Rasnarry Academy

Η αντάρα είχε χρώμα κόκκινο [Κέννα, Λεξάνα]

Άρντα Γκροντ

Προβληματισμοί, ένα ποτάμι αναπάντητα ερωτήματα και υποχρεώσεις έπεσαν μονοκοπανιά στην Άρντα σαν χειμερινή κατολίσθηση όπου οι βράχοι κουτσοστηρίζονταν στο μητρικό πέτρωμα και κάποιος ανεγκέφαλος πήγε και το σκάλισε. Στην περίπτωσή της, οι ανεγκέφαλοι ακούν στο ονοματάκι "Επτάκτινο Αστέρι" και έχουν κερδίσει θέση επισήμων στη μαύρη λίστα της με τις σφαγές, τα τέρατα και τις λοιπές αυτοκτονικές χαζομάρες τους που δεν άφηναν δεκατριάχρονα έως και δεκαοχτάχρονα παιδιά να πάνε μια εκδρομή με την ησυχία τους και να το παίξουν ήρωες, χωρίς να απειλήσουν τη ζωή τους, λες και κρατούσαν μούτρα από την προ ακαδημαϊκή εκπαίδευση για το ποια παρέα κατάφερε να φάει τα περισσότερα ζαχαρωτά στα κρυφά και τώρα που απέκτησαν όπλα είπαν να τους χτυπήσουν, έτσι, για να μάθουν! Αχ, τρώγονταν τόοοοσο τόσο πολύ να κατηγορήσει τους εύκολους υπεύθυνους, τα ξιπασμένα, ξερακιανά, ξεροκέφαλα, ξινά, ξεμωραμένα Ξωτικά. Το Επτάκτινο Αστέρι ξεπετάγονταν και πάλι σαν καυτό κάστανο από τη φωτιά, κούφιο κιόλας, για να της χαλάσει το όνειρο ή μάλλον, τον εφιάλτη που αρέσκονταν να βουτά. Τα μάτια της δύσκολα γελιόταν, είχε δει ξωτικά, ανθρώπους, νάνους (νάνους αν έχεις το Σιδηρουργο σου!), ψάρια και σοβερινους και όλοι ξέρουν ότι ξωτικό με ωροσκόπο σοβερινο δεν πάει πακέτο. Ξεφύσησε απογοητευμένη που δεν είχε ξωτικό να κατηγορήσει.

Στην πραγματικότητα, υποχρεώσεις στην Άρντα δε φόρτωσε κανείς γιατί ο αγαπημένος της Καθηγητής Νάντριελ, παρόλο που ήταν ξωτικό, δε θα φόρτωνε ποτέ δυσανάλογα βάρη στην πλάτη της μαθήτριάς του. Υπήρχε Βοηθός Καθηγητή γι’αυτόν ακριβώς το λόγο, ξωτικό κι εκείνη, αλλά από τα κανονικά ξωτικά, τα αχώνευτα από τη Θαλανίλ, με τις ψηλές μύτες, μακρύτερες από τα αυτιά τους, καμία σχέση με τον Καθηγητή Νάντριελ. Επειδή όμως γνώριζε ότι η γνώση και η ανακάλυψη τη δελέαζε όπως τη δελέαζε ένα λίτρο μαύρη μπύρα και ένα κιλό χοιρομέρι, θα της ανέθετε κάποια βοηθητική έρευνα, ώστε να μοιραστούν οι τρεις τους τη δουλειά –όχι δουλειά, εργασία!- και να χορτάσει την πείνα της ανακάλυψης και τη δίψα της μάθησης ή αντίθετα. Η Άρντα όμως είχε ανατραφεί όπως όφειλαν να ανατρέφονται σωστά όλοι οι απόγονοι μεγάλων οικογενειών, δηλαδή χωρίς πεποίθηση πως ο κόσμος της αξίζει αυτοδίκαια και με μεγάλο αίσθημα ευθύνης προς τον εαυτό και την οικογένειά της. Κάθε Γκροντ που πατά το πόδι του στον Ήθεριντ θα πρέπει να δουλέψει σκληρά και να αποδείξει τον εαυτό του πριν να έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το επίθετό του καλά καλά. Εν ολίγοις, οι Γκροντ έδιναν μεγάλη έμφαση στην προσπάθεια και τη σκληρή δουλειά, ενώ απεχθάνονταν τους τεμπέληδες και η Άρντα ετοιμάζονταν να ζήσει και πάλι με τις αρχές και τα ιδανικά της οικογένειάς της. Κάτι σαν επικρότηση αυστηρού γονέα για το μαχητικό πνεύμα του παιδιού του ήρθε από τα αριστερά και σούβλισε τον Αιθέρα της, αυτόν που πρόσφατα έμαθε ότι διαθέτει σε ποσότητες που της επέτρεπε όνειρα μη-Ιστορικού. Η Άρντα τινάχτηκε λιγάκι στη θέση της, ύστερα γύρισε αριστερά, την κατεύθυνση από όπου ήρθε υποθετικά το σκούντημα επικρότησης και σήκωσε τον αντίχειρα σε ένδειξη συμφωνίας. Η ενεργητικότητα του χεριού της μαρτυρούσε αποφασιστικότητα, όπως και τα μάτια της που έλαμπαν σμαραγδί καθώς κοίταζε μία μορφή που ούτε η ίδια δεν ήταν σίγουρη ότι έβλεπε. Ήταν όμως σίγουρη ότι οι δυο τους θα γίνονταν κολλητοί.

«Πρέπει.. πρέπει να σας συνηθίσω,» μονολόγησε και ξαφνιάστηκε με την ιδέα τρυφερής ενθάρρυνσης που φάνηκε να επικάθεται λίγα εκατοστά πάνω από το κεφάλι της. Οριακά έφερνε προς τη μητέρα της.

Έριξε μια ματιά στο αγαπημένο της σημειωματάριο με δέσιμο από δέρμα και το θαύμασε. Λάτρευε τις μεταλλικές του γωνίες, το κουμπί που άνοιγε και έκλεινε, το καθρεφτάκι μινιατούρα στο εξώφυλλο. Και τι φρέσκια μυρωδιά. Ακόμη περισσότερο αγαπούσε την ευκολία που της πρόσφερε. Στο σημειωματάριό της είχε τη δυνατότητα να προσθέσει επιπλέον σελίδες και με αυτόν τον τρόπο εμπλούτιζε και συσσώρευε γνώση που μπορούσε μετά να συνδυάσει και να συγκρίνει με τον τρόπο που έκρινε καλύτερο. Τον τελευταίο καιρό, το σημειωματάριο ήταν απασχολημένο με νέες ασχολίες, φράσεις δύναμης και πνεύματα που αναβίωσαν. Υποψιάζονταν ότι τα δεύτερα θα συνέβαλαν σημαντικά στην κατανόηση του πρώτου, αν και δε γνώριζε πως ακριβώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο με ενεργειακά σκουντήματα, αλλά παρέμενε θετική προς κάθε έκπληξη.

Εκπλήξεις ήταν η νέα μόδα της Ακαδημίας και πιθανότατα του Ήθεριντ, μιας και τα γρανάζια οποιουδήποτε διεστραμμένου μυαλού και τρομερά βαριεστημένης μυθολογίας αποφάσισαν πως ήταν ώρα να κινηθούν. Δεν την πείραζε φυσικά, γιατί κάθε τι παράξενο ήταν και μία πρόκληση που την καλούσε να την κατακτήσει. Το πνεύμα στα αριστερά τη σκούντησε επαινετικά.

«Χαίρομαι που συμφωνούμε» ψιθύρισε και άνοιξε το σημειωματάριο.

Τα μάτια της έπεσαν πάνω σε περιγραφές που είχε αντιγράψει και κάτω από την αντιγραφή είχε σημειώσει τις αντίστοιχες παραπομπές βιβλίων με σελίδα και εδάφιο. Χρειάστηκε πάνω από τρεις ώρες για να καταλήξει στο εδάφιο που της έδινε αυτό που έψαχνε, την πιθανή τοποθεσία μίας ακόμη φράσης δύναμης. Η Άρντα πανηγύρισε και το ιδιαίτερα στοργικό πνεύμα της έκανε παρέα.

«Θεραπευτής είπαμε ε;»

Τα δύσκολα ξεκινούσαν εκείνη τη στιγμή. Αφού εντόπισε αυτό που έψαχνε, θα έπρεπε να το αναφέρει και έπειτα να το αναζητήσει, όμως πριν φύγει από την Ακαδημία έπρεπε να πάρει άδεια και τέτοιου είδους άδειες παρέχονταν από το μοναδικό άτομο που απέφευγε να συναντήσει και που τα γραζάνια γύρισαν με τέτοιο τρόπο που την έφερναν μπροστά στην πόρτα εκείνου του αντιπαθέστατου, άξεστου, ασεβούς, αδύναμου και πάνω από όλα άσχημου ατόμου. Η Άρντα μπήκε στο γραφείο της Ιλίντιεν Άτρας με την προθυμία ετοιμοθάνατου. Της εξήγησε πως επισκέφθηκε το γραφείο της να με ιδιαίτερα βαριά καρδιά, το οποίο παρέλειψε να αναφέρει, ώστε να ζητήσει την άδειά της (ανάθεμα!) να επισκεφθεί τα χωριά νότια της Ισαχάρ, όπου πιθανολογούνταν πως βρίσκονταν μία ακόμη φράση δύναμης.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 10, 2020, 10:56:31 μμ by Ιλίντιεν Άτρας »


Ιλίντιεν Άτρας

  • Άξεστη Πολεμιστρια
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Πονοκέφαλος, άλυτη σπαζοκεφαλιά που έπεσε σαν τούβλο στο κεφάλι της Ιλίντιεν το Επτάκτινο Αστέρι. Έπρεπε να βρει τη λύση όμως, όφειλε να βρει τη λύση μετά τη μακάβρια κορδέλα των συνεχόμενων γεγονότων που εκτυλίχθηκαν. Στη σκοπιά της έλαβαν χώρα και σαν σωστή Πολεμίστρια ήταν καθήκον της να λάβει θέση. Αναλογίστηκε το Δάσκαλο. Ο Ντούριλ θα υπερασπίζονταν τους μαθητές του μέχρι την τελευταία του πνοή. Έφυγε από τη ζωή δρώντας καθημερινά ως παράδειγμα ήθους και η Ιλίντιεν ήταν πεπεισμένη ότι από τους μαθητές του περίμενε να πράξουν ανάλογα.

Είχε περάσει καιρός από τότε που έφυγε. Την έβλεπε από πουθενά να αναζητά λύσεις για χώρες, άτομα, οργανισμούς που δεν ανήκαν στην υψηλή φυλή της Θαλανίλ; Είχε μια κρυφή ελπίδα ότι την έβλεπε και φούσκωνε από περηφάνια, όπου κι αν βρίσκονταν. Βήμα βήμα, η Ιλίντιεν έκανε τις διδαχές του πράξη. 

Μέσα στον πυρετό των εξελίξεων υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις που δεν επιδέχονταν εξομάλυνση, για παράδειγμα, η χοντροκέφαλη Άρντα Γκροντ που μόλις μπήκε στο γραφείο της και ξεκίνησε να φλυαρεί για περισσότερα προβλήματα.

«Πώς τα πάτε με τους φανταστικούς σου φίλους;» τη ρώτησε και έκρυψε το γέλιο της πίσω από το προσωπείο αυστηρότητας. Είδε την Άρντα να ζορίζεται, αλλά την επαίνεσε για την αυτοσυγκράτηση που έδειξε και παραδέχτηκε στον εαυτό της πως αν και Ιστορικός, είχε απίστευτη θέληση και επιμονή στην προπόνηση. Η αυστηρότητα όμως συνέχισε.

«Τι εννοείς νότια της Ισαχάρ Γκροντ;» αυτή τη φορά η Ιλίντιεν σοβάρεψε αληθινά. «Θέλεις να μου πεις πως έρχεσαι εδώ με τις σημειώσεις σου και σκόρπιες ιστορίες για να μου καλοσερβίρεις ότι θέλεις να πας στην Κοιλάδα του Θανάτου και περιμένεις να σε αφήσω να βαδίσεις στο θάνατό σου έτσι απλά;» την κάρφωσε έντονα με τα μάτια της για να την αποτρέψει να αντιμιλήσει όσο σκέφτονταν μία λύση.

Είχε ακούσει φυσικά τι εξήγησε μόλις η Άρντα, φράση δύναμης, ένα δίλημμα από μόνο του. Δεν είχε πρόθεση να αμφισβητήσει τις ανιχνευτικές ικανότητες της Άρντα, την τελευταία φορά που της άφησε σημάδια, τα ακολούθησε καλύτερα από Πολεμιστή, μπορούσε να στηριχτεί στις ικανότητές της. Αυτό που απασχολούσε την Ιλίντιεν ήταν η ασφάλειά της και συγκεκριμένα, η ασφάλειά της σε συνάρτηση με τέρατα. Θα μπορούσε να γελάσει με τον εαυτό της. Η Άρντα Γκροντ βρήκε το κλειδί για την ανατροπή των τεράτων και όπως αποδεικνύονταν, δεν ήταν το μοναδικό κλειδί, γεγονός που την έκανε κατάλληλη για αυτές τις ανακαλύψεις. Όσο κατάλληλη και να φάνταζε όμως, δε μπορούσε να τη στείλει μόνη της, αρχικά επειδή δεν ήξερε ποια και πόσα τέρατα μπορεί να συναντούσε. Τόσα χρόνια στο στρατό της Θαλανίλ, η Ιλίντιεν είχε μάθει πως ένα μυστικό δεν έμενε για πολύ καιρό μυστικό από τη στιγμή που αποκτούσε αγοραστική αξία για κάποιον, συνεπώς, από όσους βίωσαν την ανακάλυψη της Άρντα και τις επαφές τους, δε γνώριζε σε ποιους άλλους το είχαν κοινοποιήσει. Παράνοια; Ίσως, αλλά φύλαγε τα όπλα σου να ‘χεις τα μισά.

Η Ιλίντιεν έτριψε τα μάτια της και ξεφύσηξε. Έπρεπε να επιτρέψει στην Άρντα να πάει να βρει τη Φράση Δύναμης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, η Ακαδημία είχε το συγκριτικό πλεονέκτημα την παρουσά στιγμή ενάντια στον οποιονδήποτε αόρατο εχθρό. Επιπλέον, το γεγονός ότι η τοποθεσία της Άρντα έδειχνε στην Κοιλάδα του Θανάτου την καθησύχαζε και παράλληλα την τρόμαζε. Κανείς δεν ταξίδευε από εκεί και παράλληλα, ήταν το κατάλληλο μέρος για να στήσουν τα λημέρια τους ληστές και ποιος ξέρει τι άλλο.

Έπρεπε λοιπόν να πάει κάποιος μαζί της. Η Ιλίντιεν θεώρησε πως ο καλύτερος συνοδός για την Άρντα έπρεπε να ξέρει πως να γίνει σκιά, να μπορεί να επιβιώσει στη φύση, να είναι ευπροσάρμοστος, να έχει αντοχή και παράλληλα δύναμη. Απογοητεύτηκε γιατί κατέληξε να περιγράφει τον εαυτό της. Θα μπορούσε να πάει η ίδια, αλλά για πολλούς και διάφορους λόγους, δε γινόταν να αναλάβει αυτήν την αποστολή. Έπρεπε να βρει κάποιον άλλο που να μοιάζει στο δικό της στυλ πολέμου. Το πρόσωπό της φωτίστηκε. Βγήκε μεμιάς από το γραφείο και έστειλε τον πρώτο μαθητή που βρήκε να φωνάξει την Κέννα.

«Πες μου τι καταλαβαίνεις από αυτό» έδωσε ένα βιβλίο με σέχτες στην Άρντα όσο περίμεναν.

Όταν εμφανίστηκε η νεαρή Πολεμίστρια, η Ιλίντιεν την καλωσόρισε με ένα σύντομο στρατιωτικό χαιρετισμό.

«Λοιπόν Κέννα,» δυσκολεύονταν κάπως να ξεκινήσει, «η κυρία Γκροντ εδώ υποστηρίζει πως εντόπισε άλλη μία Φράση Δύναμης και είναι έτοιμη να πάει να την ξεθάψει. Θεωρώ δεδομένο ότι θυμάσαι τη σημαντικότητά τους. Θέλω να τη συνοδέψεις στη θέση μου, θεωρώ ότι οι ικανότητές σας ταιριάζουν πολύ.» Ακολούθησε μια παύση. Πώς να της πει για την Κοιλάδα του Θανάτου; Μάλλον έπρεπε να της το πει απευθείας.
«Χμμμ, λοιπόν, εδώ είναι το δύσκολο, αλλά σε εμπιστεύομαι. Η τοποθεσία είναι στην Κοιλάδα του Θανάτου. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, τα μάτια σας και τα αυτιά σας δεκατέσσερα. Θέλω να πάτε εκεί χωρίς να σας δει κανείς, χωρίς να προκαλέσετε την παραμικρή φασαρία και πάνω από όλα, χωρίς να μάθει κανείς γιατί είστε εκεί. Και πάνω από όλα, χωρίς να προ-κα-λε-σε-τε! Είμαστε σύμφωνες;»

Μέχρι να το σκεφτεί η Κέννα, η Ιλίντιεν βγήκε από το γραφείο της και επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα.

«Και επειδή δε μπορώ να στείλω να στείλω δύο ανήλικες στην Κοιλάδα του Θανάτου, θα σας συνοδεύσει η Λεξάνα Μαέραλ. Φανταστικοί φίλοι για όλους!»

Αν υπήρχε μία πιθανότητα να εξοργίσει την Άρντα, μόλις το είχε πετύχει. Η μικρή Ιστορικός κρατούσε γερά όμως.


Κέννα

"ΚΈΝΝΑ!" άκουσε κάποιον να την φωνάζει και όταν γύρισε είδε έναν Σοβερινο να τρέχει κατά πάνω της. "Τι συμβαίνει; Κάνεις λες και σε κυνηγάει τάρι." ρώτησε με απορία καθώς προσπαθούσε να καταλάβει αν τον ξέρει.
"Η Ατρας" είπε λαχανιασμενος "σε ζητάει." Έκπληκτη από το αίτημα και από τον τρόπο που της ήρθε, τον ρώτησε για την διάθεση της καθηγήτριας, για να ξέρει τι να περιμένει, όμως ο Σοβερίνος σήκωσε τους ώμους "Εμένα πάντως με τρομάζει." απάντησε και εξαφανίστηκε.

Δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσει. Ακόμα και αν δεν εμφανιζόταν , σίγουρα θα ερχόταν η Ιλιντιεν σε αυτήν. Πήγε απευθείας στο γραφείο της και αφού πήρε την άδεια πέρασε μέσα. Αυτό που αντίκρισε ήταν την καθηγήτρια να της κάνει ένα στρατιωτικο χαιρετισμό και την Αρντα με ένα σωρό χαρτιά στα χέρια της.

"Λοιπόν Κέννα,"ξεκίνησε να λέει διστακτικά , "η κυρία Γκροντ εδώ.." κάρφωσε το βλέμμα της στην Αρντα ψάχνοντας ίσως απαντήσεις. Για πείτε μας κυρία Γκροντ
".. υποστηρίζει πως εντόπισε άλλη μία Φράση Δύναμης" Μια φράση τι; Ηταν πραγματικά μπερδεμένη. Ερχόμενη εδώ πίστευε πως την περίμενε τιμωρία για κάτι που ίσως είχε κάνει. Ίσως για το θέμα με τον Βίλιτοφ.
".. Θεωρώ δεδομένο ότι θυμάσαι τη σημαντικότητά τους." κούνησε το κεφάλι σαν να ήξερε ακριβώς για τι πράγμα μιλούσε η καθηγήτρια της.
"Θέλω να τη συνοδέψεις στη θέση μου, θεωρώ ότι οι ικανότητές σας ταιριάζουν πολύ."
Αφού χαλάρωσε κάπως κατάλαβε ότι τελικά την καλεί σε αποστολή παρέα με την ιστορικό. Ακολούθησε λίγος ακόμα πρόλογος για το πόσο επικίνδυνα μπορεί να είναι και πόσο διακριτικές έπρεπε να είναι όμως πριν προλάβει να απαντήσει το οτιδήποτε εξαφανίστηκε και όταν επέστρεψε έφερε μαζί της και ένα ακόμα ξωτικό. Βλέποντας την Αρντα έτοιμη να εκραγεί πήρε τον λόγο για να της δώσει χρόνο.
"Θα το πάρω ως κοπλιμέντο το ότι με στέλνεις σε ενα τέτοιο επικίνδυνο κατά τα λεγόμενα σου μέρος. Και φυσικά δέχομαι την αποστολή."
Έριξε μια ερευνητική ματιά στην συνοδό τους. Δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο θα τους παρείχε περισσότερη προστασία από ότι μπορούσε και μόνη της. Επίσης δεν φαινόταν ΚΑΘΌΛΟΥ για τύπος που έχει ικανότητες επιβεβαίωσης στην φύση. Όμως μπορεί να έκανε και λάθος.


Λεξάνα Μαέραλ

Επέβλεπε τις τελευταίες εργασίες στο καινούργιο της γραφείο, όταν άκουσε έναν δυνατό κτύπο στην πόρτα.

«Πιο αριστερά!» φώναξε στους δύο άνδρες που τοποθετούσαν τον τελευταίο πίνακα τεραστίων διαστάσεων, ακριβώς πίσω από το γραφείο της. Ήταν ένα πορτραίτο της Νυίρα, της κουκουβάγιας της, φτιαγμένο από τον διασημότερο καλλιτέχνη της Θαλανίλ. Έπιανε σχεδόν όλο τον τοίχο• με το ζόρι τον κουβαλούσαν.
Καλό θα τους κάνει και λίγη γυμναστική, σκέφτηκε, κοιτώντας τα πλαδαρά κορμιά τους από πάνω μέχρι κάτω.

«Περάστε» φώναξε στον ίδιο τόνο, με την πλάτη ακόμα γυρισμένη, και έκανε νόημα με τα δάχτυλα στον επισκέπτη να πλησιάσει.

«Για τελευταία φορά! Εγώ θα σας μάθω τη δουλειά σας; Πιο αριστερά!»

Γύρισε για να αντικρίσει την Ιλίντιεν Άτρας. Σάστισε για μια στιγμή, μα δεν το άφησε να φανεί. Έφερε το χέρι στο στήθος για τον επίσημο χαιρετισμό της Θαλανίλ, και η Ιλίντιεν ακολούθησε με ολόκληρο τον χαιρετισμό, μα σχετικά βιαστικά.
Της ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως.
Η Λεξάνα κοίταξε τον στραβό πίνακα. Έσφιξε τα δόντια.

«Έχετε τελειώσει εδώ. Φύγετε» είπε παγωμένα στους δύο άντρες. Εκείνοι φάνηκαν κάπως τρομαγμένοι από τον τόνο της και δεν έφεραν αντίσταση. Προχώρησαν αργά κατά μήκος του δωματίου, περιμένοντας να τους πληρώσει. Η Λεξάνα είχε συγχυστεί, και με μια κίνηση του χεριού τούς έδειξε ένα κομοδίνο δίπλα στην πόρτα. «Πάρτε τα και δρόμο. Τσαπ τσαπ!" φώναξε χτυπώντας παλαμάκια, σε μια προσπάθεια να ακουστεί χαλαρή και καλοσυνάτη.

«Ώρες ώρες εύχομαι το πνεύμα του Αλχημιστή μου να κατείχε τον Αέρα» μονολόγησε, κοιτώντας τον πίνακα. Γύρισε και πάλι στην Ιλίντιεν.
«Λοιπόν αγαπητή μου; Χαίρομαι ιδιαιτέρως για την επίσκεψή σου, και είχα σκοπό να σε καλέσω και η ίδια μόλις τελείωναν οι...» κούνησε κάπως τα χέρια για να βρει την κατάλληλη λέξη, «... εργασίες. Μα πόσο καιρό έχω να σε δω! Είδες πως τα φέρνουν καμιά φορά οι συγκυ...» η Ιλίντιεν την έκοψε απότομα. Ζήτησε τη βοήθειά της.

Μα φυσικά! Ήταν ποτέ δυνατόν να αρνηθεί σε μία Άτρας;

Η Ιλίντιεν της εξήγησε μέσες - άκρες ότι επρόκειτο για μια αποστολή νότια της Ισαχάρ, προς αναζήτηση μιας ακόμα Φράσης Δύναμης. Στο στοιχείο της δηλαδή. Ήταν έτοιμη να της πει πως δεχόταν ευχαρίστως να πάει, όταν της ξεφούρνησε επίσης πως θα συνόδευε δύο μαθήτριες, και ο σκοπός της ήταν να τις προσέχει.

Για νταντά ψάχνει; σκέφτηκε με το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Είναι δυνατόν να ζητάει από μένα, μία Μαέραλ, να κάνω τη νταντά σε δύο παιδαρέλια;

Προσπάθησε να ηρεμήσει πριν το πρόσωπό της γίνει το ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της, και παρά τις ασυναρτησίες της Ιλίντιεν, δέχτηκε να την ακολουθήσει πίσω στο γραφείο της.

Καθώς η άκρη από το μακρύ, μαύρο της φόρεμα σερνόταν στο χαλί του διαδρόμου, παρέα με τα μακριά της μανίκια, η Λεξάνα έπλεξε τα δάχτυλά της σκεπτόμενη την απάντησή της. Ναι μεν ο ρόλος της ήταν κάτι το... το... τραγικό, αλλά αν δεχόταν, σίγουρα θα κέρδιζε την εύνοια της Ιλίντιεν.

Μπήκαν στο γραφείο της για να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τις δύο –οι Θεοί να τις κάνουν– μαθήτριες. Η Λεξάνα αγνόησε την αίσθηση αηδίας που ανέβαινε σιγά σιγά στο λαιμό της, και φόρεσε το πιο λαμπρό της χαμόγελο.

«Και επειδή δε μπορώ να στείλω δύο ανήλικες στην Κοιλάδα του Θανάτου, θα σας συνοδεύσει η Λεξάνα Μαέραλ. Φανταστικοί φίλοι για όλους!» φώναξε η Ιλίντιεν σε μια προσπάθεια να στρώσει το κλίμα μεταξύ τους.

Ώστε η μικρή Γκροντ ε; Έπρεπε να το περιμένει. Όπου φασαρία, πρώτη. Δεν είχε πολύ καιρό που είχε έρθει στην Ακαδημία, κι όμως η συγκεκριμένη είχε καταφέρει να της κάτσει στο στομάχι.
Και έπειτα μια ακόμα ατίθαση νεαρή, που βιάστηκε να πάρει τον λόγο.

«Θα το πάρω ως κοπλιμέντο το ότι με στέλνεις σε ένα τέτοιο επικίνδυνο κατά τα λεγόμενα σου μέρος. Και φυσικά δέχομαι την αποστολή» είπε η μικρή.

Η Λεξάνα ανασήκωσε το φρύδι της.
Στον ενικό; Μα καθόλου τρόποι πια; Τι αυθάδεια..., σκέφτηκε, και κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. Ώστε έτσι λοιπόν• δύο στα δύο μαργαριτάρια.

«Πότε ξεκινάμε;» ήταν το μόνο που ρώτησε, χαρίζοντάς τους ένα από τα πιο ψεύτικα χαμόγελα που είχε χτίσει ποτέ.


Άρντα Γκροντ

Υπήρχαν χίλιοι μικροί νάνοι στο εσωτερικό του κρανίου της Άρντα και οι λιλιπούτειοι ομοειδείς της φαντασίας της κρατούσαν σκαπάνες στα χέρια τους γιατί προσπαθούσαν να δραπετεύσουν πάση θυσία. Με μετρημένες κινήσεις που χαρακτηριστικό τους είναι ο συντονισμός έσφιξαν παχιά μπράτσα, ασφάλισαν στειλιάρια σε αγκαλιές γερών δαχτύλων και κατέβασαν αξίνες ενάντια στο εχθρικό πέτρωμα. Είχε εκτυφλωτική  γεύση η σουβλιά που βίωσε όταν η Ιλίντιεν ανακοίνωσε πως θα τις συνοδέψει η Λεξάνα Μαέραλ στην αποστολή τους. Ακόμη μια σουβλιά, άλλη μια. Κάθε της λέξη ξυπνούσε συνταρακτικούς σεισμούς που απειλούσαν να τη βγάλουν από το κέντρο της, να την κυλήσουν σε βάραθρα που δεν άξιζαν καν την αναφορά της. Δεν είχε ανατραφεί ποταπά. Κι όμως έτσι ήταν, έτσι ένιωθε, αδικημένη και θυμωμένη ενάντια στην προδοσία της Ιλίντιεν Άτρας. Δε χρειαζόταν συνοδό! Εκείνη και ο Γκίντεον είχαν σταφιδιάσει κάτω από τον ήλιο της αρχαιολογικής σκαπάνης περισσότερες ώρες από το άθροισμα των ωρών Ιστορικών και Εφευρετών της Ακαδημίας. Ειδικά με την Κέννα το μονόλυκο για παρέα, κάθε παρουσία –ιδιαίτερα, κάθε ξωτική παρουσία με μπιχλιμπιδωτά μανίκια που σέρνονται στα πατώματα σαν δαντελένια σεμεδάκια και παίρνουν χρώμα ίδιο με λερωμένα οπίσθια βασιλιά σε κακή μέρα πιπεράτης σάλτσας- θα τις καθυστερούσε αφάνταστα πολύ! Ξέσπασμα, ξέσπασμα, ξέσπασμα σηματδοτούσε κάθε της παλμός που αποτυπώνονταν με μικρές, ρυθμικές κινήσεις στην άκρη του αριστερού φρυδιού της, έτσι πάλλονταν εκείνο το σημείο κάθε που θύμωνε. Για όλο της το σώμα που εμένε ακίνητο και φανομενικά ήρεμο, η νευρική άκρη του αριστερού της φρυδιού συγκέντρωνε όλη την ανάγκη να εκφράσει διαφωνίες και να επιτεθεί σε έριδες.

Αχ, πρώτα θα ξεσπούσε στο πνεύμα δεξιά της! Δεν την είχε αφήσει σε ησυχία για τα βασανιστικά δευτερόλεπτα που έβραζε στο καβούκι της και της έστελνε τρυφερά σκουντήγματα κάθε ένα τετράκις εκατοστό των παλμών της, «μη συγχύζεσαι κοριτσάκι μου, μη συγχύζεσαι κοριτσάκι μου» και η Άρντα ήθελε απλά να γυρίσει και να του φωνάξει «Θα συγχύζομαι όσο θέλω!» Αποφάσισε όμως να ακούσει το πνεύμα, καθώς διδάχθηκε να ακούει τη συμβουλή των σοφότερων. Θα μπορούσε να είναι η γιαγιά της. «Δεν παρακούμε τη γιαγιά»

Έτσι, η Άρντα τίναξε ένα πνευματικά ροζιασμένο νοητικό χέρι προς το υποσυνείδητο και άρπαξε τη λογική που είπε να ξεκουραστεί λιγάκι μετά από πολύωρο διάβασμα. Η λογική ξαφνιάστηκε, μιας και δεν περίμενε να τη βρουν με το πούρο στα χείλη να φτιάχνει παχυλά συννεφάκια στο διάλειμμά της και σύρθηκε στο προσκήνιο με μισοπνιγμένο ξερόβηχα από τον καπνό που καταλάθος κατάπιε. Απροετοίμαστη όπως ήταν, αράδιασε στο μυαλό της Άρντα μερικές ιδέες και τα έριξε στην αναλυτική σκέψη που είχε πάρει ρεπό για το υπόλοιπο της ημέρας. Το συμπέρασμα της συνομιλίας προέκυψε από γνωστό ρητό της θείας Γκρέλντα που πέταξε πρόχειρα η λογική σε μια προσπάθεια να επιστρέψει ανενόχλητη στο διάλειμμα που της στέρησαν: «Μην τα βάζεις με χαζούς γιατί πάντα κερδίζουν,» έλεγε το απόφθεγμα σοφίας της Αρχι-Εφευρέτριας «γι’ αυτό έχουμε τόσους Πολεμιστές.»

Τα μάτια της Άρντα ζήτησαν ανάπαυση και παρηγοριά στη θεόρατη και καλογυμνασμένη μορφή της Ιλίντιεν Άτρας, καθώς διαπίστωνε ότι αυτή τη φορά δεν ήταν όσο χαζή επιθυμούσε να της προσάπτει. Μέρες ολόκληρες κάθονταν χαμένη μέσα σε στοίβες από βιβλία για να βρει τι είναι αυτό το Επτάκτινο Αστέρι, ακριβώς όπως το αναζητούσε και η Άρντα. Ανάθεμα, δεν της αρνήθηκε καν την αποστολή. Ίσα ίσα, έβαλε τα δυνατά της να εξασφαλίσει ότι θα πετύχει και ότι θα έχουν προστασία οι μαθήτριες, αλλά... αλλά, αλλά έλεος! Με τι κριτήρια επέλεξε; Το χρώμα των μαλλιών τους; Και άντε η Κέννα είναι μεγάλο αλάνι και περπατημένη στις σκιές και τα χώματα, έβλεπε ότι το βλέμμα της άστραφτε νικητής της επιβίωσης, τη μεζαμπλί κοκόνα πώς θα τη ντύσουν εξερευνητή;

Να την, ρωτούσε πότε ξεκινάνε. Είναι δυνατόν; Τώρα ξεκινάνε, φεύγουν από εχθές, τι στο καλό Ιστορικός είναι; Στοίχημα 10 Νταρίκ και δύο μπύρες ότι θα στραμπουλήξει στα αστραγαλάκια της στα δέκα πρώτα χιλιόμετρα και θα βάλει την Κεννάρα να την κουβαλάει. Καθησυχαστικές δονήσεις κατεύθασαν και πάλι από το πνεύμα στα δεξιά της Άρντα, το Θεραπευτή, που πάλευε με νύχια και μητρικά δόντια να την κρατήσει ήρεμη. Μάλλον θα έβλεπε μια τρικυμία στον Αιθέρα της.

«Ορίστε κύριε πνεύμα,» έστειλε κι εκείνη με το νου «πώς να της πω ότι δεν είναι ντυμένη για αποστολή και μάλλον δεν έχει ρούχα; Θα μου πει ότι είμαι αυθάδης και ότι είναι μια Μαέραλ κι εγώ θα της πω στα ορτύκια μου, είμαι Γκροντ, έλα να τις παίξουμε έξω από το γραφείο και θα μου πει ότι είναι Βοηθός Καθηγητή κι εγώ θα της θυμίσω ότι εγώ ανακάλυψα την πρώτη φράση δύναμης –η Άτρας δηλαδή, εγώ την είπα- και δε θα μου λέει η τυχάρπαστη πώς να συμπεριφέρομαι και όπως κατάλαβες κύριε πνεύμα, σαματάς έπεται.»

Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει, ενώ σημείωσε τον εκνευρισμό στο πρόσωπο της Μαέραλ όταν μίλησε η Κέννα και αποφάσισε ότι θα ηρεμούσε μερικώς και θα απαντούσε με διπλωματία, ώστε να τονίσει αυτά αλλιώς θα ούρλιαζε και να εκφράσει ευγενικά εκείνα που αλλιώς θα έλεγε ξερά. Άνοιξε το στόμα της και τα λόγια βγήκαν σε χαμηλή και σταθερή ένταση, τονισμένα με την απαιτούμενη σοβαρότητα.

«Καθηγήτρια Άτρας, πρότεινα να δανείσετε μερικά από τα ρούχα πορείας σας στη συνάδελφό μου, καθώς θεωρώ πως όλοι συμφωνούμε για την αναγκαιότητα και την κρισιμότητα αυτής της αποστολής, γεγονός που μας ωθεί να ξεκινήσουμε εδώ και τώρα. Εξηγείστε της επίσης τους κανόνες συμπεριφοράς στο ύπαιθρο, όσο εγώ και η Κέννα πακετάρουμε μερίδες, τσακμάκι, όπλα και υπνόσακους και είμαι σίγουρη πως μέχρι το μεσημέρι που θα συναντηθούμε στο λιμάνι, θα μπορεί να συμβαδίσει, δεδομένης της εμπειρίας της.»

Στην τελευταία της πρόταση κατέβηκε γρήγορα από την καρέκλα της, έδωσε το βιβλίο με τις σέχτες στην Άτρας, τη χαιρέτισε γρήγορα και εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα, ενώ έκλεισε το μάτι στην Κέννα. Κατάφερε να βγάλει για λίγο τη Μαέραλ πάνω από την πλάτη της και της Κέννα. Τα πνεύματα επικρότησαν την κίνηση.


Κέννα

"Ποτέ ξεκινάμε" ρώτησε χαμογελώντας η νέα βοηθός και το ίδιο αναρωτήθηκε και η ίδια. Γύρισε προς την Αρντα η οποία για κάποιο λογο είχε γουρλωσει τα μάτια, μετά τα μισό έκλεισε και στην συνέχεια πάγωσε με βλέμμα κενο. Έμοιαζε λίγο σαν να πάθαινε εγκεφαλικό. Η Κέννα κοίταξε μια την Ιλιντιεν μια την Λεξάνα, οι οποίες δεν φάνηκαν να δίνουν σημασία στην νάνο.

Ξαφνικα έσπασε την σιωπή απευθυνόμενη προς την Ιλιντιεν δίνοντας οδηγίες ενδυμασίας και συμπεριφοράς για την βοηθό καθηγητή λες και μιλούσε για κάποιο παιδάκι. Η Κέννα έγειρε κάπως το κεφάλι ενώ παρατηρούσε ξανά την Λεξάνα. Πλήρως ακατάλληλη. Δεν φαινόταν να έχει ακουμπήσει ποτέ με γυμνό πόδι στο έδαφος.
"..όσο εγώ και η Κέννα πακετάρουμε μερίδες, τσακμάκι, όπλα και υπνόσακους ...." γύρισε το βλέμμα της ξανα στην Αρντα και κούνησε το κεφάλι καταφατικά, όμως ακόμα δεν ήταν σίγουρη για τον σκοπό της αποστολής. Η Ιλίντιεν ανέφερε κάτι για φράσεις δύναμης . Ήταν σίγουρη πως κάπου το είχε ξανά ακούσει όμως αυτήν την στιγμή είχε αλλά πράγματα να αντιμετωπίσει, όπως την φανερή αντιπάθεια ανάμεσα στις συντρόφους της αποστολής. Αυτό θα έχει ενδιαφέρον σκέφτηκε χωρίς ακόμα να είναι σίγουρη προς ποια πλευρά θα γειρει η ζυγαριά.

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την σκέψη της η Αρντα πετάχτηκε έξω από γραφείο κλείνοντας της το μάτι. Αμέσως άρπαξε την ευκαιρία και έτρεξε από πίσω της," Να πηγαίνω και εγώ" είπε με ένα άχαρο και μπερδεμένο χαμόγελο, προς τα δύο ξωτικά. Βγαίνοντας από την πόρτα ακολουθησε την Αρντα, δεν είχε προλάβει να φύγει πολύ μακριά εξάλλου. "Αρνταααααα!" φώναξε χωρίς όμως να ανεβάσει πολύ την ένταση της φωνής της. "Τι ήταν όλο αυτό εκεί μέσα;"



 
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 04, 2020, 10:42:24 μμ by Κέννα »


Λεξάνα Μαέραλ

Τη διασκέδαζε ιδιαιτέρως το γεγονός ότι έβλεπε την Άρντα σε απόλυτη σύγχυση• τόσο μάλιστα, που το ψεύτικο χαμόγελό της έγινε ξάφνου αληθινό. Ξέχασε μέχρι και την αναιδέστατη κοκκινομάλλα για λίγο, που φαινόταν εξαιρετικά έκπληκτη με την αντίδραση της φίλης της. Και πώς να μην είναι;
Όσο κι αν προσπαθούσε η Άρντα να το κρύψει, ο εκνευρισμός διαγραφόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπό της• σαν μια μικρή χειροβομβίδα που ήταν έτοιμη να σκάσει.

«Καθηγήτρια Άτρας, θα πρότεινα να δανείσετε μερικά από τα ρούχα πορείας σας στη συνάδελφό μου, καθώς θεωρώ πως όλοι συμφωνούμε για την αναγκαιότητα και την κρισιμότητα αυτής της αποστολής, γεγονός που μας ωθεί να ξεκινήσουμε εδώ και τώρα...» ξεκίνησε η μικρή, και η Λεξάνα ένιωσε μια μικρή τσιμπιά εκνευρισμού.

Συνάδελφος; Ας γελάσω!, σκέφτηκε και έκρυψε το γέλιο της πίσω από ένα ρουθούνισμα. Η μικρή δεν τολμούσε καν να της απευθύνει τον λόγο.
Αυτό από μόνο του ήταν μια μικρή νίκη.

«...εξηγείστε της επίσης τους κανόνες συμπεριφοράς στο ύπαιθρο, όσο εγώ και η Κέννα πακετάρουμε μερίδες, τσακμάκι, όπλα και υπνόσακους και είμαι σίγουρη πως μέχρι το μεσημέρι που θα συναντηθούμε στο λιμάνι, θα μπορεί να συμβαδίσει, δεδομένης της εμπειρίας της».

Δεύτερο ρουθούνισμα, συνοδευόμενο από ανασήκωμα φρυδιού, με το χαμόγελο παγωμένο στην ίδια ακριβώς θέση καθώς η Άρντα την προσπερνούσε και έβγαινε από το δωμάτιο.

 «Να πηγαίνω και εγώ», πέταξε η μεγαλόστομη κοκκινομάλλα που πλέον φαινόταν πως είχε χάσει τα λόγια της, και έτρεξε πίσω από την Άρντα.

Η Λεξάνα τίναξε με μια κίνηση του χεριού τα μαλλιά της προς τα πίσω, και γύρισε προς την Ιλίντιεν.

«Δε φαίνεται να συμπαθεί ιδιαιτέρως τα Ξωτικά... Ή κάνω λάθος; Μήπως τρέφει αντιπάθεια προς όλες τις φυλές; Και βγάζει και γρήγορα συμπεράσματα...» είπε η Λεξάνα με απόλυτη ηρεμία, στρέφοντας το βλέμμα της προς την πόρτα.
Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει τον εκνευρισμό της να φανεί. Είχε μάθει με τα χρόνια να αντιμετωπίζει την ένταση με ηρεμία, κάτι που έκανε τους αντιπάλους της να χάνουν ευκολότερα τη μάχη.

Προχώρησε αργά προς την βιβλιοθήκη της Ιλίντιεν, κοιτώντας έναν έναν τους τόμους μπροστά της.
«Πάντως θα περίμενε κανείς από μια Ιστορικό να μην κρίνει ένα βιβλίο από το εξώφυλλο», σχολίασε η Λεξάνα σχετικά με την αναφορά που έκανε η Άρντα για τα ρούχα της, χαϊδεύοντας τη ράχη ενός μαύρου βιβλίου. «Αλλά δεν πειράζει• είναι μικρή ακόμα, θα μάθει», κατέληξε, τραβώντας το χέρι της. Γύρισε προς την Ιλίντιεν.

«Θα ήθελα εάν είναι δυνατόν, να μου πεις μερικά πράγματα σχετικά με τις ελευθερίες των μαθητών, για να μην χειριστώ λάθος την κατάσταση. Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να με παρεξηγήσουν, αν και η Άρντα νομίζω πως το έχει ήδη κάνει», σχολίασε, με μια ανεπαίσθητη κίνηση του καρπού στον αέρα. «Α, και, πώς είπαμε την άλλη κοπέλα; Η Άρντα το ανέφερε πριν λίγο αλλά μου διέφυγε, και η ίδια δεν έκανε τον κόπο να συστηθεί. Όχι ότι εκπλήσσομαι• η κοπέλα δεν σου μίλησε καν στον πληθυντικό».


Ιλίντιεν Άτρας

  • Άξεστη Πολεμιστρια
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Η Κέννα αποχώρησε και η Ιλίντιεν πήρε προσεκτικά στα χέρια της το βιβλίο με τις σέχτες, έτοιμη να επιστρέψει στην αναζήτηση που είχε πάρει προσωπικά. Δεδομένης της ανάγκης, έτσι θα έπρεπε να λήγουν όλες οι συναντήσεις, αβίαστα και γρήγορα ώστε οι αναζητητές να φτάνουν ταχύτερα στις απαντήσεις τους.

Πριν ανοίξει στη σελίδα που είχε μείνει, έφτασε στα αυτιά της η φωνή της Λεξάνα. Τη συνόδευε ο ήχος του χαδιού που μόνο ένας Ιστορικός μπορούσε να χαρίσει στη ράχη ενός βιβλίου. Τα μάτια της παρατήρησαν γαλήνια τη φιγούρα της Συνοδού για μια στιγμή. Με κάθε ανάλαφρο βήμα γύρω από το γραφείο της όμως, το βλέμμα της Ιλίντιεν κύλησε στην παλιά του αυστηρότητα, στη σκληράδα της δικής της Ακαδημίας που ενσταλλάχθηκε σαν ένστικτο, της κοινωνίας και των ιδανικών που γαλούχησαν παιδί λουσμένο από ανελέητες ηλιαχτίδες του αδυσώπητου φωτοδότη. Τα τελευταία λόγια της Λεξάνα επιτηδεμένα ή απλώς ασυλλόγιστα, πυροδότησαν έναν σχηματισμό-φίλο καρδιακό που ξεκουράζονταν στο λήθαργο της ειρήνης και καραδωκούσε να αντικρίσει το φως, να πιει από την αρχέγονη στέρνα μέχρι να ανδρωθεί στο ανυπέρβλητο μέγεθός του, το μαρμάρινο προσωπείο της Ιππίλαρχου Ιλίντιεν Άτρας.

Η Ιλίντιεν και η Λεξάνα βρίσκονταν στην Ακαδημία Ράζναρυ, ένα μέρος ξένο στα ιδανικά τους, την τυρανική υπεροχή και την απόλυτη τάξη. Κοιμόταν μακριά από την απάνθρωπη γλυκύτητα του αξεπέραστου μεγαλείου της Θαλανίλ και αντίκριζαν έναν ήλιο μαλθακό, φιλόξενο σχεδόν. Υπό το φως αυτού του πλουσιοπάροχου ήλιου οι ψευδαισθήσεις ήταν παχιές σαν τις χροιές των ηλιαχτίδων του, απειλούσαν να παρασύρουν τους αρχαίους σε κάλπικα μονοπάτια, κατασκευάσματα παραπλανημένων μυαλών. Υπό αυτόν τον ήλιο, οι αρχαίοι όφειλαν να παραμένουν επάγρυπνοι, ετοιμοπόλεμοι. Οι αρχαίοι της Θαλανίλ είχαν χρέος να παραμένουν ενσυνείδητοι. Τα μάτια της Ιλίντιεν συνάντησαν και πάλι τη Λεξάνα, κρυστάλλινο βιολετί πλαισίωναν παγωμένοι κεραυνοί.

«Δύο ειδικότητες με μικρή χρησιμότητα στη μάχη χαίρουν βαθιάς εκτίμησης για το δώρο τους στη μητέρα των πόλεων, οι Ιέρειες και οι Ιστορικοί. Οι πρώτες ανασύρουν πληροφορίες από το μέλλον και τις προσφέρουν στο παρόν και οι δεύτεροι ανασκάπτουν πληροφορίες από το παρελθόν για να τις προσφέρουν στο αύριο. Με τιμή και αυταπάρνηση η Ιέρεια με δώρο εύφραυστο προσφέρει τον εαυτό της στη Μητέρα. Με ταπεινότητα και αυτογνωσία αφαιρείται από τις σελίδες ο τυφλός Ιστορικός, τη θέση του να καταλάβει εκείνος που μπορεί να ερμηνεύσει.»

Η φωνή της Ιλίντιεν αντήχησε ήρεμη μα κοφτερή στο δωμάτιο. Ήταν χρέος της Λεξάνα να είναι προετοιμασμένη για κάθε πτυχή της Ακαδημίας, πριν την άφιξή της. Τα αρχεία άπειρα και είχε πρόσβαση σε όλα, τα υποκείμενα για παρατήρηση επίσης. Εκτέθηκε ως αμελής με την απερίσκεπτη ερώτησή της. Για καλή της τύχη, πρόλαβε να μιλήσει στην Ιλίντιεν που ήταν ευσπλαχνική, μία Λαζτάνα που έδινε μέχρι και δύο ευκαιρίες. Ο Ίλεθ καμία.

«Anari tire Etherid ilaurë. Lajtanali alcarya, paltande hya terende onär.»
«Ο Ήλιος παρατηρεί τον Ήθεριν ολιμερίς και οι Άριστοι οι ακτίνες του, χαϊδεύουν ή διαπερνούν με φλόγα.» την προειδοποίησε στην αρχαία γλώσσα τους, με τις λυρικές καταλήξεις και τους βαριούς διφθόγγους.

«Súlimëna anarorëni.»
«Βάδισε προς την ανατολή.» την απέπεμψε επιτακτικά με το αρχαίο τους ρητό που αποχαιρετούσε και ταυτόχρονα εύχονταν καλή τύχη σε κάποιον που ετοιμάζονταν να ταξιδέψει ή κινδύνευε να χάσει το δρόμο του.


Άρντα Γκροντ

"Την ακούω, την ακούω μη με σκουντάτε παρακαλώ" Ψιθύρισε με τα χείλη στραβωμένα δεξιά, λες και το πνεύμα που της έριχνε τις σκουντιές θα άκουγε καλύτερα.

"Εντάξει, κερδίσατε" Είπε και γύρισε με φόρα προς μια περίεργη και ορμητικά Κέννα. Η Άρντα άνοιξε τα χέρια, οι παλάμες της σε καθυσηχαστική έκταση, στρέφονταν στην Πολεμίστρια.

"Κέννα, Κεννάρα άκουσέ με. Θα ακουστώ παρανοϊκή, αλλά δώσε βάση. Θα πηγαίναμε μόνες! Ξέρω ότι η Άτρας θέλει να μας προστατέψει, αλλά οι καλές προθέσεις δε βγαίνουν πάντα σε καλό. Κοίτα την Κοντέσσα και πες μου αν έχει ταξιδέψει. Αν βλέπεις κι εσύ πώς όχι, τότε ξέρεις πως θα μας βάλει σε κίνδυνο. Θα τραβήξει πάνω της τα βλέμματα και μπορεί να μας ακολουθήσουν."

Το πνεύμα αριστερά συμφώνησε. "Δεν πρέπει να μας ακολουθήσουν! "

Τα μάτια της πετούσαν από μεριά σε μεριά, πάνω, κάτω, πλάγια και κατέγραφαν κάθε φυτό και κάθε κίνηση. Ύστερα επικεντρώθηκαν ξανά στη γεροδεμένη Κέννα.

"Μη με ξεσυνερίζεσαι", αναστέναξε κυρία της λογικής της και πάλι. " Είμαστε καχύποπτη φάρα οι Νάνοι, αυτό είναι όλο. Η τυπισσα μπορεί και να είναι καλή. Μία χάρη μόνο Κεννάρα, τα μάτια σου δεκατέσσερα. Εγώ θα βλέπω τα χαμηλά κι εσύ τα ψηλά, το χεις; οι φράσεις δύναμης είναι πολύ σημαντικές... Όχι μόνο για εμένα, για όλους. Θυμήσου αυτή που απείγγειλα στο Γκραχλ. Έριξε την άμυνα των τεράτων και επιτεθήκατε με επιτυχία.  Είναι κρίμα να πέσει τέτοια δύναμη σε λάθος χέρια, θα είναι κρίμα να τη βρει κάποιος πριν από εμάς και να την πάρει επειδή θα έχουμε καθυστερήσει. Ο χρόνος μετράει εναντίον μας. "

Η ατμόσφαιρα που φλέγονταν μέχρι και ένα λεπτό πριν γύρω από την Άρντα έμοιαζε να καταλαγιάζει.

"Μεσημέρι στο λιμάνι κομάντο", γέλασε και απομακρύνθηκε με ένα φιλικό χαιρετισμό.

Πίσω, στο δωμάτιό της πακετάρισε τα απαραίτητα με επαγγελματική ευκολία -οι γονείς της τη δίδαξαν από μικρή- και έσφιξε το λουρί του σακιδίου. Δίπλα της, ο Γκίντεον εμφανίστηκε με δυο πολύ συγκεκριμένα βιβλία στο χέρι.

" Σπόρε! "
"Ασουλούπωτο!"
"Κοντοστούπη! "
"Γριέντζω! "

Της τα άφησε στα χέρια. "Όλοι έτοιμοι"
"Είσαι ο καλύτερος"
"Όλες το παραδέχονται" Απέκρουσε μια αεριοθούμενη, αδερφική μπουνιά. "Θέλεις προπόνηση. " Είπε και φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της πριν φύγει.

"Α! Ξέχασα! " Αναφώνησε και γύρισε προς το μέρος της.
"Τι;" Του απάντησε με περιέργεια.
"Θέλεις προπόνηση! " η γροθιά του προσγειώθηκε απευθείας στα μούτρα της Άρντα που παραδέχτηκε ότι την πάτησε, αλλά τον ταυτόχρονα τον άρπαξε από τον καρπό για μια γερή τρικλοποδιά. Ο Γκίντεον έσκασε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Τα αδέρφια απόλαυσαν τα αποχαιρετιστήρια γέλια τους.

Η Άρντα περίμενε τις άλλες δυο χαρούμενη στην προβλήτα.


Λεξάνα Μαέραλ

Μια στιγμή σιωπής• μια στιγμή σιωπής ήταν αρκετή, για να κάνει τη Λεξάνα να αναρωτηθεί. Η Ιλίντιεν φαινόταν αρκετά σκεπτική πριν της απαντήσει, και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό ήταν καλό ή κακό σημάδι.

Τα λόγια της δεν άργησαν να βγουν στην επιφάνεια, προκαλώντας σχεδόν τη νεαρή Ιστορικό.
Μου κάνει και κήρυγμα;, αναρωτήθηκε αγανακτισμένη, μα το χαμόγελο έμενε μονίμως κολλημένο στο πρόσωπό της και κάθε τόσο κουνούσε το κεφάλι σαν να συμφωνεί.

Απέφυγε διπλωματικά το βλέμμα τής Ιλίντιεν κάποια στιγμή, γυρνώντας και πάλι την προσοχή της στην βιβλιοθήκη. Κι όσο εκείνη συνέχιζε να μιλά, τόσο ένιωθε την οργή να φουντώνει μέσα της.

Δεν έπρεπε να είχα συμφωνήσει σε αυτήν την ασυναρτησία. Η Άτρας τα έχει χαμένα! Αν είναι δυνατόν να υπερασπίζεται με τέτοιο σθένος άτομα τόσο κατώτερά μας!

Η Λεξάνα ανοιγόκλεισε τα μάτια ασυναίσθητα δυό φορές• την πρώτη για να γίνουν ολοκληρωτικά κόκκινα, και την δεύτερη για να γυρίσουν στο φυσιολογικό τους. Δίπλα της πλέον στεκόταν το πνεύμα του Αλχημιστή της.

«Anari tire Etherid ilaurë. Lajtanali alcarya, paltande hya terende onär».
«Ο Ήλιος παρατηρεί τον Ήθεριν ολιμερίς και οι Άριστοι οι ακτίνες του, χαϊδεύουν ή διαπερνούν με φλόγα», έκανε αυστηρά η Ιλίντιεν.

Φαντάστηκε με ευχαρίστηση να της παγώνει τη γλώσσα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σπάζοντάς την σε χίλια κομματάκια, γεμίζοντας κρυσταλλάκια το λαρύγγι της μέχρι να πνιγεί από το ίδιο της το αίμα.

«Súlimëna anarorëni».
«Βάδισε προς την ανατολή».

Πήρε μια βαθιά ανάσα, έδιωξε το πνεύμα του Αλχημιστή από κοντά της και γύρισε προς την Ιλίντιεν, με ένα τόσο αθώο χαμόγελο, που μέχρι και βρέφος θα το ζήλευε.

«Quettarilla, menionnya, Lajtahna».
«Τα λόγια σου, ο δρόμος μου, Άριστη», είπε με το βλέμμα χαμηλά.
Έπειτα, την αποχαιρέτησε με τον επίσημο χαιρετισμό της Θαλανίλ και με μια μικρή υπόκλιση βγήκε γρήγορα από το γραφείο της.

Το χαμόγελο χάθηκε με το που έκλεισε την πόρτα πίσω της•

Τα βήματά της άφηναν παγωμένα σημάδια στον διάδρομο.

---

Πριν επιστρέψει στο γραφείο της για να πακετάρει, πέρασε από της αδερφής της για να την ενημερώσει. Η Λίλιθ προσφέρθηκε να την βοηθήσει με τα πράγματα, και η Λεξάνα δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Τα ρούχα την δυσκόλεψαν κάπως –έπρεπε να το παραδεχτεί πως η μικρή κακομαθημένη είχε δίκιο. Κατέληξε στα δερμάτινά της• παντελόνι και μπλούζα εφαρμοστά, ένα γιλέκο που κούμπωνε στη μέση της και άνοιγε έπειτα θυμίζοντας κάπα, μπότες που έφταναν μέχρι το μηρό και φυσικά γάντια. Κούμπωσε στη ζώνη το διάφανο ραβδί της και πήρε το σακίδιο με τα απαραίτητα που της είχε ετοιμάσει η αδερφή της.

«Θα σε δω σύντομα», της είπε και τη χαιρέτησε με μια σφιχτή αγκαλιά. «Έχε τα μάτια και τα αφτιά σου ανοιχτά και για τις δυό μας. Και πρόσεχέ μου τη Νυίρα».

---

Η άμαξά της προχωρούσε με τρομακτικά αργούς ρυθμούς. Από την άλλη, δεν υπήρχε περίπτωση να περπατήσει μέχρι το λιμάνι –αρκετό περπάτημα την περίμενε από δω και πέρα. Γύρω στα διακόσια μέτρα μακριά από το σημείο συνάντησης, και αφού πρώτα εντόπισε την Άρντα, φώναξε στον αμαξά να σταματήσει. Του πέταξε ένα πουγκί με μερικά νταρίκ κατεβαίνοντας και φόρτωσε στον ώμο τα πράγματά της.

Ξεκίνησε να προχωρά αποφασιστικά, καλώντας το πνεύμα του πολεμιστή της με ένα εξτρά βλεφάρισμα. Ολόμαυρα τα μάτια της για μια μόνο στιγμή, και πλέον το ένιωθε να περπατά δίπλα της.

«Όνειρο του Αλ Ρασίντ» ψιθύρισε, και τα εκατόν πενήντα μέτρα έγιναν ξάφνου εκατό, και αυτά με τη σειρά τους πενήντα, και βρέθηκε δίπλα στην Άρντα με τα μαλλιά της να ανεμίζουν από την απότομη εμφάνιση.

«Καλησπέρα» έκανε η Λεξάνα. «Στην ώρα σου. Μ' αρέσεις», παραδέχτηκε. Έπειτα το βλέμμα της ταξίδεψε τριγύρω.
«Λες και η φίλη σου να φανεί το ίδιο συνεπής;», σχολίασε με έναν ανεπαίσθητο τόνο ειρωνείας, αποχαιρετώντας με τη σκέψη της το πνεύμα του Πολεμιστή της.


Κέννα

Η Αρντα συνέχισε να ακούγεται παρανοϊκή παρόλο που αυτά που έλεγε είχαν βάση. Τα είχε σκεφτεί ήδη από μόνη της πριν βγουν από το γραφείο της καθηγήτριας. Η αλήθεια είναι πως δεν βρήκε λόγο που επιλέχθηκε η Μαέραλ για συνοδός και όχι κάποιος άλλος πιο κατάλληλος για την περίσταση. Όπως και να έχει αυτή ήταν η κατάσταση και δεν αλλάζει. Θα έπρεπε να προσαρμοστουν. Εξ άλλου αν η Ιλιντιεν πίστευε πως θα κάνει κακό στην αποστολή δεν θα την έβαζε υπεύθυνη.

Καθώς η Αρντα έφευγε βιαστική, η Κέννα πήρε τον δρόμο του κοιτώνα για να ξεκινήσει την δική της ετοιμασία. Φόρεσε τα πιο βολικά ρούχα και παπούτσια για τις άπειρες ώρες που θα χρειαζόταν να περπατήσουν. Μέσα στον σακο της έβαλε δύο ακόμα άλλαξες, μερικά τρόφιμα και ένα παγούρι γεμάτο νερό. Στερέωσε το στιλέτο της μέσα στην μπότα της, φόρεσε τον σάκο και από πάνω έβαλε το τόξο μαζί με την φαρέτρα της.

Μεσημέρι στο λιμάνι της είχε πει και είχε σχεδόν φτάσει μέχρι που κατάλαβε πως κάτι πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα. Έκανε στην άκρη ακριβώς την στιγμή που πέρασε από τον δρόμο μια άμαξα της Ακαδημίας. Η Κέννα γούρλωσε τα μάτια όταν είδε την Λεξάνα να κατεβαίνει λίγα μέτρα πιο μακριά από την ίδια και μετά να εξαφανίζεται με απίστευτη ταχύτητα. Κούνησε το κεφάλι με απογοήτευση και διέσχισε τα λιγοστά μέτρα που της είχαν απομείνει για να φτάσει στην ομάδα της.

"Γεια σας" είπε στις γυναίκες μπροστά της. "Θα μπορούσαμε να πάρουμε μια άμαξα όλες μαζί και να γλυτώσουμε τον δρομο για το λιμάνι, δεν συμφωνείτε;"ρώτησε με προσποιητή κούραση
"Λοιπόν είστε έτοιμες;"


Άρντα Γκροντ

Ισαχάρ, η πρωτεύουσα της φυλής των Ανθρώπων. «Οι Άνθρωποι είναι φίλοι μας» μάθαινε από μικρή και η θέα της Ισαχάρ της επεξηγούσε γιατί. Η πρωτεύουσα ήταν σκαρφαλωμένη σε ένα τεράστιο οροπέδιο εξορυκτικής σημασίας, ένα τεράστιο κάστρο, αποτραβηγμένο, αμπαρωμένο και αρματωμένο μέχρι το λαιμό, μία δομή σε φυγή. Το κάστρο της Ισαχάρ αποτελούσε ζωντανή μαρτυρία χρόνων που ο Μελέαγρος Ιντούν δεν είχε ταξιδέψει ακόμη στην πλάτη του δελφινιού για να καταγράψει τα αίσχη των Ξωτικών. Τριπλά, ενισχυμένα τείχη στη νότια πλευρά, την κατεύθυνση του Βασιλείου των Ξωτικών, στέκονταν κουρασμένα από τους αιώνες να τραγουδούν ιαχές σωτηρίας και θρήνους υποταγής. Στην αυγή της Ιστορίας, πριν οι Νάνοι περπατήσουν στον Ήθεριντ, οι Άνθρωποι και οι εύθραυστες ζωές τους οχυρώνονταν στα κάστρα τους ή παραδίνονταν στο δυνάστη. Συχνά, τριπλά, ενισχυμένα τείχη ήταν κάτι περισσότερο από παραπετάσματα φτιαγμένα από ριζόχαρτο. Έτρεμαν με τον άνεμο, ποδοπατούνταν από μπότες εμποτισμένες με κράματα μεταλλικά, σαν παιδικές χειροτεχνίες. Οι κάτοικοι σέρνονταν στο έλεος της Φύσης σαν ανυπάκουα παιδιά. Παιδιά που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους, τη θέση τους στη ζωή, το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.
Οι Άνθρωποι ΕΙΝΑΙ φίλοι τους! Όπως και οι Σοβερίνοι. Όπως και οι μετανοημένοι Βαλησίνοι. Ήθελε να είναι και τα Ξωτικά, ήλπιζε πως κάποια μέρα θα γίνουν και τα Ξωτικά. Ήλπιζε πως κάποια μέρα θα ανοίξουν αυτά τα ρημάδια τα βιβλία που η φυλή τους έφερε στον Ήθεριντ και θα ξεστραβωθούν. Υπολόγιζε πως τα Ξωτικά, κάποτε θα κατανοήσουν πως όποια μορφή κι αν έχεις, πονάς το ίδιο, ματώνεις το ίδιο, αγαπάς το ίδιο.
«Ιλίντιεν Άτρας. Όταν σε κρατάει, βλέπεις κάτι διαφορετικό; Κάτι κατώτερο; Όταν τον κοιτάζεις, μπορείς να διακρίνεις την καρδιά και τα όνειρά του; Κοντεύεις να με πείσεις ότι τον βλέπεις ως ίσο. Θα μπορέσεις ποτέ να το πεις στον αδερφό σου; Να του εξηγήσεις πως το σχήμα των αυτιών δεν αποτελεί κριτήριο διαχωρισμού;»
Έγειρε το κεφάλι μπροστά, όχι από κούραση όμως. Η Άρντα υπέβαλε σιωπηλά τα σέβη της στους αμέτρητους πεσόντες που πέταξαν τη ζωή τους για να μπορεί εκείνη να εκδράμει με ασφάλεια και να χαίρεται με τους φίλους της, ενώ μαθαίνουν για τον κόσμο στην ασφάλεια της Ακαδημίας.

Άφησαν πίσω την Ισαχάρ και τα αρχαία τείχη της. Η βιβλιοθήκη της, το μεγαλύτερο αξιοθέατο για τη φατρία των Ιστορικών θα το επισκέπτονταν άλλη φορά. Η πληροφορία που αναζητούσαν, ανεκτίμητης αξίας, βρίσκονταν σε μέρος ταπεινό, σχεδόν σβησμένο από το χάρτη, στην εξωτική Λανγκοτζάνγκα των 53 κατοίκων και 1248 γιδιών.

Ήταν αυτό που περίμενε. Το χωριό ήταν καμιά εικοσαριά σπίτια τοποθετημένα κοντά στην κοίτη του ποταμού, ανεπτυγμένα περιμετρικά της «πλατείας» τους. Κεντρικά κτίρια ήταν το «Δημαρχείο», η ταβέρνα και ο Ναός της Μητέρας. Όχι ξιπασμενοναός τύπου Θαλανίλ, αλλά ένας ταπεινός, πλίνθινος ναός για να εμπιστεύονται οι χωριανοί τις έγνοιες και τους προβληματισμούς τους. Η Άρντα έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει. Μέσα της μεγάλωνε ένα αίσθημα ζεστασιάς, ένα αίσθημα που θύμιζε σπίτι. Κατάγονταν από την Κόνραμ, αλλά είχε περάσει μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας στις αρχαιολογικές ανασκαφές με το Γκίντεον, τους γονείς και τους Προστάτες τους. Σε τέτοια, μικρά χωριά κατασκήνωναν κοντά στο ποτάμι, όπου αναζητούσαν ευρήματα. Η Άρντα βουτούσε στις λάσπες της όχθης προς αναζήτηση θησαυρών και ύστερα η μητέρα της, τη βουτούσε σε ένα βαρέλι προβρασμένο νερό που οι καλόκαρδες κυρίες της δάνειζαν, για να την καθαρίσει και να παρουσιαστούν στους γέροντες ή τους δημάρχους το βράδυ. Μοιράζονταν παιχνίδια με τα παιδιά, έτρεχαν στα μποστάνια με ολιγοήμερους, αλλά αγνούς φίλους και ροκάνιζαν καλαμπόκια, μασουλούσαν σπανάκια και το έβαζαν στα πόδια με ντομάτες στα χέρια. Όταν οι μεγάλοι ήθελαν να συζητήσουν, μεγάλες αδερφές και αδερφοί μάζευαν τα μικρά και τα κοίμιζαν παρέα, μικρές, πολύχρωμες συμμορίες που ανακτούσαν τις δυνάμεις τους πριν την επόμενη περιπέτεια. Σε αυτά τα χωριά της είχαν μάθει ότι τη μεγάλη κυρία δεν την αποκαλούν «κρόνα», αλλά «θεία» και ότι «θεία» σήμαινε στρουμπουλή γυναίκα με κόκκινα μάγουλα που σου γέμιζε τις χούφτες κεράσματα και σε πίεζε να φας για να ψηλώσεις κι ας ήσουν Νάνος. Η Άρντα λάτρευε τις θείες, όπως λάτρευε την εξερεύνηση, τις ζαχαρωμένες φράουλες και τα κυνηγητά στα χωράφια. Η Άρντα ένιωσε πιο φιλόξενη στη Λανγκοτζάνγκα των 53 κατοίκων και 1248 γιδιών από ότι στα αμόνια της Κόνραμ.

Παρόλα αυτά, δεν πήρε την πρωτοβουλία να οδηγήσει την ομάδα προς το δημαρχείο, ούτε να μιλήσει με το Δήμαρχο. Άφησε την τιμή στη Βοηθό Καθηγητή.


Λεξάνα Μαέραλ

Κάτι τέτοιες στιγμές, πραγματικά αναρωτιόταν αν είχαν κάνει ένα τεράστιο λάθος με το να έρθουν στην Ακαδημία.

Πώς θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη στην αδερφή της και τους υπόλοιπους, όταν εξερευνούσε τα κατσάβραχα παρέα με δυο αχώνευτα ανήλικα; Θεώρησε πως η Ιλίντιεν θα της έδειχνε τον απαραίτητο σεβασμό –ή έστω ένα ψήγμα του– όταν δέχτηκε την αποστολή, αλλά όχι. Τουλάχιστον θα είχε και εκείνη σύντομα στο χέρι τη φράση δύναμης, και θα μπορούσε να τη μοιραστεί με τους κατάλληλους. Ή μήπως... Κι αν την ανακάλυπτε μόνο εκείνη; Αυτό κι αν θα τους ανέβαζε επίπεδο.

Ίσως τα πράγματα να μην είναι τόσο άσχημα τελικά, σκέφτηκε, μα ένα βλέμμα στις λασπωμένες μπότες της, αρκούσε για να την επαναφέρει. Το παίρνω πίσω, σκέφτηκε αηδιασμένη.

Είχε αφήσει τα κορίτσια να προπορευτούν, με τη δικαιολογία πως θα ήταν καλό να προσέχει τα νώτα τους. Δε δίστασαν στιγμή• άλλωστε ήταν ξεκάθαρη η ένταση μεταξύ τους.
Τις άφησε λοιπόν να χαζολογούν μπροστά, όσο εκείνη προσπαθούσε να ανακαλύψει αν κάποιο από τα πνεύματά της γνώριζε την Ισαχάρ. Γιατί ναι, εκείνη δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν, αλλά δεν επρόκειτο να το παραδεχτεί. Μια Μαέραλ δεν έχει κανέναν λόγο να τριγυρνά σε κατσικοχώρια των ανθρώπων, και μάλιστα σε ένα κατσικοχώρι βρομερό όπως αυτό.

Θεώρησε πως έφτασαν στο... Λανγκετζάγκι; Λανγκατζόνγκι. «Λανγκοτζάνγκα», όπως τη διόρθωσε ο φιλομαθής Θεραπευτής της, όταν είδε από μακριά αυτό το έκτρωμα που οι άνθρωποι ονόμαζαν κάστρο. Όμως συνέχισαν να προχωρούν, και να προχωρούν, μέχρι που Λεξάνα συνειδητοποίησε πως αυτό που είδε, ήταν στην πραγματικότητα η πρωτεύουσα. Ναι μεν δεν περίμενε και πολλά από τους ανθρώπους, αλλά αυτό... τουλάχιστον αστείο.

Όταν όντως έφτασαν στο Λανγκ... –ας το λέμε κατσικοχώρι, το ίδιο είναι– η Λεξάνα πέρασε σε μια φάση μόνιμης ανατριχίλας, αηδίας και αποστροφής. Αν είναι δυνατόν να μένει κάποιος σε μια περιοχή όπως αυτή. Μα πώς επιβιώνουν; Θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει, παρά να ζει μια ζωή μεσ' τη βρόμα και τη σαπίλα.

Η Άρντα και η Κέννα της άνοιξαν τον δρόμο, αφήνοντάς της τα ηνία για τη συνάντηση με τον Δήμαρχο. Προσπάθησε να διώξει όλες αυτές τις σκέψεις και να συγκεντρωθεί, βάζοντας τον Θεραπευτή της να βρει έναν τρόπο να την κάνει να νιώσει καλύτερα. Τουλάχιστον να έχει την αίσθηση ότι μυρίζει κάτι όμορφο όσο θα του μιλάει, και όχι αυτήν την μπόχα —κάτι που τελικά αποδείχθηκε αδύνατον, αφού ο ίδιος ο Δήμαρχος έζεχνε περισσότερο απ' όλους τους μαζί.

Δεν πρόλαβε καν να ξεστομίσει την ψεύτική της καλημέρα, πριν αυτός ο καταϊδρωμένος χοντρομπαλάς πεταχτεί από την σφηνωμένη στα οπίσθια καρέκλα του, ξερογλείφοντας τα χείλη του καθώς την πλησίαζε. Η Λεξάνα άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι της προς το μέρος του, έτοιμη να αδειάσει το περιεχόμενο του στομαχιού της όταν πρόσεξε τα απομεινάρια από τα σάλια που άφησε επάνω τους. Θα τα έκαιγε με το που έβγαινε από δω μέσα.

«Κυρίες μου», έκανε, προσπαθώντας να ρίξει μια οκτάβα τη φωνή του. «Με ποιες έχω την τιμή να συναναστρέφομαι σήμερα;»

«Λεξάνα Μαέραλ» απάντησε αμέσως, χωρίς να μπει καν στον κόπο να συστήσει τις μαθήτριες.

«Πόση δύναμη μπορεί να χωρέσει σε μία και μόνο πρόταση...» σχολίασε εκείνος, κοιτώντας την από πάνω μέχρι κάτω.

Η Λεξάνα έριξε το βλέμμα για μια στιγμή στο έδαφος, σε μια κίνηση που για τους γύρω της φάνηκε λες και περνούσε μια τούφα μαλλιά πίσω από το μυτερό αφτί της• κανείς δεν πρόσεξε το στιγμιαίο κόκκινο των ματιών της.

«Πώς θα σου φαινόταν αν του τα πάγωνα;» σχολίασε ο Αλχημιστής δίπλα της, και η Λεξάνα αμέσως χαμογέλασε, με τον Δήμαρχο να το παίρνει λανθασμένα πάνω του.

 «Ακαδημία Rasnarry», συνέχισε εκείνη με ανανεωμένη διάθεση. «Βρισκόμαστε εδώ για ένα πολύ –τόνισε κάπως νιαζιάρικα– σημαντικό ζήτημα, και χρειαζόμαστε την πολύτιμη βοήθειά σας».

«Στη διάθεσή σας, ό,τι θέλετε...»

«Το υπόλοιπο μισό του χάρτη για τον εγκαταλελειμμένο ναό στα νότια», μπήκε η Λεξάνα κατευθείαν στο ψητό.

«...εκτός από αυτό», συμπλήρωσε τη φράση του ο Δήμαρχος, αλλάζοντας αμέσως ύφος.

Η Λεξάνα τον ακολούθησε, με τη στάση της να αλλάζει απότομα  —άλλωστε δεν άντεχε άλλο να του κάνει τα γλυκά μάτια.

«Μήπως τώρα;» ρώτησε και πάλι ο Αλχημιστής της.

«Αγαπητέ μου, θεωρώ πως μπορούμε να βρούμε μια λύση, τι λέτε;» ρώτησε, βγάζοντας από την κάπα της ένα πουγκί γεμάτο χρυσά. Το πέταξε πάνω στο γραφείο του, ενώ εκείνος γυρνούσε πίσω στη θέση του, προσπαθώντας να σφηνώσει για ακόμα μια φορά.

Αν και φάνηκε να το σκέφτεται για μια στιγμή, σύντομα το έσπρωξε πίσω προς το μέρος της Λεξάνα.

«Δεν είναι χρηματικό το ζήτημα», σχολίασε.

«Ε μη μου πεις πως τώρα δεν είναι η κατάλ...», ξεκίνησε ο Αλχημιστής, μα η Λεξάνα τον έδιωξε από κοντά της πριν την πείσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και χαμογέλασε στον Δήμαρχο όσο πιο πειστικά της επέτρεπε η εξαντλημένη υπομονή της.

«Σίγουρα θα υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να σας προσφέρω σε αντάλλαγμα», έκανε μια ύστατη προσπάθεια. Παρατήρησε τον λιγούρη να την κοιτά εκτενώς, μα σύντομα θυμήθηκε πως υπήρχαν δύο ακόμα άτομα στον ίδιο χώρο και μαζεύτηκε στη θέση του.

«Είναι κομμάτι της προσωπικής μου συλλογής, και δεν προορίζεται για κανέναν άλλο εκτός από μένα. Και τώρα, αν δεν έχετε κάποιο άλλο ζήτημα, μπορείτε να πηγαίνετε».

Ήξερε πολύ καλά ότι μέσα σε μερικά λεπτά, μπορούσε να τον κάνει να παρακαλά, για να της δώσει ολόκληρη τη συλλογή του.
Δεν ήταν όμως αυτή η κατάλληλη στιγμή. Όχι όσο υπήρχαν κι άλλοι μπροστά.

«Κορίτσια, φεύγουμε» δήλωσε αποφασιστικά, και έκανε μεταβολή χωρίς να κάνει καν τον κόπο να μαζέψει το πουγκί με τον χρυσό. Δεν πρόλαβε να περάσει την πόρτα, και τα γάντια της βρίσκονταν ήδη στο έδαφος.

Αυτό θα το πλήρωνε πολύ ακριβά.

Κανείς δεν λέει όχι σε μια Μαέραλ.


Κέννα

Εδώ και αρκετή ώρα προχωρούσαν σχεδόν αμιλητες η μία δίπλα στην άλλη. Δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει τις γυναίκες δίπλα της. Η Αρντα, η τρομερή νάνος, δεν έχασε ποτέ τον ρυθμό της. Περπατούσε και ταυτόχρονα καταβροχθιζε το τοπίο. Η Κέννα δεν είχε αμφιβολία πως η φίλη της ήξερε την ιστορία ακόμα και της ασημαντης πεσμένης πέτρας κάτω από το κάστρο της Ισαχάρ.

Αντίθετα η Λεξάνα φαινόταν λες και περνούσε κάποιου είδους μαρτύριο. Προσπάθησε πολύ να καταπνίξει την αηδία της για την λάσπη στις μπότες της. Την στιγμή που τις άφησε να περάσουν μπροστά με την πρόφαση της προστασίας, η Κέννα δάγκωσε τα χείλη της σε μια προσπάθεια να καταπιεί το γέλιο της.
Δεν μπορούσε να την κατηγορήσει όμως. Σίγουρα κάνεις δεν γεννιέται κακομαθημένος ούτε εξπέρ στην επιβίωση. Ήταν κάτι που απλά μαθαίνεις ανάλογα με την ζωή που σου τυχαίνει.

Λανγκοτζάνγκα, τους ενημέρωσε η Αρντα για το όνομα του μικρού χωριού και έτσι όπως το άκουσε, έτσι το ξέχασε. Είχαν πλεον φτάσει στο χωριό με το πιο περίεργο όνομα και τις γίδες που είναι 23 φορές περισσότερες από τους κατοίκους. Συλλογίστηκε για λίγο ποση φροντίδα θα ήθελαν τόσα ζώα, όμως μετά αποφάσισε πως δεν την νοιάζει.

Δεν ήταν δύσκολο να βρουν το δημαρχείο, δεν υπήρχαν και τόσα πολλά κτήρια εξ άλλου.  Η Λεξάνα πήρε τα ηνία της συζήτησης, αφήνοντας τες σαν απλούς θεατές. Και δεν παραπονέθηκε, ΚΑΘΌΛΟΥ. Δεν θα ήθελε να είναι τόσο κοντά στον δήμαρχο και στην μπόχα του. Εκανε ένα μικρό βήμα προς τα πίσω χωρίς ομως να είναι αρκετό για να γλυτώσει.

Πάρα την καλή ψηλομυτικη ανατροφή της όμως δεν μπόρεσε να τον πείσει να τους δώσει αυτό που χρειάζονταν και έτσι, συγκρατημένα έξαλλη, βγήκε από το γραφείο. Δεν ήταν καλό ξεκίνημα αλλά δεν θα τα παρατουσαν τόσο εύκολα. Στην ανάγκη θα το 'δανειζοταν' για λίγο.

Πριν ακολουθήσει την καθηγήτρια στην δραματική της έξοδο, ρώτησε προς το παχουλο άντρα.
"Υπάρχει πρόβλημα στην παροχή νερού;" Δεν άντεξε!
Ο δήμαρχος την κοιταξε με βλέμμα σαν αυτό που είχαν τα άπειρα γίδια του χωριού, που προφανώς δεν είχε ιδέα για τι μιλούσε.
"Τα δεντράκια σας..." πήγε να το μαζέψει "..ειναι λίγο μαραμενα" και εφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι.

« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 11, 2021, 07:10:17 μμ by Κέννα »