Rasnarry Academy

Το χαμένο κόσμημα (Λύριεν)

Ορέλιον Λάρκους

Φθινόπωρο, 1305

Δύο βράδια πριν

Μετά από μια γεμάτη μέρα, μοιρασμένη ανάμεσα στην εξάσκηση της τοξοβολίας και στην μελέτη δηλητηρίων, επέστρεψε στο κρεβάτι του στους κοιτώνες των Θεραπευτών, έχοντας κάνει ένα δροσερό μπάνιο και ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Όταν ακούμπησε το πιασμένο σώμα του στο μαλακό στρώμα, αναστέναξε με ευχαρίστηση και μηχανικά άπλωσε το χέρι του για να ξεκουμπώσει το μακρύ σκουλαρίκι που κρεμόταν από το αριστερό του αυτί. Το έβγαζε πάντα πριν κοιμηθεί. Τα δάχτυλα του όμως δεν βρήκαν την γνώριμη αλυσιδούλα, παρά μόνο το δέρμα του αυτιού του. Πετάχτηκε πάνω κι έψαξε κάτω από το μαξιλάρι. Έπειτα κοίταξε τριγύρω, μισοκλείνοντας τα μάτια για να δει καλύτερα μέσα στο σκοτάδι, αλλά δεν υπήρχε τίποτα πάνω στο κρεβάτι. Σηκώθηκε όρθιος για να ελέγξει και το πάτωμα, αν και αμφέβαλλε ΄ότι θα το έβρισκε εκεί. Θα το άκουγε αν έπεφτε. Ο ήχος της σύγκρουσης με το σκληρό πάτωμα... Δεν υπήρχε περίπτωση να του είχε διαφύγει, όσο κουρασμένος κι αν ήταν.

Εν τέλει ξάπλωσε να κοιμηθεί. Δεν ήταν ακριβώς η κατάλληλη ώρα να αρχίσει το ψάξιμο στους χώρους της Ακαδημίας. Την επόμενη μέρα όμως αφότου που τελείωσε με τις υποχρεώσεις του, επισκέφθηκε έναν-έναν τους χώρους από τους οποίους είχε περάσει χτες, προσπαθώντας μάλιστα να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή όπως τη θυμόταν, διασχίζοντας ίδιες σκάλες και διαδρόμους. Το βλέμμα του έλεγξε κάθε πιθανό σημείο ελπίζοντας να δει κάποια στιγμή τον μωβ πολύτιμο λίθο του πεσμένο κάπου. Όταν αντιλήφθηκε πόση ώρα είχε περάσει, αισθάνθηκε λίγο ανόητος και στάθηκε για να παρατηρήσει από ένα παράθυρο τον απογευματινό ουρανό που σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο. Ήταν σαν να έψαχνε ψύλλους στ' άχυρα... Μπορεί κάποιος να το είχε πάρει, δεδομένου ότι ήταν ένα όμορφο και καλοφτιαγμένο κόσμημα... ή να ήταν απλώς καταχωνιασμένο κάπου που δύσκολα θα το εντόπιζε κοιτάζοντας απλώς τριγύρω. Έτσι λοιπόν, επέστρεψε στον κοιτώνα όπως έκανε κάθε βράδυ και κοιμήθηκε.

Σήμερα

Εκείνο το πρωί ήταν πιο κακόκεφος απ' ότι συνήθως. Η απώλεια του κοσμήματος αυτού τον γέμιζε με αρνητικά συναισθήματα. Μπορεί να ήταν απλώς ένα στολίδι, αλλά για τον Ορέλιον είχε μια βαθύτερη σημασία. ΄Η μέρα του λοιπόν κύλησε κάπως μονότονα, με εκείνον να αποφεύγει τις πολλές κοινωνικές επαφές. Δεν ήθελε κιόλας να παραδεχτεί σε κάποιον ότι είχε επηρεαστεί τόσο πολύ από κάτι τόσο μικρό που μπορούσε μάλιστα να αντικατασταθεί. Αν και στο πρόσωπο του δεν έδειχνε κάποιο έντονο συναίσθημα, έχοντας μάθει πια να ελέγχει καλά τις αντιδράσεις του, αν κάποιο άτομο που τον ήξερε καλύτερα τον έβλεπε και συνομιλούσε μαζί του, θα καταλάβαινε σχετικά γρήγορα ότι ήταν εκνευρισμένος. Πέρασε λοιπόν ώρες στην βιβλιοθήκη μελετώντας, έως ότου κάποια στιγμή το απόγευμα του ήρθε μια αναλαμπή που τον έκανε να κλείσει απότομα το βιβλίο που διάβαζε.

Κι αν κάποιος το βρήκε όντως και το παρέδωσε σε κάποιον από το προσωπικό μέχρι να το αναζητήσει αυτός που το είχε χάσει;

Κάπως έτσι, βρέθηκε έξω από το γραφείο της καθηγήτριας Λύριεν Μαρκιέλ που απ' όσο γνώριζε ήταν εφευρέτρια κοσμημάτων και φυλακτών. Δεν είχε παρακολουθήσει το μάθημα της αλλά είχε δει το χαρτί που είχε τοποθετηθεί έξω από το εργαστήριο, κάπου στην αρχή της χρονιάς. Σήκωσε το χέρι του και χτύπησε την πόρτα της γρήγορα δυο φορές κι έπειτα έμεινε ακίνητος, περιμένοντας κάποια απάντηση. Πέρασε τα δάχτυλα του μέσα από τα μαλλιά του για να τα διώξει από το πρόσωπο του, νιώθοντας μερικούς κόμπους στις άκρες να λύνονται εύκολα με την κίνηση του αυτή. 'Ως συνήθως ήταν ντυμένος απλά, με ένα γκρίζο παντελόνι που έφτανε μέχρι τις ΄γάμπες του και μια λευκή, ριχτή μπλούζα με κουμπιά από πάνω, αλλά δεν έπαυε να δείχνει περιποιημένος. Η έκφραση του ήταν ήρεμη καθώς περίμενε υπομονετικά. 
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 11, 2020, 03:03:27 μμ by Ορέλιον Λάρκους »


Λύριεν Μαρκιέλ

Η Λύριεν ήταν πολύ χαρούμενη σήμερα. Στο πρωινό μάθημα, ένας πρωτοετής, κατάφερε να κάνει ένα εγχαρακτο δελφίνι, σε ένα κομμάτι ορειχαλκο. Όταν το τελείωσε, τα μαύρα του μάτια, είχαν μια λάμψη, που θύμισαν στην καθηγήτρια, γιατί κάνει αυτήν την δουλειά...

Τα υπέροχα συναισθήματα που ένιωσε εκείνη την στιγμή, την ακολούθησαν όλη την υπόλοιπη ημέρα. Και μάλλον ήταν η τυχερή της μέρα τελικά. Είχε συναντήσει τη Σαγιανε και πήγαν μαζί για φαγητό στην τραπεζαρία και είχε το αγαπημένο της!!! Λαχανικά ψητά, με φύκια γλυκά τυλιγμενα.

Όταν τελείωσαν το γεύμα τους, η Βαλησινη καθηγήτρια, είχε κενό στο πρόγραμμα της. Στην αρχή σκεφτόταν να πάει μια βόλτα στη λίμνη. Αλλά τελικά επέλεξε να πάει στο γραφείο της, γιατί είχε να ετοιμάσει ένα διαγώνισμα για τους μαθητές της.

Το απόγευμα ήρθε γρήγορα, και η Λυριεν σκυμενη πάνω από πάπυρους και χαρακες και σχέδια, έπιασε το κεφάλι της με τα δύο χέρια. Πήρε μια ανάσα βαθιά, χαμογέλασε ικανοποιημενη με την πρόοδο της και σηκώθηκε αργά.

Ισιωσε λίγο το μακρύ γαλάζιο φόρεμα της, γιατί πιάστηκε στην καρέκλα της και έπιασε ξανά τα μαλλιά της κοτσίδα ψηλά, γιατί είχε πέσει από τη μια πλευρά και δεν της άρεσε.

Έβαλε λίγο νερό να βράζει, να φτιάξει έναν καουα. Η καλή της μαθήτρια και βοηθός της στα εργαστήρια η Αρυα, της είχε δώσει αρκετό σε ένα σακούλι. Αλλά πρόσεχε την ποσότητα που θα έβαζε για να μην ξενυχτησει και πολύ. Πήρε ένα ξύλινο χειροποίητο κουταλάκι που είχε φτιάξει και σήκωσε ακριβώς την ιδανική ποσότητα που χρειαζόταν τέτοια ώρα και...

Νταπ Νταπ...

Δύο χτυπήματα γρήγορα και δυνατά στην πόρτα της.

"Ωωωωω τώρα βρήκε!!! Αν αφήσω κάτω το κουτάλι, θα πέσει ο καουα. Αν το πάρω μαζί, θα πέσει στη διαδρομή... Ααααα" γέλασε μόνη της με τις σκέψεις της. Τελικά το έριξε πάλι μέσα στο σακούλι και πήγε στην πόρτα να δει ποιος ήταν τέτοια ώρα.

Ανοίγοντας αντικρυσε έναν μαθητή. Δεν τον είχε στα μαθήματα της, αλλά τον είχε δει στην Ακαδημία. Δεν περνούσε κι απαρατήρητος. Του χαμογέλασε.

"Καλησπέρα! Χάθηκες μήπως?" του είπε κοιτώντας τον στα μάτια. "Μωβ υπέροχο χρώμα" σκέφτηκε.


Ορέλιον Λάρκους

Η Βαλησινη καθηγήτρια είχε σίγουρα ιδιαίτερη και εντυπωσιακή εμφάνιση με τα μακριά, γαλάζια της μαλλιά που ήταν πιασμένα σε κότσο, τα μπλε της μάτια και το επίσης γαλάζιο φόρεμα της. Ένιωθε ότι αντίκριζε την ίδια τη θάλασσα... Η όλη παρουσία της είχε κάτι το δροσιστικό. Ο Ορέλιον ακόμα ένιωθε την ανάσα του να κόβεται απότομα στη θέα αυτής της φυλής. Τα κοσμήματα και τα σκουλαρίκια που φορούσε στο πρόσωπο, στα αυτιά, στα χερια... τον έκαναν να πιστεύει ότι είχε έρθει στο κατάλληλο άτομο.

«Χαίρετε.», την χαιρέτησε όταν του απηύθυνε τον λόγο. «Όχι, όχι, εσάς έψαχνα», απάντησε στην ερώτηση της, σκεπτόμενος παράλληλα ότι ήταν λογικό να νομίζει ότι είχε έρθει στο γραφείο της καταλάθος αφού δεν του έκανε μάθημα και ούτε είχε τύχει να συνομιλήσουν ποτέ στο παρελθόν, «Αν είστε απασχολημένη, μπορώ να περάσω άλλη ώρα ή μέρα». Δεν ήθελε να ενοχλήσει. Το χαμόγελο ωστόσο που είδε στα χείλη της ηρέμησε κάπως την μικρή του ανησυχία.


Λύριεν Μαρκιέλ

"Εσάς έψαχνα" αποκρίθηκε ο μαθητής κοιτάζοντας την, ίσως πιο επίμονα από ότι έπρεπε. Η Λύριεν χαμογέλασε πλατιά και του άνοιξε την πόρτα.

"Όχι αγόρι μου, δεν είμαι τόσο απασχολημένη. Βασικά είμαι, αλλά ένα διάλειμμα πάντα χρειάζεται!" του είπε, ενώ παράλληλα του έδειξε τα πουφ να κάτσει.

Η καθηγήτρια, ισιωσε λίγο το φόρεμα της όταν δεν την έβλεπε ο μαθητής, έφτιαξε πάλι την κοτσίδα της και κοίταξε γύρω, αν χρειαζόταν λίγο συμμάζεμα... Σαν καλλιτέχνης, είχε πάντα αλλού το μυαλό της και πάντα παρατουσε πράγματα και ρούχα όπου να είναι. Ευτυχώς όλα ήταν αρκετά τακτοποιημενα.

"Λοιπόν... Πως σε λένε? Θέλεις μήπως έναν καουα? Ωχ, άστο μάλλον είσαι μικρός. Ααα όχι και τόσο μικρός. Η Αρυα μου τον έχει δώσει. Ξέρεις ποια λέω. Σας έχω δει. Ααα μήπως θέλεις κάτι γι αυτή να φτιάξουμε?" είπε η λυριεν με μια ανάσα, όπως συνήθιζε να κάνει. Το μυαλό της ερρεε, και παράλληλα τα εξέφραζε όλα αυτά, χωρίς να δίνει χρόνο στον άλλον να απαντήσει... Γέλασε μόνη της και περίμενε υπομονετικά τον μαθητή να κάτσει στα πουφ και να απαντήσει.


Ορέλιον Λάρκους

Χαλάρωσε στα πρώτα της λόγια, αλλά σφίχτηκε ξανά όταν η καθηγήτρια διόρθωσε τον εαυτό της, λέγοντας ότι ήταν όντως απασχολημένη. Είχε μπει μέσα στο γραφείο τη στιγμή που του άνοιξε την πόρτα με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη που τον έκανε να νιώσει αμέσως καλοδεχούμενος. Της χάρισε κι εκείνος ένα χαμόγελο με κλειστά χείλη και στάθηκε κάπου κοντά της.

Όταν του έδειξε τα πούφ, φάνηκε να διστάζει. «Δεν με πειράζει να έρθω άλλη στιγμή, δεν ήρθα για κάτι τόσο επείγον...», μουρμούρισε κάπως αβέβαια, ρίχνοντας ένα διακριτικό βλέμμα στον χώρο γύρω του. Του άρεσε να παρατηρεί αλλά σταμάτησε αμέσως μόλις συνειδητοποίησε ό,τι το έκανε και κοίταξε ξανά την γυναίκα, για να μη φανεί αγενής κατά τη διάρκεια της γνωριμίας τους.

«Είμαι ο Ορέλιον. Ορέλιον Λάρκους.», συστήθηκε έπειτα, «Μαθητής του τελευταίου έτους. Αλλά δεν χρειάζεται να μου προσφέρετε κάτι, ούτως ή άλλως δεν σκοπεύω να σας απασχολήσω για πολύ.», είπε ήρεμα και στην αναφορά στην Άρυα η μια άκρη των χειλιών του σηκώθηκε σχηματίζοντας ένα μικρό χαμόγελο. «Ναι, είμαστε φίλοι... Αλλά όχι, δεν ήρθα για εκείνη αυτή τη φορά.»