Rasnarry Academy

Λεπίδα και Θηκάρι [Κέννα, Βίλιτοφ]

Λάντριαν

Είχαν περάσει  λίγες μέρες από το συμβάν μεταξύ των δύο Μαθητών Πολεμιστών και της Καθηγήτριας. Ο Βίλιτοφ ήταν στο δρόμο της ανάρρωσης, αλλά ο Λάντριαν πίστευε ότι δεν αρκούσε η φροντίδα των θεραπευτών για να επανέλθει κανείς από μια τέτοια εμπειρία. Ήταν κάτι που τον είχε προβληματίσει, για πολλούς λόγους, και στο τέλος αποφάσισε να καλέσει στο γραφείο του εκείνο το απόγευμα το Βίλιτοφ και την Κέννα, ειδοποιώντας τους νωρίτερα.

Ο μεγαλόσωμος άντρας ήταν απλά ντυμένος, με ένα καφέ παντελόνι, ένα μπεζ πουκάμισο που τόνιζε το ευρύ στέρνο και τις φαρδιές πλάτες του. Το γραφείο του δεν ήταν πολύ μεγάλο, ούτε είχε πολλά πράγματα μέσα. Ένα τραπέζι, με μία καρέκλα για τον ίδιο στη μία μεριά, και δύο πολυθρόνες από την άλλη μεριά για τους καλεσμένους του. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν ποτήρια και σκεύη με ζεστό τσάι που είχε φέρει ο Λάντριαν για τη συνάντηση, καθώς και ένας δίσκος με μελένια γλυκά με βάση το ζυμάρι, ελαφριά και νόστιμα.

Ο Λάντριαν ήταν όρθιος και βημάτιζε στο γραφείο του, συχνά σταματώντας μπροστά στη μπαλκονόπορτα και κοιτώνταε έξω σκεφτικά, και η πόρτα του γραφείου του ήταν ανοιχτή, προσκαλώντας τους επισκέπτες του να περάσουν καθώς θα έφταναν.


Κέννα

Δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από όταν ο Βίλιτοφ κόντεψε να πεθάνει από το χέρι της Σαγιάνε , όμως ευτυχώς η ανάρρωση του προχωρούσε γρήγορα. Του είχε δοθεί απαλλαγή από τα μαθήματα και φυσικά την προπόνηση μέχρι να γίνει εντελώς καλά.

Περίμενε πως κάποια στιγμή θα τους καλούσε κάποιος καθηγητής. Ισως για την δική της τιμωρία γιατί ο Βίλιτοφ τιμωρήθηκε ήδη για 3 ζωές. Το σημείωμα που έλαβε την ενημέρωσε πως ο καθηγητής Λαντριαν τους περίμενε το απόγευμα στο γραφείο του.  Δεν είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει οπότε δεν ήξερε και τι να περιμένει, όμως σαν την Σαγιάνε δεν μπορεί να ήταν και αυτό από μόνο του ήταν μια ανακούφιση.

Όταν έφτασε, η πόρτα του γραφείου ήταν ορθάνοιχτη, παρόλα αυτά χτύπησε για να κάνει αισθητή την παρουσία της. "Καλησπέρα"


Βίλιτοφ Θορνβερτ

Σκέφτηκε σοβαρά το αν θα πήγαινε. Τις τελευταίες εβδομάδες και έπειτα από το γεγονός με την Καθηγήτρια Ασάχι, απέφευγε τους πάντες, από μαθητές ως και καθηγητές και βοηθούς καθηγητών. Δεν ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει με κανέναν και να ακούσει τα σχόλια τους. Αρκετά άκουγε από τις γωνιές της τραπεζίας.

Κ ρατούσε στο μυαλό του ακόμα όμως τα λόγια του καθηγητή Λαντριαν. Ήθελε να μιλήσει σε εκείνον και την Κέννα. Μα γιατί; Δεν ήξερε ήδη τι είχε συμβει; Αποκλείεται να μην γνώριζε. Και δεν είχε καμία όρεξη να τα συζητήσει και να τα θυμηθεί. Αρκετά σημα΄δια είχαν παραμείνει πάνω του και ακο΄μα περισσότεορι επίδεσμοι.

Κλώτησε τον τοίχο από την καρέκλα που καθόταν και σηκώθηκε όρθιος, ισιώνοντας τα ρούχα του με το ελεύθερο χέρι καθώς το αριστερό βρισκόταν κολλημένο στο στέρνο του με νάρθηκα και επιδέσμους ποτισμένους με βότανα. Ήξερε πως θα το μετάνιωνε αλλά είχε ήδη βγει από το δωμάτιο και κατευθυνοταν προς το γραφείο του Λαντριαν.

"Καλησπέρα"  είπε σιγανά και μπήκε μέσα περιμένοντας, ρίχνοντας μερικές κλεφτές ματιές στην γυναίκα πίσω του.
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.


Λάντριαν

Όταν οι δύο μαθητές έφτασαν, ο Λάντριαν γύρισε και τους κοίταξε. Χαμογέλασε, αλλά μια σκιά πέρασε στιγμιαία από τα μάτια τους. Μπορούσε να το δει, να το αισθανθεί, ότι είχαν περάσει κάτι δυσάρεστο. Δεν θα τους κατηγορούσε αν είχε κλονιστεί η πίστη τους στην Ακαδημία, αν δίσταζαν να αλληλεπιδράσουν με ένα Καθηγητή. Πόσο λάθος ήταν αυτό! Πόσο μακριά από τον κόσμο που ήθελε να δει ο Λάντριαν πριν κλείσει τα μάτια του.

"Συμπολεμιστές, καλησπέρα. Καθίστε παρακαλώ." είπε με ευχάριστο τόνο. Δεν ήταν ένας εύθυμος τόνος, πώς θα μπορούσε βλέποντας τον Βίλιτοφ έτσι. Αλλά ήταν ευχάριστος, ένα ειλικρινές καλοσώρισμα. Τους αποκάλεσε "συμπολεμιστές", όπως έκανε πάντα ο Λάντριαν με τους Πολεμιστ΄ές μαθητές του. Όχι "παιδιά, στρατιώτες, μαθητές". Τους προσφωνούσε ως ίσους, και αυτό ήταν ταυτόχρονα έπαινος και προσδοκία, δείχνοντάς τους πόσο ψηλά ήθελε να φτάσουν.

"Πιείτε και φάτε ελεύθερα! Τα ζήτησα από την κουζίνα για τη συνάντησή μας. Τα γλυκά είναι από τα αγαπημένα μου." είπε και, καθισμένος ο ίδιος στην άλλη μεριά του τραπεζιού, έγειρε μπροστά και πήρε ένα, και το έφαγε. Ένας καθηγητής τους έδερνε, και ο άλλος τους κερνούσε. Ο Λάντριαν ήθελε να γελάσει πικρά με την παράνοια.

"Ελπίζω να καλυτερεύει το σώμα σου, Βίλιτοφ. Aυτό που συνέβη ήταν λάθος και δεν πρέπει να επαναληφθεί." είπε ο Λάντριαν, κοιτώντας τον. Ο τόνος του ήταν σοβαρός, αλλά απαλός. "Αρχικά ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν θέλω να ρωτήσω τι συνέβη, ποιός ξεκίνησε και είπε τι...Αυτό που θα ήθελα να μου πείτε, παίρνοντας το χρόνο σας, είναι πώς είναι αυτές οι μέρες για εσάς μετά το συμβάν. Σκέψεις και συναισθήματα, προβληματισμοί, και ίσως συμβάντα." είπε, κοιτάζοντας και τους δύο, δίνοντάς τους το χρόνο τους να βάλουν τις σκέψεις τους σε τάξη.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούνιος 26, 2020, 02:20:49 μμ by Λάντριαν »


Κέννα

Μπαίνοντας, ο Βίλιτοφ την προσπέρασε ελάχιστα όμως δεν προχώρησε παραπάνω, στάθηκε στο κέντρο του δωμάτιο. Ήταν άραγε θυμωμένος μαζί της; Όπως στεκόταν πίσω του, τον κοίταξε ερευνητικα για μια στιγμή.

"Συμπολεμιστές, καλησπέρα. Καθίστε παρακαλώ." Η ήρεμη φωνή του Λάντριαν μετέφερε το βλέμμα της πάνω του. Είχε το σωματότυπο αρκούδας όμως τόσο βελούδινη χροιά. Περπάτησε διστακτικά μέχρι την πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο και κάθισε.

"Πιείτε και φάτε ελεύθερα! Τα ζήτησα από την κουζίνα για τη συνάντησή μας. Τα γλυκά είναι από τα αγαπημένα μου."  Τα μάτια της Κέννα ταξίδεψαν από τον Λάντριαν, στα γλυκά με το τσάι και κατέληξαν σε μια κλέφτη μάτια πάνω από τον ώμο της, στο Βίλιτοφ που στεκόταν ακόμα ορθιος.

Αναστέναξε και κατέβασε ελάχιστα το κεφάλι. Θα είχε κάθε δίκαιο να ηταν ακόμα θυμωμένος.


Βίλιτοφ Θορνβερτ

Ο Βίλιτοφ περίμενε να καθίσει η Κέννα πρώτα και αφού το έκανε, ακολούθησε με τα μάτια πια καρφωμένα στ γλυκά που είχε, όπως είχε αναφέρει ο καθηγητης, παραγγειλει ειδικά γι ααυτη την περίσταση. Αστείο, ήθελε να γελάσει απίστευτα αλλά αν το έκανε θα το έκανε από μέσα του. Ένας βαθύς αναστεναγμός ακολούθησε μα στο τέλςο πήρε ένα από τα αφράτα γλυκά και το δάγκωσε. Η γλυκιά του ζύμη του θύμισε απίστευτα εκέινες τις λιχουδιές που συχνά του έφτιαχνε η μητέρα του. Σχεδόν χαμογέλασε στην ανάμνηση. Έβαλε το υπόλοιπο μέσα στο στόμα του, τίναξε τα χέρια του απαλά και κάθισε ακόμα πιο αναπαυτικά στο κάθισμα.

"Νομίζω πως αυτά είναι τα δικά μου λόγια, Καθηγητά. Είναι ξεκάθαρο πως αυτός που τιμωρείται είναι και εκείνος που πραγματικά φταίει. Σε έναν ιδανικό κόσμο, τέλωσπάντων, όπως αυτός που παλεύουν πολλοί εδώ μέσα για να φέρουν" ανασήκωσε τον ώμο του.  "Μην με παρεξηγείτε. Κέννα, ειδικά εσύ" γύρισε την προσοχή του στην κοπέλα πλάι του "Όπως σου είχα εξηγήσει. Δεν σε κατηγορώ για τίποτα. Αλήθεια. Αν είναι να κατηγορήσω κάποιον, είναι ο κόσμος αυτός" κοίταξε τον Λάντριαν "Δεν μπορείς να έχεις μεγάλες προσδοκίες από έναν διεφθαρμένο κόσμο"
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούνιος 28, 2020, 07:08:06 μμ by Βίλιτοφ Θορνβερτ »
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.


Λάντριαν

O Λάντριαν μπορούσε να δει ΄΄οτι οι δύο νέοι ήταν καταπονημένοι, και σωματικά αλλ΄α κυρίως ψυχικά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε για την Ακαδημία, δεν πίστευε σε αυτού του τύπου τη "σκληραγώγηση". Αυτά ήταν πράγματα του παρελθόντος. Ένα καλύτερο μέλλον θα ερχόταν από ένα διαφορετικό, καλύτερο τύπο Πολεμιστών.

Χαμογέλασε ευγενικά στον Βίλιτοφ στην τελευταία φράση και έγνεψε. "Ίσως ισχύει. Αλλά θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να υπερβάλλουμε προς οποιαδήποτε "πλευρά" ως προς το πώς προσεγγίζουμε τον κόσμο, την κοινωνία, τους γύρω μας, τον εαυτό μας." είπε με ήρεμο, πιο ανάλαφρο τόνο. "Εγώ για παράδειγμα, όντως θέλω ένα καλύτερο κόσμο. Ξέρω ότι δεν είναι ακόμα εδώ, και συνεπώς δεν θα τριγυρίζω σαν να ζω ήδη εκεί. Προφυλάσσομαι, έχω τα μάτια μου ανοιχτά, και εντοπίζω το πώς μπορώ να φέρω τις αλλαγές που θέλω να δω. Αλλά, ταυτόχρονα..." είπε με μια μικρή παύση, παίρνοντας ένα γλυκό με το μεγάλο χέρι του, κοιτώντας το για λίγο και δαγκώνοντάς το.

"Δεν θα ζήσω και "ταμπουρωμένος" απέναντι στον κόσμο και το κακό του. Είμαι Πολεμιστής, όπως είστε και εσείς. Είμαστε μαθημένοι να περιμένουμε το θάνατό μας κάθε φορά που βγαίνουμε στο πεδίο της μάχης, ή που τραβάμε το όπλο μας. Αυτό χτίζει δύναμη, και το να πω ένα "ας πάει στο καλό, ας δώσω λίγο πίστη στο καλό που υπάρχει σε αυτό τον κόσμο!" το πρωί που θα σηκωθώ είναι μικρό τίμημα και μικρό ρίσκο σε σ΄χεση με το ρίσκο του να είναι κανείς Πολεμιστής. Μπορώ να το κάνω, μπορείτε και εσείς...και όντως αλλάζει τη μέρα σου, η ζωή σου. Δεν είμαι τόσο αδύναμος  που να μην μπορώ να αντέξω το να πιστέψω και να αφεθώ ευάλωτος-σε λογικά πλαίσια- προκειμένου να ζήσω καλύτερα." είπε, τρώγοντας το υπόλοιπο γλυκό που κρατούσε.

"Τώρα, όπως είπα στην αρχή. Πείτε μου για τις τελευταίες μέρες. Σκέψεις, συμβάντα, ανησυχίες. Κέννα, πρώτη." είπε ήρεμα, γυρίζοντας να την κοιτάξει και επαναφέροντας τους εφήβους στο θέμα που ήθελε.


Κέννα

Μα πόσο ξεροκέφαλος είναι! Ακούγοντας τον η Κέννα θυμήθηκε ξανά γιατί ήθελε να τον χτυπήσει τόσο πολυ. Σίγουρα ούτε αυτή ήταν τέλεια, όμως τουλάχιστον προσπαθούσε. Είχε γνωρίσει όλη την άσχημη πλευρά που κόσμου και τώρα είχε την ευκαιρία να κάνει κάτι γιαυτό.

Ακούγοντας τον καθηγητή Λάντριαν, ηρέμησε κάπως. Πραγματικά είχε ένα χάρισμα να απορροφά την ένταση, δεν ήξερε αν ήταν η ηρεμία στην φωνή του ή αυτά που έλεγε.

"Έχεις δίκαιο, ο κόσμος είναι διεφθαρμένος και πότε δεν θα είναι τέλειος." ξεκίνησε να λέει ηρεμα"Ομως, ποιος ο λόγος να ζεις αν δεν προσπαθήσεις τουλάχιστον να φέρεις μια ισορροπία;" βούλιαξε στην πολυθρόνα με έναν αναστεναγμό."Το να αποδέχεσαι όλα τα λάθος αδιαμαρτύρητα απλά επειδή 'έτσι είναι ο κόσμος' σε κάνουν μέρος του προβλήματος"  πήρε ένα από τα γλυκά και το έφαγε με μια μπουκιά μασουλώντας νευρικά.

"Οι σκέψεις μου," είπε λίγες στιγμές αργότερα προς τον καθηγητή που περίμενε υπομονετικά "Ειλικρινά δεν ξέρω, λυπάμαι όμως ταυτόχρονα νιώθω πως ήταν αναπόφευκτο. Σίγουρα δεν ήταν σωστό να τον δείρει η Σαγιάνε για τις απόψεις του, όμως..." Σιώπησε ξανά. 
"Γιατί ήρθες στην Ακαδημία; Γιατί πολεμιστής;" ρώτησε χωρίς να τον κοιτάξει.
Ίσως αν δει τον σκοπό του μπορέσει να τον καταλάβει,ίσως και όχι.


Βίλιτοφ Θορνβερτ

Ο καθηγητής Λάντιραν ήταν από τα λίγα άτομα εκεί μέσα που μπορούσε να ακούσει με ησυχία και να αισθανθεί την κάποια γαλήνη μέσα του. Μα αυτή τη φορά, όσο απαντούσε στα λόγια του, ο Βίλιτοφ δεν τον κοιτούσε στα μάτια. Δεν φοβόταν να αντικρίσει την αλήθεια των λόγων του ούτε αδιαφορούσε, αλλά είχε χαθεί και ό ίδιος στο σκότος του μυαλού του.

Έπειτα σειρά είχε η Κέννα  επαναλαμβάνοντας τα όσα του είχε πει εκέινη τη τρισκατάρατη μερα στη τραπεζαρία. Πήρε στο χέρι του ένα ακόμα γλυκό μα αυτή τη φορά δεν το έφαγε. Απλά το επεξεργάστηκε.  Όντως έμοιαζε με εκείνα της παιδικής του ηλικίας και πράγματι είχαν παρόμοια γέυση. Αλλά δεν μπορούσε να το απολαύσει εξίσου. Η απαλή και αφράτη του ζύμη όμως διαλύθηκε μέσα στη γροθιά του στο άκουσμα της ερώτησης από την Κέννα. Το χέρι του έπεσε με φόρα στο μπράτσο του καθίσματος  ρίχνοντας αρκετά κομμάτια του διαλυμένου γλυκού στο πάτωμα.

"Δεν ήταν επιλογή μου" απάντησε με ήρεμη και σταθερή φωνή. "Τϊποτα από όλα αυτά δεν ήταν ποτέ δική μου επιλογή" έριξε το κεφάλι του προς τα πίσω και αναστέναξε βαθιά σαν να τον εγκατέλειπε κάποιο βάρος. "Απλά έμαθα να συμβιβάζομαι γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Και μη μου πείτε πως υπάρχει πια επιλογή και δεν χρειάζονται συμβιβασμοί γιατί θα είναι μονάχα ψέμα. Τον φόβο για την έκφραση γνώμης δεν το αποκαλώ ελευθερία αλλά τυραννία. Και κάτι ξέρω παραπάνω σε αυτό. Τη τυραννία δεν τη ζεις στα δάση, Κέννα γιατί εκεί δεν υπάρχει πολιτισμός, εκεί ζεις ΄ή πεθαίνεις, σκοτώνεις για να μην σκοτωθείς. Είναι απόλυτο, ξεκάθαρο. Ο πολιτισμός είναι ύπουλος και κακός" έγειρε το κεφάλι του στον Λαντριαν "Αυτές είναι οι σκέψεις μου και το τελευταίο συμβαν κατάφερε μονάχα να τις επιβεβαιώσει "
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.


Κέννα

"ΧΑΑΧΑ!!" ένα κοφτό γέλιο βγήκε ακούγοντας τα λεγόμενα του Βίλιτοφ. "Ακούς τον εαυτό σου όταν μιλάς;" πλέον δεν ήξερε αν σοβαρολογεί ή αν κάνει κάποιου είδους πλάκα. "Φυσικά και έχεις επιλογή, και κάθε επιλογή έχει και συνέπειες."  αυτό φοβάσαι; τις συνέπειες; συλλογίστηκε για λίγο.

Κοίταξε απαξιωτικά τα θρύψαλα του γλυκού κάτω από το χέρι του Βίλιτοφ και μετά αυτόν. "Αυτό το άβουλο κομμάτι γλυκού δεν είχε επιλογή από το να διαλύσει κάτω από το χέρι σου. Αυτό είσαι; Ένα ζαχαρωτο που ο καθένας μπορεί να πατήσει ανάλογα με τις ορέξεις του;" η οργή της μεγάλωνε με κάθε λεπτό που περνούσε , όμως δεν είχε σκοπό να επαναλάβει το ίδιο λάθος, δεν είχε νόημα να χάσει τον έλεγχο ξανά.

Του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο ειρωνεία,"Μιλας σαν να ξέρεις τα πάντα, όμως δεν ξέρεις απολύτως τίποτα." κουνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία και συνέχισε, "έλλειψη πολιτισμού στο δάσος, μμμ όχι. Ακόμα και εκεί υπάρχουν κανόνες, διαφορετικοί από ότι εδώ όμως υπάρχουν και εφαρμόζονται το ίδιο. Οπότε Βίλιτοφ κόψε τις δικαιολογίες. Αν φοβάσαι να εκφράσεις γνώμη είναι επειδή δεν έχεις το σθένος να την υποστηρίξει,οχι επειδή δεν σε αφήνει καποιος" έγειρε στο μπράτσο της πολυθρόνας, πλησίασε το πρόσωπο της κοντά στο δικό του και τον κοίταξε στα μάτια για μια στιγμή. "Συνέχισε να συμβιβάζεσαι και πότε δεν θα έχεις το δικαίωμα να απαιτήσεις τίποτα!"του ψιθύρισε. Πήρε ένα από τα γλυκά και το έβαλε επιδεικτικά στο στόμα της καθώς γύρισε σωστά στην θέση της.
 
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 15, 2020, 04:19:00 μμ by Κέννα »


Λάντριαν

Τα μάτια του Λάντριαν πήγαιναν από τον ένα στον άλλο, καθώς άκουγε τις απόψεις τους. Του φάνηκε...νοσταλγικό, και ένα μικρό, αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό του για λίγο. Είναι δυνατόν? Ίσως....ίσως πραγματικά η ζωή να του είχε δώσει αρκετή εμπειρία ώστε να βοηθήσει σε αυτό, σε αυτόν που ήταν απλά ένας Πολεμιστής.

"Χμμμ...." είπε με τη βαθιά φωνή του και τα δάχτυλά του έτριψαν το πυκνό αλλά κοντοκουρεμμένο μούσι του.

"Ώρα για μία μικρή ιστορία." είπε με ήρεμο, εύθυμο τόνο. "Τα πολύ παλιά χρόνια, ο Λάντριαν ήταν μαθητής εδώ στην Ακαδημία. Πάντα ήμουν κάπως ψηλός, αλλά τότε ήμουν και άχαρος και κάπως αδύνατος από το ξαφνικό ψήλωμα, λίγο να με λυπάστε στις ασκήσεις επιδεξιότητας." είπε, κυρίως για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα κάπως αλλά και να τους πλησιάσει. Εϊχε υπάρξει μαθητής εδώ, είχε υπάρξει στις θέσεις τους.

"Τότε λοιπόν, υπήρχε ο Σιλάτ." είπε ο Λάντριαν. "Από την αρχή ήξερα ότι δεν θα τα πάω καλά με αυτόν τον τύπο! Ήταν τόσο διαφορετικός! Αν έλεγα κόκκινο, θα έλεγε μπλε. Αν έλεγα δεξιά, θα έλεγε αριστερά! Δεν μπορούσα να τον καταλάβω, και με τρέλαινε!!" είπε ο Λάντριαν με πάθος και τα χέρια του σφίχτηκαν σε γροθιές. "Αφού ήξερα πως είναι ο κόσμος!! Ήμουν 16 χρονών, εκ των οποίων τα 4 τα είχα περάσει στην Ακαδημία! Πώς είναι δυνατόν να μην ξέρω τι μου γίνεται, πώς μπορούσε να μη βλέπει την αλήθεια που βλέπω, που είναι ολοφάνερη???" είπε με προσποιητή αγανάκτηση και κάτι παιχνιδιάρικο, και μετά τους έκλεισε το μάτι.

"Οι μονομαχίες μας ήταν θρυλικές. Νομίζω ότι, μέχρι σήμερα, προηγούμαι στο σκορ. Αλλά αν τον ρωτήσετε ποτέ, σίγουρα θα σας πει το αντίθετο. Βλέπετε?" είπε με χαμόγελο. "Κάποια στιγμή, ο δάσκαλός μας μας όρισε ως ομάδα. Ήμουν έτοιμος να εκραγώ. Και αυτός το ίδιο. Ομάδα, εγώ και ο Σιλάτ???" είπε και τράβηξε λίγο το μούσι του, για το δραματικό εφέ.

"Φυσικά, τσακωνόμασταν συνεχώς. Αλλά...συνέβη το πιο περίεργο πράγμα. Αρχίσαμε να κερδίζουμε στις ομαδικές μάχες σαν τρελοί, το ίδιο και στις αποστολές. Γιατί? Γιατί σκεφτόμασταν δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Εγώ θα έλεγα "θα μας επιτεθούν από δεξιά!", αυτός θα έλεγε, "θα μας επιτεθούν από πάνω!". Συνήθως μόνο ένας θα ήταν σωστός. Αλλά το θέμα είναι...είχαμε προετοιμαστεί για δύο εντελώς διαφορετικές πιθανότητες, αντί για μία που θα σκεφτόμασταν, σίγουροι για τον εαυτό μας. Δύο μυαλά, που "καλύπτουν διπλάσιο χώρο" στη μάχη. Και δεν μπορώ να σας περιγράψω από πόσες παγίδες γλιτώσαμε ο ένας τον άλλο." είπε με ένα νεύμα, τα μάτια του λίγο απόμακρα μια στιγμή, σαν να το έβλεπε μπροστά του.

"Το παρατηρήσαμε αυτό. Δεν μας άρεσε α΄λλά...το αναγνωρίσαμε. Ήρθαμε πιο κοντά, παρά τη διαφορετικότητά μας. Είδαμε ότι η διαφορετική άποψη του άλλου, αν και τη νιώθαμε σαν να προκαλεί και να προσπαθεί να ακυρώσει τη δική μας κατανόηση του κόσμου...είχε αξία. Μας έκανε κα΄λύτερους, και μας προστάτευε από το να υποπέσουμε σε λάθη. Μείωνε τα "τυφλά μας σημεία", και στη μάχη, αλλά αργότερα και στην προσωπική ζωή. Εγώ ήμουν πολύ θερμοκέφαλος. Αυτός κ΄ρυος σαν πάγος. Νομίζω...αυτό που είμαι σήμερα, το οφείλω σε κάποιο βαθμό στον Σιλάτ." είπε. "Θα με σταματούσε αν η οργή μου ή η παρορμητικότητά μου έβγαινε εκτός ελέγχου. Όχι πάντα...αλλά ήταν μια μορφή ελέγχου, με έκανε να σταματήσω μια στιγμή και να σκεφτώ αυτό που πάω να κάνω. Το ίδιο και εγώ, θα τον έσπρωχνα όταν έμενε απόμακρος και άπρακτος. Σιγά σιγά, μια μικρή "φωνή Σιλάτ" δημιουργήθηκε μέσα μου, και με έκανε πιο ολοκληρωμένο και πιο ισορροπημένο."είπε.

"Μπορείτε να πείτε ότι κάθε ένας μας ήταν η λεπίδα, και ταυτόχρονα το θηκάρι της λεπίδας του άλλου....βγάζει νόημα αυτό?" τους ρώτησε διερευνητικά, κοιτάζοντάς τους στα μάτια, όλο νόημα.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 16, 2020, 01:11:46 μμ by Λάντριαν »


Βίλιτοφ Θορνβερτ

Αν γυρευε μπελαδες ξανα με την καθηγητρια του, σίγουρα θα εδινε ενα μαθημα ακομα στην Κεννα για ολα τα σχολια της. Αν αυτος νομιζε πως τα ηξερε ολα τοτε η νεαρη πολεμιστρια που καθοταν απεναντι του ηταν ακριβως ιδια με εκεινον ακομα και αν δεν ηθελε να το παραδεχτει μεσα της. Οσο εκεινος μιλουσε και φλυαρουσε αλλο τοσο η ιδια θα προσπαθουσε να τον βγαλει λαθος και να διαψευσει τα λεγομενα του με ειρωνια η γεματο κακια και υπεροψία γελιο. ΧΑ! Το διασκεδαζε τοσο που πραγματικα αν δεν βρισκονταν σε αυτο το γραφειο με τον καθηγητη Λαντριαν να εχει αρπαξει τον ρολο του καλου κηδεμονα, σιγουρα θα γελουσε με τη ψυχη του.

Αναστεναξε και εγειρε προς τα πισω το κεφαλι του, κοιταζοντας το ταβανι επιμονα μα ταυτοχρονα ακουγοντας την /υπεροχη/ ιστορια που ο ανδρας ακαταπαυστα διηγουταν. Δεν βαριοταν. Μεσα του ο Βιλιτοφ ακουγε προσεκτικα με τεντωμενα αφτια. Στην προκειμενη στιγμη ομως θα τον ανακουφιζε καλυτερα ο δροσερος αερας και η σκια καποιου δεντρου, παρά ο στενος κλοιος μεσα στον οποιο αισθανοταν σαν να πνιγοταν. Ακριβως, πνιγοταν. Πνιγοταν σαν να βυθιζοταν μεσα στα αγρια νερα της θαλασσας, και ποσο συχαινοταν την θαλασσα και ο,τι την περιεβαλλε.

Το ενα του φρυδι υψωθηκε επιδεικτικα σε αντιθεση το αδελφικο του οταν ο Λαντριαν τους ετεινε την ερωτηση. Λεπιδα και θηκαρι, σεκφτηκε, με τα γαλαζια του ματια να πεφτουν στην Κεννα πανω διχως ομως να αλλαζει σταση στο κορμι ή το κεφαλι του. Πήρε μια βαθια ανασα και την ξεφυσηξε σαν αγριος βοριας, φερνοντας το χερι του στον σβερκο του και τριβοντας τον καπως αμηχανα.

Τι θα μπορουσε να πει αλλωστε;

"που βρισκεται τωρα αυτος ο φιλος σας;"   
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.