Rasnarry Academy

Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)

Λύριεν Μαρκιέλ

Η Λύριεν με πόνο στην ψυχή, μάζεψε τις σημειώσεις της. Τα βασικά σημεία ήταν:
-Κρατάς την τέφρα ένα έτος
-τη βάζεις σε ένα μεγάλο κοχύλι
-τη ρίχνεις στο μέρος που ζούσε
-πρωί με λουλούδια προσφορά στη Θεά Ωκεανία
-ρίχνεις κάτι χαρακτηριστικο του ατόμου (για να αναγνωρίσουν οι ρετουαριοι ποιος ήταν)
-...

Η Λύριεν δεν είχε καταλάβει το τελευταίο κομμάτι της παραγράφου. Έλεγε για τους "τεράστιους ιππόκαμπους που μοιάζουν με φύκια όταν κινούνται"?... Πήρε μαζί της το μεγάλο τόμο, τον έβαλε στην τσάντα της και ξεκίνησε να βρει το Γκλιριον.

Ήταν απόγευμα και είχε ζέστη. Δεν τον βρήκε στη βιβλιοθήκη, ούτε στην τραπεζαρία... Μάλλον θα ήταν στο γραφείο του. Ανεβαίνοντας τις σκάλες, σκεφτόταν ότι ίσως να χρειαστεί τη βοήθεια του Ουμπρο... Δεν ήξερε πως ακριβώς θα έπαιρναν τα αρχαία αυτά θαλάσσια ζώα, οι ιππόκαμποι, το κοχύλι με την τέφρα. Ίσως ο Γκλιριον να καταλάβαινε καλύτερα τα αρχαία Βαλησινικα και ίσως και ο ουμπρο να ήξερε κάτι που δεν ήξερε ως Βαλησινη.

Χτύπησε σιγά σιγά την πόρτα και περίμενε. Κάτω από την πόρτα φαινόταν φως. Αλλά και πάλι ήταν απόγευμα. Λογικό να είχε φως. Όλα αυτά τριβελιζαν το θολωμένο μυαλό της, μέχρι να ανοίξει η πόρτα...
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 28, 2020, 10:43:04 μμ by Ιλίντιεν Άτρας »


Χελένα Μεκάμι

Τα μαγειρεία τα είχε σκουπίσει, δεν έμεινε σκόνη από το αλευρόσακο που σκίστηκε. Τα πιάτα τα μάζεψε και φρόντισε να πλυθούν γρήγορα, πριν προφτάσει να κατέβει η Ιντούν στην κουζίνα.

"Και τι έκανε η Ιντούν στην κουζίνα πια; Δεν ήταν Βοηθός Καθηγητή; Έπρεπε ακόμη να βοηθάει;"

Η Χελένα απομακρύνθηκε από τις εργασίες που μόλις είχε τελειώσει και περπατούσε αφηρημένη, μιας και το παστέλ κεφάλι της ήταν γεμάτο με σκέψεις και ερωτήματα. Θυμήθηκε πώς ήξερε για την Ιντούν. Πρώτο έτος η Χελένα και η Ιντούν όγδοο. Στην κουζίνα τη γνώρισε, να βοηθούν μαζί στις δουλειές της Ακαδημίας, "έβγαζαν χαρτζιλίκι" όπως έλεγαν και όσοι αστειεύονταν με αυτό, το είχαν κοινό μυστικό ότι δεν ήθελαν να επιβαρύνουν τους γονείς τους, οι οποίοι, ούτως ή άλλως δε μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα. Πόσο μάλλον οι γονείς της Ιντούν με... οκτώ παιδιά αν θυμόταν καλά;
Αλλά η Ιντούν ήταν πάντα καλό παράδειγμα. Άψογο παράδειγμα μετά από δεύτερη σκέψη, γιατί είχε στρώσει στο σωστό το δρόμο τον Αναξίμανδρο που γενικά δεν του πολυπήγαιναν κόντρα και πολλοί συμμαθητές και άλλοι που του πήγαιναν, αντίκριζαν ένα στοϊκό παιδί στην κουζίνα και ένα τέρας στο στίβο. "Ποοοολύ! δυνατό παιδί ο Αναξίμανδρος" Η Χελένα ανέβαινε τα σκαλιά και σκεφτόταν πως αν ο Αναξίμαδρος ήταν δύο χρόνια μικρότερος, θα είχε προλάβει τον Καθηγητή Λάντριαν και.. ε, σίγουρα θα γινόταν βοηθός του, παρόμοιο προφίλ είχε πάντα.
Η νοητική φλυαρία συνεχίζονταν ευχάριστα καθώς έφτασε στον πάνω όροφο, εκεί που έπρεπε να ποτίσει τις γλάστρες έξω από τα γραφεία των Καθηγητών, πάντα πριν την προλάβει η Ιντούν. Η Χελένα δε θα την άφηνε. Είχε και η ίδια μεγάλες αδερφές και ήξερε! Ήξερε ότι εκπαιδεύονταν άτυπα να είναι οι μικρές μαμάδες των μικρότερων αδερφών. Έτσι ήταν και οι δικές της, ακούραστες, πανταχού παρούσες και ακούραστες. Ακούραστη και η Ιντούν, πήγαινε τελευταία για ύπνο, διάβαζε. Συνεχίζει να διαβάζει ακόμη και τώρα που είναι Βοηθός Καθηγητή. Ακόμη ένας λόγος να μην την αφήσει να κάνει δουλειές. Ειδικά αυτό το τελευταίο, το είχε ψαρέψει από τον άλλο αδερφό της, τον Κάσσανδρο. Ζωηρός ο Κάσσανδρος, δεν κάθονταν ποτέ σε μία μεριά, αλλά χρησιμοποίησε τη ζιζανιοσύνη του σωστά. Έτρεχε πριν τη μεγάλη αδερφή να βοηθήσει, σωστός ο Κάσσανδρος που ήταν και στο ίδιο έτος με τη Χελένα. "Ποοοολύ! ωραίο παιδί ο Κάσσανδρος... Αλλά έκανε παύση..."

"Πφφφφφφφ", η Χελένα αναστέναξε με κατανόηση και ελπίδα ότι ο... δε θυμόταν τι νούμερο Ιντούν, θα γύριζε την επόμενη χρονιά.

Το μάτι της έπεσε σε μία μορφή που αναγνώριζε. Τη συμπαθούσε αυτή τη μορφή, αυτήν την ψυχή, ήταν τόσο γλυκούλα, τόσο καλούλα! Θα μπορούσε να κάνει συνέχεια μαθήματα μαζί της. Η Χελένα κοντοστάθηκε λίγο, μιμήθηκε τον τρόπο που κοντοστέκονταν η Λύριεν μπροστά της. Περίμενε άραγε; Η Λύριεν δεν κινούνταν. Περίμενε. Πού; Έξω από το γραφείο του Καθηγητή Νάντριελ.

"Χμμμμ" προσπάθησε να ανακαλέσει τον οχετό πληροφοριών που είχε δεχθεί από την Άρντα, "Αααα ναι!"

Η Χελένα πλησίασε τη Λύριεν.

"Γεια σας κυρία Λύριεν", της χαμογέλασε γλυκά. Αχχχ, πραγματικά τη συμπαθούσε εκείνη τη γυναίκα! "Νομίζω ότι περιμένετε άδικα, ο κύριος Νάντριελ δε θα είναι στο γραφείο του για κάμποσες ημέρες."


Λύριεν Μαρκιέλ

Η Λύριεν δάγκωνε τα χείλη της νευρικά. Στηριζόταν μια στο ένα πόδι, μια στο άλλο. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά, μέχρι να ανοίξει εκείνη η πόρτα... Ήθελε να τον ρωτήσει τόσα πολλά...Και σκεφτόταν τόσα πολλά..

"πότε θα πάω? Μόνη? Να πάω με άμαξα ή με άλογο? Πρέπει να πάω και στην Ερισνα μέσα σε 2 μέρες..."

Καθώς σκεφτόταν τον Ουμπρο, γιατί ίσως να είχε δει κάποιον ανάλογο αποχαιρετισμο, κατάλαβε ότι είχε μια σκιά δίπλα της.

Η μαθήτρια της, την ενημέρωσε ότι λείπει ο Γκλιριον.

" Τιιιιιιι???Χελενα τι λες? "" την έπιασε από τους ώμους και την ταρακούνησε.

Π Α Ν Ι Κ Ο Σ

Η Λύριεν σχεδόν ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Και τότε συνειδητοποίησε ότι δίπλα της ήταν η Χελενα.

"Βαλησινηηηηη" ούρλιαξε μέσα στο αυτί της!!!

Πήρε βαθιές ανάσες. Έκανε ένα βήμα πίσω. Η Χελενα την κοίταξε παράξενα και κατάλαβε ότι δεν είχε σωστή συμπεριφορά...

"Χελενα κορίτσι μου, είσαι μια Βαλησινη. Δεν το είχα σκεφτεί. Ουφ, ας τα πάρω από την αρχή. Ή μάλλον άστο. Χελενα, θέλεις να πάμε μια βόλτα στα μέρη μας? Θα πάμε και στο παλάτι! Θέλεις να μου κάνεις παρέα και θα σου πω στο δρόμο γιατί έχω μόνο δύο μέρες περιθώριο. Τι λες? " σταμάτησε να μιλάει επιτέλους και πήρε ανάσα,περιμένοντας την μαθήτρια της να απαντήσει.


Χελένα Μεκάμι

"Αααααααααααα χα! " Τσίριξε η Χελένα ξαφνιασμένη από την απότομη διαπίστωση της Λυριεν και έκανε ένα βήμα πισω σκεπαζοντας τα αυτιά.

"Τα αυτιά μου κυρία Λύριεν! Βαλησίνη είμαι ναι!  Μη μου φωνάζετε!!!! " Τα λέπια της σχεδόν κροταλιζαν όπως προσπαθουσε να παρει ανάσα από την τρομάρα της.
Από πού να φυλαχτει μικρό παιδί; Από την Ιλίντιεν, από τη Σαγιανε ή από τη Λυριεν; Έπαιζε κρυφτό με το εγκεφαλικό πριν από κάθε τους συνάντηση, πόσο ακόμη να το αποφύγει;

Άκουσε όμως τι της προτεινε η Λυριεν. Η Χελένα γουρλωσε τα μάτια.

"Τ-τ-τι-ποιο παλατι; Π-πως θα μπω εγώ στο παλάτι;" Την έπιανε υπερβολικά απροετοίμαστη, αλλά κατάφερε να συγκεντρωθεί και παλι γρήγορα.

"Να παρω άδεια από την Ιντούν"

Την Ιλίντιεν είχε στο νου της μιας και την είχε αναλάβει κατά κύριο λόγο η Πολεμίστρια, αλλά δεν τολμούσε... Η Ιντούν σίγουρα θα ήταν συγκαταβατικη και θα μπορούσε να χειριστεί την κατάσταση αποτελεσματικά, γι'αυτό και δεν έχασε χρόνο. Έτρεξε γρήγορα προς την κουζίνα, όπου η Αιολίδα είχε μόλις κατέβει και της έδωσε την πολυπόθητη άδεια να απαλλαγεί από τα μαθήματα και τις αγγαρείες για να συνοδέψει την Καθηγήτρια Μαρκιέλ στην πατριδα τους με την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφε χωρίς να τολμήσει να μπλεχτεί σε "περιπέτειες" τύπου Ουρίβ. Μήπως τελικά η Ιντούν ήταν αυστηρότερη από την Ιλίντιεν;

Η Χελένα επέστρεψε στη Λύριεν και της ανακοίνωσε πως θα την ακολουθουσε μετά χαράς. Δεν είχε επίσημα ρουχα όμως...


Λύριεν Μαρκιέλ

Η Λύριεν ετοίμαζε το σάκο με τα πράγματα της. "Μα τι αγωνία είναι αυτή... Πως τρέμω έτσι!!! Τι μπορεί να κρύβει αυτή η συνάντηση με το Βασιλιά?" μονόλογουσε δυνατά καθώς ανακάτευε τα ρούχα για να βρει τα κατάλληλα.

Για το "τελευταίο ταξίδι" του παππού, επέλεξε ένα μαύρο φόρεμα κ μια κοντή ασημένια φούστα από μέσα.

Για την Βασιλική συνάντηση, δυσκολευοταν αρκετά να επιλέξει. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε η Χελενα.

"Πολύ χαίρομαι κοριτσάκι μου που θα έρθεις μαζί μου" της είπε η Λυριεν." Έχεις ρούχα για πιο καλές περιστάσεις? Τιιιιι? Έλα, διάλεξε ότι θέλεις."

Η Λύριεν μετά από αυτό το πρωτόγνωρο συμβάν στην παραλία, ήταν πραγματικά άλλη Βαλησινη. Προφανώς και ξαναγεννηθηκε μέσα από αυτήν την επαφή που είχε." Να το πω στη Χελενα άραγε? Βαλησινη είναι. Θα καταλάβει " σκεφτόταν καθώς ψαχουλευαν μαζί τα φορέματα.

"Λοιπόν, είμαστε έτοιμες για Πορτμειρ να πάρουμε καραβάκι?" είπε χαμογελώντας, όταν βρήκαν ότι χρειάζονταν.


Χελένα Μεκάμι

Τα πράγματα της Χελένα συνοψίζονταν με τον όρο "μπογαλάκι". Σε ένα πορτοκαλί ταγάρι που ύφανε η μεγάλη αδερφή της Νικόλ, πατίκωσε δυο σαλβάρια σε χρώμα μπλε ηλεκτρίκ και μωβ του σάπιου μήλου, ασύμμετρες μπλούζες, από αυτές που λάτρευε να αφήνουν έναν ώμο για να χαϊδεύει το αεράκι και ένα φόρεμα για το παλάτι. Μία όχι και τόσο προσεκτική ματιά καταλάβαινε πως το φόρεμα "για το παλάτι" φοριόταν ως την κουζίνα στην καλύτερη, όμως ήταν και το μόνο της "επίσημο" ρούχο, φτιαγμένο από βαμβακερό ύφασμα που ο δημιουργός του εμπνεύστηκε από τη ζωντάνια της ανατολής και φρόντισε να το πνίξει σε διαδοχικά καζάνια ρόδινων χρωμάτων με τυφλωτικές ιδιότητες. Το φόρεμα κατέληγε σε κρόσια.

Βρήκε την Καθηγήτρια Μαρκιέλ να την περιμένει και προς μεγάλη της χαρά, πρόσφερε στην καημένη τη Χελένα ένα από τα δικά της φορέματα. Ψευτοδάγκωσε το σκουλαρίκι στα χείλη καθώς σκάναρε την Καθηγήτρια Μαρκιέλ. Κατέληξε ότι είχαν τον ίδιο σωματότυπο. Τα χέρια της βυθίστηκαν στο υφασμάτινο λοφάκι που η Λύριεν είχε σχηματίσει στο δωμάτιό της, γέμισαν με μια αγκαλιά φορέματα που ζύγιζαν περισσότερο από όσο θα έπρεπε και τα εναπόθεσε στο κρεβάτι δίπλα της. Φούξια φόρεμα με πέρλες, γαλάζιο φόρεμα με παγέτες, έντονη κίτρινη φούστα με πέρλες και παγέτες, μακρύ λευκό φόρεμα με κοχύλια και συνοδευτικά παπούτσια με κοχύλια και χρωματιστές κορδέλες για να σπάνε τη μονοτονία του λευκού, εντυπωσιακό.

Ζαλισμένη από την πολυχρωμία κάθισε σε μία καρέκλα και ατένισε, όμως, χωρίς να έχει επιλέξει, έστρεψε το βλέμμα της και πάλι στην πανδαισία.

«Δεν περιμένουμε και την Καθηγήτρια Σαγιάνε;» ρώτησε.

Η Χελένα ξέθαψε από το λόφο ένα ιριδίζον σομόν φόρεμα με ροζ αχάτες δεμένους επάνω του, το δίπλωσε προσεκτικά και το πρόσθεσε στο ταγάρι της, ευχαριστώντας την Καθηγήτρια για τη γενναιοδωρία της.


Λύριεν Μαρκιέλ

Η Λύριεν χάρηκε βλέποντας τη λάμψη στα μάτια της Χελενα. Η μαθήτρια της, είχε σκυψει και προσπαθούσε να ξεθάψει από το λοφακι ρούχων, κάτι όμορφο για την περίσταση. Η Λύριεν, είχε καιρό να φορέσει χρωματιστά ρούχα, αν και τα λάτρευε. Μετά από την απώλεια του παππού, δεν ήθελε τα χρώματα. Ήθελε μαύρα, γκρι και γενικά σκούρα, όπως ήταν και η ψυχή της. Μετά από την εμπειρία που έζησε με τα θρελιάν, η καρδιά και η ψυχή της, άνοιξαν και είχε μόνο καλά συναισθήματα πλέον. Ήταν η ώρα να χαρεί επιτέλους!!!

Καθώς σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να μιλήσει για την εμπειρία της στη Χελενα, η μαθήτρια ρώτησε για τη Σαγιανε.

"Ναι κοριτσάκι μου, θα έρθει μάλλον και η Σαγιανε. Δεν θα ήθελα να λείπει από δίπλα μου η φίλη μου, σε μια τόσο σημαντική στιγμή. Δεν ξέρω αν θα την περιμένουμε εδώ όμως." απάντησε σκεπτική.

Αμέσως η διάθεση της έφτιαξε, κι έσκυψε δίπλα από τη Χελενα, βοηθώντας την να πιάσει εκείνο το σομον φόρεμα.

" Αχ ναι, σου πάει πολύ αυτό το φόρεμα!!! Εμένα δεν μου ταιριάζει, το είχα πάρει μόνο για τους ροζ αχατες που είχε. Νομίζω δεν το έχω φορέσει ποτέ. Θα ήταν χαρά μου να το κρατήσεις!!" της είπε ενθουσιασμενη και την αγκάλιασε.

"Κάποτε είχα βρει μια σπείρα στο μπαούλο. Προοριζόταν για τη Σαγιανε, χωρίς να το ξέρω. Τώρα αυτό το φόρεμα. Σου είναι τέλειο. Όλα τα πράγματα, λες και είναι κομμάτια ενός παζλ που κουμπώνουν τέλεια μεταξύ τους " είπε με χαρά στη Χελενα και σηκώθηκε να φτιάξει ένα ρόφημα, κερδίζοντας χρόνο, μήπως έρθει η Σαγιανε.


Σαγιάνε Ασάχι

Ήλπιζε πως θα είναι στην ώρα της, μα αυτό που συνέβη ήταν πέρα για πέρα από τη φαντασία της. Είχε χάσει όλο τον χρόνο μπροστά από την ντουλάπα της να κοιτά ρούχα που δεν είχε. Τελικά είχε δεχτεί την ήττα της και τα βήματα της την οδήγησαν μπροστά στην πόρτα της της μοναδικής που θα μπορούσε όχι απλά να την βοηθήσει, μα μαλώνοντας την κιόλας. Το χέρι της χτύπησε την πόρτα, στο άνοιγα δυο μάτια μωβ την κοιτούσαν εξεταστικά.
"Σαγιάνε Ασάχι έλεος! Πέρνα μέσα και μη μιλάς!". Πράγματι βγαίνοντας από το δωμάτιο της Ιλίντιεν η -φυσικά- επίσης δανεισμένη ξωτική τσάντα περιείχε το ανάλογο για την περίσταση, φόρεμα, σανδάλια και κοσμήματα που θα χρειαζόταν η Σαγιάνε στο παλάτι των Βαλησίνων. Δίπλα στην υπέροχα κεντημένη με ασημένια και μωβ περίτεχνα πατέρνα τσάντα, η δικιά της, καφέ, ωχριούσε. Φυσικά πέρα από την φορεσιά είχε ζωστεί τα επίσημα όπλα της, όπως και την επίσημη ενδυμασία του Πολεμιστή.

Φτάνοντας αργά στο γραφείο της Λύριεν, χτύπησε και μπήκε δίχως να περιμένει απάντηση. Το προσωπάκι της Χελένα της έδεσε κόμπο το στομάχι, ενθυμούμενη την πικρή εκείνη νύχτα που στο μυαλό της είχε ασελγήσει στην ψυχή της μικρής Βαλησίνης. Ένα βάρος το οποίο της εκβίασε και το οποίο δε θα ξεχνούσε ποτέ. Αντί γι αυτό το κόμπο, κοίταξε όλο θαλπωρή την μικρή και της χαμογέλασε γλυκά. Έπειτα η ματιά της έπεσε στο μπογαλάκι της. Τι ωραίο χρώωωμα, σκέφτηκε.. Η Χελένα ήταν από φτωχή οικογένεια, μα η καρδιά της από τις πλουσιότερες που είχε γνωρίσει.

"Είμαι έτοιμη" είπε γυρνώντας στη Λύριεν "και συγγνώμη που άργησα" τελείωσε καθώς περνώντας δίπλα στη Χελένα της πασπάτεψε τα μαλλιά κλείνοντας της το μάτι.