Rasnarry Academy

Οικογενειακές Ιστορίες (Ανοιχτό)

Βίλιτοφ Θορνβερτ

“Β’λίτοφ,
    Λυπάμαι, μα δεν υπάρχει άλλος τρόπος να στο πω. Η μητέρα σου, δυστυχώς, πριν από ένα φεγγάρι μας άφησε. Από την ημέρα που έφυγες για την Ακαδημία είχε αποδυναμωθεί. Χανόταν και μαζί της χανόταν και η ψυχή της. Δεν κράτησε πολύ τη δύναμή της.
    Πάντα σε αγαπούσε αν και δεν κατάφερα να καταλάβω το γιατί.
   Είθε οι Θεοί να την κρατήσουν στην αγκαλιά τους. Μα σου λέω αυτό, ‘γιέ’ μου. Μην τολμήσεις να πατήσεις το πόδι σου σε αυτά τα εδάφη. Δεν ανήκεις πια εδώ. Ξέγραψε το μέρος αυτό και ευχή και κατάρα σου δίνω, ο θάνατος της να σε ακολουθεί μέχρι τον δικό σου.
   Αντίο”

Τα χέρια του έτρεμαν στις λέξεις. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει και σύντομα χείμαρρος έτρεχαν τα δάκρυα, μουσκεύοντας το πρόσωπό του. Τo διάβασε ξανά και ξανά. Η μητέρα του, η αγγελική αυτή μορφή που τον συντρόφευε σε όλα του τα όνειρα από παιδί έως και τις τελευταίες μέρες, είχε χαθεί. Παραδόθηκε στον θάνατο. Όχι ο νους του δεν μπορούσε να το αντέξει ή να το διανοηθεί. Πως; ¨Έφταιγε πράγματι αυτός και οι πράξεις του;
   Όχι, δεν μπορούσε.

   Ο θάνατός της να σε ακολουθεί μέχρι τον δικό σου, έγραφε ο πατέρας του. Έσφιξε τη γροθιά του και πετάχτηκε όρθιος. Αυτός ο άθλιος ευθυνόταν! Αυτός την είχε τραβήξει στην δυστυχία και κατάφερε να της απορροφήσει την ζωή. Όσο βρισκόταν στο φρούριο θυμόταν το χαμόγελό της όταν καθόταν πλάι της, ποτέ όταν βρισκόταν και αυτός ο βρωμερός μπάσταρδος μαζί τους. Έφτυσε κάτω, αηδιασμένος, σοκαρισμένος και διαλυμένος. Κάποια στιγμή η Καθηγήτρια του τον είχε ρωτήσει γιατί βρισκόταν σε τούτη την Ακαδημία; Παρά τις θέσεις και τα πιστεύω του, τι τον είχε σταματήσει από το να τα παρατήσει και να γυρίσει τη πλάτη του; Η απάντηση ήταν πάντα στο μυαλό του στη δική της αγγελική μορφή: Μακριές κοκκινόξανθες μπούκλες, γαλάζια σαν τοπάζια μάτια και δέρμα λευκό σαν το πρώτο χιόνι του χειμώνα. Η φωνή της κελάηδισμα σπουργιτιού και το άγγιγμά της μεταξένιο. Με ένα απλά βλέμμα της του έκαιγε τη καρδιά και του πρόσφερε μια σιγουριά. Θα ήταν πάντα μαζί του, αυτό του είχε πει όταν την αποχαιρέτησε στη τρυφερή ηλικία των δώδεκα. Για εκείνη προσπαθούσε και για εκείνη θα επέστρεφε νικητής προσφέροντάς της όλα όσα της στέρησαν. Όμως ο γλοιώδης γέρος που αποκαλούσε σύζυγό της κατάφερε να της διεκδικήσει την ζωή. Θα το άφηνε έτσι; Πως μπορούσε να του το επιτρέψει; Πως ήταν δυνατόν;
   
Κοπάνησε τον τοίχο ξανά και ξανά ώσπου μάτωσε η γροθιά του και το υλικό είχε ραγίσει.
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.


Κέννα

Βηματίζε ζωηρά στον διάδρομο του δυτικού πύργου ενώ ταυτόχρονα στριφογυριζε το στιλέτο της ανάμεσα στα δάχτυλα της. Μόλις είχε αφήσει το γραφείο της Σαγιάνε, η οποία της ανακοίνωσε πως θα την πάρει μαζί της στην επόμενη αποστολή, πράγμα που της έφτιαξε την διάθεση.
Είχε αρχίσει να βαριέται κλεισμένη μέσα στα τοίχοι της Ακαδημίας. Αποζητούσε να ταξιδέψει όπως έκανε παλιά, όταν το μόνο της όριο ήταν ο ορίζοντας.
Πέταξε μια τελευταία φορά το στιλέτο ψηλά στον αέρα και με μια επιδέξια κίνηση του χεριού της το ξαναέπιασε και το έβαλε στην θήκη του. Τράβηξε προς τους κοιτώνες των πολεμιστών. Έπρεπε να ειναι έτοιμη όταν έρθει το κάλεσμα της καθηγήτριας.

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Μόνο μία φιγούρα ξεχώριζε στην άκρη του κρεβατιού. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του και τα χερια του τσαλακωναν με μανία ένα κομμάτι χαρτί. Η όψη του την τρόμαξε.
Ακούμπησε στην κάσα της πόρτας, αθόρυβα. Τον παρακολουθησε καθώς ξεσπουσε, μια μπουνιά στον τοίχο, μετά ακόμα μια μέχρι που η γροθιά του βάφτηκε κόκκινη στο αίμα. Αναστέναξε βαθιά και με ένα αποφασιστικό βήμα περασε μέσα. Εκλεισε την πόρτα πίσω της ώστε να μην τους ενοχλήσει κάνεις. 

Με το μυαλό της ανίκανο να φανταστεί τι ήταν αυτό που τον έφερε σε αυτή τη κατασταση στάθηκε εκεί και τον κοιτούσε ,περίμενε. Ίσως να της ανοιχτεί, ίσως να την διώξει. Δεν ήξερε αν ήταν το σωστό άτομο για να τον βοηθήσει όμως ήταν πρόθυμη να ακούσει.


Βίλιτοφ Θορνβερτ

"Αααααααα!" το ουρλιαχτό του βγήκε αβίαστα από το λαρύγγι του και ο πόνος ήταν αβάσταχτος. Πέταξε χάμω το χαρτί που κρατούσε και έδωσε μια τελευταία και γερή γροθιά στον τοίχο, σχίζοντας χειρότερα το χέρι του.

Απομακρύνθηκε και το κράτησε στο στήθος του. Τη στιγμή όμως που άκουσε τη πόρτα να κλείνει, γύρισε απότομα. Η παρουσία της κοπέλας τον ξάφνιασε. Με την Κεννα δεν είχαν μιλήσει και πολύ έπειτα από το συμβάν με την καθηγήτρια Σαγιανε. Εκείνος δεν τό είχε επιδιώξει ιδιαίτερα και δεν είχε προσέξει να γινόταν κάτι και από την δική της πλευρά. Από όλες τις στιγμές, γιατί τώρα;

Δεν μπήκε καν στον κόπο να κρύψει τα δάκρυα. Δεν ντρεπόταν για τον θρήνο του ούτε για τον εκνευρισμό του. Ετριψε το πρόσωπο του και τα μάτια του ρίχτηκαν πάνω της.

"Αν ήρθες να χλευασεις εμπρός. Αλλά δεν έχω την όρεξη να ανταποδώσω ούτε να επιτεθώ" κάθησε στο κρεβάτι και σώπασε. Όχι, δεν ήθελε να το πει αυτό. "Δ..δεν εννοούσα κάτι κακό. Συγνώμη" ψιθύρισε. Το μυαλό του είχε κατακρεουργηθει από τους υπολογισμούς του. Ήταν τέλος χειμώνα του νέου έτους, και σύντομα ερχόταν η άνοιξη. Αν έφευγε τώρα η αλλαγή των εποχών θα τον πρόφτανε και το ταξίδι θα ήταν κάπως δύσκολο. Επίσης ποια θα ήταν η δικαιολογία του στους καθηγητές; Έπεσε πίσω στο στρώμα. "Κεννα, βοήθεια" είπε πιάνοντας το κεφάλι του.
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.


Κέννα

Ήταν έτοιμη για την επίθεση του από την στιγμή που έκλεισε την πόρτα πίσω της. Σίγουρα ήταν η τελευταία που θα ήθελε να δει, όμως δεν είχε και πολλούς φίλους τελικά.
Η άμυνα του έπεσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, έσπασε σε χίλια κομμάτια, ακριβώς όπως και ο ίδιος.
"Κέννα βοήθεια" είπε καθώς σωριαστηκε στο κρεβάτι.

"Θέλω να ξέρεις," ξεκίνησε να του λέει "ότι ακόμα και αν δεν συμφωνούμε σε κάποια πράγματα, δεν σημαίνει ότι θα μαλώνουμε συνέχεια." Η φωνή της έχασε την σκληραδα που είχε συνήθως, έγινε πιο απαλή σχεδόν καθησυχαστική.
Πλησίασε και κάθισε δίπλα του. Το βλέμμα της στάθηκε στο πεταμένο χαρτί στο πάτωμα. Ήθελε να το παρει, να διαβάσει τις λέξεις που έβγαλαν τον Βίλιτοφ από το προσωπείο της απάθειας που φορούσε συνήθως, όμως δεν το εκανε.

Τελικά γύρισε προς το μέρος του. Τραβηξε τα χέρια του από το πρόσωπο του ώστε να τον βλέπει. Είχε γίνει πιο κόκκινος από τα μαλλιά και των δύο μαζί.
"Θα σε βοηθήσω, όμως πρέπει πρώτα να μου πει τι συμβαίνει."


Βίλιτοφ Θορνβερτ

Οι λέξεις είχαν βγει δίχως να το καταλάβει, και όταν το συνειδητοποίησε απλά ήταν αργά. Αναστέναξε και επέτρεψε στην πολεμίστρια να απομακρύνει τα χέρια του. Αν ντρεπόταν για τα δάκρυα του; Όχι, ας τον έβλεπε έτσι διαλυμένο.

"Πρέπει να φύγω, Κέννα. Πρέπει να γυρίσω πίσω" το χάος που επικρατούσε στο μυαλό του το μαρτυρούσε η ταχύτητα των λόγων του και η απελπισία στα μάτια του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την κοίταξε. "Σκότωσε τη μάνα μου" πετάχτηκε όρθιος, ξανά τρελαμένος, σαν οι λέξεις που ξεστόμισε να επανέφεραν την οργή πίσω στα μέσα του.

Σήκωσε το χαρτί από το πάτωμα και της το έδωσε δίχως να συναντήσει το βλέμμα της.

"Πρέπει να πληρώσει"
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.


Κέννα

Της έδωσε το γράμμα που τόση ώρα κειτοταν στο πατωμα. Είχε εκπληρώσει τον σκοπό του άλλωστε.Το κράτησε στα χέρια της όμως δεν το κοίταξε, όχι ακόμα. Το βλέμμα της έμεινε στον Βίλιτοφ που ήταν ξανά εκτός εαυτού.

"Πρέπει να φύγω... Σκότωσε την μάνα μου... Πρέπει να πληρώσει" βηματίζε νευρικά στο δωμάτιο.

Έριξε μια ματιά στις λέξεις που ήταν γραμμένες στην σελίδα και δεν άργησε να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Ποσο σκληρός άνθρωπος πρέπει να ήταν ο πατέρας του ώστε να γράψει αυτά τα λόγια στον ίδιο του το γιο του.  Έκλεισε τα μάτια και ξεφυσηξε έντονα. Τον σιχάθηκε αυτόν τον άντρα και ας μην τον είχε γνωρίσει ακόμα, δεν μπορούσε καν να φανταστεί πόσο άσχημα θα ένιωθε ο ίδιος ο Βίλιτοφ.

"Τι έχεις σκοπό να κάνεις;" ρώτησε ήρεμα και του έκανε νόημα να καθίσει.  Ήξερε πως η εκδίκηση δεν ήταν μονόδρομος. Είτε θα έβρισκες γαλήνη δίνοντας ένα τέλος, είτε θα έπεφτες σε μια άβυσσο από τύψεις και ενοχές.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 11, 2021, 09:16:19 μμ by Κέννα »


Βίλιτοφ Θορνβερτ

Πως μπορούσε να του κάνει αυτή την ερώτηση; Ποιός ήταν ο σκοπός του; Να πάει και να βάλει ένα τέλος στην παράνοια που τον ακολουθούσε εδώ και τόσα χρόνια. Η μητέρα του δεν έφταιγε σε τίποτα και να που είχε καταλήξει. Αναρωτήθηκε αν όντως την έθαψαν με τις τιμές που επιβάλλονταν. Ήταν ούτως ή άλλως κόρη του άρχοντα. Έπρεπε να τιμηθεί στον θάνατό της.

Έτριψε τους κροτάφους του και κούνησε το κεφάλι του. Η ζαλάδα τον έπιασε απροετοίμαστο. Κάθισε πλάι στην Κέννα με μια βαθιά ανάσα να φουσκώνει το στήθος του. Έτριψε τα μάτια του και σκούπισε τα δάκρυά του.

"Πρέπει να γυρίσω πίσω. Έστω να παω στον τάφο της. Η μητέρα μου, δεν είχε πιάσει ποτέ τον εαυτό του να μιλά για την οικογένειά του μα η παρουσία της Κέννα ήταν σαν παρηγοριά, η μητέρα μου ήταν ο πιο αγνός άνθρωπος στον κόσμο. Δεν έπρεπε να την εγκαταλείψω και να φύγω από το πλάι της."
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.