Rasnarry Academy

Βόλτα στο Δειλινό [Ορέλιον]

Άρυα Λιρέλ

Φθινόπωρο, 1305

Ήταν αργά το μεσημέρι όταν η Άρυα βρήκε επιτέλους λίγο χρόνο να κάτσει να ξεκουραστεί. Οι πρωινές προπονήσεις της Σαγιάνε είχαν φέρει αρκετό κόσμο στο Θεραπευτήριο, με διαφόρων ειδών τραύματα ο καθένας. Άλλη μια μέρα που δεν τους είχε ζορίσει καθόλου, σκέφτηκε ειρωνικά. Κάποια στιγμή, είχε ζητήσει μέχρι και τη βοήθεια της Χελένα με τόσους τραυματίες που μαζεύτηκαν, που παρ' ότι νεαρή, την είχε βγάλει ασπροπρόσωπη. Η ίδια όμως είχε εξαντληθεί.

Έκατσε στο γραφείο, παρατηρώντας με λύπη από το παράθυρο του Θεραπευτηρίου τον ήλιο που κόντευε να δύσει• ένας από τους λόγους που προτιμούσε την Άνοιξη. Η μικρή διάρκεια της μέρας της έφερνε κατάθλιψη, ένιωθε πως οι ώρες είχαν περάσει γρήγορα και είχαν χαθεί, πως η ημέρα είχε τελειώσει, ενώ δεν ήταν ακόμη ούτε πέντε.

Σηκώθηκε με κόπο και προχώρησε προς το βάθος, στον πάγκο με τις αλοιφές, κοιτώντας τα άδεια σχεδόν βαζάκια –απόδειξη της πρωινής τρέλας. Μόλις χθες τα είχε γεμίσει.
Γύρισε στον κεντρικό πάγκο, και έψαξε κάτω στα ντουλάπια για αποθέματα. Ελάχιστα γεμάτα βάζα, και είχε ξεμείνει από αρκετά βότανα. Χώθηκε πιο μέσα στο ντουλάπι. Χρειαζόταν και μελισσοκέρι, είχε και αυτό σχεδόν τελειώσει. Μα πώς δεν το πρόσεξε νωρίτερα;

Ξάφνου, ένα χτύπημα στην πόρτα την έκανε να αναπηδήσει και να χτυπήσει το κεφάλι της στο εσωτερικό του ντουλαπιού. Βλαστήμησε και έτριψε το σημείο που πιθανότατα θα έκανε καρούμπαλο σύντομα. Σηκώθηκε ψιλο-ζαλισμένη και στηρίχθηκε στον πάγκο.

«Παρακαλώ!» φώναξε, και έπνιξε έναν αναστεναγμό.
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 02, 2020, 11:56:52 μμ by Άρυα Λιρέλ »


Ορέλιον Λάρκους

Μετά την πρωινή του προπόνηση, οι μύες σε ολόκληρο το σώμα του είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται και να πονούν. Είχε κάτσει περισσότερη ώρα εκείνη τη μέρα, καθώς μετά από μια σειρά άστοχων βολών, ένιωσε αρκετά απογοητευμένος με τον εαυτό του και αποφάσισε ότι αν οι σημερινές του επιδόσεις δεν βελτιώνονταν, δεν θα έφευγε καθόλου από τον χώρο προπόνησης. Και κάπως έτσι, οι δύο ώρες προπόνησης έγιναν τέσσερις, αλλά τουλάχιστον έφυγε ικανοποιημένος. Δεν είχε σκεφτεί τις επιπτώσεις της απόφασης του, αλλά είχε αρχίσει τώρα να τις νιώθει.

Παρόλα αυτά δεν ήταν και ο πιο μυώδης άνδρας, ούτε ο πιο συνηθισμένος στην έντονη γυμναστική. Μόνο τοξοβολία και τρέξιμο έκανε, το δεύτερο πιο πολύ σαν πρωινό χόμπι πριν την προπόνηση. Το απολάμβανε και παράλληλα ζέσταινε το σώμα του. Ξυπνούσε νωρίς καθημερινά, τόσο για την προπόνηση όσο και για τα μαθήματα του, αλλά το να τρέχει στους εξωτερικούς χώρους της Ακαδημίας καθώς ο ήλιος ανέτειλε στον ουρανό, ήταν πραγματικά μια μοναδική εμπειρία και άξιζε να σηκώνεται ακόμα πιο νωρίς από το κανονικό του πότε-πότε.

Έτσι λοιπόν, ήρθε μέχρι το Θεραπευτήριο μετά το μεσημεριανό του γεύμα, θέλοντας να πάρει κάποια κρέμα που θα τον ανακούφιζε. Χτύπησε την πόρτα και άκουσε έναν γδούπο από μέσα από το δωμάτιο, προτού μια γνώριμη φωνή του επιτρέψει την είσοδο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, πρόσεξε την Άρυα, επίσης ξωτικό-θεραπευτής να στηρίζεται σε έναν από τους πάγκους.

«Άρυα, γεια.», τη χαιρέτησε κι έκλεισε την πόρτα πίσω του, «Όλα καλά; Θαρρώ πως άκουσα κάτι...»


Άρυα Λιρέλ

«Ορέλιον;», έκανε εκείνη απορημένα. Η ζαλάδα δεν την άφηνε να συγκεντρωθεί, μα μόλις συνειδητοποίησε πως ήταν εκείνος, έτρεξε αμέσως και τον αγκάλιασε. Έπειτα έκανε ένα βήμα πίσω, και τον χτύπησε περιπαικτικά στο στέρνο. Ο Ορέλιον πήρε μια περίεργη έκφραση –πόνου;– και έτριψε το σημείο.

«Χάθηκες!» έκανε με παράπονο η Άρυα, μα γρήγορα το ξανασκέφτηκε. «Ή μάλλον, μπορεί και γω να χάθηκα», παραδέχτηκε και έσκασε ένα μικρό γελάκι. Ο Ορέλιον την κοιτούσε ακόμη κάπως ανήσυχα, και η Άρυα θυμήθηκε την ερώτησή του.
«Όλα καλά», είπε τρίβωντας το κεφάλι της, «απλά κατά λάθος χτύπησα σε ένα από τα ντουλάπια», συνέχισε και του έδειξε το ανοιχτό ακόμα ντουλάπι.

«Με τρόμαξες! Τι γυρεύεις εδώ; Θα ήθελα να μου πεις ότι σου έλειψε η φίλη σου, αλλά μάλλον πιασμένο σε βλέπω», έκανε η Άρυα και έσφιξε λίγο το δεξί του μπράτσο. Ο Ορέλιον αντέδρασε άμεσα, και εκείνη γέλασε.

«Έλα κάτσε. Μου έχουν μείνει ελάχιστα αποθέματα ακόμα, αλλά κάτι θα κάνουμε», είπε και χάθηκε στο βάθος.


Ορέλιον Λάρκους

«Ναι, εγώ είμαι.», απάντησε εκείνος με τον τόνο του να μιμείται ασυναίσθητα τον δικό της, καθώς την κοίταξε κι εκείνος με απορία. Δεν πέρασαν πολλές στιγμές μέχρι να τρέξει κοντά του και να τον αγκαλιάσει, κάνοντας τον να πάρει μια κοφτή ανάσα από την έκπληξη. Το χτύπημα στο στέρνο ήρθε χωρίς να το περιμένει αλλά δεν τον πόνεσε πολύ και λογικά δεν ήταν αυτός ο σκοπός της χειρονομίας, μα δεν μπόρεσε να μην σμίξει τα φρύδια του μετά από αυτή τη μικρή επίθεση. Αυτοί που είχαν παρόμοια άνεση μαζί του ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού και δεν μετρούσε μόνο τους συμμαθητές του στην Ακαδημία.

«Και οι δύο χαθήκαμε...», μουρμούρισε κάπως ένοχα κι ανασήκωσε τους ώμους του. Μερικές φορές απομακρυνόταν από τους άλλους χωρίς να το επιδιώκει και χωρίς να το θέλει. Άλλοτε ξεχνιόταν κι άλλοτε τον εμπόδιζε η κούραση, σωματική ή ψυχολογική. Είχε κι εκείνος γεμάτο πρόγραμμα, όπως και η Άρυα τις δικές της υποχρεώσεις. «Φαίνεσαι κουρασμένη, γι' αυτό.», απάντησε με ήρεμο τόνο, έχοντας λάβει την απάντηση του. Στριφογύρισε ωστόσο τα μάτια του΄ όταν αντίκρισε το ακόμα ανοιχτό ντουλάπι κι έκανε μια νοητή σημείωση να το κλείσει πριν φύγει αν δεν το έκανε στο μεταξύ η Άρυα. «Δεν περίμενα ότι ένα χτύπημα στην πόρτα θα είχε τέτοιο αποτέλεσμα», σχολίασε με ένα μικρό μειδίαμα στα χείλη, «Αλλά ναι, σωστά μάντεψες.»

Το σφίξιμο στο μπράτσο τον έκανε να αφήσει έναν παραπονεμένο ήχο και προσπάθησε να πάρει το χέρι του μακριά της καθώς εκείνη γελούσε. «Θύμισε μου, για ανακούφιση ήρθα εδώ ή για να με βασανίσουν;», γκρίνιαξε αλλά την ακολούθησε χωρίς καθυστέρηση.
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 14, 2020, 11:54:28 πμ by Ορέλιον Λάρκους »


Άρυα Λιρέλ

«Έλα βρε παραπονιάρη, σιγά. Ήθελα να δω απλά αν γυμνάστηκες αρκετά», σχολίασε, μα δεν άντεξε πολύ πριν ξεσπάσει σε γέλια.

«Σε πειράζω, επειδή ξέρω ότι δε σε πειράζει. Ωπ, καλό ακούστηκε αυτό ε;» συνέχισε γεμάτη κέφι και του έδειξε το ένα κρεβάτι για να καθίσει. Η αλήθεια ήταν πως της είχε λείψει και χαιρόταν που, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, είχε την ευκαιρία να τον δει για λίγο.

Έτρεξε στον πάγκο και άρχισε να σκαλίζει τα πράγματα για περισσεύματα. Η αλοιφή που βρήκε δεν έφτανε σε καμία περίπτωση για να τον ανακουφίσει και η ίδια είχε ξοδέψει σχεδόν όλα τα αποθέματα αιθέρα της από το πρωί. Ξεφύσησε προβληματισμένη και έξυσε το κεφάλι της, προσπαθώντας να βρει μια λύση –αντιθέτως, άφησε ένα βογγητό μόλις ακούμπησε το σημείο που είχε χτυπήσει, και γύρισε μεσ' τα νεύρα να κλείσει το ντουλάπι. Μα γιατί να είναι τόσο ατσούμπαλη; Τώρα και η ίδια χρειαζόταν κάτι για το ξεροκέφαλό της.
Πλησίασε τον Ορέλιον, κρατώντας ό,τι είχε περισσέψει. Τον κοίταξε απολογητικά καθώς σήκωνε το βάζο στον αέρα για να του το δείξει και σούφρωσε τα χείλη.

«Δυστυχώς, αυτό είναι ό,τι απέμεινε. Σήμερα έγινε χαμός, γι' αυτό και σκουντουφλάω σαν ζαλισμένη γαλοπούλα», είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους. Άφησε την αλοιφή στο γραφείο δίπλα της και ξεκίνησε να διπλώνει προσεκτικά το δεξί του μανίκι. «Θεωρώ πως καλό θα ήταν να φροντίσουμε πρώτα τα χέρια σου με την ποσότητα που έχω. Άλλωστε ξέρω πως, όπως και γω, δεν αποχωρίζεσαι το τόξο».

Πήγε από την άλλη πλευρά και ξεκίνησε να διπλώνει και το άλλο μανίκι. Μόλις η πουκαμίσα του είχε γίνει πλέον αμάνικη, έπιασε την αλοιφή και άρχισε να τον φροντίζει.

«Βασικά ξέρεις τι;» ξεκίνησε. «Έλεγα να κατέβω στην αγορά της Ελεσσέας για προμήθειες. Θα ήθελες να έρθεις; Και θα σου φτιάξω ένα πελώριο βάζο, να έχεις να βάζεις αλοιφές με τις ώρες! Ωπ! Πάλι το έκανα», σχολίασε, γελώντας με την αντιστοιχία των λέξεων και άλλαξε μεριά, αναλαμβάνοντας το αριστερό του χέρι. Ο Ορέλιον έμεινε για λίγο αμίλητος, μάλλον σκεπτόμενος τις επιλογές του. Η Άρυα δεν άργησε να τελειώσει• ξεδίπλωσε τα μανίκια και του έστρωσε προσεκτικά την πουκαμίσα.

«Λοιπόν, τι λες; Αν έχεις χρόνο και διάθεση δηλαδή», βιάστηκε να προσθέσει για να μην τον κάνει να νιώσει άβολα και δάγκωσε τα χείλη, περιμένοντας την απάντησή του.
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 16, 2020, 02:09:13 μμ by Άρυα Λιρέλ »