Rasnarry Academy

Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Β' [18+] [Κλειστό]

Ούμπρo Μέρμαν

Άρπαξε το φλασκί και πήρα μια γενναία γουλιά, καυτερή! "Τι είναι αυτό το πράγμα που πίνεις για πρωινό Μπόρις; Από το νάνο που σε ντάντευε το πήρες;"

Στο μορφασμό του Βήτα, απάντησε με ένα πλατύ χαμόγελο. "Λοιπόν άκου προσεκτικά,

Σκιές του Αλ Ρασίντ: Μπορώ να δημιουργήσω όσους Ούμπρο θέλω με βάση το επίπεδό μου και να σε κοροϊδεύουμε όλοι μαζί, επίσης καθώς είναι άϋλοι μπορούμε να τους θυσιάσουμε κατά το δοκούν για διάφορα επικίνδυνα κόλπα, καθώς απλώς εξαφανίζονται.

Πέρασμα του Αλ Ρασίντ: Με αυτό μπορώ να σκαρφαλώσω και να πατάω σε οποιαδήποτε επικλινή επιφάνεια, ειδικά όταν σε φτάσω σε όρια να θες να με δείρεις, οπότε δεν θα μπορείς να με πιάσεις. Για τα νούμερα όλο και κάτι φαντασμαγορικό μπορούμε να σκεφτούμε.

Άλμα της Αθλομάχης: Μπορώ να επιζήσω πτώσης η ρίψης συγκεκριμένων μέτρων, με λίγα λόγια πάλι δεν μπορείς να πιάσεις.

Σθένος της Αθλομάχης: Εδώ όταν ο κόσμος βαρεθεί τις Σκιές, μπορείς να δοκιμάσεις να με πληγώσεις και μία αιθερική πανοπλία με προστατεύει για να μην πλημμυρίσει το έδαφος με τα συκώτια μου. Αυτό θα το χρησιμοποιήσουμε για τα τελευταία νούμερα ζωντανά.

Από εκεί και πέρα αν συνυπολογίσουμε τη σβελτάδα και τα πολεμικά αντανακλαστικά μου, σίγουρα μπορούμε να αφήσουμε εποχή!!!"

Έκανα μία μικρή παύση και ξέσπασε στα γέλια!

"Χαχαχαχα οπότε μικρέ Μπόρις έχουμε ρευστό να πάρουμε κασόνια, ζώνες, σχοινιά, λωρίδες, αλυσίδες, και ό,τι λογής κατεβάσει ο πολυμήχανος νους σου για να βάλουμε το σχέδιό μας σε πράξη. Επίσης, αν η μικρή του φούρνου έρθει στην παράσταση, να ξέρεις είναι δικιά μου!" Και συνέχισε το χαχανητό του.

"Πάμε να οργώσουμε την αγορά, γιατί δεν έχω όρεξη το ξωτικό να γκρινιάζει αν αργήσουμε." Σηκώθηκε, τράβηξε με δύναμη το σύντροφό του και κινήσανε για να κάνουν αγορές. Διαφημίζανε παντού το δίδυμο "Μπόρις και Άλμον" και δεν άφησαν σπιθαμή της αγοράς που να μην επισκέφθηκαν. Η μέρα είχε αρχίσει να γέρνει προς τη νύχτα, όταν έφτασαν στο νέο τους σπίτι. Καλοδιατηρημένο, ευρύχωρο και με καλή θέα. Αράδιασαν σε μία γωνία τα ψώνια τους και άραξαν πάνω στα ντιβάνια του σαλονιού. Στιγμές αργότερα ο Μηδέν θα κατέφθανε, κρατώντας ανάμεσα στα άλλα πράγματά του, δύο ολόκληρα μπουκάλια ρούμι από την πατρίδα του. Αναφώνησε και κόντεψε να χιμήξει στον καρπό της βαλησίνικης γης και μαεστρίας.

Σκούντηξε το Βήτα, του έδειξε τα μπουκ΄αλια και του έκλεισε το δεξί μάτι, "για να δούμε πόσο σηκώνεις κύριε καθηγητά!"


Βαλύριον

Πράγματι εντυπωσιακά ήταν αυτά που του περιέγραφε ο Ούμπρο. Έως τότε δεν είχε συνειδητοποιήσει πως ένας καλός πολεμιστής είχε τέτοιες δυνάμεις. Απ' ότι φαίνεται το μυαλό είναι χρήσιμο ακόμα και για τους πολεμιστές... σκέφτηκε σαρκαστικά.

"Πρόσεχε... Άλμον! Μπορεί τα φθηνά κόλπα σου να είναι εντυπωσιακά αλλά τώρα που τα ξέρω αν επιχειρήσεις να ξεφύγεις από μένα, ίσως να μη συμβεί." Χαμογέλασε αυτάρεσκα και του χτύπησε χαλαρά τον ώμο. "Κασόνια, ζώνες, σχοινιά, λωρίδες, αλυσίδες" επανέλαβε τις λέξεις ο Βαλύριον. "Τώρα μάλιστα. Τώρα μιλάς σωστά. Αυτά είναι πράγματα που ξέρω." Μαζί με τα λόγια του, ξέφυγε και ένα πονηρό χαμόγελο.

"Ωστόσο..." συνέχισε, "Οι σκιές του Αλ Ρασίντ, αλλάζουν όλα τα δεδομένα." Μια φοβερή ιδέα για την παράσταση στα Τρία Ελάφια που τους περίμενε. Έτσι κινήθηκαν προς την αγορά.

Δεν άργησε πολύ να εντοπίσει τον πρώτο έμπορο που χρειαζόταν και μπήκε αμέσως μέσα στο κατάστημα του. Μια ήσυχη μορφή τους καλωσόρισε. Ο Βαλύριον άρχισε να χαζεύει τους διάφορους πάγκους γύρω του. Σιγά Σιγά άρχισε να γεμίζει την αγκαλιά του με καλούδια. Πρώτα ξεκίνησε με αλυσίδες και σχοινιά. Προχώρησε και άφησε την πρώτη δόση πραγμάτων μπροστά από τον έμπορο. Συνέχισε τις αγορές του με εργαλεία, τέσσερις μεγάλες γυάλινες πλάκες, αλλά και διάφορες ξύλινες. Ώσπου να το καταλάβει είχε φτάσει η ώρα να πληρώσει και ήδη είχε περισσότερα πράγματα από όσα είχε στο μυαλό του.

"Τι τα θέλετε όλα αυτά τα πράγματα νεαροί;" Ρώτησε ο ηλικιωμένος έμπορος φανερά παραξενευμένος. Φυσικά ο Ούμπρο δεν έχασε ευκαιρία και ξεκίνησε να λέει τα πάντα για την επερχόμενη θεαματική τους παράσταση. "Τότε ας κάνουμε μια συμφωνία, θα μου πληρώσετε τη μισή αξία όλων των πραγμάτων που πήρατε και θα σας βοηθήσω να τα μεταφέρετε όπου μένετε αρκεί να μου εξασφαλίσετε δωρεάν είσοδο στην παράσταση. Τι λέτε;"

Ο Ούμπρο με τον Βαλύριον κοιτάχτηκαν λίγο διστακτικά. Σίγουρα μπορούσαν να το κάνουν αυτό, αλλά η προσφορά του εμπόρου να τους βοηθήσει να γυρίσουν τα πράγματα εκεί που έμεναν τους φάνηκε πολύ ύποπτο. Πιθανότατα ένα απλός έμπορος δεν αποτελούσε τόσο μεγάλο κίνδυνο όσο μπορεί να υποψιάζονται αλλά σίγουρα το ρίσκο να αποκαλυφθεί η ταυτότητα τους ήταν μεγάλο.

Πήρε ο Βαλύριον βιαστικά το λόγο, "Σε ευχαριστούμε πολύ για την πρόταση σου. Φυσικά και θα δεχτούμε την προσφορά σου, αλλά ο φίλος μου Άλμον είναι γεροδεμένο παιδί, δε θα χρειαστούμε βοήθεια στη μετακίνηση.

Τον πλήρωσαν, τον ευχαρίστησαν και κινήθηκαν προς το νέο τους σπίτι. Εκεί φυσικά τους περίμενε μια φοβερή έκπληξη από τον Γκλίριον. Δύο μπουκάλια ρούμι έτοιμα για κατανάλωση.

Για να δούμε πόσο σηκώνεις κύριε καθηγητά!

"Ετοιμαζόμουν να σε ρωτήσω το ίδιο πράγμα!" απάντησε με ένα πλατύ χαμογελο.


Άρυα Λιρέλ

Τόσο ο βομβαρδισμός ερωτήσεων όσο και ο ασυγκράτητος ενθουσιασμός της Ιντούν, την έπιασαν απροετοίμαστη.

«Πώς ξύπνησες σήμερα; Σου άρεσε το πρωινό που σου έφτιαξα; Το έκανα ειδικά για εσένα!» ξεκίνησε η Ιντούν.
«Μια χαρά ξύπνησα, ευχαριστώ πο...»
«Το άξιζες μετά από τόσο ξενύχτι! Πρέπει να αποδίδεις και την ημέρα, όχι μόνο το βράδυ!»
«Ξέρεις...» έκανε η Άρυα ανήσυχα, εντοπίζοντας τα πρώτα περίεργα βλέμματα περαστικών, μα η Ιντούν δεν κρατιόταν.
«Ειδικά αυτό το πρωινό το ετοίμαζε η μαμά μου για το μπαμπά μου κάθε που ήταν να πάει στα χωράφια, οπότε σκέφτηκα ότι ήταν ότι έπρεπε να σου το φτιάξω κι εγώ».
Οι ψίθυροι τριγύρω τους αυξήθηκαν, σαν κρότος σε τύμπανο που ολοένα και δυνάμωνε. Ορισμένοι μάλιστα ξεκίνησαν να τους ακολουθούν. Η Άρυα αγχώθηκε, και άρχισε να ιδρώνει. Πήγε να σκουπιστεί με το μανίκι, μα τελευταία στιγμή το έσωσε και έστρωσε απλά λίγο τα μαλλιά της. Ως ώριμο ξωτικό που ήταν, έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε τον ιδρώτα στο πρόσωπό της.
«Νεαρή μου, ίσως θα ταν καλύτερα...» ξεκίνησε εντός ρόλου, μα η Ιντούν ήταν υπερβολικά ενθουσιασμένη για να την ακούσει. Η Άρυα συνέχισε να κοιτά δεξιά και αριστερά όσο πιο διακριτικά μπορούσε, και προσπάθησε να απαντά στην Ιντούν με όση σοβαρότητα της επέτρεπε η κατάσταση.
Υπήρξαν στιγμές που παρασύρθηκε σε γέλια, άλλες γεμάτες βλέμματα αυστηρά, και άπειρες ακόμα που προσπάθησε να υπενθυμίσει τόσο στη φίλη της, όσο και στον εαυτό της, ότι έπρεπε να περπατάει πιο αργά απ' ότι συνήθως.

Η διαδρομή μέχρι το σπίτι τής φάνηκε μια αιωνιότητα. Η Άρυα έριξε μια ματιά στον χάρτη, και αφού ξεχώρισε το δικό τους, αναγνώρισε και αυτό των Αντβάρι. Ήταν υπερβολικά κοντά. Ανακούφιση.

«Το νέο μας σπίτι!» φώναξε η Ιντούν με το που μπήκε, ενώ η Άρυα έκλεινε επιτέλους την πόρτα στα μούτρα όλων αυτών των κουτσομπόληδων.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε αμέσως την Ιντούν. «Μόνο που δεν με χούφτωσες εκεί έξω!» έκανε, μα παρά τις αρχικές της ανησυχίες, ξέσπασε σε γέλια.

Δεν παρατήρησε το χαλασμένο, ανοιχτό παράθυρο.


Γκλίριον Νάντριελ

  • Καθηγητής
  • Rising Star Poster
  • Ξωτικό - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ξωτικών One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Η Πένα του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ολοκλήρωση του Quest, Η Θεραπεία
Βρήκε τους δύο νεαρούς του συντρόφους να τον περιμένουν στο σπίτι, όπως τους είχε πει. "Καλησπέρα παιδιά", τους είπε, "απόψε, δεν υπάρχουν βαθμοί, χρόνια ή φατρικές διαφορές. Απόψε, είμαστε ίσοι, ίδιοι..." Πήρε το ένα μπουκάλι και τους έβαλε  στα ποτήρια τους, ενώ κράτησε το άλλο μπουκάλι για τον εαυτό του.

Αφού αφέθηκε στο βαρύ άρωμα του ποτού, πήρε μια γερή γουλιά. "Απόψε θα κάνουμε ένα βαθύ τελετουργικό, έναν δεσμό για τις δύσκολες μέρες που ακολουθούν. Είναι βαθιά ριζωμένο στη φαμέλια των Νάντριελ και εσείς είστε από την αρχή του ταξιδιού, ότι πιο κοντά είχα σε οικογένεια εδώ και πάρα πολλά χρόνια."

Τους κοίταξε με βλέμμα βαρύ και σηκώθηκε να πιάσει το Άχαρον από το μπόγο του. Γύμνωσε την αστραφτερή λεπίδα και την πέρασε απαλά από την αριστερή του παλάμη, αφήνοντας μία κόκκινη χορδή αίματος στο διάβα της. Έσφιξε τη γροθιά του και άφησε τρεις σταγόνες να πέσουν μέσα στο ποτό του. "Γκλίριον, Βαλύριον, Ούμπρο", ψέλισε και κατέβασε μονομιάς το ποτήρι του. Ύστερα έδωσε τη λεπίδα του για να επαναλάβουν και οι νεαροί του σύντροφοι. Ο Ούμπρο αυτοβούλως ακολούθησε ενώ ο Βαλύριον στην αρχή δεν φάνηκε και πολύ ενθουσιασμένος. Το σιωπηλό και σκοτεινό βλέμμα του καθηγητή έκαμψε τελικά τις αντιστάσεις του και ακολούθησε και εκείνος.

Στη συνέχεια γέμισε ξανά τα ποτήρια τους, ξανάεσφιξε τη γροθιά του και άφησε από μία σταγόνα αίματος σε κάθε ποτήρι, "Γκλίριον, Βαλύριον, Ούμπρο". Αυτή τη φορά ακολούθησαν όλοι δίχως δισταγμό και τα ποτήρια τους άδειασαν αυτοστιγμεί. "Οι δεσμοί αίματος, είναι πανίσχυροι και με βαρύ φορτίο. Από και στο εξής, μέχρι το πέρας της αποστολής, είστε αίμα μου και είμαι αίμα σας. Μέχρι το τέλος." Άφησε στην άκρη το ποτήρι και πήρε ολόκληρο το μπουκάλι. "Μην ανησυχείτε για την πληγή, μέχρι να χρειαστεί να δράσετε θα έχει γιάνει πλήρως, αύριο θα το δέσετε με αυτό," τους έδειξε επιδέσμους με εκχυλίσματα μέντας, λεβάντας και θυμαριού.

"Μέχρι αύριο όμως, υπάρχει αυτή η βραδιά, όπου σφυριλατούνται οι δεσμοί που θα μας συντροφεύουν μέχρι να φ΄υγουμε από αυτήν την καταραμένη πόλη. Υπάρχει ένα μεγάλο σκοτεινό κακό που σκεπάζει ανέκαθεν αυτήν την πόλη. Κακό που ότι αντιμετωπίσαμε έως τώρα ωχριά μπροστά του. Κακό το οποίο νομοτελειακά θα φτάσει ως την πόρτα της Ακαδημίας. Από άλλους καθηγητές που μπορεί να το έχουν βιώσει, ίσως, μπορώ να μαντέψω μόνο τη Σαγιάνε και τον Αλλάσιο." Στάθηκε μία στιγμή για να περιεργαστεί τους συντρόφους του. "Εσύ πεταμένος μία ζωή στα καράβια και στις αρένες και συ ξεπεσμένο ξωτικό άνευ καταγωγής, χωρίς καν οικογενειακό επώνυμο και γω απόκληρος καριέρας,  πλούτου και κύρους, λόγω προσωπικών επιλογών, κατατρεγμένος λόγω αφέλειας, αλαζονείας και ματαιότητας. Ταιριαστό αντάμωμα θα έλεγα."

Όχι απλά ταιριαστό, ίσως και το πιο κατάλληλο για ΄ό,τι πρόκειται ν ακολουθήσει σκέφτηκε εσωτερικά.

"Μετά το Ουρίβ, είχα ένα τρομακτικό όνειρο - όραμα. Το τέρας που αντιμετωπίσαμε και το παιδάκι που ανεπιτυχώς προσπαθήσαμε να σώσουμε, ήρθαν στον ύπνο μου και συνομιλήσαμε για κάμποση ώρα. Φάνηκαν να ξέρουν πολλά για μένα και τη ζωή μου, σε σημεία που ίσως αγνοούσα ή είχα παντελή έλλειψη αναμνήσεων. Ταξιδέψαμε μαζί μακριά στο βαθύ σκοτάδι, έως τις ρωγμές του χρόνου. Καθώς το όνειρο τελείωνε και ο Νάρφος με το Ναρ ετοιμαζόντουσαν να με αφήσουν να επιστρέψω στο τώρα. Ο μικρός Ναρ μου ψιθύρισε όταν τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας, η στάχτη τους είναι η μαγιά του νέου κόσμου. Αποφάσισα λοιπόν να ξεκινήσω να αποζητώ αυτή τη μελωδία ξεκινώντας από την Κόρναρουντ, από το μέρος που πέθαναν τα δικά μου παιδιά. Ίσως με την εκδίκησή μου και τη λύτρωσή τους, καταφέρω να βρω ψήγματα αυτής της μελωδίας. Της μελωδίας που μπορεί να αλλάξει έστω και λίγο τον κόσμο που μας περιβάλει."

Ακολούθησε μία στιγμή σιωπής και μία γερή ρουφηξιά ρουμιού...

"Δεν θα τελειώσει εδώ, έχουμε πάρα πολλή δουλειά που μας περιμένει. Ίσως και όχι μαζί, ίσως ο καθένας μας μόνος του να ψάξει κομμάτια αυτής της μελωδίας στο δικό του σκοτεινό και απώτερο παρελθόν..."

Κοντοστάθηκε να αφουγκραστεί το σκοτάδι στα μάτια των συντρόφων του...

"Δώστε μου τα όπλα σας", διέταξε αυστηρά, "μιας και ακολουθούν αχαρτογράφητες πορείες, ό,τι μπορούμε να μοιραστούμε για το κοινό καλό, μπορεί να φανεί καταλυτικό για την επιτυχία και επιβίωσή μας..."

Ο Ούμπρο σηκώθηκε αμέσως και του παρέδωσε το σιδερένιο λοστό, ενώ ο Βαλύριον, βάλθηκε να κοιτά εριστικά τον καθηγητή, έβαλε το χέρι στο ζωνάρι του και του έδωσε απρόθυμα το στιλέτο που του χάρισε η Σαγιάνε. Ο Γκλ΄ιριον για δεύτερη φορά μέσα στην ημέρα, θα έδειχνε το τρομακτικό αποτέλεσμα της αρχαίας τελετής της αναβίωσης...

Σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε στο κέντρο του δωματίου, όπου είχε μία σχετική άπλα κάλεσε το πνεύμα του πολεμιστή, όπως είχε κάνει νωρίτερα. Στιγμές αργότερα, η σκοτεινή ακανόνιστη μορφή του πνεύματος θα αγκάλιαζε τη ράχη του και οι κενές κόγχες του θα χάζευαν τη θέα των δύο νεαρών. Τα σπινθηροβόλα κατακίτρινα, πλέον, μάτια του Γκλίριον θα επικεντρώνονταν στα δύο όπλα που κρατούσε στα χέρια του. Ξανακοίταξε στωικά το στιλέτο και το λοστό και ξεκίνησε να απαγγέλει μία ακατάληπτη ραψωδία. "Χαρμπ Καμάρ Άλμακαλ Άλζαλαμ κιμπ ιμπν Αλ Ρασίντ Καζάμ"..... "Χαρμπ Καμάρ Άλμακαλ Άλζαλαμ κιμπ ιμπν Αλ Ρασίντ Καζάμ Μούχαρίμπ"....."Χαρμπ Καμάρ Άλμακαλ Άλζαλαμ κιμπ ιμπν Αλ Ρασίντ Καζάμ Μούκταράμ"

Ξαφνικά από τη ράχη του πνεύματος, μία σκοτεινή, ιώδης, αύρα έλουσε τα όπλα και πηχτός αιθέρας τύλιξε τα μεταλλικά τους μέρη. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο αιθέρας και η αύρα απορροφήθηκαν από τα όπλα, κινήθηκαν με σταθερή ροή κατά μήκος τους, ώσπου έλαμψαν για μία στιγμή και επέστρεψαν στην κανονική τους όψη. Ο Γκλίριον με βαθιές, απόκοσμες, πνιχτές ανάσες, δέχθηκε ξανά μέσα του το πνεύμα του πολεμιστή, οι κίτρινες κόρες, έγιναν ξανά ασημί και σωριάστηκε στα γόνατα, παλεύοντας να βρει την ροή της αναπνοής του και την αυτοκυριαρχία του.

Κανείς από τους δύο δεν κουνήθηκε, καθώς έμειναν αποσβολωμένοι να προσπαθούν να διανοηθούν τι είχε λά΄βει χώρα μπροστά στα μάτια τους...

Αφού πάσχισε, κατάφερε να επιστρέψει στη θέση του και αφού γεύτηκε τρεις μεγάλες γουλιές ποτού, έστρεψε το βλέμμα του ξαν΄α σε εκείνους. "Το πνεύμα του πολεμιστή, εμπότισε τα όπλα σας, με το φιλί του Αλ Ρασίντ. Αν το όπλο σας έρθει σε επαφή με το αίμα εχθρού, τότε, ο αντίπαλός σας δεν μπορεί να δεχτεί θεραπευτική μαγεία, και οι ικανότητες και οι δυνάμεις του θα μειωθούν στο μισό. Σύμφωνα με τους κανόνες της τεχνικής, έχετε τρεις χρήσεις. Κάντε τες να αξίζουν!

Αυτά κατά ώρας από μένα, ελάτε να πιούμε σαν οικογένεια καθότι από αύριο ξημερώνει η αληθινή φύση της αποστολής μας...

Βάλθηκαν να συζητούν για τις ζωές τους μέχρι αργά, όταν και πήγαν να αναζητήσουν λίγες ώρες  ανάπαυσης μέχρι το φως της επόμενης μέρας...


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
“Φυσικά και θα σε χούφτωνα και κακώς δεν το έκανα με τέτοιο πανέμορφο άνδρα Άρον!” αναφώνησε η Αιολίδα στο δωμάτιο.
 
Τα μάτια της, τα χείλη της, όλο της το σώμα γελούσε έτσι που χαίρονταν να πειράζει την Άρυα. Μετά από τέτοια επιτυχία στην αγορά, με το πλεονέκτημα που απέκτησαν από το πουθενά, δε μπορούσε παρά να το γιορτάσει με λίγη χαρούμενη διάθεση.

Οι απέναντι έστησαν αυτί.

“Ξέρω αγαπητέ μου ότι λίγες έχουν τη δική μου τύχη,” έκλεισε το μάτι στον Άρον σαν πείραγμα.

Οι απέναντι κοιτάχτηκαν με έκπληξη για τα λόγια που άκουγαν.

“Και δε θα το αφήσω ανεκμετάλλευτο τέτοιο μεγάλο δώρο, γι’ αυτό έλα εδώ να θαυμάσω τον άντρα μου!”

Πίσω από τις κουρτίνες φάνηκε η κίνηση της κοπέλας που τραβούσε το Θεραπευτή προς το μέρος της και ο ήχος κορδονιών που λύνονταν.
 
Οι απέναντι έφεραν το χέρι τους στα χείλη.

Ενός λεπτού σιγή.

“Ξέρεις Άρον… νομίζω ότι κάτι...λείπει.” ακούστηκε η φωνή της Ιντούν παραξενεμένη πίσω από την κουρτίνα. “Κάτι... σημαντικό Άρον.”

Η Ιντούν ξέσπασε σε γέλια με την αθωότητα της Άρυα. Όχι ότι κι εκείνη πήγαινε πίσω σε θέματα αιδούς, αλλά δεν έχανε ευκαιρία να σαρκάσει τη φίλη της και την ίδια. Εν τέλει, την άφησε να ηρεμήσει και η προσοχή της επέστρεψε στη σοβαρή πλευρά της αποστολής τους.

~

Είχαν συμφωνήσει να μείνουν απασχολημένες όσο παρακολουθούσαν το απέναντι σπίτι για στοιχεία. Το επίμαχο σπίτι. Η πρωινή πρόσκληση ήταν ένα μόνο βήμα προς την ακρόπολη της Βορέλ και η Ιντούν προτιμούσε να έχει φροντίσει για όλα τα βήματα πριν περάσει στη δράση. Άφησε την Άρυα για λίγο ώστε να προμηθευτεί τα στοιχεία που χρειάζονταν για το νέο της “επάγγελμα”. Κριτικός τέχνης. Η Ιντούν επέστρεψε στο δωμάτιο φορτωμένη με τόμους και οδοιπορικά μελετητών μεγάλων ζωγράφων. Ευτυχώς, το πάχος τους δε συγκρίνονταν με εκείνο των τόμων της Αλχημείας και τα βιβλία τέχνης είχαν εικόνες, προσχέδια ή αντίγραφα των ίδιων των ζωγράφων. Η Αιολίδα έπιασε τον εαυτό της να απολαμβάνει τη διαδικασία της μάθησης και παράλληλα ένιωσε να καταλαβαίνει την ουσία της ζωγραφικής, να κατανοεί τη μαγεία για την οποία της μιλούσε ο αδερφός της λίγο περισσότερο. Διάβαζε αράδες δίπλα σε εικόνες, τίποτα παραπάνω κι όμως, είχε το κλειδί να βιώσει όσα για το Μένανδρο πήγαζαν από την ψυχή του. Έρχονταν ένα βήμα πιο κοντά έτσι κι ας βρίσκονταν σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Γέμιζε ζεστασιά η καρδιά της, η άμμος της ερήμου κυλούσε καυτή σαν ρευστό ποτάμι μέσα της και αντί να την τσουρουφλίζει, την έθρεφε.

Πέρασε ώρα μέχρι να καταλάβει πως ονειροπολούσε. Η Ιντούν σταμάτησε και έριξε μια ματιά γύρω της. “Τι με έχει πιάσει;” αναρωτήθηκε. Βρίσκονταν μακριά από την Ακαδημία, μακριά από την Ιερελάρ. Για κάθε φυσιολογικό ον, το αίσθημα που θα ανέμενε να βιώνει ήταν η μελαγχολία. Έκανε μια ανασκόπηση στα συναισθήματά της. “Καλά το φαντάστηκα.” σκέφτηκε και έμεινε λίγο μόνη με τις σκέψεις της, σε μια προσπάθεια να ξεδιπλώσει τις αιτίες που αισθάνονταν τόσο χαρούμενη και ελεύθερη στο λίκνο της μιζέριας.

Αφιέρωσε το απόγευμα στην κοινή τους ασχολία. Οι χειροτεχνίες δεν ήταν πρώτη προτίμηση για την Αιολίδα, αλλά σίγουρα το χέρι της έπιανε. Μπορεί να μην κατείχε την έμφυτη έμπνευση της Άρυα ή της Χελένα, ακόμη χειρότερα, του Μενάνδρου και του Εύανδρου, αλλά τα δάχτυλά της κινούνταν με τη σιγουριά και τη δεξιοτεχνία χρόνων εργασιών και μερεμετιών, καθώς για τη μεσαία τάξη, ότι δεν αγοράζεται, κατασκευάζεται.

Στο κρεβάτι της αποσύρθηκε όταν το σκοτάδι εγκαταστάθηκε μόνιμος άρχοντας της πόλης. Η Αιολίδα τυλίχτηκε με την κουβέρτα της, όπως έκανε και στο πλοίο δυο μέρες πριν. Δεν κρύωνε. Η θερμότητα που εξέπεμπε εξαιτίας του χαρίσματός της κρατούσε το σπίτι ζεστό, καλύτερα κι από τζάκι κι όμως, η Ιντούν κουκουλώθηκε σφιχτά σαν το τουλουμπάκι γιατί κάτι της έλλειπε. Της έλλειπε μια αγκαλιά ή μάλλον, η ιδέα της. Από τα χρόνια που μαθήτευε στην Ακαδημία, λίγες φορές κοιμήθηκε με φίλους ή με τα αδέρφια της αγκαλιά. Μόνη της δεν ένιωθε όμως, γιατί η Ακαδημία ήταν αγκαλιά που κρατούσε την Αιολίδα ασφαλή. Σαν Βοηθός Καθηγητή είχε στείλει τον Έλλιοτ άπειρες φορές πίσω στο κρεβάτι του με συμβουλές για να νικήσει τους φόβους του και ήταν κι εκείνο μια μορφή αγκαλιάς. Η Ιντούν αναστέναξε βαθιά, αλλά ελαφρά. Κατέληξε πως της έλλειπε να είναι χρήσιμη. Της έλλειπε να τη χρειάζονται, να ζητούν την τρυφερότητα και την αγκαλιά της, ειδικά όταν αυτός ήταν ο Σίνγκεν που του άρεσε να καλύπτει τα λόγια του, αλλά αποτύγχανε να σιγάσει τη γλώσσα του σώματός του. Η Ιντούν έσφιξε το μαξιλάρι, μαζεύτηκε και οι συλφίδες, που αντιλαμβάνονταν τη διάθεσή της, κατέβηκαν και ξάπλωσαν με τα μικροσκοπικά, αέρινα σωματάκια πάνω στο δικό της, την τύλιξαν σαν αύρα άνοιξης, ευχάριστη, ευωδιαστή.

“Κι εγώ σας αγαπώ.” ψιθύρισε καθώς όλοι μαζί βυθίζονταν σε λήθαργο. Όχι για πολύ.

Τα βλέφαρα της Ιντούν άνοιξαν με ταχύτητα επαγρύπνησης. Το σώμα της τινάχτηκε έτσι όπως επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα και οι συλφίδες εκσφενδονίστηκαν στον αέρα αεικίνητες. Νόμιζε ότι άκουσε κάποιον ήχο. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο, αλλά πέρα από την Άρυα- Άρον που κάτι σκάλιζε όπως πάντα μέσα στη μαύρη νύχτα, κανένας ήχος δε φαίνονταν να διαταρασει τη βραδινή ησυχία. Η Ιντούν χαμογέλασε στην Άρυα- Άρον και έγειρε πάλι προς το μαξιλάρι. Ένα κρακ ακούστηκε από κάπου μακριά, σαν ξύλα που έσπαζαν. Ο θόρυβος ήταν πνιχτός και σχεδόν έσβηνε έτσι που έχανε την έντασή του με κάθε τοίχο που έπρεπε να διαπεράσει μέχρι να φτάσει στα αυτιά των φτωχών ενοίκων του κέντρου της Βορέλ, αλλά ένας ψίθυρος ήταν αρκετός για την Ιντούν. Η Αιολίδα ανακάθισε και έστησε αυτί. Άξεστες, μακρινές ομιλίες άνοιξαν την κερκόπορτα πολλών σκοτεινών σκέψεων, συλλογισμών που είχε καταφέρει να απομονώσει από το πρωί. Οι συλλογισμοί, πηχτοί και μαύροι, σαν ποτάμι δηλητηριασμένο πίεσαν το μικρό άνοιγμα που τους προσφέρθηκε και ξεχύθηκαν στο νου της για να τον πλημμυρίσουν με έγνοιες.

Το πάντα γλυκό πρόσωπο έχασε τη δροσιά του στο άκουσμα των αξεστων λόγων. Στη θέση του, ένα προσωπείο σκυθρωπό με μάτια πικρά, χείλη και φρύδια σφιγμένα επικεντρώνονταν με βλέμμα που μπορούσε να τρυπήσει τον τοίχο στην κατεύθυνση που έρχονταν η φασαρία. Δυο σπίθες άναψαν και πάλι. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε σκαμπουδάκι, ούτε κυρία να την καθίσει. Γύρω της δεν υπήρχαν πολίτες. “Τώρα ή αργότερα;” Οι πάγκοι που έσπαζαν στην πλατεία θα μπορούσαν να είναι οι πάγκοι της δικής της οικογένειας, αλλά αν ήταν ο πατέρας της θα της έλεγε να μην ανακατευτεί στην αναμπουμπούλα από φόβο μη φάει καμιά αδέσποτη. Θα τη συμβούλευε να περιμένει να κοπάσει η καταιγίδα και να απευθυνθεί στο νόμο. Οι άξεστοι όμως γελούσαν, οι πάγκοι έσπαζαν και η Ιντούν… η Ιντούν ήταν η καταιγίδα.

“Θα με βρεις στο σκοτάδι της πλατείας.” είπε χαμηλόφωνα στην Άρυα χωρίς να την κοιτάξει. Απέφευγε να κοιτάζει τους φίλους της όταν η φλόγα μέσα της θέριευε.

Η Ιντούν και οι συλφίδες της πέταξαν από το παράθυρο.

« Τελευταία τροποποίηση: Απρίλιος 26, 2021, 01:06:30 μμ by Αιολίς Ιντούν »


Σαγιάνε Ασάχι

  • Καθηγητής
  • Master Poster
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Στο μυαλό της η πρώτη φάση ήταν πάντα η δυσκολότερη. Οι γείτονες την είχανε συνηθίσει, άλλωστε ανά δύο μέρες έκανε σίγουρο να ζητήσει βοήθεια απο κάποιον σε κάτι και το ίδιο απόγευμα να του προσφέρει είτε πίτα, είτε κέικ ως ευχαριστώ. Κάθε μέρα φρόντιζε τα φαγητά που έκανε να είναι φρέσκα ώστε να μυρίζουν περισσότερο. Μέχρι και λουλούδια έβαλε την Κέννα να πάει να της φέρει και τα πότιζε κάθε δεύτερο απόγευμα, όταν ο ήλιος άφηνε τις τελευταίες του ακτίνες. Προσπαθούσε να ξεκουράζεται το μεσημέρι, μετά το γεύμα τους. Επέμενε η Κέννα να κοιμάται περισσότερο. Αμέσως μόλις επέστρεφαν, τα χαράματα, μέχρι το μεσημεριανό πολλές φορές και αφού ξυπνούσε η ίδια από τον μεσημεριανό της ύπνο μέχρι να φύγουνε. Ήταν επόμενο σταδιακά η αϋπνία να την καταβάλει, αλλά ακόμα ήταν νωρίς γι' αυτό.

Η πρώτη φάση λοιπόν ήταν η πιο δύσκολη. Από το τίποτα να βρουν κάποιες πληροφορίες, κάποιο στοιχείο, ένα όνομα, μια διεύθυνση, ένα σύμβολο, έστω ένα παρατσο΄΄υκλι, κάτι με το οποίο θα μπορούσαν να δουλέψουν. Πέρασαν τα πρώτα βράδια οργώνοντας όλη την περιοχή που ο Γκλίριον της είχε πει να καλύψουν. Οι πρώτες πέντε μέρες αποδείχτηκαν άκαρπες. Τόσο άκαρπες σαν να προσπαθούσες να φυτέψεις έναν σπόρο σε μια συμπαγή πέτρα. Το έκτο ξημέρωμα και ενώ η Κέννα κοιμόταν, η Σαγιάνε είχε βγάλεο ξανά τον χάρτη της Ιντούν καθώς και τον χάρτη που είχε πάρει από τον Ντάβρος. Ήταν σε διαφορετικές κλίμακες τα δύο και έτσι πέρασε όλο της το πρωινό να σχεδιάζει στην κλίμακα του χάρτη της Ιντούν την υπόγεια πόλη, ή όπως αποδείχτηκε μέρος της. Χαρούμενη για το αποτέλεσμα εκείνη την ημέρα δεν έκανε ούτε φαγητό, ούτε τίποτα. Έπεσε ξερή στο κρεβάτι δίπλα στην Κέννα και ξύπνησε κάπου το σούρουπο. Γύρισε το βλέμμα της στη νεαρή. Οι κόκκινες τούφες έπεφταν στο πρόσωπο της και το πρόσωπο της έμοιαζε σα παιδιού. Τις τελευταίες μέρες η Σαγιάνε ένιωσε μια απερίγραπτη ζέστη προς τη νεαρή. Ήταν ίσως ο ρόλος που την έβαζε σε ψυχολογία οικογένειας, ήταν ίσως αυτό που ζητούσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, μια αδερφή, δεν ήξερε ακριβώς. Τα ακροδάχτυλα της πλησίασαν το φλογερό κεφάλι και πέταξαν την τούφα στο πλάι να δει καλύτερα το πρόσωπο της. Η Κέννα δυσανασχέτησε από την επαφή και κλαψούρισε, έβλεπε εφιάλτη; Η Σαγιάνε την πλησίασε και ξάπλωσε από πάνω της "σσσσσ" της ψιθύρισε, "όλα είναι καλά, εγώ είμαι εδώ", είπε χαιδεύοντας την, όταν έσκυψε το κεφάλι της και της χάρισε ένα φιλί στο μάγουλό της. Η Κέννα φάνηκε να ηρεμεί. Η Σαγιάνε το αισθανόταν έντονο μέσα της. Αγάπη; Έτσι ήταν, άρα; Χαμογέλασε και αφού άφησε ακόμα μια στιγμή να περάσει, μία στιγμή την οποία είχε πει πως δεν θα άφηνε εδώ στη Βορέλ να αισθανθεί, πήρε την απόσταση της και σιγά σιγά ξύπνησε την Κέννα.

.................
Το αεράκι έπαιζε με τις μεταξένιες κουρτίνες. χάδι εραστή και παιχνίδισμα ερωτικό, η σελήνη έλαμπε στην τελευταία μέρα της ολόγιομης φάσης της και όπως το ασημένιο έπεφτε στο μαρμάρινο δάπεδο εμφάνιζε δύο σκιε΄ς.
Από την άλλη πλευρά, εσωτερικά της κουρτίνας μια άλλη μεγάλη σκιά πλησίασε.
"Μου απέκρυψες στοιχεία" είπε η Κόκκινη Μάσκα
" Σου απέκρυψα στοιχεία" απάντησα δεκτικά ο στόχος.
"Ακούω τη συνέχεια" είπε ξανά η Κόκκινη Μάσκα κάνοντας ένα βήμα μπροστά, πλησιάζοντας προς την κουρτίνα.
Ο ανδρική φωνή αναστέναξε.
"Υπάρχουν δύο είσοδοι σίγουρα, ίσως και μία τρίτη αλλά φήμες λένε πως έχει γκρεμιστεί, δεν με ενδιέφερε να το ψάξω όμως. Πρέπει να καταλάβεις Σα...Akai Kao", απάντησε με το γνωστό στον κυ΄κλο του όνομα για τις Κόκκινες Μάσκες των Ασάχι, "η Βορέλ είναι αρχαία, όχι μόνο η πόλη αλλά και τα ξωτικά που έχουν κρατήσει τον αρχαίο τρόπο ζωής, την πνευματικότητα της. Πρέπει να καταλάβετε και οι δύο, πως σε αντίθεση με εσάς, τα ξωτικά μισούν το νεωτερισμό, μισούν την εξέλιξη, μισούν την ριζοσπατικότητα ή κάθε τι που φέρνει μεταβολή. Αυτό να το θυμάστε όταν θα κατεβείτε εκεί, γιατί μα τον Άρθερ δε θα ήθελα με τίποτα να είμαι στη θέση σας. Υπάρχουν δύο είσοδοι, όπως είπα, και μάλλον οι πρωτοστάτες της Αγοράς επέλεξαν η μία να στεγάζεται εδώ, στα εσωτερικά της στοάς μας."

'Ενα κλειδί πέταξε στον αέρα και κατέληξε στο χέρι της φιγούρας με την Κόκκινη Μάσκα.
"Τρία επίπεδα κάτω είναι από τον διάδρομο στο κτήριο μου. Το κεφάλι της Αγοράς δύο γενιές πριν από εμένα έκλεισε την κάμαρα, η είσοδος ήταν ελεύθερη ως τότε. Πιστεύω πως εκείνος πρώτος ήθελε να ξεκόψει την Αγορά μας, με όλον τον υπόκοσμο. Να σας προειδοποιήσω και για το τελευταίο όμως: πορσέχετε πολύ, είναι ένας άλλος κόσμος. Αρκετοί από αυτούς δεν έχουν δει καν την επιφάνεια.
"Και δε θα την δουνε ποτέ" απάντησε λακωνικά η γυναικεία φωνή, η απειλή στα λόγια της φανερή.
"Θα σας ευχόμουν καλή τύχη, αλά είναι απόφαση σας να μπείτε στον βούρκο"
"Δε χρειάζεται η τύχη. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω" είπε και μ' ένα πρόσταγμα του χεριού της οι δύο φιγούρες χάθηκαν από το μαρμάρινο εξώστη. Ο άντρας ανάσαινε με ανακούφιση. Ήταν στοίχημα αυτό, αλλά δε μπορούσε να δώσει εξ' αρχής το λημέρι, έπρεπε να τους προειδοποιήσει. Όπως και να είχε, ήταν το είδος του. Τώρα ήταν στο δικό τους χέρι πόσο καλά προετοιμασμένοι θα ήταν για μια Άκαικαο, δύο σχεδόν.

Η Σαγιάνε και η Κέννα κατευθύνθηκαν και όπως είπε ο Ντάβρος, μία μικρή κάμαρα στο τέρμα του πρώτου ορόφου ξεκινούσε για κάτω. Πάνω από την κάμαρα ήταν γραμμένα στην γλώσσα των ξωτικών "Λημέρι". Αυτό που την παραξένευσε ήταν το εξής, πως σχετιζόταν η πάνω με την κάτω πόλη και γιατί η Αγορά να είχε κάποτε σχέσεις με την υπόγεια πόλη, φάνηκε πως η υπόγεια πόλη ή απλά το Λημέρι ήταν κάποτε μια συνέχεια της Αγοράς. Περισσότερα ερωτήματα άρχισαν να δημιουργούνται στο μυα΄λό της. Το παζλ ξαφνικά μεγάλωσε και τα κομματάκια του μίκρυναν. Κάθε βήμα που τις έφερνε όλο και χαμηλότερα αποκάλυπτε περισσότερα βρύα πάνω στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Ο αέρας είχε αρχίσει να γίνεται αποπνικτικός. Το φως άρχισε να γίνεται ημίφως.

Φτάνοντας μπροστά στη σιδερένια βαριά πόρτα ο αέρας ήταν τόσο βαρύς που η Σαγιάνε έβγαλε τη μάσκα της και την τοποθέτησε ξανά στον μηρό της. Γύρισε προς την Κέννα. Το κορίτσι τα έβλεπε όλα αυτά πρώτη φορά. Παρά την άγρια ζωή που έκανε, όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα για εκείνην.
"Δε θα βλέπουμε πολύ στην αρχή, αλλά σε λίγο θα προσαρμοστουν τα μάτια. Στο λέω γιατί δε θα είναι το ίδιο με το έξω. Εσύ έχεις συνηθίσει την φύση, στην φύση ακόμα και τα αστέρια προσφέρουν λιγοστό φως. Εδώ θα βλέπουμε απλά σκιές στο ήδη σκιερό και μουντό περιβάλλον. Μη φοβηθείς. Προσπάθησε να κρατήσεις τους χτύπους σου χαμηλούς, άλλες φορές θα αισθάνεσαι τον ήχο να δεκαπλασιάζεται, άλλες φορές δεν θα ακους τίποτα, ανάλογα με την υγρασία που θα έχει το εκάστοτε μέρος που θα περνάμε."

Το χέρι της ακούμπησε τον ΄ώμο της Κέννα και γυρνώντας έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η σιδερένια πόρτα άργησε να ανοίξει, η Σαγιάνε έσπρωξε με δύναμη, το λιγοστό φως που ξεψύθηκε μέσα με το που άνοιξε την πόρτα μαρτυρούσε πως φυτά είχαν καλύψει εκείνη την είσοδο από την μέσα πλευρά, επί το πλείστον βρύα και αναριχητικά φυτά που φύτρωναν σε τέτοια σκοτεινά μέρη. Ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. Έβγαλε τα γάντια της από το τσαντάκι μηρού και έκανε νόημα στην Κέννα να κάνει το ίδιο, δεν ήξερε τι μπορεί να βρίσκανε μπροστά. Αφού έβαλε τα γάντια της έβγαλε ένα μικρό φυαλίδιοκαι ξερίζωσε πασπατεύοντας τον τοίχο μ΄ρος των βρυών. Ίσως να μη το είχαν συναντήσει αλλού. Ίσως η Άρυα να μπορούσε να δει αν θα ήταν χρήσιμο κάπως. Έβαλε το φυαλίδιο μέσα στο τσαντάκι και περίμενε να μπει και η Κέννα. Και τότε σκέφτηκε δύο φορές. Να άφηνε ανοιχτή την πόρτα ή όχι;

Στα γρήγορα, ο Ντάβρος της εμπιστεύτηκε το κλειδί και φρουρά δεν υπήρχε. Από την άλλη δε θα ενημέρωνε ο Ντάβρος για προσοχή; Όμως ήταν μια αποστολή πολύ κάτω από το τραπέζι. Θα τις κλείδωνε όμως μέσα.
Στον κυκέωνα των σκεψεων, το κλειδί σφράγισε ξανά την πόρτα.
"Μην ανησυχείς. Υπάρχει και άλλη έξοδος" καθυσήχασε την Κέννα.

Κι όμως η καρδιά της άρχισε να χτυπά τόσο γρήγορα που σταμάτησε ένα λεπτό για να αναλογιστεί το παράξενο του σκότους. Τα λόγια με το που βγήκαν από το στόμα της χάθηκαν. Ήταν σίγουρη πως η Κέννα την άκουσε. Και ήταν σίγουρη πως μόλις τα λόγια της χάθηκαν ο ίδιος φόβος κάλυψε και τη νεαρή. Έψαξε το χέρι της και το έσφιξε. "Θα περιμένουμε εδ΄ώ μέχρι να προσαρμοστούν τα μάτια της" της ανήγγειλε. Και ξανά το παράξενο του ήχου.

Η απουσία φωτός δεν είχε αντίκτυπο μόνο στην όραση. Η κλεισούρα έκανε τον αέρα τόσο βαρύ σα πάχνη, φάνταζε πως μπορούσες να τον μαζέψεις με την χούφτα σου σε μια κίνηση και σαν άμμος να πέσει. Αυτό και η υγρασία, η χρόνια υγρασία πείραζαν και τον ήχο. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν συνδυαστικά όλα αυτά ήταν αφενός φυσικά και λογικά, αφετέρου όχι συνηθισμένα και έτσι φάνταζε σαν ένας άλλος κόσμος. Το σκοτάδι ήταν σα να ήθελε να σε καταπιεί, να σε κρατήσει εκεί μέσα του και μετά να σε χωνέψει.Να χωνέψει τη ζωή από μέσα σου, κάθε ανάσα, κάθε ελπίδα.

Όχι και τόσο καλές σκέψεις, μα η Σαγιάνε επιδόθηκε στην φιλοσοφική σκέψη επί του σκότους και στην σπείρα. Όλα ήταν μια δοκιμή. Μάζεψε το θάρρος της και περίπου 40 λεπτά μετά με τον τοίχο στα αριστερά της ξεκίνησε να περπατά στην στοά.

~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...