Rasnarry Academy

Βόλτα στο Δειλινό [Ορέλιον]

Άρυα Λιρέλ

Φθινόπωρο, 1305

Ήταν αργά το μεσημέρι όταν η Άρυα βρήκε επιτέλους λίγο χρόνο να κάτσει να ξεκουραστεί. Οι πρωινές προπονήσεις της Σαγιάνε είχαν φέρει αρκετό κόσμο στο Θεραπευτήριο, με διαφόρων ειδών τραύματα ο καθένας. Άλλη μια μέρα που δεν τους είχε ζορίσει καθόλου, σκέφτηκε ειρωνικά. Κάποια στιγμή, είχε ζητήσει μέχρι και τη βοήθεια της Χελένα με τόσους τραυματίες που μαζεύτηκαν, που παρ' ότι νεαρή, την είχε βγάλει ασπροπρόσωπη. Η ίδια όμως είχε εξαντληθεί.

Έκατσε στο γραφείο, παρατηρώντας με λύπη από το παράθυρο του Θεραπευτηρίου τον ήλιο που κόντευε να δύσει• ένας από τους λόγους που προτιμούσε την Άνοιξη. Η μικρή διάρκεια της μέρας της έφερνε κατάθλιψη, ένιωθε πως οι ώρες είχαν περάσει γρήγορα και είχαν χαθεί, πως η ημέρα είχε τελειώσει, ενώ δεν ήταν ακόμη ούτε πέντε.

Σηκώθηκε με κόπο και προχώρησε προς το βάθος, στον πάγκο με τις αλοιφές, κοιτώντας τα άδεια σχεδόν βαζάκια –απόδειξη της πρωινής τρέλας. Μόλις χθες τα είχε γεμίσει.
Γύρισε στον κεντρικό πάγκο, και έψαξε κάτω στα ντουλάπια για αποθέματα. Ελάχιστα γεμάτα βάζα, και είχε ξεμείνει από αρκετά βότανα. Χώθηκε πιο μέσα στο ντουλάπι. Χρειαζόταν και μελισσοκέρι, είχε και αυτό σχεδόν τελειώσει. Μα πώς δεν το πρόσεξε νωρίτερα;

Ξάφνου, ένα χτύπημα στην πόρτα την έκανε να αναπηδήσει και να χτυπήσει το κεφάλι της στο εσωτερικό του ντουλαπιού. Βλαστήμησε και έτριψε το σημείο που πιθανότατα θα έκανε καρούμπαλο σύντομα. Σηκώθηκε ψιλο-ζαλισμένη και στηρίχθηκε στον πάγκο.

«Παρακαλώ!» φώναξε, και έπνιξε έναν αναστεναγμό.
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 02, 2020, 11:56:52 μμ by Άρυα Λιρέλ »


Ορέλιον Λάρκους

Μετά την πρωινή του προπόνηση, οι μύες σε ολόκληρο το σώμα του είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται και να πονούν. Είχε κάτσει περισσότερη ώρα εκείνη τη μέρα, καθώς μετά από μια σειρά άστοχων βολών, ένιωσε αρκετά απογοητευμένος με τον εαυτό του και αποφάσισε ότι αν οι σημερινές του επιδόσεις δεν βελτιώνονταν, δεν θα έφευγε καθόλου από τον χώρο προπόνησης. Και κάπως έτσι, οι δύο ώρες προπόνησης έγιναν τέσσερις, αλλά τουλάχιστον έφυγε ικανοποιημένος. Δεν είχε σκεφτεί τις επιπτώσεις της απόφασης του, αλλά είχε αρχίσει τώρα να τις νιώθει.

Παρόλα αυτά δεν ήταν και ο πιο μυώδης άνδρας, ούτε ο πιο συνηθισμένος στην έντονη γυμναστική. Μόνο τοξοβολία και τρέξιμο έκανε, το δεύτερο πιο πολύ σαν πρωινό χόμπι πριν την προπόνηση. Το απολάμβανε και παράλληλα ζέσταινε το σώμα του. Ξυπνούσε νωρίς καθημερινά, τόσο για την προπόνηση όσο και για τα μαθήματα του, αλλά το να τρέχει στους εξωτερικούς χώρους της Ακαδημίας καθώς ο ήλιος ανέτειλε στον ουρανό, ήταν πραγματικά μια μοναδική εμπειρία και άξιζε να σηκώνεται ακόμα πιο νωρίς από το κανονικό του πότε-πότε.

Έτσι λοιπόν, ήρθε μέχρι το Θεραπευτήριο μετά το μεσημεριανό του γεύμα, θέλοντας να πάρει κάποια κρέμα που θα τον ανακούφιζε. Χτύπησε την πόρτα και άκουσε έναν γδούπο από μέσα από το δωμάτιο, προτού μια γνώριμη φωνή του επιτρέψει την είσοδο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, πρόσεξε την Άρυα, επίσης ξωτικό-θεραπευτής να στηρίζεται σε έναν από τους πάγκους.

«Άρυα, γεια.», τη χαιρέτησε κι έκλεισε την πόρτα πίσω του, «Όλα καλά; Θαρρώ πως άκουσα κάτι...»


Άρυα Λιρέλ

«Ορέλιον;», έκανε εκείνη απορημένα. Η ζαλάδα δεν την άφηνε να συγκεντρωθεί, μα μόλις συνειδητοποίησε πως ήταν εκείνος, έτρεξε αμέσως και τον αγκάλιασε. Έπειτα έκανε ένα βήμα πίσω, και τον χτύπησε περιπαικτικά στο στέρνο. Ο Ορέλιον πήρε μια περίεργη έκφραση –πόνου;– και έτριψε το σημείο.

«Χάθηκες!» έκανε με παράπονο η Άρυα, μα γρήγορα το ξανασκέφτηκε. «Ή μάλλον, μπορεί και γω να χάθηκα», παραδέχτηκε και έσκασε ένα μικρό γελάκι. Ο Ορέλιον την κοιτούσε ακόμη κάπως ανήσυχα, και η Άρυα θυμήθηκε την ερώτησή του.
«Όλα καλά», είπε τρίβωντας το κεφάλι της, «απλά κατά λάθος χτύπησα σε ένα από τα ντουλάπια», συνέχισε και του έδειξε το ανοιχτό ακόμα ντουλάπι.

«Με τρόμαξες! Τι γυρεύεις εδώ; Θα ήθελα να μου πεις ότι σου έλειψε η φίλη σου, αλλά μάλλον πιασμένο σε βλέπω», έκανε η Άρυα και έσφιξε λίγο το δεξί του μπράτσο. Ο Ορέλιον αντέδρασε άμεσα, και εκείνη γέλασε.

«Έλα κάτσε. Μου έχουν μείνει ελάχιστα αποθέματα ακόμα, αλλά κάτι θα κάνουμε», είπε και χάθηκε στο βάθος.


Ορέλιον Λάρκους

«Ναι, εγώ είμαι.», απάντησε εκείνος με τον τόνο του να μιμείται ασυναίσθητα τον δικό της, καθώς την κοίταξε κι εκείνος με απορία. Δεν πέρασαν πολλές στιγμές μέχρι να τρέξει κοντά του και να τον αγκαλιάσει, κάνοντας τον να πάρει μια κοφτή ανάσα από την έκπληξη. Το χτύπημα στο στέρνο ήρθε χωρίς να το περιμένει αλλά δεν τον πόνεσε πολύ και λογικά δεν ήταν αυτός ο σκοπός της χειρονομίας, μα δεν μπόρεσε να μην σμίξει τα φρύδια του μετά από αυτή τη μικρή επίθεση. Αυτοί που είχαν παρόμοια άνεση μαζί του ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού και δεν μετρούσε μόνο τους συμμαθητές του στην Ακαδημία.

«Και οι δύο χαθήκαμε...», μουρμούρισε κάπως ένοχα κι ανασήκωσε τους ώμους του. Μερικές φορές απομακρυνόταν από τους άλλους χωρίς να το επιδιώκει και χωρίς να το θέλει. Άλλοτε ξεχνιόταν κι άλλοτε τον εμπόδιζε η κούραση, σωματική ή ψυχολογική. Είχε κι εκείνος γεμάτο πρόγραμμα, όπως και η Άρυα τις δικές της υποχρεώσεις. «Φαίνεσαι κουρασμένη, γι' αυτό.», απάντησε με ήρεμο τόνο, έχοντας λάβει την απάντηση του. Στριφογύρισε ωστόσο τα μάτια του΄ όταν αντίκρισε το ακόμα ανοιχτό ντουλάπι κι έκανε μια νοητή σημείωση να το κλείσει πριν φύγει αν δεν το έκανε στο μεταξύ η Άρυα. «Δεν περίμενα ότι ένα χτύπημα στην πόρτα θα είχε τέτοιο αποτέλεσμα», σχολίασε με ένα μικρό μειδίαμα στα χείλη, «Αλλά ναι, σωστά μάντεψες.»

Το σφίξιμο στο μπράτσο τον έκανε να αφήσει έναν παραπονεμένο ήχο και προσπάθησε να πάρει το χέρι του μακριά της καθώς εκείνη γελούσε. «Θύμισε μου, για ανακούφιση ήρθα εδώ ή για να με βασανίσουν;», γκρίνιαξε αλλά την ακολούθησε χωρίς καθυστέρηση.
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 14, 2020, 11:54:28 πμ by Ορέλιον Λάρκους »


Άρυα Λιρέλ

«Έλα βρε παραπονιάρη, σιγά. Ήθελα να δω απλά αν γυμνάστηκες αρκετά», σχολίασε, μα δεν άντεξε πολύ πριν ξεσπάσει σε γέλια.

«Σε πειράζω, επειδή ξέρω ότι δε σε πειράζει. Ωπ, καλό ακούστηκε αυτό ε;» συνέχισε γεμάτη κέφι και του έδειξε το ένα κρεβάτι για να καθίσει. Η αλήθεια ήταν πως της είχε λείψει και χαιρόταν που, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, είχε την ευκαιρία να τον δει για λίγο.

Έτρεξε στον πάγκο και άρχισε να σκαλίζει τα πράγματα για περισσεύματα. Η αλοιφή που βρήκε δεν έφτανε σε καμία περίπτωση για να τον ανακουφίσει και η ίδια είχε ξοδέψει σχεδόν όλα τα αποθέματα αιθέρα της από το πρωί. Ξεφύσησε προβληματισμένη και έξυσε το κεφάλι της, προσπαθώντας να βρει μια λύση –αντιθέτως, άφησε ένα βογγητό μόλις ακούμπησε το σημείο που είχε χτυπήσει, και γύρισε μεσ' τα νεύρα να κλείσει το ντουλάπι. Μα γιατί να είναι τόσο ατσούμπαλη; Τώρα και η ίδια χρειαζόταν κάτι για το ξεροκέφαλό της.
Πλησίασε τον Ορέλιον, κρατώντας ό,τι είχε περισσέψει. Τον κοίταξε απολογητικά καθώς σήκωνε το βάζο στον αέρα για να του το δείξει και σούφρωσε τα χείλη.

«Δυστυχώς, αυτό είναι ό,τι απέμεινε. Σήμερα έγινε χαμός, γι' αυτό και σκουντουφλάω σαν ζαλισμένη γαλοπούλα», είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους. Άφησε την αλοιφή στο γραφείο δίπλα της και ξεκίνησε να διπλώνει προσεκτικά το δεξί του μανίκι. «Θεωρώ πως καλό θα ήταν να φροντίσουμε πρώτα τα χέρια σου με την ποσότητα που έχω. Άλλωστε ξέρω πως, όπως και γω, δεν αποχωρίζεσαι το τόξο».

Πήγε από την άλλη πλευρά και ξεκίνησε να διπλώνει και το άλλο μανίκι. Μόλις η πουκαμίσα του είχε γίνει πλέον αμάνικη, έπιασε την αλοιφή και άρχισε να τον φροντίζει.

«Βασικά ξέρεις τι;» ξεκίνησε. «Έλεγα να κατέβω στην αγορά για προμήθειες. Θα ήθελες να έρθεις; Και θα σου φτιάξω ένα πελώριο βάζο, να έχεις να βάζεις αλοιφές με τις ώρες! Ωπ! Πάλι το έκανα», σχολίασε, γελώντας με την αντιστοιχία των λέξεων και άλλαξε μεριά, αναλαμβάνοντας το αριστερό του χέρι. Ο Ορέλιον έμεινε για λίγο αμίλητος, μάλλον σκεπτόμενος τις επιλογές του. Η Άρυα δεν άργησε να τελειώσει• ξεδίπλωσε τα μανίκια και του έστρωσε προσεκτικά την πουκαμίσα.

«Λοιπόν, τι λες; Αν έχεις χρόνο και διάθεση δηλαδή», βιάστηκε να προσθέσει για να μην τον κάνει να νιώσει άβολα και δάγκωσε τα χείλη, περιμένοντας την απάντησή του.
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 09, 2020, 03:45:07 μμ by Άρυα Λιρέλ »


Ορέλιον Λάρκους

«Μπορούσες απλώς να ρωτήσεις, ξέρεις...», απάντησε εκείνος με ελαφρώς ειρωνικό τόνο και κούνησε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά με ανεπαίσθητες κινήσεις καθώς περπατούσε πλάι της.

Το γέλιο της που ακολούθησε τον έκανε να αναστενάξει, σκεπτόμενος ότι μάλλον τα λόγια του δεν είχαν καλυτερέψει την κατάσταση αλλά το σώμα του, όπως και το πρόσωπο του, είχε χαλαρώσει, αφού όχι μόνο ένιωθε άνετα μαζί της, αλλά επηρεαζόταν κιόλας από το έντονο κέφι που του έφτιαχνε τη διάθεση. Στο λογοπαίγνιο της άφησε ένα σύντομο γελάκι και κάθισε στο κρεβάτι χωρίς χρονοτριβές. Έμεινε να παρατηρεί σιωπηλά καθώς η Άρυα έψαχνε ανάμεσα στα αποθέματα της για να βρει την κατάλληλη αλοιφή, αλλά η προβληματισμένη της έκφραση τον έκανε να καταλάβει ότι η η αναζήτηση δεν πήγαινε και πολύ καλά.

«Άρυα, αν είναι δυνατόν, μόλις χτύπησες εκεί!», αναφώνησε όταν την είδε να πιάνει το κεφάλι της, στο ίδιο σημείο που είχε συγκρουστεί με το ντουλάπι πριν λίγο. Έκοψε τον εαυτό του και δεν σχολίασε κάτι περαιτέρω πάνω σ' αυτό, έχοντας αντιληφθεί τον εκνευρισμό της από τον τρόπο που έκλεισε το ντουλάπι.

Όταν την είδε να πλησιάζει, του φάνηκε πιο ήρεμη. Επεξεργάστηκε με το βλέμμα του το βάζο που του κράτησε ψηλά. Η ποσότητα αλοιφής που είχε απομείνει δεν έφτανε ούτε στα μισά του.

«Τόσοι πολλοί, ε;», μουρμούρισε εκείνος, «Χρειάζεσαι ξεκούραση μετά από μια τόσο γεμάτη μέρα... Ή ίσως έναν βοηθό στο θεραπευτήριο.», πρότεινε μετά από λίγη σκέψη. 

Έγνεψε καταφατικά στα λόγια της, συμφωνώντας μαζί της στο ότι τα χέρια του είχαν την περισσότερη ανάγκη για ανακούφιση αλλά προτού προλάβει να πιάσει εκείνος τα μανίκια του, άρχισε να το κάνει η ίδια. Δεν την σταμάτησε, γνωρίζοντας ότι οι κινήσεις που θα έπρεπε να κάνει για να ανεβάσει τα μανίκια του θα του ήταν αρκετά επίπονες.

«Εγώ δεν το αποχωρίζομαι, αλλά δεν μπορώ να πω το ίδιο για το τόξο...», μουρμούρισε εκείνος κάπως απογοητευμένα, μαρτυρώντας έτσι ότι η σημερινή προπόνηση δεν είχε πάει τόσο καλά όσο θα ήθελε, καθώς η Άρυα άπλωνε την αλοιφή στα ταλαιπωρημένα χέρια του.

Χαμογέλασε με κλειστά χείλη όταν άκουσε το δεύτερο λογοπαίγνιο της και έμεινε για μερικές στιγμές σιωπηλός, σκεπτόμενος την πρόταση της καθώς εκείνη του έφτιαχνε ξανά τα μανίκια του. «Δεν έχω κάποια άλλη υποχρέωση για σήμερα.», απάντησε, «Και δεν θα έλεγα όχι σε μια βόλτα. Πάει καιρός από την τελευταία...», πρόσθεσε έπειτα, με την έκφραση του να λάμπει από τον διακριτικό και συγκρατημένο ενθουσιασμό του. Ήταν ευκαιρία να περάσουν και λίγο χρόνο μαζί.


Άρυα Λιρέλ

«Δεν έχω κάποια άλλη υποχρέωση για σήμερα. Και δεν θα έλεγα όχι σε μια βόλτα. Πάει καιρός από την τελευταία...», της είπε, και η Άρυα έσκασε ένα χαμόγελο.

«Τέλεια! Αχ τέλεια!», αναφώνησε δυό φορές μέσ' τον ενθουσιασμό της, και έτρεξε να βάλει το άδειο βάζο στη θέση του και να πλύνει τα χέρια της.

«Έχουμε πολλά να πούμε αν όντως εννοούσες αυτό που είπες για βοηθός», σχολίασε και του έκλεισε το μάτι. «Όσο για την τοξοβολία, μην ανησυχείς, σου έχω και εδώ λύση. Θα το δεις σύντομα», μουρμούρισε, καθώς έβαζε πράγματα στη θέση τους από δω και από κει.
«Δώσε μου απλά δέκα λεπτάκια να τρέξω μέχρι τους κοιτώνες να αλλάξω —ή μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, έλα μαζί μου. Άλλωστε απέναντι στους στάβλους θα πάμε αμέσως μετά».

Στο περίεργο βλέμμα που της έριξε ο Ορέλιον, απάντησε με ένα γελάκι.

«Θα πάμε να ζητήσουμε άλογα από την Ιλίντιεν βρε βελανίδι!», έκανε ενθουσιασμένα, λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

---

Ένα τέταρτο αργότερα, αφού είχε αλλάξει σε ένα πιο άνετο και καθαρό σύνολο, και είχε σιγουρευτεί ότι η Ιλίντιεν δεν βρισκόταν στο γραφείο της, έμπαιναν στον χώρο ιππασίας.

«Τη βλέπω στο βάθος, ακολούθησέ με», του είπε, και προχώρησε προς το μέρος της.


Ορέλιον Λάρκους

Όντας μάρτυρας του έντονου ενθουσιασμού της Άρυα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το δικό του χαμόγελο που απλώθηκε ήρεμα στα χείλη του καθώς σηκώθηκε από το κρεβάτι που είχε καθίσει, βάζοντας τα χέρια του δεξιά κι αριστερά στο στρώμα για να δώσει ώθηση στο σώμα του προς τα πάνω. Η φίλη του στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί από τον ίδιο για να φυλάξει το σχεδόν άδειο πια βάζο αλλά και για να πλύνει τα χέρια της που είχαν έρθει σε επαφή με την θεραπευτική κρέμα που ανακούφιζε τώρα τα πιασμένα χέρια του Ορέλιον. Στάθηκε κάπου στο κέντρο της αίθουσας περιμένοντας τη.

«Θα έλεγα ότι αυτό ακούστηκε σχεδόν απειλητικό...» σχολίασε όταν την είδε να του κλείνει το μάτι.

Η αναφορά στην τοξοβολία τον έκανε να αναστενάξει. Ήταν φανερό πως η σημερινή προπόνηση τον είχε αναστατώσει σχετικά με την γενικότερη πρόοδο του. Όταν βρισκόταν στο σπίτι, προπονούνταν με τον αδελφό του και μερικές φορές με τους γονείς του – αν και προσπαθούσε το τελευταίο να το αποφεύγει – κι όταν βρισκόταν στην Ακαδημία φρόντιζε να εξασκείται αρκετές φορές την εβδομάδα. Ενώ λοιπόν έπιασε το τόξο από μικρή ηλικία και δεν το άφησε ποτέ, κι ενώ ολόκληρη η οικογένεια του είχε έφεση στα όπλα και στις πολεμικές τέχνες, εκείνος ακόμα και τόσα χρόνια μετά δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει τον εαυτό του παραπάνω από μέτριο στον χειρισμό του.

«Κρέμομαι απ' τα χείλη σου.», ανακοίνωσε με αρκετό ενδιαφέρον στον ίσως υπερβολικά δραματικό τόνο του, γέρνοντας παράλληλα το κεφάλι του στο πλάι. «Πόσο σύντομα...», ρώτησε, μην μπορώντας να φανταστεί τι θα  μπορούσε να είναι η λύση που εννοούσε η Άρυα.

Έγνεψε καταφατικά και την ακολούθησε μέχρι τους κοιτώνες, όπου χωρίστηκαν για λίγο οι δρόμοι τους καθώς κι εκείνος πήγε στον χώρο του για να πάρει ένα μικρό σακίδιο. Συναντήθηκαν λίγο μετά και έφυγαν μαζί για τους στάβλους, στους οποίους θα έβρισκαν την Ιλίντιεν, την καθηγήτρια από την φατρία των πολεμιστών, για να δανειστούν μερικά άλογα. Την εντόπισε πρώτη η Άρυα, που βάδισε αμέσως προς το μέρος της κι ο Ορέλιον την ακολούθησε, κοιτάζοντας προς το σημείο που κατευθυνόταν, βλέποντας έτσι κι ο ίδιος την Ιλίντιεν, την οποία θα χαιρετούσε όταν θα έφταναν κοντά της.


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
Το ομαλό σκρατσάρισμα της βούρτσας σήμαινε πως όλο το νεκρό τρίχωμα είχε αφαιρεθεί. Η Ιλίντιεν την καθάρισε και ξαναχτένισε το Φιν για να λάμψει. Ξεκίνησε από το λαιμό, στιβαρότερος από κάθε άνδρα, ακόμη κι από Νάνο, κατέβηκε στους ώμους των μπροστινών ποδιών. Η βούρτσα ανηφόρισε και ύστερα κατηφόρισε στους ξεπεταγμένους μύες του σκληροτράχηλου ζώου, κύλησε στη ράχη. Ένα αδιόρατο χαμόγελο αποτυπώθηκε στα χείλη της Ιλίντιεν στην αίσθηση της γεροδεμένης ράχης, του τέλειου σκαριού. Ο Ουρουφίνουε θα μπορούσε κάλλιστα να υπηρετεί ως μοντέλο γλύπτη. Είχε γεννηθεί όλα όσα ζητούσε ένας καλλιτέχνης και είχε μετουσιωθεί σε όσα ζητουσε ένας Πολεμιστής. Η αγάπη και η περηφάνια εκείνου του χαμόγελου ήταν μεταδοτική. Ο τεράστιος, πολεμικός επιβήτορας έστρεψε τη μουσούδα του προς την Ιλίντιεν. Το λευκό σημάδι, σαν αστέρι, στο κέντρο του μετώπου του ξεχώριζε υπό το φως των δαυλών για να προσθετει επιπλέον λόγους που αυτό το άλογο ήταν ξεχωριστό. Άνοιξε τα ρουθούνια του μια φορά, σαν να πειραματίζονταν και τα επανέφερε. Περίμενε μέχρι η αναβάτριά του να τελειώσει το χτένισμα και όταν πλησίασε ξανά τη ράχη του, ο Ουρουφίνουε φύσηξε με δύναμη στο λαιμό της Ιλίντιεν. Τα μαλλιά της, εξίσου στιλπνά και υγιή, ανασηκώθηκαν γύρω από τον κάτασπρο λαιμό της, όπου ο επιβήτορας φυσούσε για παινχίδι. Κατάφερε να γαργαλήσει την Ξωτικοπολεμίστρια με ευκολία, ήταν φανερό από το γάργαρο γέλιο της. Η χαρά μετατράπηκε σε σπάνια, γλυκιά φυσιογνωμία. Αναδείκνυε ακόμη περισσότερο τα όμορφα χαρακτηριστικά της, αλλά η Ιλίντιεν φυλούσε τέτοιες στιγμές μόνο για το Φιν και το Λάντριαν. Άπλωσε τα μπράτσα της, καλογυμνασμένα σαν του αλόγου, τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του. Ο Φιν σταμάτησε να τη φυσά μόνο όταν η αναβάτης του το φίλησε τρυφερά στα πλαϊνά της μουσούδας και πάνω από τη μύτη. Άλογο και Ξωτικό άγγιξαν τα μέτωπα κι έμειναν εκεί με τα μάτια κλειστά. Δεν ήταν φίλοι, η έννοια της φιλίας δεν ήταν αρκετή για να περιγράψει τη σχέση τους. Δεν ήταν ούτε μάνα και παιδί, δεν ήταν ερωτευμένοι. Συμπολεμιστές ήταν κάτι λιγότερο από ότι πραγματικά ήταν, γιατί ο Φιν κατείχε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής της Ιλίντιεν.

Της χλιμίντρισε χαμηλόφωνα.

"Τους άκουσα" αποκρίθηκε.

Η Ιλίντιεν υποδέχτηκε τους μαθητές με τη συνηθισμένη της πολεμική κορμοστασιά. Έξω το στήθος, ψηλά το κεφάλι, πόδια ακλόνητα στο έδαφος, ενώ τους μελετούσε. Της ήταν γνώριμη η μορφή της Άρυα. Προπονήθηκαν σκληρά μαζί και το περπάτημα, οι κινήσεις της απομνημονεύτηκαν στη συνείδηση της Πολεμίστριας. Ο συμμαθητής της όμως, Ξωτικό κι εκείνος, δεν της ήταν γνωστός. Η Ιλίντιεν πρόσεξε το περπάτημά του, τον τρόπο που κρέμονταν τα χέρια του κουρασμένα• δεν προπονούνταν σωστά, αλλά η προπόνηση διορθώνονταν. Δεν της έκανε εντύπωση το σκουλαρίκι του, καθένας διεκδικούσε τη μοναδικότητά του με διαφορετικό τρόπο, ούτε τα λευκά μαλλιά. Ήταν σπανιότερα από τις γνωστές αποχρώσεις, αλλά πολλές αρχαίες οικογένειες διέθεταν μέλη με χιονισμένα κεφάλια -ο όρος που χρησιμοποιείται στη Θαλανίλ. Ακόμη και τα μάτια του δεν της φάνηκαν παράξενα. Πολλοί θα μπορούσαν να έχουν παραλαγές του βιολετί, λίγοι σαν τους Άτρας. Αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν η εγκράτεια στα βήματά του, ο σταθερός ρυθμός στο περπάτημα. Κατά πάσα πιθανότητα, κάποιος από τους γονείς του ανήκε στη φατρία της. Έπιασε τον εαυτό της να εγκρίνει το νεαρό, γιατί έκανε βήματα πειθαρχείας και επιμονής.

Όταν πλησίασαν, τα χείλη της ανασηκώθηκαν κάπως στα αριστερά και σχημάτισαν μισό χαμόγελο, από εκείνα που απέπνεαν σιγουριά και ταυτόχρονα αποτελούσαν πρόκληση. Τα μάτια της καρφιά, επικεντρώθηκαν κατευθείαν στον άγνωστο, χωρίς να αφήνουν περιθώρια για υπονοούμενα ή μυστικά.

"Καλησπέρα." Χαιρέτησε και ήταν περισσότερο διαταγή, παρά παιχνίδι.


Άρυα Λιρέλ

«Καλησπέρα», έκανε η Ιλίντιεν με το βλέμμα της καρφωμένο στον Ορέλιον. Η Άρυα κοίταξε μία τον έναν και μία τον άλλο, και για να προλάβει μια στιγμή αμηχανίας μπήκε στη μέση.

«Καλησπέρα!», έκανε σχεδόν τραγουδιστά, με τα κέφια της εμφανή. «Δεν νομίζω ότι γνωρίζεστε επισήμως, οπότε να σας συστήσω• από δω, ο υπέροχος συμφοιτητής μου Ορέλιον, τελειόφοιτος Θεραπευτής», ξεκίνησε με μια θεατρική κίνηση, «και από δω η εξαιρετική καθηγήτρια Άτρας, μία από τις καλύτερες πολεμίστριες της Ακαδημίας μας!», τελείωσε με στόμφο. Έριξε μια κλέφτη ματιά στην Ιλίντιεν, για να δει αν το βλέμμα της παρέμενε σοβαρό, και συνέχισε:

«Ήρθαμε κατ' αρχάς να ζητήσουμε άδεια για να πάμε στην αγορά –στο Θεραπευτήριο δεν έχουν μείνει ούτε τα δείγματα– και κατά δεύτερον, –αν μας επιτραπεί φυσικά η έξοδος– να δανειστούμε δυό αλογάκια», έκανε με μια ανάσα.

Δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή να κουνάει τα χέρια της πέρα δώθε από νευρικότητα, κάτι που η Ιλίντιεν θα είχε σίγουρα προσέξει. Της χαμογέλασε κάπως περίεργα, ίσως τρομαγμένα. Εκείνο το ερωτηματικό χαμόγελο, που φώναζε ικετευτικά: “Σε έπεισα; Πες μου ότι σε έπεισα. Πεςμουναιπεςμουναιπεςμουναι”.

«Α! Και εκτός από αυτό», βιάστηκε να συμπληρώσει, «ο Ορέλιον ενδιαφέρεται να μάθει πώς να χειρίζεται σωστά το τόξο, οπότε σκέφτηκα να ρωτήσω αν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο επόμενό μας μάθημα», κατέληξε με ένα πλατύ χαμόγελο, ανασηκώνοντας τα φρύδια.

Η ενέργεια που ένιωθε εκείνη τη στιγμή απερίγραπτη, μάλλον ήταν η υπερένταση μετά από τόση δουλειά. Γύρισε προς τον Ορέλιον με ένα βλέμμα που έλεγε “Ορίστε η λύση στο πρόβλημά σου” και του έκλεισε το μάτι.


Ορέλιον Λάρκους

Η Ιλίντιεν Άτρας ήταν το λιγότερο εντυπωσιακή, έτσι όμως στεκόταν σοβαρή κι ετοιμοπόλεμη δίπλα από το περήφανο άτι της. Τους υποδέχτηκε με μια προσεκτική ηρεμία κι ένα εξεταστικό βλέμμα που γρήγορα εστίασε στον Ορέλιον. Δεν του έκανε εντύπωση που εστίασε σε εκείνον από τη στιγμή που δεν είχε τύχει ποτέ μέχρι τώρα να γνωριστούν ή να συνομιλήσουν. Όμως γνώριζε το όνομα της και δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε στους χώρους της Ακαδημίας. Έδειχνε σίγουρη για τον εαυτό της και τις δυνάμεις της - για τις οποίες δεν αμφέβαλλε καθόλου ο Ορέλιον - και τους χαιρέτησε με τόνο που θύμιζε περισσότερο διαταγή.         

Παρά τη δυναμική παρουσία της καθηγήτριας, ο Ορέλιον δεν δίστασε να ανταποδώσει το βλέμμα χωρίς φόβο ή δισταγμό. Ένιωθε την παρόρμηση να αποδείξει κάτι, μόνο και μόνο επειδή η γυναίκα ανήκε στην φατρία των Πολεμιστών, με την οποία ο Ορέλιον είχε θέλοντας και μη αρκετές σχέσεις, εξαιτίας της οικογένειας του και της μακρόχρονης παράδοσης της στην τέχνη του πολέμου. Από τη στιγμή που εκείνος έσπασε αυτή την παράδοση, απογοητεύοντας τους γονείς του που περίμεναν πολλά από τα παιδιά τους, ένιωθε ότι έπρεπε να αποδεικνύει την αξία, τη δύναμη και το θάρρος του, ειδικά όταν βρισκόταν κοντά σε άλλους Πολεμιστές.     

Τα χείλη του άνοιξαν ελάχιστα καθώς ετοιμαζόταν να συστηθεί αλλά τον πρόλαβε η Άρυα που απάντησε τραγουδιστά στην καθηγήτρια - νιώθοντας μάλλον μεγαλύτερη άνεση μαζί της - κι έκλεισε ξανά το στόμα του, αφήνοντας την Άρυα να πάρει τον λόγο αφού στην ουσία εκείνη ήταν που χρειαζόταν κάτι από την Ιλίντιεν, θεωρώντας ότι ήταν περιττό να την διακόψει. Εκείνη ξεκίνησε από εκεί που θα άρχιζε κι εκείνος, από την ενημέρωση δηλαδή της καθηγήτριας σχετικά με την ταυτότητα του και στη συνέχεια ζητώντας της την επιθυμητή κι από τους δύο άδεια για να δανειστούν άλογα και να πάνε μέχρι την αγορά για τις προμήθειες που χρειάζονταν στο θεραπευτήριο.

Ο έκφραση του Ορέλιον παρέμεινε σοβαρή κι ουδ΄έτερη, μέχρι που άκουσε το όνομα του στην ίδια πρόταση με τις λέξεις τόξο και μάθημα. Γύρισε το κεφάλι του πιο απότομα απ' όσο θα ήθελε για να κοιτάξει την φίλη του, με μάτια ελαφρώς γουρλωμένα και γεμάτα σιωπη΄λό, κρυφό νόημα προτού πίεσει τον εαυτό του να ξαναβρεί την ψυχραιμία του, έχοντας πάρει ως απάντηση ένα κλείσιμο ματιού από την Άρυα. Έπνιξε έναν αναστεναγμό και στράφηκε ξανά προς το μέρος της καθηγήτριας. «Η αλήθεια είναι πως οι προπονήσεις μου δεν πάνε πολύ καλά.», παραδέχτηκε τελικά με ήρεμο τόνο, αν και τα λόγια του βγήκαν περισσότερο σαν μουρμουρητό, αφού δεν ήταν κάτι που του άρεσε ιδιαίτερα να λέει σε άλλους.


Ιλίντιεν Άτρας

  • Καθηγητής
  • Starlight Poster
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ξωτικών Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019
"Θα σας το επιτρέψω." έγνεψε καταφατικά και τους έδειξε το δρόμο προς το εσωτερικό του στάβλου "και θα σας δώσω δύο γρήγορα, αλλά φιλικά άλογα."

Η ευκολία με την οποία παραχωρούσε ίππους στους δύο Θεραπευτές οφείλονταν στο κάλεσμα της Φατρίας τους. Η Ιλίντιεν γνώριζε τη συντριπτική πλειοψηφία των Θεραπευτών της Ακαδημίας, άτομα με ήρεμη φύση και αγνή ψυχή. Τα παιδιά είχαν τον απαραίτητο σεβασμό για τη φύση, από την ταπεινότερη πόα ως το αγριότερο αιλουροειδές, συνεπώς δεν αμφέβαλε ότι θα σέβονταν και θα φρόντιζαν τα άλογα σωστά.

"Η Πίπη και ο Πειρατής" σύστησε τα άλογα στους μαθητές. Η Πίπη είχε τρίχωμα μαύρο που διακόπτονταν από πλατιές, λευκές πιτσίλες και ο Πειρατής το ακριβώς αντίθετο.

Τα δύο Κιανγκ έφεραν τα κεφάλια τους προς την Ιλίντιεν κι εκείνη άπλωσε τα χέρια και τους έξυσε απαλά τις μουσούδες. Τα άλογα χλιμίντρισαν ευχαριστημένα και στράφηκαν προς τους δύο Θεραπευτές σαν δείγμα αναγνώρισης.

"Άρυα ξέρεις." ξεκίνησε η Ιλίντιεν καθώς τα σέλωνε. "Δύο μήλα το πρωί με την παλάμη ανοιχτή. Σταματήστε για να πιουν νερό κάθε τρεις ώρες. Θα φάνε μόνα τους, αλλά θα σας έχω και από ένα σάκο με σανό σε περίπτωση που χρειαστεί. Ένα κύβο ζάχαρης στο τέλος της ημέρας, θα σας τους βάλω σε ξεχωριστό πουγκί. Τα χτενίζετε απαλά κάθε βράδυ πριν τον ύπνο."

Για το υπόλοιπο της προετοιμασίας, η Ιλίντιεν παρέμεινε σιωπηλή. Όταν έδεσε και το τελευταίο λουρί, στράφηκε προς τον Ορέλιον. Παρατήρησε ότι ήταν κάπως σφιγμένος, περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Δεν είχε ακριβή εικόνα για το ερέθισμα που τον προέτρεπε να πάρει μία φαινομενικά ενεργητική στάση, αλλά μπορούσε να μαντέψει. Η ιδιοσυγκρασία του της θύμιζε έντονα κάποιον άλλο Θεραπευτή.

"Έκανες τη σωστή επιλογή", είπε ζεστά και η ζεστασιά απλώθηκε στα χείλη της. "Η Θεραπεία είναι υψηλό κάλεσμα, ίσως το υψηλότερο. Χρειάζεται τεράστιο θάρρος να απαρνηθείς τον εαυτό σου για να θεραπεύσεις το σώμα και την ψυχή κάποιου αγνώστου. Απαιτεί ευγενικά αισθήματα να νοιάζεσαι για εκείνους που δεν έχουν να σου δώσουν, απαιτεί γενναιοδωρία να μη ζητάς αντάλλαγμα. Το μονοπάτι του Θεραπευτή είναι αξιοθαύμαστο" ενθάρρυνε τον Ορέλιον.

Τα λόγια αυτά τα έλεγε και για την Άρυα. Σε ένα κόσμο που οι Πολεμστές και οι επιδειξιομανείς Αλχημιστές έκλεβαν την παράσταση, άξιζε τουλάχιστον ένας έπαινος για εκείνους που στέκονται ακούραστοι στα μετόπισθεν.

Η Ιλίντιεν πότισε τα άλογα πριν τους αφήσει να καβαλήσουν.

"Θα σας πω μία ιστορία που άκουσα από κάποιο συγγενή μου, ένα αγαπημένο θείο. Η οικογένειά μου, βλέπετε, έχει μια κλίση να βγάζει Πολεμιστές ή γραφειοκράτες, γι'αυτό και τη χαιρόμαστε πολύ αυτήν την ιστορία όταν τη διηγούμαστε σε συναντήσεις και παινεύουμε τον ηρωισμό των Θεραπευτών.
Λίγο πριν το Μεγάλο Πόλεμο, όσο ακόμη υπήρχαν συμμαχίες και ο στρατός των Ξωτικών ήταν δυνατότερος από όσο θα έπρεπε, ένα μεγάλο στράτευμα έφτανε κοντά στην Ισαχάρ. Οι Άνθρωποι και οι Νάνοι που την υπερασπίζονταν είχαν υποχωρήσει σχεδόν πίσω από τους λόφους της περιοχής και εφόσον οι επόμενες τρεις μάχες χάνονταν, θα κλείνονταν στα τείχη της Πρωτεύουσας για πολιορκία. Όντως, τα Ξωτκά έφεραν το σώμα των Λαζτάναρ, που τότε ήταν πολύ μεγαλύτερο και το πεδίο κερδήθηκε σε μία νύχτα. Οι Άνθρωποι υποχώρησαν πίσω από το λόφο και ειδοποίησαν τους Θεραπευτές τους να τρέξουν, αλλά δε νοιάστηκαν καθόλου για τους τραυματίες στις σκηνές. Οι Θεραπευτές το συζήτησαν γρήγορα και αποφάσισαν πως δε θα άφηναν τους τραυματίες τους στο έλεος των Ξωτικών. Μαζεύτηκαν λοιπόν οι πέντε μεγαλύτεροι και ζήτησαν από τους βοηθούς τους και όσους τραυματίες μπορούσαν να περπατήσουν, να πάρουν τους υπόλοιπους και να υποχωρήσουν από την πίσω μεριά του λόφου. Οι ίδιοι περίμεναν τα Ξωτικά στην κορυφή του λόφου, σε ένα πρόχειρο ανάχωμα και μόλις έφτασε ο λόχος του εχθρού, άρχισαν να ρίχνουν με τα τόξα τους. Έμειναν να πολεμούν στο ανάχωμα για τρεις ώρες, όσο χρειάστηκε για να διαφύγουν οι τραυματίες. Φυσικά, οι αντίπαλοι κατέλαβαν το λόφο, αλλά από τους εκατό, έφτασαν πάνω οι πενήντα πέντε. Της ομάδας ηγούνταν μία από τους προγόνους μου, η Ινκάνις Άτρας. Δυστυχώς ήταν αναγκασμένη να σκοτώσει τους Θεραπευτές, αλλά πριν το κάνει, πήρε τα ονόματά τους, έστειλε εκείνη τιμές στις οικογενειές τους και διέταξε να ταφούν στο λόφο σαν ήρωες."

Τα άλογα ήταν έτοιμα πάνω που η Ιλίντιεν ολοκλήρωσε τη σύντομη ιστορία της. Κοίταξε με νόημα τους δύο Θεραπευτές και έγνεψε.

"Όταν επιστρέψετε θα σε βοηθήσω στο τόξο."

Η Ιλίντιεν τους βοήθησε να ανέβουν στα άλογα. Έμεινε να τους παρακολουθεί καθώς απομακρύνονταν προς την περιπέτειά τους και σήκωσε το χέρι για να χαιρετήσει από μακριά.     


Άρυα Λιρέλ

Με ένα όχι και τόσο φιλικό σπρώξιμο μουσούδας, η Άρυα κατάλαβε πως μάλλον η Πίπη την είχε διαλέξει. Γέλασε και χάιδεψε το νεαρό Κιανγκ, όσο η Ιλίντιεν τους εξηγούσε όλα όσα χρειάζεται να ξέρουν σχετικά με τη φροντίδα τους. Την άφησε να τελειώσει, γιατί ήταν πραγματικά κάτι χρήσιμο για να γνωρίζει κανείς, και έπειτα την ενημέρωσε πως μέχρι το βράδυ θα ήταν πίσω.

«Μερικές ώρες μόνο, να ανεφοδιαστούμε και θα γυρίσουμε», της είπε.

Ανέβηκαν στα πανέμορφα αυτά ζωντανά, και χαμογέλασε όταν είδε πως και κάποιος άλλος εκτός από εκείνη, φρόντιζε για την ψυχολογία του Ορέλιον. Η ψυχολογία είναι το παν. Αυτή αποφασίζει για σένα, κι ας μην το καταλαβαίνεις κάποιες φορές. Αυτό πίστευε η Άρυα.

Άκουσε με προσοχή την ιστορία, και παρόλο που ο θάνατος των Θεραπευτών την πίκρανε, ο σκοπός της θυσίας τους την έκανε να νιώσει πως πραγματικά, είχε διαλέξει τη σωστή φατρία.
Ή μάλλον, την είχε διαλέξει η σωστή φατρία.

Ευχαρίστησε την Ιλίντιεν για τη βοήθεια, και έπειτα γύρισε προς τον Ορέλιον.

«Έτοιμος;»


Ορέλιον Λάρκους

Ακολούθησε την καθηγήτρια μέσα στο στάβλο, με το βλέμμα του να περιπλανιέται στα κεφάλια των αλόγων που βρίσκονταν εκείνη την ώρα μέσα. Παρά την δυσάρεστη μυρωδιά που συνόδευε συχνά τους χώρους στους οποίους έμενε πλήθος ζώων, ένιωσε τα χείλη του να σχηματίζουν ένα μικρό χαμόγελο στη θέα των κατοίκων του στάβλου. Έτρεφε μια αγάπη για όλα τα πλάσματα κι ήλπιζε κάποια στιγμή να αποκτούσε ένα κατοικίδιο αλλά η ζωή που ονειρευόταν αποτελούνται από πολλά ταξίδια, μεγάλα και μικρά, επιθυμία που θα έκανε άδικα δύσκολη τη ζωή του ζώου και ταυτόχρονα, περιπλοκότερη τη δική του, αφού θα έπρεπε να το φροντίζει σωστά παρά τις όποιες συνθήκες.

Τα δύο άλογα που τους έβγαλε η καθηγήτρια έμοιαζαν τόσο στο σχέδιο, όσο και στα χρώματα τους, μόνο που ήταν τα ακριβώς αντίθετα, γεγονός που του φάνηκε αρκετά αστείο έτσι όπως τα είδε να στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο. Ήταν ήρεμα και τα δύο, ενώ πρώτη τους κίνηση ήταν να στραφούν προς την Ιλίντιεν που τα χάιδεψε στοργικά προτού ΄δώσει οδηγίες για τη φροντίδα τους στην Άρυα. Ο Ορέλιον έδωσε επίσης προσοχή στα λόγια της, επαναλαμβάνοντας τα από μέσα του μια φορά για να τα συγκρατήσει κι εκείνος καλού-κακού. Η Πίπη έκανε πρώτη την επιλογή της, πλησιάζοντας την Άρυα κι έτσι εκείνος έκανε ένα βήμα προς τον Πειρατή, με το χέρι του να σηκώνεται αργά για να μην τρομάξει το ζώο, καταλήγοντας στη μουσούδα του. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και στο βλέμμα του αλόγου είδε γαλήνη και αποδοχή οπότε κατέβασε το κεφάλι του ελάχιστα με σεβασμό και στράφηκε ξανά στην Ιλίντιεν.

Τα λόγια της σχετικά με τον δρόμο του θεραπευτή, το θάρρος και την αυταπάρνηση που χαρακτηρίζει αυτή τη φατρία καθώς και την σημασία της, του ακούστηκαν γνώριμα γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές που τα είχε πει ο ίδιος στον εαυτό του. Όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, υπήρχαν στιγμές που τον βασάνιζε η σκέψη ότι απογοήτευε την οικογένεια του κι ότι ίσως η θέση που είχε βρει σε αυτόν τον κόσμο δεν ήταν η σωστή. Ο ρόλος του ως θεραπευτής τον άφηνε ικανοποιημένο αλλά μερικές φορές αναρωτιόταν πως θα ήταν αν κι εκείνος βρισκόταν στην πρώτη γραμμή και έδινε όλο του το είναι στις μάχες, σημαδεύοντας ένα κομμάτι της ιστορίας με το όνομα του. Έκανε ένα καταφατικό νεύμα, χαμηλώνοντας το βλέμμα του στο πάτωμα.

Τα ήξερε όλα αυτά. Ένιωσε όμως μια ζεστασιά να τον κατακλύζει, μιας και ήταν σαν να του είχε πει το πιο απλό πράγμα που μπορούσε ωστόσο να κάνει μεγάλη διάφορα στην ψυχολογία κάποιου... ότι δηλαδή τα πήγαινε καλά.

Όταν τους είπε ότι θα τους πει μια ιστορία από τα παλιά χρόνια, τα μάτια του έλαμψαν κατευθείαν γεμάτα ενδιαφέρον και ολόκληρο το σώμα του χαλάρωσε κατευθείαν καθώς ετοιμάστηκε να ακούσει. Δεν απογοητεύτηκε. Η ιστορία όχι μόνο σχετιζόταν με το θέμα που είχαν θίξει αλλά σε αντίθεση με τις περισσότερες ιστορίες που ακούγονταν για τον καιρό του πολέμου, εκείνη επικεντρωνόταν στο λιθαράκι που έβαλαν οι θεραπευτές με τη γενναιότητα τους, μένοντας πιστοί στα πιστεύω της φατρίας τους με τίμημα την ίδια τους τη ζωή. Έκανε μια νοητή σημείωση να επισκεφθεί εκείνον τον λόφο κάποια στιγμή.

«Ευχαριστώ.», είπε ήρεμα και ειλικρινά. Όχι μόνο για τα λόγια της, αλλά και για την προσφορά της να τον βοηθήσει και με την προπόνηση του. «Θα την θυμάμαι αυτή την ιστορία.»

Ανέβηκαν στα άλογα τους και αποχαιρέτησαν την Ιλίντιεν, με την Άρυα να την ενημερώνει για την ώρα επιστροφής τους. Ο Ορέλιον κοίταξε την φίλη του και στην μονολεκτική ερώτηση της χαμογέλασε, με την μία άκρη των χειλιών του να ανεβαίνει αισθητά αυτή τη φορά, αφού δεν μπήκε στον κόπο να κρυφτεί, μετριάζοντας την ένταση των συναισθημάτων του και μειώνοντας τον αυθορμητισμό του. Με την Άρυα άλλωστε δεν ένιωθε ότι χρειαζόταν να τα κάνει όλα αυτά.

«Τι ερώτηση είναι αυτή;», ρώτησε αστειευόμενος κι έπιασε τα γκέμια δίνοντας ώθηση στο άλογο να ξεκινήσει να περπατά, «Μην αργείς.», πρόσθεσε έπειτα, συγκρατώντας ένα μικρό γέλιο.