Rasnarry Academy

Πίσω από τη Σκιά του Δέντρου ΙΙ - Η Πτώση (Ανοιχτό)

Βίλιτοφ Θορνβερτ

  • Πολεμιστής
  • Level 18
  • Νέος Παίκτης
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Το σχόλιο της Κέννα αφού τελείωσε το τύλιγμα του προκάλεσε γέλιο το οποίο δεν κράτησε πολύ αφού από το τράνταγμα  το κορμί του άρχισε να τον πονάει κάπως. Πράγματι η Άρυα ε΄χιε κάνει εξαιρετική δουλειά με τις ικανότητές της σαν Θεραπεύτρια και αυτό θα της το παραδεχόταν κάποια στιγμή στο μέλλον που δεν θα έμοιαζε με τυλιγμένο πτώμα από τα αρχαία χρόνια. Ναι, ένιωθε σαν μούμια. Γύρισε τη προσοχή του στη Κέννα και της έκανε μια περιπαικτική γκριμάτσα, σηκώνοντας ψηλά όσο μπορούσε το χέρι του.

"Είμαι τρομακρτικός αρκετά, ή θελω δουλειά ακόμα;" 
Ulu chi', dos z'klaen ust wund'ahk˙ to betray, you must first belong.


Άρυα Λιρέλ

  • ΣΤ' Έτος
  • Θεραπευτής
  • Level 9
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Για αρκετή ώρα, η Σαγιάνε φαινόταν σκεπτική. Η Άρυα φοβήθηκε πως επεξεργαζόταν τον καλύτερο τρόπο για να την βάλει στη θέση της, μα κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Αντιθέτως, μετά από λίγο, στο πρόσωπο της Σαγιάνε φάνηκε ένα μικρό μειδίαμα.

Τι στο καλό τής φαίνεται τόσο αστείο; σκέφτηκε, καθώς ένα νέο κύμα οργής την κατέκλυζε. Η Σαγιάνε όμως την πρόλαβε• μίλησε για το χρέος, τη συγχώρεση, και το θάνατο, όμως έδινε τόσο διαφορετική χροιά στο καθένα. 

«Το δάχτυλο δ ε ν θα αποκατασταθεί. Μπορείς να κάνεις ό,τι άλλο θες».

Έσφιξε τα χείλη της τόσο πολύ μεταξύ τους που έγιναν κάτασπρα.

Μα τους Θεούς, πόσο λαχταρούσε να την πιάσει από τους ώμους και να την ταρακουνήσει μέχρι να έρθει το μυαλό στη θέση του! Το καλό που της ήθελε να είχε φάει καμιά κουτουλιά, γιατί δεν εξηγούνταν αλλιώς! Ούτε μουλάρι να ήταν τέτοιο πείσμα!

«Το "χρέος" σου απέναντί του, είναι κάτι που αφορά εσένα και εκείνον, κανέναν άλλο. Μα ειλικρινά, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται ένα κομμάτι δάχτυλο για να του το θυμίζει» τόνισε τις λέξεις.
«Όσο για τη συγχώρεση, κακώς το πήρες κυριολεκτικά. Δεν εννοούσα πως με μια λέξη θα γίνουν όλα νέκταρ και αμβροσία. Μιλούσα για τις πράξεις πίσω από την λέξη αυτή. Το τι είσαι διατεθειμένη να κάνεις για να δείξεις τόσο σε εκείνον, όσο και στον εαυτό σου, ότι πραγματικά το μετάνιωσες».

Η Άρυα έκανε ένα βήμα πιο κοντά και έσκυψε να την κοιτάξει. Η φωνή της, ψίθυρος.

«Μα τους Θεούς, με πονάει που στο λέω», μια μικρή παύση, πιέζοντας τον εαυτό της να πάρει δύναμη, «μα όσα δάχτυλα και αν κόψεις, δεν νομίζω ότι πείθεις ούτε καν τον εαυτό σου ότι το μετάνιωσες. Η ειρωνεία με την οποία τον αντιμετώπιζες μέχρι και πριν λίγα λεπτά, φωνάζει από μόνη της. Εγώ μπροστά μου δεν βλέπω το άτομο που γνώριζα».

Ένα βήμα πίσω. Ανάσα. Η καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Και ένα απότομο ανακάτεμα που δεν έλεγε να φύγει.

Της γύρισε πλάτη και πήγε προς τον πάγκο. Για λίγο δεν άντεχε να την αντικρίσει. Ήταν απίστευτο το πόσο γρήγορα η Σαγιάνε την είχε κάνει να εκραγεί.
Άρπαξε ένα μεταλλικό μπολ, το γέμισε με πάγο και έβαλε προσεκτικά μέσα το δάχτυλο. Μπορεί να μην το ήθελε τώρα, αλλά ίσως κατάφερνε να την πείσει για το αντίθετο πριν να είναι αργά.
Έπειτα έπιασε το μπουκάλι με το αλκοόλ, βελόνα και κλωστή. Υπήρχε και ο εύκολος δρόμος, μα ήδη είχε εξαντλήσει αρκετό απόθεμα από τον αιθέρα της στον μαθητή, και δεν ήθελε να το ρισκάρει• μπορεί η Σαγιάνε να το μετάνιωνε για το δάχτυλο, οπότε έπρεπε να κρατήσει ενέργεια για παν ενδεχόμενο.

Γύρισε με σκυμμένο το κεφάλι και ξεκίνησε να ξετυλίγει τις γάζες που της είχε βάλει πρόχειρα στο στομάχι προ ολίγου. Προσπάθησε να εστιάσει στη δουλειά της για να ηρεμήσει. Καθάρισε προσεκτικά το σημείο και την έβαλε να κάτσει σωστά πριν πιάσει τη βελόνα. Αργά και σταθερά, η πληγή έκλεινε και οι χτύποι της καρδιάς της ηρεμούσαν. Μα η συζήτησή τους δεν είχε τελειώσει.

«Δεν σκοτώνουν μόνο οι πολεμιστές Σαγιάνε. Υπό αυτήν την έννοια, όλοι αξίζουν τον θάνατο», δήλωσε ήρεμα μα κατηγορηματικά. «Δεν νομίζεις όμως, πως οι συνθήκες παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο; Πάλεψα πολύ με τον εαυτό μου για να καταφέρω να διαχωρίσω κάποια πράγματα. Άλλο η άμυνα, και άλλο η επίθεση. Άλλο το να τρέχεις προς την αντίθετη κατεύθυνση και να σε κυνηγάνε, και άλλο το να τρέχεις προς τη μάχη, αποζητώντας την έξαψη, το μακελειό και το αίμα».

Έκανε μια παύση για να την κοιτάξει καθώς άλλαζε κλωστή. Είχε φτάσει στα μισά. Την καθάρισε και πάλι στα γρήγορα, καθώς η αιμορραγία δεν έλεγε να σταματήσει, και συνέχισε το ράψιμο.

«Με ρωτάς αν θα θυσιαζόμουν για κάποιον που απειλεί ότι θα με σκοτώσει, αν θα σε άφηνα να επέμβεις. Θα σου πω το εξής• δεν μπορώ να ξέρω πώς θα αντιδρούσα εκείνη τη στιγμή, μα για μένα, καμιά ζωή δεν αξίζει περισσότερο ή λιγότερο από κάποια άλλη. Όλα εξαρτώνται από τις συνθήκες. Εδώ, υποτίθεται πως είμαστε ασφαλείς. Μαθαίνουμε, εξελισσόμαστε. Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε, δεν ξέρω αν σου επιτέθηκε πρώτος και με ποιον σκοπό. Μα ακόμα και έτσι να έγινε, είναι μαθητής και είσαι καθηγήτρια. Κι όμως, αντέδρασες σαν μαθήτρια. Έχεις ευθύνες, το καταλαβαίνεις; Τι θα γινόταν αν σήμερα πέθαινε από το χέρι σου; Μπορείς να συνειδητοποιήσεις καν, τι θα σήμαινε αυτό για ολόκληρη την Ακαδημία;» αναστέναξε, καθώς έκοβε την κλωστή από το τραύμα στο στομάχι της. Από κει είχε τελειώσει. Κοίταξε το χέρι της, και έπειτα την ίδια.

«Το θέμα δεν είναι ότι δεν θα σε εμπιστευόμουν για να με προστατέψεις απέναντι σε κάποιον άλλο• είναι το ότι δεν ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ μόνη σου πλέον» είπε με βαριά καρδιά.

Έκανε ένα νεύμα προς το χέρι της.

«Τελευταία ευκαιρία. Δεν έχεις πολύ χρόνο ακόμα. Αν θες σε παρακαλώ να με ακούσεις, θεωρώ πως είναι κάτι που θα επηρεάσει σημαντικά την ισορροπία στα χέρια σου. Άφησέ με να το διορθώσω» επέμεινε για τελευταία φορά.