Rasnarry Academy

Άρτος και Θεάματα [Λάντριαν]

Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019


Δεν παντρεύει κάθε μέρα τον τρίτο του γιο ο Βασιλιάς των Βαλησίνων. Τέτοιο γεγονός έπρεπε να γιορταστεί με όλες τις τιμές, η Ιλίντιεν συμφωνούσε. Αυτό με το οποίο δε συμφωνούσε ακριβώς ήταν η συμμετοχή της στο τουρνουά επίδειξης στο οποίο βρέθηκε προσκεκλημένη. Αν κάποιος έλεγε πως φοβόταν, έκανε άσχημα αστεία, διότι δε μπορούσε να γνωρίζει τη δίψα με την οποία κοίταζε η Ιλίντιεν την αρένα στο γάμο του δικού της αδερφού. Η ψυχή της σφάδαζε από επιθυμία να μπει μέσα στην παλαίστρα, να διαγωνιστεί και να υποτάξει στη λεπίδα και τη θέλησή της όποιον επιτήδιο την προκαλούσε. Λάτρευε τις κλαγγές, αναζωογονούνταν από τις κραυγές της μάχες, τα ένστικτά της οξύνονταν κάθε που χύνονταν αίμα... Η Ιλίντιεν πρότεινε να εκπροσωπήσει ο Λάντριαν την Ακαδημία σε αυτό το τουρνουά και να πάρει μαζί του τη Σαγιάνε, όμως, η Σαγιάνε έλλειπε. Ο Λάντριαν πάλι, πέταξε το μπαλάκι στην Ιλίντιεν, αλλά η Λαζτάνα του αντιστάθηκε στεναρά. Δε λύγισε ούτε όταν επαίνεσε τις ικανότητές της. Έμεινε σταθερή στην άποψή της όταν πρότεινε ότι θα αναδεικνύονταν ακόμη περισσότερο η ίδια και η Ακαδημία, θα πρόσεχε εκείνος το Φιν και τον Ούμπρο και της έφτιαξε ένα τεράστιο, ρομαντικό δείπνο με ζωντανή μουσική στο μπαλκόνι, με θέα το ηλιοβασίλεμα.

Μπροστά στον καθρέφτη, η Ιλίντιεν στερέωσε με λευκόχρυσες πόρπες τα μανίκια του φορέματός της. Τα μαλλιά της ήταν λυτά, αλλά βαριά στολισμένα από κοσμήματα με πετράδια που τα αγκάλιαζε το ίδιο μέταλλο που οι πόρπες ήταν φτιαγμένες. Το δεξί της χέρι αγκάλιαζε ένα περίτεχνο, μεταλλικό κόσμημα που περιστρέφονταν γύρω από το μπράτσο της και κατέβαινε μέχρι τον αστράγαλο. Είχε σχήμα διχτιού, εκεί που ενώνονταν οι πλέξεις, μικροί αστερίες λαμπύριζαν. Το αριστερό της χέρι στόλιζε μονάχα ένα δαχτυλίδι. Το μανίκι του φορέματος, βαθύ μπλε, αγκάλιαζε απαλά τον καρπό της.
Πίσω της δύο σακίδια. Στο ένα, τα όπλα που επέλεξε να πάρει μαζί της, το μαστίγιο και το σάκραμ, ενώ στο άλλο, το φόρεμα που θα φορούσε την επόμενη ημέρα, καθώς και η εξάρτηση της πανοπλίας της. Η Ιλίντιεν έστρεψε την πλάτη στον καθρέπτη. Ο ποδόγυρος ακολούθησε την κίνησή της μιμούμενος χαρμόσυνα κυματάκια και ανοιξιάτικους παφλασμούς. Το βλέμμα της αιχμαλωτίστηκε από το γκριζογάλανο του ουρανού. Επικεντρώθηκε σε αυτό και για μια στιγμή, όλα τα αντικείμενα, ακόμη και τα διαμάντια, έχασαν αξία. Εκείνες τις μοναδικές στιγμές που αντίκριζε αυτό που αγαπούσε περισσότερο, το σοβαρό της πρόσωπο φωτίζονταν, τα χείλη της έπαυαν να σφίγγονται σε επίκριση, μεταμορφώνονταν σε ένα ζεστό χαμόγελο. Άπλωσε τα χέρια της με χάρη, το κεφάλι της έγειρε ελαφρά αριστερά.

«Νομίζω είμαι έτοιμη.» είπε γλυκά.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 23, 2021, 05:01:37 μμ by Σολ Οτίγιε »


Λάντριαν

Ο Λάντριαν πάντα θαύμαζε το πόσο όμορφη ήταν η Ιλίντιεν, κάθε στιγμή. Είτε φορούσε ό,τι πιο ακριβό και εκλεπτυσμένο είχε να προσφέρει ο πολιτισμός της, είτε όταν κυνηγούσε θηρία και ήταν γεμάτη αίμα, αλαλάζοντας ιαχές μάχης, είτε το πρωί που ξυπνούσε. Λίγη σημασία είχε το τι είχε πάνω της ή γύρω της, τίποτα δεν ήταν πραγματικά άξιο αναφοράς απέναντί της, όλα επισκιάζονταν.

Αυτό φυσικά δεν σήμαινε ότι ο Πολεμιστής δεν μπορούσε να εκτιμήσει το υπέροχο σύνολο που έβλεπε μπροστά του εκείνο το πρωί, νωρίς νωρίς. Φαινόταν στα μάτια του, στο χαμόγελό του, στον τρόπο που τα μεγάλα, δυνατά χέρια του άγγιξαν και κράτησαν τα δικά της.

«Είσαι σίγουρα πανέμορφη.» είπε ζεστά, και τα μάτια του το έδειχναν ακόμα περισσότερο από τα λόγια του, το ίδιο και οι αντίχειρές του που απαλά χάιδευαν το μεταξένιο δέρμα της. «Όχι όμως έτοιμη. Χρειάζεσαι δύο πράγματα.» είπε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια.

Την άφησε για μια στιγμή, και βγήκε από το δωμάτιο για λίγα δευτερόλεπτα, για να επιστρέψει με ένα ευμέγεθες, συσκευασμένο δοχείο. «Σου έφτιαξα το πρωινό των πρωταθλητών, ώστε να τους νικήσεις όλους με ακόμα μεγαλύτερη ενέργεια!» είπε ευδιάθετα.

Όντως, δεν είχε λυπηθεί τίποτα. Μέσα εκεί είχε ψητό ψωμί, σφιχτά αυγά, σαλάτα με σως ξεχωριστά συσκευασμένη ώστε να μη χυθεί. Τηγανιτά λουκάνικα, κομμένα φρούτα, πολύ τυρί, ελιές, καθώς και μικρά, αφράτα σφολιατάκια με κανέλλα και μέλι, και πολλά ακόμα καλούδια. Είχε μέχρι και τσουρεκάκι που είχε πάνω τα αρχικά τους με κρυσταλλική ζάχαρη. Ο Λάντριαν δεν είχε λυπηθεί τίποτα.

«Η μάχη νικιέται από το στίβο προπόνησης λένε πολλοί, και έχουν δίκιο. Αλλά ξεχνάνε να πουν ότι νικιέται και από την κουζίνα.» είπε, λάμποντας ολόκληρος και δίνοντας στην Ιλίντνεν το πακέτο. Και την ώρα που αντάλλαζε χέρια το πακέτο, την πλησίασε και την φίλησε θερμά στα χείλη, για μια ατέλειωτη στιγμή, και μετά στο μέτωπο, αγκαλιάζοντάς την σφιχτά.

«Τώρα είσαι έτοιμη. Πήγαινε να τους τσακίσεις.» της είπε απαλά, χαιδεύοντας  τα μακριά, μεταξένια της μαλλιά.


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Τότε ήταν έτοιμη και για πάντα θα στέκονταν άγρυπνη μπροστά στις προκλήσεις, είτε αντιμετώπιζε τον απλούστερο εχθρό, είτε αντίκριζε με τα μάτια της το θάνατο, γιατί το φιλί του, η αγάπη που ο Λάντριαν της έδινε ήταν όπλο. Λειτουργούσε σαν ασπίδα που κρατούσε μακριά εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς. Ήταν εκείνες οι στιγμές που η Ιλίντιεν επέλεγε να εγκαταλείψει το προσωπείο της Λαζτάνα, το έβαζε στην άκρη για να εμπιστευτεί τον εαυτό της, ακόμη περισσότερο, την καρδιά της στο Λάντριαν με κάθε κίνδυνο να πληγωθεί. Κι όμως το τολμούσε, μεταμορφώνονταν σε γυναίκα, σε ψυχή που ζεσταίνονταν κάτω από το δικό του ήλιο. Σε κάθε άγγιγμα τον εμπότιζε κι εκείνη με τη στοργή της. Στο φιλί τους μετατρέπονταν σε σελήνη που με το ασημένιο της φως άνοιγε μονοπάτια για να διαβεί ο αγαπημένος της στο σκοτάδι, με τη μαγεία της να το διαφυλάσσει από βέλη φαρμακερά και κακόβουλα.

Τύλιξε κι αυτή τα μπράτσα της γύρω του και τον κράτησε όπως την πρώτη και την τελευταία φορά, όπως κάθε φορά, σφιχτά, ζεστά, όπως του άξιζε. Όταν κοιτάχτηκαν και πάλι, το μωβ της ήταν ζωηρότερο και το γαλάζιο του λαμπερότερο. Η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά. Θα τους τσάκιζε, ακριβώς όπως της ευχήθηκε γιατί στα χέρια της είχε όλη τη δύναμη που οι Πολεμιστές χρειάζονταν. Αγάπη.

Και πλήρες πρωινό!

Έξω από την καμπίνα, η Ιλίντιεν στράφηκε προς τον καπετάνιο. Με μία κίνηση του ζήτησε να της φέρουν ένα τετράγωνο πανί, ενάμισι μέτρο σε διάσταση η κάθε πλευρά. Ο καπετάνιος διέταξε τον πρώτο ναύτη κι εκείνος το μικρότερο. Το πανί βρίσκονταν στα χέρια της πριν σηκωθεί η άγκυρα. Το πανί βρίσκονταν στα χέρια της γιατί ο καπετάνιος ήθελε να σηκωθεί με ασφάλεια η άγκυρα και να πλεύσουν ζωντανοί στην Ερίσνα.

Πριν κλείσει την πόρτα στην καμπίνα της ζήτησε να μην την ενοχλήσει κανείς. Έτσι κι έγινε. Έπιασε τα μαλλιά της με μία διάφανη, μπλε κορδέλα, έπεσαν κοτσίδα στην πλάτη της, εβένινη, παχιά δεσμίδα. Στο γραφειάκι δίπλα στην κουκέτα την περίμενε το πακέτο. Την κοίταζε προκλητικά, σχεδόν την κορόιδευε και χόρευε σαν παιδί με τα πρώτα κύματα της θάλασσας, τραγουδούσε ένα ρυθμό παιδικό που της έλεγε ότι ήταν παγιδευμένη. Το κοίταξε και η Ιλίντιεν, τόσο ώστε να του δώσει να καταλάβει ότι αντιμετώπιζε άξια αντίπαλο, όχι πολύ διαπεραστικά, δεν ήθελε να το παγώσει. Τίναξε αποφασισμένη το πρασινωπό πανί που της έφεραν, σαν ανοιξιάτικο γρασίδι, το πέρασε στο λαιμό. Με μία γρήγορη κίνηση βρέθηκε δεμένο, η πρωινή της ασπίδα που κρέμονταν ανήμπορη, αλλά βοηθητική και κάλυπτε όλο της το θώρακα τα χέρια της και τα πόδια, μέχρι τα γόνατα.

Η Ιλίντιεν τράβηξε την καρέκλα και πήρε θέση. Ώρα για μάχη. Έλυσε το σπάγγο του πακέτου με ένα μοναδικό τράβηγμα, σαν να τον έκοβε λεπίδα. Τα τοιχώματα υποχώρησαν χωρίς την παροδική προστασία του εύθραστου σχοινιού, αποκάλυψαν τη φύση των περιεχομένων τους. Οι θεοί αποφάσισαν πως πρώτα θα έπεφταν τα σφολιατάκια και η Ιλίντιεν πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα χείλη της με φανερή λαιμαργία και έλλειψη αυτοσυγκράτησης. Αποδεκατίστηκαν. Ήταν το κατάλληλο ξεκίνημα, αλλά ο αφανισμός της μελένιας σφολιάτας προμήνυε μονάχα τον όλεθρο που μία πολεμίστρια μπορούσε να σκορπίσει στο πέρασμά της. Σαλάτα. Η Ιλίντιεν αρέσκονταν να αντιμετωπίζει τους εχθρούς μαζί. Οι μεγάλοι αριθμοί δεν την τρόμαζαν. Έτσι, πήρε τα φρούτα και το τυρί, έκοψε σε μικρά κυβάκια όσα είχαν ξεφύγει και τα πρόσθεσε στα λαχανικά. Η σως ήρθε να τα αποτελειώσει, το ίδιο και η Ιλίντιεν. Στο μίγμα προστέθηκαν τα αυγά, με μπόλικο πιπέρι, έτσι όπως της άρεσε από μικρή. Το θανατικό ήταν μεγάλο και η σαλάτα αβοήθητη. Με κάθε μπουκιά, κάθε μάσημα κατάφερνε μόνο να της ξυπνά κι άλλο τον ουρανίσκο, να τον ευχαριστεί με τη γαργαλιστική και ταυτόχρονα βελούδινη υφή της. Τα μόνα σήματα που έπαιρνε ο εγκέφαλός της ήταν ώσεις πρωινής απόλαυσης που επέστρεφαν, μετατρέπονταν σε μουγκρητά ευτυχίας και στην επόμενη τεράστια μπουκιά. Λουκάνικα. Λουκάνικα και ελιές. Τι να πρωτοδιαλέξει; Από πού να ξεκινήσει; Και από τα δύο φυσικά. Τα κουκούτσια δεν τα φτύνουμε, μόνο οι αδύναμοι φτύνουν τα κουκούτσια.  Ποιος ήχος καλύτερος από την τραγανή μεμβράνη ενός λουκάνικου που σκίζεται; Υπήρχε εκεί για να συγκρατεί το κρέας και τα μπαχαρικά του για λίγο. Ύστερα θα χύνονταν στον οισοφάγο και τα πιπέρια θα άνθιζαν για να χαρίσουν ευφορία.

Είχαν μείνει μόνοι τους, αυτή και το τσουρεκάκι, ο τελευταίος αντίπαλος και ίσως ο δυσκολότερος. Όχι θερμιδικά. Η Ιλίντιεν μπορούσε να το κατεβάσει ξεροσφύρι. Ο διάκοσμος όμως... τόσο αρμονικός, τοποθετημένος με συμμετρία. Ήταν εύκολο να συνδυάσεις τα αρχικά τους με κρυσταλλική ζάχαρη. Λαμπύριζε τόσο όμορφα στον ήλιο. Η Ιλίντιεν βαριαναστέναξε. Γιατί της έκανε τέτοιο κακό ο Λάντριαν; Γιατί της πέταξε έναν αντίπαλο τρικλοποδιά; Το σφαιρικό, αφράτο τσουρεκάκι με μπόλικο φρέσκο βούτυρο που μετέτρεπε την καμπίνα σε χώρο από παραμύθι, τα καλλιγραφικά του γραμματάκια και τα γλυκούτσικα σχεδιάκια που το στόλιζαν. Γιατί; Η Ιλίντιεν έκλεισε τα μάτια. Βαθιά μέσα της ένα δάκρυ κύλησε. Όλα ή τίποτα. Το τσουρεκάκι έφτασε στο στόμα της με χέρι πένθιμο, όμως η Πολεμίστρια της Οργής είχε διδαχθεί να μη δείχνει έλεος. Ήταν υπερβολικά αφράτο, σαν να δάγκωνε συννεφάκι. Λαβώθηκε η ψυχή της. Γέμιση μαρμελάδα μήλο.

Σηκώθηκε από το γραφειάκι σκεπτική, νικήτρια αλλά και ηττημένη. Η Ιλίντιεν έπιασε με την άκρη του ματιού της την επιφάνεια του γραφείου μέσα από τον καθρέπτη, εκεί που τα ψίχουλα κείτονταν σκορπισμένα δίπλα στο άψυχο κουφάρι του περιτυλίγματος, Πύρρειος νίκη. Το πανί ίσα που είχε λερωθεί, σωστή απόφαση. Το έβγαλε και το δίπλωσε, η μεγαλοπρέπεια του φορέματός της ήρθε και πάλι στην επιφάνεια. Έλεγξε τα χέρια της, τα έπλυνε να είναι καθαρά. Ύστερα τα δόντια της. Παρέμεναν λευκά και κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει τη μάχη από την οποία αναδύθηκε νικήτρια. Η Ιλίντιεν μάζεψε και την τελευταία απόδειξη της μονομαχίας της, την αφάνισε για πάντα.

~

Στην τελετή ήταν συνεπής. Απέφευγε να φτάσει νωρίς, όπως ακριβώς απέφευγε να φτάσει και αργά, απεχθάνονταν τις θεωρίες περί εντύπωσης. Ο Ίλεθ υποστήριζε πως ο Πολεμιστής έκανε εντύπωση όταν γίνονταν ορθό παράδειγμα και η συνέπεια ήταν ορθό παράδειγμα. Πριν φορέσει τα επίσημα ρούχα της, χαιρέτησε το Βασιλιά Ντέριελ και τη Βασίλισσα Μυράλ σαν εκπρόσωπος της Ακαδημίας Ράζναρυ και αποσύρθηκε χωρίς πολλά λόγια. Όταν φάνηκε ξανά, η εμφάνισή της διέφερε. Το μπλε φόρεμα με τις πόρπες είχε αντικαταστήσει ένα που ταίριαζε περισσότερο στην περίσταση. Οι κλείδες της ήταν ντυμένες σε ασήμι, ενωμένες με ένα εξίσου ασημένιο, κοντό λαιμό. Οι προεξοχές τους τελειώναν σε δύο κρίκους δεξιά και αριστερά, μισό εκατοστό μακρύτερα από τους ώμους. Σε κάθε πλευρά του άνω θώρακα υπήρχε από μία καλοχυτεμένη, αλλά παχιά αλυσίδα. Οι αλυσίδες συνδέονταν με το κύριο μέρος του θώρακα, έναν ασημένιο, σκληρό κορσέ που αγκάλιαζε τη σιλουέτα της, όσο άκαμπτος κι αν φαίνονταν. Μπροστά στο στήθος δέσποζε το έμβλημα της Ακαδημίας. Γύρω του παραστάσεις ηρώων κοσμούσαν το μέταλλο που κατέβαινε ως τη λεκάνη και αγκάλιαζε την πλάτη της με απειλητική σιγουριά. Τα μπράτσα της δεν είχαν κοσμήματα. Η Ιλίντιεν αποθήκευσε το δίχτυ στο δωμάτιό της, μιας και αυτό το φόρεμα είχε μανίκια αέρινα, κυματιστά σε χρώμα κυπαρισσί, που έφταναν κάτω από τους καρπούς της και ανέμιζαν με κάθε της κίνηση. Το ίδιο και με το κάτω μέρος του φορέματός της. Το κυπαρισσί της Ακαδημίας δήλωνε την παρουσία του στο Βαλησσίνικο γάμο με μία αέρινη κραυγή, σαν αύρα θάλασσας πριν το τσουνάμι. Η Ιλίντιεν δε φορούσε τακούνια, όχι εκείνη την ημέρα. Προτίμησε κλειστά παπούτσια. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μποτάκια, αλλά όχι μποτάκια Ασάχι. Ήταν κάτι άλλο, καλλίγραμμο, αλλά με ένα παράξενο τρόπο, απροσπέλαστο, μιας και τα μποτάκια ήταν επίσης ασημένια, με κυπαρισσί επένδυση. Το κόσμημα στο κεφάλι είχε αντικατασταθεί με ένα ένα άλλο, εξίσου πλουμιστό, αλλά γεμάτο αβεντουρίνες, πέτρες Βαλησίνικες που τιμούσαν τους νεόνυμφους. Στο λαιμό φορούσε μία ράβδο. Κατέληγε στην πιο σαγηνευτική σπείρα που ταίριαζε με το υπερμεγέθες δαχτυλίδι της, σπείρα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Την εμφάνισή της ολοκλήρωναν τα υπέροχα σκουλαρίκια. Όφειλε να έχει κάτι Ξωτικό. Δύο κλωνάρια ξεκινούσαν από τα αυτιά προς τους ώμους, με τις φυσικές τους διακλαδώσεις να απλώνονται δειλά, όπως τα τρυφερά κλαδάκια αναζητούν το φως. Στο τέλος ένα δάκρυ, η αγάπη της Θεάς συμπυκνωμένος σε ένα ζαφείρι.

Η Ιλίντιεν πήρε την προκαθορισμένη θέση της στη μεγάλη αίθουσα και αγνόησε τα λάγνα βλέμματα, μαζί με τα βλέμματα εκείνων που ορέγονταν και αναρωτιόταν για τα κοσμήματά της.

«Λύριεν Μαρκιέλ.» είπε υποτιμητικά σε στόματα που δεν πρόλαβαν να ανοίξουν για να τη ρωτήσουν από πού τα απέκτησε. Ναι, η Ιλίντιεν εκμεταλλεύτηκε την παρουσία της κορυφαίας κοσμηματοποιού και Εφευρέτριας στην Ακαδημία με μία τεράστια παραγγελία. Φυσικά, η Λύριεν δεν απογοήτευσε, όπως δεν υπήρχε περίπτωση να απογοητεύσει ποτέ με το πηγαίο ταλέντο της, το χάρισμα που μόνο η φυλή του νερού διέθετε και την ακούραστη προσπάθεια τόσων ετών.

Η Βασίλισσα έριξε μια ματιά στην Ιλίντιεν όταν ανέφερε το όνομα της Λύριεν και σκούντησε αμέσως το Βασιλιά. Την πλησίασαν και οι δύο για να εξακριβώσουν ότι είχαν ακούσει σωστά.

«Δε θα μπορούσα να φορέσω κάτι λιγότερο από Λύριεν Μαρκιέλ.» απάντησε με ψυχρό σεβασμό η Ιλίντιεν.

«Δε θα μπορούσε να φορέσει κάτι λιγότερο από Λύριεν Μαρκιέλ η αδερφή του Λαζ Λαζτάνα, Ίλεθ Άτρας.» μία ενοχλητικά δυνατή φωνή ακούστηκε από πίσω.

«Ιλίντιεν Άτρας είναι το όνομά μου και εκτός από αδερφή του Λαζ Λαζτάνα, είμαι Λαζτάνα η ίδια και έχω τη δική μου προσωπικότητα Ράταρ Χύαμ.» ανταπάντησε η Ιλίντιεν κοφτά και γύρισε να αντικρίσει τον αντιπαθή Λαζτάνα από τη Μιταθίρ που της γυρνούσε το στομάχι ανάποδα. Ο Χύαμ σώπασε μετά το διαπεραστικό βλέμμα που δέχθηκε από τον άνδρα δίπλα του, ένα ξανθό Ξωτικό με μάτια σοφά, στις αρχές της ενενηκοστής του δεκαετίας.
«Σεβάσμιε.»
«Λαζτάνα.»
Η Ιλίντιεν και ο Ίλμπριελ Χέργκολορ αντάλλαξαν τον Αρθεριανό χαιρετισμό στη γλώσσα τους. Στη συνέχεια, ο πρεσβύτερος Λαζτάνα έτεινε το χέρι του στην Ιλίντιεν Άτρας, η οποία το δέχτηκε με μία μικρή υπόκλιση και προχώρησαν μερικά βήματα, ώσπου αποφάσισαν ότι η θέση τους πρόσφερε ικανοποιητική θέα της τελετής και στάθηκαν περήφανοι εκεί, με τον καστανομάλλη Ράταρ στο κατόπι τους.
«Εσύ λοιπόν θα είσαι η αντίπαλός μας.» τη ρώτησε στη μητρική τους ο Σεβάσμιος Λαζτάνα.
«Τιμή μου.» απάντησε η Ιλίντιεν με μία ακόμη ανεπαίσθητη υπόκλιση του κεφαλιού της. Σε αντίθεση με τον ενοχλητικό Ράταρ, ο Ίλμπριεν Χέργκολορ ήταν σοφός, συνετός, έμπειρος, δυνατός Πολεμιστής, πιστός στο Βασιλιά και καλός Δάσκαλος. Ο σεβασμός της Ιλίντιεν και όλης της χώρας ήταν φυσική απόρροια του τρόπου ζωής του και της μακριάς, αψεγάδιαστης πορείας του.
«Τιμή μου.» ψιθύρισε και ο Σεβάσμιος Χέργκολορ και η Ιλίντιεν συγκινήθηκε από την αναγνώριση τους πρεσβύτερου. Τι εντιμότερο από την ευκαιρία να σταθείς δίπλα σε ένα τέτοιο Πολεμιστή και να πεθάνεις στη μάχη;

Βέβαια, σε εκείνη την τελετή δε βρίσκονταν κανένας για να πεθάνει στη μάχη. Ο θάνατος θα τους επισκέπτονταν όλους μία άλλη ημέρα. Σε εκείνη τη γιορτή είχε θέση μόνο η ζωή και η χαρά, γι’αυτό και οι Πολεμιστές όλων των χωρών, των ακαδημιών και των γνωστών μισθοφορικών ομάδων είχαν κληθεί για να συμμετέχουν σε μονομαχίες επίδειξης με στόχο να ψυχαγωγήσουν, αλλά και να αναμετρηθούν σε ανεπίσημη ένδειξη υπεροχής. Η χώρα των Ξωτικών και δη, οι Λαζτάνα της δεν επιτρέπονταν να χάσουν την ευκαιρία να δείξουν το ανάστημά τους. Ήδη η παρουσία του Σεβάσμιου Ίλμπριελ Χέργκολορ κραύγαζε για το φαβορί, όπως και η εμφάνιση άλλων, όπως της Ήρυα της Ερίσνα, του μεγάλου Φιντόμλι Νάζελ από τους Νάνους και το γνωστό Χαγιάτε Τσουκίχιρο, τελευταία προσθήκη των Φωτοφόρων. Άντι να φοβάται, η Ιλίντιεν φλέγονταν. Ήταν ο όρκος της και η ευκαιρία της. Ακριβώς όπως και ο αδερφός της, ήθελε να γίνει η καλύτερη, η Άριστη. Ο Ίλεθ φυσικά προηγήθηκε και με το προβάδισμά του πρόσθεσε ένα ακόμη βάρος στην πορεία της Ιλίντιεν που οι καλοθελητές την αποκαλούσαν αδερφή του Ίλεθ. Αυτό το βάρος εναγκάλισε και μαζί του κατέριπτε ένα ένα τα εμπόδια μέχρι να αποκτήσει τη δική της θέση στο πάνθεον, ισότιμη δίπλα του, πλάι στον τέλειο αδερφό της.

Από τις σκέψεις την έβγαλε ο ιερέας που σήμανε το πέρας της τελετής. Το Βασιλικό ζεύγος και οι νεόνυμφοι απομακρύνθηκαν για να πάρουν τις θέσεις τους και επέτρεψαν λίγο χρόνο στους Πολεμιστές να ετοιμαστούν για την παλαίστρα. Τα Ξωτικά περπάτησαν μαζί μέχρι ένα σημείο, όπου οι δρόμοι τους θα χώριζαν πριν την προετοιμασία. Ο Σεβάσμιος Χέργκολορ ευχήθηκε μία λαμπρή ανατολή στην Ιλίντιεν, η οποία την ανταπέδωσε και στους δύο και την ενημέρωσε πως είχε μαζί του μία παραγγελία που του έδωσε ο Άιραμ να μεταφέρει μέχρι την Ερίσνα. Η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά και παρόλο που δε γέλασε, η χαρά ήταν έντονα ζωγραφισμένη στα μάτια της.
«Είναι η ιδέα μου;-»
«Είναι τα χρώματα της Ακαδημίας.» ο Ίλπμριελ Χέργκολορ έκοψε την αδιακρισία του Χύαμ πριν προλάβει να μιλήσει η Ιλίντιεν.
Προφανώς και έπρεπε να την εκνευρίσει ο ασεβής.


Οι αγώνες θα διεξάγονταν σε δύο ομάδες, τους Πολεμιστές που δήλωσαν τα δικά τους όπλα και εκείνους που θα μάχονταν με όπλα που θα τους παρέχονταν από το Βασιλιά. Η Ιλίντιεν κοίταξε τον πίνακα των αντιπάλων και είδε το όνομα του Χέργκολορ στην ομάδα που δε δήλωσαν τα όπλα τους. Απογοητεύτηκε λίγο που δε θα είχε την ευκαιρία να πολεμίσει εστώ και φιλικά με το Σεβάσμιο, αλλά ευχήθηκε στη Μητέρα πως θα τον έβρισκε στον τελικό. Το όνομα του Χύαμ όμως βρίσκονταν στη δική της μεριά.
«Φρόντισε να σε συναντήσω.» ψιθύρισε στον εαυτό της.

Ο πρώτος γύρος αποτελούνταν από πολλά ζευγάρια που μάχονταν με τις τιμητικές στολές τους, τις καλογυαλισμένες πανοπλίες τους, όλες τις ανέσεις που σε μία μάχη δε θα είχαν, γι’ αυτό και το απολάμβαναν. Απών ο φόβος του θανάτου, αλλά όχι και η αδρεναλίνη, την οποία γεύονταν με διαφορετικό ενδιαφέρον, με ένα σκίρτημα λαχτάρας για δόξα. Οι Πολεμιστές κάθε φυλής ή ομάδας έδιναν τον εξέχοντα εαυτό τους και χάριζαν θέαμα ανεπανάληπτο, ψυχαγωγία που ξεσήκωνε τα πλήθη με κραυγές και επευφημίες χωρίς προηγούμενο.

Η σειρά της Ιλίντιεν έφτασε αρκετή ώρα μετά. Αντίπαλός της ένας Άνθρωπος, Πολεμιστής από την Ισαχάρ. Η Ιλίντιεν φάνηκε στην αρένα με το σάκραμ στο αριστερό κόκκαλο της λεκάνης και το μαστίγιο στο δεξί. Τίποτα άλλο δεν είχε αλλάξει στην εμφάνισή της. Ο αντίπαλός της σάστισε, όπως και οι θεατές για μια στιγμή. Ψίθυροι εξαπλώθηκαν στις κερκίδες, διέφυγαν μέχρι και από τα χείλη του Βασιλικού ζεύγους στους τιμητικούς τους θρόνους. Η Ιλίντιεν υποκλήθηκε στους νεόνυμφους και έκανε ένα βήμα πίσω. Πριν την αρχή του αγώνα της έβγαλε το κόσμημα που φορούσε στο κεφάλι, ένα προφανές εμπόδιο. Το παρέδωσε με περίσσεια προσοχή στον κριτή και του εξήγησε ευγενικά ότι αν σπάσει το Λύριεν Μαρκιέλ θα έκανε κόσμημα τα οστά του. Γύρισε προς τον αντίπαλό της και έπιασε τα μαλλιά με μία πράσινη κορδέλα σε χαμηλή κοτσίδα, έγιναν εβένινη δεσμίδα, ύστερα τον χαιρέτησε τιμητικά για να ξεκινήσουν τον αγώνα.

Ο αντίπαλος ακόμη δεν καταλάβαινε πώς η Ξωτικοπολεμίστρια απέναντί του σκόπευε να πολεμήσει με φόρεμα, αλλά σύντομα αποφάσισε ότι δεν τον ένοιαζε και ότι θα ήταν μία εύκολη νίκη για εκείνον, έτσι, χωρίς να χάσει στιγμή, ο αντίπαλος επιτέθηκε. Παιδί του Αλ Ρασίντ, ο Άνθρωπος από την πρωτεύουσα ξεκίνησε με Κεκαλυμένη Πρόθεση. Κινήθηκε προς την Ιλίντιεν σαν αστραπή με Αυξημένη Ταχύτητα, αλλά και εκείνη αφυπνίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Η Πολεμίστρια της Οργής επέτρεψε στην εμπειρία και τα ένστικτά της να την καταλάβουν. Τα αντανακλαστικά της οξύνθηκαν, απέφυγε το χτύπημα πάνω στην ώρα και με την Αυξημένη της Ταχύτητα απομακρύνθηκε με ένα πανέμορφο παφλασμό του φορέματός της. Ο αντίπαλος γύρισε, ο χρόνος αντίδρασής του ήταν αφύσικος, όπως και της Ιλίντιεν. Επιτέθηκε ξανά. Αυτή τη φορά, με το όνομα του όπλου, έκανε το μπάσιμο προς το θώρακά της. Κρακ! Το μαστίγιο έσκισε με βία τον αέρα. Με ένα πλάγιο χτύπημα, η Ιλίντιεν έσπρωξε τη λεπίδα αριστερά και τον πέταξε εκτός ιστορροπίας. Αν ήταν κοινός θνητός δε θα είχε χέρι. Ο Πολεμιστής την κοίταξε και η γυαλάδα στα μάτια του πρόδιδε τη θέληση για νίκη. Η Ιλίντιεν γέλασε στραβά. Στραβά γέλασε και ο Ίλμπριελ Χέργκολορ από τις κερκίδες. Ο Πολεμιστής ανασυγκροτήθηκε γρήγορα. Κεκαλυμένη Πρόθεση, Βελτιωμένη ταχύτητα, ξεχύθηκε στην Ιλίντιεν σαν κεραυνός που κάλπαζε. Εκείνη ετοίμασε το μαστίγιο. Πριν ανεβάσει τον καρπό, τρεις επιπλέον Πολεμιστές της επιτείθονταν από όλες τις πλευρές, την είχαν περικυκλώσει. Η Ιλίντιεν γέλασε χαιρέκακα. Το σάκραμ άφησε τον καρπό της με μία τσιρίδα. Πίσω του, τα Βέλη της Αθλομάχης, μικρότερα, αιθερικά σάκραμ μιμήθηκαν την πορεία του. Η Ιλίντιεν πήδηξε στον αέρα, το ίδιο και ο Πολεμιστής, όχι όμως οι κλώνοι. Δύο από τους τρεις χτυπήθηκαν από τα Βέλη και εξαφανίστηκαν, ο τρίτος από το μαστίγιο. Έμεινε μόνο ο Πολεμιστής που κινήθηκε για να καρφώσει την Ιλίντιεν. Μία τσιρίδα ακούστηκε από μακριά και δυνάμωνε με κάθε περιστροφή. Το σάκραμ της προσέκρουσε στη λεπίδα του από τα αριστερά και τον έβγαλε πάλι από την ισορροπία. Ο Πολεμιστής έγειρε δεξιά όσο ήταν στον αέρα και η Ιλίντιεν γύρισε τον καρπό πάνω από το κεφάλι, καταφέρνοντας ένα πλάγιο χτύπημα με την ουρά του μαστιγίου που πλατάγισε με πάθος στα πλευρά του αντιπάλου της και τον έστειλε φαρδύ πλατύ στα διαχωριστικά. Ο Άνθρωπος έσκασε στο έδαφος ηττημένος.

Η Ιλίντιεν προσγειώθηκε με ένα μεταλλικό ήχο από τα παπούτσια της και τον παφλασμό του φορέματός της. Υποκλήθηκε στο Βασιλικό ζεύγος.

«Ιλίντιεν Άτρας, Ακαδημία Ράζναρυ!» αναφώνησε ο κριτής.
« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 12, 2020, 07:56:01 μμ by Ιλίντιεν Άτρας »


Λάντριαν

Ο Λάντριαν βεβαιώθηκε ότι η Ιλίντιεν είχε αποχωρήσει από την Ακαδημία. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει το χαμόγελό του για την έκπληξη που είχε σκαρώσει. Στο γραφείο του υπήρχε ένας τεράστιος σάκος έτοιμος να υποδεχτεί τα απαραίτητα. Μερικές κινήσεις αργότερα, το μυστικό άνοιγμα στον τοίχο του γραφείου του Λάντριαν ήταν πλέον φανερό, παραδίδοντας τα μυστικά που φυλούσε στον Πολεμιστή.

-------------------

Ήταν απόλυτα λογικό ότι ο Λάντριαν δεν είχε πρόσκληση για το γάμο. Είχε όμως λάβει πρόσκληση για τους αγώνες επίδειξης που θα γίνονταν. Συνήθως η πρόσκληση αυτή θα πετιόταν στη στοίβα με λοιπές παρόμοιες προσκλήσεις που συχνά έφταναν στο γραφείο του, σπάνια όμως λάμβαναν απάντηση. Αυτή τη φορά όμως...οι καταστάσεις προσφέρονταν για μια έκπληξη στην Ξωτικιά της καρδιάς του. Λίγο μετά από την άφιξη της Ιλίντιεν, και φυσικά εν αγνοία της, ο Λάντριαν κατέφτασε και ο ίδιος στο χώρο που θα γινόταν το τουρνουά. Φορούσε απλά ρούχα ταξιδιού, κουβαλούσε ένα τεράστιο βαρύ σάκο, και κανένα φανερό όπλο. Το πρώτο του μέλημα ήταν, φυσικά, να βρει μια ταβέρνα για να φάει.

Λόγω της συγκέντρωσης Πολεμιστών, δύο ταβέρνες κοντά στην επιλεγμένη τοποθεσία είχαν οριστεί ως αυτές που θα εξυπηρετούσαν τους επισκέπτες Πολεμιστές και μόνο για εκείνη την ημέρα. Ήδη, οι Πολεμιστές που δεν ήταν αρκετά "σημαντικοί"-ή ίσως πολιτισμένοι- για το γάμο άραζαν στις ταβέρνες, προκαλώντας εύθυμη κυρίως φασαρία. Ο Λάντριαν διάλεξε μια από τις δύο ταβέρνες τυχαία και μπήκε.

"Λάντριαν!! Εσύ εδώ???" ακούστηκε μια τραχιά, αντρική φωνή. Ο Λάντριαν την αναγνώρισε και χαμογέλασε καθώς γύρισε να την κοιτάξει, αλλά καθώς γύρισε δύο τεράστια, μυώδη χέρια τον αγκάλιαζαν σφιχτά, μια αγκαλιά που ο ίδιος ανταπέδωσε. Στο πέρας της έκανε ένα βήμα πίσω και είδε δυο γνώριμες φάτσες. Ένας ξανθός Πολεμιστής, ακόμα πιο ψηλός και από το Λάντριαν αλλά νεότερος, στα 22 του, ήταν αυτός που τον είχε αγκαλιάσει. Δίπλα του ένας σημαντικά κοντύτερος άντρας με μαύρα μαλλιά και μεγάλα μουστάκια, καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος από τον Λάντριαν ήταν αυτός που είχε μιλήσει.

"Λάντριαν-" συνέχισε ο κοντός βετεράνος, χειμαρρώδης, και καθώς ήταν το χαρακτηριστικό του, αθυρόστομος. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό που είπε ήταν "- νοικοκυράς γιέ, τιμώ την εξαίρετη μητέρα σου, που στον καλό-Σιδηρουργό βρέθηκες εδώ, τιμώ το κεφάλι σου?? Μας έχει φύγει ο πισινός μας να πολεμάμε τιμημένους ληστές στα νότια της Ισαχάρ, που να τους τιμήσει και αυτούς ο Κεραυνοβολιστής, και θα χρειαζόμασταν λίγη βοήθεια μπας και ξεκολλήσουμε!" φώναξε ο άντρας που λεγόταν Κρόλι. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είπε αυτά, ακριβώς έτσι αλλά θα γελιόταν. Δίπλα του, ο ψηλός ξανθός ονόματι Καζάρο έγνεψε, πάντα σιωπηλός.

"Κρόλι, Καζάρο, τι ήρθατε να κάνετε εσείς εδώ ρε μούτρα, μετριέστε για Πολεμιστές? Ο Καζάρο ακόμα δεν έχει μούσι, και εσύ Κρόλι φαίνεσαι ήδη σαν ταβερνιάρης, έχεις πάρει και κιλά. Δεν έχεις βάλει αρκετό κομπόδεμα στην άκρη να ανοίξεις κάτι?" τους πείραξε ο Λάντριαν, βάζοντας ένα χέρι-κουπί στον ώμο του καθενός με δύναμη που θα έριχνε στο πάτωμα ένα φυσιολογικό άντρα αλλά οι δύο τους απλά έσφιξαν τα χείλη τους. Φυσικά και δεν θα έπεφταν, ο Λάντριαν τους ήξερε αυτούς τους δύο, ήταν από τους καλύτερους της Σφύρας.

"Ταβερνιάρη να πεις τον παινεμένο πατέρα σου, όχι εμένα. Ακόμα έχω μερικά κόλπα να δείξω στα νιάνιαρα!" φώναξε-όχι ακριβώς έτσι- ο Κρόλι, και ο Καζάρο δίπλα του γρύλισε, κάνοντας τους δύο να κοιταχτούν μια έντονη στιγμή, να αναμετρηθούν με το βλέμμα.

Ο Λάντριαν γέλασε βροντερά. "Ελάτε, πάμε να μου τα πείτε βρε μούτρα." είπε και τους πήρε να κάτσουν σε ένα τραπέζι. Σύντομα το κρασί έρρεε άφθονο και το φαγητό ερχόταν με πιατέλες. Χοιρινό, λουκάνικα, πατσάς, κοντοσούβλι, πατάτες, ψωμιά, χαμός.

Ο Κρόλι και ο Καζάρο ανήκαν στη Σφύρα, την μέχρι σήμερα πιο περιζήτητη, ισχυρή, αποτελεσματική και ακριβοπληρωμένη ομάδα μισθοφόρων, με πάνω από 300 μέλη, που κάποιες περιόδους άγγιζαν το διπλάσιο αριθμό. Η Σφύρα ήταν "παιδί" του Λάντριαν, που την σχημάτισε λίγο καιρό μετά την αποφοίτησή του από την Ακαδημία, ανταποκρινόμενος στις συχνές αψιμαχίες των κρατών με ληστές αλλά και τις συνοριακές συγκρούσεις μεταξύ τους, ανεπίσημες αλλά πέρα για πέρα πραγματικές. Κανένα κράτος δεν ήθελε να στείλει το δικό του στρατό να πολεμήσει, αφενός για να μην προκαλέσει την κατακραυγή και την καταδίκη των υπολοίπων, αφετέρου για να μην κινδυνέψει η δημοφιλία των μοναρχών με το να στέλνουν τους άντρες στο θάνατο. Οι συνθήκες αυτές είχαν ξεκινήσει μια άνθηση των μισθοφορικών ομάδων, και ο Λάντριαν το έκανε καλύτερα από κάθε άλλον.

Ξεκίνησε με ένα πυρήνα από συμμαθητές του στην Ακαδημία, κάποιους μεγαλύτερους, καθώς και Πολεμιστές που γνώρισε στο ταξίδι του 7ου έτους του. Από εκεί και πέρα, καθώς κέρδιζαν μικρές μάχες και φήμη, αλλά και χρήματα, άρχισαν να στρατολογούν περισσότερους. Ο Λάντριαν αξιολογούσε προσωπικά κάθε νεοσύλλεκτο, όχι μόνο με κριτήριο την ικανότητα και το θάρρος του, αλλά όλο το χαρακτήρα του. Οι αρχές της ομάδας που ονόμασε Σφύρα ήταν λίγες, αλλά αδιαπραγμάτευτες: Κανένας άμαχος δεν θα υπέφερε από την παρουσία τους. Θα έδειχναν έλεος όπου μπορούσαν, όντες επαγγελματίες και όχι φανατισμένοι αγροίκοι. Οι Πολεμιστές της Σφύρας ήταν αδέρφια.

Πάνω σε αυτές τις αρχές στήθηκε ένας θρύλος, καθώς η Σφύρα νίκησε τη μία μάχη μετά την άλλη, και ταυτόχρονα πολλές φορές υποστήριξε τους τοπικούς πληθυσμούς αμάχων είτε κάνοντας το "κάτι παραπάνω" από το συμφωνημένο για την προστασία τους-συχνά με προσωπικό κίνδυνο-, είτε με χρήματα του ταμείου της, είτε απλά μην επιβαρύνοντάς τους όπως συνήθως έκαναν άλλες μισθοφορικές ομάδες. Αυτό μεταφράστηκε σε μεγαλύτερη αποδοχή, και με το να είναι η πρώτη επιλογή για όποιον ήθελε να γίνει μισθοφόρος, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσε να έχει τους καλύτερους. Από την αρχή της ιστορίας της, η Σφύρα έπαιρνε περισσότερες δουλειές από την Ισαχάρ, η οποία αργότερα έγινε ο αποκλειστικός εργοδότης τους, μια συνεργασία που ικανοποίησε και τις δύο πλευρές, αλλά και τους αμάχους των περιοχών των ανθρώπων.

Κάποια στιγμή ο Λάντριαν αποφάσισε να αφήσει την αρχηγεία σε έναν έμπιστο συμπολεμιστή του προκειμένου να γίνει Καθηγητής στην Ακαδημία, αλλά με τους δεσμούς τιμής, φιλίας και σεβασμού που σφυρηλατήθηκαν στο πεδίο της προπόνησης και της μάχης, η Σφύρα πάντα θα έβλεπε τον Λάντριαν ως πρώτο και πραγματικό, "εν αποστρατεία" αρχηγό της για πολλά ακόμα χρόνια, καθώς είχε προσωπικά εμπλακεί στην είσοδο, εκπαίδευση και ασφάλεια όλων.

"Και δεν μου λες ρε μόρτη Λάντριαν, εσύ γιατί είσαι εδώ μην τιμήσω κανένα καλάθι τιμώ το πελέκι μου το ματωμένο? Δουλειά δεν έχεις στην Ακαδημία, καλόπαιδα να διδάξεις να μην βγάλουν το μάτι τους με το ξίφος τους?" ρώτησε ο Κρόλι μετά από ατέλειωτες ιστορίες, παλιές και νέες.

"Έχω έρθει να κάνω έκπληξη στη γυναίκα που θα παντρευτώ. Συμμετέχει και η ίδια!" είπε με πλατύ, περήφανο χαμόγελο καθώς κατέβασε μια μεγάλη κούπα κρασί.

"Σωωωώπα ρε συ? Δική σου κυρά? Εσένα σου ρίχνονταν κοπέλες της Σφύρας και τσούπρες που σώναμε και δεν ανοιγόκλεινες το μάτι τιμώ τον γλάρο μου, αναρωτιόμασταν για εσένα! Ποιά είναι??" ρώτησε με περιέργεια ο μεγαλύτερος άντρας και ακόμα και ο Καζάρο έγειρε μπροστά με περιέργεια.

"Ω, θα την καταλάβετε..." είπε γεμάτος ικανοποίηση και πονηριά ο Λάντριαν, πίνοντας και άλλο.


------------------------


Όταν ο Καρλ Σίγκρειβ, μεγάλος πολεμιστής και θαλασσοπόρος Βαλησίνος μπήκε στην αρένα, αντίκρυσε έναν απόλυτα ακίνητο, τεράστιο, αρματωμένο ιππότη. Ήταν τόσο αφύσικα ακίνητος που θα μπορούσε κανείς να τον περάσει για άγαλμα, για μια άδεια πανοπλία. Δεν φαινόταν ούτε ίχνος δέρματος, αλλά ούτε και τα μάτια του μέσα από τις σχισμές του κράνους του. ¨¨Έγερνε ελαφρά πάνω στη λαβή ενός τεράστιου σφυριού που είχε στήσει στο έδαφος.




Ο Σίγκρειβ ήταν γενναίος άντρας. Είχε πολεμήσει πειρατές χωρίς να βλεφαρίσει, είχε περάσει μέσα από καταιγίδες και θύελλες, είχε αντικρύσει τους τρόμους του βυθού. Παρ΄' όλα αυτά, κάτι στην απόλυτη ακινησία, την απόλυτη ησυχία, την απόλυτη έλλειψη κάτι του ανθρώπινου στην εικόνα που αντίκρυζε τον έκανε να ανατριχιάσει...είχε καλό ένστικτο.


Οι διοργανωτές είχαν δώσει στον Σίγκρειβ μια τρίαινα και ένα δίχτυ, όπλα που ήξερε να τα χειρίζεται καλά.  Ο διοργανωτής έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσει η μάχη, και η αρματωμένη μορφή σήκωσε νωχελικά και άνετα το βαρύ σφυρί, αφήνοντάς το να ΄πέσει στο δεξί ώμο του, κρατώντας τη βάση με τα δύο χέρια. Η μορφή άρχισε να περπατά αργά προς τον Σίγκρειβ. Κάτι στην νωχελικότητα των κινήσεων, κάτι στην...αύρα του Πολεμιστή, ήταν σαν να εξαπλώθηκε, να ήταν κολλητικό, και κανείς από το κοινό δεν μιλούσε, όλοι κράτησαν την ανάσα τους. Οι κινήσεις του αρματωμένου Πολεμιστή είχαν κάτι το...τελικό, σαν να ήταν αναπόφευκτος όπως ο θάνατος.

Ο Σίγκρειβ έφτυσε στο έδαφος. Δεν θα άφηνε τον αντίπαλό του να τον επηρεάσει ψυχολογικά. Πλησίασε προσεκτικά τον αντίπαλό του με την τρίαινα και το δίκτυ έτοιμο για επίθεση αλλά και άμυνα, αλλά ο αντίπαλος Πολεμιστής απλά συνέχισε να προχωρά με αμείωτο ρυθμό, με απαράλλαχτη στάση, σαν να σκόπευε να τον περάσει από πάνω αν συνέχιζε να είναι εκεί. Δεν άλλαξε τη στάση του σε αμυντική, δεν σταμάτησε.

Ήταν παγίδα? Ήταν δόλωμα? Ο Σίγκρειβ σκέφτηκε γρήγορα. Ανάθεμα! Ο αντίπαλός του φορούσε βαριά πανοπλία, και αν κατάφερνε να τον ρίξει κάτω θα νικούσε σίγουρα. Συνεπώς, αποφάσισε να πετάξει το δίχτυ προς τον αντίπαλό του. Ταυτόχρονα, χρησιμοποίησε τις Σκιες του Αλ Ρασίντ για να δημιουργήσει όλα τα αντίγραφα ακριβώς πάνω του, και αμέσως μετά το Όνειρο του Αλ Ρασίντ για να εμφανιστεί ακριβώς πίσω από τον αρματωμένο Πολεμιστή, ενώ τα αντίγραφά του παρέμεναν στην πρότερη θέση του σαν να μην είχε φύγει ποτέ.

Δίκτυ κατά πάνω του. Ο Σίγκρειβ πίσω του, χτυπώντας με την τρίαινα. Τα αντίγραφα στην πρότερη θέση του για να καλύψουν το Όνειρο του Αλ Ρασίντ! Μια τριπλή παγίδα που θα ψάρευε και το μεγαλύτερο ψάρι! Και πολύ ασχολήθηκε.

Και όμως! Ο Πολεμιστής έγειρε προς τα πίσω, σαν να θέλει να αποφύγει-ανεπιτυχώς- το δίκτυ, λύγισε τα πόδια του και-

ΚΡΑΑΑΤΣ!!!!

Ο ήχος δεκάδων στομάτων που πήραν βαθιά, ξαφνιασμένη ανάσα. Ο ήχος του ξύλου που θρυμματίζεται. Μια κραυγή πόνου. Ο αρματωμένος Πολεμιστής χρησιμοποίησε το Άλμα της Αθλομάχης όχι προς τα πάνω, αλλά προς τα πίσω! Η ορμή, η μάζα, η ταχύτητά του ήταν τέτοια που η τρίαινα-ακόμα στην αρχή της πορείας της- άγγιξε την πανοπλία και εκτράπηκε στο πλάι, καθώς εκατοντάδες κιλά σίδερου και αντιπάλου χτύπησαν πάνω στον Σίγκρειβ και τον παρέσυραν μέχρι τον ξύλινο φράχτη πίσω, κολλώντας τον εκεί.

Ο αρματωμένος εχθρός στάθηκε ορθός και γύρισε να τον κοιτάξει αργά, με το σφυρί ακόμα πάνω στον ώμο του. Δεν χρειάστηκε να το χρησιμοποιήσει. Ο Σίγκρειβ είχε χάσει τις αισθήσεις του. Από την απόσταση που κάλυψαν και το ότι ο Σίγκρειβ δεν είχε σπάσει κάτι -κάτι που οι Θεραπευτές που έτρεξαν επιβεβαίωσαν- φάνηκε ότι το Άλμα της Αθλομάχης δεν είχε χρησιμοποιηθεί σε πλήρη δύναμη, αλλιώς θα ήταν μοιραίο.

"Σφύρα!!" φώναξε ο κριτής, και οι παρευρισκόμενοι χειροκρότησαν με ένα πρωτόγονο μείγμα φόβου και ενθουσιασμού να κάνει τις καρδιές τους να χτυπούν δυνατά, ενώ ο αρματωμένος πολεμιστής αποχώρησε από το χώρο. Αυτό δεν ήταν, στην ωμή ουσία του, το συναίσθημα που ζητούσαν σε αυτές τις επιδείξεις? Κάποιοι το ξεχνούσαν μέχρι κάποιος να τους το θυμίσει με πράξεις. "Σιδηρόφρακτο" τον είπαν κάποιοι που συζητούσαν τη σύντομη αλλά υψηλού επιπέδου μάχη, που είχε δείξει την αντίληψη και των δύο πλευρών, και το όνομα αυτό γρήγορα έγινε γνωστό.
« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 12, 2020, 09:34:16 μμ by Λάντριαν »


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Αλ Ρασίντ και πάλι. Η Ιλίντιεν ήρθε αντιμέτωπη με το Σοβερίνο Πολεμιστή που κυριάρχησε του δασκάλου Ροής από την Ακαδημία της Φιράλ. Όπως παρατήρησε και η ίδια, ο τωρινός της αντίπαλος, ονόματι Αμπάς Αμπντελαμπάχ, ήταν πραγματικός Δάσκαλος της Ροής. Ποτέ όμως σαν το Ντούριλ Νολάριον. Ποτέ όμως Λαζτάνα.

Στην αρένα, η Ιλίντιεν μπήκε με τα μαλλιά πιασμένα σε μία παχιά πλεξούδα. Απομάκρυνε τα μανίκια της για να μην την εμποδίζουν, έβγαλε το περιδέραιο και το εναπόθεσε στα πόδια της νύφης σαν νεογένητο.
«Εάν χάσω αυτόν τον αγώνα, το πολύτιμο αυτό κομμάτι θα γίνει δικό σας.»

Σιγά που θα έχανε.   

Ο Αμπάς Αμπντελαμπάχ είχε παρακολουθήσει επίσης την Ιλίντιεν στον προηγούμενο αγώνα. Εύστροφος Πολεμιστής, όπως πολλοί Προσκυνητές του Αλ-Ρασίντ, κατάλαβε γρήγορα πως η αντίπαλός του προθερμαίνονταν. Κατανόησε επίσης πως για να την κερδίσει έπρεπε να μπει γρήγορα στο πεδίο της.

Επένδυσε σε μία επίθεση. Ο Αμπάς Αμπντελαμπάχ ξεκίνησε τη μάχη με βελτιωμένο χρόνο αντίδρασης. Όταν το μαστίγιο με την κίνηση πάνω από το κεφάλι έσκασε στη λεπίδα του, ο Αμπάς Αμπντελαμπάχ βελτίωσε την τεχνική του και αποφάσισε ότι ήθελε καλύτερη ευστοχία απέναντι σε μία αντίπαλο με εξίσου γρήγορα αντανακλαστικά. Η Ιλίντιεν ετοιμάστηκε για την επόμενη απόκρουση, το μόνο που έκανε, όσο ο άλλος δε χρησιμοποιούσε Σκιές του Αλ Ρασίντ, ήταν να μην τον αφήνει στον κλοιό της. Ονειρο του Αλ Ρασίντ! Ο Αμπάς Αμπντελαμπάχ βρέθηκε στον κλοιό της Ιλίντιεν και για να εξασφαλίσει ότι θα τη ρίξει, έκανε το σπαθί του ακόμη πιο βαρύ. Σκόπευε να συνδυάσει την ταχύτητά του και το βάρος του όπλου για να βγάλει την Ιλίντιεν εκτός μάχης.

«Με τι απαντάμε στη Ροή ρε μπουμπούνα;»
«Με σκέψη Δάσκαλε.» μια ξεμαλλιασμένη, κλαμμένη Ιλίντιεν κείτονταν στις λάσπες.
«Και πού είναι η σκέψη σου; Κάθε δένδρο τεχνικών έχει το αντίρροπό του Ιλίντιεν. Μη στηρίζεσαι στην τυφλή οργή. Σκέψου το. Σπάσε τα επιμέρους χαρακτηριστικά της, μελέτησέ τα. Δες ποιοι συνδυασμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν απέναντι σε άλλους και μη στηρίζεσαι απλά στο θυμό σου.»


Ο Αμπάς Αμπντελαμπάχ κατέβασε το σπαθί με ένα ταχύ κόψιμο προς τον ώμο της Ιλίντιεν σε ένα χτύπημα αναπόφευκτο.

«Με τι απαντάμε στη Ροή μπουμπούνα;»

Η αρένα σίγησε από την κλαγγή που αντήχησε μέχρι τις πιο απομακρυσμένες κερκίδες. Μπλοκαρισμένη σε κάτι μεταλλικό, η λεπίδα του Αμπάς έμεινε παγιδευμένη και μαζί της παγίδευσε τον Πολεμιστή στην άμεση εμβέλεια της Ιλίντιεν. Θα ορκίζονταν ότι δεν είχε τραβήξει το σάκραμ της και θα ορκίζονταν ότι το σάκραμ δεν ήταν φτιαγμένο από μέταλλο που έκανε τέτοιο ήχο. Άρα τι; Τα μάτια του Σοβερίνου επικεντρώθηκαν στο αντικείμενο που παγίδευσε τη λεπίδα του, χέρι δεν την είχε αγγίξει.

Ήταν η σπείρα, η ανάποδη σπείρα που φορούσε ως τεράστιο δαχτυλίδι η Ιλίντιεν Άτρας στο αριστερό της χέρι. Αυτήν την σπείρα την είχε ξαναδεί πολλές φορές στη ζωή του. Όμως πως; Από το συνοφρυωμένο της πρόσωπο δε χρειαζόταν να μαντέψει.

«Με τι απαντάμε στη Ροή μπουμπούνα;»
«Με Δύναμη Δάσκαλε!»


 Η Ιλίντιεν, με πυρακτωμένη την Οργή μέσα της εξαπέλυσε τη μόνη επίθεση που χρειάζονταν, μία ταχύτατη, θυμωμένη γροθιά.

«Ντούριλαν!» (για το Ντούριλ)

Ο Αμπάς Αμπντελεμπάχ εκτοξέυτηκε προς τα πίσω και έπεσε στο χώμα, όπου σύρθηκε αρκετά μέτρα. Σήκωσε το χέρι και παραδέχθηκε ότι ηττήθηκε.

«Ιλίντιεν Άτρας, Ακαδημία Ράζναρυ!»

Η Ιλίντιεν, ήρεμη πια, του έτεινε το χέρι κι εκείνος το δέχθηκε.
«Ο Δάσκαλος σου να υποθέσω.» Η Ιλίντιεν έγνεψε.
«Και η σπείρα; Δεν είσαι Άνθρωπος.»
«Η σπείρα είναι φίλη, αδερφή μου. Τη λένε Σαγιάνε Ασάχι και σήμερα δεν είναι εδώ γιατί κυνηγά τη δική της λύτρωση.»
Η Ιλίντιεν υποκλήθηκε στη νύφη και πήρε πίσω το περιδέραιό της φορώντας ένα αθώο χαμόγελο.

~

Στον επόμενο αγώνα εμφανίστηκε δίχως περιττά κοσμήματα πάνω της. Το μόνο που φορούσε ήταν το φόρεμά της κι αυτό, χωρίς μανίκια. Όσο περίμενε του γύρους να τελειώσουν, ξέπλεξε τα μαλλιά της και από μία, τα έκανε δύο πλεξούδες που έπιασε πίσω σε μία ενιαία κοτσίδα με πράσινες κορδέλες. Υπερκινητικός από την ένταση και την αδρεναλίνη, ο Ράταρ Χύαμ φλυαρούσε δίπλα της.
«Τον είδες αυτόν στο αντίπαλο γκρουπ;» τη ρώτησε στη γλώσσα τους.
«Όχι, ήμουν απασχολημένη.»
«Με ένα χτύπημα.»
«Καλύτερα για εμένα.»
«Σιδηρόφρακτος.»
«Πώς;»
«Σιδηρόφρακτος.»
«Καταφράκτης;»
«Σιδηρόφρακτος.»
«Καταφράκτης.»
Η Ιλίντιεν τον παραμέρισε για να βγει στην αρένα. «Έχω αγώνα αν μου επιτρέπεις. Να μη σε νοιάζουν οι αντίπαλοι. Ο μόνος αντίπαλος είναι ο εαυτός σου.»

Η αρένα έσφιζε από ζωή. Αντίπαλος της Ιλίντιεν η Ηρύα της Ερίσνα, η δική τους πρωταθλήτρια. Όπως αναμένονταν, οι δύο διαγωνιζόμενες υποκλήθηκαν στο Βασιλικό ζεύγος και τους νεόνυμφους, έπειτα χαιρετιόταν μεταξύ τους. Μόνο που η Ηρύα δε χαιρέτησε.
«Αποκαλείς τον εαυτό σου Πολεμίστρια; Περισσότερο μοντέλο θα σε ελέγα, από αυτά που παίρνουν μέρος στις θεατρικές μάχες, ποτέ όμως Πολεμίστρια.»
Το φρύδι της Ιλίντιεν ανασηκώθηκε χωρίς να το πολυσκεφτεί, όμως δεν απάντησε. Ο Ίλεθ της είχε διδάξει να μην απαντά στις προσβολές, ο Ντούριλ της δίδαξε να διατηρεί την ψυχραιμία της.

Η μάχη ξεκίνησε με τις δύο Πολεμίστριες ιδιαίτερα προσεκτικές. Η Ηρύα κρατούσε ένα σπαθί και μία ασπίδα, ανίκητος συνδυασμός. Έκανε προσποίηση με το σπαθί και η Ιλίντιεν αντεπιτέθηκε με το μαστίγιο. Της απέκρουσε την ουρά με την ασπίδα. Η Ιλίντιεν επιτέθηκε με το μαστίγιο. Βρήκε και πάλι ασπίδα, αλλά αυτή τη φορά αντεπιτέθηκε η Ηρύα με το σπαθί. Βρήκε στο σάκραμ. Οι Πολεμίστριες μετρούσαν η μία την άλλη για κάμποση ώρα, οι ανταλλαγές τους περιείχαν έντονα το στοιχείο της εκμάθησης. Αδύναμα σημεία, τυφλές γωνίες, οποιαδήποτε πληροφορία μπορούσαν να συλλέξουν η μία για την άλλη.

«Παράτα τα τώρα και γύρνα στο παλάτι σου πριγκήπισσα. Η παλαίστρα δεν είναι μέρος για εμφανίσεις.»
Το μαστίγιο έσκασε στην ασπίδα και αποκρούστηκε στη σύγκρουση των μετάλλων.
«Σε ενοχλεί τόσο πολύ η εμφάνισή μου που μαντεύω ότι έχεις πρόβλημα με τη δική σου.»
Η Ηρύα επιτέθηκε με Βελτιωμένη Τεχνική, Χρόνο Αντίδρασης και Ευστοχία. Το σπαθί της κάλυπτε η ασπίδα, σίγουρη προστασία από το μαστίγιο της Ιλίντιεν. Η Ιλίντιεν, με τους δικούς βελτιωμένους χρόνους διάβασε τις κινήσεις της. Αντί να αποκρούσε με κάποιο από τα όπλα της, εκμεταλλεύτηκε την ορμή της αντιπάλου της. Τοποθέτησε το σάκραμ έτσι ώστε η λεπίδα της Ηρύα να περάσει από μέσα του, κατέβασε το κέντρο βάρους της και κινήθηκε κατά πάνω της από τα δεξιά. Μόλις το σάκραμ χτύπησε στην ασπίδα, η Ιλίντιεν πήδηξε στον αέρα και διαπέρασε τις άμυνες της αντιπάλου της από τα δεξιά. Κραυγή από δυνατό τσούξιμο διέφυγε τα χείλη της Ηρύα τη στιγμή που η ουρά του μαστιγίου βρήκε στη μέση της. Δεν πτοήθηκε όμως. Το ύφασμα του φορέματος της Ιλίντιεν είχε μείνει πίσω. Με μία κίνηση προς τα δεξιά, έκοψε το ύφασμα, το τράβηξε από τον κορσέ της Ιλίντιεν και μαζί της τράβηξε και την Πολεμίστρια που ακόμη κρατούσε το σάκραμ προς τα κάτω. Η Ιλίντιεν χρησιμοποίησε τα πόδια της για να προσγειωθεί στους ώμους της Ηρύα, αλλά εκείνη έφερε την ασπίδα προς τα πάνω. Ήταν όμως αυτό που έψανχε. Με Βελτιωμένη Δύναμη και αφού ελευθέρωσε το χέρι της από το σάκραμ, η Ιλίντιεν κλώτσησε την επιφάνεια της ασπίδας και ελευθερώθηκε.

Η Ηρύα της έδειξε το σάκραμ και κάγχασε. Πήρε πίσω ένα σοβαρό βλέμμα.

«Καλύτερα να μη χρησιμοποιείς όπλα που δε γνωρίζεις.» είπε η Ιλίντιεν και τράβηξε όσο ύφασμα είχε απομείνει. Αυτό που φαίνονταν σαν κορσές, ήταν ένα ασημένιο κορμάκι που προστάτευε όλο της τον κορμό.
«Σοβαρά τώρα πριγκήπισσα; Ήρθες με κορμάκι; Είσαι τόσο σίγουρη για τον εαυτό σου πια ή τόσο χαζή ώστε να μην καταλαβαίνεις πότε πρέπει να είσαι γυναίκα και πότε Πολεμίστρια;»
Η Ιλίντιεν γέλασε και αυτή τη φορά δεν περίμενε. Επιτέθηκε πρώτη με το μαστίγιο. Η Ηρύα έριξε το σάκραμ προς την κατεύθυνσή της και πέτυχε να εξουδετερώσει την κίνηση του μαστιγίου. Ώρα να επιτεθεί. Έβαλε την ασπίδα μπροστά και κινήθηκε με δύναμη για να μπήξει τη λεπίδα στο θώρακα της Ιλίντιεν, όμως η ξωτικοπολεμίστρια έσκυψε και με μία μπροστινή κυβίστηση πήρε και πάλι το σάκραμ στο χέρι της. Δεν πρόλαβε πολλά όμως. Η Ηρύα άρπαξε την κοτσίδα της Ιλίντιεν και της φώναξε πάλι ότι οι κομμώσεις δεν είχαν θέση στην αρένα. Τράβηξε την χοντρή και τεράστια κοτσίδα της ξωτικοπολεμίστριας με τέτοια φόρα που ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο. Η Ηρύα παραμέρισε την ασπίδα και έμπηξε το σπαθί στο θώρακα της Ιλίντιεν.
Κλαγγή. Ήχος μετάλλου και η θέα των τρομοκρατημένων ματιών της Βαλησίνης που συνειδητοποιούσε ότι υπολόγισε λάθος. Ένα γέλιο παγωμένο και βίαιο από την Ιλίντιεν που έκανε τους θεατές να κοκαλώσουν στις θέσεις τους. Πάνω στην περιστροφή είχε χρησιμοποιήσει το Σθένος της Αθλομάχης, με αποτέλεσμα η λεπίδα της Ηρύα να βρει στον κορσέ της, ο οποίος δεν ήταν απλός κορσές, αλλά κανονικός θώρακας, πραγματικής πανοπλίας.
«Τι νόμιζες μικρή Βαλισίνη; Ότι θα ερχόμουν στη μάχη με απλό φόρεμα;»
Η Ιλίντιεν τίναξε το μαστίγιο πλάγια και χαμηλά. Η ουρά του έσκασε στο γόνατο της Ηρύα, τυλίχτηκε γύρω του σκάβοντας το δέρμα της. Η Ξωτικοπολεμίστρια τράβηξε τη λαβή και η αντίπαλός της βρέθηκε στο χώμα ουρλιάζοντας ανήμπορη.
«Αυτό είναι Πολεμίστρια; Να προσβάλεις τους αντιπάλους σου;» Η Ιλίντιεν κλώτσησε την ασπίδα μακριά.  «Αυτό είναι γυναίκα; Να κυλιέσαι στα χώματα;»Απέκρουσε μία απεγνωσμένη προσπάθεια επίθεσης με το σάκραμ. Ύστερα τράβηξε κι άλλο το μαστίγιο, την πόνεσε περισσότερο. Η Ιλίντιεν την άφησε να σηκωθεί και η Ηρύα έφτυσε στο πλάι.
«Σήκω να με αντιμετωπίσεις. Δε βλέπεις μπροστά σου από τις λάσπες στα μάτια σου.»
Η Ηρύα ανέκτησε τα όπλα της γρήγορα. Ρουθούνιζε αφηνιασμένη, ανίκανη να παραδεχθεί τη λάθος εκτίμησή της.
«Δεν είσαι πραγματική Πολεμίστρια!»
Η Ιλίντιεν έκλεισε τα μάτια. Μονάχα ένα δευτερόλεπτο ήταν αρκετό. Ο χρόνος έμμοιαζε να σταματά. Η ατμόσφαιρα γύρω έγινε ψυχρή, ακόμη και στις κερκίδες ήταν σαν η θερμοκρασία να έπεσε δραματικά. Η Ηρύα όρμηξε με μία κραυγή προς την Ιλίντιεν που εκείνη τη στιγμή άνοιξε τα μάτια της. Μωβ παγωμένο, βαθύ μωβ, βίαιο, καθαρό, μα οργισμένο. Ήξερε, γνώριζε, την κάθε της κίνηση, την παραμικρή της σκέψη. Η Ιλίντιεν πήρε φόρα. Πριν η Ηρύα της επιτεθεί, πήδηξε ψηλά και προς το μέρος της. Η Ξωτικοπολεμίστρια μάζεψε τους αγκώνες στο σώμα της για να περιστραφεί καλύτερα. Στη μέση της περιστροφής, άπλωσε το χέρι και το σάκραμ εγκατέλειψε την ιδιοκτήτριά του με μία ηχηρή τσιρίδα. Η Ηρύα γύρισε γρήγορα για να μην τη βρει η Ιλίντιεν στην πλάτη και ύψωσε την ασπίδα προς την κατεύθυνση που θα έρχονταν το μαστίγιο. Ήρθε. Το μαστίγιο έσκασε καταπάνω της, αλλά η Ηρύα έκανε ένα βήμα πίσω και η ασπίδα της έπεσε από την πρόσκρουση. Νέος πανικός. Η Ιλίντιεν δεν είχε τέτοια δύναμη πρίν.
Όταν προσγειώθηκε, η Ηρύα της ρίχνονταν με το σπαθί. Η Ιλίντιεν έσκασε το μαστίγιο πάνω της με ανάστροφο χτύπημα πάνω από το κεφάλι και το σπαθί τινάχτηκε από τα χέρια της αντιπάλου. Η Ηρύα όρμηξε για μπουνιά την ώρα που η Ιλίντιεν τραβούσε το μαστίγιο ώστε να ρίξει στο επόμενο χτύπημα, όμως εκείνη τη στιγμή, μία άγρια τσιρίδα και ένα αποκρουστικό κρακ κοκάλωσαν την Ηρύα στη θέση της. Το σάκραμ, αφού χτύπησε την πανοπλία της στη μέση, άλλαξε και πάλι πορεία και η Ιλίντιεν με το αριστερό της χέρι, εξαπέλυσε πάνω της τα Βέλη της Αθλομάχης, ενώ με το δεξί τη χτύπησε με το μαστίγιο στη λεκάνη, την παγίδευσε και την πέταξε κάτω καταμολωπισμένη και με ελαφριά αιμορραγία.

Το σάκραμ επέστρεψε στο αριστερό της. Η Ιλίντιεν το έβαλε στη θέση της αφού το φίλησε με ευγνωμοσύνη.

«Επιλέγω και τα δύο.» είπε όσο κοίταζε την ηττημένη της αντίπαλο τραβηγμένη από την οργή. «Γιατί μπορώ να είμαι και τα δύο.»


Λάντριαν

Ο Μανόλο Φαμπριτσιάνο μπήκε στην αρένα, και οι παρευρισκόμενοι χειροκρότησαν δυνατά. Ήταν ένας νεαρός άνθρωπος, με το ζόρι 25, ψηλός και αθλητικός, με ελαφριά δερμάτινη πανοπλία και ένα ξίφος μονομαχίας. Είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής στους κύκλους των πολεμιστών της χώρας για τις ικανότητες και τις επιδόσεις του στις μονομαχίες. Είχε κερδίσει αρκετούς αγώνες -φυσικά, ποικίλλων επιπέδων και όχι πάντα με τους καλύτερους πολεμιστές της ηπείρου να συμμετέχουν-, είχε γράψει εγχειρίδια μάχης, και θεωρούνταν μεγάλο ταλέντο, ιδιαίτερα σε όσα είχαν να κάνουν με την τεχνική.

"Είναι νεαρός ακόμα." σχολίασε ένας Νάνος πολεμιστής που παρακολουθούσε σε ένα Ξωτικό που τον άκουγε.
"Είναι όμως, λένε, πολύ καλός. Αρχίζουν να τον αποκαλούν "ο Τεχνιτης", Τόρι." σχολίασε ψύχραιμα το Ξωτικό. "Επίσης, κοίτα τον αντίπαλό του. Δυνατός, ισχυρός, αλλά με τόσο ατσάλι πάνω του θα είναι αργός." σχολίασε το ξωτικό και ο Νάνος ξεφύσηξε.
"Ε και?" ρώτησε ο Νάνος κατσούφικα.
"Η τέχνη της μάχης αφορά την τεχνική, Τόρι." είπε υπομονετικά το Ξωτικό. "Μάθαμε να πολεμάμε, ώστε να μην κερδίζει ο πιο δυνατός, είτε αυτός είναι άτομο ή ζώο, αλλά ο πιο έξυπνος και εξασκημένος. Η τέχνη της μάχης είναι ο τρόπος να αντισταθμιστεί η ανώτερη φυσική δύναμη." είπε το Ξωτικό, και ο νάνος κούνησε το κεφάλι του.

Ο Σιδηρόφρακτος περίμενε ήδη τον αντίπαλό του, κρατώντας το τεράστιο σφυρί του. Για άλλη μια φορά, δεν κινούνταν καθόλου. Ο Μανόλο στάθηκε απέναντί του και έκανε μια επιδέξια υπόκλιση, αρκετά θεατρική, χρησιμοποιώντας το ξίφος του. Καμία αντίδραση...όχι, ένα ελαφρύ γνέψιμο του κεφαλιού από τον κρανοφόρο Σιδηρόφρακτο. Ο κριτής έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσουν.

Ο πρώτος που κινήθηκε ήταν ο Σιδηρόφρακτος, εκπλήσσοντας το πλήθος καθώς με δύο μεγάλα βήματα γεφύρωσε την απόσταση, με ταχύτητα που φάνταζε αφύσικη για κάποιον τόσο μεγαλόσωμο, με τόσο βαρύ εξοπλισμό. Ο Σιδηρόφρακτος σήκωσε το σφυρί του και έκανε μια κυκλική, οριζόντια κίνηση με σκοπό να τσακίσει τον Τεχνίτη από το πλάι. Ήταν φανερό ότι ένα ξίφος μονομαχίας δεν μπορούσε να μπλοκάρει ή να εκτρέψει το φοβερό χτύπημα.

Ο Τεχνίτης έμεινε ψύχραιμος όμως και αντέδρασε άμεσα. Εξαφανίστηκε, και με Όνειρο του Αλ Ρασίντ εμφανίστηκε στο πλάι του Σιδηρόφρακτού....στην εκτεθειμένη πλευρά από την οποία είχε ξεκινήσει το χτύπημα του σφυριού, του οποίου το βάρος τώρα το είχε παρασύρει στην άλλη πλευρά. Ο Σιδηρόφρακτός ήταν ανοιχτός! Το πλήθος κράτησε την ανάσα του καθώς ο Τεχνίτης εκτέλεσε ένα ίσιο χτύπημα προς το εκτεθειμένο πλευρό του Σιδηρόφρακτου.

Ένα χτύπημα που αναγκάστηκε να διακόψει ο ίδιος και να οπισθοχωρήσει, γιατί ο Σιδηρόφρακτος είχε επιτρέψει στο σφυρί του να συνεχίσει την κυκλική πορεία του, είχε δαμάσει τη φοβερή ορμή του, και το σφυρί επέστρεφε για να ολοκληρώσει τον κύκλο του και να χτυπήσει τον Τεχνίτη. Ναι, ο Σιδηρόφρακτος ήταν ανοιχτός, αλλά αν ο Τεχνίτης συνέχιζε θα ακολουθούσε ανταλλαγή πληγμάτων, ένα τρύπημα από το ξίφος εναντίον ενός σαρωτικού χτυπήματος από το σφυρί που μπορούσε να τσακίσει όλα τα κόκκαλά του. Δεν άξιζε!

O Τεχνίτης χρησιμοποίησε το Όνειρο του Αλ Ρασίντ ξανά και εξαφανίστηκε, μόνο και μόνο για να εμφανιστεί ίντσες πίσω από την αρχική του θέση και να αφήσει το σφυρί να περάσει ουρλιάζοντας μπροστά του. Στο χρόνο ενός βλεφαρίσματος είχε εμφανιστεί ξανά στην πρότερη θέση του, κλείνοντας για άλλη μια φορά την απόσταση, έτοιμος να εκμεταλλευτεί το νέο άνοιγμα. Το πλήθος παραληρούσε από την επίδειξη αντανακλαστικών και ψυχραιμίας, και ελέγχου της απόστασης απέναντι στο "βάρβαρο" Σιδηρόφρακτο.

Ο Τεχνίτης εκτέλεσε άλλο ένα ευθύ χτύπημα, αλλά ο Σιδηρόφρακτος είχε ήδη καθοδηγήσει την ορμή του σφυριού του προς τα πάνω, και μετά προς τα κάτω, προς το κεφάλι του,  σαν να είχε προβλέψει τις κινήσεις του αντιπάλου του. Ο Τεχνίτης έπρεπε να διαλέξει αν θα αντάλλαζε χτυπήματα ή θα παραιτούνταν, και επέλεξε να σταματήσει το δικό του χτύπημα και να πηδήξει στο πλάι για να αποφύγει το χτύπημα του σφυριού.

Είχε διαρκέσει τόσο λίγο, αλλά ο Τεχνίτης ήδη εμφανιζόταν παντού, ενώ το σφυρί του Σιδηρόφρακτου δεν είχε σταματήσει ποτέ την κυκλική του πορεία, ήταν σαν χείμαρρος τη ροή του οποίου έλεγχε ο Σιδηρόφρακτος με τα μπράτσα του.

"Χα, άμυνα Μορόζ!" είπε ο Νάνος, τρίβοντας τη γενειάδα του.
"...συγγνώμη?" είπε το Ξωτικό χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια του από το θέαμα που επαναλαμβανόταν. Κάθε φορά ο Τεχνίτης έβρισκε ένα άνοιγμα και ετοιμαζόταν να το εκμεταλλευτεί, αλλά κάθε φορά ο Σιδηρόφρακτος αντί να προσπαθήσει να αμυνθεί έκανε αντεπίθεση, δημιουργώντας μια άνιση ανταλλαγή χτυπημάτων που έκανε τον Τεχνίτη να οπισθοχωρεί.
"Άμυνα Μορόζ! Χα, ποιός δεν έχει τεχνική τώρα, μου λες? Με το να απειλεί να ανταποδώσει ένα θανάσιμο χτύπημα για ένα μέτριο, ο Σιδηρόφρακτος αμύνεται και επιτίθεται ταυτόχρονα! Δεν θα το δεις αυτό συχνά, θέλει κότσια, σώμα και μυαλό!" είπε ο Νάνος και ξεφύσηξε πάλι.

Ο Τεχνίτης είχε προβληματιστεί. Ήταν τόσο χαζό αυτό! Ποιός άφηνε τον εαυτό του να χτυπηθεί με σκοπό να ανταποδώσει και να χτυπηθούν και οι δύο? Δεν γίνονταν έτσι οι μάχες! Δεν θα έπρεπε καν να επιτρέπεται αυτό! Κανείς δεν διαμαρτύρονταν όμως, καθώς οι θεατές αν και δεν ήξεραν την ορολογία και το όνομα αυτού που έβλεπαν, είχαν σαγηνευτεί από το χορό μεταξύ ξίφους και σφυριού. Κάθε φορά υπήρχε η έξαψη για το αν ο Τεχνίτης θα κατάφερνε κάποιο πλήγμα, αν θα υποχωρούσε, αν θα δεχόταν μια ανταλλαγή χτυπημάτων!

Πώς να προχωρήσει? Το χειρότερο ήταν ότι ο αντίπαλός του τον διάβαζε, γι αυτό και μπορούσε να κινείται έτσι. Αν ήταν μια ιδέα πιο αργός, δεν θα πετύχαινε αυτό. Άμυνα Μορόζ? Αυτό ΄ήταν ανόητο, μια παρωχημένη τεχνική που αν ένας Πολεμιστής επέλεγε να χρησιμοποιεί, θα έπρεπε να συνταξιοδοτηθεί στα είκοσι του από τις πληγές που θα μάζευε...αν επιβίωνε ως τότε! Δυστυχώς όμως λειτουργούσε.

Ο Τεχνίτης προσπάθησε να κρατήσει καθαρό το μυαλό του αλλά δεν τα κατάφερε. Όποτε είχε πάει να χάσει την πρωτοβουλία και να σταματήσει τις γρήγορες κινήσεις του, ο Σιδηρόφρακτος είχε κινηθεί κατά πάνω του με το σφυρί να κινείται συνεχώς, έτοιμος να τον λιώσει, ξέροντας ότι το ξίφος δεν μπορούσε να τον εκτρέψει. Δεν κουραζόταν να το κουνά έτσι συνεχώς? Αν ο Τεχνίτης σταματούσε τις επιθέσεις του θα έχανε. Αυτό το σφυρί...αν κατάφερνε να το παρακολουθήσει καλύτερα, ίσως κέρδιζε το δέκατο του δευτερολέπτου που χρειαζόταν για να περάσει το χτύπημά του. Η κίνηση του σφυριού, το βάρος του, η κλίση του-....το σφυρί πέταξε!

Απροσδόκητα, ο Σιδηρόφρακτος άφησε το σφυρί από τα χέρια του και άρπαξε το ξίφος που κινούνταν προς τα πλευρά του, μια ακόμα επίθεση του Τεχνίτη. Το αρματωμένο του γάντι πανοπλίας δεν κόπηκε, και ο Σιδηρόφρακτος τράβηξε το ξίφος βίαια, και μαζί τον Τεχνίτη. Πήδηξε ταυτόχρονα κατά πάνω του και το αρματωμένο γόνατό του χτύπησε το στήθος του ελαφρύτερου αντιπάλου του, κόβοντάς του την ανάσα και πετώντας τον στο έδαφος, αφοπλισμένο.

"Σφύρα!!!" φώναξε ο κριτής, και το πλήθος χρειάστηκε μία στιγμή για να επεξεργαστεί το βίαιο, ξαφνικό, απροσδόκητο τέλος πριν αρχίσει να χειροκροτά.

"Άφησε τον αντίπαλό του να παρακολουθεί το σφυρί και...στο τέλος το πέταξε..." είπε το Ξωτικό.
"Τεχνική και ορτύκια μάντολες! Αυτό είναι τεχνική!" φώναξε ο Νάνος και γέλασε βροντερά.

------------------

"....φυσικά και είμαι εγώ αυτός που πρέπει να τον σταματήσει." γκρίνιαξε λίγο αργότερα ο Νάνος, μέσα στην αρένα, με τον Σιδηρόφρακτο μπροστά του. Πολεμούσαν ήδη πάνω από τρία λεπτά, που ήταν πολύ. Οι πανοπλίες και των δύο είχαν υποφέρει πλήγματα και βαθουλώματα, κα΄θώς και οι δύο, με δίχερα σφυριά είχαν κοπανήσει ο ένας τον άλλο ανελέητα, χωρίς φινέτσα και προφάσεις.

"Φυσικά...ναι, πάντα ο Τόρι. Δώστε στον Τόρι τους πιο δύσκολους αντιπάλους, μη και σταυρώσει κανένα έπαθλο..." συνέχισε να γκρινιάζει, και έφτυσε λίγο αίμα. Ο Σιδηρόφρακτος σήκωσε το σφυρί του και άρχισε να τον πλησιάζει.

"Βρε δεν πας στον αγύριστο!!!" φώναξε ο Νάνος και πήδηξε στον αέρα. Αντί όμως να πέσει πάνω στο Σιδηρόφρακτο, ο κόκκινος, ρούσσος Αιθέρας πήρε τη μορφή κριού από κάτω του, ενός μεγάλου, μυώδους κτήνους πάνω στο οποίο προσγειώθηκε ο Νάνος, και το οποίο ΄όρμηξε στο Σιδηρόφρακτο, έτοιμο να τον κουτουλήσει. Ο Σιδηρόφρακτος δεν είχε χρόνο να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο, και χρησιμοποίησε Άλμα της Αθλομάχης για να πηδήξει πάνω από το Νάνο και το υποζύγιό του, το οποίο εξαφανίστηκε.

Άλλα πέντε λεπτά μετά, οι δύο αντίπαλοι ανάσαιναν βαριά. Ο Σιδηρόφρακτος είχε δεχτεί ένα χτύπημα στο δεξί γόνατο που τον έκανε να μην το πατάει καλά, ενώ ο Τόρι δεν μπορούσε να σηκώσει το αριστερό του χέρι, που κρέμονταν από τον ώμο του. Τίποτα που ένας καλός Θεραπευτής δεν θα μπορούσε να διορθώσει μετά τη μάχη, ευτυχώς που υπήρχαν και αυτοί και μπορούσαν οι Πολεμιστές να βγάλουν το άχτι τους.

Το πλήθος κρατούσε την ανάσα του, έχοντας παρακολουθήσει σχεδόν δέκα λεπτά ανελέητου, βάρβαρου, ωμού σφυροκοπήματος, με τους ήχους να ακούγονται σαν κεραυνοί. Ήταν σαν να πολεμούσαν δύο βουνά. Πόσο ακόμα μπορούσαν να αντέξουν???

Η τελευταία επίθεση. Ο Νάνος πλησίασε τον Σιδηρόφρακτο, παίρνοντας το χρόνο του. Κρατούσε το δικό του σφυρί με το ένα χέρι, πράγμα πολύ δύσκολο. Όταν έφτασε τον Σιδηρόφρακτο, ξεκίνησε μια μεγάλη κίνηση, βρυχώμενος αλλά άφησε το σφυρί του και στο χέρι του εμφανίστηκε ένα τσεκούρι ενός χεριού, που κατευθύνθηκε προς το στήθος του Σιδηρόφρακτού. Το πλήθος φώναξε από έκπληξη. Και όμως...

Το τσεκούρι σταμάτησε πριν ακουμπήσει την πανοπλία, καθώς πορτοκαλί, χρυσές και κόκκινες δεσμίδες Αιθέρα τύλιξαν το Σιδηρόφρακτο και σταμάτησαν το όπλο. Σθένος της Αθλομάχης.

"...είχες κι άλλο...?" δεν μπόρεσε παρά να ρωτήσει ο εξαντλημένος Νάνος με έκπληξη, και ο Σιδηρόφρακτός έγνεψε. Την επόμενη στιγμή, ο Σιδηρόφρακτος είχε ρίξει το Νάνο στο έδαφος και τον κρατούσε σε μια λαβή ύπνου. Ο Νάνος αντιστάθηκε όσο μπορούσε, αλλά δεν μπορούσε να κινήσει ούτε λίγο τα ατσάλινα μπράτσα του Σιδηρόφρακτου. Βρίζοντας με την τελευταία του πνοή, ο Τόρι έπεσε αναίσθητος, και ο Σιδηρόφρακτος σηκώθηκε όρθιος, αποφεύγοντας να πατήσει πολύ το χτυπημένο πόδι του.

"Σφύρα!!!!" φώναξε ο κριτής, και το πλήθος χειροκρότησε έντονα, βλέποντας τη λήξη μιας μάχης αντοχής και δύναμης.


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Ράταρ Χύαμ, αντίπαλος της Ιλίντιεν Άτρας στους ημιτελικούς του τουρνουά. Η αρένα ετοιμάζονταν να βιώσει μία από τις αμέτρητες συγκρούσεις τους, από την Ακαδημία της Θαλανίλ, μέχρι τους αγώνες επίδειξης της Ερίσνα. Ο Ράταρ Χύαμ ύψωνε την Κουναχυάντα και η μύτη της έδειχνε την Ιλίντιεν.  Αντίπαλος με την πρώτη ματιά.

Η Ιλίντιεν μπήκε στην αρένα με φόρα. Έσκασε το μαστίγιο δυο φορές στον αέρα ενώ περπατούσε. Τα εκρηκτικά γδαρσίματα που υπέφερε η ατμόσφαιρα έδειχναν πως το όπλο της βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Με μία κίνηση, το μάζεψε σαν κουλούρι. Πρώτα υποκλίθηκε στο Βασιλικό ζεύγος, ύστερα στους νεόνυμφους. Γύρισε γρήγορα προς τον ξωτικοπολεμιστή με τα καστανά μαλλιά πιασμένα σε ψηλή κοτσίδα. Τα μαλλιά της Ιλίντιεν τριπλή πλεξούδα, όσες και οι νίκες της. Χαιρέτησε πολεμικά, χαιρέτησε και Αρθεριανα.

"Tyelimavë" (Επιτέλους)

Σκισίματα και δερμάτινες κραυγές γέμισαν τον αέρα, στα αυτιά των θεατών έφταναν σαν το μαχαίρι που μπήγεται σε βελούδο και το ξεσκίζει από άκρη σε άκρη. Η Ιλίντιεν ξεκίνησε πρώτη τις επιθέσεις, αφού αποφάσισε να πάρει τη νίκη για προσωπική της ευχαρίστηση. Όρμηξε με πλαταγίσματα δεξιά κι αριστερά. Στα χέρια της, το μαστίγιο άγγιζε ταχύτητες δυσνόητες, που μόνο ο ήχος του αέρα γύρω από την ουρά του μαρτυρούσε πως καμία σάρκα δεν έπρεπε να σταθεί στην εμβέλεια της ουράς του. Εκτός κι αν ήλπιζε να κοπεί κομμάτια. Ο αντίπαλός της στέκονταν με τα πόδια σταθερά στο έδαφος. Όταν επιβάλονταν, έκανε ένα βήμα πίσω ή κινούνταν σε μία από τις πλαϊνές κατευθύνσεις. Ένα όπλο που η πλειοψηφία των Πολεμιστών υποτιμούσε ως αδύναμο, ως ξεπερασμένη τεχνολογία έσκαζε στην αέρα σαν ταύρος αφηνιασμένος. Αναποτελεσματικό απέναντι σε Προστάτες, είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι εύκολα μπορούσε να αποκρούσει κάποιος το μαστίγιο, όμως ο Χύαμ γνώριζε πως στα κατάλληλα χέρια, μακριά και γρήγορα, το μαστίγιο μετατρέπονταν σε τσουχτερό θάνατο. Είδε τον ώμο της Ιλίντιεν να χαμηλώνει και κατέβασε την Κουναχυάντα του σε χαμηλή απόκρουση. Η Πολεμίστρια πήγαινε για τα πόδια του, αλλά το πραγματικό χτύπημα δεν έφτασε ποτέ. Βήμα βήμα, η Ιλίντιεν πίεζε το Ράταρ κι εκείνος, το μόνο που έκανε ήταν να επιχειρεί να μπλοκάρει επιθέσεις-φαντάσματα με την Κουναχυάντα. Το χέρι της Ιλίντιεν διέσχισε το μήκος του θώρακά της με μία σχεδόν αόρατη κίνηση και το δερμάτινο όπλο με τη μεταλλική ουρά σύρθηκε σαν ύπουλο νερόφιδο, έτοιμο να εξαπολύσει ηλεκτρισμό τώρα που είχε φορτώσει και πάλι. Ο Ράταρ ανέβασε την Κουναχυάντα για απόκρουση, η οποία δεν έγινε ποτέ. Τη γύρισε τελευταία στιγμή για να προστατευτεί από το αριστερό χτύπημα που κατεύθανε κεκαλυμένο σε συχνότητες που θνητά αυτιά αδυνατούσαν να προσλάβουν. Η Ιλίντιεν ήξερε τι έκανε. Κάλυπτε τον κορμό και τα βήματα της, δεν επέτρεπε άνοιγμα στον αντίπαλο, αλλά ούτε επέτρεπε στο Ράταρ να εξουδετερώσει τις επιθέσεις της με ένα μπάσιμο.

Η θύελα συνέχισε να πιέζει χωρίς παύση. Ο Ράταμ άγγιξε με την πλάτη το ξύλο του διαζώματος και διαπίστωσε πως η Ιλίντιεν τον είχε φτάσει στη άκρη της αρένας, σε μια βροχή από αόρατα σκασίματα που αποτραβιόταν στιγμές πριν φιλήσουν λεπίδα. Αποφάσισε πως δεν επιτρέπονταν κάτι τέτοιο. Συγκεντρώθηκε μέσα στο χάος των καμτσικιών που απειλούσαν να του πάρουν κανένα δάχτυλο. Ο Ράταρ έπιασε το ρυθμό. Τα μοτίβα της Ιλίντιεν διαγράφηκαν περισσότερο ξεκάθαρα. Την άφησε να ξεκινήσει την επίθεση πάνω από το κεφάλι και τότε επιχείρησε να μπει σε εμβέλεια. Η λεπίδα του, κυρτή στο κάτω μέρος, στόχευσε κατευθείαν στο θώρακα. Λίγα εκατοστά πριν βρει το στόχο όμως, στα αυτιά του έφτασε ο ήχος του καραβιού που σκίζει τα κύματα. Αυτό ήταν το σάκραμ, ο ήχος του όταν δεν τσίριζε ελεύθερο στον αέρα. Ο Ράταμ άλλαξε την κίνησή του τελευταία στιγμή σε γκαρντ και απότομα τη σήκωσε ψηλά, για μία ψηλή, πλάγια κοπή.

Η Ιλίντιεν το περίμενε. Έσκυψε γρήγορα και μπήκε στο δικό του πεδίο. Έκανε ένα βήμα δεξιά και μπροστά και εξαπέλυσε το μαστίγιο. Η ουρά βρήκε στην πανοπλία του και η λεπίδα που κατέβαινε μη αναστρέψιμα, τινάχτηκε στην αντίθετη κατεύθυνση μετά την πρόσκρουση στο μέταλλο του σάκραμ. Ο Ράταρ κατάφερε να κρατήσει τη λεπίδα και η Ιλίντιεν δεν τον χτύπησε, καθώς το σκάσιμο ανέκοψε το Σθένος της Αθλομάχης.

Οι διαγωνιζόμενοι πήραν και πάλι θέσεις.
"Ilethsa nessallë utyelca! " (Ήρεμα μικρή αδερφή του Ίλεθ), της φώναξε εκνευρισμένος.

"Essënya Ilidien! Unessallë Ilethsa! " (Ιλίντιεν με λένε,όχι μικρή αδερφή του Ίλεθ)

Αντί να την ηρεμήσει, η προσφώνησή του την εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο. Η Ιλίντιεν, λουσμένη στη Ροή, ξεχύθηκε στο Λαζτάνα σαν κεραυνός που δραπεύτευε από φυλακή. Αδερφή του Ίλεθ, μικρή αδερφή του Ίλεθ. Μία ζωή πριν ήταν το παρατσούκλι της, ο τρόπος που την εμπαίζαν συνομίληκοι και μεγαλύτεροι συμμαθητές, σαν την κλίκα των μη-τριάντα. Αδαή ξωτικά μικρότερων οίκων με λανθασμένες αντιλήψεις, όπως ότι οι γόνοι των Τριάντα είχαν ειδική μεταχείρηση στην ασυγχώρητη Ακαδημία της Θαλανίλ. Εξυπνάκηδες μαθητές με αυξημένη φυσική διάπλαση και μεγάλο στόμα, όπως ο Ράταρ Χύαμ και η παρέα του, μαθητές που ήθελαν να ανήκουν, όπως τα τσιράκια του πρώτου έτους με αρχηγό το Άιραμ Ίαρμις και την τσουχτερή του γλώσσα, έπαιρναν επιβεβαίωση από τις προσβολές προς Ξωτικά που ανήκαν σε οίκους των Τριάντα. Η παρουσία του Ίλεθ στην Ακαδημία της Θαλανίλ ζωγράφισε ένα τεράστιο στόχο στην πλάτη της Ιλίντιεν από την πρώτη ημέρα. Δεν του παραπονέθηκε ποτέ. Αν αναζητούσε τη βοήθειά του, όχι μόνο δε θα τον έκανε περήφανο, αλλά οι κοροϊδίες θα γιγαντώνονταν. Ο μόνος τρόπος για να μετατραπεί σε Ιλίντιεν από μικρή αδερφή του Ίλεθ, η μόνη οδός που θα τον έκανε περήφανο ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό της μόνη, να διεκδικήσει τη δική της θέση στο πάνθεον των Πολεμιστών χωρίς τη συμβολή του. Σε αυτόν τον αγώνα γνώρισε το πρώτο της όπλο, την Οργή, ο σύμμαχος που άνοιγε δρόμους στα σκοτάδια της ψυχής της. Με αυτό το σύμμαχο ορθώνονταν σαν τα αγάλματα των προγόνων της απέναντι στο Ράταρ Χύαμ που κατάλαβε γρήγορα ότι η Ακαδημία της Θαλανίλ διαχωρίζει άξιους, όχι γόνους. Μία ζωή μετά, την προκαλούσε με το παρατσούκλι της.

Όπως αναμένονταν, οι κινήσεις της Ιλίντιεν επιτάχυναν επικίνδυνα. Όχι ότι για φυσιολογικό ον δεν ήταν ήδη πιο επικίνδυνη και από ομάδα καλοεκπαιδευμένων στρατιωτών που ρήμαζαν ολόκληρο χωριό, αλλά πλέον ήταν επικίνδυνη και για έναν Άριστο. Ο Ράταρ έπιανε τον εαυτό του να χάνει την ταχύτητα των βημάτων της, τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούσε τα πόδια της, την ανεπαίσθητη γωνία που έστριβε τον αστράγαλό για να καταφέρει το τέλειο χτύπημα. Συχνά, κουνούσε τη λεπίδα του από ένστικτο και μόνο, καθώς μόνο το ένστικτο της επιβίωσης μπορούσε να το σώσει από την Ιλίντιεν Άτρας. Δεν το έβαζε κάτω όμως. Ο Ράταρ Χύαμ ήταν Λαζτάνα. Δεν κατάγονταν από γενιές όπως οι Άτρας και οι Χέργκολορ που γεννούσαν τέρατα από την εποχή του Άρθερ. Ο Ράταρ Χύαμ ήταν Άριστος από όλες τις απόψεις γιατί έβαλε το κεφάλι κάτω, σήκωσε όλο το βάρος της μέσης οικογένειας και το κουβάλησε μέχρι τα Βουνά της Δόξας, κάτω από το άγρυπνο και επικριτικό βλέμμα των Τριάντα. Κουράζονταν από παιδί να ακούει τα ίδια και τα ίδια ονόματα στους θρύλους και τις ιστορίες, επιθυμούσε με κάθε κομμάτι της ψυχής του να σταθεί άξιος ανάμεσα στους ημίθεους της Ιστορίας και η φλόγα της επιθυμίας του τον κατέτρωγε από μέσα προς τα έξω.

Ο Ράταρ Χύαμ ήρθε στους αγώνες για να κερδίσει. Το πρώτο και σημαντικότερο μάθημά του ήταν να κρατά τα πόδια δυνατά στο έδαφος. Αυτό ήταν και το πρώτο του βήμα προς τη νίκη σε εκείνη τη μάχη. Μπροστά του ο φόβος, Ιλίντιεν Άτρας. Πανέμορφα χαρακτηριστικά είχαν αρχίσει να τραβιούνται και το θηλυκό πρόσωπο να διαστρεβλώνεται. Μύες τρέφονταν από αίμα και δηλητήριο, φλέβες γυάλινες ξεπετάγονταν, ένα βήμα πριν σπάσουν, βλέμμα θολό και ταυτόχρονα ξεκάθαρο, μάτια εστιάζαν στον ένα και μοναδικό αντίπαλο, το Ξωτικό μπροστά τους. Αφέθηκε. Παραδόθηκε στην κυρία των πραγματικών απολαύσεων, τη Μούσα των επιθυμιών του. Οργή!

Άτσαλινοι ήχοι έφτασαν στις κερκίδες. Λεπίδες συγκρούονταν με απόσκοσμους συριγμούς, ένα μαστίγιο ούρλιαζε τις προσταγές της κυρίας του, η Κουναχυάντα του Άριστου ζούσε για να υποτάξει ένα σάκραμ γεμάτο υπεροψία και δύο Ξωτικά ορμούσαν το ένα στο άλλο με ένα μίγμα τεχνικής και πρωτόγονης δύναμης. Ο Ράταρ Χύαμ βάφτισε τη λεπίδα του στις φλόγες της Μεγάλης Κυρίας, της Αθλομάχης και επιτέθηκε με όλη του την ισχύ στην Ιλίντιεν που κατευθύνονταν επάνω του με μια αρχαία ορμή που της κληροδοτήθηκε. Η Κουναχυάντα αποκρούστηκε από το σάκραμ. Στη συνάντησή τους απελευθερώθηκαν κραυγές αγωνίας, οι προστατευτικές σανίδες δονήθηκαν και ύστερα ηρέμησαν. Οι Πολεμιστές αποτραβήχτηκαν και πάλι για να ξαναπέσουν ο ένας στην άλλη με μάτια τυφλά και όπλα αφυπνισμένα. Οι ιαχές τους πάγωναν το Βασιλικό ζεύγος και τους νεόνυμφους, εκστασίαζαν και τρομοκρατούσαν το πλήθος. Μνήμες θαμμένες ξύπνησαν στους πολίτες. Τρόμαξαν από την άκαμπτη θέληση των αντιπάλων, των εχθρών που κανένας λαός δεν επιθυμούσε να αντιμετωπίσει ξανά στα χρονικά. Οι καλεσμένοι μαζεύτηκαν όσο η Ιλίντιεν επειχειρούσε να τσακίσει τα πόδια του Ράταρ κι εκείνος πάλευε να διαπεράσει το Σθένος της Αθλομάχης της με μανία. Η επόμενη σύγκρουση απείλησε να γκρεμίσει τις προστατευτικές σανίδες της αρένας. Γύρω από τους διαγωνιζόμενους σηκώθηκε σκόνη και το μόνο θέαμα για τους προσκεκλημένους ήταν οι άναρθρες κραυγές, υπόκωφοι γδούποι από δύο σώματα που δεν έδειχναν έλεος και διάσπαρτες εκλάμψεις από ατσάλι.

Υπήρχε μόνο ένας στόχος, η νίκη, αυτό ήταν το μόνο κοινό της Ιλίντιεν και του Ράταρ. Παραδομένοι στο μένος τους αντάλλαξαν Πλήγματα που εξουδετερώθηκαν από Σθένη και πανοπλίες. Μαθητές του Πολέμου, απόφοιτοι της ίδιας σχολής έμπηξαν τα πόδια στο έδαφος, πήραν στάσεις επιθετικές και όρμηξαν προς την καρδιά του αντιπάλου τους.


«Hergolor nanya!» (Ο Χέργκολορ είναι δικός μου) βρυχήθηκαν και οι δυο με τα μάτια στο έπαθλο.

Η τελευταία τους σύγκρουση σήκωσε θύελα στην αρένα. Τα στόματα των θεατών έχασκαν, μάτια γουρλωμένα πάσχιζαν να πιάσουν ένα κλάσμα των υπερηχητικών κινήσεων στο κέντρο του αγωνιστικού χώρου. Αδέσποτες εκλάμψεις τους έκοβαν την ανάσα. Οι φωνές των Λαζτάναρ κάλυψαν σοκαρισμένα επιφωνήματα, ύστερα έγιναν ένα με την ανατριχίλα που ανέβλυζαν τα όπλα τους. Ο αέρας απομακρύνθηκε σαν σε ωστικό κύμα και άλλη μία σύγκρουση ακολούθησε, γαμάτη θανάσιμες κλαγγές που δεν έλεγαν να σταματήσουν. Πίεση. Η Ιλίντιεν πίεζε, ο Ράταρ πίεζε, κανένας δεν έσπαζε. Τα όπλα δεν υποχωρούσαν, μόνο δάγκωναν, ξέσκιζαν. Αιθερικά σάκραμ εμφανίστηκαν στην πλάτη του Ράταρ, αλλά ο πανίσχυρος Πολεμιστής τα άφησε να πέσουν πάνω του. Έκαψε το Σθένος της Αθλομάχης και διαπέρασε τις άμυνες της Ιλίντιεν με την ταχύτητά του. Το ίδιο και η Ιλίντιεν. Πέταξε το σάκραμ μακριά, σε μία απότομη τροχιά και τράβηξε πίσω το μαστίγιο για μία τελευταία, ψηλή επίθεση. Η λεπίδα του Ράταρ απέκρουσε το μαστίγιο αυτή τη φορά, αλλά η δύναμη με την οποία τον χτύπησε η Ιλίντιεν διέφευγε των υπολογισμών του. Η λαβή της Κουναχυάντα ξέφυγε για λίγο από τα χέρια του, τόσο ώστε να του έρθει το σάκραμ στον αριστερό καρπό. Ο Ράταρ άφησε τη λαβή να φύγει, έσφιξε τη γροθιά του και απέκρουσε την έλευση του σάκραμ με απάνθρωπη δύναμη. Την ίδια στιγμή, η Ιλίντιεν εκμεταλλεύτηκε την πίσω κίνηση του μαστιγίου από την απόκρουση και το τράβηξε, προσποιούμενη ότι ετοιμάζονταν για μια  μεγάλη, αλλά αργή επίθεση. Ο Ράταρ το είδε και έστρεψε τη γροθιά του προς το πρόσωπο της Ιλίντιεν. Δε χρειάζονταν τη λεπίδα όταν μπορούσε να καταφέρει μια καλή στα μούτρα της, όμως η Ιλίντιεν άρπαξε την ελεύθερη λαβή με το αριστερό έτσι όπως έπεφτε, έσκυψε πάνω στην ώρα και την οδήγησε με όλη της τη δύναμη και με γωνία σαράντα πέντε μοιρών στο διάφραγμα του Ράταρ. Ο βρυχηθμός του αντιπάλου της έφτασε στους ουρανούς και οι θεατές είδαν τον πανίσχυρο Λαζτάνα να ίπταται αβοήθητος προς τα προστατευτικά. Έσκασε εκεί χωρίς ανάσα και λιποθύμησε.

«Ιλίντιεν Άτρας, Ακαδημία Ράζναρυ.» φώναξε ο κριτής, αλλά η φωνή του έτρεμε.

Δεν ακούστηκε χειροκρότημα. Οι θεατές, κοκκαλωμένοι στις θέσεις τους έμειναν να κοιτάζουν τη νικήτρια με την Κουναχυάντα του Ράταρ Χύαμ να κατευθύνεται προς τον ηττημένο που ήδη δέχονταν τις φροντίδες των Θεραπευτών. Στη σκιά της και μόνο, οι Θεραπευτές απομακρύνθηκαν. Η Ιλίντιεν έμπηξε τη λεπίδα του Ράταρ στο χώμα. Τον έπιασε από τις κλείδες, στο σημείο που η πανοπλία διαχωρίζονταν από το κράνος και τον ύψωσε στα πόδια του. Ο Βασιλιάς ξεκίνησε να χειροκροτά σοκαρισμένος. Τον ακολούθησαν η Βασίλισσα, οι νεόνυμφοι και τέλος το πλήθος, όμως η Ιλίντιεν δε νοιάζονταν. Το βλέμμα της διασταυρώθηκε με του Ράταρ.

«Essënya Ilidien!» (Με λένε Ιλίντιεν)


Λάντριαν

"Σιδηρόβλακας από τη μία, γέρικο Ξωτικό απ' την άλλη! Μπα! Κακή μάχη, θα ήθελα να σπάσουν τα κεφάλια τους ταυτόχρονα, αλλά αυτό θα σήμαινε ότι ένα άλλο Ξωτικό θα κέρδιζε αυτόματα! Κακή μέρα, κακή!" γκρίνιαξε ο Τόρι προς το φίλο του, το Ξωτικό που στεκόταν δίπλα του με ένα στωικό πρόσωπο και ένα καρτερικό μειδίαμα. Έδειχνε κατανόηση στο ότι ο Νάνος φίλος του αισθανόταν γκρινιάρης μετά από την ήττα του από το Σιδηρόφρακτο. Μετά από τη φοβερή μάχη που προηγήθηκε μεταξύ δύο Αρίστων, οι παρευρισκόμενοι ανυπομονούσαν να δουν άλλο ένα Άριστο εν δράσει, εναντίον του μυστηριώδους Σιδηρόφρακτου. Ποιός θα κέρδιζε άραγε?

Δίπλα τους, δύο φρουροί συζητούσαν καθώς οι μονομάχοι έμπαιναν στην αρένα υπό τις ιαχές του πλήθους. "Δεν υπάρχει περίπτωση, ε΄ίναι άδικο να αφήνουν αυτά τα Ξωτικά να συμμετέχουν. Όπου πάνε κερδίζουν! Πώς το νικάς αυτό το πράγμα? Άριστους τους λένε, και δες τον, αυτός εκεί πιθανότατα επιβιώνει από μάχες από πριν γεννηθεί ο παππούς μου! Θα έχει μελετήσει τεχνικές και στρατηγικές αιώνων των Ξωτικών! Δεν πολεμιέται σου λέω!" είπε, ενώ ο μεγαλύτερος φρουρός χαμογέλασε, ένα στραβό χαμόγελο. "Πάμε στοίχημα λοιπόν?" τον ρώτησε απλά. Έδωσαν τα χέρια.

Στην αρένα, ο επιβλητικός Σιδηρόφρακτος και ο σίγουρος Άριστος αντάλλαξαν ένα χαιρετισμό με τα όπλα τους. Ο Σιδηρόφρακτος ύψωσε τη μεγάλη, βαριά σφύρα του, ενώ ο Άριστος είχε έρθει με ασπίδα και απλό σπαθί. Αυτοί που ήξεραν καλύτερα παραξενεύτηκαν...πού ήταν η χαρακτηριστική κυρτή λεπίδα?

Η μάχη ξεκίνησε!

Και οι δύο μονομάχοι έκλεισαν την απόσταση, και ο Σιδηρόφρακτος πέρασε στην επίθεση με δυνατές, τρομακτικά γρήγορες σφυριές αν αναλογιστεί κανείς το βάρος του όπλου του, που έσχιζε τον αέρα. Ψύχραιμος σαν πάγος, με πρόσωπο απαράλλαχτο σαν να έκανε απλά μια βόλτα, ο Άριστος χρησιμοποιούσε την ασπίδα και το βηματισμό του για να αποκρούει, να αποφεύγει, να εκτρέπει, και κάποιες φορές ακόμα και να αντεπιτίθεται! Οι κινήσεις του ήταν σωστές. Ήταν σαν να έβλεπε κανείς ένα στρατιωτικό εγχειρίδιο να έχει πάρει σάρκα και οστά, και να παραδίδει μάθημα, και αυτή η αύρα έδινε την εντ΄ύπωση ότι όλα ήταν προμελετημένα υπέρ του Ξωτικού.

Ο Σιδηρόφρακτος χρησιμοποίησε Πυγμή της Αθλομάχης και το σφυρί του τυλίχτηκε με πορτοκαλί, χρυσές και κόκκινες αποχρώσεις, έτοιμο να καταφέρει ένα πλήγμα που θα μπορούσε να σπάσει την ασπίδα σε κομμάτια, αλλά ο άριστος απλά έκανε Άλμα της Αθλομάχης προς τα πίσω αντί να αιφνιδιαστεί. Μετά, όταν άρχισαν πάλι την αψιμαχία, παρά το σφυρί που ακόμα έλαμπε και ένα χτύπημα θα σήμαινε ήττα, το Ξωτικό ήταν ψύχραιμος, και κατάφερε να σπρώξει τον Σιδηρόφρακτο σε αμυντική θέση και να του περάσει και μερικά χτυπήματα στην πανοπλία του, κάνοντας το πλήθος να κρατήσει την ανάσα του.

Οι δύο αντίπαλοι χωρίστηκαν. Ο Άριστος πέταξε την ασπίδα του και έμπηξε το σπαθί του στο έδαφος.

"Είδα ό,τι χρειάζομαι." είπε ήρεμα στη γλώσσα των Ξωτικών. Ήρεμα, άπλωσε τα χέρια του στον ουρανό, και με μια απαλή λάμψη, εμφανίστηκε στα χέρια του η Κυρτή Λεπίδα του. Κάπως μακρύτερη από μακρύ σπαθί, φαρδύτερη και με μία κόψη μόνο, και ενισχυμένη ράχη, και με μια κάπως κυρτή μύτη, με γεωμετρικά σχέδια κατά μήκος της λεπίδας, έλαμπε με τρόπο πανέμορφο και απόκοσμα τρομακτικό. Η κόψη της ήταν τόσο λεπτή, αλλά τόσο κοφτερή που αντικατόπτριζε και αντανακλούσε το φως σχεδόν σαν να είχε μια λεπτή επικάλυψη από τα πιο φίνα, λεπτά διαμάντια.

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


Τα Ξωτικά που ήταν παρόντα ήξεραν το τραγούδι του Άριστου που είχαν μπροστά τους, και πολλά άρχισαν να το τραγουδούν. Οι φωνές τους μελωδικές, ήρεμες, αλλά ταυτόχρονα τόσο έντονες...ήταν απόκοσμο, ήταν σαν ένα κάλεσμα, σαν να καλούσαν το πεπρωμένο που είχε γίνει υπόσχεση στον Άριστο να εκπληρωθεί. Οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι κράτησαν τις ανάσες τους, ειδικά όσοι ήξεραν τη γλώσσα των Ξωτικών. Τι σήμαινε αυτή η ανατροπή, με τον Άριστο να καλεί πλέον το προσωπικό του όπλο?

Συγχρονισμένοι, οι μονομάχοι ξανάρχισαν τη μάχη, καθώς συναντήθηκαν στο κέντρο της αρένας. Αυτή το φορά όμως, καθώς έτρεχε, ο Άριστος χρησιμοποίησε το Σθένος της Αθλομάχης και τυλίχτηκε σε μια Πανοπλία από ασημένιο Αιθέρα. Η θεωρία πίσω από τη χρήση του Σθένους ήταν απλή και ευρέως γνωστή στους περισσότερους Πολεμιστές. Όταν αντιμετωπίζεις αντίπαλο με αργό, επικίνδυνο όπλο, χρησιμοποίησε Σθένος για να τους εμποδίσεις να σε χτυπήσουν και να δημιουργήσεις ανοίγματα. Όταν αντιμετωπίζεις αντίπαλο με γρήγορο, ελαφρύ όπλο, μην χρησιμοποιήσεις Σθένος γιατί με απλά αγγίγματα, ο αντίπαλος θα σου κάψει όλη την Ενέργεια Πολεμιστή για να αποκτήσει πλεονέκτημα.

Έτσι και έγινε. Ο Σιδηρόφρακτος δεν αποθαρρύνθηκε. Κατάφερε μια πανίσχυρη σφυριά στον Άριστο για να καταναλώσει τον Αιθέρα του, και κατάφερε ακόμα και ένα γρήγορο δεύτερο χτύπημα με το κάτω μέρος της δίχερης σφύρας, πριν επιστρέψει σε θέση άμυνας. Όπως ήταν αναμενόμενο, η αντεπίθεση του Άριστου ακολούθησε, και ο Σιδηρόφρακτος αμύνθηκε.

"Αααααα!!!" ακούστηκαν επιφωνήματα έκπληξης, γιατί η λεπίδα του Ξωτικού έκοψε την μία άκρη του μεταλλικού κεφαλιού του βαριού σφυριού σαν να ήταν φτιαγμένη από βούτυρο, συνέχισε την πορεία της, διαπέρασε την πανοπλία του Σιδηρόφρακτου στον ώμο του, και όταν αποτραβήχτηκε ήταν κόκκινη με αίμα!

"Πώς αμύνεσαι από αυτό?? Πώς το νικάς αυτό??" αναρωτήθηκε δυνατά ο νεαρός φρουρός, σχεδόν πηδώντας πάνω κάτω, και πολλοί συμμερίζονταν τα συναισθήματά του. Το τραγούδι των Ξωτικών δυνάμωνε, σαν να ήταν λύκοι που είχαν περικυκλώσει το θήραμά τους και το πλησίαζαν.

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


Ο Σιδηρόφρακτος έκανε πίσω με Άλμα της Αθλομάχης και κοίταξε τη σφύρα του. Είχε χάσει την ισορροπία της τώρα, έχοντας μόνο τη μία άκρη απο το κεφάλι του σφυριού. Ο ίδιος αιμορραγούσε, όχι πάρα πολύ όμως. Μετά, το κράνος του γύρισε σαν να κοίταζε το πλήθος, και σταμάτησε για μια στιγμή στη νικήτρια της προηγούμενης μάχης...και μετά, ο Σιδηρόφρακτος, μπροστά στα μάτια όλων ανασήκωσε τους ώμους του και τους άφησε να ξαναπέσουν, σαν να έλεγε "Εντάξει λοιπόν!". Και με αυτό, έτρεξε πάλι κατά πάνω στον Άριστο!

Για άλλη μια φορά, χτύπησε με μανία τον αντίπαλό του, αλλά ο Άριστος απλά άφησε τον άντρα να σφυροκοπά τον Αιθέρα του, και ο ίδιος του κατάφερε μεγάλα κοψίματα, σαν να μη φορούσε πανοπλία. Στο μηρό, στο μπράτσο, στο στήθος! Το πλήθος κρατούσε την ανάσα του...τι τρέλα ήταν αυτή??

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


Πάνω από το απόκοσμο τραγούδι των ξωτικών, μια πολύ πιο ακατέργαστη φωνή ακούστηκε.

"ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΜΠΥΡΑ! ΠΑΜΕ, ΠΑΜΕ, ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΝΑ ΦΑΜΕ! ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΤΟ ΧΕΙ ΕΤΣΙ Η ΜΟΙΡΑ! ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΝΙΚΑ¨ΜΕ!!!"

Ο Κρόλι και ο Καζάνο είχαν ανέβει σε ένα ψηλό σημείο, και ξελαρυγγιάζονταν με τρόπο σχεδόν αποκρουστικό, αν δεν ταίριαζε περίεργα με το σκηνικό και την ατμόσφαιρα. Από τη μία το τραγούδι των Ξωτικών, δοσμένο στον Άριστο τη στιγμή που χρίστηκε, το τραγο΄ύδι που τον συντρόφευε σε μάχη, γάμο και θάνατο. Από την άλλη, ένα από τα συνθήματα της κομπανίας μισθοφόρων.

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


"ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΜΠΥΡΑ! ΠΑΜΕ, ΠΑΜΕ, ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΝΑ ΦΑΜΕ! ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΤΟ ΧΕΙ ΕΤΣΙ Η ΜΟΙΡΑ! ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΝΙΚΑ¨ΜΕ!!!"

Ήταν σαν τα ίδια τα τραγούδια να πολεμούν. Το πλήθος δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, αλλά με ένα τρόπο όλο αυτό βελτίωνε την ατμόσφαιρα, την εμπειρία. Οι υπεύθυνοι ήταν ικανοποιημένοι και το άφησαν να συνεχίσει.

Στο μεταξύ, στην αρένα, ο Σιδηρόφρακτος είχε πάρει πάλι την απόστασή του. Κοίταξε το όπλο του, του οποίου το σιδερένιο κεφάλι είχε κοπεί πάλι, και ο ίδιος έκανε μια κίνηση σαν να ξεφύσηξε. Με το χέρι του, μεγάλο σαν κουπί, έπιασε το κεφάλι της σφύρας και.....με ένα τρομακτικό θόρυβο το ξερίζωσε από τη λαβή, αφήνοντας άφωνο το πλήθος για μια στιγμή.

"Τι??"
"Το είδες αυτό??"

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


"ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΜΠΥΡΑ! ΠΑΜΕ, ΠΑΜΕ, ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΝΑ ΦΑΜΕ! ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΤΟ ΧΕΙ ΕΤΣΙ Η ΜΟΙΡΑ! ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΝΙΚΑ¨ΜΕ!!!"

Ο άντρας, υπό το ψύχραιμο αλλά άγρυπνο βλέμμα του Άριστου κράτησε την ξύλινη λαβή που απέμενε αλλιώς, σαν να ήταν ένα μακρύ σπαθί, και άρχισε να την κουνά γύρω του, σαν να τη δοκίμαζε.

"Τι κάνει?? Με αυτό θα πολεμήσει?"
"Θα τον κόψει σε κομμάτια το Ξωτικό!"
"Είναι ανόητο, ας επέμβει ο κριτής!"
"Γιατί δεν προσπαθεί να κλέψει τα όπλα που άφησε το Ξωτικό πριν?"
"Θα του τα κόψει και αυτά!"

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


"ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΜΠΥΡΑ! ΠΑΜΕ, ΠΑΜΕ, ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΝΑ ΦΑΜΕ! ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΤΟ ΧΕΙ ΕΤΣΙ Η ΜΟΙΡΑ! ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΝΙΚΑ¨ΜΕ!!!"

Με μια αστραπιαία κίνηση, το ξύλο τυλίχτηκε σε πορτοκαλί, χρυσό και κόκκινο φως και κατέβηκε με τόσο τρομακτική δύναμη, που ο αέρας ούρλιαξε καθώς τον έσκισε. Το πλήθος ησύχασε, τα μάτια τους διάπλατα. Έτσι κινούνταν ο Σιδηρόφρακτος όταν δεν είχε ένα τόσο βαρύ όπλο? Το μήνυμα ήταν σαφές προς κάθε κατεύθυνση: Αυτό το ξύλο ίσως να άντεχε να δώσει ένα μόνο χτύπημα πριν διαλυθεί, αλλά όποιος το δεχόταν δεν θα ξανασηκωνόταν!

Βλέποντάς το αυτό, ο Άριστος άφησε το Σθένος της Αθλομάχης να πέσει. Έλλειψη σεβασμού? Ίσως κάποιοι να το σκέφτηκαν αυτό, αλλά το Ξωτικό απλά υπάκουε τις βασικές αρχές της μάχης. Το ξύλο είναι πιο γρήγορο από τη σφύρα.

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


"ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΜΠΥΡΑ! ΠΑΜΕ, ΠΑΜΕ, ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΝΑ ΦΑΜΕ! ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΤΟ ΧΕΙ ΕΤΣΙ Η ΜΟΙΡΑ! ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΝΙΚΑ¨ΜΕ!!!"

Ο Σιδηρόφρακτος κράτησε το ξύλο με τα δύο του χέρια, αφήνοντάς το να κοιτά προς το έδαφος, στο πλάι. Άνοιξε τα πόδια του και χαμήλωσε. Ο Άριστος κράτησε το δικό του σπαθί σε θέση άμυνας. Ο Σιδηρόφρακτος, θεόρατος όπως ήταν...άρχισε να πέφτει μπροστά σαν να είχε σκοντάψει! Την τελευταία στιγμή όμως χρησιμοποίησε το Άλμα της Αθλομάχης, εντελώς οριζόντια με έλεγχο κίνησης που χρειαζόταν χρόνια εξάσκησης, και έφτασε τον Άριστο με τρομερή ορμή, σχεδόν οριζόντιος, με το ξύλο πίσω του, έτοιμος να περιστρέψει όλο του το σώμα σε μία καθοριστική επίθεση....την οποία εκτέλεσε!

Ο ¨Άριστος, σκεφτόμενος όχι σε δευτερόλεπτα αλλά σε στιγμές, αναγνώρισε την παγίδα. Αν χρησιμοποιούσε το όπλο του για να σταματήσει το ξύλο του αντιπάλου του, το ξύλο θα κοβόταν καθαρά σε ένα σημείο, αλλά το υπόλοιπο, το κομμάτι που θα κρατούσε ακόμα ο Σιδηρόφρακτος θα συνέχιζε να κινείται προς το μέρος του! Δεν έπρεπε να γίνει αυτό! Δείχνοντας αντανακλαστικά θαυμαστά για την ηλικία του, ο Άριστος χρησιμοποίησε και ο ίδιος το Άλμα της Αθλομάχης και βρέθηκε ψηλά, 30 μέτρα στον ουρανό!

Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε,
Καθώς πετά το Τάρι.
Δεν λογαριάζει κεραυνό,
Ανάξιο το θηκάρι.


"ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΜΠΥΡΑ! ΠΑΜΕ, ΠΑΜΕ, ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΝΑ ΦΑΜΕ! ΣΦΥΡΑ, ΣΦΥΡΑ, ΤΟ ΧΕΙ ΕΤΣΙ Η ΜΟΙΡΑ! ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΝΙΚΑ¨ΜΕ!!!"

Ο Σιδηρόφρακτος ακολούθησε την περιστροφή του χτυπήματός του, προσγειώθηκε και τη στιγμή που τα πόδια του άγγιξαν το έδαφος το κλώτησε, κάνοντας και ο ίδιος Άλμα της Αθλομάχης προς τα πάνω, καταδιώκοντας τον αντίπαλό του στον ουρανό!

"Όχι! Το Κυνήγι του Τάρι!!" φώναξε το Ξωτικό δίπλα στον Τόρι. Μία από τις παραδοσιακές τεχνικές των Αρίστων, που υπαγόρευε ότι αν κάποιος τους ακολουθούσε στον αέρα με Άλμα της Αθλομάχης, επειδή οι ίδιοι ως πρώτοι θα είχαν το πάνω έδαφος, θα είχαν σταματήσει πρώτοι την κίνησή τους ενώ ο αντίπαλος ακόμα θα είχε την ορμή του Άλματος, χωρίς να έχει τρόπο να αλ΄λάξει πορεία και να ελιχθεί, ο Άριστος μπορούσε να τον χτυπήσει με ακρίβεια προβλέποντας ακριβώς την πορεία και την ταχύτητά τους! Ήταν θάνατος να ακολουθήσει κανείς τον Άριστο στον ουρανό!

¨Ετσι και έγινε. Ο Άριστος γύρισε στον αέρα και κοίταξε τον Σιδηρόφρακτο που ακόμα α΄νέβαινε, υπολόγισε την πορεία του αντιπάλου του, και εκτέλεσε ένα ακριβές, γρήγορο, καθοριστικό χτύπημα....που δεν πέτυχε το στόχο του!

Για μια στιγμή, κα΄τω από το Σιδηρόφρακτο μια μεγάλη, τετράποδη μορφή από πορτοκαλί, κόκκινο και χρυσό Αιθέρα άρχισε να σχηματίζεται, ένα Άτι της Αθλομάχης, αλλά ο Σιδηρόφρακτος το κλ΄ώτσησε διαλύοντάς το....και αλλάζοντας έτσι την πορεία του, χρησιμοποιώντας το σαν πλατφόρμα για επιπλέον ώθηση και αλλαγή γωνίας! Το πλήθος κράτησε την ανάσα του, ο Σιδηρόφρακτος πέρασε πάνω και πίσω από τον ¨Αριστο καθώς ο ίδιος εκτελούσε το Κυνήγι του Τάρι.....

ΚΡΑΑΤΣ!!!!!

Ένας εκκωφαντικός ήχος. Το ξύλο θρυμματίστηκε σε τόσα πολλά μικροσκοπικά κομμάτια από τι δύναμη αυτού του χτυπήματος που κανένα δεν θα προσγειωνόταν ξανά, θα τα έπαιρνε ο αέρας. Προσγειώθηκε όμως το Ξωτικό, έχοντας χάσει τις αισθήσεις του από το χτύπημα που δέχτηκε στη βάση του αυχένα του. Αμέσως μετά, προσγειώθηκε ο Σιδηρόφρακτος.

Σιωπή. Κανένα τραγούδι, κανένα σύνθημα.

Ο Χέργκολορ όμως δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Το σώμα του συσπάστηκε. Και μετά σηκώθηκε...αλλά έπεσε πάλι στο ένα γόνατο. Τα χέρια και τα πόδια του έτρεμαν, και ο κόσμος γύριζε γύρω του. Δεν μπορούσε να πολεμήσει, και ένας λιγότερο άξιος, λιγότερο Άριστος θα ξυπνούσε στο αναρρωτήριο μέρες μετά. Ο Σιδηρόφρακτος ήταν από πάνω του, μια τρομερή φιγούρα που αιμορραγούσε...και του έδωσε το χέρι του.

Σιωπή.

Ο Άριστος το πήρε μετά από μία στιγμή, και ο Σιδηρόφρακτος τον σήκωσε. Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν.

"Σήμερα εσύ ήσουν ¨Άριστος." είπε ο Χέργκολορ στην κοινή γλώσσα.
"Όπως έχεις υπάρξει εσύ, από πριν τη γέννησή μου." απάντησε ο Σιδηρόφρακτος στη γλώσσα των Ξωτικών, τιμώντας τον αντίπαλό του. Ο Χέργκολορ σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του στον αέρα, το χέρι που κρατούσε αυτό του Σιδηρόφρακτου, για να παρουσιάσει το νικητή της μονομαχίας στο πλήθος.

"ΣΦΥΡΑ!!!!" φώναξε ξέφρενα ο διοργανωτής, και το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα και επευφημίες γι αυτό που είχαν μόλις δει.

Ο μεγαλύτερος φρουρός γύρισε στο νεότερο και χαμογέλασε με το στραβό χαμόγελό του. "Έτσι το νικάς αυτό, ψάρακα. Με πάθος και εφευρετικότητα, ένα κομμάτι ξύλο μπορεί να νικήσει την Κυρτή Λεπίδα." του είπε και πήρε τα κέρδη του.


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Οι μάχες του άλλου γκρουπ δεν ενδιέφεραν την Ιλίντιεν στο ελάχιστο, καθώς το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ακούει ότι ο Σεβάσμιος Χέργκολορ κέρδιζε. Έτσι, ακόμη και όταν το όνομα του Σιδηρόφρακτου άρχισε να ακούγεται εντονότερα, η Ιλίντιεν φρόντισε επιμελώς να μην του δώσει σημασία. Εξάλλου, πριν τη μάχη επικεντρώνονταν περισσότερο στον εαυτό της. Βέβαια, ο όρος “επικεντρώνονταν” δεν έδινε κολακευτική χροιά στην εθιμοτυπική διαδικασία που η Ιλίντιεν υποβάλλονταν πριν τη μάχη. Οι συμπολεμιστές και αντίπαλοι που τύχαινε να βρεθούν ή να περάσουν από το χώρο προετοιμασίας έβλεπαν ένα Ξωτικό να πλέκει τα πλούσια μαλλιά της σε όλο και πιο περίπλοκες πλεξούδες με κάθε νίκη. Όντως, αυτό συνέβαινε στην επιφάνεια, κάθε νίκη της Ιλίντιεν επέτασσε να λύσει και να ξαναφτιάξει τα μαλλιά της σε μία περισσότερη πλεξούδα από πριν και ύστερα να τις συνδυάσει όσο πιο περίτεχνα ήταν δυνατό. Η διαδικασία της αυτοφροντίδας, της συστηματικής κίνησης αποτελούσε μία σιωπηλή τελετουργία κατά την οποία, η Λαζτάνα βυθίζονταν σε ύπνωση. Οι ήχοι, οι κραυγές και οι επευφημίες έσβηναν γύρω της, καθώς ο χώρος και χρόνος διαστρεβλώνονταν στη σιωπή και την έλλειψη χρωμάτων. Εκεί, στο μέρος που όλα έμεναν ακίνητα, αναβίωνε η μάχη. Κάθε μάχη εκτυλίσσονταν και πάλι μπροστά στα μάτια της, από εκείνη που μόλις είχε κατακτήσει, μέχρι και το μακρινό παρελθόν.

Η Ιλίντιεν παρατηρούσε τον εαυτό της και τον αντίπαλο. Κάτω από την επίδραση της στρέβλωσης, οι κινήσεις τους ήταν αργές. Οι ματιές των αντιπάλων αντικατοπτρίζονταν στο ασυνείδητο και οι προθέσεις αναδύονταν ξεκάθαρες. Συνειδητοποιούσε το βήμα που ετοιμάζονταν να γίνει, το άκρο που θα επέλεγε να χτυπήσει. Κατά τη διάρκεια της τελετουργίας, η Ιλίντιεν έβλεπε τα λάθη της, τα ανοίγματα που έχασε και δεν εκμεταλλεύτηκε, τις στιγμές που μπορούσε να προφυλαχτεί καλύτερα, αλλά και τις ανταλλαγές που επέλεξε να εκτελέσει σωστά.

Αυτός ο αόρατος, για τους άλλους, λήθαργος, την έφερνε πιο κοντά με τα όπλα της. Φρόντιζε να τα έχει πάντα στην αγκαλιά της όσο κρατούσε η τελετουργία. Στον αγέννητο χώρο, τα όπλα της έπαιρναν μορφή. Εκεί, μπορούσε να κραδαίνει το Λίριλαν σαν να πιάνονταν χέρι με χέρι. Ήξερε τη φωνή του σάκραμ της, το φιλί που παρακαλούσε να ελευθερωθεί, την αγκαλιά του μαστιγίου, το χορό του, ανέκαθεν εναρμονισμένος με τον Αιθέρα και το κάλεσμα, όπως εκτελούσαν μαζί τους βηματισμούς και τις φιγούρες της χορογραφίας. Με το πέρας της τελετουργίας, η Ιλίντιεν αναδύονταν συντονισμένη με τον εαυτό και τα όπλα της. Πολεμιστής και λεπίδα ήταν ένα αναπόσπαστο εργαλείο, οι δύο όψεις ενός νομίσματος.

Την τελετουργία την είχε διδαχθεί από τον Ίλεθ, όπως κι εκείνος την είχε διδαχθεί από τον πρόγονό τους, Λάνγκον Άτρας (Langon = longsword) κι εκείνος από τους προγόνους τους. Η súlë, όπως την ονόμαζαν ή Πνοή, ήταν μία παράδοση που τους κληροδότησε ο Μανκουεντάνο, ο οποίος, σύμφωνα με το Μύθο, είδε τα μονοπάτια προς την Ανατολή  όταν έμαθε να αναπνέει στον ίδιο ρυθμό με τα όπλα του.

~

Της σύστησαν να προσέξει τον “Τεχνίτη”. Φυσικά, δεν το έκανε. Η Ιλίντιεν αναδύθηκε από την Πνοή της τη στιγμή που το πλήθος επευφημούσε το Σιδηρόφρακτο και πλησίασε στην αρένα για να πάρει θέση ενάντια στη Βαλησίνη πρωταθλήτρια.

“Είδες; Σιδηρόφρακτος!” της είπε και πάλι ο Χύαμ, που φαίνονταν ενθουσιασμένος με τον άνδρα. Η Ιλίντιεν του έριξε ένα αποκαρδιωτικό βλέμμα που το συμβούλευε να θυμηθεί την περηφάνεια του.
“Καταφράκτης”. απάντησε κοφτά και απομακρύνθηκε.

~

Στην επόμενη Πνοή, η Ιλίντιεν αναδύθηκε νωρίτερα. Θεώρησε πως διατηρήθηκε ο συντονισμός της με τα όπλα από τον προηγούμενο αγώνα. Πλησίασε την αρένα για να δει το Σιδηρόφρακτο να κουτσαίνει ελαφρά και αποχώρησε για να αναμετρηθεί με το Χύαμ.

Μετά τον αγώνα, οι Θεραπευτές την έλεγξαν, όπως όλους τους διαγωνιζόμενους και περιποιήθηκαν το κάψιμο γύρω από το ρούνο της μέσης της, που η Ιλίντιεν δεν είχε αντιληφθεί.

~

Στον αγώνα του Χέργκολορ, δεν υπήρχε χώρος για Πνοή. Η μόνη πνοή που υπήρχε επιβάλλονταν να αφιερωθεί στο Σεβάσμιο Πολεμιστή. Από το χώρο προετοιμασίας, η Ιλίντιεν και ένας ηττημένος Χύαμ παρακολουθούσαν με ευλάβεια και καμάρι την ευκολία με την οποία μελετούσε το Σιδηρόφρακτο. “Άξιος αντίπαλος”, παραδέχτηκε η Ιλίντιεν από τις πρώτες κιόλας ανταλλαγές. Κατάλαβε γιατί ο Χύαμ ήταν εκστασιασμένος με έναν Άνθρωπο και πήγε να του χτυπήσει τον ώμο σε συνθηκολόγηση, αλλά εκείνη τη στιγμή, η Κουναχυάντα του Σεβάσμιου Χέργκολορ εμφανίστηκε μέσα στην αρένα. Η Ιλίντιεν κράτησε την ανάσα της. Αυτό το όπλο το ιερό…

Στα χείλη της ήρθε σαν νερό, αλλά άφησε το ρυάκι να κυλήσει μέσα στο μυαλό της, “Tarii nirene ilweni imma…” (Τον ουρανό τον ίδιο έκοψε, Καθώς πετά το Τάρι…) 

Προς μεγάλη της έκπληξη, κάποιος από τους θεατές που γνώριζε τον Ίλμπριελ Χέργκολορ απήγγειλε το τραγούδι του Λαζτάνα, το μικρό ποίημα που τους συνόδευε από τη στιγμή που χρίζονταν και εξυμνούσε την καλύτερη αρετή τους, χαρακτηριστικό από το οποίο μπορούσε κάποιος να ταυτοποιήσει τον άγνωστο αντίπαλο και που τους συνόδευε στο θάνατο.

“Πόσοι βρίσκονται στο παλάτι;” ρώτησε το Χύαμ με μάτια που άστραφταν και πήρε μέρος στην κατάνυξη, παρατηρώντας το Σιδηρόφρακτο με προσοχή. Τα Ξωτικά τραγούδησαν δυνατότερα και έψαξαν βαθύτερα, ενώ αποθέωναν τον Ίλμπριελ Χέργκολορ, σαν προάγγελοι της Μητέρας. Ο Σεβάσμιος δε δυσκολεύτηκε να αποσπάσει μέρος του όπλου του Σιδηρόφρακτου και να διαπεράσει την πανοπλία του, θέαμα που η Ιλίντιεν δεν πρόλαβε να δει, γιατί η προσοχή της κατευθύνθηκε στον απότομο πόνο που ο ρούνος στη μέση της έστειλε σαν κεραυνό σε όλο της το κορμί. Η Ιλίντιεν ταράχτηκε.
“Κίνδυνος στην Ακαδημία;” σκέφτηκε και έτρεξε μακριά από την αρένα για να βρει ένα γρήγορο τρόπο να επικοινωνήσει μαζί τους, αλλά γρήγορα σταμάτησε, καθώς οι σκέψεις ξεκαθάριζαν στο μυαλό της. Κάποιος βρίσκονταν σε κίνδυνο όπως φαίνονταν, κάποιος αγαπημένος, αλλά δεν είχε κάτι να φοβάται. Ο Λάντριαν είχε μείνει στην Ακαδημία. Ότι και να ήταν, θα το αντιμετώπιζε χωρίς να χρειάζεται τη βοήθειά της, οπότε το μόνο που είχε να κάνει ήταν να απολαύσει τους αγώνες και να αφήσει τον πόνο να σιγοσβήσει.

Η Ιλίντιεν άρχισε και πάλι να τραγουδά στο δρόμο για την αρένα. Το τραγούδι του Λαζτάνα αντηχούσε πιο δυνατό από ποτέ και τα Ξωτικά ακούγονταν σίγουρα μέχρι θανάτου. Ξαναφάνηκε σε μια στιγμή παύσης, όπου ο Σιδηρόφρακτος φάνηκε να γυρίζει προς το μέρος τους. “Ε;” ήταν το μόνο που σκέφτηκε μέσα στο τραγούδι. Κοίταξε το Χύαμ και το ρώτησε με μια κίνηση αν γνωρίζονται με τον τύπο που ανασήκωνε τους ώμους του, αλλά συμπέρανε ότι κουβαλούσε κι εκείνος ψυχολογικά, όπως όλοι τους, οπότε συνέχισε να τον παρακολουθεί τραγουδώντας για το Σεβάσμιο Χέργκολορ, μέχρι που η παραφωνία από τις κερκίδες άρχισε στα αλήθεια να την εκνευρίζει.

“Ποιο είναι το πρόβλημά σας ρε αγριόζωα, γαμώ τον Άρθερ!” φώναξε προς τις κερκίδες και ο Χύαμ την τράβηξε από μανίκι σκανδαλισμένος.
“Εσύ τραγούδα δυνατότερα!” φώναξε στο Χύαμ και την ίδια στιγμή γρύλισε από τον πόνο ενός ακόμη καψίματος.
“Μέλκορ, είμαι δίπλα σου!” σκέφτηκε στη θύμιση του αγαπημένου της προσώπου και φαντάστηκε ότι του έστελνε όλη της τη δύναμη.

Ο Σιδηρόφρακτος ξερίζωσε την κομμένη κεφαλή της σφύρας και τα πλήθη συνταράχτηκαν, μαζί και οι δύο Λαζτάνα που επευφήμησαν την ατρόμητη κίνηση.
“Hrangon imma!” (Σκληρέ μου!), βρυχήθηκε η Ιλίντιεν ενθαρρυντικά προς το Σιδηρόφρακτο και έψαλε το τραγούδι του Χέργκολορ με αναζοπυρωμένη ζέση. Πίστευε στο Σεβάσμιο, πίστευε στο Λαζτάνα, στην κληρονομιά και την ανατροφή της, στο αίμα της. Κι όμως, στο τελευταίο Άλμα της Αθλομάχης άρχισαν να φαίνονται οι ρωγμές στον, κατά τα άλλα, απροσπέλαστο τοίχο αφοσίωσης στη φυλή της, γιατί τον τελευταίο χρόνο, η Ιλίντιεν είχε δει με τα μάτια της και είχε βιώσει με την ύπαρξή της πώς εκεί έξω υπήρχαν κι άλλοι “Άριστοι”. Στον Ήθεριντ ανέτελλαν δυνάμεις και προσωπικότητες μοναδικές, όπως ο αγαπημένος της Λάντριαν, όπως τούτος εδώ ο Σιδηρόφρακτος που ακολούθησε το Χέργκολορ στο Κυνήγι του Τάρι και κανείς δε μπορούσε να αμφισβητήσει ότι η φυλή της δεν ήταν η μόνη που έβγαζε ήρωες. Γι’ αυτό και όταν ο Σιδηρόφρακτος πέρασε το Σεβάσμιο, η Ιλίντιεν πίστευε ακόμη στη νίκη του, όχι ως πεποίθηση, αλλά ως προσευχή, ως ελπίδα, η οποία θρυμματίστηκε όταν το σώμα του Ίλμπριελ Χέργκολορ προσέκρουσε στο έδαφος.

~

...Και ο κλήρος έπεσε σε εκείνη. Πίσω από την ανοιχτή είσοδο του αγωνιστικού χώρου κάθονταν η Ιλίντιεν Άτρας με μάτια κλειστά, πλαισιωμένη από το Ράταρ Χύαμ και τον Ίλμπριελ Χέργκολορ που οι Θεραπευτές φρόντισαν γρήγορα και αποτελεσματικά. Πριν βυθιστεί στο λήθαργο της προετοιμασίας, έστειλε προσευχή στη Μητέρα να κρατήσει τους αγαπημένους της ασφαλείς, να λήξει όποια αναταραχή αφύπνιζε το ρούνο της για να καταφέρει να συγκεντρωθεί στην επόμενη μάχη.

“Mahta!” (Κράτα), πρόσταξε το Χύαμ με βαριά φωνή και του έδωσε να κρατήσει μία από τις παχιές πλεξούδες της, ώστε να μπορέσει να τις δέσει. Ηττημένος και ταπεινωμένος, ο Χύαμ υπάκουσε χωρίς να διαμαρτυρηθεί, μέχρι η Ιλίντιεν να ολοκληρώσει την προετοιμασία της. Αποτύπωσε τις κινήσεις του Σιδηρόφρακτου στο νου της, τον άγριο τρόπο που πολεμούσε, απόλαυσε τις παντοδύναμες φόρμες του από τη θέση του θεατή. Ύστερα είδε την ίδια. Διέφεραν στη δύναμη, μειονέκτημα που η Ιλίντιεν μπορούσε να αντισταθμίσει με την ευελιξία της, αν επέλεγε να τη χρησιμοποιήσει.

“ Barfan!” (Αρμάτωσέ με)

Ο Χύαμ πλησίασε με το περιτραχήλιο στα χέρια, άλλα του το πήρε ο Χέργκολορ που ανέλαβε από μόνος του να το δέσει στην Ιλίντιεν. Θεώρησε τιμή να βοηθήσει στην προετοιμασία της. Από το σάκο που είχε φέρει μαζί της, οι Λαζτάνα έβγαλαν τις επωμίδες και τις προσάρτησαν στον περίτεχνο θώρακα που η Ιλίντιεν φορούσε ως φόρεμα και ύστερα ως προστατευτικό. Της πέρασαν τους βραχίονες, που έκλεισαν ερμητικά γύρω από το δέρμα της. Η Ιλίντιεν σηκώθηκε και στάθηκε με τα πόδια λίγο ανοιχτά, τόσο ώστε να της συνδέσουν τους προφυλακτήρες στο κάτω μέρος του θώρακα, τις επιγονατίδες και τέλος, τις περικνημίδες με τα ατσάλινα παπούτσια ως τον αστράγαλο που φορούσε εξαρχής. Η Λαζτάνα τέντωσε τα χέρια και με μία συντονισμένη κίνηση, οι σύντροφοι της φόρεσαν τα γάντια.

Εισέπνευσε βαθιά στην ακροβασία μεταξύ του πραγματικού και του ακίνητου κόσμου. Τέρμα τα ψέματα. Ο Σιδηρόφρακτος ήταν αλήθεια, η αλήθεια που καλούνταν να αντιμετωπίσει μετά την ήττα του Χέργκολορ. Αυτό το κατόρθωμα και μόνο τον τοποθετούσε ως προτεραιότητα στη λίστα με τους Πολεμιστές που έπρεπε να νικήσει. Δεν ήξερε τι έκανε πριν και δεν ήθελε να ξέρει, αρκεί να τον λύγιζε. Η εμφάνιση ενός τέτοιου τέρατος δύναμης στην κόψη της ειρήνης κραύγαζε άμεσο κίνδυνο που επιβάλλονταν να μετρηθεί, γι’ αυτό και η Ιλίντιεν προετοιμάστηκε να τον αντιμετωπίσει με όλη τη σοβαρότητα που του άξιζε. Από αυτή τη μάχη ανέμενε να μάθει πολλά για τον αντίπαλό της και για την ίδια. Πόσο μπορούσε να αντέξει, ποια χτυπήματα μπορούσε να υπομείνει, ποια τα αδύναμα σημεία του. Όσο περισσότερο ανέλυε το Σιδηρόφρακτο, τόσο περισσότερο έπειθε τον εαυτό της πως έπρεπε να τον κερδίσει πάση θυσία. Όχι για την ίδια βέβαια. Αν ήταν να κερδίσει ή να χάσει για τον εαυτό της, ούτε που νοιάζονταν. Ανέκαθεν δεν την ένοιαζε για την ίδια, όπως και η οικογένειά της δε νοιάζονταν για εκείνη. Ας έπεφτε, δε θα την έκλαιγε δα και κανείς, η ύπαρξή της θα έσβηνε για πάντα, ίσως και να απάλλασσε τον οίκο της από το βάρος της παρουσίας της. Εκείνη όμως νοιάζονταν για άλλους. Με αυτόν τον αγώνα, η Ιλίντιεν ποθούσε να εξασφαλίσει ότι μπορούσε να αντισταθεί, ότι, αν στο άμεσο μέλλον το έφερνε έτσι η μάχη, θα μπορούσε να κρατήσει έναν εχθρό σαν το Σιδηρόφρακτο αρκετά για να διαφύγει ο Λάντριαν και να ζήσει.

Άπλωσε το χέρι στο Ράταρ Χύαμ. “I Cunahyandalda” (Την Κουναχυάντα σου)
Ο Χύαμ την κοίταξε αποσβολωμένος, αλλά η Ιλίντιεν παρέμεινε ακίνητη σαν πέτρα.
“I Cunahyandalda” επανέλαβε με πρόσωπο σοβαρό και αποφασισμένο. Τι περίμενε; Ότι θα έμπαινε η Ιλίντιεν στην τελική μάχη μόνο με το μαστίγιο;
Ο Χέργκολορ του έκανε νόημα να την παραδώσει. Από τη στιγμή που έχασε, ήταν υπόχρεός της.
Ο Χύαμ τράβηξε την Κυρτή Λεπίδα του και την παρέδωσε στην Ιλίντιεν με ένα αναστεναγμό, ενώ εκείνη τύλιξε το καλυμμένο χέρι της γύρω από τη λαβή του πανέμορφου όπλου με όλο το σεβασμό του κόσμου και θαύμασε την ομορφιά του.
“Isilma” ψιθύρισε προφέροντας το όνομα της μακριάς λεπίδας που ανέδυε λάμψη φεγγαρόφωτος. Τα χέρια της γραπώθηκαν γερά γύρω από τη χρυσή λαβή και τη ζύγισαν.

Εκείνη τη στιγμή, οι πόρτες του αγωνιστικού χώρου άνοιξαν διάπλατα. Σάλπιγγες που ανακοίνωναν τους διαγωνιζόμενους ηχούσαν από χαμηλά. Στις κερκίδες, το πλήθος ζητοκραύγαζε, παρόλο που δεν ήταν με το μέρος κανενός από τους δύο Πολεμιστές. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν ένα καλό, κατά προτίμηση βίαιο θέαμα.

Μπροστά και μακριά της, η Ιλίντιεν αντίκρισε τον αντίπαλο με τη βαριά πανοπλία να κάνει τα πρώτα βήματα και επικέντρωσε το βλέμμα της σε εκείνο. Ήλπιζε ότι την είχε δει, εύχονταν ότι πρόσεξε τη βλοσυρή ματιά που κάρφωσε επάνω του, πως ήξερε ότι έβγαινε για εκείνον. Ο Χέργκολορ της φόρεσε το κράνος και έριξε μια σφαλιάρα δυνατή στο μέταλλο για επιτυχία.

Ξαφνιασμένοι, οι θεατές κράτησαν την ανάσα τους στο μεταλλικό άκουσμα των βημάτων που προέρχονταν από τη μεριά της Ιλίντιεν. Στην αρένα ξεπρόβαλλε ακόμη μία φιγούρα με βαριά πανοπλία, σε χρώμα σκούρο πράσινο, με μία κάθετη ρίγα σε χρώμα ασημένιο, Ακαδημία Ράζναρυ. Οι θεατές άρχισαν και πάλι να επευφημούν στο θέαμα καθώς η Ιλίντιεν έπαιρνε θέση απέναντι από το θεόρατο Σιδηρόφρακτο με το κεφάλι ψηλά. Υποκλίθηκε στον αντίπαλο και μετά στον κριτή. Πριν ξεκινήσει η μάχη, η Ιλίντιεν στράφηκε προς το Βασιλικό ζεύγος.

“Ni vayda i serce pice yaisanya uparuva.” (Ορκίζομαι το αίμα στη λεπίδα μου να μη στεγνώσει)

Ελάχιστοι κατάλαβαν τα λόγια που οι Λαζτάνα ορκίζονταν μπροστά στο Βασιλιά τους πριν ορμήξουν στη μάχη, αλλά όλοι αισθάνθηκαν την πυγμή με την οποία ειπώθηκαν.

Η Ιλίντιεν στράφηκε ξανά προς τον αντίπαλο και έμμεινε ακίνητη. Τώρα που τον είχε απέναντι, αμίλητο και σοβαρό όπως εκείνη, αναγνώρισε πως η ώρα να επενδύσει όλες της τις δυνάμεις είχε φτάσει. Έτσι, η Ιλίντιεν μισόκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε στη μορφή του Σιδηρόφρακτου και τις πλάτες του που έκρυβαν τον ήλιο.

Γύρω της, η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Τα μάτια της, από ζεστό βιολετί, παλινδρόμησαν σε παγωμένο μωβ, η πλάση πάγωσε. Η Ιλίντιεν άκουγε την ανάσα της, άκουγε και την ανάσα του αντιπάλου. Όλα ήταν ξεκάθαρα, οι ήχοι τους, οι κινήσεις, όλα διακριτά. Στο χώρο υπήρχε μόνο εκείνος και εκείνη με μυαλό καθαρό, με κρίση ξάστερη. Αυτός ο αντίπαλος θα λύγιζε μόνο αν έδινε τον καλύτερό της εαυτό. Η Ιλίντιεν ύψωσε την Κουναχυάντα του Ράταρ Χύαμ, πάτησε δυνατά στο έδαφος και επιτέθηκε στεφανωμένη με καθαρή Οργή.




Λάντριαν

O Κρόλι και ο Καζάρο είχαν επιμείνει να "ενδυναμώσουν" τον πρώην αρχηγό τους μετά τη μάχη του εναντίον του Χέργκολορ, και πριν τη μάχη του με τη γυναίκα που αγαπούσε. Ο Λάντριαν δεν μπορούσε να αρνηθεί, και ως κλασσική Σφύρα, οι τρεις άντρες κατέληξαν να πίνουν και να γελάνε, αντί ο Λάντριαν να προετοιμαστεί με κατάνυξη και να συνδεθεί με τα όπλα του.

"Χα! Το έκανες πάλι, τεράστιε μπάσταρδε!" φώναξε ο Κρόλι, χτυπώντας τον Λάντριαν στην τεράστια πλάτη του και πίνοντας. "Όπως τον παλιό καλό καιρό, εξέλιξες τον τρόπο μάχης, ξανά! Τους έδωσες κάτι που δεν έχουν δει όλους αυτούς τους αιώνες που κρατάνε σημειώσεις και γράφουν βιβλία για τη μάχη! Αυτός είναι ο τρόπος μας! Θυμάσαι τη μάχη στη Σελόν???" ρώτησε με ενθουσιασμό ο Κρόλι. Τα μάτια του νεότερου Καζάρο έλαμψαν όταν το άκουσε αυτό, γιατί ως νεότερος δεν είχε ζήσει αυτή τη μάχη. Την είχε ακούσει πολλές φορές, αλλά όχι παρουσία του Λάντριαν.

"Θυμάμαι...ήταν η μάχη που μας έβαλε πραγματικά στο χάρτη." είπε ο Λάντριαν και ήπιε από τη μπύρα του, και τα μάτια του έγιναν απόμακρα καθώς ο άντρας χάθηκε στις αναμνήσεις του.

-----------------

1298, Χειμώνας. Κοιλάδα της Σελόν

Ο Λάντριαν επιθεώρησε τους πολεμιστές του. Εξήντα οκτώ στον αριθμό, μαζί με τον ίδιο, ήταν θαύμα που είχε καταφέρει να μαζέψει, να εκπαιδεύσει, να εξοπλίσει έστω και τόσους. Φυσικά, είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη στην προσπάθειά του, αλλά αν αυτή η μάχη πήγαινε καλά, τα πράγματα θα έφτιαχναν. Εξήντα οκτώ άντρες και γυναίκες, όλοι Πολεμιστές διαφορετικού επιπέδου, κάποιοι ακόμα και εκπαιδευμένοι στην Ακαδημία, κάποιοι οριακά καλύτεροι από απλούς στρατιώτες.

Όλοι τους είχαν θέση στην καρδιά του, και για όλους ήξερε όχι μόνο το όνομά τους, αλλά τα ονόματα της οικογένειάς τους, την ιστορία τους, τους στόχους και τους φόβους τους, τους ήξερε έναν προς έναν, είχε διασταυρώσει ξίφη μαζί τους, είχε τσουγκρίσει κούπες, είχε φυλάξει σκοπιές.

Σήμερα, κάποιοι θα πέθαιναν. Ίσως και ο ίδιος.

Το πεδίο της μάχης ήταν η κοιλάδα της Σελόν, κοντά στα σύνορα των συνόρων μεταξύ του βασιλείου των Ανθρώπων και των Ξωτικών. Έκανε κρύο και έβρεχε εδώ και τρεις μέρες. Παρ όλα αυτά, η ομάδα του Λάντριαν είχε, υπό το παράδειγμά του, δείξει αρκετή πειθαρχία ώστε ο ομοιόμορφος εξοπλισμός της να είναι σε καλή κατάσταση, προσεγμένος και επιθεωρημένος τακτικά. Κάθε μέλος είχε ασπίδα, τέσσερα ακόντια, δόρυ και ξίφος, μαχαίρι, κράνος, καθώς και πανοπλία με κρίκους. Βαρύς οπλισμός, που ζύγιζε τουλάχιστον δέκα κιλά. Βαρύ πεζικό. Δεν είχαν ούτε ένα άλογο.

Σε αντίθεση, οι αντίπαλοί τους, Ξωτικά που είχε οδηγήσει ως εκεί κάποιος ξιπασμένος νεαρός άρχοντας που ήθελε να αποδείξει την αξία του, φρέσκος από την αντίστοιχη Ακαδημία των Ξωτικών, και να φτιάξει όνομα, είχαν ιππικό, τοξότες με ελαφριές πανοπλίες, και κάποιο πεζικό, όχι τόσο βαρύ. Φυσικά, κανένας Λαζτάνα, αλλιώς τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ο αριθμός τους ήταν σίγουρα τριπλάσιος από την ομάδα του Λάντριαν.

Ο Λάντριαν δεν ήταν μόνος του. Οι κάτοικοι των οικισμών και χωριών της Σελόν που είχαν προσλάβει τη μισθοφορική ομάδα είχαν επίσης συγκεντρωθεί, άντρες κυρίως που κατείχαν όπλα και εξοπλισμό και είχαν κάποια στρατιωτική εκπαίδευση και εμπειρία, ήταν αρκετοί ώστε να εξισώσουν την αναλογία μεταξύ των δύο στρατών, αλλά τους έλειπε η ποιότητα και η εμπειρία σε σχέση με τα Ξωτικά, αλλά και ο εξοπλισμός. Ο Λάντριαν σίγουρα δεν βασίζονταν σε αυτούς, και είχαν το δικό τους διοικητή, τον δήμαρχό τους.

"Άντρες και γυναίκες!" φώναξε ο Λάντριαν. Παρά το νεαρό των χρόνων του, έχοντας δει μόλις 20 χειμώνες, το παράστημά του ήταν επιβλητικό και η φωνή του βαθιά.

"Σήμερα δεν πιάσαμε τα Ξωτικά γυμνά να λιάζονται, και θα έχουμε μια πραγματική μάχη!" είπε ο Λάντριαν, ξεσηκώνοντας γέλια από την ομάδα του. Αναφερόταν σε μια ενέδρα που είχαν καταφέρει να εκτελέσουν με επιτυχία μιάμιση εβδομάδα πριν, και είχαν πιάσει μια αντίστοιχη ομάδα Ξωτικών στον ύπνο, έχοντας περάσει επικίνδυνα ορεινά περάσματα μέσα σε φοβερό κρύο, και έχοντας δείξει τεράστιο θάρρος, προκειμένου να επιτεθούν στα Ξωτικά από μεριά που δεν θα περίμεναν ποτέ. Η ένταση πριν από τη μάχη μειώθηκε κάπως με το γέλιο.

"Σήμερα θα έχουμε μια πραγματική μάχη. Τη μεγαλύτερη που είχαμε ποτέ ως τώρα, και ίσως την πιο σημαντική! Έχουμε προετοιμαστεί για το τι θα κάνουμε, έχουμε ματώσει τα πόδια μας ώστε να συγχρονιζόμαστε σαν χορευτές. Έρχεστε πολλοί και μου λέτε ότι βλέπετε τους ελιγμούς μας στον ύπνο σας, και σας διαβεβαιώ ότι και για εμένα έτσι είναι!" είπε με περηφάνια και πολλοί χαμογέλασαν κάτω από τα κράνη τους.

"Δείτε ποιους έχετε απέναντι!" είπε ο Λάντριαν και έδειξε τους αντιπάλους που είχαν παραταχθεί. Οι τοξότες πιο μπροστά, έτοιμοι να ρίξουν τις πρώτες βολές πριν υποχωρήσουν, το πεζικό μετά, και δίπλα του το ιππικό, έτοιμο να ορμήξει σε αποδυναμωμένους εχθρούς.

"Ξωτικά που νομίζουν ότι η δόξα της μάχης βρίσκεται στην επίθεση σε μικρά χωριά στην ΄ακρη του πουθενά. Δείτε τους! Τόσο άνετοι! Τόσο γαλήνιοι, ε? Είναι επειδή είναι σίγουροι για τις ικανότητές τους? Είναι επειδή έχουν άλογα και τοξότες και περισσότερο φαί από εμάς τους βρωμερούς?" ρώτησε ο Λάντριαν, και μετά κούνησε το κεφάλι του.

¨"Όχι. Είναι επειδή δεν πιστεύουν ότι οι μισθοφόροι πρέπει να τους ανησυχούν. Είναι επειδή δεν πιστεύουν ότι οι μισθοφόροι θα κάτσουν να πολεμήσουν σοβαρά και να πεθάνουν. Είναι επειδή δεν πιστεύουν ότι οι μισθοφόροι είναι σοβαροί στρατιώτες και όχι "αυτοί που δεν τα κατάφεραν"." είπε ο Λάντριαν και όλα τα μάτια μπροστά του γέμισαν με μίσος.

"Σήμερα, γενναίοι μου, θα τους κάνουμε να πιστέψουν!" είπε ο Λάντριαν με τρομακτική ένταση και σήκωσε το μακρύ σπαθί του, και όλη η ομάδα του έκανε το ίδιο και άφησε μια φοβερή ιαχή. Ήταν έτοιμοι. Ήταν ένα.

Η μάχη ξεκίνησε, και οι πολεμιστές άρχισαν να κινούνται αργά, να προσεγγίζουν τον αντίπαλο. Ο Λάντριαν είχε χωρίσει την ομάδα του σε δύο υπο ομάδες, και διατηρούσε τον έλεγχο της μίας, ενώ το δεξί του χέρι, ένας γεροθείος ονόματι Σκρελ, οδηγούσε την άλλη. Οι ασπίδες ήταν σηκωμένες, γιατί οι ελαφρά προστατευμένοι, ευκίνητοι τοξότες των Ξωτικών σύντομα πλησίασαν περισσότερο και άφησαν τα υπόλοιπα Ξωτικά πίσω, έτοιμοι να γεμίσουν βέλη το αργοκίνητο πεζικό του Λάντριαν.

"Σταθερά....σταθερά..." είπε ο Λάντριαν. "Ασπίδες!" φώναξε καθώς το πρώτο κύμα από βέλη εξαπολύθηκε. Ο φριχτός, μεταλλικός ήχος των βελών να προσκρούουν στις ασπίδες ακούστηκε, σαν το πιο δαιμονισμένο χαλάζι. Ευτυχώς η βροχή ήταν με το μέρος του Λάντριαν, εμποδίζοντας τις βολές. Οι τοξότες αποφάσισαν ότι έπρεπε να πλησιάσουν και άλλο για να εκτελέσουν πιο ευθείες, δυνατές βολές.

Αυτό ήθελε ο Λάντριαν.

"Επίθεση!!!" φώναξε, και με μιας το πεδίο της μάχης λούστηκε με φως, καθώς τριάντα άτομα κάλεσαν αιθερικά πλάσματα που καβάλησαν με το Άτι της Αθλομάχης. Άλογα, λύκοι, αγριογούρουνα, κριάρια, όλα ξεχύθηκαν με τρομακτική ταχύτητα προς τους προωθημένους τοξότες των Ξωτικών, οι οποίοι όταν το είδαν αυτό άρχισαν να υποχωρούν γρήγορα, άτακτα.

Αναμενόμενα, το ιππικό των Ξωτικών πήρε εντολή να φύγει από το πλευρό του πεζικού που το προστάτεψε και να προφτάσει να υπερασπιστεί τους προωθημένους τοξότες από το ξαφνικό "ιππικό" του Λάντριαν. Δεν τα κατάφερε ποτέ όμως.

"Ακόντια!!" φώναξε ο Σκρελ, και οι δικοί του πολεμιστές άφησαν τις ασπίδες τους και τράβηξαν τα ακόντιά τους. Χρησιμοποιώντας τα Βέλη της Αθλομάχης, εξαπέλυσαν μια βροχή από ακόντια στο ακάλυπτο ιππικό, τα πολλαπλάσια ακόντια ήταν σαν να έρχονται από διπλάσια ή τριπλάσια σε μέγεθος ομάδα, και χτύπησαν άλογα και αναβάτες, δημιουργώντας χάος, κάνοντας τους πίσω να πέσουν πάνω στους μπροστινούς.

Το πεζικό των Ξωτικών έτρεξε να προφτάσει τους τοξότες, αλλά ήταν και αυτοί αργοί και δεν θα προλάβαιναν εγκαίρως. Η ομάδα του Λάντριαν τους έφτασε ορμητικά, και με τον βαρύτερο και καλύτερο οπλισμό τους άρχισαν να κατατροπώνουν τους τοξότες που υποχωρούσαν. Τα Ξωτικά προσπάθησαν να δημιουργήσουν μικρούς θύλακες αντίστασης και να οργανωθούν, αλλά ο Λάντριαν ήταν πάντα εκεί, διασπώντας τους με ορμή και πράξεις ανδρείας και ανώτερη πολεμική ικανότητα. Οι επίφοβοι τοξότες των Ξωτικών είχαν εξουδετερωθεί σε μια στιγμή!

Το ιππικό των Ξωτικών δεν τα πήγε καλύτερα. Το πλήγμα από τους "τοξότες" του Λάντριαν ήταν σοβαρό, αλλά όχι το μόνο. Έχοντας ξεκαθαρίσει την κατάσταση με τους τοξότες, η ομάδα του Λάντριαν, που πλέον δεν είχε άτια, τράβηξε τα δικά της ακόντια και από την προωθημένη τους θέση χρησιμοποίησαν και οι ίδιοι τα Βέλη της Αθλομάχης, εξαπολύοντας άλλη μια βροχή από πολλαπλάσια ακόντια στο ήδη χτυπημένο ιππικό, κάνοντάς το να υποχωρήσει άτακτα, με βαριές απώλειες.

Το πεζικό των Ξωτικών έφτασε την ομάδα του Λάντριαν, που συγκεντρώθηκαν σε στενό σχηματισμό και τους υποδέχτηκαν, ασπίδα με ασπίδα, δόρυ με δόρυ, ξίφος με ξίφος. Όλοι πολεμούσαν σαν λιοντάρια, αισθανόμενοι το βλέμμα του Λάντριαν και των συμπολεμιστών τους πάνω τους, θέλοντας να πραγματοποιήσουν πολεμικούς άθλους που θα λέγονταν γύρω από τη φωτιά το βράδυ. Αν και μέρος του πεζικού των Ξωτικών ήταν απασχολημένο με τους χωρικούς, οι αντίπαλοι του Λάντριαν ήταν περισσότεροι.

"Σταθερά τώρα...σταθερά! Αντέχουμε!" φώναξε ο Λάντριαν, κάνοντας την ομάδα του να πολεμήσει αμυντικά και να υποχωρήσει σταδιακά, αργά συγκροτημένα. Τα Ξωτικά είχαν χάσει τους τοξότες και το ιππικό τους, αλλά το πεζικό μύριζε τη νίκη και πίεσε.

Μοιραίο λάθος.

"Επίθεση!!" ακούστηκε η φωνή του Σκρελ...από πίσω από τα Ξωτικά. Καβάλα σε Άτια της Αθλομάχης, ήταν η σειρά τους να γίνουν ιππικό! Είχαν κυκλώσει το πεζικό των Ξωτικών που, μπλεγμένο σε μάχη, προχωρώντας όταν ο Λάντριαν υποχωρούσε, χωρίς τοξότες ή ιππικό να είναι τα μάτια και τα αυτιά τους, δεν είχαν διακρίνει τον ελιγμό. Η ομάδα του Σκρελ χτύπησε από πίσω, και τα Ξωτικά βρέθηκαν πιασμένα στα σαγόνια της ομάδας του Λάντριαν. Πολέμησαν απελπισμένα αλλά μέσα σε λίγα λεπτά είχαν ηττηθεί.

Η μάχη της Σελόν ήταν η μάχη που έβαλε τη Σφύρα στο χάρτη των μαχών των συνόρων. Από τον τελευταίο ελιγμό της δόθηκε το όνομά της, "Σφύρα", και τα κατορθώματά της έφτασαν μέχρι και στα αυτιά του βασιλιά. Πολλοί βετεράνοι, διοικητές αλλά και μελετητές της μάχης συζήτησαν αυτά που άκουσαν, πώς δύο μονάδες πεζικού είχαν μετατραπεί, εναλλάξ, σε ιππικό, τοξότες και ξανά πεζικό προκειμένου να νικήσουν μια αριθμητικά ανώτερη δύναμη, χρησιμοποιώντας ικανότητες της Αθλομάχης.

Η τέχνη του πολέμου είχε εξελιχθεί εκείνη τη μέρα, και ο Λάντριαν, ο αρχηγός της Σφύρας, ήταν ο εμπνευστής και νους πίσω από αυτό. Είχε επιμείνει τόσο πολύ στην εκπαίδευση αυτών των πολεμιστών, και πάντα τους δίδασκε την Αθλομάχη. Όπως έλεγε συχνά, ο Αλ Ρασίντ μπορεί να ήταν χρήσιμος σε μονομάχους και δολοφόνους που μπορούσαν να κάνουν προσεκτικές κινήσεις, που δεν χρειαζόταν να αναμένουν επιθέσεις από κάθε πλευρά εκεί που τηλεμεταφέρονταν ή μπορούσαν να έχουν τη συγκέντρωση για να ελέγχουν τις Σκιές τους, αλλά στο χαοτικό πεδίο της μάχης, θέση είχε μόνο η Αθλομάχη.

΄Στις επόμενες μάχες αυτό συνέχισε. Η Σφύρα, ξανά και ξανά, βρήκε τρόπους να αλλάξει τον τρόπο που γίνονταν οι μάχες. Πολλοί εχθροί και σύμμαχοι προσπάθησαν να μιμηθούν ή να περιμένουν αυτές τις τακτικές μετά από κάποιο καιρό, αλλά η Σφύρα πάντα είχε το προβάδισμα, πάντα είχε περισσότερο χρόνο να εκπαιδευτεί και να καινοτομήσει υπό την καθοδήγηση του Λάντριαν.

Δεν χρειάστηκε παρά λίγα χρόνια για να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη και ισχυρότερη μισθοφορική ομάδα του βασιλείου των Ανθρώπων, με επίσημα συμβόλαια με το στέμμα, και πολύ διαφορετικές δομές και κονδύλια σε σχέση με το πώς ξεκίνησαν. Κάποια πράγματα όμως δεν άλλαξαν. Ο Λάντριαν εξακολουθούσε να γνωρίζει όλους τους πολεμιστές του σε βάθος, έναν προς έναν. Να τους  έχει εκπαιδεύσει όλους, και να έχει πιεί με όλους. Αυτό ήταν το μυστικό της Σφύρας.

------------


Η αναπόληση σε αυτό το παρελθόν, σε εκείνο τον καιρό, ίσως ήταν η καλύτερη προετοιμασία που θα μπορούσε να είχε κάνει ο Λάντριαν, παρέα με φίλους και ποτό. Όταν ο Σιδηρόφρακτος βγήκε στην αρένα είχε μια μεγάλη στρογγυλή ασπίδα και ένα πολεμικό σφυρί στο άλλο χέρι του. Περίμενε την αντίπαλό του, και ο αέρας γύρω του ήταν διαφορετικός, με ένα ανεπαίσθητο αλλά ξεκάθαρο τρόπο. Δεν υψωνόταν πλέον σαν βουνό, και η παρουσία του δεν ήταν τέτοια που να πνίγει τους γύρω του και να τους κάνει να κρατάνε την ανάσα τους περιμένοντας ένα ξέσπασμα σαρωτικής βίας.

Όχι. Ο Σιδηρόφρακτος φαινόταν...ήρεμος. Σκεφτικός. Παρατήρησε προσεκτικά την αντίπαλό του, και αισθάνθηκε την αποφασιστικότητά της στο πετσί του, σαν ψύχος να τον τυλίγει, αλλά να μην μπορεί να διαπεράσει το δέρμα του.

Με μετρημένο τρόπο, ο Σιδηρόφρακτος έκανε βήμα μπροστά και σήκωσε την ασπίδα του για να δεχτεί το πρώτο χτύπημα, και το χέρι που κράδαινε το σφυρί ταυτόχρονα επιτέθηκε πλαγιοκυκλικά προς τα πλευρά της αντιπάλου του.

Η μάχη ξεκίνησε.