Rasnarry Academy

Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Β' [18+] [Κλειστό]

Γκλίριον Νάντριελ

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Το παρακάτω thread ενδέχεται να περιέχει, γλώσσα και εικόνες βίας γι' αυτό και έχει χαρακτήρα 18+.
Οτιδήποτε περιγράφεται εντός των δημοσιεύσεων, έχει προκύψει ύστερα από συνεννόηση μεταξύ των παικτών για την καλύτερη ροή της ιστορίας και γι' αυτό δεν αντίκειται στους κανόνες του παιχνιδιού.
Η παρούσα δημοσίευση εμπεριέχει μία εισαγωγή στην ιστορία που θα διαδραματιστεί.
Οι εμπλουτισμένοι χάρτες του παιχνιδιού θα βρίσκονται στην ευχέρεια των παικτών εκτός φόρουμ στο προσχεδιασμένο αρχείο pdf που διαμοιράστηκε.
_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ - ΣΥΝΟΨΗ

Η πρώτη μέρα στη Βορέλ κύλησε, σχεδόν, αναίμακτα. Και οι τρεις ομάδες έφεραν εις πέραν τους στόχους τους και έφτασαν στον πρώτο προορισμό τους, την Πρώτη Εστία.

Από και πέρα, κάθε ομάδα θα λαμβάνει στο τέλος κάθε σύσκεψης την αποστολή της μέχρι την επόμενη σύσκεψη η οποία θα λαμβάνει χώρα σε άλλο χώρο με κωδικό όνομα Νέα Εστία.

Στην αρχή κάθε αποστολής θα υπάρχει λεπτομερής στρατηγική ανάλυση κάθε στόχου και προσεγγίσεών του. Με το πέρας της εκάστοτε αποστολής κάθε ομάδας θα οργανώνεται και η κάθε επόμενη σύσκεψη των ομάδων στο χώρο αυτό σε όλη τη διάρκεια του κεφαλαίου.

Το δεύτερο μέρος βρίσκει άπαντες στην Πρώτη Εστία να αναμένουν αξιολόγηση των στόχων της ημέρας, σχόλια για την πόλη και την ανταλλαγή των συλλεχθέντων πληροφοριών.

Το άνοιγμα της συζήτησης κάνει ο Γκλίριον με το αποτέλεσμα της συνάντησής του στο λιμάνι...


Γκλίριον Νάντριελ

Έφτασαν στην Εστία και μπήκαν γρήγορα από το προσχεδιασμένο σημείο, στο χώρο. Όπως είχε κανονίσει, ο μεγάλος χώρος ήταν περίκλειστος, τα τζάμια καλυμμένα με μαύρα υφάσματα και περιμετρικά είχαν τοποθετηθεί μονά ντιβάνια και στασίδια για την πρώιμη ανάπαυση όλων τους. Έγνεψε στην Ιντούν και στην Άρυα, οι οποίες ήδη περίμεναν και ύστερα, έδειξε στον Όμι και στο Βήτα τα ντιβάνια τους και που να αφήσουν τα πράγματά τους ενώ εκείνος άραξε στο δικό του περιμένοντας.

Σύντομα, στο μεγάλο ορθογώνιο χώρο, έφτασαν η Σίγμα και η Κ΄απα, ολοκληρώνοντας έτσι τα μέλη της ομάδας. Ήταν όλοι καταβεβλημένοι από την υπερπροσπάθεια της ημ΄ερας, ενώ σε μερικά πρόσωπα φαινόταν πως η Βορέλ δεν τους είχε υποδεχθεί θερμά.  Όμως όλα αυτά θα έπρεπε να περιμένουν κατά ώρας. Κοίταξε τις δύο πολεμίστριες. "Ξεκουραστείτε το πολύ 15 λεπτά και ελάτε να ξεκινήσουμε. Έχουμε δώσει στίγμα της παρουσίας μας στην πόλη, αν και δεν μπορούν να μας αναγνωρίσουν ακόμη. Η πραγματική φύση της αποστολή μας ξεκινά απ΄΄οψε. Σε αυτόν εδώ το χώρο."

Σταμάτησε για μία στιγμή και κοίταξε τους δύο συντρόφους του. Ύστερα πέρασε, αργά, το βλέμμα του από τα μάτια των υπολοίπων και κέντραρε πάνω στη Σαγιάνε. "Θα ξεκινήσουμε με μία μικρή αναφορά των αποτελεσμάτων των σημερινών αποστολών, από μένα, τη Γιώτα και τη Σίγμα. Στη συνέχεια θα σας αναλύσω εκτενώς το σχέδιο δράσης από εδώ και πέρα, σε άμεση συνάρτηση των πληροφοριών που έχουμε συλλέξει. Μετέπειτα, η Κόκκινη Μάσκα, θα μας μοιράσει τα "καλούδια" της από τη μαύρη αγορά. Όταν θα τελειώσει και αυτό, θα επιτρέψω απορίες και διευκρινήσεις."

΄"Όπως ξέρετε όλοι, ο αποψινός στόχος ήταν η συνάντηση με το σύνδεσμο που έστειλε την επιστολή που τα ξεκίνησε όλα. Όλα πήγαν καλά. Η επιστολή αποδείχθηκε αληθής, ο σύνδεσμος φερέγγυος και ο στόχος της αποστολής μας επιτεύξιμος. Αν δράσουμε σωστά, έχουμε την ευκαιρία να διατελέσουμε επιτυχώς, αυτό που έχουμε έρθει να κάνουμε.

"Από εκεί και πέρα το μόνο που μπορώ να σας πω και θα το αφήσω μερικώς εν αγνοία σας, είναι το ότι παράλληλα προσπαθώ να ενεργοποιήσω υποστηρικτικά, ντόπιες δυνάμεις ώστε να συνδράμουν στο σκοπό μας. Αλλά για την ασφάλεια όλων μας, θα κρατήσω τις λεπτομέρειες μόνο για μένα. Απλά να ξέρετε ότι με τη συνδρομή αυτών, θα έχουμε τις Εστίες και τα καταλύματά μας στην πόλη."

"Πριν δώσω το λόγο στη Γιώτα, θα σας εφιστήσω την προσοχή στην αυξημένη ασφάλεια γύρω από το λιμάνι, καθώς το πρωί θα βρεθεί, ένας φύλακας του λιμανιού, σε πολλή άσχημη κατάσταση, ύστερα από την "ατυχή" του συνάντηση με Βαλησίνο ναυτικό." Τα βλέμματα όλων γύρισαν ανεπαίσθητα προς τον Όμι, και εκείνος ένευσε συγκαταβατικά. "Ήταν αναγκαίο κακό,¨" συνέχισε ο Γκλίριον "για την ασφάλεια και των τριών μας και ενδεχομένως για λίγες μέρες, οι αρχές του λιμανιού να ψάχνουν ένα Βαλησίνο και το Ξωτικό σύντροφό του, οι οποίοι εθεάθησαν χθες σε ταβέρνα του λιμανιού να μπλέκουν σε μπελάδες με Βαλησίνους ναυτικούς."

"Οι φόβοι μου για την επικινδυνότητα της αποστολής, επαληθεύθηκαν ύστερα από όσα άκουσα απόψε στο λιμάνι, πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να προετοιμαστούμε όλοι μας για το χειρότερο και να δράσουμε αποφασιστικότατα! Αυτά από μένα μέχρι στιγμής. Γιώτα, δώσε μας την αναφορά της ομάδας σου."



Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Χαλαρή η Ιντούν, σηκώθηκε από το ντιβάνι της.
"Να, πάρτε από ένα", άφησε ένα αποξηραμένο δαμάσκηνο σε κάθε παλάμη.

Όση ώρα μαζεύονταν η ομάδα, η Αλχημίστρια συγκέντρωνε πληροφορίες. Η στάση του Μηδέν φαίνονταν να διαπνέεται από ανανεωμένη αποφασιστικότητα. Η αύρα που απέπνεε έδειχνε σιγουριά, επιβεβαίωση. Για το Μηδέν, η πρώτη μέρα μάλλον εξελίχθηκε με τον τρόπο που ήλπιζε. Ανέπνεε συγκρατημένη αισιοδοξία, ένα αίσθημα που οι Βήτα και Όμι δε μοιράζονταν. Ο πρώτος καμπούριαζε κάπως απασχολημένος και ο δεύτερος ήταν σαν να το διέτρεχε οργή και μια παγωμάρα, το κενό που αφήνει η διεκδίκηση μιας ζωής που δε σου ανήκε. Η είσοδος της Σίγμα και της Κάπα ήταν αναμενόμενη, στο δωμάτιο μπήκαν σαν συγκρατημένες καταιγίδες. Από όλους, οι Πολεμίστριες πρέπει να πέρασαν μέσα από πυρακτωμένο ατσάλι για να τους εξασφαλίσουν τα "καλούδια", όπως τα ονόμασε ο Μηδέν.

" Η ημέρα μας απέφερε καρπούς " χαμογέλασε καθώς εστίασε τα μάτια στο δαμάσκηνο του Μηδέν. Η Ιντούν, με την άνεση που μόνο μία μεγάλη αδερφή θα μπορούσε να διαθέτει, κατάφερε και έκανε το Βήτα και τον Όμι να κάνουν μισό κάθισμα δεξιά και αριστερά έκαστος, ώστε να θρονιαστεί ανάμεσά τους, σαν η θέση της να βρίσκονταν ανέκαθεν εκεί. Έβαλε το αριστερό της χέρι στα μαλλιά το Βήτα. -Καθηγητής Βαλύριον ή και το ίδιο μου κάνει/είμαστε συνομήλικοι και μαθητέψαμε μαζί- η Ιντούν ξεκίνησε να του χαϊδεύει τα μαλλιά με απίστευτη φυσικότητα. Για εκείνη, ο Βήτα έφερνε λίγο στο Μένανδρο, αποτραβηγμένος, πάντα μπλεγμένος σε μπελάδες που δεν ήταν απαραίτητα δικό του φταίξιμο. Έτσι βάλθηκε να το βοηθήσει να νιώσει σαν το σπίτι του, όσο κι αν το δωμάτιο που βρίσκονταν, μόνο σπίτι δεν το χαρακτήριζες.

Από τη δαγκάνα της μεγάλης αδερφής δεν ξέφυγε ούτε ο Όμι. Πολεμιστής; Σκασίλα της; από τον Όμι δεν τρόμαζε, όχι γιατί το παρουσιαστικό του δεν ήταν αυτό ενός ισχυρού και ατρόμητου νεαρού άνδρα με σκαλιστό σώμα που είχε τη δυνατότητα να σπάσει τον εχθρό σαν το κλωναράκι, αλλά γιατί της θύμιζε ένα μίγμα Κασσάνδρου και Κλεάνδρου. Ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του, πουπουλένιο εναγκάλισμα ενθάρρυνσης, ένα απαλό σφίξιμο επιβράβευσης.

"Υπέροχη ομάδα. " Είπε και τα μάτια της πλανήθηκαν από τα αγόρια, στην Άλφα, τις Πολεμίστριες και τέλος το Μηδέν. "Τόσο ικανοί όλοι. Ιχνηλάτησαν το δρόμο μας μέσα από το δικό τους μονοπάτι. Σήμερα κάναμε ένα βήμα. Μπράβο! " Άπλωσε τα χέρια, τυλίχτηκαν στους ώμους των δυο αγοριών σαν τρυφερή, ζεστή κουβέρτα και τους έφερε προς το μέρος της, μία αγκαλιά γεμάτη στοργή, γλυκό νανούρισμα.  Οι συλφίδες, ορατές και πάλι, κάθισαν στους ώμους και το κεφάλι των δύο αγοριών ως ένδειξη αναγνώρισης, τρεις στον καθένα και η τελευταία στο κεφάλι της Ιντούν.

"Οι δικές μας πληροφορίες έρχονται από την αγορά." Ξεκίνησε να εξηγεί χωρίς να κινείται. Κρατούσε πάντα τα αγόρια, αλλά το βλέμμα της στέκονταν στη Σίγμα. Πίσω από τις μάσκες, η σπείρα στροβιλίζονταν, ανυψώνονταν, με αποτέλεσμα μια πυραμίδα. Μυστικά και κίνδυνοι κρυμμένοι, αναμιγμένο παρόν και παρελθόν αιωρούνταν στο εσωτερικό της κορυφής σαν ζοφεροί οιωνοί. Η Ιντούν είχε επιλέξει να ζεστάνει το χώρο, τα σώματα, τις καρδιές με τη θερμότητά της, να προσπαθήσει να κρατήσει το ηθικό τους υψηλό. Καθοδήγησε τη φωνή της ώστε να ακούγεται σταθερή, έκρυψε την ανησυχία που απειλούσε να την καταπνίξει με φαρμακωμένες κλιματσίδες.

"Οι πολίτες φοβούνται. Απολαμβάνουν την ημέρα χαμογελαστοί και τρέμουν τη νύχτα. Κάποιος τους πουλάει προστασία και όσοι δεν πληρώνουν βρίσκουν το βιος τους κατεστραμμένο για παραδειγματισμό. Οι κάτοικοι κατηγορούν τους πλούσιους φυσικά, υποστηρίζουν πως οι μπράβοι είναι δικοί τους, ότι έτσι βάζουν χέρι στην αγορά. Ακούστηκε η εξής φράση: "τσιράκια του Ζογκονουκ", αν αυτό βοηθάει. Ρώτησα ποιος είναι αυτός αλλά δεν πήρα απάντηση. Είτε είναι ο αρχηγός και ξεδιάντροπα σίγουρος για τη θέση του, ώστε να ξέρουμε το όνομά του, είτε ένας μύθος που δεν υπάρχει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, μπορεί να μην είναι καν ένα και μόνο πρόσωπο, αλλά τίτλος. Θεωρώ πως ο όρος απευθύνεται τουλάχιστον σε θέση με δύναμη, αν όχι κάτι περισσότερο. Δεν είναι το μόνο μας στοιχείο όμως. Περάσαμε και από το Ναό της Ωκεανίας. Εκεί μαζεύονται οι άποροι, οι κατατρεγμένοι. Άκουσα ένα όνομα από αυτούς και το ίδιο όνομα άκουσα στην αγορά. Ντίζρα. Δεν ξέρω ποια είναι, αλλά λένε ότι έχει μαντικές ικανότητες. Νομίζω ότι τα Ξωτικά αγαπούν τις προφητείες και παρόλο που δεν ξέρω πως ακριβώς λειτουργεί η διαδικασία, νομίζω πως αυτή η Ντίζρα είναι λίγο ακριβή για προφήτης... Δεν έχει σημασία, φέρνουμε ένα κωδικό όνομα που όλοι υποστηρίζουν ότι εμπλέκεται άμεσα με την αγορά προστασίας και ένα επαγγελματικό όνομα που αντιστοιχεί σε κοινωνική θέση. Εσείς;"


Σαγιάνε Ασάχι

  • Μοιχαλίδα
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Με το που βρέθηκε με τους υπόλοιπους έβγαλε τη μάσκα της και την άφησε στο στρωσίδι της. 15 λεπτά είχε και ήταν υπέρ αρκετά. Αφαίρεσε τη μπαλακλάβα και ανάσανε πραγματικά για πρώτη φορά μέσα στην ημέρα. Κάθισε οκλαδόν και έφερε τις παλάμες της να ακουμπήσουν ανοιχτά στα γόνατα της. Έκλεισε τα μάτια της ξεκινώντας κοιλιακές ανάσες, με κάθε ανάσα όλο και μεγαλύτερης διάρκειας. Έφτασε σε μια μικρή ύπνωση , ίσα ίσα να την ανανεώσει. Άνοιξε τα μάτια της και αρπάζοντας την τσάντα του πληροφοριοδότη σηκώθηκε.

"Καλά νέα από την μαύρη αγορά. Έχουμε μέσο το μεγαλύτερο κεφάλι. Φρόντισα η ίδια. Αν ποτέ χρειαστεί το όνομα -είπε και κοίταξε τον Βαλύριον και τον Ούμπρο- Ντάβρος το όνομα του. Αν ποτέ χρειαστεί θα αποκαλύψετε το επίθετο μου μόνο μπροστά του. Το μόνο χοντρό ξωτικό που θα δείτε ποτέ σας. Δαχτυλίδι στο αριστερό του χέρι, σκαλιστός κέδρος"

Έπειτα άνοιξε την τσάντα και πέρασε από τον κ΄άθε ένα μπροστά. Πρώτα τελείωσε με την Άρυα και την Ιντούν. Απλά, μαχαίρια και δύο τσαντάκια με βέλη. Η Άρυα είχε καλό στόχο, όσο για την Ιντούν, θα γινόταν ένας πολύ ενδιαφέρον συνδυασμός με τις δυνάμεις της. Έπειτα ήταν η σειρά του Βαλύριον. Χαμογέλασε κάπως ξέγνοιστα στο πρόσωπο του και του έδωσε ένα μαχαίρι μ' έναν σκαλιστό λύκο πάνω. Η κόψη του είχε δύο στρώσεις, σταθερότερη κατασκευή στο πάνω μέρος, λεπτότερη και κοφτερή στο κάτω. "Φυσικά μπορείς να το κρατήσεις αυτό και μετά" του είπε και του έκλεισε το μάτι. Έπειτα στον Ούμπρο. Η ματιά της έπεσε στους πήχεις του νεαρού κτήνους. Πόσο δίκιο είχε. Έβαλε το χέρι της στην τσάντα, ενώ το βλέμμα του Ούμπρο θύμιζε μικρό παιδί που περιμένει γλυκό. Ένας σιδερένιος λοστός και ένα ξύλινο ρόπαλο. "Έχω και κάτι ακόμα για σένα" είπε καθώς έβλεπε την χαρά στο πρόσωπο του. Έβγαλε τις σιδερογροθιές και τις κούνησε μπροστά του. "Καλοφόρετες" του είπε και συνέχισε παρακάτω.

Ήταν η σειρά του Γκλίριον. Κοίταξε την λαβή του Άχαρον. "Εσύ δε χρειάζεσαι κάτι από όλα αυτά. Το δώρο μου για σένα όμως είναι το εξής" είπε και έβγαλε από μέσα τα γάντια σούκο για χέρια και για πόδια. Εργαλείο φονικό για όποιον ήξερε πως να τα χρησιμοποιεί. Γύρισε στη θέση της και άφησε την τσάντα  της στο προσκέφαλο. Τα όπλα της Κέννα θα της τα έδινε μετά. Τα δικά τους ήταν μια ξέχωρη συμφωνία με τον Ντάβρος λίγο πριν φύγουνε. Ήταν ένα δώρο δικό του για την ακρίβεια που σφράγισε την απροσδόκητη συμμαχία τους. Το όνομα του θα την βοηθούσε και πίσω στη Σιράν.

¨"Πέρα από αυτά, δεν έχω να πω κάτι. Έχω τον σύνδεσμο μου μέσα στην αγορά από τον οποίο μπορώ και να παίρνω πληροφορίες. Α...ναι! Υπάρχει κάτι ακόμα. Γιώτα ο χάρτης του αδερφού σου ήταν εξαιρετικός, αλλά οι υποψίες μου βγήκαν αληθινές. Η Βορέλ έχει εξίσου μεγάλο υπόγειο σύστημα. Για την ακρίβεια, πέρα από το σύστημα υπονόμων που διαθέτει, μέρος της αρχαίας πόλης υπάρχει από κάτω.Το περίεργο είναι πως είναι ακόμα κατοικήσιμο. Όπως καταλαβαίνετε από άτομα που ζουν στην παρανομία. Θα ερευνήσουμε επιπλέον το ζήτημα με την Κάπα. Έχω τον χάρτη και ξέρω τα σημεία εξόδου στην επιφάνεια της πόλης. Τέλος, υπενθυμίζω, αν χρειάζεστε βοήθεια κάθε βράδυ θα περνάω από το άγαλμα της Ωκεανίας.  Κόκκινος κόμπος για την μία ομάδα, ανοιχτό για την άλλη." είπε και γύρισε τη ματιά της στον Γκλίριον περιμένοντας το σχέδιο.
« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 17, 2020, 09:55:17 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Γκλίριον Νάντριελ

Όταν τελείωσαν οι αναφορές της Σίγμα και της Γιώτα, πλησίασε το κεντρικό τραπέζι και άπλωσε το χάρτη της πόλης που τους είχε προμηθεύσει η Ιντούν, δώρο του Μενάνδρου. Έμεινε λίγο σιωπηλός καθώς παρατηρούσε την πόλη, ώστε να δώσει λίγο χρόνο σε όλους να πάρουν μία ανάσα για να αφομοιώσουν ό,τι είχε να τους πει για τη συνέχεια. Τρία ήταν τα βασικά σημεία, η γειτονιά της υψηλής κοινωνίας, ο ναός της Ωκεανίας και το λιμάνι. Σε αυτά ερχόταν να προστεθεί η άγνωστη, ακόμη και σε αυτόν, υπόγεια πόλη, γεμάτη σκοτάδι, κίνδυνο και ίσως αρκετό αίμα.

Η ματιά του έπεσε πάνω στην Άρυα και στη Γιώτα. "Άλφα - Γιώτα", είπε με σταθερό τόνο, "θα ξεκινήσω με εσάς"...

 "Οι πληροφορίες σας είναι σωστές. Ο ένας από τους δύο γνωστούς στόχους μας είναι η Ντίζρα Φλέας. Σύμφωνα με το σύνδεσμό μου, πρόκειται για ένα ξωτικό, περίπου 60 ετών, με χαρακτηριστικά κόκκινα, μάλλον βαμμένα, μαλλιά και έντονα ασημόγκριζα μάτια. Θα είναι πολύ δύσκολο να μην την αναγνωρίσετε. Πρέπει όμως τουλάχιστον μέχρι να ξανασυναντηθούμε, να αποφύγετε πάσα πιθανή επαφή μαζί της. Οι φήμες λένε ότι πρόκεται για ισχυρή αλχημίστρια πέρα από αδίστακτο μέλος της μαφιάς της πόλης. Ο πρώιμος σκοπός σας, είναι η είσοδός σας στη γειτονιά της υψηλής κοινωνίας και η χαρτογράφηση της κατάστασης εκεί."

Έδειξε με νόημα την πύλη της εισόδου στη γειτονιά. "Για να το πετύχετε αυτό θα πρέπει να περάσετε πρώτα από εδώ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, ο αρχιφύλακας της πύλης είναι ξωτικό από τη Βαλουίρ ονόματι Αλσάνταιρ Αντβάρι. Η γυναίκα του Σέλμα, πάσχει από μία σπάνιας μορφής ασθένειας του δέρματος, η οποία παραμορφώνει πλήρως το δέρμα, δημιουργώντας σκούρες κηλίδες οι οποίες θυμίζουν φολίδες ερπετού. Γι' αυτό και βρίσκεται περιορισμένη κατ' οίκον, λίγο έξω από την πύλη, στην πρώτη γειτονιά της πόλης που συναντά κανείς καθώς κατεβαίνει από το λόφο της υψηλής κοινωνίας."

"Όπως είπα και πριν, έχω ενεργοποιήσει όσες ντόπιες δυνάμεις μπορούσα, ώστε να συνδράμουν στο σκοπό μας, ούτε εκείνοι όμως γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται, ούτε εσείς θα γνωρίζετε για ποιους πρόκειται. Ασφάλεια πάνω από όλα. Οι δυνάμεις αυτές, λοιπόν, κατάφεραν να βρουν ένα κενό σπίτι στη γειτονιά αυτή, για την ακρίβεια δύο στενά από το σπίτι των Αντβάρι, εδώ ακριβώς." Πήρε ένα κομμάτι ανθρακίτη από την τσάντα του και ζωγράφισε έναν σκούρο κύκλο γύρω από την κατοικία η οποία θα τους περίμενε. "Όλα είναι έτοιμα, κλειδιά θα σας δώσω εγώ απόψε και αύριο θα καταλύσετε, φανερά και θα ξεκινήσετε να οργανώνετε τις λεπτομέρειες της αποστολής σας."

"Με βάση τα ονόματα που έχετε επιλέξει οι ίδιες για εσάς, η κίνησή σας θα είναι διττή, στην περίπτωση των Αντβάρι, επιβάλλεται να χρησιμοποιηθεί το Άγγιγμα, μέσα στη γειτονιά, ίσως χρειαστεί ολόκληρη η λίστα ικανοτήτων που έχετε στην φαρέτρα σας, ενδεχομένως να ανακαλύψετε, υπό πίεση και κάποια νέα. Ο Αλσάνταιρ είναι σοβαρός και τίμιος, όπως μου λένε, οπότε θα θεωρήσει χρέος του να ανταποδώσει. Εκεί λοιπόν θα έχουμε επιτύχει την ελεύθερη διέλευση από και προς το στόχο. Από εκεί και πέρα, το πως θα χτίσετε τις ταυτότητές και το παιχνίδι σας είναι δικό σας θέμα. Δεν θα μπορώ να έχω την παραμικρή εικόνα και επιρροή πάνω στο πως θα διαχειριστείτε την αποστολή σας. Μόλις περάσετε την πύλη και μέχρι να ξαναβγείτε από αυτή, είστε μονες σας."

"Από εκεί  και πέρα με βάση τις πληροφορίες που θα συγκεντρώσετε, στην επόμενη συνάντηση, στη Νέα Εστία, θα χαρτογραφήσουμε περισσότερο αποτελεσματικά τις επόμενες κινήσεις σας. Αυτά κατά ώρας." Κλείνοντας το κεφάλαιο Γιώτα και Άλφα, έψαξε ψηλαφιστά μέσα στην τσάντα του. Ύστερα απ΄ο συστοιχία ακανόνιστων ήχων ψαχουλέματος, τράβηξε δύο σύνολα κλειδιών. Έπιασε το ένα από αυτά και το πέταξε στην Ιντούν. Το πέταγμα των κλειδιών, ακολούθησε ένα κλείσιμο του ματιού και μία κίνηση του χεριού του η οποία υποδείκνυε ανάπαυση.

"Σίγμα" αναφώνησε, "για μία ακόμη φορά η αποτελεσματικότητά σου είναι υποδειγματική." Η αφ΄ή του σούκο ήταν εξαιρετική, καθώς το περιεργάστηκε φευγαλέα προτού επικεντρωθεί ξανά στην ανάλυσή του.

"Δεν θα δοκιμάσω να κατευθύνω τον τρόπο με το οποίο έχετε αποφασίσει να κινηθείτε. Ίσως δεν θα ήθελα και να ξέρω." Η τελευταία νύξη είχε ξεκάθαρο αποδέκτη τη Σαγιάνε. Υπό το κάλυμμα της κόκκινης μάσκας, κάθε σπιθαμή καλής προαίρεσης έμοιαζε να πνίγεται από το έρεβος που αναδυόταν για να καταπνίξει τα πάντα γύρω του κάθε φορά που η μάσκα έδενε αρμονικά στο πρόσωπό της.

Άνοιξε δίπλα στο χάρτη της πόλης, τον υπόγειο χάρτη. Σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αφού τον αφουγκράστηκε και αυτόν, επανήλθε στο λόγο του. "Η ομάδα που κινείται και εφορμά στις σκιές, θα αναλάβει λοιπόν να φέρει σε πέρας το κυνήγι της σκιάς. Ζόγκονουκ. Δεν ξέρουμε τίποτα. Ό,τι βρείτε θα βοηθήσει. Σίγουρα, δεν θα είναι το μοναδικό σκοτεινό στοιχείο που θα συναντήσετε, μείνετε συγκεντρωμένες όμως σε αυτό, και το ξαναλέω Σαγιάνε, για να το ακούσεις εσύ πρώτα και μετά η Σίγμα. Όχι περιττά ρίσκα!"

"Από τα χρόνια μου στη Βορέλ, οι φήμες για την υπόγεια πόλη αποθάρρυνε κάθε περίεργο ον, να παίξει το κεφάλι του κορώνα - γράμματα και να κατέβει τους υπονόμους. Η μαφία και ο Ζόγκονουκ ίσως αποδειχθούν η πιο εύκολη υπόθεση σε σχέση με το χάος που εναγκαλιστείτε εκεί κάτω. Γι' αυτό και το δικό σας σπίτι θα είναι μακριά από τις εισόδους των υπονόμων. Ώστε να έχετε δυνατότητα διαφυγής και κάλυψης, αν ζορίσουν τα πράγματα." Πήρε τον ανθρακίτη και ζωγράφισε ένα τετράγωνο το οποίο περιέκλειε το σπίτι των δύο πολεμιστριών.

"Μαύρη αγορά, λαθρεμπόριο, σκοτεινή και απαγορευμένη μαγεία, τρομερές ιστορίες για τέρατα και χαμένα παιδιά, ανεξιχνίαστα εγκλήματα και ανώνυμα ξεβρασμένα πτώματα ανέκαθεν συνέθεταν ένα μωσαϊκό θανάσιμων κινδύνων. Κάπα! Μην ξεστρατίσεις δευτερόλεπτο από τις οδηγίες της Σίγμα." Το δεύτερο κλειδί έφτασε απαλά στην παλάμη της Σίγμα χωρίς κρότο, αφού διέσχισε διαγώνια το δωμάτιο, ύστερα από τη ρίψη του Μηδέν.

"Και για το τέλος, η ομάδα μου." Η παρέα της Ιντούν είχε αναζωογονήσει τα ταλαιπωρημένα πρόσωπα των δύο συντρόφων, οι οποίοι ανέμεναν το τέλος της κουβέντας για να σωριαστούν ύστερα από την κόπωση της πρώτης μέρας. "Το πρόσωπο το οποίο θα μας απασχολήσει είναι ο Ίλφαελ Σόνρα. Ξωτικό 65 ετών, αγροίκος κανονικός, ψηλός και γεροδεμένος. Από μικρός νταής του λιμανιού έφτασε να είναι υψηλότερα στην ιεραρχία, κάτω μόνο από το Ζογκονουκ."

"Ο Ίλφαελ αυτές τις μέρες απουσιάζει από την πόλη, όμως θα επιστρέψει εντός δεκαημέρου για τα εγκαίνια του νέου του πανδοχείου με όνομα Τα τρία ελάφια. Το πανδοχείο βρίσκεται λοιπόν εδώ." Τράβηξε ένα Χ πάνω στο σημείο και συνέχισε. "Συμφωνήσαμε με τον Όμι και το Βήτα, να αναλάβουν εκείνοι την παρακολούθηση του πανδοχείου, όσο εγώ θα κινούμαι όσο πιο διακριτικά μπορώ. Οι δύο τους θα καταλύσουν σε πέντε μέρες από σήμερα ως ένα καλλιτεχνικό δίδυμο ταχυδακτυλουργών από την αγορά της Ελεσσέας. Οι αρετές των φατριών τους σίγουρα θα αποτελέσουν το βασικό πυλώνα δεξιότητας και επίδειξης της "τέχνης" τους. Ταυτόχρονα το σπίτι στο οποίο θα μετακομίσουμε και οι τρεις θα βρίσκεται εδώ, στις παρυφές της κεντρικής πλατείας της πόλης, με ιδανική θέα της αγοράς της."

Νέα Εστία βρίσκεται εδώ," τράβηξε ένα Ν πάνω στην αποθήκη, "μέχρι την επόμενη συνάντηση θα είναι πλήρως τροποποιημένη για να μας υποδεχθεί. Η παρούσα αποθήκη θα μείνει προς χρήση εάν και εφόσον δημιουργηθεί κάποια ανάγκη κατά τη διάρκεια της αποστολής. Κλείνω εδώ, αν έχει κάποιος να κάνει κ΄΄αποιο σχόλιο η ερώτηση, τώρα είναι μία καλή ευκαιρία, ειδάλλως, ήρθε η ώρα να αποζητήσουμε λίγη ανάπαυση την οποία έχουμε όλοι τόσο πολύ ανάγκη."

Τράβηξε λίγες γραμμές ακόμη, ενώνοντας τα καίρια σημεία της αποστολής μεταξύ τους, τα νέα του σπίτια και αυτά μεταξύ τους και τονίζοντας πιθανές διαδρομές, από και προς τη Νέα Εστία. Τα είχαν πάει τόσο καλά όλοι τους εκείνη τη μέρα, θα ήταν υπερβολικό να τους ζητήσει οτιδήποτε παραπάνω. Από αύριο λοιπόν θα ξεκινούσε η πραγματική αποστολή.

ΛΆΧΟ ΓΚΑΡΆΝΤ! ΝΤΡΕΓΚΟ ΜΟΡΝ!..... Η μόνη του σκέψη...



Ούμπρo Μέρμαν

Η φυσικότητα με την οποία αντέδρασε λίγη ώρα πριν, όταν κόντεψε να κάνει θρύψαλα το λαιμό του άτυχου φύλακα, τον τάραξε. Το μόνο που σκεφτόταν όλη την ώρα μέχρι την Εστία ήταν η ανάπαυση. Η θέρμη της Ιντούν τον ώθησε να καθίσει καλύτερα, να ισιώσει την πλάτη του και να κλείσει ανεπαίσθητα τα μάτια του, καθώς η απαλή αφή της, περιδιάβαινε τον ταλαιπωρημένο του λαιμό και τους σφιχτούς του ώμους. Δεν επέτρεψε στον εαυτό του να ταξιδέψει, παρά μόνο να αφήσει σε αυτή τη θέρμη να τον κατακλύσει.

Προσπάθησε να παρακολουθήσει την κουβέντα όμως σύντομα, η εξάντληση ξεκίνησε να κάνει την εμφάνισή της. "Μηδέν!", πετάχτηκε μόλις τελείωσαν οι αναφορές και οι οδηγίες. "Αρκετά για απόψε δεν νομίζεις;" Έκανε προσπάθεια να ανασηκωθεί και να στρώσει τον κορμό του πιο αναπαυτικά πάνω στο ντιβάνι. "Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η πίεση ξεπερνά το γόνιμο πεδίο της. Ε, νομίζω το φτάσαμε απόψε." Το βλέμμα έστριψε απότομα προς τη μεριά του Βήτα, ο οποίος ανταποκρίθηκε συγκαταβατικά με μία μικρή κίνηση του πηγουνιού του προς τα κάτω.

Ψηλάφισε τα "δώρα" της Σίγμα, όμως δίστασε να τα τσεκάρει εκτενέστερα. Αύριο θα λάβετε την προσοχή που σας αξίζει ψιθύρισε από μέσα του. "Εγώ συνεχίζω να αμφιβάλλω για τον "πληροφοριοδότη σου. Από το σημείο που βρέθηκα, ψηλά σε μία σκαλωσιά στο λιμάνι, είδα περίεργη κίνηση στο κατάστρωμα του καραβιού. "Καθώς ήμουν μέσα στο νερό," γύρισε για να αντιμετώπισει την έκπληξη των υπολοίπων, "ναι έπρεπε να είμαι όσο πιο κοντά του γινόταν για κάθε ενδεχόμενο, οπότε βούτηξα κάτω από το καράβι που ήταν το σημείο συνάντησης," ξαναγύρισε στο Μηδέν, " ένιωσα περίεργες κινήσεις ακριβώς από πάνω μου. Συχώρα με, αλλά δεν πείθομαι ότι θα περάσουμε απαρατήρητοι. Απλά αυτό."

Σηκώθηκε και πήγε στο απέναντι ελεύθερο ντιβάνι για να απλώσει το κορμί του. "Ας κοιμηθούμε, από αύριο ξεκινάμε να παίζουμε σοβαρά αυτό το παιχνίδι!" Κούρνιασε, τυλίχτηκε με τον μανδύα του και προσπάθησε να πιέσει τον εαυτό του να αποκοιμηθεί το συντομότερο. Το φως του χώρου, έμπλεξε με τους ψιθύρους των υπολοίπων ώσπου σύντομα όλα στροβιλίστηκαν σε μία περιδίνηση που τον ζάλισε. Όταν άνοιξε τα μάτια του, είχε χαράξει, οι περισσότεροι ακόμη κοιμόντουσαν, η Σίγμα και η Κάπα είχαν ήδη φύγει και ο Μηδέν έστεκε μόνος του μπροστά σε ένα παράθυρο και παρατηρούσε την πόλη να ξυπνάει. Αλήθεια σκοπεύει να κάνει έτσι σε όλη την αποστολή; αναρωτήθηκε. Σηκώθηκε απαλά, τεντώθηκε και τον πλησίασε. "Δεν σκοπεύεις να ηρεμήσεις μέχρι να τελειώσουν όλα έτσι;" Ένα ψυχρό αδιάφορο μειδίαμα ήταν η καλύτερη απάντηση που θα μπορούσε να λάβει, αντ' αυτού τα κουρασμένα μάτια του ξωτικού, έδειξαν προς τα κάτω. Οι οροφές των σπιτιών οδηγούσαν στο πανδοχείο του Ίλφαελ.

Η ταμπέλα Τα τρία ελάφια, στηνόταν εκείνη τη στιγμή, από μία μερίδα γεροδεμένων ξωτικών...

Είναι δυνατόν να τα έχει σκεφτεί όλα; Τινάχτηκε από ΄εκπληξη καθώς συνειδητοποιούσε ότι αυτή η βόλτα πάνω στις στέγες ίσως αποδεικνυόταν σωτήρια στην πορεία...

« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 29, 2020, 02:07:52 μμ by Ούμπρo Μέρμαν »


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Νωρίς το πρωί, η Ιντούν σηκώθηκε να υποδεχτεί μία καινούρια ημέρα. Κάθε πρωί, ο ήλιος έφερνε στους θνητούς άλλη μία προσπάθεια στη ζωή. Για την Ιντούν, κάθε νέα ανατολή ήταν ευκαιρία να ζήσει, να ανακαλύψει και να δώσει στον ‘Ηθεριντ τον καλύτερο εαυτό της. Έτσι, όταν κοίταξε από τη χαραμάδα προς την πλατεία και έπιασε τις ασυνήθιστες κινήσεις των Ξωτικών για την αρχή της ημέρας, επέλεξε να αφήσει πίσω το άβολο ξεκίνημα της προηγούμενης και να μπλεχτεί σε νέες περιπέτειες. Πριν πετάξει με ανανεωμένο ενθουσιασμό προς τα πλακόστρωτα που σύντομα θα γέμιζαν χρώματα και φωνές, ετοίμασε τηγανίτες με μέλι και καρύδια για τον εαυτό της και την Άρυα, στόλισε το πιάτο της Θεραπεύτριας με λουλούδια και ξεκίνησε για την αγορά. 
 
 
Η κεντρική πλατεία της Βορέλ άνοιγε τα παραθυρόφυλλά της πάγκο μετά τον πάγκο. Οι πωλητές, σε ομάδες φίλων, συναδέλφων ή οικογενειών, φορτωμένοι με αποθέματα που θα συμπλήρωναν ότι πουλήθηκε την προηγούμενη, ξεφόρτωναν βουνά λαχανικών σε επιφάνειες που μόλις ξεσκεπάστηκαν, στοίβαζαν κουλούρες υφασμάτων σε σειρές χρωματικών αντιθέσεων που αιχμαλώτιζαν το μάτι και τακτοποιούσαν γλυκά, πικρά ή ξινά για να μη μπερδεύεται η γλώσσα.
 
 
Εντονες νότες αιθέριων ελαίων την έκαναν να στραφεί δυτικά, ψηλά στο λόφο της ακρόπολης, όπου ο ουρανός δονούνταν σε ρυθμούς ιερής ψαλμωδίας. Η πλειοψηφία των ξωτικών της πλατείας αγνοούσαν επιδεικτικά τις ψαλμωδίες, αλλά
ελάχιστοι ύψωναν το βλέμμα προς τον πρώτο ήλιο, άφηναν τις ακτίνες να τους ευλογήσουν με το άγγιγμά τους και επέστρεφαν στις προετοιμασίες τους μουρμουρίζοντας προσευχές.


Άφησε τα βήματα της να την οδηγήσουν στους πάγκους που πέρασε μεγάλο μέρος του πρωινού της την προηγούμενη. Που και που, ύψωνε τα μάτια προς την ακρόπολη που έσφυζε από ιερότητα και σαν φυσικό επακόλουθο, έστρεφε το κεφάλι προς την αντίθετη κατεύθυνση, έτσι όπως μαγνητίζονταν από το φλογερό σώμα που ανέτελλε. Στη φωτοδότρα όψη ρέμβαζε λουσμένη σε αδύναμες, αλλά πολλά υποσχόμενες ηλιαχτίδες.


“Πιστή;” τη ρώτησε περιπαικτικά μία γνωστή φωνή. Η Ιντούν επικέντρωσε την προσοχή της στη χροιά που αναγνώρισε, ανήκε σε μία από τις χθεσινές της συνομιλήτριες. Έπιασε μια άκρη της λινάτσας και βοήθησε την πωλήτρια να τη σηκώσει.

“Εγώ όχι. Αυτοί;” έδειξε προς τα Ξωτικά που ονειροπολούσαν προς τον ήλιο και έστελναν μουρμουρητά στις ηλιαχτίδες.

“Ψαγμένοι ή ψωνισμένοι, πες τους όπως το θες. Οι μισοί λένε πως έχουν ρίζες από τη Θαλανίλ και οι άλλοι μισοί απλά πιστεύουν.” απάντησε η πωλήτρια. Από την έμπειρη ματιά της δε διέφυγε η απορία και τα άπειρα ερωτήματα που ζωγραφίστηκαν φευγαλέα στο νεαρό πρόσωπο της Ιντούν καθώς στερέωνε τα καλύμματα του πάγκου, οπότε επέλεξε να συνεχίσει τις εξηγήσεις προς την υποστηρικτική επισκέπτρια.

“Αυτοί είναι οι πιστοί της Μητέρας…”
“Της γνωστής;”
“Και μη εξαιρεταίας. Κάτσε τώρα να σου πω και με ρωτάς στο τέλος. Δεν ξέρω πώς το έχετε εσείς οι Άνθρωποι, αλλά για πολλά Ξωτικά, ιδιαίτερα της Θαλανίλ -θα σου εξηγήσω μετά, μη διακόψεις- η Μητέρα και η ανατολή είναι πράματα ιερά, βγαλμένα απ’ τους μύθους μας. Άλλοι λένε πώς η Μητέρα έφτιαξε τα Ξωτικά και τους έδωσε πνοή στην ανατολή του κόσμου, άλλοι υποστηρίζουν πως το πρώτο πράγμα που αντίκρισε η φυλή μας ήταν η ανατολή κι εκείνοι της Θαλανίλ κηρύττουν με σθένος πως, πριν την αρχή του κόσμου, ταξιδέψαμε απ’ τη σκοτεινή Δύση προς το φως της Ανατολής. Ανάθεμα τους Άρθερ αν ισχύει τίποτα από αυτά, αλλά όπως και να ‘χει, οι πιστοί της Μητέρας χαιρετίζουν καθημερινά την ανατολή με βρωμολίβανα και μεγάλες προσευχές. Αυτοί εκεί πάνω,” η πωλήτρια έδειξε προς τα παχιά, αλλά περίτεχνα τείχη της  ακρόπολης, “λένε ότι οι πρόγονοί τους έφυγαν από τη Θαλανίλ για να εξερευνήσουν τον κόσμο και ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στην πεδιάδα της Βορέλ κι αυτοί εδώ κάτω,” έδειξε μεμονωμένα Ξωτικά που προσεύχονταν, “λένε ότι ξέπεσαν από την εύνοια της Μητέρας και παλεύουν να την κερδίσουν πίσω.”

“Κι εσείς;” ρώτησε η Ιντούν

Η πωλήτρια άνοιξε τα χείλη, αλλά τις κουβέντες κάλυψε οχλαγωγία που ξέσπασε στην άκρη της πλατείας. Η αρμονία των ψαλμών διακόπτονταν από υβριστικά επιφωνήματα και απειλητικές κραυγές. Στο σημείο που ακούγονταν φωνές είχε μαζευτεί κόσμος σε στενό κλοιό, αλλά αυτό δεν εμπόδισε την Ιντούν από το να μάθει τις συνέβαινε.

“Να τι πιστεύω εγώ!” είπε απότομα η γυναίκα και έκανε μία χειρονομία προς την κατεύθυνση του καυγά. “Τι Μητέρα, τι Ωκεανία, δεν έχει θεό για το βιοπαλαιστή παιδί μου, μόνο απάτη και εκμετάλλευση. Δες τα και σήμερα τα παλιοτόμαρα πως εκφοβίζουν τον κοσμάκη.”

Οι φωνές ησχύχασαν μετά από το κρεσέντο επίθεσης και ο κλοιός έσπασε με αργούς ρυθμούς.

“Τους βλέπεις εκείνους τους δυο;”

Όντως, η Ιντούν είδε δύο γεροδεμένα Ξωτικά με ρόπαλα στους ώμους να απομακρύνονται από την αγορά και έγνεψε.

“Αυτοί έφεραν την προειδοποίηση. Αν μέχρι τη Δύση δεν πληρώσει προστασία με τόκο ο γέρος, θα του σπάσουν τον πάγκο μέσα στη νύχτα.” Η έμπορος έδεσε τα σχοινιά της τέντας της και πήρε θέση πίσω από τον πάγκο. “
Επιβίωση! Ο μόνος θεός που έχει ακόμη αυτιά για τους φτωχούς και τους μεροκαματιάρηδες.” είπε η πρεσβύτερη κυρία πικρά και οι πρώτοι πελάτες έγνεψαν τη συμφωνία τους.

Στην καρδιά της Ιντούν άναψαν δυο σπίθες. Η πρώτη ήταν θύμος και η δεύτερη, ανάγκη για δικαιοσύνη. Τα πόδια της έκαιγαν να αποχωριστούν τη γη και να γλιστρήσουν στον αέρα. Ήταν ο θυμός που την παρακινούσε να αιφνιδιάσει τους νταήδες, να τους κάνει να αισθανθούν μικροί, αδύναμοι σαν τους γεράκους της αγοράς. Η ανάγκη της δικαιοσύνης όμως, που έκαιγε πιο κοντά στη λογική, τη συμβούλευε να μην επιτεθεί απροετοίμαστη, χωρίς να γνωρίζει τις δυνάμεις τους. Στον αναβρασμό της ήταν σίγουρη πως μπορούσε να κατατροπώσει πολλούς νταήδες μαζί, αλλά ένα κομμάτι του νου έλεγε πως ότι κι αν έκανε στο φως του ήλιου θα έβαζε ένα τεράστιο στόχο πάνω της και θα έφερνε περισσότερους νταήδες την επόμενη. Η Ιντούν κάθισε στο σκαμπουδάκι που της πρόσφερε η κυρία και άφησε τις συλφίδες να πετάξουν ελεύθερες και να παίξουν με τους νταήδες όσο λαχταρούσαν, εξάλλου, αργά ή γρήγορα θα έμπαιναν στη θέση τους.

Δεν άργησαν να πυκνώσουν οι επισκέπτες της αγοράς μετά τον καυγά. Νοικοκυρές και υπάλληλοι από την ακρόπολη περιδιάβαιναν τους αυτοσχέδιους διαδρόμους με τη ζέση του ξέγνοιαστου αγοραστή, ενώ οι φωνές τους, χαιρετισμοί, παζάρια, χωρατά, προστέθηκαν σε εκείνες των πολιτών για να συνθέσουν την ημερήσια, λαϊκή μελωδία. Ανταλλάχθηκαν τα πρώτα νέα για την επίσκεψη των μπράβων νωρίτερα, διαδόθηκαν οι πρώτες φήμες και ο κόσμος φύτεψε τους σπόρους της κοινωνικής κατακραυγής ή της αγανάκτησης.

Το πρώτο κύμα ζωντάνιας βρήκε την Ιντούν σκεπτική. Ήταν αλήθεια λοιπόν όσα της είπαν εχθές οι κυρίες των Βέννα και η μαφία είχε κάνει την πώληση προστασίας συνήθεια. Σκέψεις για να πάρει την κατάσταση στα χέρια της εγκαταστάθηκαν για τα καλά στο μυαλό της. Ήταν γνωστό ότι η Αιολίδα δεν άντεχε το άδικο, όπως και την κακομεταχείριση των αδύναμων. Μέρος της ταυτίζονταν με εκείνες τις κυρίες και τους γεράκους, καθώς δεν ξεχνούσε ποτέ τις καταβολές της. Σε αντίθεση με τους απλούς πολίτες όμως, η Ιντούν είχε δυνάμεις. Δε θα ήταν σωστό και ευγενές να τις χρησιμοποιήσει προς όφελος των φτωχών; Δε θα ήταν ορθό να τους υπερασπιστεί; Ίσως για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα αναγνώριζε πως οι δυνάμεις της μπορούσαν να είναι ευεργετικές και όχι καταστροφικές, ότι είχαν νόημα. Αν δεν προορίζονταν να προστατέψουν ανώνυμες, μικρές Ιντούν από τη ληστεία των ονείρων τους από αυτεπάγγελτους νταήδες, τότε τι χρησιμότητα είχαν εξαρχής; Το δίλημμα ήταν ορατό. Να δράσει ή όχι; Σε εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν μόνη της, άρα αν τους κυνηγούσε δε θα εξέθετε ούτε την Άρυα, ούτε το Γκλίριον, ούτ ετην αποστολή και θα κατάφερνε ένα πλήγμα στη μαφία. Δεν είχε σημασία που οι νταήδες είχαν απομακρυνθεί, η απόσταση ήταν αμελητέα για την Αιολίδα. Δύο από τις συλφίδες ήταν ήδη πάνω τους και θα την οδηγούσαν στο κρυσφήγετό τους. Μία μπάλα φωτιάς ήταν όλο κι όλο, ένας Μέλανας Ήλιος να τους θυμήσει τι δεν πρέπει να κάνουν στον κόσμο την ανατολή!

“...αυθεντικός Μέναδρος Ιντούν στην καλύτερη τιμή κύριοι!” Ηδύμελη, επιτηδευμένη φωνή παρενόχλησε τη δίνη σκοτεινών σκέψεων της Ιντούν και την προσγείωσε ανώμαλλα στην πραγματικότητα.


Η Αιολίδα κοίταξε γύρω, αλλά από τη σαστιμάρα της δε μπορούσε να διακρίνει την πηγή της φωνής. Την κατεύθυνση της έδειξε μία από τις συλφίδες της, εκείνη που της μετέφερε και τα λόγια, μέσα στα οποία αναγνώρισε το όνομα του αγαπημένου της καλλιτέχνη και αρωγό στην απελευθέρωσή τους. Η Ιντούν σηκώθηκε από τη θέση της και διέσχισε το πλήθος, ώσπου έφτασε νοτιοδυτικά, κοντά στο κατάστημα που αγόρασε τα φορέματά της. Καταμεσής των ρουχάδικων και καταστημάτων ποικίλης ύλης ξεχώριζε η πολύχρωμη επιγραφή του ενός και μοναδικού καταστήματος τέχνης, με μοναδικό σκοπό την πώληση εξαιρετικά σπάνιων κομματιών σε ευγενείς και συλλέκτες.


Σε αντίθεση με την κύρια αγορά, αυτά τα καταστήματα μόλις που ξεκινούσαν να ανοίγουν. Προφανώς και οι πλούσιοι της Βορέλ δε θα ξυπνούσαν νωρίς ή δε θα κατέβαιναν στην αγορά την ίδια ώρα με τους απλούς πολίτες. Η Αιολίδα περπάτησε με προσοχή στο ευκατάστατο σοκάκι για να παρατηρήσει τον υποτιθέμενο πίνακα από μακριά, αν και ήταν σίγουρη πως με τα ρούχα που φορούσε δε θα της έδινε κανείς σημασία. Έτσι, έφτασε σε ένα από τα διπλανά καταστήματα που πουλούσαν τμήματα πανοπλιών και μεταλλικά γλυπτά “υψηλής τέχνης” και έκανε πως κοιτάζει.


Αρχικά, δεν κατάφερε να ξεχωρίσει ποιος από τους πίνακες της βιτρίνας θεωρούνταν Μένανδρος Ιντούν, πράγμα ύποπτο από μόνο του. Ο καταστηματάρχης την έβγαλε από την απορία και τη δύσπιστη γκριμάτσα που είχε πάρει και δεν καταλάβαινε, καθώς έδειξε και πάλι τον πίνακα σε ένα επίδοξο πελάτη. Η Ιντούν πλησίασε κι άλλο, με τα δύσπιστα μάτια πάντα πάνω στον καμβά. Ο υποτιθέμενος πίνακας απεικόνιζε μία καθημερινή σκηνή από τον εσωτερικό κήπο ενός μεγάλου ναού… Τα φρύδια της Αιολίδας κατέβηκαν κοντά στα μάτια και τα χείλη της συσπειρώθηκαν σε μία πολύ πιεσμένη γκριμάτσα που οι συλφίδες αντίκρισαν και γέλασαν.

“...Καθημερινή σκηνή; Ο δικός μου ο αδερφός; Καθημερινή; Σκηνή; Ο αδερφός μου...;” σκέφτηκε και η περιέργεια την έπρωξε να κάνει ένα ακόμη βήμα προς τον πίνακα. Η Ιντούν φάνηκε να το σκέφτεται πολλή ώρα.
Χμμμμμ” αναρωτήθηκε όσο παρατηρούσε. “Χμμμμ”, αλλά κάτι δεν την έπειθε. “....Ίιιιιιιιιιιιιιισως και να μπορούσε να είναι αυθεντικός αν μπορούσα να δω… ΧΧΧΜΜΜΜΜΜΜΜ!”

Η Ιντούν αποφάσισε πως το συγκεκριμένο θέμα όφειλε να προσεγγιστεί με την αντίστοιχη σοβαρότητα. Με τα καθημερινά της ρούχα δε θα την άφηναν να μπει στο κατάστημα, ούτε να κοιτάξει τη βιτρίνα απ’ έξω, γι’ αυτό και γύρισε γρήγορα στο δωμάτιο, άλλαξε στο κίτρινο, δαντελωτό φόρεμα που αγοράστηκε για “σκοπούς έρευνας” από τον προϋπολογισμό της Ακαδημίας Ράζναρυ και κατέβηκε πάλι στην αγορά με ύφος “Ιλίντιεν” μείον στοιβαρότητα, μείον απειλητική αύρα, συν καλοσυνάτο βλέμμα.
ΧΧΧΧΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜ!” ο πίνακας της τριβέλιζε το μυαλό.


Πέτυχε τον “πωλητή τέχνης” την ώρα που υποδέχονταν μία πραγματικά πλούσια Ξωτικιά. Η γυναίκα ήταν ντυμένη στα κόκκινα, το ύφασμα των ρούχων της σχεδόν έλαμπε στον ήλιο και τα τελειώματα ήταν όλα κεντημένα στα χρυσά, ακόμη και στα μαλλιά της φορούσε χρυσά στολίδια. Ο καταστηματάρχης την καλωσόρισε με ατέλειωτες τιμές. Παραλίγο να πάθει λουμπάγκο από τις υποκλίσεις. Όσο η Ιντούν πλησίαζε με καμάρι για την επιτυχία του αδερφού της και ανανεωμένη αποφασιστικότητα να μην επιτρέψει να αμαυρωθεί το όνομα του άστρου της, όπως τον έλεγε, αρωματικό τσάι είχε προσφερθεί στην κυρία, όπως και μία παχιά, αναπαυτική καρέκλα για να ξεκουράσει τα καθόλου κουρασμένα, ευγενικά και ατροφικά της οπίσθια.


Σχεδόν στην είσοδο, ο καταστηματάρχης βρίσκονταν σε περιγραφική έκσταση. Αποθέωνε τις φόρμες και τους ρυθμούς του καλλιτέχνη, παίνευε τα χρώματα. Διαφήμιζε στην εξέχουσα καλεσμένη του με το σκεπτικό βλέμμα την ποιότητα της μπογιάς και το άφθαρτο υλικό του καμβά. Η κυρία φάνηκε να μαλακώνει όταν ο πωλητής τη διαβεβαίωσε πώς ο πίνακας ήταν μοναδικός και το πρόσωπό της σχεδόν φωτίστηκε, όταν, με άκρως συνωμοτικό ύφος της έδειξε το βαθύτερο μυστικό του έργου, την υπογραφή του ίδιου του Μένανδρου. Η Ξωτικοκυρά σηκώθηκε από την πολυθρόνα της ικανοποιημένη για την επιλογή της και τη σπανιότητα της αγοράς της, για το απόκτημα που εκτόξευε το κύρος και τη φήμη της μεταξύ κυριών της υψηλής κοινωνίας. Η κυρία άπλωσε το χέρι και ο καταστηματάρχης της το φίλησε με ευλάβεια, χαρούμενος από τα βάθη της ψυχής του για την τύχη που επιτέλους του χαμογελούσε και με το άλλο, έτεινε την παλάμη να λάβει το βαρύ πουγκί που έμελλε να διογκώσει το κομπόδεμά του.


“Αυτό το πράμα δεν είναι Μένανδρος Ιντούν.” ακούστηκε γλυκά η ήρεμη φωνή της Αιολίδας από την είσοδο και η ιεροτελεστία της ανταλλαγής πάγωσε.


Ο καταστηματάρχης γύρισε προς το μέρος της με φουσκωμένες φλέβες και μάτια έτοιμα να ξεπεταχτούν από τις κόγχες. “Ύβρις!” ούρλιαξε και το χέρι που εκτείνονταν με ευλάβεια ικέτη, υψώθηκε στον ουρανό σε αναζήτηση θείας δίκης. “Ύβρις σουσουράδα συκοφάντισσα!” έβρισε την Ιντούν, η οποία είχε βρει το θάρρος να πλησιάσει τον πίνακα. Η Ξωτικιά είχε αποσύρει το χέρι και το πουγκί της. “Και τι ξέρεις εσύ τυχάρπαστη που μπήκες να αμφισβητήσεις την αυθεντικότητα των έργων μου! Έξω από εδώ!” έκανε να την πλησιάσει, αλλά ταυτόχρονα κοντοστάθηκε.

“Να, δείτε εδώ.” είπε με απόλυτη φυσικότητα η Ιντούν. “Αυτά τα χρώματα δεν είναι φυτικά, όπως τα χρώματα του Ιντούν. Αν τους ρίξεις νερό ξεθωριάζουν.” με το δάχτυλο έξυσε το χρώμα και η φωτεινότητά του θόλωσε στο σημείο που είχε ακουμπήσει. “Ο Μένανδρος Ιντούν χρησιμοποιεί μόνο φυτικά χρώματα, δηλαδή, χρώματα με αιθέρια έλαια,τα οποία διαλύονται μόνο σε διαλύτες με βάση το λάδι ώστε να κρατάνε περισσότερο. Επιπλέον, αυτό το λούστρο σίγουρα δεν το πέρασε ο… ο καλλιτέχνης. Ο Μένανδρος Ιντούν είναι ψυχαναγκαστικός τύπος και ποτέ δε θα περνούσε λούστρο πάνω από πίνακα με τόση απροσεξία. Δε θα άντεχε να τον κοιτάξει από πλάγια και η στρώση του να μην είναι εντελώς λεία. Κοιτάξτε από εδώ.” παρότρυνε το διαμαρτυρόμενο καταστηματάρχη και την αγοράστρια που ακολούθησε την οδηγία, αν ήταν να σώσει τα χρήματά της. Όντως, αν κανείς κοίταζε τον πίνακα από πλάγια, θα έβλεπε πως το λούστρο είχε περαστεί βιαστικά, ότι έκανε βουναλάκια και πεδιάδες. Η Ξωτικιά έριξε ένα βλέμμα προδοσίας στον καταστηματάρχη που έριξε το βάρος και πάλι στην Ιντούν για να σώσει την πώλησή του.

“Δεν είναι στοιχεία αυτά για να ενοχοποιήσεις την αυθεντικότητα τούτου του έργου, τα λόγια σου είναι μομφές!”

“Μα δεν είναι μόνο αυτά.” συνέχισε ατάραχη η Ιντούν. “Ο Μέναδρος είναι ταξιδευτής, αλλά αγαπάει βαθιά την πατρίδα του, την περιοχή της Νεδάρ, ιδιαίτερα τα μοναδικά λουλούδια της, τα Ιλάλιν, οπότε φροντίζει πάντα να προσθέτει αποχρώσεις από τη χρωστική που βγάζει το άνθος του Κοραλλένιου ποταμού. Όπως πληροφορήθηκα πρόσφατα, το χρώμα έχει και τη δική του ονομασία πια, Ρόδινο της Νεδάρ.” συμπλήρωσε η Ιντούν από τα τελευταία νέα που της είχε γράψει ο αδερφός της. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη και η περηφάνεια της βαθιά.

“Ψέμματα!” ξέσπασε ο καταστηματάρχης αλλά οι κινήσεις του έπαψαν με ένα νεύμα της Ξωτικιάς. Όταν η Ιντούν ανέφερε το νέο χρώμα κέρδισε την εμπιστοσύνη της αγοράστριας που, σαν φίλη της τέχνης γνώριζε αυτή τη νέα καταχώρηση.

“Συνεχίστε παρακαλώ.” έδωσε η ίδια το λόγο στην Ιντούν που στράφηκε και πάλι προς τον πίνακα.

“Τι άλλο να προσθέσω; Είπατε, καθημερινή σκηνή. Ο Μένανδρος δεν είναι Άνθρωπος καθημερινός, η καθημερινότητα δεν το συγκινεί, γι’ αυτό και ταξιδεύει. Είδατε τους υπόλοιπους πίνακές του; Αποτυπώνει παράξενα τοπία, πρωτοφανή φαινόμενα, ηρωικές στιγμές. Δεν αρέσκεται να αναπαράγει, αλλά να εξερευνεί, γι’ αυτό και, εκτός από πίνακες φτιάχνει και χάρτες.” Η Ξωτικιά έγνεψε καταφατικά, επιβεβαιώνοντας τα λόγια της Ιντούν. “Ακόμη και η υπογραφή του είναι λάθος. Όχι ο γραφικός χαρακτήρας, αυτός είναι σχεδόν σωστός, εκτός από το ρο που το γράφει έτσι,” είπε η Ιντούν και σχεδίασε το ρο όπως της είχε δείξει άπειρες φορές ο αδερφός της. “Η θέση της όμως είναι λάθος. Όπως σας εξήγησα, είναι ψυχαναγκαστικός. Η υπογραφή του πρέπει να απέχει ακριβώς οχτώ εκατοστά από το κάτω δεξί άκρο του πίνακα.” Η γυναίκα έγνεψε και πάλι σε δικαίωση και ενθουσιασμό και η Ιντούν συνέχισε. “Ακόμη κι αυτό να πετυχαίνατε, ο α- ο συγκκριμένος καλλιτέχνης δε θα επέτρεπε την αντιγραφή τόσο εύκολα.”

Η Ιντούν έπιασε τον καμβά πάνω αριστερά και μπροστά στα έντρομα μάτια του πωλητή, κατέβασε το πανί και κούνησε το κεφάλι απογοητευμένη.

“Όπως σας είπα, ο καλλιτέχνης αγαπά την πατρίδα του και σε αυτήν την αγάπη βασίζεται και η μυστική του υπογραφή, η οποία, όπως βλέπω εδώ, δεν υπάρχει.”

Με μία κίνηση, στερέωσε και πάλι το πανί στο περίγραμμά του, έβγαλε τον πίνακα από το καβαλέτο και με μία ψύχραιμη κίνηση, ύψωσε το γόνατο και τον έσπασε σε δύο κομμάτια. Η Ιντούν, φανερά ευχαριστημένη που υπερασπίστηκε το άστρο της και ακόμη περισσότερο περήφανη για την ποιότητά του, γύρισε την πλάτη για να επιστρέψει στο σπίτι και να συναντήσει την Άρυα, αλλά η Ξωτικιά τη σταμάτησε με ένα γράπωμα από τον αγκώνα.

“Περιμένετε! Ποια είστε;” τη ρώτησε.
“Λήδα Σζγιόργκεν.” είπε φορώντας το γλυκό της χαμόγελο.
“Και πως ξέρετε όλες αυτές τις λεπτομέρειες; Τι επαγγέλεστε;”
Η Ιντούν παραλίγο να πει “Βοηθός Καθηγητή”, αλλά το έσωσε τελευταία στιγμή. “Εεεε, κριτικός τέχνης.”
“Έτσι εξηγείται!” αναφώνησε η γυναίκα και απόθεσε τα χέρια στους ώμους της Ιντούν. “Με σώσατε από σίγουρη απάτη! Λίγες ημέρες πριν άκουσα τις ίδιες λεπτομέρειες από τον επισκέπτη μου, αλλά δεν τις έλαβα υπόψη γιατί είναι κάπως εκκεντρικός από μόνος του, αλλά εσείς, εσείς είστε επαγγελματίας. Θέλω να έρθετε στο σπίτι μου, όχι, σας προσκαλώ να έρθετε στο σπίτι μου Λήδα Σζιόργκεν για να δείτε τη συλλογή μου με το κριτικό σας μάτι και να μου αποτιμήσετε τα έργα τέχνης μου. Σας παρακαλώ, μην αρνηθείτε, είστε επίσημη προσκεκλημένη μου.”   
“Ναι, βεβαίως” απάντησε γρήγορα μεταξύ των ποταμιών πληροφοριών η Ιντούν, “πού μπορώ να σας βρω; πότε;”
“Θα με βρείτε στην ακρόπολη,” είπε η γυναίκα, “θα ζητήσετε την Καρμέγουεν Βάλμις, τη σύζυγο του Αρχιερέα της Μητέρας!”

ΠΩΣ;” οι πιθανότητες εξερράγησαν στο μυαλό της Ιντούν.





[Carmewen =  παρθένος της τέχνης]


 





 


Σαγιάνε Ασάχι

  • Μοιχαλίδα
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Ξύπνησε πρώτη απ' όλους. Ίσως να μην κοιμήθηκε και ποτέ πραγματικά. Αυτή τη στιγμή το μυαλό της δε θα μπορούσε να ηρεμήσει, ειδικά όταν η κόκκινη μάσκα ήταν πλέον στην άλλη πλευρά του καθρέφτη. Όχι, τώρα η ξεκούραση είχε μόνο μία σημασία, να ξεκουράσει το σώμα της και να το διατηρεί ακμαίο για ό,τι  άρρωστο και χαοτικό το μυαλό της χρειαζόταν. Έτσι, η Σαγιάνε μπήκε ξανά, αυτή τη φορά εσκεμμένα, στην κατάσταση δυϊσμού, όπου ξεχώρισε το μυαλό από το σώμα της και απαγόρευσε αυτά τα δύο να έχουν κάποια σύνδεση για το υπόλοιπο στη Βορέλ. Όταν σηκώθηκε ο Γκλίριον ήταν χαμένος στον ορίζοντα. Τον πλησίασε δίχως επαφή.

"Μη χαθείς. Ό,τι ήταν, έφυγε και δεν επιστρέφει. Η δική σου πείνα είναι, αυτή του λύκου που κατασπαράζει. Όχι αμαρτία. Μη χαθείς. Αφέσου." δύο τόσο αντίρροπα πράγματα, μα τόσο αλληλένδετα. Άφησε τον γρίφο να αιωρείται στο κεφάλι του Γκλίριον, καθώς και στο δικό της. Τα λόγια που επέλεξε, πήγαιναν και στην ίδια. Μη χαθείς, μόνο αφέσου. Μη βιάσεις, απλά ετοίμασε. Πόσο δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο.

Πλησίασε την Κέννα. Την κούνησε απαλά για να μη την τρομάξει και σιγά σιγά την ξύπνησε. Οι δυο τους ετοιμάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και έφυγαν. Η Σαγιάνε έκλεισε την πόρτα σχεδόν απρόθυμα, εκείνη η ρημαδιασμένη αποθηκούλα υπήρξε ο τελευταίος της φάρος, το τελευταίο κερί πριν το φυσήξει τελείως και απομείνει μόνο η κ΄άπνα της φωτιάς.

Λίγες ώρες μετά έφτασαν στον προορισμό τους, καθώς η ίδια ήθελε να κάνουν μια βολτά στα στενά πριν το σπίτι που ο Γκλίριον της είχε υποδείξει για να αρχίσουν να εξοικοιώνονται με την περιοχή.  Η Σαγιάνε έβαλε το κλειδί και άνοιξε μια πόρτα ενός σπιτιού, κατά τα άλλα απόλυτα συνηθισμένου για την περιοχή εκείνη στην Βορέλ. Ένα μικρό σπιτικό. Ο χώρος ήταν ότι έπρεπε. Ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια, μια κουζίνα, μια τουαλέτα και ένα υποτυπώδες σαλόνι. Ο χώρος ήταν ελεγχόμενος.  Γύρισε στην Κέννα. Της έδωσε μια ξεκάθαρη διαταγή και κινήθηκε σε κάθε παράθυρο του σπιτιού. Το σπίτι ήταν τέλεια τετραγωνισμένο και έτσι κάθε πλευρά του έβλεπε και σε διαφορετική κατεύθυνση. Η Σαγιάνε πέρασε την υπόλοιπη ώρα περιφεόμενη μέσα στο σπίτι, κάνοντας συνεχείς κύκλους σα γάιδαρος δεμένος στο αλώνι και κοιτώντας βλοσυρά έξω. Αν μη τι άλλο, οι γείτονες ήταν ψηλομύτες. Ήξερε πως είναι να έχεις νέα άτομα στη γειτονιά.

Ξεφύσηξε. Έβαλε τα αντικείμενα αξίας μέσα στον μπόγο της και τα έδεσε σφιχτά στη μέση της. Ξανά ακόμα μια δερμάτινη δέση από  πάνω. Έβαλε το φόρεμα το οποίο είχε πάρει μαζί της και μία ζακέτα μακριά. Έβγαλε τις αρβύλες της και αισθάνθηκε γυμνή. Τη θέση τους πήραν δύο πασουμάκια που με ευλάβεια είχε επιλέξει πολλά χρόνια πριν. Το παραμύθι παρέμενε πάντα το ίδιο. Έλυσε τα μαλλιά της στερεώνοντας ένα πιαστράκι για τα μαλλιά και φόρεσε το ψεύτικο χαμογελαστό πρόσωπο που τόσες φορές είχε κάνει πρόβα στον καθρέφτη.

Βγήκε από το σπίτι και πλησίασε την κοντινότερη πόρτα. Χτύπησε μία φορά, κενό, υποκρινόμενη δειλία, δεύτερη, ένα βήμα πίσω τάχα υποχώρηση, όταν άνοιξε η πόρτα και μπροστά παρουσιάστηκε ένα ξωτικό. Χασκογέλασε ντροπαλά και υποκλίθηκε.

"Καλημέρα σας, σας ζητώ συγγνώμη για την ενόχληση. Βλέπετε είμαι νέα κάτοικος. Αχ να το σπιτάκι εκεί πήρα, ξέρετε πως είναι για έναν θεραπευτή η δουλειά του, από δω και απο εκεί. Αχ και μόνη μου το προσπαθώ, μαζί με τα κοριτσάκια μου, είπε και χάιδεψε την κοιλίτσα που ξεπεταγόταν μπροστά της, δηλαδή η δεύτερη είναι καθοδόν, η μεγάλη είναι βέβαια αλλη ιστορία, και πολύ άτακτη, σας ζητώ συγγνώμη αν σας ενοχλήσει ποτέ..." Η Σαγιάνε συνέχισε σε έναν μικρό μονόλογο φλυαρίας, στον οποίο έδωσε όλα τα στοιχεία που χρειαζόταν η γειτονιά. Από που ήρθε, πως την λένε, με ποιόν είναι στο σπίτι, το επάγγελμα της, όλα όσα χρειαζόταν η ψεύτικη ταυτότητα της εγκυμονούσας θεραπεύτριας που είχε δημιουργήσει στην πρώτη της αποστολή κατασκοπείας. Ποιός θα υποψιαστεί μια θεραπεύτρια; Ποιός θα υποψιαστεί μια γυναικούλα; Ποιός θα υποψιαστεί μια έγκυο γυναικούλα; Αφού πήρε πληροφορίες για τους μάστορες της περιοχής, χιλιοευχαρίστησε και πήρε τον δρόμο της αγοράς. Ήταν σίγουρη πως μέχρι να γυρίσει σπίτι τα νέα θα είχαν διαδοθεί και πλέον δε θα υπήρχαν ξένα ματιά να επιβλέπουν τις νέες παράξενες και τις κατά τα άλλα παράνομες δράσεις τους.

Ο δρόμος προς την αγορά ήταν σύντομος, η Σαγιάνε δε χρειάστηκε πολύ για να προσανατολιστεί και να καταλάβει που πέφτει τι. Οι αγορές της ήταν σημαντικές. Καθώς η Άρυα είχε άλλη αποστολή έπρεπε η ίδια να προνοήσει για τυχόν τραυματισμούς. Επέλεξε την μεγάλη αγορά, εκεί που θα μπορούσε να γίνει ένα με το πλήθος. Το πρώτο μαγαζάκι ήταν φυσικά για βότανα. Η Σαγιάνε βγήκε από μέσα με επιδέσμους, αρκετά μπουκαλάκια με αντισηπτικά υγρό, βελόνες και κλωστές για ράμματα και τρία μπουκαλάκια με αυτό που ονόμαζε ελιξήριο δύναμης. Δεν είχε ιδέα τι ήταν στην πραγματικότητα, ούτε την ένοιαζε. Της είχαν μάθει το όνομα "Νίτρο"να το ζητάει σχεδόν συνωμοτικά, να επιδεικνύει την ψεύτικη ταυτότητα Ώριμης Θεραπεύτριας, πλαστογραφημένη από τα εξαίρετα χέρια ενός Ασάχι πλαστογράφου  και να σκάει το πουγκί που κάλυπτε κάθε άλλη αμφιβολ΄ία. Το μόνο σίγουρο ότι το νίτρο, ένα θαυματουργό σιρόπι έδινε δύναμη όταν θεωρούσες πως έχεις τελειώσει.

Ο δρόμος του γυρισμού την βρήκε μαζί με επιπλέον σακούλες, αλκοολ, δύο μεγάλες πίτες αχνιστές από έναν φούρνο που άκουσε τα καλύτερα στον δρόμο και βρώσιμα για τα μεσημεριανά τους. Αν μη τι άλλο για τις επόμενες σχεδόν δύο βδομάδες θα έπρεπε να ενσαρκώσει το ρόλο της μητέρας μέχρι να επέλθει στη συνήθεια των κατοίκων και η όσφρηση είναι μια δυνατή αίσθηση.  Η Σαγιάνε αισθανόταν ότι θα άνοιγε σπιτικό. Παρά την κάλυψη, ψυχολογικά κάθε φορά της ήταν δύσκολο. "Άνοιγε" ένα σπίτι που το συνόδευε πάντα η μυρωδιά αχνιστών κέικ και φαγητών το πρωί, άπλωνε ψεύτικα ρούχα και αέριζε ψεύτικα σεντόνια, μόνο για να σπέρνει το θάνατο όταν η σελήνη δέσποζε ψηλά.

Έτσι, πίσω έβαλε τις ψεύτικες πίτες στο φούρνο και γύρισε την κλεψύδρα μιας ώρας του υποτιθέμενου ψησίματος, στο τέλος της οποίας θα κερνούσε την μία πίτα στο ξωτικό που την βοήθησε, με την ψεύτικη κοιλίτσα της, τους ψεύτικους τύπους και τα ψεύτικα χαμόγελα. Θα άνοιγε όλα τα παράθυρα για να "αεριστεί" ο χώρος και θα ξεκινούσε με σφυρίγματα να "καθαρίζει" το ψεύτικο σπίτι.  Η ώρα κυλούσε και κάθε της πράξη είχε γίνει τόσο μηχανική, ήταν σχεδόν σα να τελούσε ξανά στις Κόκκινες Μάσκες. Το βλέμμα της κενό. Απλά έπραττε. Έπαιζε τον ρόλο της. Και τα παράθυρα έκλεισε και τον χώρο συμμάζεψε και το χοιρινό με λαχανικά περίμεναν την Κέννα, όσο εκείνη καθόταν κενή στην πολυθρόνα του σαλονιού κοιτώντας το λευκό του τοίχου.

Και όταν η Κέννα επέστρεψε, στα πορφυρά αυτά μάτια, βρήκε λίγο φως. Μα δεν έπρεπε να την πλησιάσει νοητά. Έπρεπε να παίξει το ρόλο της. Έτσι οπλίστηκε το τέλειο μητρικό χαμόγελο και φώναξε για τα αυτιά τρίτων "Αχ κορίτσι μου ήρθες επιτέλους ανησύχησα!! Έλα, κάτσε να σε στρώσω να φας, θα πεινάς πολύ!" είπε καθώς την αγκάλιασε σφιχτά-τα παράθυρα ήταν πάντα εκεί μπροστά στο άπληστο βλέμμα των γειτόνων- και ξεκίνησε να στρώνει το τραπέζι. Μόνο πάνω στο τραπέζι και ενώ τρώγανε, είπε όλο το σχέδιο στην Κέννα χαμηλόφωνα και της υπόδειξε τον δικό της ρόλο και τι θα κάνανε από εδώ και πέρα.

Όταν τελείωσαν το φαγητό, η Σαγιάνε έδειξε στην Κέννα τι θα κάνανε με τα παράθυρα. Και μετά πέρασαν και τις κουρτίνες. Χοντρό ύφασμα να μη περνάει φως και να κόβει τα αχόρταγα μάτια. Η Σαγιάνε έβγαλε να απλώσει δύο ψεύτικα σεντόνια. Αφού γύρισε μέσα κοίταξε τον ουρανό, η Σελήνη μόλις είχε αρχίσει να φαίνεται.

"Ετοιμάσου" είπε στην Κέννα λακωνικά και έβγαλε τα απαίσια πασουμάκια από τα πόδια της. 
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 09, 2021, 10:22:01 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Κέννα

Το απαλό άγγιγμα της Σαγιάνε την έβγαλε από τον βαθύ ύπνο που είχε πέσει το προηγούμενο βράδυ. Ξημέρωσε κιόλας, παρατήρησε καθώς ετοιμαζόταν με απόλυτη ησυχία για να μην ξυπνήσει τους υπόλοιπους. Πριν βγει από την πόρτα έριξε μια ματιά πίσω της, στους φίλους της που δεν είχαν δει ακόμα το νέο φως της μέρας και στον Γκλίριον, που δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε κοιμηθεί καθόλου.

Η Σαγιάνε αποφάσισε πως ήταν καλύτερα να κάνουν μια βόλτα στην περιοχή πριν πάνε στο 'σπιτι' τους. Βοήθησε την Κέννα να καταλάβει λίγο το οικοδομικό συγκρότημα, όμως σίγουρα οι μεγάλες πόλεις την δυσκόλευαν στον προσανατολισμό.
Ήταν εξοικειωμένη στις συνθήκες του δάσους, στα βρύα που μεγαλώνουν στην βόρεια πλευρά των δέντρων, τα βατράχια που προτιμούν την δυτική πλευρά της λίμνης. Κάθε δέντρο στα μάτια της ήταν διαφορετικό,καθε πέτρα ξεχωριστή. Εδώ όλα τα κτίσματα ήταν ίδια!
Καθώς πλησίαζαν στον χώρο τους, έβαζε νοητά σημάδια, όπως ο θάμνος με τα περίεργα μοβ λουλούδια δύο τετράγωνα από το σπίτι τους και το σπίτι με την μπλε σκεπή τρια σπίτια πιο κατω.

"Θα πας στην αγορά" της είπε κοφτά χωρίς όμως να είναι αυστηρή "Θα αγοράσεις δύο σφυριά, εκατό μεγάλα καρφιά 'για χτίσιμο σπιτιού'" συνέχισε τονίζοντας τις λέξεις "και πενήντα μέτρα κίτρινο σκούρο ύφασμα για κουρτίνες"
Της έδειξε το δωμάτιο "Μπορείς να πας εκεί μέσα για να αλλάξεις."
Υπάκουσε. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε μερικά ρούχα. Ήταν απλά και πολύ απαλά, καμία σχέση με το σκληρό δέρμα που φορούσε συνηθως. Ένα εφαρμοστό παντελόνι και μια μπλούζα που έπεφτε σαν φόρεμα μέχρι τους μηρούς της, σε συνδυασμό με μια λεπτή ζώνη στην μέση της. Έλυσε όλες της τις πλεξούδες και άφησε τα μαλλιά της να πέσουν κυματιστά στην μέση της. Έτσι έμοιαζε μικρότερη και πιο αθώα. Δεν έριξε καμία ματιά στον καθρέπτη που υπήρχε στο δωμάτιο. Αντ αυτού πήρε το πουγκί με τα 50 χρυσά που της άφησε η Σαγιάνε και βγήκε στον δρόμο.

Ακολουθώντας την ροή του κόσμου που έφευγε από την κατοικημένη περιοχή και κατευθυνόταν προς την αγορά, δεν άργησε να βρει το μαγαζί που έψαχνε.
Άνοιξε την είσοδο του καταστήματος και ακούστηκε το καμπανάκι της πορτας.
"Γεια σας, θα ήθελα αυτά εδώ.. " είπε και έδωσε την μικρή λίστα στον καταστηματαρχη,ο οποίος την κοιταξε με περιέργεια.  Να είσαι ευχάριστη και γλυκιά συλλογίστηκε χωρίς όμως να ξέρει πως. σκέψου, ποια είναι ευχάριστη και γλυκιά...... ΙΝΤΟΥΝ Αμέσως πήρε μια χαμογελαστή έκφραση  και συνέχισε ".. Παρακαλώ"
Πλήρωσε όσα της ζήτησε και άφησε και λίγα παραπάνω. "Να αφήνεις παραπάνω, ο χρυσός αγοράζει περισσότερα από ότι βλέπεις στο μαγαζί την είχε συμβουλέψει η Σαγιάνε.

Πήρε τον δρόμο του γυρισμού, ακολουθώντας τα σημάδια που είχε βάλει. Μια στροφή δεξιά, δυο τετράγωνα ευθεία και ένα δεξιά ξανα. Πριν προλάβει να στρίψει ένα ξωτικό έπεσε πάνω της με φόρα ρίχνοντας όλα τα πράγματα στο έδαφος.
"Για δες τι έχουμε εδώ" είπε με ένα γλυωδη τρόπο ενώ κοιτούσε την Κέννα από την κορυφή ως τα νύχια, κάνοντας μια μεγάλη στάση στο πουγκί με τα χρυσά που είχε στην μέση της.
"Άσε με ήσυχη" του είπε απειλητικά και με το χέρι της εψαξε το στιλέτο που είχε συνήθως δεμένο πάνω της. Κατάρα! ξέχασε πως δεν είχε όπλα μαζί της. Πισωπάτησε σε μια προσπάθεια της να το παρασύρει μακριά από αδιάκριτα βλέμματα μέσα στο σοκάκι. Ένα στραβό γελάκι εμφανίστηκε στο πρόσωπο του ληστή πιστεύοντας πως η κοπέλα απέναντι του θα ήταν εύκολη λεία και με κάθε βήμα της προς τα πίσω αυτός έκανε ένα μπροστά.
Η Κέννα εσφιξε την γροθιά της και περίμενε να την πλησιάσει αρκετά και όταν ήταν στην σωστή απόσταση με μια γρήγορη κίνηση του έδωσε μια γροθιά στο λαρύγγι. Ανίκανος να αναπνεύσει και έκπληκτος για την τροπή που πήραν τα πράγματα έπεσε στο έδαφος με γουρλωμένα μάτια.
Μαζεψε τα πράγματα της από τον δρόμο και συνέχισε να περπατά γρήγορα μέχρι που το σπίτι τους άρχισε να φαίνεται στον ορίζοντα.

"Τι στο... "ψιθύρισε στον εαυτό της όταν είδε την Σαγιάνε έξω από την πόρτα να της φωνάζει σαν... μαμα; Και εχει και ΚΟΙΛΙΑ;
 Προσπάθησε να μην χάσει το βήμα της όμως η έκφραση της σίγουρα αντικατοπτριζε την έκπληξη της σε αυτό το θέαμα. Την έχωσε στην αγκαλιά της και πάρα το αρχικό σοκ αυτό ήταν κάτι που απόλαυσε και ανταπέδωσε.

Στο μεσημεριανό τραπέζι της εξήγησε τα πάντα. Την ημέρα θα υποκρινονται την μαμά και την κόρη, ενώ το βράδυ θα δουλεύουν στις σκιές το πραγματικό τους σχέδιο. Τα υπόλοιπα της έρχονταν φυσικά. Ήξερε τι πρέπει να κάνει αν έχει κάποιον επικίνδυνο απέναντι της όμως δεν ήξερε πως να υποκρίνεται την κόρη. Δεν ήταν ποτέ η κόρη κάποιου. Απο την άλλη, η πολεμίστρια απέναντι της φαινόταν να έχει παίξει άπειρες φορές τον δικό της ρόλο.

Πριν πέσει το σκοτάδι κάρφωσαν όλα τα παράθυρα, αφήνοντας μόνο ένα σε κάθε πλευρά του σπιτιού σαν έξοδο κινδύνου και ύστερα κρέμασαν το χοντρό ύφασμα που αγόρασε για κουρτίνα. Μεταμόρφωσαν το μικρό σπιτάκι σε ένα είδους οχυρό.

Οταν το φεγγάρι σηματοδότησε την ώρα, γύρισαν πίσω σε αυτό που πραγματικά ήταν. Επικίνδυνες.
Πέταξε τα απλά ρούχα της ημέρας και φόρεσε τα σκούρα ρούχα που είχε πάρει μαζί της από την Ακαδημία. Με ένα νεύμα στην Σαγιάνε δήλωσε έτοιμη.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 10, 2021, 05:56:44 μμ by Κέννα »


Γκλίριον Νάντριελ

Σίγμα και Γιώτα, είχαν φ΄υγει με τα ζευγάρια τους. Ο Όμι είχε ξυπνήσει και ο Βήτα χουζούρευε, αδυνατώντας να σηκωθεί.

"Περίμενε να συνέλθει και πηγαίνετε στο σπίτι", του είπε αφήνοντάς του τα κλειδιά. "Εγώ έχω άλλο δρομολόγιο για σήμερα, θα συναντηθούμε το βράδυ, θα σας έχω και από ένα δωράκι." Του έκλεισε το μάτι και μάζεψε τα λιγοστά πράγματά του.

Βγήκε στο δρόμο, έριξε την κουκούλα του στο κεφάλι του και βάλθηκε να περιπλανιέται στα σοκάκια. Ήταν ακόμη νωρίς, οπότε κανείς δεν έδινε σημασία καθώς ο κόσμος βιαζόταν να ξεκινήσει τη μέρα του. Κίνησε νότια και σύντομα έστριψε δυτικά. Πρώτο βήμα της δικής του αποστολής, η αναμέτρηση! Καθώς βιαστικά άλλαζε στενά και δρομάκια, δεν άργησε να φτάσει στον προορισμό του.

Λίγα δευτερόλεπτα και τα μαρασμένα αποκαΐδια ενός λαμπρού και αθώου ονείρου έστεκαν μπροστά του. Είχαν περάσει τόσα χρόνια, είχε χάσει το μέτρημα, μα το πλήρωμα του χρόνου ήρθε, τα παιχνίδια του αιτιατού της μοίρας τον έφεραν να στέκεται μόνος πλέον, σκοτεινός, μπροστά της. "Κόρναρουντ", ψιθύρισε. Δεν πάλεψε να φέρει το παλαιό φως στα μάτια του, δεν δοκίμασε να βουτήξει στις αναμνήσεις εκείνης της εποχής, μόνο αφέθηκε να χαζεύει την άμορφη μάζα μπαζών και άγριας πρασινάδας η οποία είχε κατακλύσει το χώρο που κάποτε έστεκε το δικό του, προσωπικό καμάρι.

"Ώστε, είναι αλήθεια, γύρισες."

Η βαριά χροιά τον επανέφερε στη στιγμή, σταματώντας τον κατακλυσμό ζόφου στον οποίο είχε επιδοθεί. Γύρισε και κοίταξε προς την κατεύθυνση της φωνής. Ήταν ο Μάρσιελ Φαρέλ, ο πρώτος επιστάτης της Κόρναρουντ. Ένα ξωτικό από τη Βαλουίρ, θα 'ταν κοντά στα 90 πια. Κοντός για ξωτικό, με τραχιά μορφή, καμία σχέση με την τυπική σιλουέτα που θα περίμενε κανείς αν δει σε ένα ξωτικό. Πιο πολύ για νάνος έφερνε, χειρώνακτας, ίσως από κάποιο μεταλλείο της Σνιτάρ.

"Πήρες το μήνυμά μου, βλέπω, δεν περίμενα ποτέ να σε ξαναδώ ζωντανό, φαντάζομαι ούτε εσύ εμένα."

 "Έλα πάρε αυτό", του έτεινε μία ξύλινη κούπα με κάποιο αχνιστό αφέψημα, "οι καιροί δεν μας επιτρέπουν να αναπολήσουμε τα παλιά, πρόλαβαν οι άλλοι χθες να μου πουν στα γρήγορα την ιστορία και αφού με ζήτησες, είμαι εδώ".

Με τον ήλιο να έχει ανέβει, πασχίζοντας να σπάσει την πρωινή πάχνη, ήταν μία καλή στιγμή, φύγουν από τη μέση του δρόμου. "Έλα", του είπε, "έχουμε πολλά να πούμε." Τράβηξαν προς την βόρεια πύλη, περνώντας δίπλα από την ακαδημία της Βορέλ και μπήκαν σε ένα ημιυπόγειο κτίσμα, ένα δρόμο μέσα, πριν τα τείχη της πόλης.

Ο Μάρσιελ ζούσε σε ένα απλό ορθογώνιο δωμάτιο με δύο ντιβάνια, ένα τραπέζι και έναν πάγκο εργασίας. Είχε εξωτερικό ξυλόφουρνο στην πίσω αυλή και ένα υπόστεγο με διάσπαρτα εργαλεία της δουλειάς του. Ήταν τεχνίτης, ποτέ δεν ασχολήθηκε να πάρει ειδίκευση, όμως τα χέρια του έπιαναν σε απονενοημένο βαθμό. Χτίστης, σιδηρουργός, ξυλουργός, οτιδήποτε χρειαζόταν τέχνη, τεχνική και γερά χέρια, ήταν στα διαπιστευτήριά του. Αφού του έδειξε το χώρο του κάθισαν σε ένα από τα δύο ντιβάνια. Εκεί ο παλιός του σύντροφος, έβγαλε την καπνοθήκη του. Αντί για πίπα όμως, έβγαλε αποξηραμένα φύλλα καπνού, στα οποία τύλιξε τον καπνό του σε χωνί και το έβαλε στο στόμα του από τη στενή του άκρη. Το άναψε και πήρε βαθιές ρουφηξιές.

"Κόλπο των ανθρώπων, είπε σιγανά, "αφήνουν φύλλα καπνού ολόκληρα να ξεραθούν, τα βουτάνε σε μελάσα για να μη σπάνε και καπνίζουν έτσι, να δοκίμασε!" Ο Γκλίριον προσπάθησε να μιμηθεί την τεχνική, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, όμως η γεύση του καπνού ήταν διαφορετική. "Μελάσα, έ; Κοίτα να δεις οι άνθρωποι..."

Ο Μάρσιελ είχε φύγει από την Κόρναρουντ καιρό πριν καταστροφή της, ύστερα από έναν μεγάλο τσακωμό με την Ισίλμιεν και νομοτελειακά με τον Αΐστιον. Διαφωνούσαν και οι δύο με τους σκληρούς του τρόπους. Ο Γκλίριον αποφάσισε να συμπλεύσει για το καλό της ενότητας, αφήνοντας τον επιστάτη στην μοίρα τους μακριά από την Ακαδημία τους. "Όπως βλέπεις εκ των πραγμάτων ίσως και να είχα δίκιο, χρειαζόταν λίγη περισσότερη σκληράδα το σχολείο σου για να αντέξει. Όπως και αν στραβώνεις και με κοιτάς, ξέρεις ότι έχω δίκιο, με τις υποθέσεις μόνο, απλά χάνουμε το χρόνο μας. Για χάρη του παλιού μας καιρού θα συνδράμω όπως μπορώ." Ρούφηξε δυνατά τον καπνό του και άφησε το Γκλίριον να μιλήσει.

"Τρία ονόματα. Ντίζρα, Ίλφαελ, Ζόγκονουκ. Τρεις στόχοι. Εμείς είμαστε εφτά. Εγώ, 3 πολεμιστές, 1 αλχημίστρια, 1 θεραπεύτρια, 1 εφευρέτης. Από τη αφρόκρεμα της Ακαδημίας Rasnarry.  Έχουμε σπάσει στα τρία και έχει αναλάβει ο καθένας από έναν στόχο. Εγώ ψάχνω τον Ίλφαελ. μαζί μου ένας πολεμιστής και ο εφευρέτης. Υπάρχει σχέδιο, για συλλογή πληροφοριών, πεδίων δράσης κλπ. Δε θα χρειαστεί να εμπλακείς. Θέλω απλά να ξέρω ότι είσαι εδώ αν χρειαστεί το οτιδήποτε. Δεν προβλέπεται αναίμακτο όλο αυτό. Ούτε ότι θα πετύχει εύκολα. Αν και τώρα, όπως είμαστε θα μπορούσες να φροντίσεις αυτό." Παραμέρισε και έψαξε στην τσάντα του, έβγαλε το θηκάρι του και γύμνωσε τη λεπίδα του Άχαρον. "Θυμάσαι τη λεπίδα μου έτσι;"

"Το αίμα δεν ξεπλένει την αμαρτία", διάβασε πεταχτά το χάραγμα στη λεπίδα, "ω ναι το Άχαρον, τι έγινε δάσκαλε, θα αφήσεις τον καθηγητή και θα βγάλεις το πολεμιστή που ήθελε να δει ο πατέρας σου;" Γέλασε πικρά και βάλθηκε να περιεργάζεται το όπλο. "Είσαι έτοιμος ιστορικέ; Είσαι έτοιμος να βουτήξεις ξανά στα σκοτάδια σου; Για πες μου, τότε, πως είναι τα πνεύματά σου; Θυμάμαι από τότε δεν ήσουν άνετα με την αναβίωση. Δεν ασχολήθηκες ποτέ σοβαρά να φέρεις κάτι στην επιφάνεια. Μόνο διάβασμα και ακόνισμα μυαλού και πνεύματος. Η ψυχή σου τι λέει για όλα αυτά; Ο πολεμιστής που κουβαλάς είναι έτοιμος να βγει; Μπορείς να τον ελέγξεις;"

Ο Γκλίριον σηκώθηκε και πήρε στα χέρια του το Άχαρον. "Για να δούμε..."

Τεντώθηκε και έκλεισε τα μάτια του, αγκάλιασε τον εαυτό του και ξεκίνησε να ψέλνει έναν ακατάληπτο ψαλμό. Τα κλειστά του βλέφαρα ξεκίνησαν να τρέμουν και το κορμί του τιναζόταν ακανόνιστα. Ξάφνου, η μορφή του σκοτείνιασε ξεκίνησε να ανοίγει τα χέρια του σταδιακά και η σκοτεινή ενέργεια που το περιέβαλε συσσωρεύθηκε στον κορμό του. Τα μάτια του, ορθάνοιχτα πλεόν, κιτρίνισαν και το πρόσωπό του, σκίστηκε, από την ένταση. Οι μύες του έσφιξαν, μπούκωσαν και μεγάλωσαν. Έσκισε με τη λεπίδα του τον αριστερό του καρπό και το σκότος πήρε μία ακανόνιστη μορφή στη ράχη του. Το πνεύμα κοίταξε με αλλόκοτη έκπληξη το Μάρσιελ, ο οποίος ασυναίσθητα σύρθηκε πίσω έως τη ράχη του ντιβανιού, βλέποντας δύο σκοτεινές τρύπες για κόγχες να τον περιεργάζονται. Ο Γκλίριον, έγλειψε τις στάλες από το αίμα του και τίναξε από πάνω του τη μαυρίλα, σταδιακά, ο όγκος του μειώθηκε, επέστρεψε στο κανονικό, το πρόσωπό του ανέκαμψε στη φυσικότητά του και τα μάτια του, έγιναν ξανά ασημόγκριζα. Ένας απόκοσμο μειδίαμα γέμισε την όψη του καθώς, το πνεύμα του πολεμιστή επέστρεφε στα έγκατα της ψυχής του ιστορικού.

Πλησίασε το ντιβάνι και άναψε ξανά το μισοτελειωμένο καπνό του. "Δεν μπορώ να σου πω πολλά, δεν μου επιτρέπει να μιλάω για αυτό. Όμως η διψασμένη του ψυχή για όλεθρο θα την κάνει τη δουλειά του. Και αυτό είναι μόνο η αρχή."

Ύστερα από λίγες στιγμές σιωπής, ο Μάρσιελ πήρε ευλαβικά το Άχαρον και κατευθύνθηκε στον πάγκο του. Έβγαλε ένα περίεργο ιώδες πέτρωμα και βάλθηκε να ακονίζει τη δεξιά μεριά της λεπίδας. Όταν τελείωσε, πήρε μία γκριζοπράσινη και φρόντισε με τον ίδιο τρόπο την αριστερή. Ύστερα  Γκλίριον του προσέφερε τα γάντια σούκο, το δώρο της Σαγιάνε, εκεί ο Μάρσιελ χαμογέλασε και έβγαλε από το συρτάρι ένα μικρό μπλε φιαλίδιο. Έλουσε τα γάντια και βάλθηκε να τρίβει με ένα ειδικό πανί, σκληρό σαν γυαλόχαρτο. Όταν τελείωσε, τα επέστρεψε και έστριψε λίγο καπνό ακόμη.\

"Ο ΄Ίλφαελ δεν θα ξέρει από να κρυφτεί", ψέλλισε καθώς άραζε αναπαυτικά στο ντιβάνι. Οι επόμενες ώρες τους βρήκαν με αμοιβαίες εξηγήσεις και ιστορίες από τα χρόνια που είχαν να βρεθούν. Με το πέπλο της νύχτας να είχε σκεπάσει απαλά τον ουρανό της Βορέλ, ο Γκλίριον χαιρέτησε τον παλιό του σύντροφο και νυν σύμμαχο, βγήκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της ομάδας του. Πριν φτάσει έκανε μία στάση και πήρε δύο μπουκάλια βαλησίνικο ρούμι για τα δύο παιδιά του, εκείνο το βράδυ θα έπρεπε να τα κάνει άντρες για τη συνέχεια... 



Άρυα Λιρέλ

Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία, πολύ νωρίτερα απ' όσο συνήθιζε.

Ανακάθισε στο κρεβάτι και περιεργάστηκε τον χώρο• Κέννα και Σάγια είχαν φύγει ήδη, καθόλου παράξενο. Στο βάθος μπορούσε να διακρίνει τον Βαλύριον να κοιμάται ακόμη, ενώ Ούμπρο και Γκλίριον μιλούσαν χαμηλόφωνα δίπλα στο παράθυρο.

«Καλημέρα», ψιθύρισε, για να μην ξυπνήσει τον Βαλ και σηκώθηκε να ετοιμαστεί. Την παρουσία της Ιντούν είχε αντικαταστήσει ένα πιάτο με τηγανίτες, μέλι και καρύδια. Η Άρυα μόρφασε –κάτι ανάμεσα σε χαμόγελο και πίκρα. Σιχαινόταν το πρωινό, κι ας ήταν τόσο όμορφα στολισμένο. Φάτε, έκανε ένα νόημα στον Ούμπρο από μακριά, δείχνοντάς του το πιάτο, και γύρισε να φτιάξει για τον εαυτό της έναν κάουα. Όσο περίμενε να βράσει το νερό, τσέκαρε τα κομμάτια παταμά που είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ να στεγνώνουν. Φαίνονταν μια χαρά. Έκανε μια νοητή σημείωση να μην δοκιμάσει να τα μυρίσει —ακόμη. Ακούμπησε στο τραπέζι ένα μικρό σακούλι με κάουα –σε περίπτωση που οι άντρες της παρέας ήθελαν και εκείνοι να ξεκινήσουν καλά την ημέρα τους– και με τη ζεστή κούπα στο χέρι, πήγε να πάρει τη συνηθισμένη της θέση μπροστά από τον καθρέφτη.

Ποιον θα υποδυόταν σήμερα; Ποιον ρόλο μπορούσε να υποστηρίξει; Ποιος δεν θα τραβούσε την προσοχή; Και πάνω απ' όλα, ποιον θα εμπιστεύονταν οι Αντβάρι;

Η Άρυα σούφρωσε τα χείλη σκεπτική, και άρχισε να κοιτάει τριγύρω για έμπνευση. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε, ήταν τα πράγματά τους. Είχαν ψωνίσει αρκετά εχθές, και η Ιντούν τα είχε αφήσει όλα πίσω. Πώς θα τα κουβαλούσε μέχρι το σπίτι που τους εξασφάλισε ο Γκλίριον; Πάνω που ήταν έτοιμη να αναστενάξει, συνειδητοποίησε πως μόλις είχε δώσει μια σπουδαία ιδέα στον εαυτό της• είχε έρθει η μέρα της μεγάλης αλλαγής.

Ξωτικό. Ασημένια μακριά μαλλιά και σκούρα γκρίζα μάτια. Λεπτά χαρακτηριστικά, γερασμένα από τον χρόνο. Σκεφτόταν κάποιον στα εβδομήντα του ίσως. Κάποιον που θα σε έκανε να νιώθεις ασφάλεια και σεβασμό, αλλά ταυτόχρονα δεν θα του έριχνες δεύτερη ματιά. Ηρεμία.

Σηκώθηκε όρθια, και με κλέφτες ματιές μέσω του καθρέφτη προς τον Γκλίριον και τον Ούμπρο, προσπάθησε να πάρει ιδέες για τα χαρακτηριστικά του σώματος. Όταν πια τελείωσε, τα ρούχα της φαίνονταν πολύ αστεία πάνω της, έτσι μικροσκοπικά που ήταν. Άλλαξε στο αντρικό σύνολο που είχε αγοράσει την προηγούμενη ημέρα, αλλά άφησε εκτός το καπέλο. Το γιλέκο δεν κούμπωνε πάνω από το πουκάμισο, και σαν μπαλόνι η Άρυα ξεφούσκωσε λιγάκι. Έκανε μερικές στροφές, και αφού φάνηκε σχετικά ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα, ξεκίνησε να τσεκάρει ένα ένα τα χαρακτηριστικά από πάνω μέχρι κάτω, τόσο για να σιγουρευτεί ότι δεν είχε ξεχάσει κάτι, όσο και για να τα απομνημονεύσει.

Περπάτησε λίγο πέρα δώθε στο δωμάτιο για να συνηθίσει το καινούργιο της ύψος, και υπενθύμισε στον εαυτό της πως πλέον ήταν ένα συνηθισμένο ηλικιωμένο ξωτικό, που σημαίνει ότι δεν μπορούσε να περπατάει πολύ γρήγορα.

Ξεκίνησε να μαζεύει τα πράγματά τους μηχανικά, όσο σκεφτόταν για κάποιο όνομα. Πήρε προσεκτικά τον ματαπά, τον έβαλε σε ένα σακούλι, κι έπειτα τον αποθήκευσε μαζί με τα υπόλοιπα στο βαλιτσάκι της. Αφού σιγουρεύτηκε ότι τα μάζεψε όλα, πριν τα πάρει και φύγει, έκανε ένα νόημα στον Ούμπρο να την κοιτάξει.

«Άρον ή Άρον» έκανε με δύο παρόμοιες χροιές, και από την αντίδρασή του κατάλαβε ότι η δεύτερη ήταν μάλλον καλύτερη. Έγραψε ένα σημείωμα στην Ιντούν—

"Σε περιμένω στο σπίτι.
Έριν"

—φορτώθηκε τα πράγματά τους, πήρε και τα κλειδιά, και ετοιμάστηκε να φύγει.

«Αν ξανάρθει από δω η Γιώτα, πείτε της πως τα πήγα όλα στο σπίτι, και να έρθει να με βρει εκεί. Της έχω αφήσει και ένα σημείωμα βέβαια αλλά... Τέλος πάντων. Καλή τύχη», είπε, και άφησε την Εστία.

Σύμφωνα με τον χάρτη, είχε πολύ δρόμο να καλύψει μέχρι το σπίτι. Ήταν όμως σε καλό σημείο, πολύ κοντά στην περιοχή των αριστοκρατών και το σπίτι των Αντβάρι. Θα είχε χρόνο να τους παρακολουθήσει και να βρει έναν τρόπο να τους πλησιάσει. Προτιμούσε κάτι φαινομενικά τυχαίο, για να μην κινήσει υποψίες.

Δεν πρόλαβε να καλύψει μεγάλη απόσταση, όταν μερικά τετράγωνα παρακάτω, έξω από το πανδοχείο "Τα τρία ελάφια", εντόπισε την Ιντούν να περπατάει φουριόζα προς το σπίτι. Η Άρυα έκανε λίγο προς τα αριστερά, και την κατάλληλη στιγμή την άρπαξε από το μπράτσο. Πρέπει να την τρόμαξε αρκετά έτσι όπως ήταν, αλλά δεν είχε και άλλη επιλογή.

«Άλφα», έκανε με νόημα, και τα μάτια της φίλης της δεν άργησαν να λάμψουν. «Κράτα και συ μια και πάμε», της είπε χαμηλόφωνα, και της έδωσε κάποια από τα χθεσινά της ψώνια. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι τους προσπέρασε, και η Άρυα σώπασε για μια στιγμή, μέχρι να απομακρυνθούν. Έριξε στα γρήγορα ένα βλέμμα τριγύρω, και έπειτα γύρισε προς την Ιντούν. «Προσπάθησε να μην με κοιτάζεις τόσο έντονα όσο είμαστε στον δρόμο. Θα έχουμε άπλετο χρόνο στο σπίτι», έκανε, με ένα μικρό μειδίαμα.
«Σήμερα και για τις επόμενες μέρες είμαι ο Άρον. Πού ήσουν;»
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 13, 2021, 11:46:12 μμ by Άρυα Λιρέλ »