Rasnarry Academy

Οι συμμαχίες κόποις κτώνται [Αλέξα]

Σολ Οτίγιε



Χειμώνας 1306

"Να την!!! Η Νεδάρ στον ορίζοντα!!" φώναξε η Σολ δυνατά, στεκόμενη στην πλώρη του Ζεπελιν της Ακαδημίας. Ένα έργο τέχνης από τους εφευρέτες της Ακαδημίας, ένα θαύμα για όλους, και μια διευκόλυνση στις μεταφορές όλων τους και το ονομα του; Μαελστορμ!!

Η Σολ έτρεξε στο κατάστρωμα πέρασε σαν σίφουνας τον καπετάνιο και κατέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στις κουκέτες του.

"Αλέξα; Ξύπνα!! Φτάνουμε σε λίγο!! Έλα να δεις την Νεδάρ από ψηλά!!" φώναξε η Σολ στην κλειστή πόρτα της Αλέξα. Χωρίς να περιμένει απάντηση, η νεαρή απόφοιτη πλέον ανέβηκε ξανά στο κατάστρωμα και χάζευε την δύση του ηλίου. Πόσα χρώματα μπορούσαν να χωρέσουν στα δύο της μάτια; Άλλα τόσα είχε ο ήλιος να προσφέρει σε αυτό το δειλινό. Ήταν η πρώτη φορά μετά από ένα σωρό χρόνια που γυρνούσε σπίτι της. Η ίδια δεν διάλεξε το μονοπάτι του Βοηθού Καθηγητή, ήξερε ό,τι η θέση της ήταν έξω από τις τάξεις και τα βιβλία, σε περιπέτειες και φυσικά στη ίδια την Σολ. Είχε αρχίσει σιγά σιγά να αισθάνεται πιο δυνατή και πιο σίγουρη για τις δυνάμεις της, έμελλε μόνο να λάβει και την ευχή των γονιών της, δλδ της Μερ και του Ιλάι.

Σε αυτό το ταξίδι, η Αλέξα δήλωσε την συμμετοχή της, κάτι που χαροποίησε την Σολ, μιας και είχαν δεθεί με την μικρή Σοβερίνη μετά το Γκραχλ. Ανυπομονούσε να της δείξει την πόλη της και τα μέρη που μεγάλωσε μαζί με τον αδελφό της Ίρο καθώς και την σπεσιαλιτέ των ανθρώπων, χυλοπιτάκι μέσα σε ντοματοζουμο παρέα με ένα κομμάτι κρέας από μοσχάρι. Έκλεισε τα μάτια της και ξάφνου αισθάνθηκε τον Αιθέρα μέσα και γύρω της. Υπάρχει πάντου και μας τρέφει, μας αναζωογονεί...
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 23, 2021, 05:51:21 μμ by Σολ Οτίγιε »


Αλέξα Γκάρντεν

"Όχι και πάλι όχι" απάντησε η Αλέξα στη φίλη της ."Δεν υπάρχει περίπτωση εγώ,να ανέβω σε κάτι που πετάει!!!"

Η μικρή σοβερινη,φοβόταν το νερό.Ηταν κάτι που το είχε δεί,και παρ όλο που είχε τη δύναμη του νερού,η μόνη της επαφή,ήταν τα μπάνια που έκανε ,σε ρηχό ποτάμι.Και τώρα η Σολ ήθελε,να την πάρει να πετάξουν!Αυτό δεν το είχε φοβηθεί μέχρι τώρα,γιατί δεν είχε σκεφτεί ότι κάποιος, χωρίς να είναι αλχημιστής αέρα,θα μπορούσε να μπει σε κάτι σαν πλοίο και να πετάξει.  Ναι,θαύμασε τους εφευρέτες όταν το έφτιαξαν, αλλά όχι και να μπει η ίδια εκεί...

Χτυπούσε νευρικά το πόδι της,και μαχόταν μέσα της.  Η φίλη της,ήθελε παρέα για αυτό το ταξίδι.Να βρει την οικογένεια της.Επρεπε να πάει...

"Ωχ Σολ... Καλά,θα έρθω.Αλλα να ξέρεις,θα κοιμάμαι,για να μην σκέφτομαι πόσο ψηλά είμαστε."

Όταν ανέβηκε στο ζεπελιν, αυτή την καταπληκτική εφεύρεση,έτριξαν τα ξύλα στο κατάστρωμα.Το δερμάτινο φουσκωτό μπαλόνι,καθώς γέμιζε αέρα,έκανε ηχους σαν τεντωμένο σεντόνι.Ο αιθέρας, εγκλωβισμένος στο μηχάνημα,έδινε δύναμη και ώθηση...

"Ωωωωω ξεκινήσαμε!!" είπε με χαρά και τρόμο μαζί η Αλέξα.Θαυμασε ελάχιστα το τοπίο και έτρεξε γρήγορα στην καμπίνα της.Δεν χρειαζόταν να βλέπει πόσο ψηλά θα ανέβαιναν.Θα είχε στο μυαλό της ,ότι είναι σε ένα πλοίο και θα κοιμόταν,για να περάσει η ώρα,όσο πιο γρήγορα γινόταν.

Η φωνή της Σολ,έξω από την πόρτα,της θύμισε πού ακριβώς βρισκόταν.

"Μη φωνάζει, έρχομαι!" στραβομουτσουνιασε η Αλέξα όταν την ξύπνησε η Σολ ότι έφταναν. Πραγματικά,δεν ήθελε με τίποτα να πάει έξω,να δει το ύψος... Αλλά την κέρδισε η ανυπομονησία της φίλης της. Κατευθείαν σηκώθηκε,πήρε την κουβέρτα που είχε κάνει μπόγο για τα πράγματα της και ...

ΣΟΚ

Το τοπίο ήταν κάτι που δεν θα μπορούσε να το περιγράψει ποτέ.Ουτε σε παπύρους δεν είχε δεί κάτι αντίστοιχο.Της κόπηκε η ανάσα,από την τόση ομορφιά.

Τα χρυσά λιβάδια, φωτίζονταν από τη Δύση του ηλίου,και το Ζέπελιν,έσκιζε τον αέρα με πορεία προς τον ήλιο.

Έπιασε το χέρι της Σολ,κι έκατσε αμίλητη για λίγο,με ένα σφίξιμο στην καρδιά της.

"Σ ευχαριστώ που με έπεισες να έρθω με αυτό,το πράγμα" είπε χαμηλόφωνα στη Σολ,μη θέλοντας να χαλάσει τη στιγμή και συνέχισε να ατενίζει τα χρώματα του ορίζοντα.


Σολ Οτίγιε

Το χέρι την φίλης της στο δικό της, μια ζεστασιά και ένα αίσθημα αδελφοσύνης το οποίο την γέμισε ευγνωμοσύνη μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. Χαμογέλασε στην έκπληκτη Αλέξα, "Δεν θα πω στα έλεγα, αλλά τώρα που το σκέφτομαι θα το πω... Στα λέγα!" και άρχισε να γελάει.

Η μικρή Σοβερίνη μεγάλωνε και μέρα με την μέρα άφηνε πίσω της την παιδικότητα και αποκτούσε χαρακτηριστικά νεαρής κοπέλας στα ντούνια της. Θα γινόταν μια πανέμορφη και ώριμη γυναίκα σε λίγα χρόνια, και αυτός που θα διάλεγε για σύντροφο θα περνούσε από πολλές δοκιμασίες για να βρίσκεται κοντά της. Αυτό ήταν το μονο σίγουρο! Αυτά σκεφτόταν ενώ η Αλέξα μαγεμένη από το τοπίο κρατούσε την ανάσα της. Η Σολ δεν κρατήθηκε και άρχισε να γελάει. "Αν ήξερα να ζωγραφίζω τότε θα σε σχεδίαζα για να δεις πόσο αστεία είναι η φάτσα σου τώρα Αλέξα!!" της λέει και την αγκαλιάζει στοργικά.

Λίγο αργότερα

Πάτησε το πόδι στο έδαφος, ενώ το Μάελστορμ προσγειώθηκε λίγο πιο έξω από την Νεδάρ. Προφανώς δεν περίμενε υποδοχή, μιας και οι γονείς της ήταν φοβερά αποσχολημένοι με τις δουλειές τους. Η γλυκιά και οικεία αίσθηση της πόλης στην οποία μεγάλωσε τα πρώτα χρόνια της ζωής και ο καθαρός κρύος αέρας την έκανε να τυλίξει την κάπα της πιο κοντά στο κορμί της. Το σκήπτρο στο χέρι της να την βοηθάει αλλά και να την βαραίνει στην κίνηση, είχε όμως μια ιδέα σχετικά με αυτό, και θα την βοηθούσε ο πατέρας της και οι γνώσεις του σε ό,τι αφορά τις μαγικές λίθους.

Κοίταξε ψηλά και παρατηρούσε την Αλέξα να κατεβαίνει εξίσου. "Έτοιμη;" την ρώτησε όταν πάτησε επιτέλους στη γη. 


Αλέξα Γκάρντεν

"Εντάξει...Μου τα λέγες..." γέλασε και η Αλέξα με το σχόλιο της φίλης της.Της είχε πει εκπληκτικές περιγραφές για να την πείσει να μπει στο Ζέπελιν ,και η Αλέξα δεν πίστευε λέξη από όλα αυτά.Τελικα...Φυσικα και είχε δίκιο η Σολ.

"Να πεις στη Χελενα να σου μάθει, ξέρει να ζωγραφιζει καταπληκτικά!Είμαι σίγουρη ότι την ίδια φάτσα θα έχω και όταν ξαναμπώ πάλι,δεν το χορταινω!!!" απάντησε στη φίλη της γελώντας.

Σιγά σιγά,ένιωθε να της ανακατεύεται το στομάχι από την αγωνία η Αλέξα,γιατί συνειδητοποιουσε ότι θα έφταναν στο έδαφος και θα τρανταζοταν άσχημα αυτό το "πράγμα".Κρατηθηκε λίγο σε ένα πλαϊνό ξύλο,σαν κουπαστή πλοίου ήταν.Εκλεισε τα μάτια της σφιχτά και περίμενε με αγωνία την πρόσκρουση.Η οποία...δεν ήρθε ποτέ! Σαν πλοίο που φτάνει απαλά στην προβλήτα,έτσι και το μαελστορμ ,ακούμπησε απαλά τη γη.Οι "ναύτες" έτρεχαν να ρίξουν τα βαρίδια,αφού ήδη είχαν κλείσει το μηχάνημα με τον Αιθέρα.Εμοιαζε με κανονικό πλοίο.Η Αλέξα, έκπληκτη για ακόμα μια φορά,με σταθερά βήματα κατέβηκε πίσω από τη Σολ τις σκάλες που άπλωσαν.

Η Αλέξα έφτασε επιτέλους στο έδαφος.Εσκυψε το κεφάλι, έκλεισε τα μάτια,με το ένα γόνατο κάτω,σήκωσε το αριστερό χέρι ,ακούμπησε το δείκτη στο μέτωπο της και ευχαρίστησε σιωπηλά τη Μητέρα που έφτασαν και πατούσε στέρεο έδαφος.

Σηκώθηκε αργά και πήγε κοντά στη Σολ,που είχε φορέσει την κάπα της,γύρω γύρω και κρατούσε το σκήπτρο.Δεν μπόρεσε να μην γελάσει.

"Σολ,έτσι όπως είσαι, μοιάζεις με ένα παραδοσιακό φαγητό μας!!!Τυλίγουμε κρέας από γκριαλ σε φύλλα μεγάλα και το ψήνουμε!Αυτό μου θύμησες!Πωπω,μάλλον πείνασα.Θα έρθει κανένας να μας πάρει ή θα κατασκηνωσουμε πουθενά εδώ γύρω ?"


Μακριβέη Οτίγιε

Ο ήλιος είχε δύσει, και η Μακριβέη αισθανόταν στο στοιχείο της. Την νύχτα την λάτρευε. Ηρεμούσε στο σκοτάδι, και όλα φαίνονταν ήρεμα, γαλήνια... όπως και η τέχνη της.

Είχε κρυφθεί στις σκιές, ενώ παρατηρούσε το τεράστιο αιωρούμενο καράβι, να προσγειώνεται στο έδαφος. Δύο κοπέλες κατέβηκαν, η μία ήταν Οτίγιε, η αδελφή της... αυτή που περίμενε. Σίγουρα δεν ήταν η υποδοχή που ήθελε η αδελφή της, αλλά αυτή ήταν. Τι να κανουμε τώρα; Η δεύτερη ήταν Σοβερίνη μικροκαμωμένη αλλά δυναμική. Γέλασε... μπορούσε να αισθανθεί τους νεκρούς που τις τριγυρνούσαν, και αν μπορούσαν και αυτές να τους δουν θα τρόμαζαν.

Η Μακριβέη δεν είχε σκοπό να εμφανιστεί. Άκουγε τις κοπέλες να μιλάνε ξέγνοιαστα και να πειράζουν η μία την άλλην. Σηκώθηκε όρθια και τίναξε το χώμα από την φούστα της. "Αδελφούλα, η ώρα έρχεται..." είπε σιγανά, και γύρισε πλάτη και εξαφανίστηκε.


Σολ Οτίγιε

Η Σολ γέλασε με τον χαρακτηρισμό του φαγητού της Αλέξα. Η φίλη της πείναγε, το ίδιο και αυτή. Το σκοτάδι είχε πέσει παντού, και τα φώτα της πόλης έλαμπαν λίγο πιο κάτω. Το ζέπελιν, θα τις περίμενε όταν θα ήθελαν να γυρίσουν στην Ακαδημία. "Θα χρειαστεί να παρουμε τα πόδια στην πλάτη μας και να προχωρήσουμε..." της είπε.

Έτσι η Σολ προέτρεψε της Αλέξα, να ανάψει δύο φωτιές και να τις στείλει να αιωρούνται μπροστά τους δείχνοντας έτσι τον δρόμο προς την Νεδάρ. Η ώρα πέρασε ευχάριστα. Θυμηθήκαν παλιές αποστολές, και πως τα καταφεραν να επιβιώσουν και να ωριμάσουν μεσα από αυτές. Όχι μόνο αυτές, αλλά και οι δυνάμεις τους. Φθάνουν στα πρώτα σπίτια της πόλης, ενώ το σκοτάδι αρχίζει σιγά σιγά να λιώνει μπροστά στις φωτιές της Αλέξας και της ίδιας της Νεδαρ.

Συνεχίζουν να κουβεντιάζουν και να θυμούνται τότε στην αποστολή με τα αδέλφια της Ιντούν και τον Σίνγκεν. "Που τα θυμήθηκες βρε Αλέξα;" της λέει και γελάνε δυνατά.

 


Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα κοιτούσε το Μαελστορμ καθώς απομακρύνονταν.Το είχε αγαπήσει τελικά.Χαμογελασε σε αυτή τη σκέψη.Ακολουθωντας τη Σολ,η πορεία τους ήταν προς την πόλη.Αχνοφαινονταν κάποια περιγράμματα κτιρίων γιατί είχε ήδη νυχτώσει.

Η μικρή σοβερινη,θυμήθηκε εκείνο το βράδυ στο Πορτμειερ.. Ταράχτηκε κι άρχισε να κοιτάω γύρω της.Ευτυχως, το χαμόγελο της φίλης της,της έδωσε τη σιγουριά που χρειαζόταν για να προχωρήσει και να διώξει τις αρνητικές σκέψεις.

Η Αλέξα,έπειτα από την προτροπή της Σολ,έκλεισε την αριστερή παλάμη της και όταν την άνοιξε,άφησε να φύγει μια μικρή φωτιά σε σχήμα μπάλας.Μιας και βόλευε,έφτιαξε κι άλλη μια,και ο δρόμος πλέον ήταν φωτεινός.

Όταν μπήκαν στα πρώτα στενά της πόλης,η αλχημιστρια της φωτιάς,κάλεσε νοητά τις φωτιές- μπάλες και τις ξαναεκλεισε στην παλάμη της μέχρι που εξαφανίστηκαν.Τωρα έβλεπαν,γιατί υπήρχαν λάμπες με λάδι ή λίπος από βουλιφαλαινα κατά μήκος των δρόμων.

Η Σολ έστριψε σε έναν αρκετά μεγάλο δρόμο και βρέθηκαν μπροστά από ένα πανδοχείο με το όνομα "Γελαστό Κουλτριβι".Η Αλέξα χτύπησε με χαρά τα μικρά της χέρια,γιατί ήταν τόσο ξακουστό για το φαγητό αυτό το πανδοχείο και δεν είχε την τύχη να πάει ποτέ άλλοτε.

"Ναι, επιτέλους φαγητό!" Είπε στη Σολ και άρχισε να την τραβάει να πάνε πιο γρήγορα.Η Αλέξα έσπρωξε απαλά τη δίφυλλη πόρτα,για να μην χτυπήσει κανέναν ανοίγοντας,μιας και η οχλαγωγία μαρτυρούσε ότι ήταν γεμάτο το μαγαζί.

Ο καπνός και η μυρωδιά από φαγητό και αλκοόλ,μπήκαν απότομα στη μύτη της Αλέξας και ένιωσε δυσφορία.Τραβηξε τη Σολ να πάει μπροστά,γιατί θα την πατούσαν σίγουρα με το ύψος που είχε.

Η Σολ προφανώς είδε κάποιο άδειο τραπέζι,γιατί άλλαξε απότομα κατεύθυνση και πήγαινε αρκετά γρήγορα.Οταν έφτασαν κοντά,η μικροκαμωμένη σοβερινη,είδε τη φίλη της έτοιμη να κάτσει,με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.

Ξαφνικά ένα χέρι χοντροκομμένο με λέπια πήγε να την πιάσει από το καρπό,λέγοντας συγχρόνως με μια μπάσα φωνή :"Που νομίζεις ότι πας να κάτσεις κοπελιά? Αυτό το..." η φράση του μεγαλοσωμου Βαλησινου δεν τελείωσε ποτέ...Την έπιασε από τον γυμνό καρπό και άρχισε να χοροπηδάει και να φωνάζει.Το καυτό δέρμα της αλχημιστριας της φωτιάς,τον είχε κάψει.Η Αλέξα έβαλε τα γέλια και κοίταξε τη Σολ που γελούσε κι αυτή με το πάθημα του αγενή βαλησινου.

"Λοιπόν,θα φάμε επιτέλους? " είπε η Αλέξα αφού έκατσε στον ξύλινο πάγκο.