάσεις, λόγια και μαζί με τα λόγια και τις πένες αναδύθηκε γνώση, λύσεις.

Τώρα, μαζί με τις λύσεις, αναδύθηκε και η Κασσάνδρα με την πρόσκληση για κάουα. Στη σκαλιστή καρέκλα που της πρόσφερε, η Εφευρέτρια βολεύτηκε εύκολα. Στο δεξί της χέρι, το πραγματικό, κρατούσε το φλιτζάνι με το μαύρο, σκέτο κάουα. Όσο μιλούσαν ευφραίνονταν από τις αιχμηρές νότες του και όταν έπαιρνε καμιά γουλιά, άφηνε το πικρό φαρμάκι να κυλήσει στα σωθικά της σαν σαγηνευτικό δηλητήριο. Τέτοια δηλητήρια αναζητούσε, δηλητήρια που θα κρατούσαν το προοδευτικά γέρικο μυαλό της σε εγρήγορση τα βράδια, όταν οι ιδέες και η έμπνευση τη γύρευαν στη σιγή του σκοταδιού. Στο άλλο χέρι, το μεταλλικό, μία μεταλλική βέργα προεξείχε από τους καλογυαλισμένους αρμούς του καλοσχεδιασμένου καρπού. Στην κορυφή της είχε ένα πλατύ βαθούλωμα, αρκετό για να χωράει το αναμμένο πούρο. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και παίνεψε τον εαυτό της για τη σκέψη. Ούτε λεκέδες στα χέρια, ούτε μαυρίλες από τις στάχτες. Μόνο από τα γράσα.

Δύο μάτια γαλάζια, γεμάτα σπιρτάδα και στοργή στράφηκαν στην Κασσάνδρα. Αυτά τα δύο μάτια έκρυβαν επιμελώς τη σκληρότητα, τη φυλούσαν για άλλη περίσταση. Ήταν ένα απλό απόγευμα. Να πουν τα νέα τους, να συζητήσουν βλακείες γυναικουλίστικες που δε συμβάλουν στην προσωπική τους εξέλιξη, αλλά που θα τους δώσουν την ψευδαίσθηση ότι έχουν πολλά κοινά. Κι όμως την εξέπληξε με το ενδιαφέρον της για τις εξελίξεις.

“Έλα ρε Καν” αναφώνησε με ικανοποιημένη έκπληξη και κατέβασε το κάουα μονορούφι. Ύστερα, έστρεψε με το μεταλλικό αντίχειρα ένα μοχλό μικροσκοπικό, ώστε να ανοίξει ένα ακόμη σημείο από το πάνω μέρος του μεταλλικού χεριού. Από μέσα πετάχτηκε μία δαγκάνα πτυσσόμενη που κινήθηκε στο δοχείο με το κάουα σαν την κόμπρα που γνώριζε το στόχο της. Χωρίς να κουνήσει δαχτυλάκι πραγματικό, η Γκρέλντα ξαναγέμισε το υπερμέγεθες φλυτζάνι της και επιδόθηκε σε νέο γύρο πικρής απόλαυσης, δικαιολογώντας στον εαυτό της πως τα πράγματα ήταν σοβαρά.

Την άκουσε με ενδιαφέρον. Με ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον την άκουσε όταν παρήγγειλε το κρασί. Όταν η βοηθός της απομακρύνθηκε, η Γκρέλντα έσκυψε προς το μέρος της Κασσάνδρας και την κοίταξε στα μάτια.

“Ρε συ Καν, ο Χάρυ ο μάγειρας δεν έκανε τις προάλλες Εισαγωγή στην Ιστορία του Ήθεριντ; Καλά δεν είδα;”

Δέχτηκε το κρασί της και ευχαρίστησε τη βοηθό με ευγένεια και της ζήτησε να αφήσει την καράφα κάτω. Σηκώθηκε όρθια και τη χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

“Δε θα σε χρειαστούμε άλλο, πήγαινε να παίξεις με τα στρατιωτάκια σου.” της είπε και κινήθηκε προς την κουζίνα.

Επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα με μία δεύτερη καράφα.

“Τελευταία φορά που κοίταξα, δε χρειαζόμουν να εκπαιδεύομαι για Καθηγητής για να φέρω κρασί απ’ την κουζίνα Καν.” την κοίταξε με νόημα μονάχα μια στιγμή και επικεντρώθηκε στο θέμα τους.

Δε χρειάζονταν ιδιαίτερες περιγραφές για το βιβλίο μπροστά της. Με μία λέξη, παράξενο. Έμοιαζε παράξενο, μύριζε παράξενο, αν το άγγιζε, ήταν σίγουρη πως η υφή του θα ήταν παράξενη, γεγονός που συντελούσε στην εκθετική αύξηση της περιέργειάς της. Κάθισε πίσω και ήπιε μια γουλιά, αλλά δεν ήταν αρκετή να κωπάσει τη θύελλα της περιέργειας που είχε χτιστεί μέσα στο νου της. Μέσα στην καταιγίδα των προβληματισμών και των ανατροπών, ένα ακόμη μυστήριο στέκονταν αθώο στην απλότητά του και περίμενε να το εξερευνήσει. Ότι κι αν ήταν, είχε κερδίσει την προσοχή της με το μαύρο, απέρριτο περιτύλιγμά του και την πρόταση της Κασσάνδρας την περίμενε.

Η Γκρέλντα έγειρε πίσω, στην αναπαυτική πλάτη της καρέκλας και προσδέθηκε για να απολαύσει την πτήση.

“Ψυχαγώγησέ με Καν” είπε παροτρύνοντας την Κασσάνδρα να εξηγήσει πώς ήρθε αυτό το βιβλίο στην κατοχή της, ποια ήταν τα περιεχόμενά του και δηλώνοντας με τον τρόπο της ότι θα τη βοηθούσε.


Κασσάνδρα Καν

Η Κασσάνδρα γέλαγε και είχε καιρό μαλιστα. Η Γκρέλντα τα κατάφερνε καθε φορά να της παίρνει το μυαλό. "Χτίζουν χαρακτήρα έτσι" είπε απατώντας στο σχόλιο για την Γέιλνα την Βοηθό Καθηγητή της. "Οι Ιστορικοί είναι φορείς γνώσεων, ιστορίας, και καμιά φορά και μιας καράφας κρασί. " είπε και έσκασε στα γέλια. Η αλήθεια είναι ότι η Βοηθός της έκανε εξαιρετική δουλειά με τα μαθηματα, τους μαθητές και τις εργασίες που έπρεπε να διορθώσει στο πόδι της Κασσάνδρας και την εκτιμούσε πολύ.

"Ας επικεντρωθούμε στο βιβλίο..." είπε και κοίταζε την Γκρέλντα να κάθεται αναπαυτικά στην καρέκλα περιμένωντας περισσοτερες λεπτομέρειες για το πως βρέθηκε στα χέρια της.

Τον πρώτο χρόνο που ήρθε στην Ακαδημία, η Κασσάνδρα έχοντας εμπειρία από την εκπαίδευση παιδιών, έπιασε γ΄ρηγορα το νόημα της αίθουσας. Ήταν αρκετά νέα τότε, και ο σκοπός της να διδάξει και να γαλουχήσει τους νέους έλαμπε σαν άστρο μέσα της. Το όνομα της έμπαινε σε όλες τις συζητήσεις που αφορούσαν την Ιστορία και τα ταξίδια στον Ηθεριντ. Η Κασσάνδρα πίστευε ότι τα ήξερε όλα, και ότι τιποτα δεν της ξεφευγε. Η μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό της, φούσκωνε μέρα με την μέρα. Μέχρι που έφθασε το βιβλίο στη γραμματεία της Ακαδημίας, συνοδευόμενο με αυτό το γράμμα. «Να δούμε πόσο θα σου πάρει να τους βρεις…».

Η Κασσάνδρα έκανε μια πάυση, και ήπιε την μισή κούπα της. Είχε ήδη αρχίσει να ευφραίνεται η καρδια της από τον γλυκό αυτόν οίνο. Η Γκρέλντα από ό,τι φαινόταν την άκουγε προσεκτικά. "'Ε΄λα..." της λέει η Κασσάνδρα. "Κανένα σχόλιο στην μεχρι τώρα ιστορία;" την ρωτάει γελώντας.


Γκρέλντα

Το κρασί ήταν πολύ καλό, πραγματικά καλό και δυνατό σαν πρέσα σιδερικών, έτσι σε χτυπούσε στο κεφάλι. Πόσοι άραγε από κει μέσα είχαν βιώσει την ανακουφιστική εμπειρία μίας πρέσας σιδερικών; Με ελάχιστες μεν, ουσιαστικές δε προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται. Δύο τεράστιες επιφάνειες, ρούχα ενισχυμένου κράματος συμπυκνωμένου ατσαλιού και ομογενούς ογκόλιθου προλειασμένες σε επίπεδο εκμηδένισης  τριβής, πλευρές μονωμένες με τριπλές επικαλύψεις, ένας καλοεκπαιδευμένος χειριστής που εξασφάλιζε ότι κανένας αιωρούμενος κύβος δεκαπέντε τόνων δε θα κυλούσε ανέμελος στα κατηφορικά δρομάκια του ορυχείου σαν υπερενθουσιώδης πολιορκητική μηχανή που τα εξαρτήματα της χορεύουν ξέφρενα στους γδούπους της κατρακύλας και της ελευθερίας τους, μια υπερυψωμένη βεράντα για τους μηχανικούς, αρκετά μακριά από πιθανή εξωκύληση μετάλλων και αδέσποτων κομματιών, αρκετά κοντά για να χώνουν τις περίεργες μύτες τους στις ρυθμίσεις και φυσικά, το υλικό. Ένας προστάτης που βγήκε εκτός λειτουργίας, σωροί ελαττωματικών λεπίδων, χιλιοσπασμένες πανοπλίες, άμορφες μάζες όλα τους, κάτι σαν λοφάκια από σκουπίδια. Να τα πετάς στην κάτω επιφάνεια κι εκείνα, μισοζώντανα να αχνοβλέπουν το συμπαγές μέταλλο του μεταμορφωτή τους να κρέμεται πάνω από τη μάζα τους σαν θεριστής. Ο μηχανικός να δίνει σύνθημα, ο χειριστής να σπρώχνει ένα μοχλό παχύ σαν το χέρι του, το μίγμα μετάλλου και ογκόλιθου να κατεβαίνει και φσιουπ, μεταλλικό σεντονάκι να το χαίρεται η μανούλα του.

"Κάσσι", είπε και ανοιγόκλεισε τα μάτια αργά δυο φορές.

Με το αριστερό της ημισφαίριο είχε ακούσει μία διασκεδαστική, αν μη τι άλλο, ιστορία. Λίγο τα παιδιά και η περιπέτειά τους, λίγο η τοποθεσία και οι συνθήκες που ανέσυραν το βιβλίο πιτσιλούσαν χρωματιστές πινελιές στο μαύρο του αγνώστου. Σε αυτά όμως προστίθονταν το το εκνευριστικό σημείωμα και το ίδιο το περιεχόμενο του ευρήματος. Αν κάτι από όλα αυτά της έμπαινε στη μύτη ήταν το ρημαδοσημείωμα. Εξυπνάκιας ο ασποστολεύς; “Να δούμε πόσο θα σου πάρει να το βρεις;” Τι ήταν αυτό; Πρόκληση; Σίγουρα όχι και ο ευφυέστερος των τρόπων για να παρακινήσει κάποιος την Κασσάνδρα, ειδικά αφότου επέλεξε να εμπιστευτεί τη Γκρέλντα, γιατί ως γνωστόν, με την Κασσάνδρα απαντούμε και επιλύουμε την πρόκληση, με τη Γκρέλντα… Τη συντρίβουμε!

“Συμφωνούμε πως έχεις την προσοχή μου.” η Γκρέλντα δήλωνε την πρόθεσή της να τη βοηθήσει να λύσει το μυστήριο.

Το επόμενο βήμα ήταν να το λύσει.

Πριν ορμήξει στη λύση όμως όφειλε να σκεφτεί, πράγμα που έκανε με γκριμάτσα και συγκεκριμένα, με τα χείλη σουφρωμένα δεξιά. Τα μάτια της στάθμευσαν σε μια τσιγκελωτή γωνία όσο υποθετικά σενάρια και διαφορικές εξισώσεις με τριγωνομετρικούς συντελεστές λάμβαναν χώρα στον εγκέφαλο της Εφευρέτριας. Με μία κίνηση, σαν ευθεία γραμμή ξεπετάχτηκε λεπτή ράβδος από το τεχνητό χέρι. Στο άκρο της υπήρχε αριθμημένος χάρακας που επιμηκύνθηκε ως τη ράχη του βιβλίου. Το ίσιωσε, έτσι στραβά που άραζε στο τραπέζι με μία κίνηση απαλή κι ύστερα του πήρε τις διαστάσεις. Βιβλίο των Νεκρών, μέτρημα φερετρικό να ταιριάζουν και οι ατμόσφαιρες. Η Γκρέλντα προτίμησε να συνεχίσει να πίνει από το βιβλίο και όχι από το κρασί. Το κράτησε σε χέρι σταθερό, οι τραχύτητες της παλάμης της και του οπισθόφυλλου ταίριαζαν σε παράξενη κατανόηση. Η επαφή, με τρόπο μη επιστημονικό, αλλά σαν προαίσθηση, της προμήνυε μία σχέση ισχυρή, μία καλή παρέα, γεμάτη εμπειρίες. Το ξεφύλλισε με μάτια του στωικού, του μη συμμετέχοντα, μιας και αυτή αποτελούσε πρώτη προσέγγιση σε κάθε τι άγνωστο. Σαν πρώτο βήμα το παρατηρούσε, σαν εναρκτήριο το διάβαζε, δυο απαραίτητα προπαρασκευαστικά στάδια πριν τη μελέτη και την έρευνα που με τη σειρά τους είχαν σκοπό να οδηγήσουν στην αφομοίωση και -ποιος ξέρει- στην απόρριψη ή την υποστήριξη.

"Θέλεις να μου πεις πως τούτο εδώ" Έδειξε χωρίς να παύσει να ξεφυλλίζει " που γεννήθηκε ορφανό, που χρόνια πέρασε στο χώμα και το χώμα ξερίζωσε από το σκοτάδι για να το δει ο ήλιος και τα μάτια μας είναι μια απλή, ιστορική συλλογή;"

Το οπισθόφυλλο επέστρεψε στην προστασία της πρώτης σελίδας με κρότο και το μεταλλικό χέρι της Εφευρέτριας το κάλυψε.


“Δε με πείθει.” και εξήγησε “Καταγραφές θανάτων. Ανώνυμες καταγραφές ενός ανώνυμου συγγραφέα, τυχαίων θανάτων, τυχαίων ατόμων, τυχαίων χρονολογιών και μία πρόσκληση από εσένα για εμένα. Πριν το διαβάσω ξέρω πως δεν πρόκειται για ασθένειες, διότι αν αφορούσε κάτι τέτοιο θα είχες επισκεφτεί τον Ο ‘τιί στην Ερίσνα και αν αποτελούσε μία από τις στείρες ιστορικές σας λίστες θα είχες στύψει τη βοηθό σου αντί να τη βάζεις να γεμίζει κρασοπότηρα.”

Η Γκρέλντα έσυρε και πάλι το κλειστό βιβλίο προς το μέρος της.

“Γι’ αυτό και δε με πείθεις.” είπε με χαμηλή φωνή προς το βιβλίο.

“Δες εδώ,” είπε, αφού πέρασε κάμποση ώρα απορροφημένη από τις πληροφορίες προς την Κασσάνδρα “Απικάλια Ατααχούα, Χειμώνας 205, Φανός του Κοραλλιού, Βόρεια Ακτή. Δε μου λέει τίποτα ο Φανός, δεν αναφέρει αίτια θανάτου και η χρονολογία δεν επαναλαμβάνεται.”

Όντως, η επόμενη σελίδα αφορούσε ένα πολύ διαφορετικό περιστατικό θανάτου.

“Μάγκντρουμ Τίντορ -ορίστε, δικός μας είναι αυτός- Φθινόπωρο 1002, Δυτική πτέρυγα τρίτου σιδηρορυχείου Κόνραμ, παράρτημα εκσκαφέων, αίτια θανάτου: κατολίσθηση. Μία Βαλησίνη από την αυγή της ιστορίας και ένας καημένος Νάνος Κάσσι. Οι θάνατοί τους δε σημαίνουν τίποτα… φαινομενικά, αλλά εδώ υπάρχει αίτιο και αιτιατό και το τίποτα μάλλον σημαίνει πολλά.”

Η Γκρέλντα κάθισε ανακούρκουδα στη μεγάλη πολυθρόνα και ακούμπησε το βιβλίο στα πόδια της. Είχε ένα γρίφο μπροστά της, ένα παιχνίδι με πολλά κομμάτια, ασύνδετα και όσο περισσότερο κυλούσαν τα γαλανά της μάτια σε γραμμές άσχετων πληροφοριών, τόσο αποφάσιζε ότι ήθελε να παίξει σαν μικρό παιδί με το αναπάντεχο παιχνίδι.

Τρεις ώρες αργότερα το νόημα παρέμενε ακατάληπτο. Ο αναπτήρας ξεπετάχτηκε και πάλι από το μεταλλικό χέρι και ο παχύς καπνός με άρωμα καρύδας έδωσε σύνθημα για διάλειμμα. Η Γκρέλντα παρέμενε σιωπηλή πίσω από την αρωματισμένη ομίχλη της. Στη μέση του πούρου άφησε το βιβλίο παράμερα και σηκώθηκε όρθια.

“Πάω να πω στο Θούρμογκ πως βρήκα γκόμενα και θα περάσουμε μαζί μια νύχτα πάθους.” είπε και ο τελευταίος ήχος πριν χαθεί ήταν η βαθιά ρουφηξιά από το πούρο.

Επανεμφανίστηκε με το Μαντς, το μεταλλικό της προστάτη, τον απλό, όπως τον αποκαλούσε. Το τρίμετρο κατασκεύασμα, φορτωμένο με γραφική ύλη και όργανα μέτρησης, ακολουθούσε τη δημιουργό του με μεταλλικό πάταγο. Αρθριτικές κλαγγές θύμιζαν λεπίδες που συγκρούονται σε κάθε του βήμα, αλλά η έλλειψη τριγμών μαρτυρούσε πως το αφεντικό λίπαινε σχολαστικά κάθε γρανάζι και πως οι γύροι και οι βόλτες τοποθετήθηκαν ακριβώς όπως υποδείκνυαν οι μαθηματικές της μεταβλητές. Η Γκρέλντα πήρε και πάλι την άνετη στάση της, έσβησε το πούρο και ξανάπιασε το βιβλίο.

“Αφού αφηνόμαστε στην τυχαιότητα, ας χορέψουμε με τις πιθανότητες.” ανακοίνωσε καθώς ο Μαντς άπλωσε το χάρτη του Ήθεριντ στο τραπέζι.

“Σημείωσε Σιλάλι και δίπλα τη χρονολογία 474, βάλε δύο σημάδια στην Ισαχάρ, ένα 38 μοίρες βορειοανατολικά και ένα 5,8 εκατοστά από την τοποθεσία στον άξονα χ και ένα στην Ελραμίν για τις χρονολογίες 881, 884, 889.”

Τα γρανάζια του Μαντς επιτάχυναν καθώς περιστράφηκαν αντίρροπα. Ο προστάτης κατάφερε να γονατίσει και ενάντια σε κάθε μηχανιστικό περιορισμό, οι καρποί και τα δάχτυλά του κινήθηκαν με ευλυγισία θνητού. Η θεόρατη μηχανή με κινήσεις ζωντανού σημείωσε τις εντολές της Γκρέλντα χωρίς σφάλματα και ο τρόπος που επέστρεψε στη θέση του έφερνε έντονα στο βαρύ και μετρημένο στυλ του Θούρμογκ. Ο Μαντς εκτέλεσε την επόμενη εντολή και τη μεθεπόμενη με αντανακλαστικά και υπακοή που μόνο μια μηχανή θα μπορούσε να διαθέτει. Εντόπιζε την τοποθεσία στο χάρτη, πραγματοποιούσε τους μετρικούς υπολογισμούς που του υπαγορεύονταν, σημείωνε ένα κύκλο από μολύβι και επέστρεφε στην ακινησία του. Η αλληλουχία επαναλαμβάνονταν με τον ίδιο ρυθμό για το επόμενο δίωρο, μέχρι που όλες οι γνωστές τοποθεσίες αποτυπώθηκαν στο χαρτί. Τα γαλανά μάτια της Γκρέλντα αναπηδούσαν από κυκλάκι σε κυκλάκι σαν τεράστιες χάντρες όσο πάσχιζε να ταυτοποιήσει τις συνδέσεις του ακατάληπτου γρίφου.

“Καμία γεωμετρία” μονολογούσε και μελετούσε πάλι τα σημεία. Τα κοίταξε από την αρχή προς το τέλος, από το τέλος προς την αρχή. Τα κοίταξε κυκλικά, τριγωνικά, επταγωνικά, χιαστί. Ακολουθούσε νοητές γραμμές που θα σχημάτιζαν τη μεγάλη εικόνα, αλλά η υποτιθέμενη εικόνα της διέφευγε. 

“Καμία συνοχή” παραδέχονταν στον εαυτό της και χώνονταν πάλι στο χάρτη και τα σημαδάκια του θυμωμένη με τον εαυτό της που δεν έβρισκε άκρη.

Σύμφωνα με τη θεωρία που επικρατούσε στο νου της Γκρέλντα και με βάση τις πρόσφατες πληροφορίες που είχαν αποκτήσει για το επτάκτινο αστέρι και τη δραστηριότητα των θυσιών, υπέθετε πως οι θάνατοι που αναγράφονταν στο βιβλίο σχετίζονταν με κάποιο σχήμα τελετουργικής σημασίας ή με κάποιο σύμβολο που θα σχηματίζονταν όταν όλες οι θυσίες θα είχαν πραγματοποιηθεί, αλλιώς, η ξερή καταγραφή δεν είχε νόημα. Ένα σημαντικό στοιχείο του βιβλίου συνέβαλλε στην υιοθέτηση της θεωρίας της. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν ήταν ο ίδιος. Καταβλήθηκαν τιτάνιες προσπάθειες από τους συγγραφείς για να πλαστοποιήσουν το γραφικό χαρακτήρα του πρώτου καταγραφέα, όμως στα έμπειρα μάτια της Γκρέλντα που χρησιμοποιούσε διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες στην αλληλογραφία της για να μπερδεύει τους υποκλοπείς, οι μικροδιαφορές αποκαλύφθηκαν στην πρώτη ανάγνωση. Συνεπώς το βιβλίο δε γράφτηκε εν μία νυκτί, αλλά ούτε και ο συγγραφέας μετέγγραψε τους θανάτους από προηγούμενες πηγές. Χέρια έμπιστα μετέφεραν το βιβλίο από γενιά σε γενιά με μοναδικό σκοπό να καταγράφουν, σύμφωνα με τη Γκρέλντα, να συλλέγουν, περιστατικά θανάτου. Αυτό ήταν το δεδομένο. Το συμπέρασμα απαιτούσε μία λογική ακολουθία, μιας και κάθε τι τεχνητό ή φυσικό έτεινε σε μία συγκλίνουσα ακολουθία, όπως η πασίγνωστη ακολουθία Πινγκάλα που τόση ώρα προσπαθούσε να εκμαιεύσει ως μέρος της μεγάλης εικόνας, για να καταφέρει να συμπληρώσει τις άγνωστες τοποθεσίες που έλλειπαν και να φτάσει στην καρδιά του γρίφου.

“Πού είσαι;” πίεσε κι άλλο το μυαλό της να σκεφτεί, ενώ στράφηκε στην Κασσάνδρα.

“Πολλά τοπωνύμια δεν έχουν θέση στο χάρτη και έβαλα το Μαντς να αποθηκεύσει ολόκληρη τη λίστα. Εδώ είναι που χρειάζομαι τις ιστορικές σου γνώσεις. Συμφωνούμε πως πολλά από τα μέρη που γνωρίζουμε, κάποτε ονομάζονταν αλλιώς, έτσι; Δες τα βιβλία σου για αντιστοιχίες, για μετονομασίες, για οτιδήποτε χαρακτηριστικό μπορούμε να ψαρέψουμε ώστε να ταυτοποιήσουμε τις τοποθεσίες. Είμαι σίγουρη πως το μοτίβο θα αναδυθεί μόλις συνδέσουμε τα παλιά ονόματα με τα καινούρια. Ας ξεκινήσουμε από αυτό. Ο Φανός του Κοραλλιού που σου διάβασα πριν, ποια περιοχή ονομάζονταν έτσι στην αρχή της Ιστορίας;”

Ο Μαντς άφησε στα χέρια της Κασσάνδρας μία λίστα με τοπωνύμια βγαλμένα από την ιστορία και το παραμύθι, ενώ η Γκρέλντα ξεκίνησε να μετρά θεωρητικές αποστάσεις.