Rasnarry Academy

Κρασί και αναπόληση [Ανοιχτό, 1 άτομο]

Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
(Σκέφτομαι να ξεκινήσω να γράφω παρελθοντικές σκηνές σαν αναπόληση, αλλά αν κάποιος έχει λόγο να χτυπήσει την πόρτα της και να την επισκεφτεί βράδυ, ή να κάνει κάτι τύπου θόρυβο και να βγει η Σύλβια να δει τι συμβαίνει, είμαι οκ με αυτό. Εξ’ ου και το «Ανοιχτό».)

Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ, και η φλόγα ενός κεριού φώτιζε το δωμάτιο της Σύλβια. Δεν της είχε δοθεί ακόμα γραφείο, και δεν ήταν και σίγουρη αν θα συνέβαινε αυτό ποτέ. Ο χώρος που της είχε δοθεί δεν ήταν διαφορετικός από αυτόν ενός μαθητή, αλλά έχοντας περάσει τα εφηβικά της χρόνια στην Ακαδημία, καλωσόριζε το οικείο αίσθημα.

Η νεαρή γυναίκα καθόταν στο κρεβάτι της, με ένα μπουκάλι κρασί που είχε πάρει από την κουζίνα, και ένα από τα σημειωματάρια στα οποία κατέγραφε τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις της από τα ταξίδια της με όσο περισσότερες λεπτομέρειες μπορούσε. Όταν τα διάβαζε ξανά, ειδικά υπό τέτοιες συνθήκες, ήταν σαν να ξαναζούσε τα γεγονότα που το μελάνι αποτύπωνε με τον εκλεπτυσμένο γραφικό της χαρακτήρα, σαν να τη ρουφούσε το σημειωματάριο σε ένα δικό του κόσμο.

Είχε ξεκινήσει για να εξερευνήσει όλο τον κόσμο, και είχε καταλήξει περιορισμένη στην Ακαδημία, ένα μέρος που της είχε προσφέρει τόσο ευχάριστες αναμνήσεις, και τώρα είχε διαστραφεί σε φυλακή. Η Σύλβια αναρωτιόταν αν με το πέρασμα του χρόνου, θα κατέληγε να μισεί την Ακαδημία, και οι σκέψη αυτή τη φόβιζε.

Το μπουκάλι ήταν ήδη ανοιχτό, και η Σύλβια φίλησε το άνοιγμα για δεύτερη φορά εκείνη τη νύχτα, παίρνοντας μια καλή γουλιά. Ναι, ήταν σε κατάσταση που μπορούσε να χαθεί στις γραμμές.


Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)

Η νύχτα ήταν κρύα στην έρημο ακόμα και όταν καθόταν μπροστά στη φωτιά. Η ήξερε ότι Σύλβια θα μπορούσε να Αναβιώσει το πνεύμα Αλχημιστή της για να προστατευτεί λιγάκι. Δεν το έκανε όμως. Αισθανόταν ότι κάθε φορά που Αναβίωνε, κάθε φορά που βασιζόταν στη δύναμη ενός πνεύματος έχανε λίγο από τον εαυτό της. Η ικανότητά της την γοήτευε και την τρόμαζε ταυτόχρονα. Ήξερε ότι ενώ θεωρητικά είχε τον έλεγχο του εαυτού της, όταν Αναβίωνε κάποιες τάσεις, παρορμήσεις, αντιδράσεις της επηρεάζονταν, και μπορεί να κατέληγε να έλεγε ή να έκανε κάτι που δεν θα επέλεγε υπό κανονικές περιπτώσεις. Υπό το πρίσμα αυτό, το πνεύμα Αλχημιστή της ήταν σίγουρα το πιο επικίνδυνο.

«Ρα’Χάντι, αν κοιτάς τη φωτιά με τόση προσήλωση, τα μάτια σου θα χαλάσουν και δεν θα μπορούν πια να δουν το βράδυ.» ακούστηκε από πίσω της η φωνή ενός μεσήλικα Σοβερίνου καθώς της έριχνε μια κουβέρτα στην πλάτη της. Η Σύλβια γύρισε να τον κοιτάξει και του χαμογέλασε, τυλίγοντας την κουβέρτα λίγο πιο σφιχτά γύρω της. Ήταν ένας λεπτός άντρας με γκρίζα μαλλιά και μεγάλα πράσινα μάτια, με έντονα ζυγωματικά και μεγάλη μύτη και πιγούνι, με ένα προσεγμένο γενάκι να πλαισιώνει τα λεπτά χείλη του. Ο Σερτζάν ήταν από τις ηγετικές μορφές της φυλής Κιλ’Σουν, μιας ομάδας Σοβερίνων που αριθμούσε πάνω από 80 άτομα, και με την οποία η Σύλβια ταξίδευε τους τελευταίους 4 μήνες.

«Και αν μπορούσα να ανταλλάξω τα μάτια μου για το Μυστικό της Φλόγας, Σερτζάν?» τον ρώτησε η έφηβη Ιστορικός. Της άρεσε ο Σοβερίνος, ήταν από αυτούς που, ήταν παρόντες όταν τους επισκέφτηκε πρώτη φορά και μίλησε μπροστά τους, όταν εξήγησε ποιά ήταν και τι ζητούσε. Ο Σερτζάν είχε φανεί να εγκρίνει την Ιστορικό, και με τα θετικά του λόγια είχε επηρεάσει και άλλους να την δεχτούν. Το γιατί, η Σύλβια ακόμα δεν το ήξερε.

«Παζάρεψε φυσικά! Δώσε μόνο το ένα μάτι! Αν δεν ζητήσεις, δεν θα πάρεις!» είπε εύθυμα ο Σοβερίνος και γέλασε, ο ήχος ζεστός και γαλήνιος. «Εξάλλου, Ρα’Χαντι, εσένα το πνεύμα σου είναι Χαζίντ και η Φωτιά δεν θα δώσει τα μυστικά της εύκολα στον εχθρό.» είπε και κάθισε δίπλα της.

«Χαζίντ?» ρώτησε η Σύλβια, συνεχίζοντας να τον παρατηρεί, και από το παιχνίδισμα των ματιών του μπορούσε να δει ότι είχε κάτι ενδιαφέρον να της πει, ότι είχε ρίξει το δόλωμα και περίμενε την ερώτησή της. «Δεν τη γνωρίζω αυτή τη λέξη.» είπε με περιέργεια.


Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)

Ο άντρας χαμογέλασε και το βλέμμα του πήγε προς τον ξάστερο ουρανό. «Είναι η λέξη που χρησιμοποιούμε για ένα πλάσμα που ζει μακριά από αυτές τις περιοχές, στα χιονισμένα βουνά.» άρχισε με τη μεστή φωνή ενός παραμυθά. Είναι σαν μεγάλη γάτα, μεγαλύτερη από λύκο, με μακρόστενο, μυώδες σώμα. Ολόλευκο, με φουντωτή μακριά ουρά, και μεγάλα πέλματα για να μη βυθίζεται στο χιόνι. Τα μάτια του πάντα έχουν διαφορετικό χρώμα, ένα μπλε και ένα χρυσό.» ξεκίνησε να λέει ο Σοβερίνος και η Σύλβια, με εξαιρετικά αντανακλαστικά, έβγαλε ένα από τα σημειωματάριά της και ξεκίνησε να κρατά σημειώσεις.

«Πώς το ξέρεις αυτό? Και γιατί λες ότι το πνεύμα μου είναι Χαζίντ?» ρώτησε η νεαρή Ιστορικός καθώς σημείωνε, ξέροντας ότι οι σωστές ερωτήσεις που γίνονται το σωστό χρόνο είναι σαν ξύλα που τρέφουν τη φωτιά του παραμυθά.

Όντως, ο άντρας χαμογέλασε, τα δόντια του ολόλευκα. «Δεν είσαι η μόνη που ταξιδεύεις σε μακρινά μέρη, Ρα’Χαντι.» είπε με νόημα. «Το Χαζίντ είναι φοβερός κυνηγός. Σχεδόν αόρατο στο χιόνι, έξυπνο, γρήγορο και θανάσιμο, τόσο που ούτε οι αρκούδες αν και πολύ μεγαλύτερες δεν θέλουν να τα βάλουν μαζί του. Και…υπάρχει μια πολύ ιδιαίτερη πεποίθηση όσον αφορά το Χαζίντ. Αν είναι πεινασμένο, δεν έχεις ελπίδα να γλιτώσεις από αυτό. Αν όμως είναι χορτάτο….πολλοί λένε ότι θα σου φανερωθεί και θα σε οδηγήσει σε κάποιο μέρος ασφαλές από το κρύο.» είπε ο Σοβερίνος και τα μάτια συνάντησαν αυτά της νεαρής κοπέλας.


Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
Η Σύλβια ήταν αρκετά σοφή για να μη μιλήσει αμέσως, και αντίθετα να σκεφτεί. Ο Σερτζάν είπε ότι το πνεύμα της είναι Χαζίντ. Από αυτά που άκουσε, η Σύλβια σχημάτισε την εικόνα ενός μαγευτικού πλάσματος, ενός πλάσματος αντιθέσεων, από την εμφάνιση του ως τη συμπεριφορά του. Το Χαζίντ μπορούσε να σκοτώσει, αλλά και να σώσει. Αυτό λοιπόν σκεφτόταν ο Σερτζάν για την ίδια? Το σκεφτόταν ή…το ήξερε? Η Σύλβια συχνά είχε την αίσθηση ότι ο Σερτζάν μπορούσε να δει με τρόπο διαφορετικό από τους άλλους. Είχε δει κάτι μέσα της?

«Νομίζω ότι θα φάω κάτι πριν γίνω πολύ επικίνδυνη, Σερτζάν.» του είπε με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο και άπλωσε το χέρι της κοντά στη φωτιά, εκεί που ψήνονταν κρονα, καρποί από δέντρα της ερήμου. Τα μάτια της όμως έδειχναν ότι είχε καταλάβει αυτό που της έλεγε ο Σοβερίνος.

Ο άντρας έγνεψε, αλλά το πρόσωπό του είχε σοβαρέψει και κοιτούσε τον ορίζοντα.

«Μείνε κοφτερή, Ρα’Χαντι. Ο αέρας φυσά με τρόπο που δεν μου αρέσει.» είπε με σοβαρό, σχεδόν θλιμμένο τρόπο, που έκανε τη Σύλβια να ανησυχίσει.



Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
Πίσω στο δωμάτιό της, η Σύλβια σταμάτησε για λίγο. Αισθανόταν τον αέρα της ερήμου στο σβέρκο και στους ώμους της, και τα χέρια της είχαν σφιχτεί λίγο καθώς θυμόντουσαν τι θα ακολουθούσε, το σώμα της είχε ένταση. Η νεαρή κοίταξε στον κοντινό τοίχο, στον οποίο έγερνε όρθιο το σπαθί της. Ένα λεπτό ξίφος μονομαχίας, με χειροφυλακτήρα φτιαγμένο με απαράμιλλη τέχνη που έμοιαζε ταυτόχρονα με κρίνο και χιονονιφάδα, και ήταν στολισμένος με δύο μικρά, λαμπερά διαμάντια. Δώρο της οικογένειάς της για την αποφοίτησή της, φαινόταν τόσο αγνό και αμόλυντο.

Άλλη μια μεγάλη γουλιά κρασί. Άφησε την καυτερή αίσθηση να τη γεμίσει, να της δώσει ενέργεια και να ανοίξει το μυαλό της στις αναμνήσεις του, να ρίξει τους τοίχους που την κρατούσαν υπό έλεγχο.

Τι χρειαζόταν το Χαζίντ μέσα της για να χορτάσει? Σίγουρα δεν αρκούσε φαγητό, κρασί και η «ασφάλεια» της Ακαδημίας, και κάθε μέρα που περνούσε θα το αποδείκνυε αυτό. Ένα λεπτό δάχτυλο γύρισε σελίδα στο σημειωματάριό της.


Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
Αργότερα το βράδυ, οι Σοβερίνοι είχαν κοιμηθεί, με εξαίρεση τους φρουρούς που ήταν τοποθετημένοι κυκλικά στις άκρες του καταυλισμού, και τη Σύλβια, που οι λέξεις του Σερτζάν. Ήταν σίγουρη ότι αν και όχι πάντα ξεκάθαρα, τα λόγια του Σοβερίνου ποτέ δεν ήταν τυχαία.

Ήταν αρκετά κουρασμένη όταν άκουσε, από μακριά, τον ήχο οπλών να τρέχουν στην άμμο. Η νεαρή Ιστορικός σηκώθηκε γρήγορα όρθια, και στο χέρι της είχε το θηκαρωμένο σπαθί της. Δεν μπορούσε να δει στο σκοτάδι όπως οι Σοβερίνοι, αλλά είχε απομακρυνθεί από τη φλόγα για να συνηθίσουν τα μάτια της και το φεγγάρι ήταν αρκετά γεμάτο για να δει φιγούρες να πλησιάζουν, καβαλάρηδες.

Η καρδιά της σφίχτηκε με ένα κακό προαίσθημα. Οι φρουροί ήδη είχαν δραστηριοποιηθεί, κάποιοι μαζεύτηκαν προς τη μεριά των καβαλάρηδων, άλλοι ξυπνούσαν τον κόσμο. Η Σύλβια έτρεξε προς τους πρώτους, και στάθηκε μαζί τους. Οι φιγούρες που πλησίαζαν ήταν περίπου 20, και από μακριά ο Σύλβια μπορούσε να διακρίνει ότι δεν ήταν Σοβερίνοι, αν και τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα. Ίσως είχαν έρθει απλά για να μιλήσουν? Θα το ήθελε, αλλά κάτι στο σχηματισμό έκανε τη Σύλβια να αμφιβάλει.

Κάποιοι από τους επιτιθέμενους τράβηξαν τόξα, και εξαπέλυσαν βέλη προς τον καταυλισμό, προς διάφορες κατευθύνσεις. Βλέποντάς το, η Σύλβια φώναξε.

«Κοντά μου!!» είπε στους φρουρούς γύρω της. Τα μάτια της έγιναν μπλε, και τα μαλλιά της έγιναν ολόλευκα, σαν το πρώτο χιόνι του χειμώνα, και με μια κίνηση του χεριού της ένας θόλος από πάγο υψώθηκε μπροστά τους. Τα βέλη χτύπησαν πάνω του με τρομακτικό θόρυβο, αλλά δεν το διαπέρασαν.

Πάγωσε το έδαφος, με σουβλερές, χαμηλές προεξοχές, για να σπάσουν τα πόδια των αλόγων. Θα πέσουν και θα ρίξουν τους καβαλάρηδες, και οι πίσω θα τους ποδοπατήσουν και θα πέσουν και οι ίδιοι. Μετά μια βροχή από σταλαγμίτες στο μαζεμένο, ακίνητο όχλο θα τελειώσει τη μάχη. Εκτιμώμενες απώλειες, 21 επιτιθέμενοι, 21 άλογα, δύο τραυματίες Σοβερίνοι από την επίθεση με τα βέλη. Εκτιμώμενη διάρκεια σύγκρουσης, ένα λεπτό και 48 δευτερόλεπτα.

Η Σύλβια ψιθύριζε στον εαυτό της τα λόγια αυτά, που τα αντλούσε από ένα κομμάτι μέσα της φτιαγμένο από απόλυτη, ψυχρή λογική που συντονιζόταν με το Πνεύμα Αλχημιστή που αναβίωνε, και που φαινόταν να επεξεργάζεται πληροφορίες και ερεθίσματα διαφορετικά από την ίδια, κάποιες φορές καλύτερα. Οι καβαλάρηδες πλησίαζαν, και η μάχη θα ξεσπούσε σε πλήρη μανία σε δευτερόλεπτα.




Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
H Σύλβια ήξερε ότι αυτή η πορεία ήταν η βέλτιστη, θα είχε τις μικρότερες απώλειες από την πλευρά της, το μικρότερο ρίσκο. Οι φωνές ενός Σοβερίνου δίπλα της της τράβηξαν την προσοχή, και όταν γύρισε να κοιτάξει είδε΄ ότι δεν είχε προλάβει να κρυφτεί πίσω από το θόλο της και ένα βέλος είχε διαπεράσει τον ώμο του. Έπρεπε να τον βοηθήσει, ένα επιπλέον άτομο θα ήταν χρήσιμο τις επόμενες μέρες.

Γρήγορα η Σύλβια έτρεξε κοντά του, και τα μαλλιά της έγιναν καστανόξανθα, τα μάτια της στο χρώμα του φουντουκιού, καθώς Αναβίωσε τη Θεραπευτή.

"Θα γίνεις καλά, κρατήσου τώρα." του είπε απαλά, καθώς με μια απότομη αλλά σίγουρη κίνηση τράβηξε το βέλος, κάνοντάς τον να ουρλιάξει, και με το άλλο της χέρι που έλαμπε με λευκό φώς άγγιξε την πληγή του, κλείνοντάς την, χαρίζοντάς του ανακούφιση. Τ΄ώρα, έπρεπε να αλλάξει πάλι και...

Είναι σαράντα ψυχές. Σαράντα πλάσματα...ποιός μπορεί να αφαιρέσει τόσες ζωές με μια κίνηση του χεριού, με μια λέξη δύναμης, με τη δύναμη της θέλησής του? Ποιός δικαιούται να κάνει κάτι τέτοιο?

Οι σκέψεις την παρέσυραν. Δάγκωσε το κάτω χείλος της και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά στο στήθος της, γεμάτη αγωνία. Και μέσα της ήξερε ότι είχε δίκιο. Το αισθανόταν και με το πνεύμα του Αλχημιστή αλλά η ψυχρή λογική της είχε υπερισχύσει. Το ήξερε όμως. Δεν μπορούσε έτσι απλά να σκοτώσει τόσα πλάσματα. Έπρεπε όμως να προστατέψει τους αμάχους Σοβερίνους!

Μπορώ να δείξω ΄έλεος. Θα είναι επικίνδυνο, αλλά οι ζωές που πρέπει να προστατέψω δεν είναι μόνο πίσω μου.

Το σώμα της έλαμψε με λευκό φως, μία, δύο, τρεις φορές, καθώς χρησιμοποίησε ενισχυτική μαγεία για να αυξήσει την ταχύτητα, τη δύναμη και την αντοχή της, έστω και λίγο...θα το χρειαζόταν, γιατί θα έκανε κάτι πολύ ανόητο, και πολύ ηρωικό. Φοβόταν...φοβόταν τόσο πολύ! Πώς θα προτιμο΄ύσε να είναι κάπου αλλού, να διαβάζει, να κοιτάζει τα άστρα. Τα πόδια της έτρεμαν, η καρδιά της πετούσε!

Αναβίωσε πρώτα το Χειμώνα, και με μιά φοβερή ιαχή, αιχμηρές στήλες από πάγο υψώθηκαν ανάμεσα στον καταυλισμό και τον αντίπαλο, η μία μετά την άλλη, σε τέτοια απόσταση που τα άλογα δεν θα μπορούσαν να περάσουν και οι αναβάτες θα έπρεπε να κατέβουν και να προχωρήσουν πεζοί. Οι στήλες εξαπλώθηκαν ημικυκλικά ώστε να μην μπορούν οι εχθροί να ελιχθούν γύρω τους και να περάσουν με τα άλογα. Αυτό που θα έκανε ήταν ανόητο, πολύ ανόητο, και είχε κοστίσει πολλή ενέργεια, αλλά ήξερε τι είχε αποφασίσει.

Τα μάτια της έγιναν χρυσαφιά, και τα μαλλιά της επέστρεψαν στο κανονικό τους λευκό-ροζ χρώμα. Αμέσως αισθάνθηκε την παρουσία του Πολεμιστή γύρω της. Ήταν...σχεδόν πατρική, σαν ένας δάσκαλος. Δεν ήταν απαραίτητα ένας καλός άνθρωπος, αλλά ήταν ένας σκληρός, τίμιος άνθρωπος, και κάποιες φορές αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να ζητήσει κανείς. Της θύμιζε τον δικό της πατέρα. Το σώμα της έγινε πιο ευαίσθητο, πιο ελαφρύ, και τα μάτια της συγκέτρωναν περισσότερες λεπτομέρειες. Η Σύλβια έκανε ένα βήμα μπροστά, έχοντας πάρει την απόφασή της, και για μια στιγμή ήταν η ψηλότερη παρουσία στο πεδίο της μάχης, ψηλότερη και από τους καβαλάρηδες.

Σε όσους μπορώ να δείξω έλεος, θα το κάνω. Όσοι είναι πέρα από αυτό, θα πέσουν σήμερα. Θα έχουν διασταυρώσει ισάξια ξίφη με ένα πολεμιστή, όχι μια καταιγίδα, και κανένας δεν θα πνίγεται στο άδικο τις τελευταίες του στιγμές.

Στα αυτιά της έφτασε ο ήχος από βούκινα, και ήξερε΄ ότι τα άκουγε μόνο αυτή, μέσα από το χρόνο. Βροντερά, περήφανα, εξανέμισαν το φόβο από την καρδι΄ά της. Δεν ήταν εκεί. Τα κρατούσε μια στρατιά που άστραφτε, που ατένιζε ένα πεδίο λουσμένο στο φώς....

Η Σίλβια τράβηξε το λεπτό ξίφος μονομαχίας της και το έφερε μπροστά της σε χαιρετισμό.

"Ας βρείτε συγχώρεση στο ατσάλι." είπε ήρεμα αλλά γεμάτη ενέργεια, κοιτάζοντας τους πεζούς πλέον επιτιθέμενους που έτρεχαν κατά πάνω τους.

Η Ιστορικός έτρεξε κατά πάνω τους, και καθώς είδε μια ομάδα δέκα ατόμων να χωρίζεται και να κινείται πλάγια, φώναξε στους φρουρούς να πάνε εκεί και να καλύψουν. Έπειτα, τίναξε τα πόδια της και με ένα άλμα εξαφανίστηκε...

...για να εμφανιστεί τρία μέτρα στον αέρα, πίσω από τον μπροστάρη των αντιπάλων. Στο ελεύθερο χέρι της είχε ένα μαχαίρι το οποίο με μια γρήγορη κίνηση πέταξε στον δεύτερο στη σειρά, καρφώνοντάς τον στον ώμο. Δεν έπεσε, αντίθετα εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε πίσω από τον μπροστάρη, με πόδια λυγισμένα, χαμηλά στο έδαφος. Το ένα διαμάντι του ξίφους της έλαμψε και το ατσάλι της κινήθηκε με αστραπιαία ταχύτητα πίσω της, κόβοντας τους τένοντες στο πίσω μέρος και των δύο ποδιών του άντρα, αναγκάζοντάς τον να πέσει στο έδαφος με μια κραυγή έκπληξης και πόνου.

Τα πόδια της τινάχτηκαν πάλι καθώς σηκώθηκε και έτρεξε προς τον άντρα που είχε καρφώσει με το μαχαίρι της. Με το ξίφος της απέκρουσε ένα άτσαλο χτύπημα, και με το χειροφυλακτήρα του έριξε μια μπουνιά στο φάρυγγα, ρίχονοντάς τον κάτω χωρίς ανάσα. Το άλλο της χέρι ταυτόχρονα τραβούσε το μαχαίρι της από τον ώμο του.

Δύο εικόνες της χωρίστηκαν από την ίδια, και τρεις Σύλβιες επιτέθηκαν στους επόμενους τρεις, με το ξίφος τους να κινείται τόσο γρήγορα και με χάρη όσο τα φτερά ενός κολίμπρι, να σχίζει τον αέρα, τα δύο διαμάντια να λάμπουν. Ένας από τους τρεις έπεσε, αλλά ήταν θέμα δευτερολέπτων να ηττηθούν και οι υπόλοιποι.



« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 09, 2020, 06:46:25 μμ by Σύλβια ΛεΦέυ »


Σύλβια ΛεΦέυ

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 14
  • Άνθρωπος - Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
H μάχη είχε τελειώσει, βίαια και γρήγορα όσο είχε ξεκινήσει. Κάποιος που δεν έχει ποτέ πολεμήσει και έχει απλά διαβάσει βιβλία δεν μπορεί να καταλάβει πόσο σύντομη είναι μια μάχη, αλλά ταυτόχρονα πώς όσοι πολεμάνε την ζουν σαν μια αιωνιότητα. Η Σύλβια γύρισε και κοίταξε πίσω της καθώς θηκάρωνε το ξίφος της. Επιτιθέμενοι πεσμένοι στο έδαφος, κάποιοι να βογκάνε με πόνο και να προσπαθούν να συρθούν, με τα τραυματά τους να τους απαγορεύουν οποιαδήποτε κίνηση. Άλλοι νεκροί, παγωμένοι. Η καρδιά της σφίχτηκε. Μισούσε τον πόλεμο, μισούσε τη βία, δεν ήθελε να είναι το δικό της ξίφος αυτό που έκοβε το νήμα της ζωής άλλων και που άλλαζε το μέλλον, αφαιρώντας κάθε αντίκτυπο που θα είχαν οι πράξεις αυτών των ατόμων, πλέον νεκρών.

Τουλάχιστον το έκανε ανθρώπινα, σκέφτηκε καθώς περπάτησε πίσω προς τον καταυλισμό. Δεν είχε φύγει πάνω από εκατό βήματα. Οι φρουροί την προσπέρασαν για να δέσουν και ίσως να φροντίσουν τους τραυματίες. Τουλάχιστον το έκανε ανθρώπινα, τους είχε πολεμήσει ευθέως, είχε διασταυρώσει ξίφη μαζί τους και ο πιο ικανός είχε κερδίσει. Τα άλογα έιχαν σωθεί, όπως και κάποιες ζωές. Είχε δεχτεί τραύματα από αυτή την απόφασή της, κούτσαινε ελαφρώς και είχε κλείσει κάποιες πληγές πάνω της με Θεραπευτική Μαγεία. Δεν είχε πάρει μια ψυχρή, απόλυτη νίκη όπως θα μπορούσε με τον Πάγο, αλλά είχε παραμείνει άνθρωπος, όσο περισσότερο μπορούσε μπροστά στη φρίκη της μάχης.

Από μακριά άκουσε κραυγές. Έρχονταν μέσα από τον καταυλισμό.

Η καρδιά της σφίχτηκε και έτρεξε παρά το τραυματισμένο της πόδι. Σοβερίνοι είχαν κάνει ένα κύκλο γύρω από κάτι και έκλαιγαν.

"Κάντε στην άκρη!" φώναξε η Σύλβια, τα ρούχα της βαμμένα στο αίμα. Περνώντας ανάμεσα στους Σοβερίνους αντίκρυσε το θέαμα που θα την στοίχειωνε για όλη της τη ζωή.

Ο Σερτζάν ήταν νεκρός στο έδαφος, έχοντας δεχτεί ένα βέλος στο στομάχι, τα ρούχα του μουσκεμένα στο αίμα. Τα μάτια του ήταν κλειστά και φαίνονταν γαλήνιος, ήταν όμως τόσο χλωμός.

"Όχι!!!!" ούρλιαξε η Σύλβια και δάκρυα θόλωσαν τα μάτια της. Έπεσε στα γόνατα και τα μαλλιά της έγιναν καστανόξανθα καθώς Αναβίώσε το πνεύμα του Θεραπευτή, και ο πόνος της πολλαπλασιάστηκε. Έφερε και τα δύο της χέρια πάνω από την πληγή του Σερτζάν, και λευκό φως έλουσε τον καταυλισμό καθώς χρησιμοποίησε όση θεραπευτική ενέργεια είχε.

"Σερτζάν! Σερτζάν όχι! Μείνε μαζί μου...μείνε μαζί μου, μπορείς! Σερτζάν....Σερτζάν!!!" φώναξε με λυγμούς καθώς έστελνε λευκό φως στο σώμα του. Δυστυχώς ήταν πέρα από τις δυνάμεις της, πέρα από τις δυνάμεις κάθε θνητού. Η καρδιά της είχε σπάσει. Γύρω της μουρμούριζαν πώς μια ομάδα από τους επιτιθέμενους είχε κυκλώσει και είχε στοχεύσει τον μεσήλικα Αλχημιστή με βέλη, πώς ο ίδιος έβαλε τον εαυτό του ασπίδα για να προστατέψει μια νεαρή μητέρα.

 Η Σύλβια είχε επιλέξει να πολεμήσει με ανθρώπινο τρόπο αντι να πάρει μια ολοκληρωτική, απόλυτη νίκη. Είχε υποστεί το τίμημα στο σώμα της προκειμένου να διατηρήσει την ανθρωπιά της και να δώσει ένα καλύτερο θάνατο στους αντιπάλους, και μια ελπίδα να κρατήσουν τις ζωές τους. Αλλά αυτό είχε στοιχίσει τη ζωή του Σερτζάν. Ποιά ήταν αυτή που μπορούσε να αποφασίσει κάτι τέτοιο? Στο όνομα της δικής της ανθρωπιάς είχε επιτρέψει να μπουν σε κίνδυνο δικά της άτομα.

Η καρδιά της σπάραξε, το σώμα της πλέον δεν είχε δυνάμεις και το σκοτάδι την τύλιξε πάνω από το σώμα του νεκρού της φίλου.