Rasnarry Academy

Νιν μέλντα ολορίνυε, ναλλάμα νιν λεντεσάϊρα ενβινυατά?

Ιλίντιεν Άτρας

  • Άξεστη Πολεμιστρια
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Την τρίτη ημέρα κατά την αρχαία παράδοση της Θαλανίλ, η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα, αλλά πλανάται ακόμη κοντά σε πρόσωπα αγαπημένα. Κατά την τρίτη ημέρα του κατευόδιου, ντύνονται στα κίτρινα τα ξωτικά κι έτσι τροφοδοτούν την αποχωρούσα ψυχή με τον απαραίτητο Αιθέρα. Με αυτόν τον τρόπο υποστηρίζουν το αγαπημένο τους πρόσωπο ώστε να μην αποδυναμωθεί και προστατεύουν την ψυχή από το να παρασυρθεί σε χθόνιους κόσμους. Για αυτήν την ιδιότροπη υποφυλή των ξωτικών, ο Αιθέρας έχει χρώμα χρυσό, όπως και ο Ήλιος. Η σημασία όμως της προστασίας των αγαπημένων ακόμη και μετά τον αποχωρισμό επέτρεψε το κίτρινο χρώμα κι έτσι καμία ψυχή δε θα πλανιόταν άσκοπα.

Η αυγή συνάντησε μια κατάχρυση Ιλίντιεν, βουτηγμένη σε σιωπηλή αποδοχή. Πλάι της ο Φιν μοιράζονταν το φορτίο της. Δεν την άφησε ούτε για φαγητό. Το πολεμικό της άλογο και καλύτερος φίλος έσπρωξε ελαφρά το παγούρι που στέκονταν στα πόδια της. Νωχελικά δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από το πώμα. Το αποσφράγισαν απαλά και πότισαν το φυτεμένο σπόρο. Άλογο και αναβάτης αισθάνθηκαν για πρώτη φορά την αρχέγονη ζωή να σαλεύει στο έδαφος. Η Μητέρα άνοιγε τις Πύλες στον Αλάσσιο.

~

Εικοσιπέντε. Άλλη μια ηλικία για τους κατοίκους του Ήθεριντ. Για τα ξωτικά σήμαινε ενηλικίωση. Για την Ιλίντιεν σήμαινε ελευθερία. Από τη μέρα που ενηλικιώθηκε η Βεστέλ και μετακόμισε στη Μιταθίρ, όλο το μανίπουλο οκτώ καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Σειρά είχε η Ιλίντιεν.

Το σπίτι στολίστηκε δύο μέρες πριν, παρά την έντονη διαφωνία της μητέρας της. Η Ιλίντιεν δεν άκουγε. Η προσοχή της έφτανε μόνο για να ελέγξει τα λουλούδια, για να διαλέξει παλαιωμένο κρασί, να βάλει τις καρέκλες σε δεκατρείς διαφορετικούς σχηματισμούς που δε θα της άρεσαν και πάνω από όλα, για να επιλέξει τα κατάλληλα ρούχα. Δε θυμάται πόσα διαφορετικά χτενίσματα είχε δοκιμάσει. Τα μαλλιά της είχαν μεγαλώσει κι άλλο, πλέον της έφταναν ως τη μέση της πλάτης και είχε τη δυνατότητα να κάνει πολλά περισσότερα από πλεξούδες ή κοτσίδα. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και χαμογέλασε. Η ενηλικίωση της επεφύλασσε μια απροσδόκητη έκπληξη. Δεν πέρασαν παρά μήνες από τότε που ξεπετάχτηκαν οι πρώτες μπλε τούφες ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά της. Αν και υπαρκτό, το μπλε χρώμα ήταν εξαιρετικά σπάνιο για τα ξωτικά και η εμφάνισή του σηματοδοτούσε την ευλογία της Ωκεανίας.
«Λες να μπορώ να προβλέψω κι εγώ το μέλλον;»

Έγυρε πίσω και επέτρεψε στη σκέψη να τη συνεπάρει. Θα μπορούσε να προβλέψει τις κινήσεις των εχθρών, θα μπορούσε να διαισθανθεί τις κινήσεις των Νάνων πριν τους επιτεθούν... Τρελό! Κι έπειτα, υπήρχε η περίπτωση να μπορούσε να μεταδώσει όσα έβλεπε στη Βεστέλ για να μπορεί να βλέπει κι αυτή. Θα το έκανε. Ακόμη, ακόμη, αν είχε τέτοια δύναμη, θα προέβλεπε το μέλλον ώστε να βρει μια θεραπεία για την ασθένεια του Ντούριλ. Αυτό κι αν φάνταζε εντυπωσιακό! Και θα ήξερε μάλλον τι σκόπευε να πει ο Ίλεθ ή πότε θα εμφανιζόταν από το πουθενά, όπου πλέον δε θα ήταν από το πουθενά και δε θα την ξάφνιαζε πια. Πόσο τέλειο χρώμα το μπλε! Η Ιλίντιεν χαμογέλασε χαιρέκακα. Ο Άιραμ! Ναι, ο Άιραμ θα ήταν το πρώτο της θύμα. Θα τον έπαιρνε αγκαζέ και θα πήγαιναν τάχα βόλτα κοντά στον κήπο της Μύριελ, μόνο και μόνο για να του απαγγέλνει τις σκέψεις της ενώ εκείνη δε θα τους αντιλαμβάνονταν. Το ξανασκέφτηκε και κατέληξε ότι παραήταν βολική ικανότητα. Όχι ότι τη χαλούσε όμως. Φυσικά και θα ήθελε ο φίλος της να ξέρει αν ενδιαφέρεται για εκείνον η Μύριελ. Δεν ήταν όλοι σαν τον Έλαρκ και το Ρούεναρ, γεια σας-μου αρέσεις-ευτυχισμένοι για πάντα, υπήρχαν και ψυχές που βασανίζονταν όπως ο κολλητός... Όπως κι εκείνη! Κάλυψε το σαγόνι που έχασκε, σοκαρισμένη από τις πιθανότητες. Δουλεύει άραγε το χάρισμα από απόσταση; Και πάλι σοκαρίστηκε στη διαπίστωση. Δεν την ένοιαζε η απόσταση γιατί ο Άλαθας θα ήταν το βράδυ εκεί για την τελετή της ενηλικίωσής της, όπως της είχε ανακοινώσει ο Ίλεθ! Πού ήταν όμως ο Ίλεθ; Ένας δυνατός γδούπος τρόμαξε τις ονειροπολήσεις και η Ιλίντιεν προσγειώθηκε ανώμαλα στην πραγματικότητα. Κάποιος παραβρόντηξε την πόρτα.

Σηκώθηκε βαριεστημένη και φανερά ενοχλημένη που της χάλασαν τόσο ωραίο σχέδιο, ακόμη κι αν ήταν ανέφικτο. Κατέβηκε τις σκάλες με πόδια σερνάμενα, αλλά συγκεντρώθηκε γρήγορα. Κάτι παράξενο συνέβαινε, το διαισθάνονταν. Μήπως ήταν το χάρισμα που ξυπνούσε μέσα της; Στα αυτιά της έφτασαν πνιχτές ομιλίες από ένα κοντινό δωμάτιο χαστουκίζοντας στο πρόσωπο την πιθανότητα για το χάρισμα της πρόβλεψης. Η Ιλίντιεν κινήθηκε προς την ανάλογη κατεύθυνση και ευχόταν να είχε εκπαιδευτεί στις τεχνικές του Αλ Ρασίντ. Δε χρειάστηκε μεγάλο ταλέντο για να καταλάβει ότι στο δωμάτιο βρίσκονταν τρεις ενήλικες που λογομαχούσαν έντονα, ενώ πάσχιζαν να ψιθιρίσουν. Μπορούσε να ξεχωρίσει την πικρή φωνή της μητέρας της και την ψυχρή χροιά του πατέρα της. Η τρίτη φωνή ανήκε στον Ίλεθ! Τον μάλωναν! Οι γονείς μάλωναν το γιο! Οι γονείς τους μάλωναν για μια φορά τον Ίλεθ! Αυτό κι αν ήταν δώρο! Η Ιλίντιεν πλησίασε με ανανεωμένο ενδιαφέρον για να ευχαριστηθεί την κατσάδα που χρόνια τώρα του άξιζε, αλλά δε μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγαν. Έπιασε τη μητέρα τους να λέει κάτι όπως «...απαγορεύεται...» και «...μία και μοναδική ντροπή ήταν αρκετή, απαγορεύεται δεύτερη...»
«Ντροπή!» ο Ίλεθ τους ντρόπιασε; Τι μπορεί να είχε κάνει το τέλειο παιδί της Θαλανίλ για να ντροπιάσει άραγε τους γονείς του;
Τα επόμενα λόγια του όμως της τράβηξαν και πάλι την προσοχή.
«Επιβάλλεται να επισκεφθεί το Ναό για να πάρει χρησμό από την Ιέρεια συνοδευόμενη από τους γονείς της!»
Δεν άκουσε τι απάντησε ο πατέρας της, αλλά η γροθιά του Ίλεθ που έσπασε το ντουλάπι της έδωσε να καταλάβει ότι διαφωνούσαν.
«Θέλεις πολλά χρόνια ακόμη για να με φτάσεις μικρέ» ο πατέρας τους απάντησε ειρωνικά και η Ιλίντιεν απομακρύνθηκε πριν την καταλάβουν.
Επέστρεψε στο δωμάτιό της και περίμενε σιωπηλά να ξεσπάσει καυγάς, αλλά η ησυχία βασίλευε σαν τύρρανος στο σπίτι των Άτρας. Λίγα λεπτά αργότερα άκουσε βήματα να ανεβαίνουν τις σκάλες και ήξερε πως ο Ίλεθ πλησίαζε. Η μικρή αδερφή προσποιήθηκε ότι ασχολούνταν με κάτι.
«Πάμε στο Ναό για να πάρεις χρησμό» είπε άχρωμα μόλις άνοιξε την πόρτα.

~

Ο Ναός της Θαλανίλ, ο αρχαιότερος σωζόμενος ναός της Μητέρας στον Ήθεριντ. Όσο η Ιλίντιεν θυμόταν τον εαυτό της, οι Άτρας δεν περνούσαν ούτε απ’ έξω. Δεν ήξερε γιατί απέφευγαν το μέρος σαν να φυλούσε τέρατα, αλλά κάθε φορά που η Ιλίντιεν πλησίαζε, η μαγεία του τη διαπότιζε ως το κόκαλο. Ο ναός ήταν μέρος του τόπου και η Ιλίντιεν ένιωθε μέρος του.

Στα μαρμάρινα πλατιά σκαλιά, ο Ίλεθ σταμάτησε και την κοίταξε. Ήταν τόσο μεγαλειώδης ακόμη κι όταν δίσταζε. Έτεινε το χέρι προς την πύλη.
«Με τις ευλογίες της Μητέρας»
«Δε θα έρθεις;» ο Ίλεθ έγνεψε αρνητικά «γιατί δεν έρχεται κανείς σας;»
«Δεν είμαι ευπρόσδεκτος εδώ»
Η Ιλίντιεν τον κοίταξε με απορία και περιέργεια, καθώς χιλιάδες ερωτήσεις πάλευαν να δραπετεύσουν από το κεφάλι της, αλλά η επίμονη χειρονομία του την ώθησαν τελικά προς το ναό.

Μαγεύτηκε ήδη από το πρώτο βήμα και η πύλη μόλις είχε ανοίξει. Δεν είχε φανταστεί ποτέ της ότι ο ναός μπορούσε να είναι τόσο φωτεινός, τόσο πανέμορφος. Σειρές από περίτεχνα σκαλισμένους κίονες υψώνονταν προσευχή σε έναν ουρανό χωρίς ταβάνι. Η Μητέρα και οι απεσταλμένοι της, τα τάρι, επέβλεπαν την πρώτη φυλή από ψηλά, καθώς ο ήλιος έλουζε το χώρο με την ευλογία του.
«Αλτ!»
Η Ιλίντιεν αναπήδησε. Δέκα φρουροί την είχαν περικυκλώσει και τη σημάδευαν με το δόρια τους. Ήταν πιο εχθρικοί από όσο μπορούσε να φανταστεί. Σήκωσε τα χέρια σε ένδειξη παράδοσης και έμεινε ακίνητη να κοιτάζει ξαφνιασμένη τα φλεγόμενα μάτια των φρουρών.
«Η είσοδος επιτρέπεται», ακούστηκε γαλήνια μια γυναικεία φωνή από το βάθος. Οι φρουροί κατέβασαν τα όπλα τους και παραμέρισαν σαν άψυχες κούκλες.
«Θα σε δεχθεί η Μεγάλη Ιέρεια, Μητέρα Σεντίνιεν» ανακοίνωσε σε σταθερά εχθρικό τόνο ο φρουρός που έδωσε πριν τη διαταγή.

Η Ιλίντιεν προχώρησε διστακτικά προς το βάθος του δωματίου, εκεί που την περίμενε «Αυτή που Βλέπει», όπως σήμαινε το όνομα της Μητέρας Σεντίνιεν και το κεφάλι της ήταν σκυμμένο ευλαβικά.

«Ιλίντιεν Άτρας» την προσφώνησε η Μεγάλη Ιέρεια και η Ιλίντιεν αναρρίγησε. Ύψωσε τα μάτια με θείο σεβασμό προς τη Μητέρα Σεντίνιεν. Της κόπηκε η ανάσα. Καθιστή στον αλαβάστρινο θρόνο κάθονταν η ομορφότερη γυναίκα που είχε ποτέ αντικρίσει, περιτριγυρισμένη από τεράστια –ακόμη και για το μέγεθός τους- τάρι, που πετούσαν από και προς το μέρος της πειθήνια. Η θεία παρουσία της και μόνο σκλάβωσε τη νεαρή Πολεμίστρια. Ατένισε με άκρατο θαυμασμό τα βαθύ μπλε μαλλιά της που παρέμεναν πλούσια και στιλπνά, παρόλο που έφταναν ως το γόνατο. Πώς τόλμησε η Ιλίντιεν να σκεφτεί ποτέ ότι με ένα απλό μαύρο-μπλε θα μπορούσε να έχει θείο χάρισμα; Πώς θα μπορούσε να έχει την ήρεμη δύναμη και την αγνότητα μιας τέτοιας γυναίκας την οποία υπάκουαν τόσο εύκολα άγρια τάρι; Θα μπορούσε άραγε να αφήσει τα μαλλιά της να μακρύνουν τόσο πολύ; Θα της επέτρεπε ποτέ η Μητέρα;
Τα μάτια της καλυμμένα με χρυσό πανί, της στερούσαν την εγκώσμια όραση ως αντάλλαγμα για την πρόβλεψη και το χάρισμα της θεάς. Ήθελε τόσο πολύ να δει τα μάτια της. Δεν ήξερε γιατί, αλλά τα φαντάζονταν πανέμορφα, στοργικά, εκφραστικά. Ένιωθε το βλέμμα της θεάς πάνω της κι ας ήξερε πως δεν την κοίταζε.

«Μητέρα» ψέλισε η Ιλίντιεν σε μια βαθιά υπόκλιση, τόσο βαθιά που το μέτωπό της άγγιξε το πάτωμα. Δεν ήξερε ποια δύναμη την καθοδηγούσε, αν ήταν οι θεοί, αλλά θα υπάκουε με ευλάβια αυτήν τη γυναίκα που φαινόταν το πολύ τριάντα χρόνια μεγαλύτερη από την Ιλίντιεν.

Με την αίσθηση του βλέμματος της ιέρειας ακόμη επάνω της, η Ιλίντιεν έστρεψε τα μάτια προς την ηλιόλουστη θεά. Αυτό που αντίκρισε της ράγισε την καρδιά. Μουσκεμένο το χρυσό πανί της, η Μητέρα Σεντίνιεν δάκρυζε. Κάτι συνταράχθηκε στα έγκατα της ψυχής της Ιλίντιεν και έπεσε στα πόδια της.

«Γιατί κλαις Μητέρα; Φταίω; Μήπως σε πλήγωσα εγώ;» ψιθύρισε σχεδόν απαρηγόρητη.

Η Μητέρα Σεντίνιεν παρέμεινε ακίνητη. Ατένισε το άπειρο και δεν εμπόδισε τα δάκρυα πίσω από το χρυσό πανί της.
«Ποτέ δεν έφταιξες κόρη μου για το σφάλμα της μητέρας σου. Ανάθεμα όταν αυτοί που σου έδωσαν πνοή απαγορεύεται να σε αγκαλιάσουν»
Η Ιλίντιεν δεν κατάλαβε, δύσκολος χρησμός.
«Θα θρηνήσεις παιδί μου», η Μητέρα Σεντίνιεν συνέχισε, «θα θρηνήσεις διπλά και η μητέρα σου δε θα είναι εκεί να σε αγκαλιάσει. Θα θρηνήσεις πρώιμα για την ευτυχία που ξεγλίστρησε στα αποκαλυπτήρια και θα θρηνήσεις ξανά για τον άνδρα με τη κοντή κλωστή»
Σιγή.
«Και τώρα πήγαινε κόρη μου αφού η Μητέρα σε αντίκρισε μία και μοναδική φορά. Φύγε, δεν είσαι ευπρόσδεκτη εδώ»

Πριν ακόμη προλάβει να σηκωθεί, οι φρουροί συνόδεψαν την Ιλίντιεν κακήν κακώς μακριά από τη Μητέρα Σεντίνιεν και έξω από το ναό. Η πύλη έκλεισε με έναν υπόκωφο ήχο και τη νεαρή Πολεμίστρια να προσπαθεί να συγκρατήσει τη μορφή της Ιέρειας για μια τελευταία φορά στα μάτια της. Τελικά, εγκατέλειψε την προσπάθεια και κατέβηκε τα σκαλιά με το βλέμμα στη γη, μέχρι να πλησιάσει το σημείο που την περίμενε ο αδερφός της.

«Είχες δίκιο Ίλεθ», είπε ηττημένη, «για κάποιο λόγο δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι εδώ»
Η απάντηση δεν ήρθε ποτέ.
«Ίλεθ;»
Ο Ίλεθ ήταν άφαντος.

~

Η γιορτή της πρώτης ενηλικίωσης βρήκε την Ιλίντιεν μπερδεμένη και πικραμένη. Κατέβηκε μονάχα να χαιρετήσει τους καλεσμένους και αποτραβήχτηκε σε ένα μπαλκόνι, όπου παρέμεινε εκεί, με την ελπίδα ότι ο αδερφός της, που για άλλη μια φορά την εγκατέλειψε, θα εμφανίζονταν κάποια στιγμή.

Το μανίπουλο κατεύθασε σύσσωμο, με αρχηγό το Δάσκαλό τους, Ντούριλ Νολάριον και την κατασυμπαθέστατη σύζυγό του. Τα αστεία και οι ευχές των φίλων της απομάκρυναν την πικρία σε μεγάλο βαθμό και η διάθεσή της έφτιαξε σημαντικά, αν και απείχε πολύ από το αναμενόμενο. Η Ιλίντιεν χαμογελούσε και πάλι. Κι όμως, υπήρχε κάτι ή μάλλον, κάποιος που θα μπορούσε να την κάνει να χαμογελάσει ακόμη περισσότερο, έτσι, στήλωσε τα μάτια στην πόρτα.

«Θα κοιτάξεις και λίγο από εδώ; Και κόκκινα μαλλιά έχουμε και ήρθαμε», την πείραξε ο Άιραμ και απέφυγε τη μπουνιά με δεξιοτεχνία.

Ένας αγγελιαφόρος προσπάθησε να ανοίξει δρόμο μέσα από τους καλεσμένους και το σούσουρο. Προφανώς ήξερε σε ποιον έπρεπε να παραδώσει το φάκελο πριν ευχηθεί και αποχωρήσει. Στο βουλοκέρι απεικονίζονταν ένα μισοφέγγαρο και τρία άστρα. Ο Ντούριλ και η γυναίκα του απέφυγαν να την κοιτάξουν στα μάτια και η Ιλίντιεν άνοιξε το φάκελο βιαστικά.

«Αξιότιμη Άριστη,
Συγχώρεσε αυτόν τον ταξιδιώτη που το καθήκον κράτησε μακριά από αυτήν την τόσο σημαντική στιγμή της ζωής σου. Σου στέλνω τις ευχές μου και ανανεώνω τη συνάντησή μας σε λίγους μήνες, στη δεύτερη ενηλικίωση του αδερφού σου.

Με εκτίμηση,
Άλλαθας Φίνλουεν»


~

Οι τελευταίοι καλεσμένοι έφυγαν περασμένα μεσάνυχτα. Η Ιλίντιεν δεν κατέβηκε να χαιρετήσει, στέκονταν με το πρόσωπο χωμένο στα χέρια, κάπου, σε ένα μπαλκόνι.

«Αξιότιμη Άριστη!» είπε στον εαυτό της και ξεφύσηξε. Ήταν κατάλληλη ώρα για να αυτοσαρκαστεί, όμως το χέρι του Άιραμ προσγειώθηκε απαλά στο κεφάλι της και τη σταμάτησε όπως της χάιδεψε τα μαλλιά.

«Κατάλαβες τώρα από τι προσπαθούσα να σε προστατέψω;», η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά.

«Νομίζεις ότι δεν πονάω όταν βλέπω την αδερφή μου δυστυχισμένη; Ακόμη κι όταν είναι τόσο χαζή όσο εσύ;»  Οι δυο φίλοι και συμπολεμιστές γέλασαν.

Πού είχε εξαφανιστεί ο Ίλεθ;

Την ησυχία της νύχτας διέκοψε η Ντίλιθιλ Άτρας, η μητέρα του Ίλεθ και της Ιλίντιεν. Στάθηκε στο περβάζι και της ζήτησε να την ακολουθήσει. Μια απογοητευμένη Ιλίντιεν περπάτησε πίσω από την πλάτη της, σέρνοντας και πάλι τα πόδια. Την πήγαινε στο στάβλο. Είχαν πάει όλα τόσο χάλια εκείνη τη μέρα που δεν την ένοιαζε να την έβαζε να καθαρίσει το στάβλο. Η Ντίλιθιλ άνοιξε την πόρτα και της ζήτησε άγαρμπα να μπει. Δεν της αρνήθηκε, πόσο χειρότερο μπορούσε να γίνει;

«Αυτό είναι το δώρο του αδερφού σου» της είπε ξερά και αποχώρησε.
«Πώς;» η Ιλίντιεν νόμιζε πως παράκουσε. Κοίταξε γύρω της στιγμιαία για να βεβαιωθεί πως άκουγε καλά. Η μητέρα της είχε φύγει, αλλά αυτό μόνο καλό ήταν, γιατί μέσα στη νύχτανα, το σκοτάδι και η λύπη εξοστρακίστηκαν για πάντα από την καρδιά της και το φως ήρθε να εγκατασταθεί.  Στην άλλη άκρη του ξύλινου θαλάμου, δυο κατάπληκτα, αθώα και ταυτόχρονα πανέμορφα μάτια την κοίταζαν. Η Ιλίντιεν ανταπέδωσε το βλέμμα εξίσου έκπληκτη και χαρούμενη μαζί. Πέταξε από πάνω της τη θλίψη μόλις κάθισε στα γόνατα και άπλωσε το χέρι. Στην παλάμη της πρόβαλε ένα μήλο. Το κανελί πουλαράκι, από τη ράτσα των πολεμικών αλόγων της Βορέλ, πλησίασε διστακτικά.
«Μηλαράκι;» η Ιλίντιεν έγινε ξαφνικά όσο γλυκιά δεν είχε γίνει τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια.
Το πουλαράκι ξεθάρεψε στο άκουσμα της φωνής της και κατέβασε το μήλο με όρεξη. Η Ιλίντιεν του χαμογέλασε και τον τάισε ξανά. Αυτή τη φορά, το πουλάρι της επέτρεψε να το χαϊδέψει.
«Πόσο απαλό», μονολόγησε αγγίζοντας τρυφερά το τρίχωμά του. Πέρασαν αρκετές, πολύτιμες στιγμές έτσι, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Τελικά, το πουλάρι διαισθάνθηκε το καλό μέσα της και έριξε τις άμυνές του. Έβαλε τη μουσούδα του στο χέρι της Ιλίντιεν και της το έφερε στο κεφάλι του, ζητώντας περισσότερα χάδια.
«Δεν πρέπει να σε ονομάσουμε;» τον ρώτησε φανερά ενθουσιασμένη και το πουλάρι αποκρίθηκε.
Η Ιλίντιεν πρόσεξε το λευκό του σημάδι στο μέτωπο που έμοιαζε με αστέρι και η ιδέα της ήρθε αυτόματα.
«Νομίζω είναι απλό και σε χαρακτηρίζει» του είπε, «Αλλά θέλω να ξέρω ότι συμφωνείς. Ξέρεις, το χρώμα σου ουσιαστικά είναι χάλκινο. Δεν ξέρω πώς το λέτε στη Βορέλ, αλλά εδώ λέγεται Urus και μετά, έχεις αυτό το αστέρι, εμείς το λέμε Finwe. Ουρουστίνγουε νομίζω ακούγεται κάπως χαζό»
Το πουλάρι ξεφύσηξε υποτιμητικά.
«Το φαντάστηκα. Είναι το ίδιο με άλλη ακουστική, αλλά τι θα έλεγες για το Ουρουφίνουε;»
Το πουλάρι την πλησιάσε και ξεφύσηξε στο λαιμό της ενθουσιασμένο και η Ιλίντιεν γέλασε με την ψυχή της από το γαργάλημα.
«Έγινε λοιπόν!» συμφώνησαν και τύλιξε τα χέρια της στοργικά γύρω από το λαιμό του.
«Τι λες; Πάμε για ύπνο; Η μέρα ήταν χάλια μέχρι πριν λίγο»
Άλογο και Πολεμίστρια κοιμήθηκαν αγκαλιά πάνω στο σανό.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Μοιχαλίδα
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Έπεσε με την πλάτη της πίσω στην καρέκλα. Άφησε τα χέρια της να πέσουν πίσω και γέρνοντας το κεφάλι της προς τα πίσω, χάθηκε στο σκοταδι της οροφής.
Ακόμα μια φορά σε αδιέξοδο. Έπρεπε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και να αρχίζει να ξεμπερδεύει το νήμα. Μα αν το νήμα ήταν τόσο μπερδεμένο, μπορούσε να ακολουθήσει άλλη στρατηγική. Να μην εξετάσει το βέλος, αλλά να δει την κατεύθυνση του φτερού.

Νόμοι αλχημείας του χαους
Ελραμίν


Μήπως και.... Σκέφτηκε

Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να κόβει γύρες το γραφείο της στο πιο απομονωμενο σημείο της βιβλιοθήκης.

Μπορεί η Ακαδημία Ράζναρι να είναι ανεξαρτητη της Ακαδημιας της Ελραμίν, αλλά σίγουρα θα υπάρχουν έγγραφα κοινά, ιδίως στα πρωτα χρόνια ίδρυσης της μέχρι να αρχίσει να στέκεται στα πόδια της. Ιδίως οταν οι Ακαδημίες ανεξάρτητες απο την πολιτική, έχουν πρώτο στόχο την γνώση.

Μ αυτό στο μυαλό της, βρήκε τα ράφια με τα βιβλία αντιγραφές απο τη Βιβλιοθήκη της Ελραμιν και συνέχισε να ψάχνει.

Πρώτο στοιχείο: αλχημεία τους χάους.
Κι όμως... Μα τους Θεούς.

Αλχημεία τους Χάους.
Απαγορευμένη μέθοδος προσέγγισης της Αλχημείας. Πρωτοστάτης: Αρχιμάγιστρος Ε. Μ. Α (λήμμα βιογραφικού, τόμος Β', σελίδα 1797, Αρχιμάγιστροι της Ελραμίν)


Η Σαγιάνε έμεινε να κοιτά αποσβολωμένη. Ένα στοιχείο. Παράτησε ανοιχτό το βιβλίο και έτρεξε πίσω στον διάδρομο. Εψαχνε το Α...
Σε λίγο το δερματοδετο τεράστιο βιβλίο βρισκόταν στην αγκαλιά της. Μέσα στις σκόνες και τα χώματα πια απο την αχρησία η Σαγιάνε βάλθηκε να φτερνίζεται. Ο ογκόλιθος για βιβλίο πιο βρώμικος και απο τα παρατημένα βιβλία του υπογείου του σπιτιού της έφτασε μ εναν γδούπο στο τραπέζι της.

Σελιδα 1797... Μια προσωποζωγραφιά. Ένα όνομα. Και το στομάχι της ανέβηκε στο λαιμό της.

Έλντιν Μ. Α, Αρχιμάγιστρος

Η Σαγιάνε κόλλησε στην προσωποζωγραφιά. Ναι, του έμοιαζε. Λιγο μεγαλυτερος σε ηλικία, μακριά μαλλιά. Αλλά το πρόσωπο ήταν ίδιο. Και τότε θυμήθηκε, από το όραμα στο γραφείο του Ελντίν. Ο άντρας ο οποίος ήταν δεμένος με αλυσίδες στον τοίχο...τα μακριά του στο χρώμα του σταχιου μαλλιά... Ήταν ο Ελντιν. Το Α. ήταν για το Άρκαιν.

Τα μάτια της πετάχτηκαν και ξεκίνησε να διαβάζει μανιασμένη για απαντήσεις.

Ο Ε. Μ. Α Αρχιμάγιστρος στην Ελραμίν κατά τα έτη 980 εως 1000. Γεννηθείς το 948 στην Ισαχάρ, από παλιά οικογένεια αλχημιστών, έγινε Αρχιμάγιστρος το 980 ειδικευμενος στην Αλχημεία της φωτιάς.

Στην κρίση του 1000, η σφαγή στην Ελραμίν έφερε στο προσκήνιο την ύπαρξη της αιρετικής ομάδας του, τους Αλχημιστές του Χάους. Συνδέθηκε με τη σφαγή της Ακαδημίας, μέσω αλχημείας του αίματος, σχέδιο του για την επιτευξη αφύσικης δύναμης. Καταδικάστηκε από τα Ξωτικά και τους Ανθρώπους και η ύπαρξη του πέρασε στη λήθη, παρά το ισχυρό του ονόματος του.


Οι πληροφορίες συνέχιζαν, μα η Σαγιάνε ήδη ήξερε. Ή έτσι πίστευε... 948
Το μυαλό της αδυνατούσε να το επεξεργαστεί. Αυτό σήμαινε πως ο Ελντίν ήταν 357 ετών. Μα ο Ελντίν ήταν 32! Κι όμως... Όσο περισσότερο το σκεφτόταν. Αυτή την σφαγή της είχε περιγράψει. Και τα σημάδια... Κρατούσαν κάτι μέσα του... Και τα σημάδια εξαφανίστηκαν... Κ το αίμα... Το αίμα της... Τι είχε ελευθερωθεί;

Εάν έπρεπε να ανησυχούν μία φορά για την πολιτική μεταξύ των φυλών, τον Ίλεθ, τη Μορίνα... Αυτό... Αυτό ξεπερνούσε κάθε φυλή. Ο Ελντίν είχε διαπράξει τη σφαγή στην Ακαδημία της Ελραμίν. Ο Ελντίν είχε δολοφονήσει όλη την Ακαδημία. Το 1000!!!

Ίλιγγος... Όλα γύριζαν τόσο έντονα, η ταχυπαλμία, της ανέβαζε το στομαχι... Της κόπηκαν τα πόδια, γύρισε απότομα προς τα πλάγια και έβγαλε όλη της τη χολή. Μακριά από την αληθειά, μα πως μπορούσε να είναι η αλήθεια... ;

Κι όμως, ήταν
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Χελένα Μεκάμι

Επαναφορά της Καθηγήτριας Ασαχι. Ναι, ήταν σίγουρα το κάτι άλλο να παρατηρείς και να αναμένεις την Καθηγήτρια σου να σου μείνει στα χέρια...  με διαταγή της! Έκανε μια προσπάθεια να επεξεργαστεί τα λίγα, αλλά αρκετά τρελά πράγματα που βίωσε εκείνο το απόγευμα. Ο ρουνος στην πόρτα του Ελντίν... Ο καλός της κύριος Ελντίν με τη συνεσταλμένη φωνή και τις ιστορίες για τους μύθους των αστερισμών, ο ευγενικός αυτός Άνθρωπος που δε χόρταινε να ακούει, ο γλυκούλης κύριος Ελντίν είχε ένα ρουνο από αίμα κρυμμένο στην εξώπορτα. Ότι πρόκειται για αλλόκοτη μαγεία το ήξερε, αλλά μαύρη μαγεία; ο Ελντίν;ο κύριος Ελντίν;ο αγαπημένος κύριος Ελντίν;;;;;;; Όχι! Όχι επιτακτικό! Η Χελενα αρνούνταν!

Από την άλλη, γιατί την παραξένευε; Η Χελενα ήταν αυτή που καβάλησε το κύμα και ξεβράστηκε ασφαλής από ένα τσουνάμι που διαφορετικά θα της έσπαζε τα κόκκαλα στη Μεβαίρ. Στην Ουρίβ επανέφερε ένα θαυματουργό παιδί από τους νεκρούς, έκλεψε λίγο Αιθέρα από ένα τέρας και είδε το παιδί να γίνεται σκιά. Ας μη σκεφτεί και το Γκραχλ... Τι από όσα ζούσε ήταν φυσιολογικό για ένα μαθητή και γιατί παραξενεύονταν με την αλλόκοτη μαγεία του αγαπημένου της Καθηγητή; Πίσω στο δωμάτιο κρύφτηκε κάτω από τα σκεπάσματα και κοιμήθηκε επιτέλους.

Το πρωινό τη βρήκε φρέσκια και ξεκούραστη. Γλυκιά ησυχία. Ύποπτο... Η Χελενα πήρε το καλάθι της και αποφάσισε πως θα επισκέπτονταν το δάσος με σκοπό να ανανεώσει το απόθεμα των βοτάνων στο Θεραπευτηριο. Ο Καθηγητής Φιλντόιν άφαντος μέχρι στιγμής, αλλά ποτέ δεν ήξερες πότε θα ακουστεί ένα αγέρωχο χτύπημα βεντάλιας ή πότε θα ξεπροβάλλει από το πουθενά με το τσαγάκι στο χέρι και την κοφτερή νουθεσία στη γλώσσα. Κατέβηκε γρήγορα στο προαύλιο. Κοντά στους στάβλους, ένα τεράστιο, κανελί πολεμικό άλογο περιφέρονταν ελεύθερο. Πλησίασε κάπως, αλλά φρόντισε να κρατήσει ασφαλή απόσταση.

"Ουρ... Ουρου... Φίνουε;" Κάλεσε διστακτικά το όνομά του. Το άλογο της ξεφύσηξε προσβεβλημένο που τόλμησε να το αποκαλέσει με ολόκληρο το όνομα.

"Είσαι όντως εσύ" Είπε ανακουφισμένη. Σαφώς και δεν πλησίασε το τέρας της Ιλίντιεν Άτρας, αλλά γνώριζε ότι ο Φιν τα πήγαινε καλά με τους μαθητές, αν και συχνά για λόγους συμφέροντος.

"Γιατί δεν είσαι με την ιδιοκτήτρια σου;"
Ο Φιν ρουθούνισε απειλητικά
"... Αφεντικό σου;"
Τίναξε αγέρωχα το κεφάλι στον αέρα και χλιμίντρισε.
"... Α.. γαπη... σου;"
Η δεξιά οπλή έσκαβε το έδαφος για φόρα.
"Συμπολεμιστρια; ναι! Συμπολεμιστρια" Επανέλαβε μόλις σταμάτησε το επιθετικό σκάψιμο.
"Πού είναι η Ιλίντιεν Άτρας;"
Το χάλκινο αστέρι της Πολεμιστριας σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και χλιμίντρισε με τρόπο που θύμιζε πένθος. Μαστίγωσε τον αέρα με την πλούσια ουρά του και κίνησε προς το δάσος.

Η Χελενα τον ακολούθησε. Παράλληλα μάζευε βότανα και το πολεμικό άλογο, αγνό στην καρδιά, περίμενε πάντα τη μικρή Βαλησινη πριν προχωρήσουν. Κάποια στιγμή έφτασαν στην άλλη άκρη της λίμνης. Εκεί, μπροστά στην όχθη της, η Χελενα είδε την Ιλίντιεν μαρμαρωμένη στα σκουροπρασινα. "Γιατί έτσι;" Σκέφτηκε και έκανε να περπατήσει προς το μέρος της, αλλά ο Φιν της μπλόκαρε το δρόμο για να μην πλησιάσει. Παρατήρησε όμως πως δεν υπήρχε πουθενά φαγητό.

"Θα επιστρέψω", είπε στον επιβήτορα και έφυγε τρέχοντας για την Ακαδημία.

Μία φρατζόλα ψωμί, μισό κεφάλι τυρί, τα τύλιξε γρήγορα, τα παράχωσε στο ταγάρι της και έφυγε για τη λίμνη σαν το βέλος. Αυτή τη φορά, ο Φιν που επόπτευε, την άφησε να πλησιάσει. Η Χελενα δεν άγγιξε την Ιλίντιεν, ούτε της μίλησε. Η Ιλίντιεν δε φαινόταν καν να έχει επαφή με το περιβάλλον. Κάθονταν εκεί, ένα με την όχθη, σχεδόν δεν ανέπνεε. Ήταν πλέον απόγευμα. Η μουσούδα του Φιν στην πλάτη της την έσπρωχνε πίσω, προς την Ακαδημία. Η Χελενα υπάκουσε και προς μεγάλη της έκπληξη, το άλογο την ακολουθούσε στο γυρισμό. Όταν έφτασαν και πάλι κοντά στα κτίρια, ο Φιν στράφηκε ξανά προς την κατεύθυνση που είχαν έρθει.

"Πού πας; Είναι ήδη σούρουπο", προσπάθησε να το σταματήσει αλλά ο Φιν τίναξε τη χαίτη στον αέρα άφοβος και εξαφανίστηκε.

Νωρίς το πρωί, η Χελενα βρίσκονταν και πάλι στην άλλη όχθη και στο δρόμο σκέφτονταν πως ευτυχώς δεν την είχε αναζητήσει ο Καθηγητής Φιλντόιν. Η Ιλίντιεν στα χρυσά. Ω Ωκεανία, ακόμη και πετρωμένη μπορούσε να αφοπλίσει τους εχθρούς με την ομορφιά της. Σωμένα κεριά γύρω της, το μπογαλάκι άθικτο. Γιατί δεν έτρωγε; Η Χελενα το πήρε χωρίς να κάνει θόρυβο και επέστρεψε στην Ακαδημία. Αναζήτησε το μόνο άτοο που πίστευε πως ήξερε.

"Θρηνεί", της είπε η Άρντα και επέστρεψε στο βιβλίο της.
"Ποιον θρηνεί;"
"Πού να ξέρω;"
Στην πλάτη της Άρντα πλησίαζαν γρανάζια. Η Γκριλμγκρέλντα Γκροντ, μακρινή της θεία και Αρχι-Εφευρέτρια με το τεχνητό χέρι εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός. Γαλάζια μάτια επικεντρώθηκαν στη Χελένα και όχι στο αίμα της. Ένα μηχανικό χέρι της χτύπησε παρηγορητικά την πλάτη.
" Τι χρώμα ρούχα φοράει;"
"Χρυσά"
Μια μεταλλική στήλη ξεπετάχτηκε από το τεχνητό της χέρι με ένα κλακ, ξεπετάχτηκε φωτίτσα. Η Γκρέλντα έβγαλε το τσιγάρο που φυλούσε πίσω απ' το αυτί με το άλλο χέρι και το άναψε. Ξαναμίλησε μετά από πολλές τζούρες.
"Τα ξωτικά της Θαλανίλ τρώνε μόνο σπόρους Βέννα στους αποχαιρετισμούς. Τρέξε στην κουζίνα και πες το μάγειρα, είπε η θεία Γκρελντα να μου δώσεις ένα πιάτο βραστούς σπόρους και ένα άβραστους. Αν σου αρνηθεί, φώναξέ με." Ξεφύσηξε με ένα ήχο μακρόσυρτο.
"Και ψαράκι" τη σταμάτησε, "πριν φύγεις, πες και τη φίλη σου την Άρυα, σίγουρα θα θέλει να έρθει."
Η Χελένα την κοίταξε παραξενεμένη, καθώς δε μπορούσε να φανταστεί γιατί θα ήθελε και η Άρυα να έρθει. Κλικ, ένα σφυράκι στερεωμένο σε πτυσσόμενη ράβδο επιμηκύνθηκε μέχρι το πρόσωπο της Χελένα. Η Γκρέλντα σήκωσε λίγο το τεχνητό της χέρι. Γκντουπ! Το σφυράκι προσγειώθηκε μαλακά στο κεφάλι της Χελένα για να τη συγκεντρώσει.
"Είσαι τόσο αθώα που με εκνευρίζεις" η Γκρέλντα ρούφηξε δυνατά το τσιγάρο της πριν μιλήσει πίσω από το πυκνό σύννεφο καπνού που άφησε στο δωμάτιο. "Η πριγκήπισσα αποχαιρετά το δάσκαλό σας."


Ιλίντιεν Άτρας

  • Άξεστη Πολεμιστρια
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Ηλιαχτίδες από τοπάζι χάιδεψαν απαλά τα βλέφαρά της, την κάλεσαν να ξυπνήσει, να εκπληρώσει το καθήκον της, όπως αρμόζει σε έναν Λαζτάνα. Η Ιλίντιεν αποκρίθηκε στο κάλεσμα του ήλιου. Αυτός έδινε ζωή, γίνονταν μάρτυρας της πορείας όλων των θνητών. Κάτω από το φως του ξεκινούσαν και έκλειναν τους κύκλους της ζωής τους. Ανασηκώθηκε με προσοχή. Πάνω από τρεις ημέρες πέρασαν από την τελευταία φορά που έφαγε. Είχε δει φυσικά τα φαγητά που της έφερε η μικρή Χελένα. Καλό κορίτσι, ευγενική ψυχή. Δεν άρμοζε όμως στα έθιμά της και δεν ταίριαζε σε αυτόν τον αποχωρισμό να διακόψει τη σιωπή της για να εξηγήσει ότι το έθιμο ορίζει να φάνε σπόρους Βέννα ή πώς βράζονται. Έτσι, έμεινε στη θέση της ακλόνητη, πιστή στην τελετουργία. Εξαγνισμός. Ο Φιν και η Ιλίντιεν μπήκαν και πάλι παρέα στη λίμνη. Στέγνωσε το κορμί της στον ήλιο και ντύθηκε στα μωβ. Αυτό ήταν το χρώμα του φορέματος. Την τέταρτη και την πέμπτη μέρα τα ξωτικά δε φορούσαν πέπλο. Αντίθετα, η Ιλίντιεν ζωγράφισε στο κέντρο του μετώπου της ένα μωβ κύκλο από φυτική μπογιά που είχε μαζί της. Ζωγράφισε και το Φιν, που το θεωρούσε πτυχή του εαυτού της και αναπόσπαστο κομμάτι της. τον συμπεριλάμβανε σε ότι κι αν έκανε. Κάθισαν και πάλι μαζί στη σιωπή. Φαντάζονταν πως τα νέα θα είχαν φτάσει στην Ακαδημία μέχρι τώρα. Βυθίστηκε.

~

Δεύτερες ενηλικιώσεις, γιορτές που προκαλούσαν ναυτία στην Ιλίντιεν και δεν υπήρχε φίλτρο για να καταπραΰνει τη δυσφορία της για τη δεύτερη ενηλικίωση του Ίλεθ. Αισίως είχε φτάσει τα πενήντα και θα ήταν πλάι της να της κάνει τη ζωή δύσκολη για πολλά ακόμη χρόνια. Αϊκάλλε η εναλλακτική της ονομασία, συμβολική. Στη γιορτή της δεύτερης ενηλικίωσης, το ξωτικό θεωρούνταν πλέον ώριμο για να ξεκινήσει οικογένεια και η περίσταση γιορτάζονταν με «σιχαμερή υποκρισία», όπως ονόμαζε η Ιλίντιεν τα καταπράσινα φορέματα των γυναικών που δήλωναν ότι ήταν διαθέσιμες και τους γλυπτούς κρυστάλλους που πρόσφεραν για να δείξουν το ενδιαφέρον τους προς τον εορταζόμενο. Στην Αϊκάλλε του Άλαθας είχε μετρήσει πάνω από πενήντα πράσινα κι αυτό στη διάρκεια ελάχιστων λεπτών που πέρασε μέχρι τη σωτήρια απόδραση με τον Άιραμ. Δε θυμόταν πόσους κρυστάλλους.

Μούγκρισε ενοχλημένη και άλλαξε στάση στην καρέκλα. Θα έπρεπε να ξαναζήσει αυτή τη φάρσα και αυτή τη φορά θα έπρεπε να τη ζήσει από την αρχή μέχρι το τέλος. «Για τον Άρθερ». Φαντάστηκε ότι θα στέκονταν σε μία μεριά αποδοκιμάζοντας την αυτάρεσκη και υπεροπτική μούρη του Ίλεθ καθώς θα δέχονταν ένα κάρο κρυστάλλους που εν τέλει, θα πετούσαν. Η Ιλίντιεν αναγούλιασε και μόνο στη σκέψη. «Μα τον Άρθερ. Τι του βρίσκουν όλες αυτές οι αδύναμες;» Της ήταν δύσκολο να φανταστεί τον αδερφό της με κάποια γυναίκα δίπλα του, κάποια ισάξια τέλος πάντων από τις υπερβολικά ελάχιστες που υπήρχαν. Η οπτασία της Ιέρειας με τα πλούσια μπλε μαλλιά ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια της. Από τη μοναδική της επίσκεψη στο Ναό και έπειτα, η Μητέρα Σεντίνιεν είχε γίνει πρότυπο ομορφιάς για την Ιλίντιεν, το κρυφό της είδωλο. «Να μια δυνατή γυναίκα» σκέφτηκε, αλλά η σκέψη έφυγε γρηγορότερα από ότι ήρθε, διότι οι Ιέρειες της Μητέρας έπαιρναν απαράβατο όρκο αγαμίας.

Έπαψε να σκέφτεται. Οι συλλογισμοί της παράγονταν μόνο για συντροφιά. Ο Ίλεθ, ο συμφεροντολόγος Ίλεθ και η πανούργα μητέρα τους είχαν σχέδιο. Φυσικά και δεν είχαν μιλήσει στη μικρή κόρη για το σχέδιό τους, αλλά η Ιλίντιεν στοιχημάτιζε τη ζωή της ότι είχαν καταστρώσει κάποιο σχέδιο για να ανελιχθεί κι άλλο ο αγαπημένος της γιος. «Ε και;» μονολόγησε. Δεν την εξέπλητε η πιθανή πορεία της γιορτής, βαρετή, βαρετή και βαρετή. Πίσω από όλη την προθυμία να βοηθήσει στο στήσιμο και την προετοιμασία στην οποία «στάθηκε» στο πλευρό του αδερφού της βρίσκονταν ένας και μόνο λόγος.

Άλαθας Φίνλουεν.

Το γράμμα έλεγε ότι θα συναντιόταν στη γιορτή του Ίλεθ και θα επανόρθωνε. Ενδόμυχα του κρατούσε λίγη κακία που δεν παρευρέθηκε στη δική της, αλλά καταλάβαινε πόσο βαρύ μπορούσε να είναι το καθήκον του Θεραπευτή. Άλλαξε πάλι θέση. Δεν είναι ότι είχε καθίσει κι εκείνη με τα χέρια σταυρωμένα. Μπορεί ο Άλαθας να ήταν το υπέρτατο όνειρο, αλλά δεν επισκίαζε πλέον τα υπόλοιπα αρσενικά της φυλής τους και η Μίταθιρ είχε πολλά.

Με ένα γδούπο άνοιξε η πόρτα του κοιτώνα τους και ο Ντούριλ μπήκε μέσα γρήγορα με το φύλλο περιπολίας για το βράδυ και την επόμενη ημέρα. Το μανίπουλο αναπήδησε στα πόδια τους και χαιρέτησαν στρατιωτικά, «Χαίρε Άρθερ».
«Καλά, καλά, μόνοι μας είμαστε» τους έκανε νόημα για ανάπαυση με το χέρι και με το άλλο έφτιαξε τα γυαλιά του.  «Λοιπόν», ξεκίνησε και άνοιξε το φάκελο, «απογευματινή περίπολος οι Κουίλε και Βανάλα από το σώμα της Βεστέλ, το πρωί πηγαίνουν οι Ιλιμάρις και Σάλιεθ και πάλι της Βεστέλ. Βράδυ, Ρούεναρ και Ιλίντιεν» πήρε τα μάτια από το χαρτί και τους χαμογέλασε.
«Τι;!» ήρθε η διαμαρτυρία από τη μεριά της Πολεμίστριας, «Δάσκαλε, είναι η γιορτή του Ίλεθ»
«Στην οποία -θυμάμαι- ανυπομονούσες να παρεβρεθείς»
«Δεν έχει σημασία Δάσκαλε» παραπονέθηκε η Ιλίντιεν
Ο Ντούριλ Νολάριον πέρασε τα δάχτυλα από τα κοντά, αλλά υγιή καστανά μαλλιά του και ξεφύσηξε πριν απαντήσει.
«Ξέρεις τι λέμε στη Θαλανίλ, ποιος καλύτερος να προστατέψει τον αδερφό σου από έναν Λαζτάνα; Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αδερφή του»
«Αυτός το σχεδίασε;»
«Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς»
Η Ιλίντιεν δυσανασχέτησε πιο έντονα.
«Δάσκαλε. Ηγείσαι για το κοφτερό μυαλό σου υποτίθεται...»
Η παλάμη του Δασκάλου χτύπησε καθυσηχαστικά τον ώμο της.
«Έχε πίστη στη Μητέρα και κάνε το καθήκον σου, θα ανταμειφθείς.»

~

Όλη η Μιταθίρ βρίσκονταν σε κατάσταση πανηγυρισμού, όλοι συνέρρεαν στο σπίτι του Ίλεθ Άτρας, μέλος της προσωπικής φρουράς και έμπιστου του Βασιλιά. Η Ιλίντιεν και ο Ρούεναρ Σμάλντυ με τις ολόμαυρες, στιλπνές πανοπλίες που έφεραν τη λίθο του Άρθερ στο στήθος, επέβλεπαν την πύλη της πόλης, νυσταγμένοι από την ανία. Πίσω τους οι απόηχοι της γιορτής έρρεαν μέχρι την αρχή της πόλης σαν μεθυστικό ρυάκι. Το κράνος της Ιλίντιεν φαίνονταν να τη στενεύει περισσότερο από ότι συνήθως. Έδινε εσωτερική μάχη για να μην κλωτσήσει οποιαδήποτε από τις ξωτικιές που ανηφόριζαν με τα καταπράσινα φορέματά τους. Ο Ρούεναρ γέλασε.
«Μπορώ να νιώσω την οργή σου χωρίς να βλέπω τα μάτια σου.»
«Παρασιτικές!» ψιθύρισε απότομα η Ιλίντιεν και οι δυο τους γέλασαν αθόρυβα μέσα από τα κράνη τους.
«Τελικά ήθελες να πας;»
«Δεν έχει σημασία αν ήθελα ή όχι, έχει σημασία τι κανόνισε για να μην είμαι εκεί.» η  Ιλίντιεν ρουθούνισε νευριασμένη.
Ο Ρούεναρ έγνεψε καταφατικά.
«Για τον Άλαθας;»
«Όχι βέβαια! Δεν ήρθε ούτε στα γενέθλιά μου!»
Ακολούθησε αβέβαιη σιωπή.
«Ρούεναρ... Πώς είναι...;»
«Τι πράγμα;»
«Χμμμ... πώς είστε με τον Έλαρκ;»
Ο Ρούεναρ χαμογέλασε. «Υπέροχα. Ήρεμα. Ειρηνικά. Τα καλύτερα έξι χρόνια της ζωής μου. Προσπάθησέ το κι εσύ, δε θα χάσεις»
Η Ιλίντιεν ξεφύσηξε αποδοκιμαστικά και μόρφασε. «Ποτέ!»
«Μα γιατί;» τη ρώτησε ευγενικά, «είσαι τόσο όμορφη και γύρω σου υπάρχουν τόσοι καλοί άνδρες. Να, πριν δυο μήνες, με εκείνον τον Φάλαελ;»
«Όχι!»
«Το Μπέλανορ από το μανίπουλο 3;»
«Αυτός ήταν πριν τρεις μήνες»
«Εντάξει, το Λάεροθ;»
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ιλίντιεν! Αυτός στην ταβέρνα;»
Η Ιλίντιεν κούνησε το κεφάλι αρνητικά
«Λάεροθ Λεόξιντοθ; Μαζί φύγατε! Για τον Άρθερ!»
«Συγγνώμη, δε θυμάμαι.»
Ο Ρούεναρ ξεφήσυξε ηττημένος.
«Χμμμ» προσπάθησε κάπως διστακτικά ο Ρούεναρ, «Κοίτα... Μας είπε ο Ντούριλ ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αλλά εγώ ήθελα να σε ρωτήσω...»
«Κουτσομπόλη!»
«Ισχύει;»
«Όσο ισχύει ότι ο παππούς σας είναι Άνθρωπος»
«Μα ο παππούς μου ήταν Άνθρωπος!»
Το στραβό της χαμόγελο του έδωσε την απάντηση που έψαχνε.
«Δεν το πιστεύω!» προσπάθησε να μην ακουστεί και οι δυο τους γέλασαν, με την πλάτη στην πόρτα. «Είσαι τρελή; Πώς ήταν;»
Η Ιλίντιεν σήκωσε τους ώμους αδιάφορη. «Όχι και τόσο Απαστράπτων όταν του αφαιρέσεις την πανοπλία»
«Σσσσσσςςςς!» έκανε ο Ρούεναρ και ξαναγέλασαν ένοχα, «πριν ή μετά τη μονομαχία;»
«Μετά τη μονομαχία φυσικά!» απάντησε η Ιλίντιεν κάπως υπεροπτικά, αλλά του χαμογέλασε μέσα από το κράνος.
«Με πόσους τρόπους θα τον νικήσεις δηλαδή;»
«Με κάθε τρόπο διαθέσιμο!»
Δύο ευγενείς πέρασαν από τις πύλες και οι Πολεμιστές στάθηκαν προσοχή για μία στιγμή. Ο Ρουεναρ επανήλθε στην περιέργειά του.
«Και η Βασίλισσα;»
«Ποια Βασίλισσα;»
«Ιλίντιεν!»
«Ρούεναρ! Ούτε πήγα να φορέσω πράσινα φορεματάκια, ούτε ζήτησα να μου αναγνωρίσουν κανένα διάδοχο, ούτε σκοπεύω να εμφανίσω κανένα διάδοχο. Είναι απλό. Είδα πρόκληση. Επικεντρώθηκα. Τα κατάφερα. Επόμενος στόχος.»
Ο Ρούεναρ δαγκώθηκε. Από όλα τα σχόλια που είχε να κάνει, απέφευγε διακαώς να της πει πως έμοιαζε με τον αδερφό της περισσότερο από όσο ήθελε να πιστεύει. Δεν έκανε όμως αυτή τη συζήτηση, μιας και η Ιλίντιεν το αρνούνταν κατηγορηματικά. Αντίθετα, σκέφτηκε πως μία άλλη προσέγγιση θα ήταν ίσως καλύτερη.
«Ξέρεις... έχω κι εγώ ένα μεγαλύτερο αδερφό»
Η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά.
«Το άκουσα τη μέρα που προσφέρθηκα να γίνω Λαζτάνα»
«Τον λένε Λυάρι αν και από τότε που επισκέφτηκε τη χώρα των Ανθρώπων μας επέβαλε να το φωνάζουμε Λέον ή Λέο. Είναι Αλχημιστής»
«Οι χειρότεροι!»
«Κοίτα... Είναι κι αυτός πολύ φιλόδοξος, σαν κι εσένα... Μου τον θυμίζεις αρκετά μπορώ να πω...»
«Και;»
«Πιστεύω θα μπορούσες να το γνωρίσεις. Είναι εδώ, στη Μιταθίρ. Πού ξέρεις; Ίσως ταιριάζουν οι φιλοδοξίες σας και βρείτε κοινό δρόμο ... Έι! Τι είπες για τους Αλχημιστές;»
«Οι χειρότεροι!»
«Προχθές ήσουν με Αλχημιστή!»
«Οι τρισχειρότεροι!»
Η Ιλίντιεν έριξε μία τελευταία ματιά πίσω από την πλάτη της, εκεί που πιθανά βρίσκονταν ο Ίλεθ και ο Άλαθας. Έσφιξε τα χείλη και ξαναγύρισε στη βάρδια της.


Γκρέλντα

"Άτιμο φίδι το συνήθειο", η Γκρέλντα ολοκλήρωσε σκέψεις που αρέσκονταν να κρατά για τον εαυτό της, λίγες σε αναλογία με εκείνες που συζητούσε, ανέλυε, εκσφενδόνιζε ή έτριβε σε κούτρα, μούτρα και μουτράκια, σημαντικά άφθονες, θετικά σχετιζόμενες -γραμμικά παλίνδρομες- θα έλεγε κανείς, εξέχουσα μεταβλητή στην απεραντοσύνη του συνόλου τους. Πήρε μια ρουφηξιά και ανοιγόκλεισε τα μάτια. Το έκανε όπως κάθε πλάσμα με μάτια που επαναλάμβανε την ακούσια ακολουθία των κινητών βλεφάρων με στόχο την ενυδάτωση των δυο ζουληχτερών και ευαίσθητων βολβών. Σύμφωνα με την εμπειρία της, κάποιοι τους χρησιμοποιούσαν παραγωγικά και άλλοι... νωθρότητα και σπατάλη, όπως όταν δίνεις ένα προστάτη τελευταίας τεχνολογίας σε μία νοικοκυρά κι εκείνη του κρεμάει σεμεδάκια και το δείχνει στις άλλες νοικοκυρές της γειτονιάς.

Κάπου εκεί, στο τέλος εκείνων των σκέψεων και στο σημείο που ο καπνός είχε ήδη διαχυθεί στα πνευμόνια της και ίσως, στον υπεζοκώτα, περίμενε ότι η Χελενα θα είχε στρίψει διά της Εφευρέτου και θα κατευθύνονταν με όλη την ψαρίσια χάρη και ταχύτητά της στην κουζίνα, προλαμβάνοντας το λιμό της πριγκίπισσας. Όχι τίποτα άλλο, έτρωγε πολύ πανάθεμά την και σίγουρα δεν υπήρχε καμία διάθεση να τη δει να δαγκώνει κανένα δέντρο μεταξύ ψυχικού και στομαχικού θρήνου. Η Χελενα όμως δεν κουνήθηκε ρούπι και οι βολβοί της Γκρέλντα ενυδατώθηκαν δεύτερη φορά. Αλλά και πάλι η Χελενα εκεί. Τρίτη φορά, τα βλέφαρά της κατέβηκαν σαν κλείστρο και απαθανάτισαν την παγωμένη Βαλησίνη. "Εγκεφαλικό;"

Μετάνιωσε την αστραπιαία μεν, απερίσκεπτη δε υπόθεση. Το παιδί μπροστά της μόλις έμαθε πως έχασε την πατρική της φιγούρα, ότι κάποιος ήδη βρίσκεται σε στάδιο αποχαιρετισμού και η Χελένα ήρθε σε επαφή μαζί τους με πλήρη άγνοια. Σαφώς και θα ήταν δύσκολο να τα επεξεργαστεί όλα αυτά ένα δεκατετραχρονο κεφαλάκι. Ούτε η Άρντα, σπίρτο κατά τα άλλα, κουνήθηκε, θα πρέπει να σοκαρίστηκε πολύ κι ας μην είχε πολλά πάρε δώσε με τον Αλάσσιο.

Η Γκρέλντα δε σοκαρίστηκε. Ίσως γιατί ήταν εκεί. Ίσως επειδή από τη Μεβαίρ και έπειτα έβλεπε τις πιθανότητες να ξετυλίγονται μπροστά της και να χορεύουν κοροϊδευτικά. Φώναζε ο Παλιαλάσσιος στους Σοφούς, προσπαθούσε να τους συνετίσει. Κι αυτός με τη σειρά του, το δικό του μέντορα έχασε μπροστά από τα μάτια του, τον Αλμέρ. Και να σου η -κατά τα άλλα- ευγενική σύγκρουση. Άλλη μια πιθανότητα ξεπετάγονταν απρόσκλητη στον αέρα για να τους βγάλει τη γλώσσα επιδεικτικά. Και οι ευγενενικές κατά τα άλλα, συγκρούσεις συνεχίζονταν, ενώ γεννούσαν φρέσκες πιθανότητες, γελοιότερες από τις προηγούμενες, κρέμονταν καταδικαστικά πάνω από τα κεφάλια τους σαν του δήμιου τη σπάθα. Ξεφύσηξε τόσο καπνό που οι μαθήτριες ξερόβηξαν. Οι Σοφοί αδρανούσαν. Μια μέρα έπιασε τη Ζένθα. Μπορεί να μην ήταν Εφευρέτης, αλλά παρέμενε Νάνος. "Τι θα κάνουμε;" Τη ρώτησε, "θα πάμε να τον βρούμε;" Μα και η Ζένθα αράδιασε κάτι διπλωματικά αλαμπουρνέζικα περί ουδετερότητας και διατήρησης ισορροπιών. Αν είναι δυνατόν, Πολεμίστρια πράμα, ακόμη χειρότερα, Νάνος Πολεμίστρια πράμα (!) να φωλιάζει στο σοφο-γραφείο σαν ηγουμένη. Η Γκρέλντα της αράδιασε λίγη από τη δική της διπλωματία. Ήταν κάπως πιο επιστημονική που στον Ήθεριντ σήμαινε λιγότερο εκλεπτυσμένη, ένας χείμαρρος δεδομένων, εναλλακτικών σεναρίων και εκβάσεων, αλλά η Ζένθα μουλάρωσε.

"Μην παραξενευτείς αν βρεις μια θυμωμένη πριγκίπισσα να σου ρίχνει την πόρτα" Της κούνησε προειδοποιητικά το δάχτυλο και αποσύρθηκε στο εργαστήριο της, εκεί που τα ατσάλια, ακόμη και τα τασάκια είχαν περισσότερη λογική από τους ζωντανούς.

Και τον εβλεπε να διαφωνεί έντονα για το Γκραχλ. Συνέχεια γκρίνιαζε, δεν υπήρχε συνάντηση που να μην της βγει ξινή η μπύρα με τον Αλάσσιο. "Και τι χολοσκάς;" Το ρώτησε μια μέρα ή μάλλον, ένα σούρουπο που η Γκρέλντα ένιωθε τυχερή και έπινε ήδη από το μεσημέρι, "έστειλες να καθαρίσει η πριγκιπισσα", κουνώντας αφηρημένα την κούπα, αλλά η φευγαλέα επιθετικότητα στο βλέμμα του την έκανε να φτύσει όλη τη μπύρα μονομιάς και να αναφωνήσει ότι τα έχει χαμένα για ξωτικό. Δεκαπέντε χρόνια! Δεκαπέντε χρόνια τα πίνουνε μαζί, τσάι ο Παλιαλάσσιος, μπύρα και άλλα βαριά δηλητήρια η Γκρέλντα, κρατούσε ακόμη μυστικά! Έβαλε δυνατά τα γέλια όταν διαπίστωσε προς τι η ξινομουσούδα του παλιόφιλου, αν και δε θα έπρεπε να την παραξενεύει. Ξωτικά ήταν αυτά... Δεν έπαιρνε αμφισβήτηση ότι οι πρόγονοί τους έβαλαν διαγωνισμό για το ποιος θα καταπιεί το σκληρότερο λοστό, χαρακτηριστικό που κληρονομήθηκε ανελλιπώς από γενιά σε γενιά. Η Γκρέλντα ήταν πεπεισμένη πως σωματίδια του πρωταρχικού λοστού παραμένουν διάσπαρτα στο σώμα τους μέχρι και σήμερα. Στο μείζον αυτό εξελικτικό γεγονός ανάγεται η γενικευμένη συναισθηματική και συμπεριφορική δυσκοιλιότητα που τους διέπει, όπως και το αίσθημα αυτοδίκαιου, γιατί... Μπράβο τους που ήρθαν πρωτοι σε αυτόν τον κόσμο, ας δώσουμε στα παιδιά το μηλοπιτάκι των Φυλών.

"Και το παλικάρι;" Τον ρώτησε αφού ευχαριστήθηκε πρώτα να τον πειράζει, "Τι θα το κάνουμε το παλικαρι που είναι σαν τα κρύα τα νερά;" και ευχαριστήθηκε ακόμη περισσότερο που σούφρωσε την ψηλή του μύτη ο Αλασσιος, ενώ παραδέχονταν ότι έπρεπε να μείνει στις σκιές. Να, αυτό το σαράκι τον έφαγε, η αναζήτηση ενός δικαιου αυριο και η φυλετική του δυσκοιλιότητα που έσκασε σαν σκωληκοειδίτειδα,  διχαζοντας τώρα την Ιλίντιεν Άτρας μεταξύ ενός σύντομου, μα ευτυχισμένου βίου και του κυνηγιού μιας αόρατης σκιάς.

Δεν πειραζει, Πολεμιστρια είναι, θα πρέπει να μάθει να δίνει και ψυχικές μάχες. Ορίστε το πρώτο διαγώνισμα της σοφιας της, αν είχε στάλα από δαυτη.

Ακόμη και μετά από το μακροσυρτο συνειρμό της Γκρέλντα, Αρντα και Χελενα παρεμεναν μουδιασμενες, εφηβική παράλυση προφανως. Η αρχι-Εφευρετρια τις χάιδεψε απαλά στον ώμο για να συνέλθουν (πάνω από όλα ήταν μάνα) και τις οδήγησε αμιλητη στην κουζίνα.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Μοιχαλίδα
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Πεσμένη στα γόνατα λοιπόν, βγάζοντας τα σωθικά της. Έκλεισε το στόμα της και σκούπισε με την αναστροφή της παλάμης της τα χείλη της. Έφτυσε δύο τρεις φορές χρησιμοποιώντας το σάλιο της για πλύση και σηκώθηκε. Είχε ιδρώσει, αν κοιτούσε σε καθρέφτη ήταν σίγουρη πως θα ήταν χλωμή. Κοίταξε τριγύρω. Το υπόγειο μέρος της βιβλιοθήκης πια σπάνια είχε κόσμο. Ή για την ακρίβεια, πια δεν είχε κόσμο. Ήταν τόσο ξεχασμένο, όσο το τελευταίο άχυρο στη γωνία ενός αχυρώνα. Σχεδόν παραμελημένο.  Κι όμως πόση γνώση υπήρχε και εδώ. Κρίμα. Κρίμα. Η Σαγιάνε έκανε μια παύση από το χάος που απλωνόταν μπροστά στα μάτια της και έψαξε εκτενώς για το μικρό αποθηκάκι που όλες οι βιβλιοθήκες είχαν. Και το βρήκε.

Στο άνοιγμα της πόρτας τρωκτικά φάνηκαν να τρέχουν τρομαγμένα στη θέα του φωτός. Ροκανισμένα σκουπόξυλα και ράφια. Το μέρος αν ήθελαν να κρατηθούν τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες έπρεπε άμεσα να αποκατασταθεί. Θα μιλούσε για αυτό στο Γκλίριον.
"Ω  μικρά μου, μη φοβάστε δε θα σας κάνω κακό" ψέλισε η Σαγιάνε με την πραγματική φωνή της. Με τη φωνή την παιδική όταν αγαπούσε τα ζωάκια όλα και το έδειχνε. Έφτασε τη μάπα προσέχοντας μη πατήσει κάτι που δεν ήθελε. Σήκωσε το πρόσωπο της και ένα μικρό ποντικάκι έξυνε τη μουσούδα του. Ανέπνεε ήρεμα παρά την προηγούμενη ένταση. Τσάκωσε τη μάπα και έκανε το βήμα της εξόδου.
"Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά να βρείτε γρήγορα άλλο σπίτι γιατί θα πω να έρθουν να καθαρίσουν. Μη σας βρουν εδώ" είπε απαλά σα να μιλούσε σε μικρά παιδιά και έκλεισε την πόρτα ήρεμα. Σκούπισε τα σωθικά της και έβαλε τη μάπα στην άκρη για να την πετάξει αργότερα. Η ίδια θα καθάριζε τον χώρο, το είχε αποφασίσει. Δε θα εμπιστευόταν τα τρωκτικά σε χέρια άλλου και κυρίως την ευλάβεια που θα φέρονταν στον χώρο άλλοι καθαριστές.

Γύρισε και κοίταξε τα βιβλία. Η ματιά της μαρτυρούσε πόνο και αγωνία, μα κυρίως έκπληξη. Έδεσε τα μαλλιά της και χάθηκε μέσα στα ψηλά ράφια. Έψαχνε το Χ αυτή τη φορά. Χάος, και μετά θα έβλεπε. Προς απογοήτευση της, δεν υπήρχε κάτι, οπότε έπιασε τον τομέα με τα βιβλία αλχημείας και βάλθηκε να ψάχνει αλφαβητικά κάποιο γράμμα ή κάποια παραπομπή.
 Το πρώτο βιβλίο που είχε βρει το έδινε ως όνομα, μα δεν έδινε ούτε παραπομπή, ούτε κάτι άλλο.
Είχε απελπιστεί. Και τότε θυμήθηκε. Μαγεία αίματος. Ο Ελντίν είχε κλείσει την πόρτα με μαγεία αίματος.

Και εκεί βρήκε την απάντηση της. Στο μαυρισμένο πια βιβλίο που είχε ζωγραφισμένο από έξω το ρούνο που ο Ελντίν είχε σχεδιάσει στην πόρτα του. Και ήταν κλειστό. Με μια περίεργη κλειδαριά. Πήρε στα χέρια της το βιβλίο και το περιεργάστηκε. Προσπάθησε να το ξεκλειδώσει με το μικρό της μαχαίρι. Τίποτα. Προσπάθησε  να κόψει το κομμάτι δέρματος που στήριζε τη σιδερένια κλειδαριά, ακόμα κι αν ήξερε πως βανδάλιζε βιβλίο της Ακαδημίας. Τ΄ίποτα. Είχε εκνευριστεί. Ένα δάκρυ αλμυρού υγρού κύλησε από το μέτωπο της. Ξεφύσηξε. Μα, δεν ήθελε κόπο. Γούρλωσε τα ματια της στιγμιαία στην αναλαμπή της σκέψης. Φυσικά, ήταν προφανές σκέφτηκε. Πήρε το μαχαιράκι της και έσκισε το δεξιό της αντίχειρα. Γύρισε το βιβλίο και το κοίταξε. Στο εξώφυλλο ή την κλειδαριά; Η πρώτη της προσπάθεια, θα δοκίμαζε στην κλειδαριά. Γύρισε κάθετα ξανά το βιβλίο και έβαλε τον κομμένο αντίχειρα της στο κενό της μικρής κλειδαριάς. Λίγες στιγμές αργότερα, ένας μεταλλικός ήχος ακούστηκε. Η Σαγιάνε ακόμα ξαφνιασμένη έφερε το χέρι της και διστακτικά άνοιξε το σκληρό εξώφυλλο.

Και μα τους χίλιους θεούς, ή πόσοι υπήρχαν, δε την ένοιαζε. Η ανάσα της κόπηκε, ή έτσι νόμιζε. Η καρδιά της ήταν έτοιμη να εκραγεί ή έτσι νόμιζε. Δεν ένιωσε έτσι ποτέ της. Αυτό το ήξερε.  Γιατί αυτό το βιβλίο ήταν εδώ; Δε θα έπρεπε να ήταν εδώ. Το ήξεραν; Είχε ξεχαστεί; Από που το φέρανε; Μα κυρίως γιατί το κρατήσανε; Και κάθε σελίδα που γύριζε, ακόμα ένα αγκάθι, ακόμα ένα ροδοπέταλο που πέφτει, ακόμα ένα κιτρινισμένο φύλλο. Ενέργεια που σιγά σιγά απομυζήται και χάνεται. Που δανείζεται. Που χρησιμοποιείται πονηρά, χωρίς κανένα σεβασμό στη ζωή. Και αυτό αποτελούσε όχι μόνο ιεροσυλία απέναντι στη ζωή, μα κυρίως, κυρίως...ιεροσυλία απέναντι στο θάνατο. Και ο θάνατος ήταν ιερός. Ο θάνατος ήταν ευσεβής. Γι αυτό οι Πολεμιστές συμπλήρωνανε το κομμάτι της Ηθικής. Ηθικός Πόλεμος. Ηθικός Θάνατος.

Πόσο είχε αλλάξει ο κόσμος της. Ακόμα και το μυαλό της. Η Κόκκινη Μάσκα έλαμψε μέσα της, σχεδόν γοητεύτηκε. Σκέφτηκε το Σμάλντυ και το χέρι της βρέθηκε στο λαιμό της. Ήταν και αυτό αλχημεία αίματος. Το αίμα τρέφει και τ΄ρεφεται. Πως δε το είχε συνειδητοποιήσει νωρίτερα;

Όλα ήταν σκοτεινά, δεν ήξερε καν πόσες ώρες ήταν εκεί ή τι ώρα ήταν. Αλλά δεν είχε σημασία καμία. Ας ακυρώνονταν όλα τα μαθήματα. Οι μαθητές της θα χαίρονταν. Η Χελένα θα τους έλεγε τουλάχιστον ότι είμαι καλά. Κράτησε το βιβλίο κοντά της, μισοτελειωμένο. Ήταν πολύ τεχνικό. Δε καταλάβαινε πολλά, αλλά δεν είχε σημασία. Δεν ήταν αλχημιστής. Τα μάτια της κόκκινα και πρησμένα. Άφησε το βιβλίο ανοιχτό. Φοβήθηκε τι θα συνέβαινε αν το έκλεινε ξανά. Θα ζητούσε κι άλλο αίμα;

Κοίταξε τον διάδρομο που απλωνόταν μεταξύ των δύο μεγάλων ψηλών βιβλιοθηκών. Κοίταξε και της φάνηκε πως η απόσταση άρχισε να κλείνει, σα μεγάλα βράχια που κινούνται. Με τρόμο πια περπάτησε ξανά μέσα στις δύο μέγγενες. Σα να απομυζούσαν και την δική της ενέργεια. Και η απόσταση όλο και μίκραινε. Και ο ίλιγγος δε βοηθούσε. Αλλά δε θα έχανε πια από κανένα ξόρκι και καμιά αλχημεία. Θα έφτανε στην αρχή του νήματος ακόμα κι αν εχανε την ψυχή της. Γιατί η κατάρα της αλήθειας είναι αλήθινη. Σε γδέρνει και σε σαλατιάζει σα να ήσουν έρμαιο κυμμάτων πάνω σε βράχια. Αλλά τελικά σε λυτρώνει. Και η δοκιμασία της σε κάνει δυνατότερο. Έσφιξε της γροθιές της και κοίταξε ψηλά. Η σκόνη έπεφτε χρυσή, μεσα από τις ελάχιστες αχτίνες του ήλιου που έφταναν εκεί κάτω, σα μια βροχή από  πετρες που πέφτουν πάνω της καθώς ήταν παγιδευμένη στην μέγγενη αυτή των βράχων.  Ρούφηξε τη μύτη της. Όχι, δε θα τα παρατούσε. Επόμενο...
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 14, 2020, 07:01:50 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Χελένα Μεκάμι

Παραήταν πολλές οι πληροφορίες για να τις χωνέψει. Παραήταν σοκαριστικά τα νέα για να τα αντέξει. Κι όμως, πήγε ως την κουζίνα και έπιασε τις κατσαρόλες. Έβρασε το νερό και έριξε τους σπόρους Βέννα στο νερό, άχνισαν. Η Γκρέλντα τη βοηθήσε να τους βάλουν σε ένα μπολ που το σκέπασε με τούλι. Της έδωσε διπλωμένα χάρτινα φαναράκια, δυο φαναράκια, για εκείνη και την Άρυα.

Η Χελένα πήγε στο Θεραπευτήριο. Τη βρήκε εκεί. Δεν ήξερε πώς να της το πει.

«Έλα μαζί μου ως την Ιλίντιεν», ψέλισε και δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Πάω στην άκρη του δάσους, ο Καθηγητής μας έφυγε.» Η Χελένα ξέσπασε σε λυγμούς και το μπολ σχεδόν της γλίστρησε. Το συγκράτησε όμως, για τον Καθηγητή της και έφυγε γρήγορα προς το δάσος.

Στην ακτή βρήκε την Ιλίντιεν και το Φιν σχεδόν όπως τους άφησε, σχεδόν αγάλματα, στα μωβ. Πάλεψε πολύ να μην κάνει φασαρία, κυρίως όσο προσπαθούσε να πνίξει τους λυγμούς της. Άφησε το μπολ στα πόδια της Ιλίντιεν που έμοιαζε βυθισμένη σε λήθαργο και κάθισε αριστερά. Δεν κουνήθηκε προς το μπολ κανείς, ούτε ο λιχούδης Φιν.

Συνέχισε να κλαίει, ένιωθε μόνη της. Ο Καθηγητής ήταν περισσότερο από δάσκαλος για τη μικρή Βαλησίνη. Με τεράστια υπομονή, ο Καθηγητής Αλάσσιος της έμαθε να είναι θεραπεύτρια, όπως η μητέρα μαθαίνει στο μωρό της τα πρώτα βήματα. Ήταν αυστηρός, ναι, αλλά δεν της φώναζε, ήταν αυστηρός για να τους προστατέψει.

Στον Καθηγητή Αλάσσιο η Χελένα δε φοβόταν να μιλήσει. Στο πρώτο έτος προσπάθησε να φτιάξει κεραλοιφή. Τα θαλάσσωσε, αλλά του την έδειξε κι εκείνος έπιασε τη διαδικασία από την αρχή, μέχρι να μάθει να χρησιμοποιεί σωστά το γουδί. Ο Καθηγητής Αλάσσιος δεν την έκρινε κι ας ήταν από τη Θαλανίλ που τα ξωτικά είναι περίεργα όπως λένε. Δεν της έκανε παρατήρηση ούτε μισή φορά για τα εικοσιεπτά της σκουλαρίκια,. Ούτε για τα τατουάζ. Τη δέχτηκε όπως ήταν. Δεν υποτίμησε ποτέ την καταγωγή της. Της άφηνε κρυφά υλικά που δε μπορούσε να αγοράσει, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να δουλεύει στην τέχνη της. Ο Καθηγητής Αλάσσιος την επικρότησε όταν πήρε την πρωτοβουλία να σπάσει την κατάρα του Όλυξ και όταν πέρασε στο Φέργκαλ το άγγιγμα. Ήταν καλός. Είναι καλός! Θα ήθελε να είναι ο πατέρας της! Θα ήθελε να είναι ασφαλής και θα ήθελε να ήξερε γιατί τις άφησε, που πήγαινε. Πού πήγαινε; Τι τον έδιωξε από την Ακαδημία; Κοίταξε και πάλι την Ιλίντιεν, μαρμαρωμένη. Έμαθε πριν από τις μαθήτριές του ότι έφυγε. Γνώριζε άραγε γιατί; Γιατί δε μιλούσε; Γιατί δε δάκρυζε;

Η Χελένα κατέβασε το βλέμμα στο γρασίδι, προσπαθώντας να τη μιμηθεί. Πιάστηκαν τα πόδια της. Την έπιασε φαγούρα. Λοξοκοίταξε την Ιλίντιεν που σχεδόν δεν ανέπνεε. Πώς το κατάφερνε; Κοίταξε στη λίμνη. Την έπιασε νευρικότητα. Μετά άλλαξε στάση, την πόνεσε η λεκάνη. Η Ιλίντιεν και ο Φιν ένα με τα δένδρα. Η Χελένα ντράπηκε που δε μπορούσε να κρατήσει το ίδιο καλά με αυτούς. Το απόγευμα πείνασε. Το ανέγγιχτο μπολ στα πόδια της Ιλίντιεν φάνταζε σαν ξερολούκουμο. Μα δεν πεινούσε αυτή η γυναίκα; Δεν την πήρε η μυρωδιά; Η Χελένα συγκρατήθηκε και επικεντρώθηκε στον Καθηγητή Αλάσσιο. Πεινούσε πολύ. Αλάσσιος. Έφυγε. Το στομάχι της γουργούρησε. Η Ιλίντιεν δεν κινήθηκε εκατοστό. Αλάσσιος. Άναψε το φαναράκι, το άφησε στη λίμνη. Τη θέρισε η πείνα. Η Χελένα υπέβαλε τα σέβη της και επέστρεψε στην Ακαδημία πριν νυχτώσει. Έφαγε λίγο ψωμί, αλλά δεν της πήγαινε η καρδιά να φάει άλλο. Έκλαιγε στο δωμάτιό της, έκλαιγε στον ύπνο της.


Άρυα Λιρέλ

Τέσσερις μέρες είχαν περάσει από την επιστροφή τους από το Γκραχλ• τέσσερις μέρες, που η Άρυα ένιωθε πιο μπερδεμένη από ποτέ.

Από τη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Ακαδημία, το πρώτο πράγμα που είχε κάνει ήταν να τρέξει στο Θεραπευτήριο. Η αποστολή τους όχι μόνο είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς, αλλά η επιθυμία του Αλλάσιου είχε επίσης πραγματοποιηθεί.

Κοίταξε τα γυάλινα βάζα μπροστά της. Τα είχε βάλει στη σειρά, πάνω στο γραφείο του κ. Φίλντοϊν, και κάθε λίγο και λιγάκι τα πείραζε γιατί ένιωθε πως δεν ήταν απολύτως ίσια. Μέσα τους, τα κόκαλα από Άγκολ που την είχε βοηθήσει η Ιλίντιεν να πάρει. Δεν τα είχε πειράξει καθόλου• δεν τα είχε πλύνει καν, δεν ήθελε να ρισκάρει να κάνει κάποιο λάθος.

Μέρες τώρα τα κοιτούσε, από το πρωί μέχρι το βράδυ, και περίμενε. Είχε σχεδόν ξεχάσει το δωμάτιό της στους κοιτώνες. Έτρωγε τον χρόνο της στο Θεραπευτήριο, φροντίζοντας όποιον είχε ανάγκη και τακτοποιώντας τον χώρο, παρόλο που ήταν ήδη καθαρός.

Ο Αλλάσιος ήταν άφαντος.

Την πρώτη μέρα δεν της είχε φανεί παράξενο. Είχαν φτάσει αργά, και ο ίδιος μπορεί να ξεκουραζόταν. Σχεδόν δεν κοιμήθηκε το βράδυ από την αγωνία να του δώσει τα βάζα.

Τη δεύτερη μέρα πήγε στο Θεραπευτήριο πρωί πρωί, πριν ξυπνήσει κανείς. Μόνο η Σαγιάνε μπορεί να έκανε προπόνηση τέτοια ώρα. Είχε κάτσει σε ένα από τα κρεβάτια και περίμενε. Και περίμενε. Και περίμενε. Και ο Αλλάσιος δεν φάνηκε ποτέ. Δούλεψε κανονικά, μα όταν βράδιασε, αποφάσισε να τα αφήσει εκεί και να φύγει. Ο καθηγητής της ίσως να μην ένιωθε καλά, μα δεν ήταν ώρα τώρα να τον ενοχλήσει. Θα τον έψαχνε αύριο.

Την τρίτη μέρα χτυπούσε απαλά την πόρτα έξω από το γραφείο του. Δεν ήταν πολύ νωρίς το πρωί, ούτε και πολύ αργά. Δεν της απάντησε κανείς. Δοκίμασε μια δεύτερη, πιο δυνατά. Τίποτα. «Κύριε Φίλντοϊν!», φώναξε, μα απάντηση δεν πήρε. Δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα, ίσως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κλειδωμένα. Πέρασε την υπόλοιπη μέρα να ρωτά καθηγητές και μαθητές μήπως τον είχε δει κανείς, μήπως ήξεραν που είναι. Κανείς δεν φαινόταν να έχει παραξενευτεί από την απουσία του. Η Άρυα γύρισε στο Θεραπευτήριο, ζυγίζοντας τις πιθανότητες. Αν κάτι δεν πήγαινε καλά, αν ο καθηγητής της δεν ήταν καλά, όλο και κάποιος θα το ήξερε. Σε αυτό το σενάριο όμως, ο μόνος λόγος που θα έλειπε από την Ακαδημία θα ήταν επειδή είχε κάτι πολύ σοβαρό, που εδώ δεν μπορούσε να διορθωθεί. Τι δεν μπορούσε να θεραπεύσει το άγγιγμα;, αναρωτήθηκε. Μπα, όχι, κάτι τέτοιο θα είχε ακουστεί στην Ακαδημία.
Ίσως... Κι αν είχε φύγει σε κάποια αποστολή; Είχε ακούσει τον καθηγητή Νάντριελ να του λέει κάτι πριν ξεκινήσουν για Γκραχλ, την ημέρα με το τάρι, μετά τον πανικό.
Ναι, αυτό ήταν, κάποια αποστολή άκρως μυστική. Ο Αλλάσιος ήταν το πιο τυπικό ξωτικό που γνώριζε —δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει στη μοίρα του το Θεραπευτήριο χωρίς σοβαρό λόγο.

Τετάρτη μέρα σήμερα, καθόταν στο γραφείο. Πείραξε λίγο το τρίτο βάζο, για χιλιοστή φορά, σπρώχνοντάς το προς τα πίσω. Ξεφύσησε, χτυπώντας τα δάχτυλά της ρυθμικά στο γραφείο.

Ο ήχος της πόρτας που ανοίγει την ξάφνιασε. Η Άρυα πετάχτηκε στη θέση της, όπως κάθε φορά αυτές τις μέρες, με την ελπίδα να αντικρύσει τον Αλλάσιο.
Η Χελένα. Απογοητεύτηκε, μα προσπάθησε να το κρύψει. Δεν της έφταιγε κανείς άλλωστε. Ξάφνου, συνειδητοποίησε πως δεν την είχε ρωτήσει μήπως ξέρει κάτι. Δεν σκέφτηκε να ενοχλήσει τους μαθητές από μικρότερα έτη, αφού μέχρι και οι καθηγητές τους δεν είχαν ιδέα για το πού μπορεί να ήταν.

Παρατήρησε τη Χελένα• φαινόταν συντετριμένη.
«Χελένα;», έκανε η Άρυα με απορία, μα η μικρή δεν σήκωνε το βλέμμα.

«Έλα μαζί μου ως την Ιλίντιεν», ψέλλισε απλά, και ξεκίνησε να κλαίει. «Πάω στην άκρη του δάσους, ο Καθηγητής μας έφυγε».

Η Άρυα μούδιασε ολόκληρη. Μπορεί να μην είχε πει όνομα, μα καταλάβαινε πολύ καλά ότι εννοούσε τον Αλλάσιο. Το στομάχι της σφίχτηκε τόσο, που ένιωθε πως ήταν έτοιμη να βγάλει ό,τι είχε φάει από το πρωί. Η Χελένα με τρεμάμενα χέρια της έτεινε ένα φαναράκι, και η Άρυα το πήρε ασυναίσθητα. Μόνο όταν η μικρή γύρισε να φύγει η Άρυα ένιωσε να ξυπνά.

«Χελένα στάσου! Τι εννοείς έφυγε; Έφυγε ή... έφυγε;», ρώτησε τρομαγμένα, μη μπορώντας να καταλάβει αν η Χελένα το έλεγε κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Άφησε την Ακαδημία, μου το είπε η Γκρέλντα, της είπε μόνο ανάμεσα σε αναφιλητά.

Η Άρυα την ακολούθησε μουδιασμένη.
Τι της είχε πει μόλις η Χελένα; Τι εννοούσε η Γκρέλντα; Γιατί να φύγει ο Αλλάσιος; Πού βρισκόταν η Ιλίντιεν;

Οι ερωτήσεις την έπνιγαν, μα η Χελένα δεν ήταν σε κατάσταση να της απαντήσει. Σύντομα άφησαν την Ακαδημία και μπήκαν στο δάσος. Η Άρυα δεν μπορούσε να καταλάβει πού πήγαιναν, μέχρι που κάποια στιγμή, από μακριά, είδε την Ιλίντιεν και τον Ουρουφίνουε δίπλα στο ποτάμι.
Επιτέλους, ορίστε κάποιος να μου πει τι συμβαίνει, σκέφτηκε, μα σύντομα κατάλαβε πως αυτό θα ήταν δύσκολο. Η Ιλίντιεν δεν φαινόταν να έχει επαφή με το περιβάλλον.

Παρατήρησε τη Χελένα να κάθεται στα αριστερά της καθηγήτριάς τους και η ίδια έπιασε τα δεξιά. Ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει, μα καταλάβαινε πως δεν ήταν καλή στιγμή. Θα έκανε υπομονή. Λίγη ώρα ακόμα, και έπειτα θα τη ρωτούσε. Χάθηκε στις σκέψεις της, τις ανησυχίες, τα ερωτηματικά. Το βλέμμα της κολλημένο στο νερό, και με κάθε καινούργια υπόθεση η έκφρασή της άλλαζε. Ήταν τόσο μπερδεμένα τα συναισθήματά της.

Δεν κατάλαβε πότε σκοτείνιασε, μέχρι που άκουσε τη Χελένα να σηκώνεται. Άναψε το φαναράκι της, το άφησε στη λίμνη και έπειτα απομακρύνθηκε ήσυχα. Η Άρυα κοίταξε το δικό της φαναράκι, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά. Η μικρή δεν είχε σταματήσει να κλαίει, την άκουγε ακόμη.

Μα γιατί έκλαιγε;
Και γιατί είχαν φαναράκια;
Γιατί θρηνούσαν;
Ο Αλλάσιος δεν ήταν νεκρός. Είχε απλά φύγει.


Η Άρυα σηκώθηκε απότομα από το γρασίδι, μα τα μουδιασμένα της πόδια την έκαναν να παραπατήσει.

«Γιατί; Γιατί όλο αυτό; Γιατί συμπεριφέρεστε σαν να είναι νεκρός;», ρώτησε επιτέλους δυνατά.
Καμία απάντηση.
«Είναι δυνατόν; Μπορεί να κινδυνεύει! Μπορεί να πήγε σε αυτήν την αποστολή του κυρίου Νάντριελ και κάτι να του συνέβει! Πρέπει να πάμε να τον βρούμε!».
Καμία αντίδραση.
«Καθηγήτρια Άτρας! Ιλίντιεν!», φώναξε τότε η Άρυα. «Είναι δυνατόν μια από τις καλύτερες πολεμίστριες της Ακαδημίας να κάθεται και να μην κάνει τίποτα;!». Η Ιλίντιεν ούτε γύρισε να την κοιτάξει.

Δάκρυα έφτασαν στα μάτια της μα τα συγκράτησε• δεν ήταν από τη στεναχώρια, μα από τα νεύρα. Νεύρα για την Ιλίντιεν, που καθόταν στο δάσος να κοιτάει το άπειρο χωρίς να κάνει τίποτα• νεύρα με την Ακαδημία, που κανείς τους δεν είχε ιδέα ότι ένας από τους καλύτερους καθηγητές τους είχε φύγει, και όσοι είχαν δεν μίλησαν νωρίτερα• και τέλος, νεύρα με την ίδια, που δεν έκανε κάτι παραπάνω, που δεν σκέφτηκε νωρίτερα να μιλήσει, να ψάξει, να κινήσει γη και ουρανό. Που καθόταν εδώ ώρες ολόκληρες, να κοιτάει και εκείνη το τίποτα.
Άραγε η Ιλίντιεν από πότε ήταν εδώ; Από πότε το ήξερε και δεν είχε πει κάτι;

«Δεν πρόκειται να τον αντιμετωπίσω ως νεκρό, μέχρι να τον δω με τα ίδια μου τα μάτια. Δεν δέχομαι να ρίξω ούτε ένα δάκρυ, ούτε να ανάψω τα χαζά φαναράκια σας!», φώναξε και το κλώτσησε με δύναμη. Εκείνο έπεσε στο νερό και χάθηκε.
«Και σίγουρα δεν πρόκειται να κάτσω εδώ και να κλαίω τη μοίρα μου! Αφού κανείς δεν κάνει κάτι, θα πάω να τον βρω μόνη μου! Ακούτε; Μόνη μου!» της φώναξε και άρχισε να τρέχει προς την Ακαδημία.

Ήταν τόσο θυμωμένη με όλους τους.
Αφού κανείς δεν νοιαζόταν αρκετά για να βοηθήσει, θα πήγαινε μόνη της. Ναι. Κι ας κάθονται οι άλλοι να κλαίνε.

Η ώρα ήταν περασμένη, μα δεν την ενδιέφερε. Έπρεπε να ξεκινήσει άμεσα, είχε ήδη αργήσει. Ω Θεοί, είχε αργήσει πολύ. Τέσσερις ολόκληρες μέρες σίγουρα, και ποιος ξέρει πότε έφυγε.
Δεν έπρεπε να είχε πάει στο Γκραχλ. Ο Αλλάσιος είχε δίκιο, δεν έπρεπε να πάει. Αν ήταν εδώ, θα το είχε πάρει χαμπάρι εγκαίρως. Βλαστήμισε και κλώτσησε μια πέτρα στον δρόμο.
Και πού πήγε άραγε; Προς τα πού έπρεπε να πάει και η ίδια; Σκέφτηκε για λίγο τι ήξερε μέχρι τώρα, και τα πόδια της την οδήγησαν σχεδόν τρέχοντας στα γραφεία των καθηγητών.

Γκρέλντα.

--

Χτύπησε την πόρτα δυνατά, και πριν καν ακούσει ολόκληρη την απάντηση της καθηγήτριας Γκροντ, μπούκαρε μέσα.

Καθηγήτρια και μαθήτρια αλληλοκοιτάχτηκαν, καθώς η Άρυα προσπαθούσε να βρει την αναπνοή της. Ήταν σίγουρη πως η Γκρέλντα είχε καταλάβει γιατί βρισκόταν εκεί• ένιωθε το ξύπνιο της βλέμμα να διαπερνά την ψυχή της με μεγάλη ευκολία. Λίγο ακόμα και η Άρυα ήταν σχεδόν βέβαιη πως θα της ένευε καταφατικά και θα της έλεγε "Ξέρω, κάτσε κάτω".

Η Άρυα όρθωσε το κορμί της και για πρώτη φορά στη ζωή της πέταξε στα σκουπίδια τους τύπους.
Δεν υπήρχε χρόνος για αυτά.

«Άρυα Λιρέλ, μαθήτρια τελευταίου έτους, βοηθός του κυρίου Φίλντοϊν στο Θεραπευτήριο. Απαιτώ να μάθω πού βρίσκεται», δήλωσε αποφασιστικά. 

Έσφιξε τα χείλη, κράτησε την αναπνοή της και δεν τόλμησε καν να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρα.

Έπρεπε να την πείσει.
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 19, 2020, 08:34:23 μμ by Άρυα Λιρέλ »


Ιλίντιεν Άτρας

  • Άξεστη Πολεμιστρια
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Μονάχα μία απόχρωση ταίριαζε στο θαύμα εν μέσω του δωματίου. Έκανε χάρη στην κούκλα να ξαποστάσει πάνω της, ιβίσκος σε πλήρη άνθιση. Η Ιλίντιεν κοίταζε με μάτια αχόρταγα. Εξίσου αχόρταγα, το φως χάιδευε τις καμπύλες του ακριβού σαμίν σε ένα μονόπλευρο φλερτ. Έπαιξε με τις αντανακλάσεις του, αφέθηκε στο απαλό άγγιγμα του ώμου με τη ρουμπινένια αγκράφα, κύλησε λαίμαργα ως την κυμαστική ουρά του. Με λαχτάρα τρύπωσε στο διάφανο, μακρύ φουλάρι που θα έφτανε ως τα γόνατα, ζητιάνεψε να φυλακιστεί στα μικρά, κεντητά ρουμπίνια. Το δημιούργημα του ίδιου του Λουχτάμο της Μιταθίρ, του βασιλικού ράφτη, παρέμενε απόρθητο σε αναμονή της νέας του ιδιοκτήτριας. Εκλάμψεις της στιγμής, φως που διέφευγε από γεωμετρικές γωνίες την προκαλούσε να απλώσει τα χέρια, υπόσχονταν θέωση γένους θηλυκού.

«Όχι.» δήλωσε ξερά η Ιλίντιεν και ήταν πασιφανές πως χρειάστηκε όλο το σθένος του εαυτού της και της Αθλομάχης για να αρνηθεί το αριστούργημα. Απέστρεψε τα μάτια με κόπο και τα κάρφωσε αποφασισμένη στο συνομιλητή της.

Το βλέμμα του Ίλεθ ανέβλυζε δυσαρέσκεια, ενόχληση έτσι όπως κλειδώθηκε σε εκείνο της Ιλίντιεν. Αντίκρυζε αγριωπές σπίθες να σχηματίζονται στις άκρες των αμυγδαλωτών ματιών της. Τα Βουνά της Δόξας, ο Πόλεμος των Χιλίων, αμέτρητες αποστολές στα σύνορα με τους Νάνους καθοδήγησαν την κακομαθημένη, έφηβη Ιλίντιεν σε λιβάδια λήθης όπου θα ξεκουράζονταν όσο η Ιλίντιεν που στέκονταν μπροστά του, η ώριμη Λαζτάνα αρίστευε.

Πείσμα, ήταν ένα από τα λίγα κοινά χαρακτηριστικά τους. Επιμονή, αφοσίωση, υπομονή, αποφασιστικότητα, θάρρος, καλογυαλισμένες αιχμές για τα βέλη της φαρέτρας των Άτρας. “Oirararátor i Amillë” Λόγια που ο Λαζ Λαζτάνα, Ελμεντάμο Άτρας είπε και αρνήθηκε το μεγαλείο του θρόνου. Αυτοσυγκράτηση. Για την οικογένειά τους ήταν καθήκον και τιμή να υπηρετούν το θρόνο με τη στρατηγική τους, όπως ο Μανκουεντάνο Άτρας που βρήκε τα σωστά μονοπάτια και οδήγησε τους Τριάντα προς την Ανατολή. Με τις συμβουλές τους, όπως η οργάνωση της Σαρντίσε Άτρας και με καινοτομίες, όπως η –παραδοσιακή πλέον- τακτική του Βάρυο Άτρας, δίπλα στο θρόνο με αυταπάρνηση του μεγαλείου. Οι πρόγονοι θα επικροτούσαν από όπου κι αν βρίσκονταν για την αυτοσυγκράτηση της Ιλίντιεν μπροστά στον πειρασμό της επιβολής.

Του αναγνώριζε πως είχε ακατανίκητο γούστο, φαίνονταν άλλωστε και από τις δικές του επιλογές. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, θα του ήταν ευγνώμων γιατί της έφερνε μόνο αφάνταστα ρούχα. Το φόρεμα ήταν τόσο πλούσιο που αμφέβαλλε ότι το Βασιλικό ζεύγος φορούσε κάτι ανάλογο στην τελετή. Αυτός ήταν και ο λόγος που αρνούνταν. Τέτοια όνειρα και άλλα μοναδικά δώρα έφταναν στο σπίτι κάθε φορά που χρειάζονταν τη βοήθειά της. Τον υπόλοιπο καιρό ήταν άφαντος. Για τον Άρθερ! Ανακάτεψε τις σκοπιές για να μην παρευρεθεί η αδερφή του στα γενέθλιά του και τώρα είχε την απαίτηση να τον συνοδεύσει και το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνονταν σε κάθε επίσημη γιόρτη, όπου η Ιλίντιεν ήταν αναγκασμένη να συνοδεύει τον Ίλεθ από τότε που ήταν παιδί. Μόνο που δεν ήταν πια παιδί. Η Ιλίντιεν δεν υποχώρησε από το παιχνίδι επιβολής. Σφιχτός κορμός, πόδια σε ετοιμότητα, ήταν προετοιμασμένη για έκρηξη από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να του αρνηθεί. Αποφάσισε πως αυτή η διαμάχη θα ήταν δική της, ακόμη κι αν προσπαθούσε να της το επιβάλει.

Ο Ίλεθ έσπασε πρώτος το παιχνίδι κυριαρχίας, γύρισε προς το φόρεμα και η Ιλίντιεν κράτησε την ανάσα της για το ξέσπασμα. Έβρεξε τα χείλη του και παρέμεινε σιωπηλός.

«Riënyel, Στέμμα μου», η βαθιά φωνή του συνήθως συντάρασε τους συνομιλητές που δε μπορούσαν να αφαιρεθούν ή να αποσπαστούν από τα λόγια του. Ήταν μια μπάσα καμπάνα που σκλάβωνε και παράλληλα κρατούσε τον απέναντι σε εγρήγορση. Σε αυτή τη φωνή που θρυμμάτιζε φιλοδοξίες, η Ιλίντιεν αντιλήφθηκε μια χαραμάδα.

Γιατί δεν ξέσπασε; Έναν αυστηρό, καταπιεστικό Ίλεθ μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, ένα φυσιολογικό Ίλεθ όμως; Η Ιλίντιεν αφουγκράστηκε το χώρο, ησυχία. Οι γονείς έλλειπαν. Μπορεί να ήταν η ιδέα της, αλλά η απουσία τους συνήθως ήταν λόγος για να είναι ήρεμος ο Ίλεθ.

«Δεν είμαι παιδί πια», δήλωσε τη δική της δυσαρέσκεια προς το υποκοριστικό που τη φώναζε όταν ήταν παιδί και κυρίως, όταν βρίσκονταν μόνοι τους. Με αυτήν την πρόκληση ήλπιζε πως θα αντιδράσει, θα κάνει το ξέσπασμα που ανέμενε και είχε προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει.

«Ιλίντιεν», συνέχισε εξίσου σοβαρός, αλλά ήρεμος.
«Για τον Άρθερ!»
«Θέλω να είσαι δίπλα μου, ειδικά σε αυτή την τελετή. Είναι τεράστιο βήμα για εμένα και σε αυτό το βήμα χρειάζομαι την αποδοχή σου.»
«Στα γενέθλιά σου δεν ήθελες την αποδοχή μου όμως.»
«Για τον Άρθερ, σου εξήγησα πως δεν το έκανα εγώ!»
Δεν τον πίστεψε.

Πάντα ψύχραιμος, γύρισε και πάλι να την κοιτάξει. Αν δεν τον ήξερε, θα ορκίζονταν ότι στα μάτια του έβλεπε πόνο, αλλά ο Ίλεθ δεν πονούσε για κανέναν.

«Η παράδοση ορίζει πως είναι τιμή και χρέος μας οι Άριστοι να υποστηριζόμαστε σε σημαντικές ή κρίσιμες στιγμές της ζωής μας.»
«Πάρε το Λυάρι, είναι Λαζτάνα»
«Δεν είναι οικογένειά μου»
«Μάλιστα»
«Μάλιστα»
«Τώρα είμαι οικογένεια»
«Πάντα είσαι οικογένεια»
Προσπάθησε να ψάξει βαθύτερα. Όπως και παλιότερα, ήθελε να δει αν υπάρχει κάτι πίσω από το γρανιτένιο προσωπείο του Λαζ Λαζτάνα Ίλεθ Άτρας. Μπορεί και να διέκρινε μία χροιά συναισθήματος. Ίσως και να έμοιαζε με τη ζεστασιά που έβλεπε όσο ήταν παιδί. Μια στιγμή ήταν όμως, πέρασε στο παρελθόν με τον ίδιο τρόπο που οι στιγμές τους –γιατί το άθροισμα των στιγμών δε χαρακτηρίζονταν χρόνια- ξεθώριασε κάτω από τη σκιά του καθήκοντος και της παράδοσης. Η Ιλίντιεν κοίταξε έξω από το παράθυρο, ανήμπορη να αποφασίσει αν θα συνέχιζε το δρόμο που την απομάκρυνε κι άλλο από τον αδερφό που κάποτε θαύμαζε ή αν θα προσπαθούσε άλλη μια φορά. Αν η οφθαλμαπάτη της ζεστασιάς ήταν για μια στιγμή αλήθεια, σήμαινε πως έχασε μία σπάνια ευκαιρία να βρεθεί κοντά του. Δεν της ζητούσε κάτι παράλογο εξάλλου, να είναι ένας από τους δύο Μάρτυρες στο γάμο του. Την εκνεύριζε όμως η επιτηδευμένη απόσταση που κρατούσε απέναντί της, η παγωμένη συμπεριφορά που άλλαζε μόνο κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες και αυτή η μανία να θεωρεί ότι γνωρίζει τι είναι καλό και τι όχι για την ίδια. Σιχαίνονταν ιδιαίτερα το τελευταίο. Οι γονείς της, που ανέκαθεν επέμβαιναν στη ζωή της ήταν αρκετοί, δε χρειαζόταν και τον αδερφό της να μιμείται τον πατέρα τους.

Ξεφύσηξε και παρέμεινε αμίλητη λίγο ακόμη. Θα μπορούσε να ζητήσει από τον ίδιο το Βασιλιά να είναι μάρτυρας. Ο Έλντρεντ δε θα αρνούνταν στον προσωπικό του σωματοφύλακα και υπαρχηγό του στρατού του, αλλά αντί για τον Απαστράπτων, ο Ίλεθ απευθύνθηκε στην Ιλίντιεν. Αν δέχονταν, θα το έκανε με την ελπίδα ότι έδινε πνοή σε φευγαλέα όνειρα που αργοπέθαιναν. Η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά.

«Τιμή μου Λαζ Λαζτάνα», αποκρίθηκε επίσημα, όπως όριζε η επισημότητα της Θαλανίλ, για να μην προδόσει την κρυφή της ελπίδα.

Η Ιλίντιεν ήταν τρίαντα ετών, είχε κατακτήσει τα Βουνά της Δόξας με τα μυθικά τους τέρατα και αποδεικνύονταν μία από τους δυνατότερους και σκληρότερους Πολεμιστές που γέννησε η Θαλανίλ. Τα μπράτσα του Ίλεθ όμως γύρω από τους ώμους της πάντα θα φάνταζαν τεράστια κι εκείνη θα ήταν πάντα το μικρό κοριτσάκι που τρύπωνε για ύπνο στην αγκαλιά του. Το κοινό τους μυστικό. Αφέθηκε να την τυλίξει και να τη χαλαρώσει η μυρωδιά του, το βραδυνό λουλάκι. Η Ιλίντιεν ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και έκλεισε τα μάτια. Πόσα χρόνια είχε να της χαϊδέψει τα μαλλιά; Όλα τα προβλήματα χάθηκαν, σκόρπισαν οι ανησυχίες. Σαν από όνειρο, ένιωθε και πάλι ασφαλής, ανίκητη στην αγκαλιά του τέλειου αδερφού της.

Την έτρωγε όμως η περιέργεια. «Ίλεθ, ο δεύτερος Μάρτυρας ποιος θα είναι;»
«Ο Άλαθας φυσικά», είπε χωρίς να την αφήσει.
«Ναι ρε Άρθερ!» πανηγύρισε νοητικά. Μωβ μάτια, αμυγδαλωτά καρφώθηκαν στο φόρεμα.

~
Ευχές γονιμότητας και αστεία, κακόγουστα, σύμφωνα με την ανέκφραστη προσωπίδα της Ιλίντιεν αντηχούσαν στους μαρμάρινους τοίχους του λουτρού και χρωμάτιζαν τις αρχαίες πέτρες σε αποχρώσεις χαράς και επαίνου. Τα κεφάλια των ιδιοκτητών άγγιζαν το έδαφος, το ίδιο και των βοηθών τους. Όλος ο πλούτος της Θαλανίλ αδυνατούσε να εξαγοράσει την τιμή της παρουσίας του Βασιλιά και του στενού του συνεργάτη, ιδιαίτερα όταν ο δεύτερος ήταν μέλος των Τριάντα. Στη σάλα με τα βαθυπράσινα υφάσματα και τα βελούδινα ανάκλιντρα περίμεναν αναψυκτικά και μαυροκόκκινο κρασί από τη Μπόρον.Ο Ίλεθ το προτιμούσε στυφό.

Η Ιλίντιεν κρατούσε τρίλαβη, μακριά λύκηθο -του γαμπρού- γεμάτη παράστασεις από κατορθώματα ηρώων που εξυμνούσαν τις αρετές του. Έκανε να κινηθεί προς τις μαξιλάρες, αλλά το δρόμο της έκοψε ο Ράταρ Χύαμ που κατέβαζε ήδη τα περιεχόμενα ενός γαλαζοκίτρινου μίγματος, Ανθός της Λίμνης, πικάντικο Βαλησίνικο πότο. Πρόλαβε κι έκανε ένα βήμα δεξιά, πριν τη χτυπήσει καταλάθος με τα χέρια του που άνοιγε διάπλατα, ενώ βρυχόταν σε ένδειξη θάρρους και ανδρισμού. Η Ιλίντιεν μάντευε πως ο βρυχηθμός προσπάθησε να καλύψει τον πόνο από το κάψιμο στο φάρυγγα. Άφησε τη λύκηθό της σε ένα από τα μεταλλικά στηρίγματα και γέλασε με την υπόλοιπη παρέα την ώρα που η ματιά της έβρισκε εκείνη του αδερφού της.

«Προφανώς και δεν περιμένεις να σε λούσω», ψιθύρισε ενώ ο ιδιοκτήτης ανακοίνωνε ότι το λουτρό ήταν έτοιμο στον Έλντρεντ Ενάλλα Γ’ τον Απαστράπτων, χωρίς να παραλείψει υπόκλιση. Το στραβό γελάκι στα χείλη του Ίλεθ, σαν νότες αγνού αιθέριου ελαίου, την ανακούφισε.
«Μπορεί να θέλεις να δοκιμάσεις το πράσινο», απάντησε και αφέθηκε να παρασυρθεί από το γιορτινό όχλο που ξεχύθηκε στο διάδρομο. Ζητοκραύγαζαν για το μέλλοντα γαμπρό και επαινούσαν τις αρετές του δυνατότερα από Νάνους. Μακριά από την πομπή, η σύζυγος του ιδιοκτήτη και οι ξωτικές υπάλληλοι της ακολουθούσαν με δείλα βήματα, μάτια πλανεμμένα, γεμάτα λαχτάρα για το Λαζ Λαζτάνα.

«Για τον Άρθερ», ψιθύρισε η Ιλίντιεν καθώς γέμιζε ένα κρυστάλλινο ποτήρι με το πράσινο ποτό. Της έκανε εντύπωση η διαύγειά του, η έλλειψη αυτής της ιξώδους κίνησης των γλυκών ποτών. Ήπιε μια καλή γουλιά από περιέργεια. Στον οισοφάγο της εξαπολύθηκε υγρή φωτιά, γλίστρησε γρήγορα ως το στομάχι της και εξερράγη σαν παγωμάρα που απλώνονταν σε όλο το στήθος, για να σβήσει στα πλευρά. Γεύσεις σπάνιων πιπεριών άνθισαν στον ουρανίσκο της, κάθε κύτταρο αναστήθηκε από μέσα προς τα έξω. Απόλαυση.

Δεν άργησε να ακουστεί και η μουσική που ο ίδιος ο Βασιλιάς είχε επιμεληθεί με τις διαφορετικές του ορχήστρες κάθε μέρα. «Ενδιαφέρον», σκέφτηκε η Ιλίντιεν και έβαλε άλλο ένα ποτήρι από το καυτερό ποτό, σίγουρα καυτερότερο από το γαλαζοκίτρινο που λύγισε τον πρωτότοκο των Χύαμ λίγα λεπτά νωρίτερα. Επικεντρώθηκε σε εκείνη την πολυθρόνα που της στέρησαν και διαπίστωσε πως φάνταζε το ίδιο θελκτική με πριν, όμως έριξε άλλη μια ματιά στη λύκηθο που ξεκουράζονταν στην ειδική της βάση. Η Ιλίντιεν μελέτησε την παράσταση που έβλεπε, ένα ηρωικό ξωτικό με κατάμαυρα μαλλιά να βαδίζει προς τον ήλιο, κλασική απεικόνιση στις λύκηθους των γαμπρών. Την έστρεψε στο ένα τέταρτο και απορροφήθηκε από τη μορφή του Ίλεθ ενάντια σε δύο Γκλάϊλιθ, τα μυθικά τέρατα που ζουν στην κορυφή των Βουνών της Δόξας, με ένα δόρυ στο χέρι. «Άνετα είναι αλήθεια», σκέφτηκε και γύρισε λίγο ακόμη τη λύκηθο για να αντικρίσει την ίδια μορφή με τα κατάμαυρα, μακριά μαλλιά ενάντια σε μια στρατιά Νάνων. Στο αριστερό χέρι το σάκραμ και στο δεξί ένα μαστίγιο. Έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει με περηφάνια και καμάρι για το Λαζ Λαζτάνα. Ήταν τιμή και ευτυχία να τον έχει αδερφό της κι ας τους γαλούχησαν οι γονείς τους με τις ελάχιστες επαφές. Όσο κι αν την πονούσε, η Ιλίντιεν κατανοούσε την πρόθεσή τους να σκληραγωγήσουν και τα δύο παιδιά τους, ώστε μια μέρα να απαθανατίζονται σε μεγαλειώδεις παραστάσεις. Ο Ίλεθ ήταν μοναδικός, το ίδιο και η Ιλίντιεν που, μία μέρα θα τον ξεπερνούσε.

«Πού ταξιδεύεις Λαζτάνα;», η ερπετοειδής φωνή ακούστηκε επικίνδυνα κοντά στο αυτί της. Η Ιλίντιεν περιστράφηκε με ασύλληπτη ταχύτητα και άρπαξε, με το ένστικτο του Πολεμιστή, το χέρι που ετοιμάζονταν να αγγίξει το λαιμό της στη μέση της κίνησης. Απαγορεύονταν να την αγγίζουν αν δεν άγγιζε πρώτα εκείνη.
«Γιατί δε λούζεις το γαμπρό παρέα με τους υπόλοιπους;» απάντησε η Ιλίντιεν με σιγουριά. Μισόκλειστα μάτια, γεμάτα οργή καρφώθηκαν στη λιγνή φιγούρα με τα πορτοκαλί μαλλιά.
«Το καθήκον μου εκπληρώθηκε στο Λαζ Λαζτάνα, και αποφάσισα πώς ήρθε η ώρα να ευχαριστηθώ κι εγώ τη γιορτή.»
Η Ιλίντιεν εκνευρίστηκε από τη φυσικότητα του ισχυρισμού του.«Αφού το αποφάσισες μόνος σου, καλή απόλαυση μόνος σου.» τόνισε έντονα τις λέξεις.
Το ξωτικό απελευθέρωσε το χέρι του με ψυχραιμία και κινήθηκε προς το μπουφέ για ένα ποτήρι κρασί. Το ύψωσε στην υγειά της Ιλίντιεν. Εκείνη συνέχισε να τον τρυπά με τα μωβ της μάτια.
«Γιατί τόσο απόμακρη;» συνέχισε προκλητικά, αλλά η Ιλίντιεν τον έκοψε.
«Θυμήσου που είσαι, με ποιους είσαι, σε ποια πόλη σου επιτρέπουν να μείνεις.»
«Πώς το ξέχασα ο ταπεινός, Ιλίντιεν Άτρας, γόνε των Αρχαίων Τριάντα, που μου επιτρέπετε να μείνω στην παμπάλαια πόλη σας και πρέπει να υποκλίνομαι συνεχώς στο Βασιλιά μας. Ύβρις.» απάντησε με ειρωνεία και ίσιωσε το μπλε μανδύα του.
Μία σκιά φάνηκε στην πόρτα και εξαφανίστηκε. Σαν από ένστικτο, η ματιά της πέταξε στη στολισμένη αψίδα και επέστρεψε στο Ξωτικό περισσότερο θυμωμένη. Η σκιά πρέπει να ήταν υπηρέτης.
«Αναμένω αφοσίωση σαν του αδερφού σου Λαζτάνα, ο Βασιλιάς έχει παντού μάτια, εμείς είμαστε τα μάτια του.» Η Ιλίντιεν ξανακοίταξε προς την είσοδο.
Το πρόσωπο του συνομιλητή της συνοφρυώθηκε, έπνιξε ένα αναστεναγμό αγανάκτησης στους απόηχους της μουσικής.
«Σοβαρά τώρα, με συγκρίνεις με το μικρό Ρούεναρ;»
Η Ιλίντιεν δεν απάντησε. Εκμεταλλεύτηκε τη σιωπή για να το μελετήσει, αν και δεν ήταν η πρώτη φορά. Το μόνο που έκανε τους τελευταίους μήνες ήταν να μελετά το Λυάρι Σμάλντυ, τον αδερφό του φίλου και συμπολεμιστή της. Το ξωτικό που αντίκριζε, κάθε άλλο παρά άσχημο μπορούσε να το χαρακτηρίσει. Αν και κάποιος από τους προγόνους του ήταν Άνθρωπος, ο Λυάρι Σμάλντυ δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα αρχαία ξωτικά της Θαλανίλ. Ήταν εύστροφος, αφοσιωμένος στο Βασιλιά, Λαζτάνα των Αλχημιστών, μέλος του τάγματος της Φωτιάς. Πάνω από όλα, ήταν στενός συνεργάτης του Ίλεθ. Αυτό από μόνο του έπρεπε να σημαίνει κάτι. Όπως με τα δώρα της αδερφής του, έτσι και ο Ίλεθ διέθετε ένα ταλέντο να επιλέγει να περιβάλλεται μόνο από τους ικανότερους. Κι όμως... κάτι έλλειπε. Ακόμη και να στέφονταν, ποτέ του δε θα ήταν... Το πρόσωπο της Ιλίντιεν παρέμεινε σκληρό και απόμακρο.
 «Ξέρεις τι; Μιας και είστε φίλοι, επίτρεψέ μου να σου αποδείξω πως πήρες τη σωστή απόφαση να τον ακούσεις. Έλα μαζί μου Ιλίντιεν, έχουμε όλο το λουτρό δικό μας. Κανείς δε θα προσέξει πως λείπουμε, ο Ίλεθ είναι απασχολημένος.»
Αμετανόητη, η Ιλίντιεν κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Εκείνος δε θα λειτουργούσε έτσι, αυτό θεωρούσε τουλάχιστον.
«Συγγνώμη Λυάρι, δε λειτουργούμε με αυτόν τον τρόπο στη Θαλανίλ.»
«Ιλίντιεν, είναι γάμος! Έτσι ακριβώς λειτουργείτε στη Θαλανίλ, όσα περισσότερα τα ζευγάρια, τόσο πιο πετυχημένος ο γάμος. Η παράδοσή σας το λέει, ο ίδιος σου ο αδερφός το υποστηρίζει!»
«Δεν το υποστηρίζω όμως εγώ», σκέφτηκε και τα μάτια της πέταξαν και πάλι προς την πόρτα.
«Λυπάμαι. Ο γάμος του αδερφού μου δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.»
Μια ψηλή φιγούρα φάνηκε στην αψίδα. Η Ιλίντιεν, σαν να την περίμενε όλη την ημέρα έστρεψε την προσοχή πάνω της. Ήταν μονάχα ο ιδιοκτήτης που πήγαινε να φέρει κι άλλα έλαια. Κοίταξε και πάλι το Λυάρι. Στην προηγούμενη άρνηση και το θυμό φώλιαζε μια νότα απογοήτευσης, το τέλος μιας προγαμήλιας αλληλουχίας μεταξύ τους αλληλεπίδρασεων που θα επαναλαμβάνονταν μέχρι και την παραμονή.
«Λυπάμαι Λυάρι, Λέο, αλλά αυτές οι ημέρες είναι αφιερωμένες σε άλλον.»
~
Η είσοδος του Ναού της Μητέρας λειτουργούσε ως φραγμός για έννοιες όπως η ανυπομονησία και η απογοήτευση. Ακόμη και η συνεχής σκέψη του Άλαθας παραμερίστηκε από το θείο χέρι που ενσαρκώνονταν στις αγέραστες στήλες και το αιθέριο πέταγμα των ιερών πουλιών. Ο εξονυχιστικός έλεγχος των φρουρών φάνηκε παιχνιδάκι για την Ιλίντιεν που μέσα της φώλιαζε μία άλλη προσδοκία, κρυφή όσο και η μαντική τέχνη, το θείο δώρο στις Ιέρειες των Ξωτικών. Βάδισε με χέρια τεντωμένα και μεγάλα βήματα που αντηχούσαν μοναχικά στους ηλιόλουστους διαδρόμους της καρδιάς της Θαλανίλ. Προσπέρασε το λίκνο των Αλχημιστών και δεν έδωσε σημασία στις κοφτές, εναλλασσόμενες λάμψεις που παρομοίαζαν το φως των αστεριών. Η Ιλίντιεν πλησίασε την Αίθουσα των Χρησμών με ρηχές ανάσες και μάτια που άστραφταν. Στο θρόνο, την περίμενε μια Ιέρεια με ασημένια μαλλιά. Η καρδιά της Πολεμίστριας ράγισε.

«Τρεις κύκλοι καταλύονται με μπρούντζο. Φωτιές ατενίζουν πίσω, τρεμοσβήνουν. Σπόρος-θυσία στον πορφυρό ήλιο»

Όπως πάντα, ο χρησμός δεν έβγαζε νόημα. Στο γυρισμό, η Ιλίντιεν έπιασε τον εαυτό της να διακιολογεί τους γονείς της που απέφευγαν το Ναό. Ίσως να είχαν δίκιο. Ίσως, οι χρησμοί που είχαν πάρει στο παρελθόν να ήταν το ίδιο ακαταλαβίστικοι, να μη βγήκαν ποτέ αληθινοί. Οξύμωρο. Κανείς δε μπορούσε να γνωρίζει αν ο χρησμός πήρε σάρκα και οστά αν δεν τον κατανοούσε. «Αιώνιοι Πρόμαχοι της Μητέρας.» Η Ιλίντιεν διαλογίστηκε στη δήλωση που έγινε οικογενειακό ρητό στην επιστροφή. Την απασχολούσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο αντιπροσώπευαν τη Μητέρα τώρα τελευταία και απορροφήθηκε τόσο πολύ στις σκέψεις της που δεν κατάλαβε πότε έφτασε στο σπίτι. Παραλίγο να πέσει πάνω στον Ίλεθ. Ο αδέρφος της την κράτησε από τους ώμους και η Ιλίντιεν αναστέναξε νοητικά που έπρεπε να διακόψει τις σκέψεις της για να του αντιμιλήσει.
«Είμαστε έτοιμοι!» ακούστηκε ανησυχητικά αισιόδοξος και η Ιλίντιεν δεν μπόρεσε να μην τον κοιτάξει σαν αιφνιδιασμένο κοτόπουλο.
«Μαμά, γιατί χαμογελάει αυτός;» ρώτησε χαμηλόφωνα λες και τους είχε βρει κάποιο κακό.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί χαίρεται αυτός ο γιος μου», απάντησε πικρά όπως πάντα η Ντίλιθιλ Άτρας από το καθιστικό «σχεδόν αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε Μάρτυρα από τη μεριά των Γιελβίρε και να χάσουμε την κυριαρχία μας»
Η εκρηκτική λάμψη επέστρεψε με μιας στα μάτια της Ιλίντιεν και η μητέρα της συνέχισε να μιλά με τα μάτια στο βιβλίο.
«Ποιος καρδιακός φίλος φτάνει την παραμονή του γάμου του αδερφού του;»
«Αα.. γι’αυτό ε;» προσπάθησε να απαντήσει όσο πιο ανόρεχτα ήταν δυνατό για να μην καταλάβει η μητέρα της ότι η Ιλίντιεν έλαμπε ολόκληρη, όσο κι αν προσπαθούσε να συγκαλύψει τον εσωτερικό της πανηγυρισμό. «ΗΡΘΕ Ο ΑΛΑΘΑΑΑΣ!!!!!!!!!!!»
«Θα συμφωνήσω μητέρα. Αφήνω το χρησμό στην είσοδο και θα αποσυρθώ στο δωμάτιό μου μέχρι τη βραδυνή τελετή, ώστε να παρουσιαστώ άξια και έτοιμη.» είπε η Ιλίντιεν και ανέβηκε τα σκαλοπάτια με τη συνοδεία μουρμουρητών της μητέρας της για το πόσο προσεκτικοί θα έπρεπε να είναι σαν οικογένεια μπροστά στους υπόλοιπους Τριάντα και άλλες ασήμαντες φλυαρίες.

Μόλις κλείδωσε, έριξε μια ματιά στα ρούχα της και αποφάσισε πως ήταν άνετα. Ύστερα κοίταξε το παράθυρο του παιδικού της δωματίου. Παλιόφιλος. Ο μηχανισμός του άνοιξε χωρίς το παραμικρό τρίξιμο, έτσι κάνουν οι σωστοί οι φίλοι και η Ιλίντιεν, παρά το μυώδη της σωματότυπο, κατέβηκε στον κήπο καλύτερα και από Πολεμιστή του Αλ Ρασίντ. Ξεκίνησε για το σπίτι των Φίνλουεν σαν προσεγμένη αστραπή, δηλαδή αρκετά γρήγορα για να μην πεθάνει από την ανυπομονησία της και αρκετά περήφανα ώστε να μην τη δείχνει. Μέρος της ήθελε να τον βρίσει, να του κακιώσει λίγο που άργησε τόσο. Δε μπορούσε να του παραπονεθεί όμως από την πρώτη στιγμή που θα τον έβλεπε, δεν είχε και το δικαίωμα. Ταξίδεψε από την άλλη μεριά του κόσμου για να βρίσκεται εδώ και εξάλλου, ελεύθερο Ξωτικό ήταν, έκανε ότι ήθελε. Ή μήπως δεν ήταν; Η Ιλίντιεν αγχώθηκε. Θα μπορούσε απλά να τον χαιρετήσει, να τον καλωσορίσει ίσως. Κακή ιδέα. Θα μπορούσε απλά να του πει ότι χαίρεται και την τιμά που θα είναι και οι δύο Μάρτυρες στο γάμο του Ίλεθ. Μάλλον θα τη ρωτούσε γιατί δεν περίμενε ως την επόμενη. Θα την ανακάλυπτε. Όχι, όχι! Δεν έπρεπε να καταλάβει. Ούτε ο Ίλεθ έπρεπε να καταλάβει! Τι να του πει τότε;

Τα βήματά της σταμάτησαν στην πύλη, όπου στέκονταν κάποιος από το προσωπικό. Την αναγνώρισε. Ακόμη κι αν δεν την αναγνώρισε προσωπικά, το παρουσιαστικό της μαρτυρούσε την καταγωγή και το άτομο για το οποίο είχε έρθει. Ο άνδρας μπήκε στο εσωτερικό του σπιτού για να την ανακοινώσει, αλλά δεν της επέτρεψε να εισέλθει. Κανένα πρόβλημα. Θα τον συναντούσε στην είσοδο, ακόμη και στη Σοβέη αν χρειαζόταν. Ακολούθησαν λίγα λεπτά αμήχανης ησυχίας. Η αναμονή έσπασε με τον υπάλληλο να προπορεύεται και τη μητέρα του Άλαθας να ακολουθεί. Ο σωστός Πολεμιστής όφειλε να αναγνωρίζει την ήττα του πριν τον πληγώσει θανάσιμα και η Ιλίντιεν είδε την ήττα της να έρχεται ντυμένη σε όλη την επισημότητα και την κρυάδα που επέβαλε η θέση της.

«Πολεμιστές,» μίλησε χωρίς να την κοιτάζει «οι αρετές σας θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνουν υπομονή και σεβασμό στον κόπο του συντρόφου. Αντ’ αυτού, προβάλετε αδηφαγία και πίεση.»
Μετά την εισαγωγή της επικεντρώθηκε στην Ιλίντιεν. Ο Άλαθας κληρονόμησε τα μάτια από τη μητέρα του, όχι όμως τη σκληρότητά τους.
«Ο Άλαθας έκανε μεγάλο ταξίδι γι’ αυτό το γάμο και έχει ανάγκη να ξεκουραστεί, ώστε να είναι άξιος και ευπαρουσίαστος στο γάμο του Λαζ Λαζτάνα. Το ίδιο θα πρότεινα και για εσένα νεαρή Άτρας. Ας σου υπενθυμίσω το χρέος σου μπροστά στο Βασιλιά και τον Υπαρχηγό του στρατού μας μιας και οι γονείς σου αδυνατούν να σε εκπαιδεύσουν στα αρχαία ιδανικά μας.»

Η ζέστη της ημέρας φάνηκε να υποχωρεί, καθώς η θερμοκρασία άρχισε να κατεβαίνει γύρω από την Ιλίντιεν. Τα αντανακλαστικά της οξύνθηκαν, οι αισθήσεις αντιλαμβάνονταν περισσότερα από πριν. Μισόκλεισε τα παγωμένα μάτια... και σταμάτησε. Δεν ήταν η θέση της να δράσει ενάντια σε πρεσβύτερη. Η θερμοκρασία επανήλθε και η Ιλίντιεν πήρε το δρόμο του γυρισμού αφού ευχαρίστησε τη μητέρα του Άλαθας για την προνοητικότητα και τη σοφία της, ενώ ενδόψυχα εύχονταν να την είχε χτυπήσει.

~
Τρεις χτύποι στην εξώπορτα. Ποτάμι οι καλεσμένοι της νύφης άκουσαν το σύνθημα και ενώθηκαν με το ενθουσιασμένο πλήθος του γαμπρού και οι χοροί έγιναν πιο ζωηροί. Στο περβάζι φάνηκε η Λάϊριε Γιελβίρε, θαυμάσια στο πράσινό της φόρεμα από τούλι, κεντημένο με σκαλιστά λουλούδια. Έκανε ένα βήμα πίσω από την έκπληξη, αλλά ο Έλντρεντ Ενάλλα, ντυμένος –όπως πάντα- στα λευκόχρυσα, της έτεινε το χέρι κι εκείνη περπάτησε μαζί του με τα μάτια στο πλακόστρωτο. Το κοκκίνισμα στα μάγουλά της διαγράφονταν ακόμη και κάτω από τα τρία πέπλα. Η Ιλίντιεν σκέφτηκε πως δε θα μπορούσε να είναι τυχερότερη. Όσο όμορφη και να ήταν, δε θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με το θνητό θεό που σήκωσε το πρώτο από τα τρία πέπλα. Στο οπτικό πεδίο της Ιλίντιεν, όπως και του ήλιου διαγράφονταν η πλάτη του, δυνατή όπως ταίριαζε στην ατσάλινη θέλησή του. Τα πυκνά, κατάμαυρα μαλλιά του άστραφταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ακόμη και το φως εύχονταν να είχε μάυρα, μακριά μαλλιά εκείνη την ημέρα. Ο Ίλεθ, με στιβαρή κορμοστασιά που συνδύαζε τη στρατιωτική του πειθαρχεία και την ευγενική του καταγωγή, γύρισε προς το πλήθος. Όλα τα στόματα σώπασαν, καθώς πάλευαν να μαζέψουν σαγόνια που έχασκαν. Ο Άριστος των Άριστων πολιόρκησε τις καρδιές του πλήθους με τα μεγάλα, βιολετί μάτια της κατάκτησης και το πλήθος παραδόθηκε εθελούσια στο δυνάστη του. Η Λάϊριε, ανίκανη να αντισταθεί στην ασφυκτική του γοητεία, τον άγγιξε στο στήθος, εκεί που παρακαλούσε ότι η καρδιά του χτυπούσε για εκείνη. Στην πραγματικότητα, κατάφερε να αγγίξει μόνο τη μεταξένια, χρυσοκέντητη πουκαμίσα που έφτανε ως τα γόνατα, πράσινη κι εκείνη, με ψηλό λαιμό, για να τονίζει την αρχοντικότητα του γαμπρού σε δυσθεώρητα επίπεδα. Το πλήθος ξεκίνησε να κινείται με ένα του αγέρωχο νεύμα.

Πίσω από το ζευγάρι ακολούθησαν οι Μάρτυρες της τελετής, τιμώμενα πρόσωπα, πάντα ντυμένα στα κόκκινα. Δυο τρυφερά χέρια απλώθηκαν στην κατεύθυνση της Ιλίντιεν, χέρια σίγουρα, ασφαλή, στα οποία έπλεξε τα δικά της σταυρωτά, όπως όριζε η παράδοση. Βάδισαν πλάι πλάι και με χαρά, η Ιλίντιεν διαπίστωνε πως παρέμεναν ανεχλότητοι. Έστρεψε το βλέμμα της δεξιά και χαμογέλασε. Ήταν εκεί, ένα όνειρο, με την πορφυρή του πουκαμίσα και τα κρύσταλλα πλεγμένα στα μαλλιά, ο κρυφός της ήλιος. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και ο Αλάθας της χαμογέλασε ζεστά, η καρδιά της αναζωογονήθηκε. Έσφιξαν περισσότερο τα χέρια, τύλιξε τις παλάμες της στις δικές του και της έγνεψε πως ήταν πια παρών. Λόγια δεν ειπώθηκαν. Το βλέμμα της Ντίλιθιλ ήταν καρφωμένο πάνω τους.

Ίλεθ και Λάϊριε στάθηκαν μπροστά στο Βασιλιά, που ανέλαβε να κάνει ο ίδιος την τελετή.
«Συναινώ.» απάντησε καθάρια ο Ίλεθ στην έρωτηση του Έλντρεντ Ενάλλα για τις υποχρεώσεις του ως σύζυγος με τη μπάσα φωνή του. Οι καλεσμένοι αναρρίγησαν. Η Λάϊριε δεν περιμένε καν την ερώτηση του Βασιλιά για να δηλώσει τη συναίνεσή της, εξάλλου, είχε μάτια μόνο για τον Ίλεθ.

Η Ιλίντιεν καταπίεσε με επιτυχία μία γκριμάτσα απέχθειας προς τη μέλλουσα νύφη της. Ανεπάγγελτη, αλλά όμορφη, πλούσια και προφανώς τυφλή. Αν η Ιλίντιεν την έκρινε αδύναμη, τότε ο Ίλεθ τη θεωρούσε ανίκανη. Προφανώς και δεν τον ένοιαζαν τα αισθήματά της, μόνο η περιουσία της.
«Μάρτυρα επικυρώνεις;» η γνώριμη φωνή του Βασιλιά την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Επικυρώνω μετά τιμής.» οι δυο τους αναφώνησαν με μια φωνή.
 «...τον Άρθερ μου...»
Το τρίτο πέπλο σηκώθηκε και επίσημα πλέον, η Λάϊριε Γιελβίρε άφησε μία οικογένεια των Τριάντα της Θαλανίλ, για να προσαρτηθεί σε μία άλλη.

~

Όσο οι καλεσμένοι σερβίρονταν από Ξωτικά με μαλλιά πιασμένα σε σφιχτές κοτσίδες, η Ιλίντιεν, με το ένστικτο της Πολεμίστριας τους παρατηρούσε από την υπερυψωμένη θέση της, πλάι στον αδερφό της. Η μητέρα τους είχε φροντίσει να είναι όλα σωστά για τον πρωτότοκό της. Οι καλεσμένοι κάθονταν αμφιθεατρικά, με σειρά σημαντικότητας. Πιο κοντά στο τραπέζι των νεόνυμφων τοποθέτησαν το Βασιλικό ζεύγος, σε δικό τους τραπέζι και τους γονείς των νεόνυμφων. Σειρά είχαν οι Λαζτάνα ανεξαρτήτου φατρίας και κάτω από αυτούς βρίσκονταν οι στρατηγοί και τα μέλη των οικογενειών των Τρίαντα της Θαλανίλ. Λοιποί συγγενείς και συνεργάτες κάθισαν μακρύτερα, εκεί που το άκαμπτο χέρι της ιεραρχίας αδυνατούσε να φτάσει. Όλοι ήταν ντυμένοι σύμφωνα με τους κανόνες. Τα χρώματα που απαγορεύονταν ήταν το λευκό, που συμβόλιζε το πένθος, αλλά και που ήταν το χρώμα του Βασιλιά, το κόκκινο, στο οποίο ήταν ντυμένοι μόνο οι Μάρτυρες και φυσικά, το πράσινο των νεόνυμφων. Ειδικά για το πράσινο, ενώ ήταν το χρώμα της γονιμότητας και οι ελεύθεροι νέοι ενθαρρύνονταν να το φορέσουν, στους γάμους θεωρούνταν ζήλια προς το ζευγάρι. Αντίστοιχα, απαγορεύονταν και οι κρύσταλλοι. Η παράδοση όριζε πως κάποιος κακόβουλος θα μπορούσε να χαρίσει κρύσταλλο στο γαμπρό ή τη νύφη και να διαλύσει το γάμο και γι΄αυτό αποφεύγονταν. Η καταπίεση σε μία αυστηρά ιεραρχική κοινωνία όμως, έκανε τα μέλη της εφευρετικά. Στην παράδοση της Θαλανίλ, όσα περισσότερα νέα ζευγάρια προέκυπταν από ένα γάμο, τόσο πιο επιτυχημένος θεωρούνταν και έτσι, παρόλο που οι κρύσταλλοι και τα πράσινα απαγορεύονταν, όλοι οι νέοι φορούσαν κορδέλες με μικροσκοπικά μπουκέτα λουλουδιών στον αριστερό καρπό και μπορούσαν να τα δωρίσουν σε εκείνη ή εκείνον που τους ενδιέφερε.

Τα μάτια της Ιλίντιεν ανίχνευαν ήδη αρκετούς καρπούς χωρίς μπουκετάκι, όπως για παράδειγμα, του Άιραμ, που απολάμβανε κρασί παρέα με τη Βεστέλ και το ζεύγος Νολάριον στο εξωτερικό του κύκλου. Οι συμπολεμιστές της αντιλήφθηκαν τη ματιά της και έκαναν από μία αστεία γκριμάτσα, στην οποία ήξεραν πως η Ιλίντιεν δε θα επιτρέπονταν να ανταποκριθεί. Αντ’ αυτού, η Μάρτυρας του γαμπρού ύψωσε το κρυστάλλινο ποτήρι της και τους ευχήθηκε ενώ το έπιανε απαλά, ίσα που το μεσαίο δάχτυλο να ξεφεύγει λιγάκι προς τα πάνω. Οι φίλοι της γέλασαν και ο Ντούριλ με τη γερακίσια αντίληψη τους κεραυνοβόλησε. Βέβαια, ο Ντούριλ δε θα έπρεπε να κάθεται τόσο έξω, ήταν κι αυτός Λαζτάνα. Η Ιλίντιεν δεν περίμενε κάτι λιγότερο από το Δάσκαλό της όμως, που ζούσε για να σπάει τους κανόνες με ευγένεια και καλλιέργεια.

Πρώτα ξεκίνησαν οι αγώνες επίδειξης και η Ιλίντιεν έπιασε τον εαυτό της με μια δίψα να πατήσει πάνω στο τραπέζι και να βρεθεί ανάμεσα στα σπαθιά, δίψα που μοιράζονταν με τον αδερφό της. Το ήξερε από το περήφανο και ταυτόχρονα περιπαικτικό βλέμμα που μοιράστηκαν, πριν κάποιος του τραβήξει την προσοχή. Η ματιά της στράφηκε στη θέση δίπλα από τη νύφη, στον Άλαθας που την περίμενε με το ακαταμάχητό του χαμόγελο. Ύψωσαν τα ποτήρια σε μια πρόποση γεμάτη προσδοκίες.

Σειρά είχε ο χορός. Ο Βασιλιάς, φανερά ευτυχισμένος με τη χαρά του Ίλεθ, αρνήθηκε να χορέψει πρώτος με τη σύζυγό του και επέμεινε να σηκωθεί το ζευγάρι. Ακόμη και μετά την τελετή, η Ιλίντιεν αντιλήφθηκε πολλά λάγνα μάτια να παρακολουθούν τον αδερφό της γεμάτα πείνα. Ιδιαίτερη εντύπωση της έκανε ένα γνώριμο πρόσωπο. Μία από τις αδερφές Μαέραλ, η ξανθιά, έπαιζε επίμονα με το μπουκετάκι της, όσο έτρωγε τον Ίλεθ με τη φαντασία της.
«Για τον Άρθερ παιδί μου, είσαι πολύ μικρή.» σκέφτηκε παρατηρώντας την ανήλικη –ακόμη- Αλχημίστρια. «Σιχαμένοι Αλχημιστές...»

Ο πρώτος καβαλιέρος δεν άργησε να πλησιάσει τη αδερφή του γαμπρού, αλλά δε φορούσε μπουκετάκι. Ήταν ο θείος της, Μάνυαρ Άτρας, πάντα ζεστός και πατρικός, σε αντίθεση με τους γονείς της, που ήθελε να την αφήσει να λάμψει. Η Ιλίντιεν τον αγκάλιασε σφιχτά και άφησε να την οδηγήσει στο κέντρο του χορού, εκεί που όλοι θα είχαν τα βλέμματα πάνω της. Ο πονηρός.
«Θα σε αφήσω σε δύο στροφές και πίσω μου θα σε περιμένουν τρεις –όχι- όλοι.» είπε και της έκλεισε το μάτι ζαβολιάρικα. Η Ιλίντιεν γέλασε και ο επόμενος καβαλιέρος της έδωσε το μπουκετάκι πάνω στο χορό.
«Άτιμε Άτρας.» σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά στον εαυτό της. Γιατί να μην είναι έτσι και οι δικοί της γονείς;
Πολλούς καβαλιέρους αργότερα, η Ιλίντιεν γύρισε στη θέση της με μια αγκαλιά μπουκετάκια. Τα αράδιασε στο τραπέζι και δεν τους ξαναέδωσε σημασία, διότι για εκείνη υπήρχε μόνο ένας. Διαπίστωσε πως ο Άλαθας έλλειπε από τη θέση του. και στη δική του μεριά είχαν μαζευτεί αμέτρητα λουλούδια. «Μα φυσικά.» 
Κάθισε για λίγο νερό. Το μάτι της πήρε τον Ίλεθ να μιλά με τον Πρέσβη της Ερίσνα, ενώ η Λάϊριε κρέμονταν από τον αγκώνα του. «Για τον Άρθερ καλή μου...»
«Λίγο κρασί;» το φως επέστρεψε και πάλι στο πρόσωπό της ενώ ο Άλαθας της γέμισε το ποτήρι. Κάθισε δίπλα της και ήπιαν μαζί, εξηγώντας πως είχαν εξελιχθεί οι ζωές τους μέχρι σήμερα. Της εξήγησε πως ήταν η καθημερινότητα στην Ακαδημία Ράζναρυ, πόσο ελεύθεροι και φιλικοί είναι όλοι, όπως ακριβώς τους είχε μιλήσει και ο Ντούριλ για τα μαθητικά του χρόνια εκεί. Φορούσε ακόμη το μπουκετάκι του. Η Ιλίντιεν του εξιστόρησε τα δικά της κατορθώματα, τα επιτεύγματα και τις προαγωγές της, πράγμα που ο Άλαθας φαίνονταν να απολαμβάνει. Κι εκείνη φορούσε ακόμη το μπουκετάκι της.

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι την επόμενη πρόταση για χορό, αυτή τη φορά από τον ίδιο το Βασιλιά. Η Ιλίντιεν ορθώθηκε από τη καρέκλα με τη σιγουριά πρωταθλητή και όλη την επισημότητα που ταίριαζε στη θέση της. Ύψωσε το κεφάλι και πήρε το χέρι του σαν να τον οδηγούσε εκείνη.
«Πανέμορφη.» της σχολίασε στο πρώτο τους βήμα.
«Ανταποδίδω Μεγαλειότατε.» απάντησε απρόσωπα.
«Ιλίντιεν.» την προέτρεψε
«Μεγαλειότατε.»
Δεν είχε σκοπό να αποκλίνει από τη μάσκα. Στη στροφή, είδε τον Άλαθας να την περιμένει πίσω στο τραπέζι. Άλλαξε και πάλι καβαλιέρο. Χόρεψε τυπικά και ετοιμάστηκε να αλλάξει και πάλι. Το επόμενο χέρι γράπωσε δυναμικά τον καρπό της και η Ιλίντιεν ετοίμασε την αριστερή της γροθιά για σύγκρουση.
«Σμάλντυ!» συνειδητοποίησε μόλις τον είδε και κατέβασε το χέρι της με κόπο.
«Χόρεψε μαζί μου Λαζτάνα.» της απάντησε και ξεκίνησε το χορό.
«Δε μπορείς να είσαι λίγο πιο ευγενικός;» είπε εκνευρισμένη. Ο Λυάρι φορούσε κι αυτός το μπουκετάκι του.
«Θα με συγχωρέσεις για την ανυπομονησία μου Λαζτάνα. Αν αργούσα λίγο ακόμη, θα έχανα την ευκαιρία να δεχθώ το μπουκετάκι σου.»
«Άλλο μπουκετάκι θα δέχτεις αν συνεχίσεις να με σφίγγεις Σμάλντυ και θα είναι και μεγάλο.» είπε, αλλά μέσα της κατανοούσε ότι ο Λυάρι περίμενε την Ιλίντιεν να αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό. Τι πείραζε ένας χορός; Τα μάτια της κινήθηκαν προς το τραπέζι από ένστικτο. Ο Άλαθας έλλειπε.
«Μπορώ να έχω την προσοχή σου Λαζτάνα;» ο Λυάρι της ψιθύρισε φανερά χαλαρωμένος. Την κρατούσε πλέον απαλά και στο δεξί χέρι κρατούσε ένα ποτήρι κρασί. Η Ιλίντιεν μάλωσε τον εαυτό της που του φέρθηκε και πάλι σκληρά. Το μόνο που έκανε ήταν να τη διεκδικεί, οπότε του έδωσε την προσοχή που του άξιζε κι εκείνος χαμογέλασε.
«Αυτό το κρατούσα για την κατάλληλη στιγμή», έδειξε το μπουκετάκι με τα λουλούδια και της έσφιξε πάλι το χέρι.  «Περιμένω καιρό και πιστεύω ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για-»
Τα λόγια του κόπηκαν απότομα μόλις αντίκρυσε την ευγενική, μα επιβλητική παρουσία με την πορφυρή πουκαμίσα δίπλα του. Η Ιλίντιεν κράτησε την ανάσα της.
«Σε ευχαριστώ που κράτησες συντροφιά στην Ιλίντιεν όσο έλλειπα Λυάρι Σμάλντυ. Οι Μάρτυρες θα χορέψουν τώρα μαζί.»
Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε έτσι όπως Θεραπευτής και Αλχημιστής κοιτάχτηκαν με μίσος. Τα μάτια του Λυάρι εκτόξευαν κεραυνούς προς έναν ακλόνητο Άλαθας. Η συνηθισμένη του γλυκύτητα τον είχε εγκαταλείψει και τη θέση της είχε πάρει μια αποφασιστικότητα που η Ιλίντιεν δεν είχε αντικρίσει ποτέ ξανά. Ο Λυάρι κατάλαβε γρήγορα τη θέση του, καθώς ένας Πρεσβύτερος Λαζτάνα τον προκαλούσε ενώπιον της αρχαίας πόλης.
«Με χαρά Σεβάσμιε», του απάντησε ήρεμα και έκανε ένα βήμα πίσω. Ύστερα, φάνηκε να σκοντάφτει και το κρασί λέρωσε την πουκαμίσα του Άλαθας. Η Ιλίντιεν άνοιξε τα μάτια σοκαρισμένη και ο Σμάλντυ κοίταζε πονηρά, αλλά ο Άλαθας, σαν να μην είχε γίνει τίποτα, γύρισε την πλάτη και κινήθηκε προς το τραπέζι με το κεφάλι ψηλά.
«Θα με συγχωρέσετε Λαζ Λαζτάνα για την παρατυπία,» είπε προς τον Ίλεθ που ήδη του είχε σηκώσει το ποτήρι στην υγειά του, «και θα επιτρέψετε σε αυτό το Θεραπευτή να μοιραστεί τη χαρά σας με την ενδυμασία του δασκάλου.»
Ο Άλαθας ξεκούμπωσε την κόκκινη πουκαμίσα με χάρη, την έβγαλε από πάνω του με περίσσεια φροντίδα και την εναπόθεσε στο κάθισμά του σαν να αποχωρίζονταν έναν παλιό φίλο, ύστερα, γύρισε προς το Σμάλντυ και την Ιλίντιεν που τον κοίταζαν σοκαρισμένοι, όπως και όλοι οι υπόλοιποι καλεσμένοι, γιατί κάτω από την υπέροχη πουκαμίσα, ο Άλαθας φορούσε ρούχα με τα χρώματα της Ακαδημίας Ράζναρυ. Ο Σμάλντυ αποσύρθηκε συντετριμένος και η Ιλίντιεν είχε μείνει στήλη άλατος. Δεν ήξερε αν ένιωθε ευτυχισμένη ή τρομοκρατημένη, μάλλον και τα δύο, βλέποντας κρυφά τον Ίλεθ να στραβογελά και έστρεψε τα μάτια της και πάλι προς τον Άλαθας, στα ρούχα του που είχαν μία παχιά ασημένια λωρίδα και που το υπόλοιπο ήταν... αδιαμφισβήτητα, το άλλο χρώμα ήταν... ήταν πράσινο! Και έρχονταν για εκείνη!
Το πλήθος άνοιξε δρόμο να περάσει ο Σεβάσμιος των Θεραπευτών, ο οποίος εκμηδένισε την απόσταση μέχρι την Ιλίντιεν, με τον αέρα του νικητή. Σε αντίθεση με το Σμάλντυ, ο Άλαθας έτεινε επίσημα και ευγενικά το χέρι του προς την Ιλίντιεν.
«Θα μου κάνεις την τιμή Ιλίντιεν;»
Ο κόσμος δεν ήταν πια ο ίδιος. Το περιβάλλον είχε σβήσει, ακόμη και η μουσική ακούγονταν από μακρυά. Μόνο ένα πράγμα την ένοιαζε, χόρευαν μαζί. Ο Άλαθας κρατούσε το χέρι της προστατευτικά και με το άλλο στη μέση της, την καθοδηγούσε με στοργή που δεν είχε βιώσει ξανά. Τα μάτια της άστραφταν, χαμογελούσε. Εκείνο το χαμόγελο ήταν αυθεντικό, ήταν μοναδικό και προορίζονταν μόνο για εκείνον. Βήμα το βήμα περιστρέφονταν συγχρονισμένοι, σαν να είχαν προβάρει εκείνο το χορό από καιρό. Στροφή μετά τη στροφή, ο χώρος τους ανήκε, η στιγμή τους ανήκε, ο χρόνος έπαψε να κυλά. Η Ιλίντιεν έκανε ένα βήμα πίσω και μία στροφή, τα ρουμπίνια στο φόρεμά της διοχέτευαν ουράνιο φως στη δεξίωση. Ο Άλαθας την έφερε και πάλι κοντά του. Αυτή η ζεστασιά, η θεραπευτική του αύρα της νηνεμίας γαλήνεψαν την ψυχή της, όπως κάθε φορά. Έφερε το χέρι του στο πρόσωπό της και το αγκάλιασε στο πλάι.
«Ιλίντιεν,» της ψιθύρισε «θα ήθελες να δραπετεύσεις από τη Θαλανίλ;»Πώς μπορούσε να αρνηθεί; Η Ιλίντιεν χαμογέλασε και έγνεψε καταφατικά. Ο Άλαθας την πλησίασε, το ίδιο και η Ιλίντιεν.
«Αυτός ο κρύσταλλος δεν είναι μενταγιόν», της είπε και τότε μόνο πρόσεξε το ζαφείρι στο λαιμό του. Η Ιλίντιεν χάθηκε στα μάτια του κι εκείνος στα δικά της. Ήταν αλήθεια. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε, η ανάσα του χάδι στα χείλη της.
Ο κραδασμός που τους διαπέρασε την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Ένα γυναικείο χέρι γράπωνε τον ώμο του Άλαθας.
«Αρκετά!»
Αυτή η πικρή φωνή!
«Μαμά!»   
Ο Άλαθας γύρισε προς τη Ντίλιθιλ Άτρας που ελόχευε σαν το θάνατο.
«Άλαθας Φίνλουεν, θυμήσου τους όρκους σου.» τόνισε φανερά εκνευρισμένη. Το πρόσωπο της Ιλίντιεν ήταν σκληρό σαν την πέτρα. Ο Άλαθας γύρισε προς τη Ντίλιθιλ Άτρας με το κεφάλι χαμηλωμένο. Δε μπορεί. Ήταν πολύ δύσκολο για να πιστέψει κάτι τέτοιο η Ιλίντιεν. Ο Άλαθας υποκλίθηκε ελαφρά και προσπάθησε να εξηγηθεί, όμως την ίδια στιγμή, ένα στοιβαρό χέρι προσγειώθηκε βαρύ στον ώμο της Ντίλιθιλ Άτρας.
«Είναι όντως αρκετά,» η μπάσα φωνή με τη συνταρακτική της χροιά αντήχησε σαν καμπάνα που προμύνησε πόλεμο πάνω από το κεφάλι της Ντίλιθιλ Άτρας, «αρκετά παρεμβλήθηκες μητέρα.» είπε με αδιαφιλονίκητο τόνο.
«Ίλεεεεεεθ;;;;;;» Η Ιλίντιεν μπορούσε να διαβάσει την ένταση. Ήξερε ότι η μητέρα της δεν ήθελε τον Άλαθας κοντά στην Ιλίντιεν, αλλά από πού προέρχονταν αυτή η παρεμβολή του Ίλεθ; Την υπερασπίζονταν έναντι στους γονείς;
Η μητέρα της ανταπάντησε απτόητη.
«Δε θα ανεχτώ περαιτέρω ντροπή σε αυτήν την οικογένεια μικρέ.» είπε και το σαγόνι της Ιλίντιεν έπεσε με την προσφόνηση. Ο Ίλεθ έμεινε να κοιτάζει τη μητέρα του ακίνητος.
«Πες κάτι, πες κάτι» ήθελε να του φωνάξει η Ιλίντιεν, αλλά δεν είχε τη δύναμη.
Σαν να μην έφταναν τα δύο απανωτά γραπώματα, ένα τρίτο, πατρικό ήρθε να διαλύσει την ένταση και προσγειώθηκε στον ώμο της Ιλίντιεν.
«Έλα να πεις καλησπέρα στη δεύτερη σου οικογένεια Ιλίντιεν.»
«Δάσκαλε;»
Ο Ίλεθ και ο Ντούριλ αντάλλαξαν ένα βλέμμα γεμάτο νόημα. Η Ιλίντιεν δίστασε να αφήσει το χέρι του Άλαθας, αλλά ο Θεραπευτής τη γλίτωσε από τον κόπο, αποτραβώντας το δικό του.
«Ευχαριστώ για την προνοητικότητα και τη σοφία σου σεβάσμια μητέρα.» είπε με μια ελαφριά υπόκλιση του κεφαλιού και αποσύρθηκε από τη γιορτή. Ο Ντούριλ πήρε μία αποστομωμένη Ιλίντιεν προς το τραπέζι του μισού μανίπουλου, η οποία τον ακολούθησε με κόπο. Τα μάτια της παρέμεναν καρφωμένα στον Άλαθας που έφευγε, γεμάτη ερωτηματικά. Το μπουκετάκι είχε εξαφανιστεί από τον καρπό του.

«Αυτό ψάχνεις;», ο Άιραμ πέρασε το μπράτσο του γύρω από το λαιμό της. Όταν άνοιξε την παλάμη του, το μπουκετάκι περίμενε την Ιλίντιεν.
«Πού στον Άρθερ...!» αναφώνησε και πήγε να το αρπάξει, αλλά ο Άιραμ έκλεισε την παλάμη του και αποτραβήχτηκε με αφάνταστη ταχύτητα. Ο Ντούριλ ξερόβηξε και ο Άιραμ έδωσε το μπουκετάκι στη φίλη και συμπολεμίστριά του.
«Ο αγαπητός Σεβάσμιος συγγενής μου ζήτησε να σου το φυλάξω σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά.»
Σαν να ήξερε. Η Ιλίντιεν έμεινε για λίγο σκεπτική και παρατήρησε τον Ίλεθ από μακριά. Για πρώτη φορά, η Ιλίντιεν είδε την απόσταση που κρατούσε από τους γονείς. Ήταν πάντα έτσι; Δυστυχώς, ήξερε πως αν τον ρωτούσε δε θα της έλεγε, αν και δεν καταλάβαινε το λόγο. Ίσως να της εξηγούσε ο Άλαθας. Τον έψαξε με τα μάτια της, αλλά είχε όντως φύγει. Τα χείλη της σφίχτηκαν και μαζί τους η γροθιά της. Η φρέσκια αίσθηση την έκανε να κοιτάξει το χέρι της, εκεί που κρατούσε τα λουλούδια από το μπουκετάκι. Η Ιλίντιεν ζωντάνεψε και πάλι. Δεν είχε λόγο να ανησυχεί. Στην πραγματικότητα, είχε κάθε λόγο να είναι αισιόδοξη. Είχε έρθει για εκείνη. Τώρα το ήξερε κι ας χάθηκε για το βράδυ. Υπήρχε πάντα η επόμενη ημέρα!
«Έλα πίνουμε!» η Βεστέλ τη σκούντηξε και τσούγγρισαν τα ποτήρια. Το γλέντι κύλησε όπως και το κρασί. Μετά το μικρό λόξιγκα των Άτρας, οι καλεσμένοι επέστρεψαν στο χορό και το τραγούδι σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η υποκρισία της Θαλανίλ και η ανάγκη για χαρά.

 Το μανίπουλο και η Ιλίντιεν έμειναν μέχρι το τέλος. Παραδόξως, στο τέλος, όπου όλοι χαλάρωναν από το κρασί και την κούραση, ήταν η ώρα των αστείων χρησμών. Υπήρχε πάντα ένας γέρος ή μία γυναίκα που υποστήριζε πως θα μπορούσε να είχε γίνει Ιέρεια και πάντα, μα πάντα μοίραζαν απλόχερα χρησμούς. Στην παρέα της Ιλίντιεν, η τυφλή Βεστέλ με τα ασημένια μαλλιά, παραλίγο Ιέρεια στα αλήθεια, κορδώθηκε.
«Ωχ...» έκανε ο Άιραμ και γέλασε.
«Θα σας πω εγώ.» αναφώνησε κάπως ζαλισμένη η Βεστέλ.
«Τι θα μας πεις Βεστέλ;» ρώτησε με αποθαρρυμένη περιέργεια ο Ντούριλ.
«Για την Ιλίντιεν.» Ο Άιραμ χειροκροτούσε ήδη και η Βεστέλ του υποκλίθηκε περιπαικτικά.
«Δε θα είναι καν Ξωτικό!» ανακοίνωσε και κατέβασε το ποτό της.
«Τι εννοείς καρδιά μου;» την τσίγκλησε ο Άιραμ.
«Ο άντρας της κοκκινόμπουφε, ο άντρας της. Δε-θα-είναι-καν-Ξωτικό! Τι δεν καταλαβαίνεις;»
Όλο το τραπέζι ξέσπασε σε γέλια. Η Ιλίντιεν χτύπησε τα δάχτυλα σαν να είχε έμπνευση.
«Το ‘χω! Το ‘χω!» είπε και ρούφηξε λίγο κρασί.
«Ρίχτο κι εσύ!»
«Λοιπόν! Θα είναι Άνθρωπος!» οι άλλοι γέλασαν.
«Στην πρώτη μας συνάντηση θα φοράει... κάτσε, έρχεται... Θα φοράει κόκκινο γιλέκο!» ο Άιραμ ζητοκραύγασε. Ακόμη και ο Ντούριλ γέλασε.
«Τι άλλο;»
«Έχει μια τεράστια σπάθα!» νέος γύρος χειροκροτήματος.
«Τι άλλο!»
Η Ιλίντιεν φάνηκε να το σκέφτεται.
«Η γιαγιά του είναι αρκούδα!»
«Θέλω από αυτό που πίνεις τώρα!!!» φώναξε ο Άιραμ και οι τρεις συμπολεμιστές σχεδόν έπεσαν από τις καρέκλες του ενώ γελούσαν και σπρώχνονταν μεταξύ τους.
«Ήρθε η ώρα για τα σπίτια σας.» ανακοίνωσε ψύχραιμα ο Ντούριλ και τους σήκωσε να φύγουν.

~

Εκείνο το πρωί, το φως του ήλιου έμοιαζε περισσότερο με σφαλιάρα, παρά με χάδι στο πρόσωπο της Ιλίντιεν. Σηκώθηκε με δυνατό πονοκέφαλο και πίεσε το κεφάλι της στον τοίχο ώστε να δροσιστεί. Έπειτα παρατήρησε την ώρα.
«Για τον Άρθερ!» φώναξε και τινάχτηκε στον αέρα.
Η Ιλίντιεν πλύθηκε στα γρήγορα και έριξε κάτι πάνω της. Τα παραθυρόφιλα έσκασαν με φόρα στον εξωτερικό τοίχο και η Πολεμίστρια προσγειώθηκε στον κήπο με όλη της φόρα. Ύστερα, άρχισε να τρέχει προς το σπίτι των Φίνλουεν. Ο θυρωρός τη σταμάτησε όπως πάντα, αλλά η Ιλίντιεν ίσα που στάθηκε μπροστά του.
«Δε με νοιάζει. Πού είναι ο Άλαθας;»
Ο θυρωρός της εξήγησε πως έφυγε για την Ακαδημία πριν δέκα λεπτά και η Ιλίντιεν έστριψε και εκσφενδονίστηκε με όλη της τη φόρα προς την έξοδο της πόλης με μαλλιά να ανεμίζουν. Έφτασε την άμαξα πάνω που περνούσε την πύλη.
«Σταματήστε την αμάξα! Σταματήστε την άμαξα!»
Μέχρι να καταλάβει ο οδηγός τι συνέβη, η Ιλίντιεν ανέβηκε στη θέση του, πήρε τα χαλινάρια και σταμάτησε τα άλογα. Ο Άλαθας κατέβηκε να τη συναντήσει. Η Ιλίντιεν έκανε ένα σάλτο και προσγειώθηκε μπροστά του. Η όψη του δεν είχε καμία σχέση με την προηγούμενη νύχτα. Το απόμακρο, αλλά πληγωμένο βλέμμα του της έκοψε τη φόρα.
«Τι συνέβη;» ήταν το μόνο που κατάφερε να ρωτήσει.
Ο Άλαθας έσκυψε το κεφάλι για μία στιγμή. Όταν την ξανακοίταξε, όλη η ζεστασιά είχε χαθεί από τη μορφή του.
«Υπομονή, η μέγιστη αρετή ενός σωστού Θεραπευτή.» Η Ιλίντιεν δεν καταλάβαινε. «Ιλίντιεν Άτρας, υπάρχει για όλες τις περιπτώσεις ο κατάλληλος χρόνος και τόπος.»
Ο Αλάσσιος ανέβηκε και πάλι στην άμαξα.
«Αν νιώσεις ποτέ την ανάγκη να αποδράσεις από τη Θαλανίλ, αναζήτησέ με στην Ακαδημία Ράζναρυ.»
Ο Άλαθας την κοίταξε μια τελευταία φορά. Για μια στιγμή δίστασε, αλλά ύστερα έκλεισε την πόρτα και διέταξε τον οδηγό να ξεκινήσει. Η Ιλίντιεν έμεινε να κοιτάζει την άμαξα που απομακρύνονταν, μέχρι που έγινε μια κουκίδα και χάθηκε στον ορίζοντα. Με μάτια θολά κοίταξε το χέρι της. Είχε φέρει το δικό της μπουκετάκι.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Μοιχαλίδα
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Sanctus Sanguis

Το περίτεχνο δερματόδετο σκούρο βυσσινί, σχεδόν εβένινο κάλυμα του βιβλίου προιδέαζε για το εσωτερικό του και ίσως τον σκοπό του. Ο ρούνος που είχε δει στην εξώπορτα του γραφείου του Ελντίν φάνταζε λίγο φωτεινότερος, σκούρο κόκκινο. Ο τίτλος του, με γράμματα καλλιγραφικά και προσεγμένα φώτισε καθώς η γυναίκα μπροστά του είχε πλάτη και σκάλιζε τα ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης. Κάτω από τη μύτη της και υπό την πλήρη άγνοια της, η σταγόνα του αίματος της άρχισε να κυλά από σελίδα σε σελίδα, να διατρέχει κάθε γράμμα, κάθε πρόταση, κάθε παράγραφο και να καταλήγει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, τελεία, τελεία, τελεία και η σταγόνα στο οπισθόφυλλο, σε μία μικρή δίνη σε ένα άλλο σύμβολο, για τους γνώστες λίγο πιο επικίνδυνο από το σύμβολο της μαγείας του αίματος, εξίσου απαγορευτικό. Χάος.

Μ’ έναν γδούπο το βιβλίο έκλεισε, η γυναίκα γύρισε απότομα το κεφάλι της προς το μέρος που άκουσε τον ήχο, μ’ ένα πνιχτό ήχο έκπληξης και τρομαγμένη προχώρησε γρήγορα προς αυτό. Το βρήκε κλειστό και σκοτεινό, άκακο στα μάτια κάποιου τρίτου. Εκείνη τρελή που το κοιτούσε σα να ήταν κάποιο βδέλυγμα. Οι σκέψεις της χαθήκαν στο «εάν» και το «τί» και δίχως να σκεφτεί, πάνω στην αυπνία και την κούραση, σωματική μα κυρίως ψυχική, έκανε αυτό που το βιβλίο πάντα ήθελε. Έτεινε τα χέρια της προς αυτό να το πιάσει σφιχτά, να το ανοίξει. Βιβλίο καταραμένο. Και τη στιγμή που τα ακροδάχτυλα της αγγίξαν το σώμα που τόσο λαχταρούσε, το μυαλό της δεν άντεξε.

Ένα σκούρο, μαύρο θα έλεγε κανείς, βιβλίο στο πάτωμα ανοιχτό.

Ένα χέρι στην πρώτη του σελίδα, ακουμπάει, κοίτεται νεκρό.

Μα ούτε το σώμα, ούτε το βιβλίο δε θεωρούνται νεκρά.

Σε μια άλλη διάσταση τα δυο τους, για γερά μυαλά.

Η δίψα του μεγάλη, ο πόθος του κρυφός.

Την ψυχή δράτει να πάρει, κλειδί της δύναμης, δυνάστης σοφός.

Οργή. Οργή και φθόνος. Φθόνος για τον μέντορα και δάσκαλο του. Οργή για όσα κατείχε εκείνος και ο ίδιος δε μπορούσε να αποκτήσει. Τη μαγεία, το όνομα, την εμφάνιση του...εκείνη.

Ο νεαρός μαθητευόμενος ξεσκόνιζε τα χοντρά βιβλία του δασκάλου του, του Αρχιμάγιστρου Άρκαιν. Βιβλία που κατείχαν γνώσεις απαράμμιλης αξίας, μα ήταν απαγορευμένο για τον ίδιο να τα διαβάσει. Σε λίγο ο Αρχιμάγιστρος θα έμπαινε μέσα, θα καθόταν στη θέση του και θα συνέχιζε την μελέτη. Ήταν πολύ κοντά σε μια σημαντική ανακάλυψη που θα άλλαζε για πάντα το ρου της Ιστορίας της Αλχημείας. Έτσι έλεγε εδώ και λίγο καιρό.
Και πράγματι, ο Αρχιμάγιστρος έκανε την είσοδο του με πρόσωπο σκοτεινό και οργισμένο, τόσο, που ο νεαρός μαθητευόμενος ξέχασε για μια στιγμή την εκδίκηση του.

«Άθλιο πλάσμα! Ανόητη γυνή! Κατραμένη η μέρα που βρέθηκες στο διάβα μου και με καθήλωσες στα μάτια σου. Άθλιο θηλυκό!» συνέχισε να μονολογεί για τη γυναίκα που με αλυσίδες έσερνε από πίσω του. Αφού τράβηξε τις αλυσίδες δυνατά και η γυναίκα κατέρρευσε στα πόδια του μπροστά, ο Αρχιμάγιστρος γύρισε ξαφνικά και φτύνοντας την συνέχισε.

«Μπορώ εδώ και τώρα να σε εξοντώσω βρωμερή πόρνη! Κόρη δαιμόνων! Μπορώ εδώ και τώρα να σε εξαϋλώσω Λούνα και μα την ενέργεια γύρω μου πόσο θα το ήθελα αυτό- συνέχισε καθώς με τα δάχτυλα του έπιασε τη γυναίκα από το πρόσωπο. Τα δάχτυλα του κλείσανε στα σαγόνια της και άρχισε να πιέζει στα μάγουλα της ώσπου τα νύχια του βυθίστηκαν στη σάρκα, δημιουργώντας μικρά λακάκια αίματος. Η γυναίκα έσκουξε από πόνο- Πόσο θα το ήθελα να σε βλέπω να βασανίζεσαι από πόνο καθώς κάθε ίνα του κορμιού σου θα ανέρχεται στο Χάος Λούνα, μέχρι να χαθείς τελείως!» είπε και με μια κίνηση του χεριού την πέταξε μπροστά του.

Η γυναίκα με τα εβένινα μακριά μαλλιά με πόνο και δάκρυα στα μάτια γύρισε και τον αντίκρυσε. Τον άντρα που αγαπούσε, τον άντρα που άρχισε να χάνει, μα αργά το κατάλαβε. Προσπάθησε να σηκωθεί στα πόδια της. Το λευκό της μακρύ φόρεμα έπεφτε στο αποστεωμένο πλέον σώμα της και κάλυπτε την ασχήμια της ατροφίας. Ο άντρας γύρισε μόλις το κατάλαβε και της έριξε ένα δυνατό χαστούκι.

«Στα πατώματα θα μείνεις Λούνα. Εκεί που σου αξίζει!»

Η γυναίκα γύρισε και κοίταξε το νεαρό μαθητευόμενο με ντροπή στα μπλε της μάτια. Ο Αρχιμάγιστρος παρατήρησε το βλέμμα της. Με δυο δρασκελιές έφτασε στο νεαρό και του γράπωσε το γιακά.

«Γουστάρεις τη γυναίκα μου, σκουπίδι; Σου αρέσει να την κοιτάς;!»

«Ελντίν!» φώναξε με όση δύναμη της είχε απομείνει η γυναίκα

«Άσε τον Φέρνιν ήσυχο! Δεν φταίει σε τίποτα το παιδί. Γύρνα πίσω σε μένα αγάπη μου. Γύρνα πίσω σε παρακαλώ. Δεν είναι αργά ακόμα. Υπάρχει ελπίδα» είπε η γυναίκα με τα δάκρυα να ποτίζουν πια το μαρμάρινο δάπεδο μπροστά της.

Τα οργισμένα μάτια, κόκκινες κόγχες, έπεσαν πάνω της.

«Πώς με αποκάλεσες σκουλίκι; Ο Ελντίν πέθανε! Όπως θα πεθάνεις και συ! Γι αυτόν. Ανόητο πλάσμα. Έχε χάρη που σε χρειάζομαι ακόμα. Όχι για πολύ παρόλα αυτά» είπε ο Αρχιμάγιστρος και γέλιο βαθύ και βαρύ άρχισε να βγαίνει από τα στήθια του και να σύει ολοκληρο το σώμα του. «Όχι για πολύ Λούνα...»

Η ένταση φάνηκε να περνά για λίγες στιγμές και τα βήματα οδήγησαν και πάλι στο γραφείο του. Ο νεαρός μαθητευόμενος συνηθισμένος σε όλα αυτά συνέχισε φοβισμένος να καθαρίζει, κρατώντας μακριά το βλέμμα του από τη γυναίκα του μέντορά του. Το δερματόδετο σκούρο βυσσινί βιβλίο ανοιχτό μπροστά του και ο Αρχιμάγιστρος συνέχισε να γράφει. Για μια στιγμή μονάχα και έπειτα άφησε πάλι τη γραφίδα και πετάχτηκε στα πλάγια έντρομος.

Μια γυναικεία κραυγή, η καρέκλα του στο πάτωμα γυρτή και ο μαθητευόμενος με το μαχαίρι στον αέρα και μάτια γουρλωμένα να τον κοιτά.
Ο Αρχιμάγιστρος μειδίασε σκοτεινά.

«Όχι Ελντίν!!! Όχι!!» οι κραυγές αγωνίας και παρακαλητού από το στόμα της, στο κενό όλες. Κραυγές δίχως αντίκρυσμα.

Ο Αρχιμάγιστρος άρχισε να ψέλνει

“Intra sancta corpore sanguis…”

«Ελντίιιιν ΟΧΙΙ» οι κραυγές της

Το χέρι του Αρχιμάγιστρου γράπωσε το χέρι του μαθητευόμενου, το άλλο του χέρι γράπωσε το μαχαίρι και με μια λαβή τον έφερε πάνω από το βιβλίο του.

«Εύγε Φέρνιν πιστέ μου ακόλουθε! Θα γίνεις ο πρώτος μάρτυρας! Νομίζεις δεν έχω καταλάβει τον φθόνο στην καρδιά σου; Παρόλα αυτά δεν έφυγες! Γι αυτό και θα σου κάνω τη τιμή. Να μείνεις για πάντα δίπλα μου!»

«Sanctus Sanguis…”

Το μαχαίρι κατευθύνθηκε στην λευκή απαλή σάρκα του λαιμού του νεαρού.

Με ένα βλέμμα ευτυχίας ο Αρχιμάγιστρος έκανε την κίνηση, αίμα σαν από κανάτα έπεσε πάνω στο γραφείο και άρχισε να κυλά στο πάτωμα. Καθώς το σώμα άρχισε να χάνει τη ζωή από μέσα του, όλο και περισσότερο αίμα ξεβράζονταν πάνω στο βιβλίο, όλο και περισσότερη ενέργεια.

“Voca me tenebris, voca me chao, voca me imperium omnium, me sentire ut hoc tuum…”

Μία λάμψη, μια κραυγή –του Φέρνιν. Ο Αρχιμάγιστρος πέταξε στην άκρη το άδειο κουφάρι και παρακολούθησε το θέαμα γελώντας. Όλο το αίμα συσσωρευόταν στο ρούνο του, το ρούνο που βρήκε ο ίδιος , το ρούνο της ζωής, το ρούνο του αίματος. Το βιβλίο «έπινε» το αίμα, το έκανε δικό του μέσα στις σελίδες μέσα στα γράμματα...

«Πετυχαίνει! Ήμουν σίγουρος!» έκραζε ενθουσιασμένα
Το βλέμμα του γύρισε στη γυναίκα μπροστά. Τα μάτια της γούρλωσαν. Πανικοβλημένη άρχισε να μπουσουλά προς τα πίσω. Προς την έξοδο και τη ζωή.

Ο Αρχιμάγιστρος την έφτασε εύκολα.

«Ελντίν όχι σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ Ελντίν! Σε παρακαλώ. Όχι...όχι όχι όχι»

«Ανόητη γυναίκα» είπε καθώς την τραβούσε προς το τελετουργικό που έπαιρνε σάρκα και οστά «Εάν καταλάβαινες ότι έχασες τον άντρα σου χρόνια πριν θα μπορούσες να έχεις ζήσει, θα μπορούσες να είχες φύγει. Μα η αγάπη σου σε τύφλωσε, τόσο ανόητη!»

Έφερε το σώμα της πάνω από το βιβλίο, την κοίταξε στα μάτια «Γι αυτό, θα σου δώσω λίγο χρόνο μαζί του, γιατί και οι δύο το αξίζετε» είπε και έφερε τα χείλη του πάνω στα δικά της. Ξαφνικά το μαχαίρι έκανε την ίδια κίνηση και η κανάτα αίματος ξεχύθηκε ξανά...

«Per sanguinem, per vitam, chao.»

Κατά τον ίδιο τρόπο, το βιβλίο άρχισε να ρουφά το αίμα και να ενεργοποιεί το τελευταίο ρούνο, αυτόν της Αλχημείας του Χάους.

Το γέλιο του γέμισε την αίθουσα και όταν το κουφάρι άδειασε, το πέταξε στη γωνία αχρείαστο πια. Το βιβλίο είχε κλείσει. Αμέσως ο Αρχιμάγιστρος έκοψε το χέρι του και έτεινε το αίμα του πάνω στο βιβλίο, «In me, aeternum” το βιβλίο άνοιξε.

Ο Αρχιμάγιστρος φανερά ικανοποιημένος κάθισε και σημείωσε στην τελευταία σελίδα, η γραφία έπεσε και γύρισε στο ζωντανό άτομο μέσα στο γραφείο.

Τα μάτια του γούρλωσε και επιδόθηκε σε μια συνεχόμενη κίνηση μεταξύ της νεκρής γυναίκας του και της άγνωστης στο βάθος του δωματίου. Η άγνωστη φιγούρα πλησίασε διστακτικά. Δε το πίστευε...ήταν ίδιες.

«Ελντίν;» η νεαρή γυναίκα μίλησε
«Λούνα;»

«Δεν είμαι η Λούνα. Ελντίν εγώ είμαι, η Σαγιάνε» είπε η γυναίκα διστακτικά χωρίς να προχωρά μπροστά. «Που είμαστε;»
Ο Αρχιμάγιστρος κοίταξε ζοφερά τη γυναίκα, τις δύο γυναίκες, και κατένευσε στον εαυτό του. Σηκώθηκε και άρχισε να πλησιάζει. Η γυναίκα φοβήθηκε.

Όχι, ήταν λάθος...Όχι.


Το χέρι πάνω στο βιβλίο τρεμοπαίζει. Η νεαρή γυναίκα φέρνει το χέρι στο κεφάλι της, μουδιασμένο νιώθει το σώμα της. Το βιβλίο ανοιχτό. Κάθεται οκλαδόν και προσπαθεί να πάρει ανάσα. Η αρχή ήταν αυτή. Η αρχή της σφαγής. Τα δάχτυλα της αγγίζουν το σύμβολο του χάους, Λούνα.

Χάος και αίμα, δεμένα στενά.

Αίμα και χάος, δύο όψεις, μία.

Ο κίνδυνος δεν ήταν μονομερής. Αν ο Ελντίν ήταν ξανά ξύπνιος, ποιός ξέρει τι θα ήθελε, ποιός ξέρει τι θα έκανε. Η Σαγιάνε φοβήθηκε. Όχι για τη ζωή της, αλλά για όλους, για τον κόσμο. Σήκωσε το χέρι της και έπιασε το μάγουλο της. Ο πόνος στο μάγουλο της, αληθινός. Λούνα.
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Γκρέλντα

Το δειλινό έσυρε ρόδινες αποχρώσεις κατά μήκος του ουρανού, έλουσε γη και θάλασσα σε ζεστές χροιές νοσταλγίας, πουλιά-οχήματα νεανικών επιθυμιών, μελιστάλακτου έρωτα βυθισμένου σε δειλά σκιρτήματα μίας αγνής καρδιάς...

Σάλια τέλος. Η δύση του ηλίου είναι πανέμορφη ναι, εμπνέει ποιητές, συγγραφείς και λοιπούς αιθεροβάμωνες, αλλά τα μέλια δεν έπαιξαν ποτέ ρόλο στην αναπαραγωγή του φαινομένου. Ναι, φαινομένου. Η δύση του ηλίου και συγκεκριμένα, τα ερωτιάρικα χρώματά της οφείλονται στη σκέδαση του γαλάζιου φωτός, διότι η συχνότητα στην οποία δονείται δε μπορεί να διαπεράσει την ατμόσφαιρα υπό τη συγκεκριμένη γωνία. Το κόκκινο φως όμως συνεχίζει να διαπερνά την ατμόσφαιρα, συναντά σύννεφα, σκόνες και άλλα σωματίδια, με αποτέλεσμα να διαθλάται και να δίνει την εντύπωση των λοιπών ροδοπεταλιαστών, γλυκανάλατων αποχρώσεων. Όχι, το ίδιο προσλαμβάνονται από τα μάτια όλων. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των φυλών, ούτε και των τεράτων, όλοι ίδια τα βλέπουν. Γιατί επιλέγουν να τσουτσουρίζουν οι επιδερμίδες τους στη θέα; Επειδή διαθέτουν μία έμφυτη τάση προς το δραματικό και θολωμένη κρίση, η οποία οφείλεται σε αναπαραγωγικές ορμόνες που χοροπηδούν αναμαλλιασμένες σε εύρος ενοχλητικά παραγωγικών μεν, παντελώς άχρηστων δε ηλικιών. Ναι. Και η Γκρέλντα διένυσε εκείνη την ηλικία. Δυστυχώς. Γνώριζε από πρώτο χέρι πώς είναι να θέλεις να υπολογίσεις τη ροπή κυλιόμενης δοκού και η υπόφυση να σου κάνει χουνέρια. Γι’ αυτό μεγάλωσε. Ήταν ωραίο να είσαι μεγάλος, γιατί το δειλινό, αντί να τρέχεις αλλοπρόσαλλος και ημιτσίτσιδος στις φυλλωσιές, μπορούσες να πειραματιστείς με τη νέα σου Αιθερική πλακέτα και να διαπιστώσεις κατά πόσο τροφοδοτεί το δίκτυο φωτισμού της Ακαδημίας με επάρκεια. Έτσι βρήκε τη Γκριλμγκρέλντα εκείνο το δειλινό, απορροφημένη στην επιστημονική σκέψη που λειτουργούσε σαν μεταλλικό παραπέτασμα για άλλους προβληματισμούς. Εκείνους τους παραχωρούσε σε όσους ακροβατούσαν ακόμη με τους νευροδιαβιβαστές τους.

Στο διάδρομο αντήχησαν βήματα που δυνάμωναν. Η Γκρέλντα έφτυσε τους θεούς νοητικά και τους ευχήθηκε να αναπαραχθούν, γιατί γνώριζε πως το μαρτύριο δε θα έπαυε έτσι απλά, αλλά αποφάσισε πως θα παρέμενε αδιάφορη, μπας και λυπηθεί το λαστιχένιο τομάρι της κανένας Σιδηρουργός, γι’ αυτό πήρε άνετο ύφος, μελετηρό και έκανε πως δεν άκουσε την πόρτα που άφησε την τελευταία της πνοή στον τοίχο που τραυματίστηκε εξίσου σοβαρά, όπως επίσης, προσποιήθηκε ότι δεν είδε τη φουρτουνιασμένη Θεραπεύτρια και πρωτοπαλίκαρο του ξεκούτη για τον οποίο έπρεπε να υπομείνει τόση ταραχή και διάσπαση προσοχής από καθήκοντα παγκοσμίας σημαντικότητας. Βέβαια, συγκράτησε το βρωμόστομά της από το να ξεσπάσει σε βροντερά γέλια με ατσάλινη θέληση και αυτοεπιβολή που χτίστηκε πετραδάκι το πετραδάκι κατά τη διάρκεια των ένδοξων μαθητικών της χρόνων, στο άκουσμα της λέξης «απαιτώ». Αφότου ανέκαμψε από την παρολίγο λεκτική τρικλοποδιά που θα την έστελνε κουτρουβαλιστή στα τάρταρα της αψιμαχίας και επικαλούμενη θάλασσες ψυχραιμίας να καλύψουν το σιγοκαιόμενο νου της, έριξε μια ματιά στο παράθυρο, ενώ η Άρυα στέκονταν μπροστά της σαν ξαναμένο ακανθόψαρο μετά το κυνήγι από θηρευτή.

«Τι ώρα πήγε;» αναφώνησε ξαφνιασμένη προσποιητά. Έριξε μια ματιά στο σκοτάδι που έπεφτε, μία στον τοίχο. Από το προσθετικό της χέρι πετάχτηκε ένας κούκος με ελατήριο, ανακοίνωσε την ώρα σειόμενος μπρος πίσω και ύστερα ξαναπατικώθηκε στο μέταλλο. Η Γκρέλντα κοίταξε την Άρυα.

«Α ναι. Είναι η ώρα του ήρωα!»

Υπενθύμισε στον εαυτό της πως είχε να κάνει με πληγωμένο παιδί. Ήταν μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα πληγωμένα παιδιά που παρηγόρησε το πρωί, αλλά παρέμενε και παιδί και πληγωμένο.

Έβαλε την Άρυα να καθίσει σε ένα ξύλινο σκαμπώ. Με το δεξί χέρι έπιασε μια κούπα και τη γέμισε κάουα από μία τεράστια, γυάλινη κανάτα που οι μπουρμπουλήθρες της μαρτυρούσαν ότι κάποια παράξενη και πονηρή ζύμωση λάμβανε χώρα σε εκείνο το δοχείο, παραδόξως πόσιμη. Το μικρό της δαχτυλάκι -κοντόχοντρο δηλαδή, όπως όλων των Νάνων- πίεσε διαφορετικό κουμπί στο προσθετικό της μέλος. Ένα μικρό φλογοβόλο τινάχτηκε και ξέρασε πεπιεσμένη φλόγα που ζέστανε την κούπα. Μόλις άχνισε, την άφησε μπροστά στην Άρυα.
«Πιες», της είπε και άρπαξε ένα μεταλλικό δίσκο. Το πόδι της έσπρωξε ένα πυργίσκο διπλωμένο σε ύψος μέσης Ανθρώπου μέχρι να φτάσει μπροστά της. Στερέωσε το μεταλλικό δίσκο χωρίς κόπο στην πλατιά κορυφή του και θρονιάστηκε σαν να μην κάθονταν πάνω σε κάτι πιθανά θανάσιμο, γεμάτο εύφλεκτα υλικά. Στο κλικ που ακούστηκε, ξεπετάχτηκε η γνωστή φλόγα του πασίγνωστου εγκατεστημένου αναπτήρα στον καρπό του προσθετικού χεριού της, άναψε πούρο και πήρε τρεις βαθύτατες ρουφηξιές που έπαιρνε όρκο ότι έφτασαν ως τα έντερα. Με μια ανυπολόγιστα δυνατή εκπνοή, ξεφύσηξε όλο τον καπνό μπροστά στην Άρυα, μέχρι που την τύφλωσε.

«Αυτά βλέπουμε όταν είμαστε νέοι, την τύφλα μας.» ξεκίνησε και πριν προλάβει να βγάλει άχνα η μαθήτρια του Αλλάσιου, η Γκρέλντα διέλυσε τον καπνό με μια μεταλλική βεντάλια.

«Κυρία Άρυα-μπουρλώτο-Λιρέλ βασικά καλησπέρα σας. Να σας ενημερώσω αρχικά ότι παραβήκατε κάμποσα όρια ερχόμενη σαν μυγοτσιμπημένος ταύρος στο ησυχαστήριό μου, το οποίο συνεπάγεται τιμωρία, οπότε θα πρέπει να σας στείλω στο δωμάτιό σας να σταθείτε στη γωνιά για το υπόλοιπο της νύχτας σαν το λελέκι. Πριν εκτίσετε την ποινή σας όμως, επιτρέψτε μου να σας κάνω ένα μάθημα ενήλικης ζωής, την οποία τόσο παθιασμένα αποζητάτε οι εφήβοι, αλλά στέκεστε απροετοίαμαστοι μπροστά της.» 

Άλλη μία ρουφηξιά για δύναμη. Αυτή τη φορά, η Γκρέλντα ξεφύσηξε κόσμια και μακριά από την Άρυα.

«Ας ξεκινήσουμε με κάτι βασικό, την ελεύθερη βούληση. Οι κανόνες λένε πως είναι σεβαστή και οποιαδήποτε προσπάθεια της στέρησής της αποτελεί σκλαβιά, για το οποίο μάλλιασε η γλώσσα και οι πατούσες πολλών ώσπου να εγκαθιδρυθεί. Πριν ξεσπάσεις, εξέτασε τα δεδομένα.» σε αυτό το σημείο, η φωνή της κατέβηκε συχνότητα, έγινε ζεστή, σαν τη φωνή μιας μάνας. Θα μπορούσε να είναι μάνα της... τρόπος του λέγειν.

«Ο Δάσκαλός σου έφυγε, είναι γεγονός. Σκέψου όμως πότε έφυγε Άρυα Λιρέλ, πριν επιστρέψετε. Αναλογίσου τώρα τι σημαίνει αυτό. Πρώτον, δε θα άντεχε να σας αποχαιρετήσει, δεύτερον, δε θα ήθελε κάποιος θερμοκέφαλος, όπως η βοηθός του να τον ακολουθήσει –ήθελε δηλαδή να σας προστατέψει- και τρίτον, η αποχώρηση είναι προσωπικό του θέμα. Αναρωτήσου γιατί δεν είπε σε κανέναν πού πηγαίνει. Ο Δάσκαλός σου δε θέλει να βρεθεί. Μπορείς να του στερήσεις την επιθυμία του; Είναι προτιμότερο να παρακούσεις τη συμβουλή του, από το να σεβαστείς την απόφαση που έλαβε; Πιστεύεις πώς αν ήθελε να βρεθεί, η τεθλιμένη πριγκήπισσα-σκυλί-του-πολέμου δε θα τον είχε εντοπίσει ήδη; Δε θα τον είχε σβερκώσει ήδη και θα τον έσερνε πίσω στην Ακαδημία; Ή μήπως θεωρείς ότι είσαι η μόνη που πονάς; Υπάρχουν πολλά άτομα που τον αγαπούν και τα αγαπά με τρόπους που δε φαντάζεσαι και διαφεύγουν του σκοπού μας. Όταν αγαπάς κάποιον, το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να του κάνεις είναι να τον αφήσεις ελεύθερο. Να καταπιείς τον πόνο σου και να το σεβαστείς. Συλλογίσου. Αγαπάς το Δάσκαλό σου; Μη μου πεις μόνο πως ανησυχείς για την ασφάλειά του. Σε διαβεβαιώ εγώ πώς ο Άλαθας Φίνλουεν έχει τον απέθαντο, με τεκμήρια εμπειρίας τουλάχιστον είκοσι χρόνων.
Θα σου πρότεινα να παραδειγματιστείς. Μάλλον είδες την αμίλητη στη λίμνη. Μάθε από αυτήν. Δεν της το είχα, αλλά είναι άξια. Πονάει βαθύτερα από όλους. Δεν έβγαλε μιλιά. Έχει όλα τα μέσα, αλλά έδειξε σεβασμό. Ο Αλλάσιος της άφησε μία ευθύνη, όπως αφήνει και σε εσένα. Η αμίλητη αναρρώνει και το πρωί, θα ζωστεί το φορτίο με ταπεινοφροσύνη και θα συνεχίσει το έργο που της άφησε με ζήλο. Γιατί; Γιατί αυτή είναι η τελευταία του επιθυμία. Να σε προλάβω. Τα βάσανα δεν τελείωσαν. Αύριο θα δεχθεί άλλη μια μαχαιριά. Από τον άνδρα που... σέβεται και θαυμάζει για κάποιον που θεωρεί αδερφό της. Σημείωσε τα λόγια μου. Θα δαγκωθεί και θα προχωρήσει. Αυτήν την αποστολή θα τη φέρει εις πέρας, εσάς θα σας πάρει κάτω από τη φτερούγα της και θα πίνει το φαρμάκι, ακόμη κι αν λυγίσει. Θέλεις να είναι περήφανος ο Δάσκαλός σου για εσένα; Στάσου πλάι της. Από αύριο και έπειτα, θα χρειαστεί όλους τους συμμάχους που μπορεί να έχει. Έτσι θα φάνεις χρήσιμη. Όχι μόνο στην Ιλίντιεν, αλλά στον εαυτό σου, όπως και στον Αλλάσιο. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσεις να τον αντικρίσεις χωρίς φόβο στο μέλλον, διότι κακό σκυλί ψόφο δεν έχει και τότε, ίσως να έχεις αποκτήσει το δικαίωμα να απαιτήσεις να μάθεις από εκείνον.»

Η Γκρέλντα ξεφύσηξε σκεπτική.

«Όσο για τη δική μου θέση, θα σου θέσω το εξής ερώτημα. Έστω ότι έχεις μία φίλη καρδιακή. Μπορεί να είναι ξινή, δυσκοίλια, ιδιότροπη και ανυπόφορη ώρες ώρες. Σκέψου επίσης να πίνει εβδομήντα χρόνια βραστά χόρτα. Αλλά είναι φίλη που θα δίνατε τη ζωή σας η μία για την άλλη. Μια μέρα σου ζητά να διαφυλάξεις το βαθύτερό της μυστικό, αλλά έρχεται ένα νεαρό, φουρτουνιασμένο ακανθόψαρο που σου ζήτησε να προσέχεις και φωνάζει να της πεις. Θα της πεις; Κι αν ναι, κατά πόσο ακυρώνει τη σημαντικότητα της φιλίας σας;»

Σε εκείνο το σημείο, η Αρχι-Εφευρέτρια είχε τελειώσει το πούρο της. Κοίταξε για λίγο τη γυάλα που σιγόβραζε. Τα μάτια της ίσως και να είχαν μία ανεπαίσθητη υγρασία. Ίσως και να ήταν αντικατοπτρισμός του γυαλιού και της φωτιάς. Κοίταξε και πάλι την Άρυα.

«Είσαι έξυπνη κοπέλα και η πρώτη σου αποστολή είναι να μάθεις πώς θα τιθασεύεις τα συναισθήματα για να εξυπηρετούν τη λογική. Τι λες; Μπορείς; Εγώ πιστεύω πως μπορείς Άρυα.»


Ιλίντιεν Άτρας

  • Άξεστη Πολεμιστρια
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Λευκή ημέρα. Πρωινό μοναξιάς. Οι πέντε, αγκαλιασμένοι πάνω από τον τάφο του Δασκάλου. Η χήρα του κατέπνιγε λυγμούς, περισσότερους από όσους όριζε η σκληρή παράδοση της Θαλανίλ, λιγότερους από όσους επιθυμούσε. Απώλεια. Ύστερα από τόσο πόλεμο, έπειτα από άφθονη αιματοχυσία, απώλεια μετέφραζαν το θάνατο του στυλοβάτη της μικρής, παράξενης, αλλά αγαπημένης τους οικογένειας. Οικογένεια. Η αποχώρηση ενός προσώπου, η εγκατάλειψη. Ίλεθ... Άλαθας.

Η Ιλίντιεν άνοιξε τα μάτια, σχεδόν υγρά, μα τα άγουρα δάκρυα που δείλιαζαν να τρέξουν δεν έκρυβαν μέσα στενοχώρια. Αποτελούνταν από λύπη, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο, όμως, τα κύρια συστατικά τους μπορούσαν να διαχωριστούν σε αδικία και συνειδητοποίηση. Η πρώτη φορά που στράφηκε στον Άλαθας, το ευγενικό χέρι που ήρθε να αντικαταστήσει σκληρά λόγια, επίπληξη. Αναμονή. Αν υπήρχε κάποιο ζωντανό πλάσμα στον Ήθεριντ που γνώριζε τη γεύση της υπομονής, αυτή ήταν η Ιλίντιεν. Πότε θα τον ξαναδεί. Πότε θα γυρίσει... Ίλεθ. Περιοδικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Είχε εκπαιδευτεί σε εκείνο από μικρή. Ελπίδα. Φως που έρχονταν να αντικαταστήσει τη σκιά της απουσίας και το ανελέητο ράπισμα λόγων με στόχο την ασφάλεια.

Ήταν ένα σπίτι γυαλιστερό, γεμάτο ολόλαμπρες τοιχογραφίες ηρώων.
«Σ’ αγαπώ!»
«Δε λέμε τέτοιες λέξεις σε αυτό το σπίτι!» μπάσα φωνή, δυνατή σαν καμπάνα.
«Σεβάσμιε...»
«Συγχώρεσε με για την αγάπη μου»


Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, μακριά από τη Θαλανίλ, μακριά από το επάγρυνπνο βλέμμα των Άτρας και του Βασιλιά, ασφαλής σε ένα απομονωμένο δάσος, λευκόχρυσος δίσκος του ουρανού στεφάνωσε το ολόλευκο πρόσωπο της Λαζτάνα. Αγριωπά δάκρυα, άλλωτε μυστικά, αυλάκωναν το απαλό της δέρμα. Οι λυγμοί βρήκαν  διαφυγή και καταφύγιο σε παρθένες φυλλωσιές. Λυγμοί, πρωτοεμφανιζόμενη έκφραση απόγνωσης για ένα ξωτικό με καρδιά χωρίς φόβο, αλλά γεμάτη συναισθήματα. Με τη σειρά τους εξατμίστηκαν, όπως και η αγάπη. Αγάπη από σκοτάδι, αγάπη από φως. Με τον απόηχο των λυγμών, η αγάπη αποχώρησε.

Ύψωσε αργά το χέρι της, μια αγκαλιά για το Φιν. Το πολεμικό Ταρπάν, ο καλύτερός της φίλος, η ζωική πλεύρα του εαυτού της ξεφύσηξε ζεστό χνώτο για να στεγνώσει τα δάκρυα. Του χάρισε την ευγνωμοσύνη της με ένα φιλί και ένα χάδι. Ο ρούνος της δεξιάς παλάμης έλαμψε και έσβησε ξανά. Η αγάπη είναι παρούσα, όπως και η συνειδητοποίηση, νέος ένοικος στο συνειδητό. Μέχρι εχθές πίστευε πως ήταν ανεξάρτητη, όμως ο κόκκινος μάνδυας και τα πιασμένα κρύσταλλα μονάχα θόλωναν την πραγματική επιθυμία. Ο ευγενής πόθος. Αν κέρδιζε την αγάπη Άλαθας, ίσως και να επιτρέπονταν να ρέουν ελεύθερα οι λέξεις στο σπίτι. Μάταια. Ο Θεραπευτής που στέκονταν αντιδιαμετρικά του Πολεμιστή δεν ήταν παρά μία διαφορετική πτυχή του Αρχετύπου, όπως οι πλευρές της πυραμίδας αντικρίζουν αντίθετες θέες, αλλά μοιράζονται την ίδια βάση, κατασκευάστηκαν από την ίδια ουσία. Όσο κι αν προσπαθήσουν να απομακρυνθούν, πάντα θα ενώνονται στην κορυφή.

Άραγε, τα αισθήματά της ήταν μία ψευδαίσθηση; Η Ιλίντιεν έψαξε μέσα της και βρήκε πως δεν ήταν αλήθεια. Πάντα έτρεφε αστείρευτο σεβασμό προς τον Άλαθας. Θαύμαζε τη σοφία του, το ντελικάτο, αλλά ταυτόχρονα δυναμικό τρόπο που αντιστέκονταν σε πολέμιους και αντιπερισπασμούς των ιδανικών του, την ψυχική του δύναμη. «Όλα έχουν τον κατάλληλο τόπο και χρόνο», με αυτή τη φράση την αποχαιρέτησε στη Θαλανίλ. Σοφότερη του νεότερου εαυτού της συνδειδητοποιούσε πως ο χρόνος δεν ωρίμασε, ούτε ο τόπος. Ίσως ο χρόνος να μην ωρίμαζε ποτέ. Το δέχτηκε. Τον τόπο όμως μάχονταν να τον μετατρέψει σε χώμα κατάλληλο. Για ποιον όμως; Η Ιλίντιεν, σεβάσμια κι εκείνη, τράβηξε την περγαμηνή από την τσέπη. Στο πλευρό της εμφανίστηκε μία πένα και ένα μελανοδοχείο. Οι πρώτοι καλλιγραφικοί χαρακτήρες, προβαρισμένοι ίσως καλύτερα και από το σπαθί, πήραν μορφή. Τα ξωτικά αποτύπωναν την ψυχή τους στο στερνό ξεπροβόδιο.

Χέρι σταθερό στην τελευταία καμπύλη. Η Ιλίντιεν σηκώθηκε όρθια για πρώτη φορά μετά από πέντε ημέρες. Οποιοσδήποτε θνητός θα είχε παραπατήσει, αλλά όχι εκείνη. Ο ήλιος στάθηκε μάρτυρας στις τελευταίες της γραμμές. Απήγγειλε στο δάσος με καθαρή φωνή και η ζωή συντονίστηκε στη χροιά της άσπλαχνης και ποιητικής της γλώσσσας, την αρχαία διάλεκτο της Θαλανίλ.

Ruhtane kelebeli undu quelehtima lillassië nurtanë imi morë
Urini sairin terevë luini alcanye forma tainande
Vanwa
Kendall ú tyel, sacainen ú acta. Äi!
Enurini sairin
Hehtama paimesta furinyë mandona kelebeli
Enmornië nari siltende imi honyava corda,
Melmënyalen
Aiwëli samwëlinya, hyandari lirinya, sartoni ar vanyawa
Namárlë
Nin melda olorinye, nallama nin lendesaira envyatar

Terrified the doe hid beneath rotten leaves,
Safe in the darkness
Fiery the sun, piercing blue rays, hand extended
Departure
Unending journey, meaningless quest. Alas!
The sun burns again
Rejection, chastise masqueraded to keep the doe safe
All is dark once more, a flame flickers in my heart's shrine,
My love for you
Birds my thoughts, blades my song, companion and protection
To thee I bid farewell
My beloved dream, echo of my travelling healer


Μεσημέρι. Τα πρώτα σημάδια της ζωής που συνεχίζονταν στην Ακαδημία έφτασαν πρώτα στα αυτιά της, όμως οι ευωδίες της κουζίνας επιτέθηκαν αλύπητα στη μύτη της. της θύμισαν πως ήταν ζωντανή και πως πέρασαν πέντε μέρες από το τελευταίο της γεύμα. Το φαγητό μπορούσε να περιμένει. Η Ιλίντιεν κατευθύνονταν προς τον κήπο του Άλαθας. Σκόπευε να απομακρύνει το γράμμα του Ίλεθ, να το κρύψει. Αφού ο Αλάσσιος έφυγε, δεν υπήρχε νόημα να διαβαστεί από κανέναν.

Ο δρόμος την πέρασε πρώτα έξω από την Οπλασκία. Ακούγονταν κλαγγές, σημάδι πως δύο άτομα εξασκούνταν κάτω από το ζεστό ήλιο. Πλησίασε. Χωρίς να δει, ήξερε σε ποιον ανήκουν τα αραιά, μα βαριά χτυπήματα και ποιος προσπαθούσε να επιτεθεί με γρήγορες και πονηρές κινήσεις. Το χαμόγελο επέστρεψε και πάλι στα χείλη της Ιλίντιεν. Βρίσκονταν μπροστά σε μία επιλογή. Το τελευταίο ταξίδι της έδειξε πως η αγάπη παίρνει μορφές που η Θαλανίλ αδυνατεί να αναγνωρίσει. Η επικοινωνία, το γέλιο, ένα τρυφερό άγγιγμα, συνεργασία. Έκανε ένα βήμα μπροστά. Τους είδε στην παλαίστρα γεμάτους ζωή, ενεργητικότητα και όνειρα. Δεν ήταν σίγουρη αν οι Άνθρωποι συμπεριελάμβαναν Ξωτικά στο μέλλον και τα όνειρά τους, όμως η Ιλίντιεν θεώρησε πως άξιζε να προσπαθήσει. Σίγουρα πάντως, τα Ξωτικά περιελάμβαναν στο μέλλον και τα όνειρά τους νεαρούς, ανυπάκουους και ξεροκέφαλους Βαλησίνους με σκληροτράχηλη συμπεριφορά και μωρουδίσια καρδιά, ειδικά όταν έπρεπε να μάθουν να αποχωρίζονται το κράνος του μονομάχου. Ο ρούνος στη μέση της μιμήθηκε τον πρώτο. Η αγάπη μετουσιώνονταν.

Στον κήπο του Αλλάσιου, πάνω στο τραπέζι, ένας λευκός φάκελος περίμενε την Ιλίντιεν δίπλα στο δικό της ή μάλλον, του Ίλεθ. Δε φαίνονταν να φέρει κανένα σύμβολο ή όνομα. Το βουλοκέρι μαύρο και κενό. Πάνω ακριβώς από το φάκελο ήταν τοποθετημένο ένα μπουκέτο από υάκινθους, πρόχειρα φτιαγμένο.

«...Λάντριαν;» η Ιλίντιεν αναρωτήθηκε, αλλά γνώριζε πως κάθε απόπειρα να μαντέψει θα ήταν λάθος. Το κοντινότερο άτομο που γνώριζε πως ο υάκινθος είναι το αγαπημένο της λουλούδι ήταν ο Ίλεθ.

Η Ιλίντιεν άνοιξε το βουλοκέρι με προσοχή και διάβασε,

Δεν υπάρχει χρόνος για τυπικότητες και ευγένειες, φοβάμαι.
Διάβασε προσεχτικά όσα θα σου πω. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν άλλον εκεί μέσα πέρα από εσένα, για αυτό φρόντισα αυτό το γράμμα να φτάσει στα χέρια σου δίχως μεσολάβηση τρίτου. Μην ταλαιπωρήσεις το μυαλό σου με το πως και δώσε προσοχή σε όσα ακολουθήσουν:
   Στο ταξίδι μου έμεινα για μερικά φεγγάρια σε μια μικρή πόλη, ασήμαντη για τους μεγάλους χάρτες και κοντά στην Σχολή Αλχημείας της Ελραμίν. Συνάντησα παλαιούς φίλους και μέντορες˙ δάσκαλους με τόση γνώση που όλα τα βιβλία της Ακαδημίας δε μπορούν να χωρέσουν. Ρώτησα και έμαθα, ερωτήθηκα και μου απάντησαν. Καλή μου, οι απαντήσεις τους δεν ήταν διόλου φωτεινές.
   Μία μικρή παράκληση. Μη φτάσουν όσα σου εκμυστηρεύομαι στην νεαρή Ασάχι. Θα τη διαλύσουν καθώς αφορούν τον σύντροφό της Ελντίν.
   Είναι τόσα και δεν έχω χρόνο να στα εξηγήσω με λεπτομέρειες. Ανάθεμα, Ιλίντιεν, αμφιβάλλω αν βγάζουν νόημα ή αν απλά ανήκουν σε παραμύθια και θρύλους. Ξεκινάω.
   Ο νεαρός Ελντίν υποστήριζε πως φοίτησε στη Σχολή της Ελραμίν, ανάμεσα στα αδέρφια μας για όλη του τη ζωή. Βρισκόμουν ακριβώς μπροστά στους Σοφούς όταν πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στο Νησί για να δεχτεί επισήμως τη θέση καθηγητού. Αναφέρθηκε δε και στην τραγική σφαγή που ξεκλήρησε αρκετές οικογένειες ικανότατων Αλχημιστών και Θεραπευτών που βρίσκονταν στον πύργο. Έπειτα, έδειξε με ντροπή τα σημάδια που κοσμούσαν το κορμί και το πρόσωπό του. Τα θυμάσαι, Ιλίντιεν; Χαραγμένοι ρούνοι που σου έδιναν την εντύπωση πως λαμποκοπούσαν αν ήσουν αρκετά τολμηρός να τα κοιτάξεις. Ουλές τα ονόμασε, ουλές από τον μέντορά του που ξεκίνησε και εξαπέλυσε τη βίαιη τρέλα του.
   Ψέματα!
   Αηδιαστικά ψέματα ενός ψυχικά διαταραγμένου μυαλού. Δεν υπήρξε ποτέ στα αρχεία της Σχολής το όνομά του συνδεδεμένο. Και όμως, οι περισσότεροι καθηγητές το σύστησαν στους Σοφούς για τη θέση αυτή που παρέμενε κενή. Ο Ελντίν Αρκάιν δε φοίτησε ποτέ στη Σχολή και τα σημάδια που φέρει δεν είναι απλές ουλές. Κουβαλά πάνω του ένα πανάρχαιο ξόρκι δέσμευσης ψυχής. Ό,τι έχει φυλακιστεί μέσα του σίγουρα δεν είναι καλό οιωνός. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω περαιτέρω, μα τέτοιου είδους Αλχημεία έχει να χρησιμοποιηθεί από τα σκοτεινά χρόνια του Μεγάλου Πολέμου. Καταραμένο και επικίνδυνο ξόρκι. Απαιτεί τεράστια ποσότητα Αιθέρα να καταναλωθεί και για αυτό είναι αδύνατον ένας μόνο Αλχημιστής να το επικαλεστεί. Μα αυτό δεν ακυρώνει την λύση του. Ό,τι κόμπο τυλίγεις, και ό,τι δεσμά σφιχτά δένεις, μπορούν πάντα να σπάσουν και τότε… τότε μόνο το χάος μπορεί να επέλθει. Σκέψου μονάχα ένα ζώο μέσα στην αιχμαλωσία και στο βασανιστήριο. Όταν ελευθερωθεί δεν ξεχωρίζει φίλους γιατί ποτέ δεν είχε και αν εχει παραμείνει κάποια καλή μνήμη, σβήνει από την δίψα της εκδίκησης.
   Μη με αδικείς λοιπόν που ποτέ δεν τον συμπάθησα. Κάτι κρυβόταν πάντα πίσω από το χλωμό του παρουσιαστικό˙ πίσω από το γκρίζο πέπλο των ματιών του. Ποιος πραγματικά είναι; Δεν μπορώ να γνωρίζω αυτή την απάντηση αλλά σίγουρα είναι μπλεγμένα πολλά περισσότερα άτομα από όσα φανταζόμαστε.
   Μην εμπιστεύεσαι κανέναν παρα μόνο το ένστικτό σου. Και σε ικετεύω: μην αναφέρεις τίποτα στην νεαρή πολεμίστρια. Θα την διαλύσει η αλήθεια και δεν είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο.

   Εύχομαι το γράμμα αυτό να μην έφτασε καθυστερημένα και να σκεφτείς πολύ καλά όσα σου αναγράφονται.
Να μάριε, νιν μέλεθ.


Το χέρι ήρθε να καλύψει τα χείλη πάνω στην ώρα που διέφυγε ο κλαυθμός και διατάραξε την ησυχία του κήπου. Διέφυγε αλώβητη από το Γκραχλ, τα τέρατα. Λαβώθηκε σε ένα μέρος που λογάριαζε για καταφύγιο. Τα γόνατά της λύγισαν, έπεσε βαριά στην καρέκλα. Η Ιλίντιεν πάσχισε για ανάσα, αλλά η ανάσα δεν έρχονταν. Εισέπνευσε με βία ή τουλάχιστον προσπάθησε. Η καρδιά της κατέβαλε κάθε προσπάθεια να εκραγεί, να σπάσει το κλουβί του θώρακά της και να ξεχυθεί στο πάτωμα. Μάτια διάπλατα ανοιχτά, τυφλά από τη δυσβάσταχτη αλήθεια. Τα πνευμόνια της αρνούνταν να αναπνεύσουν. Δίπλωσε στα δυο, ανήμπορη να καλέσει βοήθεια. Δε θα καλούσε βοήθεια, αυτή η ανηφόρα ήταν καθήκον της να την ανέβει. Σιγά σιγά, ο αέρας επέστρεψε, μαζί του και οι σκέψεις.

Γνώριζε πολύ καλά εκείνα τα σημάδια. Της εμπιστεύτηκε το μυστικό τους από το πρώτο κιόλας βράδυ, πολύ πριν τον πάρει στους ώμους ημιαναίσθητο, πολύ αργότερα από το αποτυχημένο του φλερτ στην Κασσάνδρα. Είχε ακούσει την ιστορία, αυτή που ο Σεβάσμιος διέψευδε, πάντα την ίδια εκδοχή. Την πίστεψε. Την πίστευε. Ο Ελντίν ήταν φίλος της, ο Ελντίν είναι φίλος της, ένας από τους καλύτερους φίλους της. Και ο Άλαθας δεν τον χώνευε, ποτέ δεν το χώνεψε. Την επέπληξε δεκάδες φορές για την παρέα μαζί του, ήταν πάντα ξινός. Αν όμως έλεγε ψέματα; Όχι, ο Σεβάσμιος δεν έλεγε ψέματα, όπως δεν είπε ψέματα και για το Γκραχλ, ούτε για τον κίνδυνο του Επτάκτινου Αστεριού, ίσως ακόμη και για τον κίνδυνο που έρχεται. Δεν έλεγε ποτέ ψέμματα. Όμως, το γράμμα δε μπορούσε να είναι αλήθεια. Ο Ελντίν είναι καλός, είναι φίλος της. Είναι αδύνατο να ζήσει κάποιος με Αλχημεία από τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου, δε μπορεί να καταφέρει τέτοια εκτρώματα η Αλχημεία. Ή μήπως μπορεί;

Η Ιλίντιεν σηκώθηκε και τα πόδια της ήταν φτιαγμένα από μολύβι. Αβέβαιη για τα αποθέματα αντοχής της και την καθαρότητα του μυαλού της έκανε το πρώτο βήμα, έπειτα το δεύτερο. Οι καιροί της χαλαρότητας και της αδυναμία είχαν παρέλθει με την άφιξή τους στη Μεβαίρ. Το καλοκαίρι του 1305 ξεκίνησαν οι καιροί των δυνατών και των ηρώων. Βγήκε από τον κήπο και ο στόχος αναδύθηκε ξεκάθαρος πλέον στο οπτικό της πεδίο. Το τέλος της νωχελικότητας, η αρχή της δράσης. Η Ιλίντιεν βάδισε προς την είσοδο της Ακαδημίας, ίσως με το τελευταίο της απόθεμα αποφασιστικότητας. Τα βήματά της κόπηκαν. Από την πόρτα ξεπρόβαλε η Σαγιάνε.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Μοιχαλίδα
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Άνθρωπος - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Red Panda 3 One year Anniversary Ζευγάρι του Μήνα, Φεβρουάριος 2020 Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Το μάγουλο της πονούσε πολύ. Ήταν πραγματικότητα αυτό; Ακούστηκαν οι σκέψεις της φωναχτά. Κοίταξε ξανά το βιβλίο. Το μίσος είχε φύγει όλο. Είχε αδειάσει από μέσα της, μέχρι που δεν μπορούσε να κρατήσει κακία καμία. Μόνο απορία. Γιατί; Γιατί; Γιατί να θες να βγεις έξω από τη φύση; Γιατί να θες να σκοτώσεις έτσι, με τέτοιο τρόπο; Ούτε σε ζώα δε συμπεριφέρεσαι έτσι. Ήταν άραγε αυτός ο Ελντίν; Και ο Ελντίν που είχε γνωρίσει;
Άνοιξε ξανά το βιβλίο. Δεν είχε ιδέα για το περιεχόμενο των λέξεων, ούτε καν για τις ίδιες τις λέξεις. Ούτε για τα σχέδια μέσα. Εάν η βιβλιοθήκη είχε κι άλλα τέτοια βιβλία;  Ποιός μπορούσε να βοηθήσει; Και τότε η ιδέα της ήρθε.

Μάζεψε το βιβλίο στη τσάντα της, όπως και το βιβλίο που είχε βρει την προσωπογραφία του Ελντίν και αφού έκλεισε την πόρτα πήρε το δρόμο της. Τα βήματα της αντηχούσαν στους διαδρόμους. Είχε ξημερώσει. Και εκεί στο σταυροδρόμι, είδε την Ιλίντιεν. Το στομάχι της σφίχτηκε. Πως θα το έλεγε εν τέλει στην Ιλίντιεν; Είχε δεθεί τόσο με τον Ελντίν, τον θεωρούσε αδερφό της. Έσφιξε το λουρί της τσάντας της και έσκασε στην αγκαλιά της. Ένας μεγάλος αναστεναγμός της ξέφυγε. Την κοίταξε και είδε πως και εκείνη δεν ήταν σε καλή κατάσταση.

«Το μεσημέρι» είπε η Σαγιάνε «πρέπει να μιλήσουμε. Είναι σημαντικό» συνέχισε. «Πρέπει να φύγω τώρα, πρέπει να δω ...κάποιον. Μα το μεσημέρι θα σε περιμένω εκεί που ήπιαμε το τσάι μας» είπε και έφυγε βιαστικά.
...
Η ξύλινη δρύινη πόρτα φάνταζε πελώρια ακόμα και στα μάτια της. Θα του μιλούσε πρώτη φορά ανεπίσημα και μάλιστα με έντονο τρόπο. Ο Σοφός των Αλχημιστών ήταν αξιοσέβαστος. Η δύναμη και το όνομα του ακουστά σε κάθε γωνιά της Ήθεριντ. Αν κάποιος μπορούσε να βοηθήσει, ήταν αυτός.

Χτύπησε την πόρτα και μπήκε στην απάντηση του
.
Ένας χώρος κατά κύριο μέρος αλχημιστικό, με μπουκαλάκια, ξηρά βότανα, γουδιά, βιβλία, ιερά σχέδια και βιβλιοθήκες.
 
«Παρακαλώ κυρία Ασάχι, σε τι οφείλω την επίσκεψη σας;» ρώτησε ευγενικά αν και το βλέμμα του μαρτυρούσε μια αναστάτωση λόγω της εικόνας της.

Η Σαγιάνε κάθισε αντίκρυ στο γραφείο του, μια στιγμή σιωπής τους χώρισε για λίγο, μα δεν έβρισκε όμορφο τρόπο για να το πει. Σηκώθηκε ξανά και του αράδιασε το βιβλίο με την προσωπογραφία του Ελντίν και έπειτα το κλειστό βιβλίο του αίματος και του χάους.

«Ο Ελντίν Άρκαιν δεν είναι αυτό που έλεγε. Βρήκα αυτά στην κάτω βιβλιοθήκη και ...και...δε ξέρω σε ποιόν να μιλήσω. Είναι απίστευτο, αλλά ταυτόχρονα πιστευτό. Αν με ακολουθήσετε στο γραφείο του θα το δείτε. Αυτούς τους ρούνους! Είναι αλχημεία αίματος! Και βρήκα και αυτό εδώ» είπε δείχοντας το λήμμα για τους Αλχημιστές Χάους «Είναι Ε.Μ.Α. Δείτε το πρόσωπο, είμαι σίγουρη πως είναι για το Ελντίν Άρκαιν αυτό! Και μετά όλη η αφήγηση του ίδιου του Ελντίν για την σφαγή στην Ελραμίν, όχι μόνο σε μένα, αλλά και στην Άτρας. Δεν είμαι τρελή. Δε τα βγάζω από το μυαλό μου! Και τα σημάδια που είχε. Σοφέ Ραντίκ, ο Ελντίν δεν είναι άνθρωπος, είναι κάτι άλλο, μπλέχτηκε με τη μαγεία, με σκοτεινή μαγεία και δεν είναι αυτό που έλεγε. Δεν ξέρω καν...Πολύ φοβάμαι πως τώρα που γνωρίζει...»

«Αρκετά!» ύψωσε τη φωνή του ο Ραντίκ.

Συνοφρυμένος κοίταξε τη Σαγιάνε, περίλυπος, κουρασμένος.

«Κάθισε σε παρακαλώ» της είπε και εκείνη κάθισε.

Ήταν σειρά του Σοφού Ραντίκ να μη ξέρει από που να το πιάσει και τι να πει, παρά την ηλικία και τις εμπειρίες του. Γύρισε και κοίταξε τη Σαγιάνε στα μάτια. Πόσο θα την έσπαγε η αλήθεια;

«Είναι αλήθεια Σαγιάνε. Ο Ελντίν Άρκαιν δεν υπάρχει» είπε κοφτά και περίμενε να το συνειδητοποιήσει η νεαρή.

Η Σαγιάνε χλόμιασε. «Τί εννοείτε δεν υπάρχει; Φυσικά και υπάρχει, θέλω να πω είχε υλική μορφή. Έχει υλική μορφή...»

«Ηρέμησε και άκουσε με. Δεν έπρεπε να αφήσουμε την κατάσταση να φύγει από τα χέρια μας. Έπρεπε να τον είχαμε...σκοτώσει» είπε ο Ραντίκ καθώς η ματιά του δεν έφευγε από τη νεαρή Άνθρωπο.

«Το Ε.Μ.Α καλή μου δεν ήταν ποτέ το Ελντίν Άρκαιν. Το πατρικό του Ελντίν είναι Αμάτους. Ελντίν Μέιτερ Αμάτους» κάθε του πρόταση και ενός λεπτού σιγή για τη νεαρή. Για να κατανοήσει ότι της έλεγε. Τώρα που η αλήθεια θα έλαμπε.

«Όλα πάνε πίσω στην εποχή των παππούδων μου. Ναι, τότε που έζησε ο Αρχιμάγιστρος Ελντίν Αμάτους. Οι Αμάτους και οι Μέιτερ ήταν από τις βασιλικές οικογένειες στο Βασίλειο των Ανθρώπων, στην Ισαχάρ.Και οι δύο οικογένειες Αλχημιστών. Οι μεν στοιχειακής αλχημείας και οι δε ενεργειακής. Όπως καταλαβαίνεις ο Ελντίν, γόνος Μέιτερ και Αμάτους επρόκειτο να παντρέψει τις δυνάμεις αυτές, αν και ο ίδιος προτιμούσε πάντα την στοιχειακή.» είπε και έδωσε χρόνο ξανά.

«Συγγνώμη...γνωρίζατε τον Ελντίν;» τα μαθηματικά στο μυαλό της Σαγιάνε είχαν χαωθεί εδώ και ώρες.

«Όχι εγώ. Η γιαγιά μου και ο πατέρας μου. Βλέπεις καλή μου, η σφαγή στην Ελραμίν έγινε όντως τότε. Ένα από τα θύματα του τρελού Αρχιμάγιστρου Αμάτους ήταν και η γιαγιά μου. Όταν καταφέρανε να τον δέσουν με αλχημιστικά μέσα και να τον υπνώσουν, ο πατέρας μου ορκίστηκε. Να καταστρέψει οποιονδήποτε αλχημιστή έπεφτε σε σκοτεινά μονοπάτια. Όμως η δύναμη του Αμάτους ξεπερνούσε τις γνώσεις τους. Και δεν κατάφεραν να έχουν πρόσβαση στα βιβλία του.

Αυτό που γνωρίζω είναι πως αρκετά χρόνια ο Αμάτους κοιμόταν, σε μια διάσταση διαφορετική. Αναγκαστικά τον είχαν σε αυτή την κατάσταση ύπνου μέχρι να βρουν τρόπο να τον «σπάσουν» γιατί όπως ξέρεις καλή μου ο Ελντίν συνέφερε περισσότερο ζωντανός. Πήραν όλα τα μέτρα που μπορούσαν να πάρουν και έκαναν το τελετουργικό διάσπασης της ψυχής του. Έτσι, γύρισε πίσω ο χρόνος για αυτόν, έτσι οι δυνάμεις του κατακρεουργήθηκαν και έτσι αυτό που επέστρεψε ήταν μόνο μια σκιά της πραγματικότητας. Ο Ελντίν Άρκαιν δεν υπάρχει. Ήταν ένα δημιούργημα των Σοφών της Ελραμίν για να περιορίσουν μια δύναμη που συνάμα χρειάζονταν.»

Η Σαγιάνε ένιωθε πως για ακόμα μια φορά το στομάχι της ήταν έτοιμο να εκραγεί. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δεν μπορούσε να διανοηθεί όλες αυτές τις πληροφορίες. Πως γινόταν αυτό;

Ένα ταχυδρομικό πουλί χτύπησε το παράθυρο του Ραντίκ. Νέα από την χώρα των Ξωτικών. Το χρυσό γράμμα, στο ποδαράκι του πτηνού λαμπύριζε στον ήλιο. Ο Ραντίκ έδωσε σποράκια στο πτηνό και προσεκτικά πήρε το γράμμα.

Δυο στιγμές μετά το πρόσωπο του σκοτείνιασε. Έκαψε στην παλάμη του το γράμμα και άρχισε να ψάχνει στα μπουκαλάκια του φανερά αναστατωμένος.

Η Σαγιάνε καθόταν εκεί. Κούφια, δίχως να μπορεί να αντιδράσει.

«Μα τι θέλει ο Ελντίν τότε; Γιατί σκοτεινός; Τι θέλει;»

Ο Ραντίκ γύρισε και κοίταξε τη νεαρή με πόνο στα μάτια αυτή τη φορά. «Δεν γνωρίζω. Ούτε εκείνοι. Γι αυτό δεν τον σκότωσαν όπως είπα, όλα τα στοιχεία είναι στο μυαλό του Αμάτους. Αλλά όπως είπα ξανά, έπρεπε να τον σκοτώσουν. Η Ελραμίν δέχτηκε επίθεση τέσσερις μέρες πριν. Πήρανε την λίθο.» είπε και κοίταξε τη Σαγιάνε όλο νόημα.

«Όχι δε μπορεί...» είπε εκείνη «όχι, δεν είναι αυτός...»

«Πρέπει να καταλάβεις καλό μου, ο Ελντίν που ήξερες δεν υπάρχει. Ο Ελντίν Αμάτους είναι ένας Αλχημιστής που χάθηκε σε σκοτεινά μονοπάτια και τρελάθηκε. Δεν έχει κανένα συναίσθημα για κανέναν. Μόνο θάνατο μπορεί να βρεις.... Αυτή τη φορά όμως, θα είμαι εγώ αυτός που θα κλείσει αυτό το κεφάλαιο μια και καλή. Δε χρειαζόμαστε αλλο φίδι στον κόρφο μας» είπε με στόμφο και γύρισε σε αυτό που έψαχνε.

Η Σαγιάνε στροβιλιζόταν. Πήρε το βιβλίο του χάους..ούτε καν ήξερε πως να το πει...και σηκώθηκε.

Ο Ραντίκ την κοίταξε. «Δε θα κάνει άμεσα κίνηση. Ο Αμάτους δούλευε μεθοδικά, του πήρε τριάντα χρόνια για να τελέσει το τελετουργικό στην Ελραμίν. Είναι μεθοδικός ναι. Οπότε σε αυτόν τον χρόνο και εμείς προετοιμαζόμαστε. Όσα ειπώθηκαν εδώ ας μείνουν μεταξύ μας. Θα καλέσω σύγκλητο με τους υπόλοιπους Σοφούς και θα επιμεληθώ εγώ προσωπικά της ενημέρωσης όσων χρειάζονται. Μμμ..μπορείς να ενημερώσεις μόνο την Άτρας. Ξέρω τη σχέση σας και την θέση της στην Θαλανίλ. Κανέναν άλλον όμως.» συμπλήρωσε αποφασιστικά.

«Κοιμήσου. Είσαι ένα πτώμα. Δε θα βοηθήσεις κανέναν έτσι» συμπλήρωσε και πήρε τα μάτια του από πάνω της.

Η Σαγιάνε νικημένη βγήκε από το δωμάτιο. Αλλιώς το είχε σκεφτεί, αλλιώς είχε καταλήξει η συνάντηση αυτή. Και τώρα; Και τώρα; Δεν ήξερε τί... Μάζεψε ότι δυνάμεις είχε και κατευθύνθηκε προς τον κήπο του Αλάσσιου. Εκεί θα περίμενε την Ιλίντιεν. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Θα της τα έλεγε όλα...και μετά θα κοιμόταν. Αν γινόταν για πάντα...ακόμα καλύτερα. 
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Άρυα Λιρέλ

Με κομμένη την ανάσα περίμενε την απάντησή της, και τότε εκείνη απλά...

«Τι ώρα πήγε;»

Η Άρυα την κοίταξε συνοφρυωμένη. Τι σημασία είχε η ώρα;
Η Γκρέλντα, που της είχε γυρίσει την πλάτη, στράφηκε και πάλι προς το μέρος της, και ένας κούκος που την έκανε να αναπηδήσει ξεπετάχτηκε από το χέρι της.

«Α ναι. Είναι η ώρα του ήρωα!», της φώναξε η Γκρέλντα.

Η Άρυα ένιωσε το αίμα της να βράζει σε αυτήν της τη φράση, και τα μάτια της έλαμψαν θυμωμένα.
Δεν ήταν καιρός για ειρωνείες.

Η Γκρέλντα την έβαλε να κάτσει –παρόλο που η ίδια ένιωθε λες και είχε καταπιεί παλούκι– και της προσέφερε έναν ζεστό κάουα. Υπό διαφορετικές συνθήκες, η μυρωδιά του και μόνο θα ήταν ικανή να την ηρεμήσει, αλλά όχι σήμερα, όχι τώρα. Δέχτηκε την κούπα –γιατί δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς– και καθώς ο αχνός σιγά σιγά διαλυόταν, εστίασε στο θυμωμένο της βλέμμα που καθρεφτιζόταν στην επιφάνεια του κάουα.

Ένα μικρό κλικ ακούστηκε και η Άρυα σήκωσε αμέσως το κεφάλι, για να προλάβει το ενδεχόμενο μιας ακόμα ξαφνικής συνάντησης με τον καταραμένο κούκο της γηραιάς Εφευρέτριας. Αντ' αυτού, παρακολούθησε την καθηγήτριά της να ανάβει ένα αρκετά παχύ πούρο, και έπιασε τον εαυτό της να το αποζητά, παρόλο που είχε καπνίσει σπάνιες φορές στη ζωή της. Η Γκρέλντα φρόντισε κυριολεκτικά να θολώσει γρήγορα τις σκέψεις της, και το κήρυγμα που ήταν σίγουρη ότι θα άκουγε ξεκίνησε.

«Αυτά βλέπουμε όταν είμαστε νέοι, την τύφλα μας», είπε, και διέλυσε τον καπνό με μια μεταλλική βεντάλια.

«Κυρία Άρυα-μπουρλώτο-Λιρέλ βασικά καλησπέρα σας. Να σας ενημερώσω αρχικά ότι παραβήκατε κάμποσα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα...».

Η Άρυα έμεινε να την κοιτά με το ένα φρύδι ελαφρώς ανασηκωμένο, σουφρώνοντας τα χείλη στην προσπάθεια να κρατήσει το στόμα της κλειστό, όσο η Γκρέλντα αράδιαζε βλακείες σχετικά με τιμωρίες και τα συναφή. Θεωρούσε πως η τιμωρία θα την τρόμαζε; Την είχε για τόσο χαζή, που ειλικρινά πίστευε πως η Άρυα δεν γνώριζε ήδη όλους τους κανόνες στους οποίους αναφερόταν;
Έκανε υπομονή και την άφησε να συνεχίσει.

«Ας ξεκινήσουμε με κάτι βασικό, την ελεύθερη βούληση...
...Πριν ξεσπάσεις, εξέτασε τα δεδομένα...
...Σκέψου όμως πότε έφυγε...
...δε θα ήθελε κάποιος θερμοκέφαλος, όπως η βοηθός του να τον ακολουθήσει...
...Αναρωτήσου γιατί δεν είπε σε κανέναν πού πηγαίνει
...»

Τα λόγια της λεπίδες, που μάτωναν μία προς μία την καρδιά της. Μπορούσε να καταλάβει πως η Γκρέλντα δεν είχε σκοπό να μιλήσει, και έπειτα ήρθε και η τελευταία μαχαιριά.

«Ο Δάσκαλός σου δε θέλει να βρεθεί».

Δε θέλει να βρεθεί; Και γιατί όλα αυτά; Γιατί να φύγει εξ αρχής;

«Πιστεύεις πώς αν ήθελε να βρεθεί, η τεθλιμένη πριγκίπισσα-σκυλί-του-πολέμου δε θα τον είχε εντοπίσει ήδη;...
...θεωρείς ότι είσαι η μόνη που πονάς;... ...Συλλογίσου. Αγαπάς το Δάσκαλό σου;
»

Της έκανε όντως αυτήν την ερώτηση; Ήταν δυνατόν; Έχει όντως την εντύπωση ότι είναι ένα κακομαθημένο παιδί που δεν σέβεται τον Δάσκαλό του; Έχει όντως την εντύπωση ότι η Άρυα θα ξεκινούσε όλη αυτήν τη φασαρία, αν ήξερε ότι ο Αλλάσιος είχε φύγει μόνος του, με τη θέληση του; Αν έστω ένα καταραμένο άτομο της έλεγε το τι έχει συμβεί; Αν έστω και ένας την διαβεβαίωνε από την πρώτη μέρα που τον έψαχνε ότι δεν κινδυνεύει;
Κατάρα!

«Θα σου πρότεινα να παραδειγματιστείς. Μάλλον είδες την αμίλητη στη λίμνη. Μάθε από αυτήν. Δεν της το είχα, αλλά είναι άξια. Πονάει βαθύτερα από όλους. Δεν έβγαλε μιλιά. Έχει όλα τα μέσα, αλλά έδειξε σεβασμό. Ο Αλλάσιος της άφησε μία ευθύνη, όπως αφήνει και σε εσένα. Η αμίλητη αναρρώνει και το πρωί, θα ζωστεί το φορτίο με ταπεινοφροσύνη και θα συνεχίσει το έργο που της άφησε με ζήλο. Γιατί; Γιατί αυτή είναι η τελευταία του επιθυμία».

Τελευταία του επιθυμία; Τελευταία του επιθυμία;

Από κει και πέρα, ένα βουητό κάλυψε τις σκέψεις της, και η Άρυα έμεινε να κοιτά τα χείλη τής καθηγήτριας που ανοιγοκλείναν, χωρίς να ακούει πραγματικά. Γύρισε το βλέμμα της στην κούπα, που βρισκόταν ακόμη χωμένη ανάμεσα στις χούφτες της. Τα μάτια της κρύσταλλα, που γυάλιζαν κάτω από το φως των κεριών. Ένα δάκρυ ταρακούνησε την επιφάνεια του κάουα, κρύβοντας προς στιγμήν τη σοκαρισμένη της αντανάκλαση, πριν ακολουθήσει δεύτερο και τρίτο.

Ώστε αυτό ήταν;
Γι' αυτό κανείς δεν ανακοίνωσε την αποχώρησή του;
Γι' αυτό όσοι το ήξεραν το κρατούσαν κρυφό;
Γι' αυτό πενθούσαν;


Η Γκρέλντα προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, καλύπτοντας τη θέση της. Όχι. Αυτά δεν έπιαναν σε κείνη.

«Είσαι έξυπνη κοπέλα και η πρώτη σου αποστολή είναι να μάθεις πώς θα τιθασεύεις τα συναισθήματα για να εξυπηρετούν τη λογική. Τι λες; Μπορείς; Εγώ πιστεύω πως μπορείς Άρυα».

Η Άρυα σηκώθηκε απότομα από το σκαμπό, και άφησε την άθικτη κούπα πίσω στο γραφείο. Σχεδόν ξεχείλιζε τώρα, απ' την αλμύρα που την είχε ποτίσει. Κοίταξε την Γκρέλντα, όπως δεν είχε κοιτάξει ποτέ κανέναν στην Ακαδημία• πόνος, οργή, και αηδία, κρυμμένα πίσω από μάτια θολά από τα δάκρυα. Δεν της άξιζε αυτό το βλέμμα, όμως ήταν η άτυχη που το δέχτηκε πρώτη. Έσφιξε τα δόντια, και έμπηξε τα νύχια στις χούφτες της για να συγκρατηθεί και να μην αρχίσει να φωνάζει και να βρίζει Θεούς και Δαίμονες.

«Μου λες ότι ο Δάσκαλος πήρε την απόφαση να φύγει, για να... για να...», κατάπιε έναν λυγμό, «...για να δώσει τέλος; Αυτό μου λες;».

Ένιωσε της μπουνιές της να τρέμουν και πισωπάτησε. Το κεφάλι της σφυροκοπούσε και η καρδιά της κόντευε να ξεριζωθεί από το στήθος της.

«Είναι δυνατόν να πήρε τέτοια απόφαση; Μα γιατί; Και σεις! Εσείς! Μου λες να πάρω παράδειγμα. Παράδειγμα από ποια;! Από εκείνη; Που ξέμεινε στο δάσος να κοιτάει το άπειρο; Που τον θεωρεί ήδη νεκρό;! Ή από σένα, που λες ότι είσαι φίλη του, και όχι μόνο δεν κατάφερες να τον μεταπείσεις, αλλά τον βοηθάς να δώσει και τέλος; Είναι αυτό φιλία; Σας σιχαίνομαι! Σας σιχαίνομαι όλους σας από τα βάθη της καρδιάς μου!», φώναξε λόγια που δεν εννοούσε, και έφυγε κλαίγοντας από το γραφείο της Εφευρέτριας.

Η καρδιά της πότισε δηλητήριο εκείνη τη νύχτα.
« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 13, 2020, 04:09:29 μμ by Άρυα Λιρέλ »


Ιλίντιεν Άτρας

  • Άξεστη Πολεμιστρια
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Ξωτικό - Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Λετζάνα Οίκος Άτρας One year Anniversary Το Θέμα του Μήνα, Νοέμβριος 2019 Ζευγάρι του Μήνα, Οκτώβριος 2019 Το Θέμα του Μήνα, Οκτώβριος 2019
Βράχος από βασάλτη ορθόνονταν πλάι στα υποστηλώματα η πέτρινη ιδιοσυγκρασία της Ζένθα, μονόλιθος στο γραφείο της Σοφού. Σκληραγωγημένη από το χρόνο, από μάχες με γεύση στυφού κρασιού και πολιτικές με μυρωδιές από πυρακτωμένο ατσάλι, ύψωνε βούληση οπλισμένη με ρώμη έναντι σε λυσσαλέα κύματα πάγου. Κρύσταλλα γεωμετρικής τελειότητας ανέβλυζαν από εξαγριωμένες βιολετί πηγές. Oι ακμές τους χάιδευαν το ίδιο το πέπλο του Αιθέρα με θανατηφόρο άγγιγμα και πάνω του εντυπώνονταν έγκαυμα παγετού. Η Ζένθα στύλωσε τα πόδια στη γη. Από τη γη έρχονταν και στη φωτιά σφυρηλατήθηκε. Βαθιά ριζωμένη στο έδαφος του γραφείου της, πανύψηλο βουνό μισού αιώνα εμπειρίας, γίνονταν ένα με το βασικό στοιχείο της ηπείρου, έτοιμη να καταδυθεί στα ποτάμια πάγου που ξεχύνονταν απέναντί της. Δεν επέτρεπε να την καταπνίξουν. Όσο κι αν φουσκώσει το νερό, αδυνατεί να παρασύρει το βράχο που προσεκτικά ρίζωσε στην πλαγιά κι ας μετατράπηκε σε παροδική όχθη εκείνη. Θα στέκονταν αγέρωχη στο πόστο της, μέχρι ο χείμαρρος να ξεφουσκώσει, τα νερά να ησυχάσουν και να υποχωρήσυν.
   
Όφειλε να δώσει δίκιο στην Αρχι-Εφευρέτρια για την καλομελετημένη πρόβλεψη, η οποία άφηνε απαράλλαχτη όμως την προσέγγιση της Ζένθα, ακόμη κι αν το μέλλον εκτυλίσσονταν σαν ζωντανή περιγραφή μπροστά στα πεισματάρικα μάτια της. Ατένισε τη θεόρατη φιγούρα στα λευκά, έτσι όπως στέκονταν σε εκκρηκτική  ετοιμότητα στο εσωτερικό του κατωφλίου. Λυτή, η πλούσια κώμη χύνονταν πυκνή στο σώμα της και διαθλούσε το φως του ήλιου, έκαμπτε τις ακτίνες του έτσι που έμοιαζαν να στεφανώνουν τη φιγούρα της Ιλίντιεν σε στεφάνι θείας τιμωρίας. Τα σφιχτά χείλη της Σοφού σχεδόν λύθηκαν από επιθυμία να πάρουν σχήμα μισού χαμόγελου. Θαύμαζε το αιθέριο τέρας, ενώ αυτοσυγχαίρονταν για την επιλογή που έκανε ενάμιση χρόνο πριν. Παράλληλα βλαστημούσε, πότε το Ξωτικό για την επιπόλαιη και αλαζονική παρορμητικότητα της νιότης και πότε τη νωχελικότητα ενός γερασμένου μυαλού που άργησε να αναγνωρίσει πως ο τροχός γυρίζει ταχύτερα από το δικό της βηματισμό.

Δεν της πρόσφερε κάθισμα και η Ιλίντιεν δε ζητιάνεψε να ξαποστάσει, μόνο στέκονταν εκεί, πλάι στην πόρτα, να αναμετρούνται με τα μάτια. Υπό άλλες συνθήκες, η Ζένθα θα προσπαθούσε να συζητήσει μαζί της. Ήταν πολύ έξυπνη για να μπλέξει σε αχρείαστες αψιμαχίες και η εγκράτεια στην πόζα της Ιλίντιεν έδειχνε πως γνώριζε τη βιογραφία της Πολεμίστριας που δε σπαταλούσε δυνάμεις. Εάν δεν είχε προηγηθεί η αποχώρηση του Αλάσσιου, οι συνεχείς διαμαρτυρίες και αντιρρήσεις που έφερε στη στάση των Σοφών, η Ζένθα θα ξεδίπλωνε το μεγαλοπρεπή χάρτη του Ήθεριντ στο κέντρο του δωματίου και θα εξέταζε την οπτική που είχε να προσφέρει η ιππίλαρχος Ιλίντιεν Άτρας για τη νέα απειλή που ξεφύτρωνε σαν δηλητηριασμένος κισσός. Θα εξηγούσε τη θέση της Ακαδημίας στους Πολεμιστές, τη συμφωνία περί ουδετερότητας, την προτεραιότητα που έχει η ασφάλεια των μαθητών και τον κίνδυνο που διατρέχουν από την παραβίαση των συμφωνιών που εξασφάλιζαν τη βιωσιμότητα της Ακαδημίας. Όχι όμως τώρα. Η Ιλίντιεν Άτρας δεν μπήκε στο γραφείο της για να διεκδικήσει εξηγήσεις για την όποια απειλή. Εισέβαλε με αγένεια, με θράσσος που η καταγωγή της τη γαλούχησε, για να υπερασπιστεί τη θεωρητική ανωτερότητα ενός μεσήλικα Ξωτικού που εξιδανίκευσε και θεοποίησε, όλα στο όνομα και στην τιμή της Θαλανίλ. Η Ιλίντιεν Άτρας δεν ήταν μέρος της Ακαδημίας, αλλά ένας ακόμη συνεργάτης, ένας κατάσκοπος ίσως, για την αρχαία πατρίδα ή ακόμη χειρότερα, για τον αδερφό της, τον πραγματικό τύρρανο.

Η Ιλίντιεν φλέγονταν, γλώσσες της παγερής φωτιάς της Οργής τάιζαν αγριωπό νέκταρ την ξεγυμνωμένη της ψυχή. Μπροστά της, η ενσάρκωση της σταθερότητας και της στενομυαλιάς. Ακίνητη, η Σοφός των Πολεμιστών την κοίταζε με πεποίθηση και ακαμψία βουνού που όσο κι αν λυσσάξει στις κορυφές του ο αέρας, αυτές δε θα λυγίσουν. Πριν ανοίξει με βία εκείνη τη σκαλιστή πόρτα, πριν πατήσει το πόδι της μέσα στο χώρο της Ζένθα, γνώριζε ότι δε θα μπορούσε να εκμαιεύσει απαντήσεις. Μπορούσε μόνο να τις ξεριζώσει. Οι απαντήσεις ήταν κρυμμένος ανθός και το πείσμα ρίζες ζιζανίου, χόρτο έναντι στο οποίο έπρεπε να βάλει όλη της τη δύναμη. Απαιτούνταν να σηκώσει το χώμα, να τραβήξει από δεξιά και αριστερά, αν ήλπιζε να φέρει στο φως τα άνθη που αναζητούσε. Δεν υπήρχε χρόνος να σπαταλήσουν πια. Με κάθε ανατολή ο κόμπος περιπλέκονταν. Άκρες ανυπολόγιστες προστίθονταν στη θηλιά του κι εκείνη, κάθε που έσφιγγε, κατέπνιγε ζωές, κατά κύριο λόγο αθώες. Με κάθε επιστολή, οι σελίδες της ιστορίας μαύριζαν και οι Σοφοί παρέμεναν αμέτοχοι, σταθεροί στην ασφάλεια και τα γηρατειά τους, ακλώνητοι στις θέσεις τους, στην υπευθυνότητα που έπρεπε να χρησιμοποιούν ως κινητήρια δύναμη και όχι ως μανδύα κύρους.   

"Πρέπει να με ακούσεις!" πρώτη έσπασε τη σιωπή η Ιλίντιεν. Είχε μείνει σιωπηλή πέντε ημέρες. Είχε μείνει σιωπηλή σαράντα χρόνια. Το βιολετί κλείδωσε εξαγριωμένο στα καστανά μάτια που περιστοιχίζονταν από τις ουλές του πολέμου και του χρόνου. Έκανε ένα βήμα μπροστά.

"Δε χρωστάω να απαντήσω σε αλαζονικές προσταγές πριγκίπισσα." η απάντηση της Ζένθα ήρθε με φωνή που έμοιαζε με καλοτροχισμένο μέταλλο. Συμπαγές, γυαλιστερό, σκορπούσε σπίθες.

"Πρέπει επιτέλους να ακούσεις!" Η Ιλίντιεν επέμεινε με ένα ακόμη βήμα.

Η Ζένθα παρατήρησε πως η Πολεμίστρια δεν τσίμπησε και επέμεινε. "Αυτά που έχεις να μου πεις, τα έχω ξανακούσει." της απάντησε σε μία προσπάθεια να την αποθαρρύνει. Αντίθετα, κάτι φάνηκε να παίρνει μορφή στο απόκοσμο βιολετί της Ιλίντιεν, κάτι αιχμηρό και διαπεραστικό.

Ήταν σειρά της Ιλίντιεν να διεκδικήσει το δικό της κομμάτι στο έδαφος. Δύο δυνατά πόδια πήραν θέση στο πάτωμα με πρόθεση να μείνουν ακλόνητα ώσπου η Ιλίντιεν να πετύχει το σκοπό της. Η Ζένθα το αντιλήφθηκε.

"Αν ήρθες να μου ζητήσεις το λόγο που δεν απέτρεψε κανείς τον Αλλάσιο από την αποχώρηση, θα σου υπενθυμίσω πως σε αυτήν την Ακαδημία, ο Σεβάσμιος Θεραπευτής είχε πάντα αυτό που σας λείπει στη μεγαλοπρεπή σας πατρίδα, ελεύθερη βούληση. Και αν θεωρείς πως όφειλα να ακούσω τις προειδοποιήσεις του εξαιτίας της καταγωγής και της φήμης του, θα σου ξεκαθαρίσω πως δεν περίμενα ένα Ξωτικό να μου μάθει ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος."

"Μπορούσε να σου μάθει όμως να νοιάζεσαι κι εσύ και οι υπόλοιποι!"

"Ώστε πονάς...", διαπίστωσε με ειρωνεία η Ζένθα και χάρηκε με το πρώιμο θρίαμβό της. Ανταπέδωσε το σκληρό βλέμμα την Ιλίντιεν, με σκοπό να τοποθετήσει τον εαυτό της ψηλότερα από το ύψος του Ξωτικού.
"...και γι' αυτόν το λόγο δε θα σε ακούσω. Στη μέρα μου δεν υπάρχει χρόνος για φερέφωνα και ο στρατιώτης δε διαθέτει την ωριμότητα να κατανοήσει τη θυσία του Πολεμιστή, αδερφή του Ίλεθ." Το βέλος της Ζένθα βρήκε στόχο. "Εδώ σταματάς."

Αν η Ιλίντιεν φορούσε πανοπλία, τότε η αιχμή θα είχε βρει το ράγισμα στο μέταλλο και θα μπήγονταν στον αγκώνα. Δε θα τη σκότωνε, αλλά ο πόνος θα την τύφλωνε, θα αποσυντονίζονταν, η συγκέντρωσή της θα εξατμίζονταν.  Τέτοιο βέλος έριξε η Ζένθα με τη διπλή προσβολή. Η Ιλίντιεν δεν ήξερε ποια αιχμή την πλήγωνε περισσότερο. Αυτή που η Ζένθα την αποκάλεσε στρατιώτη ή που της απευθύνθηκε ως αδερφή του Ίλεθ; Σε εκείνο το σημείο σταμάτησε, αφού πρώτα άνοιξε την κερκόπορτα για να ξεχυθούν σαν βρωμόνερα οι αμιβολίες.

Κάθε ανατολή, η Ιλίντιεν κάνει ένα βήμα προς τον ουρανό κι όμως ο άνεμος την αποκαλεί αδερφή του Ίλεθ. Κάθε ανατολή κατακτά ένα βουνό, σκοτεινό και απότομο, όπως η άβυσσος της καρδιάς της, κι όμως ο στρατιώτης δεν υπερβαίνει το φράγμα του Πολεμιστή. Απροσδιόριστα ρεύματα θυμού και απογοήτευσης στροβιλίστηκαν στη λίμνη της καρδιάς της. Τα νερά βάθυναν σε αποχρώσεις σκούρες μπλε. Κάθε ανατολή θα έχανε λίγη από τη λάμψη της για την Ιλίντιεν. Κάθε ακτίνα θα τη γεύονταν πικρή, διαποτισμένη από τη σκιά του Ίλεθ που εναγκάλιζε το κεφάλι της Ιλίντιεν με στενάχωρη πίεση. Ένα μέγεθος για όλους, όπως το κράνος του στρατιώτη.

Κατάλευκα, από την ένταση, δάχτυλα χαλάρωσαν, αποσύρθηκαν από τη γροθιά που στιγμές πριν συσπειρώνονταν. Γόνατα με γωνίες που αμβλύνθηκαν σε εγκατάλειψη της στάσης ετοιμότητας, αγκώνες που κατέβηκαν σε παραίτηση. Στρατιώτης, όχι Πολεμίστρια. Αδελφή του Ίλεθ, όχι Ιλίντιεν. Επιχείρησε να αντιμετωπίσει τη Σοφό των Πολεμιστών για να υπερασπιστεί ένα Ξωτικό που εξιδανίκευσε και θαύμαζε. Χωρίς να έχει κάτι νέο να προσφέρει, χωρίς να έχει επιχείρημα να εκφέρει. Το στέρνο της Ιλίντιεν έδειχνε πως οι κοφτές ανάσες της Οργής αντικαταστάθηκαν από βαθύτερες, μελαγχολικές εισπνοές. Τα σοφά μάτια της Ζένθα ζωγράφιζαν τον τρόπο με τον οποίο χαμήλωσε η Ιλίντιεν το κεφάλι στη Σοφό. Άλλη μία νίκη με οικονομία δυνάμεων.

Η Ιλίντιεν επιδίωξε να συγκρουστεί με την κορυφαία της Φατρίας, αλλά η Ζένθα μετατόπισε τη σύγκρουση στο εσωτερικό της υφιστάμενής της. Καταλάβαινε πως στα λόγια της σοφού υπήρχε μία αντίφαση που, η καλά στοχευμένη επίθεση ενάντια στους φόβους της Ξωτικοπολεμίστριας ύψωσε πυκνή ομίχλη, αρκετή για να συγκαλύψει την αλήθεια, εφόσον η Ιλίντιεν επέλεγε να παραμείνει άπραγη. Αλλά πού να πάει; Η ψυχική της αιμοραγία τη μετέτρεψε σε βραδυκίνητη πριγκήπισσα, παγιδεύμενη σε τοίχους απαξίωσης που ύψωσε η αυθεντία. Ανήμπορη, η εύθραυστη φιγούρα της ψυχής της κουλουριάστηκε στη σκιά του τοίχους για να περιμένει τη μοίρα της με παθητικότητα ταιριαστή σε άβουλα ζωντανά. Η ιδέα πως ήταν ακόμη ένας στρατιώτης, εύκολα διαχειρίσιμη από τους ανώτερους άνοιγε αμέτρητες, αόρατες πληγές στο ήδη καταπονημένο κορμί. Κάτω από τα δάκρυα του αναπόφευκτου πλανήθηκε μία ερώτηση, σχεδόν δεν ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι.

"Γιατί με κάλεσαν τότε στην Ακαδημία;"

Μία χαραμάδα εμφανίστηκε στο συμπαγές σώμα του τοίχους και από μέσα της διήλθε μία ηλιαχτίδα. Κέντρισε το ηττημένο πρόσωπο της Ιλίντιεν κι εκείνη, όσο αδύναμη κι αν κείτονταν στη γη, στράφηκε να την αντικρίσει. Στο διαπεραστικό, αλλά αδύναμό της φως αναπαράγονταν σκηνές από το παρελθόν, από το παρόν και το μέλλον. Η Ιλίντιεν άγγιξε τη χαραμάδα κι εκείνη διευρύνθηκε. Περισσότερο, παχύτερο φως ρίχτηκε στην άλλη μεριά του τοίχους. Στα μάτια της Ζένθα, ίσως και των υπόλοιπων, φαίνονταν ακόμη σαν στρατιώτης.

 Όχι όμως για όλους. Εκείνος την εμπιστεύτηκε. Αυτό της είχε γράψει. Ναι, η Ιλίντιεν διέκρινε το νόημα των λόγων του. Δεν ήταν αστείο όσα της έγραψε, ούτε και εξομολόγηση αγάπης. Όχημα ήταν η αγάπη, αγωγός της εμπιστοσύνης.

Η χαραμάδα ξεχείλωσε κι άλλο, το φως εντονότερο.

Την εμπιστεύονταν, ο Άλαθας την εμπιστεύονταν. Ενάντια σε όλους του Σοφούς, ενάντια στο Βασιλιά και στον Ίλεθ, ο Σεβάσμιος Άλαθας Φίνλουεν εμπιστεύτηκε στην Ιλίντιεν τα μυστικά της τελευταίας του αποστολής.

Χαραμάδες εμφανίστηκαν κατά μήκος του τοίχου, η ομίχλη σάλευε με φόβο.

Η εμπιστοσύνη του σήμαινε μονάχα ένα, τη θεωρούσε ικανή. Στο στρατιώτη που στέκονταν με το κεφάλι σκυφτό μεταλαμπάδεψε την ευθύνη των μαθητών, του Ήθεριντ.

Τμήματα του τοίχους γκρεμίζονταν, ενώ στα μάτια της κοιμώμενης Ιλίντιεν ξυπνούσε μια νέα ανατολή. 

Στη Λαζτάνα με τη μοχθηρή Κουναχυάντα έριξε το βάρος του κόσμου. Γιατί μπορούσε να το ζευτεί, επειδή μπορούσε να το αντέξει.

Το τείχος κατέρρευσε με απόκοσμο κρότο, οι ήχοι του αναδύθηκαν από τα άβαθα της προϊστορίας. Η πληγωμένη Ιλίντιεν βρήκε τη δύναμη να σταθεί ξανά. Στα ματωμένα πόδια της απλώνονταν μία λωρίδα ξηρής γης και γύρω κόχλαζαν βάλτοι. Ύψωσε τα βιολετί της μάτια σαν και κοίταξε, όχι μέσα από τον εαυτό της, αλλά μέσα από κάτι άλλο, οικείο και ταυτόχρονα διαφορετικό. Γνώριζε το δρόμο, πέρασε σε αυτόν μήνες μελέτης. Με κάποιο τρόπο ήξερε. Κι έτσι έκανε το πρώτο βήμα.

Η Ζένθα παρατηρούσε την αναχαιτισμένη μορφή της Ιλίντιεν να σκληραίνει και πάλι. Σαν να βυθίστηκε σε όνειρο και να επανήλθε, σαν να σταμάτησε για την Πολεμίστρια ο χρόνος. Τα μάτια τους διασταυρώθηκαν μόνο για μια στιγμή, το δευτερόλεπτο πριν το φράγμα σπάσει, έμπειρο καφέ και αναστημένο μωβ.   
 
Η Ιλίντιεν έφτασε τη Ζένθα σαν πάνθηρας, νύχια αρπακτικού προτεταμένα, αποφασισμένα να σκίσουν το θύμα τους σε κομμάτια, όμως τα αντανακλαστικά της Σοφού παρέμεναν καλο-ακονισμένα. Είδε την Ιλίντιεν να διανύει την απόσταση  με απάνθρωπη ταχύτητα, περισσότερο σαν τυφώνα, παρά σαν διαδοχή κινήσεων, αλλά μόλις η μορφή πήρε και πάλι σχήμα μπροστά της, η Ζένθα, που είχε σπάσει τις γυάλινες προθήκες πίσω από την καρέκλα της, πέταξε μια σφύρα στη μεριά της Ιλίντιεν. Η Πολεμίστρια ανταποκρίθηκε σαν από ένστικτο και έπιασε τη Σφύρα στον αέρα. Το βάρος της και η κίνηση στην οποία ήδη βρίσκονταν η Ιλίντιεν δεν της επέτρεψαν να πραγματοποιήσει χτύπημα, κάτι που έδωσε το απαιτούμενο δευτερόλεπτο στη Ζένθα να ανασύρει τη δική της Σφύρα.

Ζυγίστηκαν. Η Ιλίντιεν βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση με το ύψος της και το ακατάλληλο όπλο, γεγονός στο οποίο είχε καλά υπολογίσει η Σοφός. Αντίθετα με την αντίπαλό της, η Ζένθα κράδαινε ένα πιστό σύντροφο καλοζυγισμένο στα χέρια της. Η Ιλίντιεν μελέτησε το χώρο και την αντίπαλό της. Στη διαύγεια της Οργής, όλες οι πιθανές εκβάσεις ξετυλίγονταν με ακρίβεια στο νου του Ξωτικού. Στην περίπτωση που η Ιλίντιεν επέλεγε να πολεμήσει αμυντικά, θα ανέμενε την κίνηση της Ζένθα, η οποία δε θα έρχονταν ποτέ, σίγουρα όχι μέχρι τα χέρια της Ξωτικιάς λυγίσουν από την κούραση κι έτσι θα έχανε. Αν επέλεγε να κινηθεί επιθετικά, η Ιλίντιεν επιφορτίζονταν με την ανάγκη να ξεπεράσει τη Σοφό των Πολεμιστών στην ίδια της την τεχνική, καθώς η δύναμη από μόνη της δεν αρκούσε ενάντια στους Νάνους, κι έτσι θα έχανε.

Επιτέθηκε στη Σοφό με ένα ορμητικό χτύπημα από ψηλά. Σπίθες ξεπετάχτηκαν καθώς τα μέταλλα συγκρούστηκαν. Η κλαγγή της σύγκρουσης εκκωφαντική στο στενό χώρο. Η Ζένθα ανταπέδωσε με πλαγιοκόπηση, κάτι που η Ιλίντιεν αντιλήφθηκε γρήγορα και απέκρουσε με ταχύτητα, σε έναν αγώνα γρήγορης επικράτησης ή αργής συντριβής. Έκανε ένα βήμα μπροστά και κατέβασε τη σφύρα από απόσταση, με τα μακριά της χέρια για μοχλούς. Προσπαθούσε να εισέλθει στο χώρο της Σοφού, αλλά οι άμυνες της Ζένθα ήταν συμπαγείς σαν τη φυλή της. Η Ιλίντιεν επιχείρησε και πάλι να πιέσει, αλλά η Ζένθα αντεπιτέθηκε και παραλίγο να εκμηδενίσει την απόσταση στην οποία την κρατούσαν τα χέρια της Ιλίντιεν. Η ξωτικοπολεμίστρια αντιστάθηκε. Γλίστρησε η λαβή της σφύρας στις παλάμες της και απέκρουσε με βραχυμένο κράτημα.

Η Ιλίντιεν ευχαριστούσε τη Ζένθα για το παρολίγον χτύπημά της. Δε θα άντεχε να κρατά τη σφύρα με τα χέρια προτεταμένα για πολύ, είχε να φάει και να πιει πέντε ημέρες. Αν και ήταν λιγότερο κουραστικό, δε θα μπορούσε επίσης να συνεχίσει να μάχεται με κοντή λαβή ενάντια στη Σοφό, μιας και έτσι εξαναγκάζονταν να παίξει το παιχνίδι της. Ήδη αισθάνονταν τους μύες της να καίνε. Πάνω στη μάχη ξεκίνησε να αποπληρώνει το δάνειο που χρωστούσε στην ασιτία. Στέκονταν όρθια εις βάρος του οργανισμού της και ο κάματος, απαράλλαχτος για τους ζωντανούς κάθε Φυλής, απομάκρυνε μονάδες των δυνατότερων και ενεργοβόρων τμημάτων της Ιλίντιεν, τους μύες.

Σε αυτό το κυνηγητό ενάντια στο χρόνο και την κούραση, η Λαζτάνα επιτέθηκε με μία σειρά επιδέξιων χτυπημάτων. Οι καμπύλες των επιθέσεων διαγράφονταν ομαλότερα όσο συχνότερα επιτείθονταν, οι γωνίες των χτυπημάτων ξεκίνησαν να ταιριάζουν με την τοποθέτηση των ποδιών της Πολεμίστριας, σαν κομμάτια ενός τρισδιάστατου παζλ, που έπρεπε να σύρει προς την οπή, μέχρι να ταιριάξουν με τα υπόλοιπα μέρη. Ανταλλαγή μετά την ανταλλαγή, η Ιλίντιεν έπαψε να χειρίζεται τη σφύρα σαν ξένο σώμα, αλλά σαν μακρινό ξαδέρφι των μεγάλων τσεκουριών. Πέρασε σε μακρύ κράτημα για να αποφύγει την επέλαση της Σοφού. Έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά την επόμενη στιγμή, λύγισε γόνατα, έστρεψε τους αστραγάλους μπροστά, ενώ η λαβη γλίστρησε και πάλι για να επιτεθεί με εγγύτητα. Οι οξυμένες της αισθήσεις απειλήθηκαν από ένα λήθαργο ύπουλο όμως. Η όραση θόλωσε. Την ώρα που απέκρουε την επόμενη ενισχυμένη επίθεση της Ζένθα, η οποία μάντεψε την αδυναμία της Πολεμίστριας, ο κόσμος δονήθηκε. Στο θολό της πεδίο, η μορφή του Αλλάσιου πήρε σάρκα και οστά με το χέρι προτεταμένο. Εκείνος που την είχε εμπιστευτεί. Πήρε δύναμη από την ανάμνηση και κλείδωσε την αντίπαλη σφύρα με τη δική της. Κανένας λήθαργος δεν ήταν αρκετός να τη σταματήσει. Η Σοφός αποσύρθηκε στο παράθυρο. Δεν άργησε να σπάσει το τζάμι καθώς απέφυγε ένα χτύπημα από το Ξωτικό. Η Ζένθα χαμογέλασε στον εαυτό της, γιατί είχε φέρει την Ιλίντιεν στο σημείο που ήθελε. Χωρίς να χάσει χρόνο, βρέθηκε στο περβάζι του πραθύρου με ένα σάλτο, ενώ το επόμενο χτύπημα της Ιλίντιεν συνέτριψε την κλειδαριά που το κρατούσε κλειστό. Η Ζένθα ετοιμάστηκε να πηδήξει. Το ξαφνιασμένο βλέμμα της Ιλίντιεν τη γέμισε με ακόμη μεγαλύτερη ζωντάνια.

"Νόμιζες είσαι η μόνη που διαφεύγει από τα παράθυρα;" είπε και βούτηξε.

Ραγίσματα εμφανίστηκαν στη σκληρή πέτρα γα να τονίσουν τον απόηχο του κερανυνού που στεφάνωσε το Άλμα της Αθλομάχης, επίδειξη εξουσίας, αλλά και αποτρεπτική προειδοποίηση για τους περίεργους μαθητές. Η Ιλίντιεν ακολούθησε με μία κραυγή ενθουσιασμού και πρόκλησης στο αγαπημένο της χόμπυ. Με αυτή τη βουτιά όμως δεν το έσκαζε, δεν έτρεχε να ξεφύγει από κανέναν. Αντίθετα, κυνηγούσε το χρόνο και μαζί του απαντήσεις. Τα τελευταία λόγια του Άλαθας ενοχοποιούσαν τον Ελντίν. Ο Ελντίν είναι φίλος της.

"Ζένθα πρέπει να με ακούσεις!" φώναξε και πάλι προς τη Σοφό, αλλά η απάντηση ήρθε με τη μορφή χτυπήματος.

Η Ιλίντιεν ίσα που το απέφυγε. Πάλεψε γερά να βρει την ισορροπία της, αφού η πτώση είχε καταναλώσει μεγάλο μέρος της ελάχιστης ενέργειάς της. Πριν λυγίσει, οι λέξεις βρήκαν δίοδο προς το συνειδητό. "Ένας σκοτεινός οιωνός μας απειλεί όλους..." ήταν σαν της διάβαζε ο Άλαθας με φωνή που αψηφούσε το χώρο και το χρόνο. Η Ιλίντιεν έτριξε τα δόντια. Με καρπούς που πάλονταν από την ένταση, ύψωσε τη σφύρα για να αποκρούσει την επέλαση της Σοφού, όμως η Ζένθα δεν ολοκλήρωσε ποτέ την κίνησή της. Με ορμή που μόνο ένας Νάνος μπορούσε να διαθέτει, η Ζένθα άφησε την προσποίηση στη μέση. Έφερε τη δική της σφύρα προς το σώμα και έπειτα πλαγιοκόπησε την Ιλίντιεν που άργησε να αντιδράσει. Μέχρι να κατεβάσει το όπλο της για να αμυνθεί, η Σοφός πλησίαζε με το πλατύ μέταλλο τα πλευρά της Ξωτικιάς που έμειναν αφύλαχτα.

Η Ιλίντιεν προσγειώθηκε σχεδόν λιπόθυμη μερικά μέτρα μακριά, ενώ το όπλο που μόλις άρχισε να συνηθίζει, έπεσε αδέξια στο έδαφος. Αιχμηρά κομματάκια πέτρας αποκολήθηκαν από τη σύγκρουση και εκσφενδονίστηκαν προς κάθε κατεύθυνση, όπως και η αποφασιστικότητα της Ιλίντιεν. Ο κρότος του όπλου που εγκαταλήφθηκε διεύρυνε κι άλλο τον κλοιό των μαθητών που γίνονταν μάρτυρες σε αυτή τη μάχη τιτάνων.

"Κάντε πίσω!" ακούστηκε μια φωνή από μακριά. Ένας άνεμος έσπρωξε τους μαθητές πιο μακριά, ενώ αμέτρητα ζευγάρια μάτια εξέταζαν τη λευκή μορφή με ανησυχία και τρόμο.

Η Ιλίντιεν δεν αιμοραγούσε, παρά το ανυπέρβλητο χτύπημα που μόλις είχε δεχθεί. Το φόρεμα είχε σκιστεί στο σημείο που η σφύρα τη χτύπησε και αποκάλυπτε μία μεγάλη κοκκινίλα, αποτέλεσμα συσσωρευμένου Σθένους της Αθλομάχης. Τις επόμενες ημέρες αναμένονταν να μελανιάσει. Δεν την πονούσε όμως, όχι όσο πονούσε ο εγωισμός της που μελάνιασε χειρότερα. Στη σκέψη της αποστολής που ανέλαβε να φέρει εις πέρας στη θέση του Σεβάσμιου δαγκώθηκε και ποσπάθησε να συγκεντρωθεί. Διαπίστωσε πως η πτώση και ο κάματος της στέρησαν την όραση για λίγο. Δεν έβλεπε, μόνο άκουγε. Άκουσε το όπλο που χτύπησε στην πέτρα, άκουσε τα επιφωνήματα αιφνιδιασμού για τον αφοπλισμό της και εκείνα του θαυμασμού για τη Σοφό και την αστείρευτη δύναμή της, την εμπιστοσύνη που απέπνεε. Η Ιλίντιεν άκουσε τους τένοντές της να τρίζουν και τη φωνή του Άλαθας να χάνεται στον αέρα σαν αποστολή που η διωρία της χάθηκε προ πολλού. Πιο καθαρά από ποτέ, άκουσε τα σταθερά βήματα της Ζένθα να πλησιάζουν. Δεν ήταν ώρα να τα παρατήσει. Η Ιλίντιεν προσπάθησε να στηριχτεί στο χέρι της για να σηκωθεί ή έστω να καθίσει, αλλά το σώμα της δεν υπάκουγε. Προσπάθησε και πάλι, αυτή τη φορά με περισσότερο πείσμα, χωρίς να έχει αποτέλεσμα. Όσο κι αν πιέζονταν, το υπεράνθρωπο δώρο της Οργής την είχε εγκαταλείψει. Μπροστά στη Σοφό των Πολεμιστών δεν κείτονταν μία Πολεμίστρια, αλλά μία θνητή, απλά μία Ξωτικιά που μάχονταν να μην την καταπιεί η εξάντληση. Πήρε βαθιά ανάσα. Ακόμη και σαν απλή Ξωτικιά απαγορεύονταν να εγκαταλείψει την υπόσχεσή της. 

"Τουλάχιστον άκουσέ με..." ψιθύρισε προς τη Ζένθα με κόπο. Έβαλε όλη της τη δύναμη να ψηλαφίσει το έδαφος γύρω, να καταλάβει που βρίσκονταν. Η Ζένθα γέλασε.
"Μέχρι εχθές σε θεωρούσα άξια. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε μέχρι εχθές. Σχεδόν κέρδισες τη θέση σου στο Γκραχλ, αλλά την εγκατέλειψες πριν καλά καλά την εξασφαλίσεις. Είναι γνωστό πως οι Λαζτάνα υποστηρίζεστε, περίμενα καλύτερη κρίση από μέρους σου όμως."
"Δεν είπε ποτέ ψέματα!" φώναξε η Ιλίντιεν για να αιτιολογήσει ότι η τυφλή εμπιστοσύνη στον Άλαθας προέκυπτε επάξια, αλλά άφησε την αντίρρηση στη μέση. Ο αέρας μπροστά γέμισε από τον ήχο του μετάλλου που κινείται με μεγάλη ταχύτητα και την ίδια στιγμή, η Πολεμίστρια έψαξε βαθιά για τα τελευταία αποθέματα δύναμης. Η Ιλίντιεν έριξε το βάρος δεξιά και κατρακύλησε την ώρα που η σφύρα προσγειώθηκε με μεταλλικό θρίαμβο στο σημείο που κείτονταν πριν λίγο. Η όρασή της παρέμενε θολή.
"Ρομαντικές ιδεολογίες!" Η Ζένθα κατέβασε και πάλι τη σφύρα για να επικρατήσει στην Ιλίντιεν, αλλά η αντίπαλός της διέφυγε και πάλι. "Πρακτικότητα μηδέν!" Το όπλο της έσπασε και πάλι τις πέτρες του προαυλίου σε μία ακόμη έγκαιρη διαφυγή της Ιλίντιεν. Πόσες τις έμεναν ακόμη;

Η Ιλίντιεν αναλογίστηκε την κατάστασή της. Μολύβι τα άλλωτε ανάλαφρα πόδια της. Τα χέρια και το σώμα της πονούσαν πιο πολύ από ποτέ. Παρόλο που δεν είχε τραυματίσει κανένα από τα ζωτικά της όργανα χάρη στο Σθένος της Αθλομάχης, το χτύπημα της Ζένθα την άφησε με πλευρά ραγισμένα. Θα έπρεπε να προσπαθήσει να σηκωθεί. Μέσα της γνώριζε πως ακόμη κι αν έπεφτε, ο Άλαθας θα σηκώνονταν και πάλι. Αν στη θέση της γκρεμίζονταν ο Ίλεθ, θα ορθώνονταν κύριος του τραυματισμού του, όσο θανάσιμος κι αν ήταν. Όμως η Ιλίντιεν δεν ήταν ο Ίλεθ, στην κουρασμένη της καρδιά αμφέβαλλε αν της άξιζε να την αποκαλούν αδερφή του όταν δε μπορούσε να κάνει τη Σοφό της Φατρίας τους να δει. Σύννεφα μαύρα βάρυναν για άλλη μια φορά τις σκέψεις της, καθώς η σφύρα αλυχτούσε στο πλάι. Γιατί δε μπορούσε να πείσει τη Σοφό να την ακούσει; Τι περισσότερο έπρεπε να συμβεί για να δουν οι Σοφοί την αλήθεια, τον κίνδυνο που ελόχευε;

"Πώς μένετε άπραγοι μετά την αρπαγή του Αλμέρ;" έσπασε εν τέλει. "Ο Αλλάσιος προσπάθησε να σας προειδοποιήσει για να μην πονέσετε όπως πονάει! Έχασε το Δάσκαλό του!"

Αντί τα λόγια της να συνετίσουν τη Ζένθα, την εξαγρίωσαν ακόμη περισσότερο. Η όραση της Ιλίντιεν άρχισε να ξεκαθαρίζει και η πρώτη εικόνα που είδε ήταν μία εξοργισμένη Νάνος, στεφανωμένη από το θυμό και τη μεγαλοπρέπειά της να τρέχει καταπάνω στο Ξωτικό με τη δύναμη δέκα Πολεμιστών και κραυγή που πήγαζε από τα έγκατα των βουνών.
"Αδύναμη!" ούρλιαξε και σχεδόν εκσφενδόνισε τη σφύρα προς την Ιλίντιεν. Το χτύπημα ήταν τόσο βαθιά εμποτισμένο με θυμό που έχασε από μόνο του το στόχο.
"Αδύναμη!" Η Ιλίντιεν απόρρησε με την έκρηξη.
Βαριές ανάσες εγκατέλειπαν τα πνευμόνια της Σοφού, ένα μίγμα εξαγρίωσης και καταπόνησης, αλλά η μουδιασμένη Ιλίντιεν αντιλαμβάνονταν μόνο εχθρικότητα στο χνώτο της.
"Αδύναμη!" επανέλαβε. "Είστε όλοι ίδιοι! Δέσατε τα ιδανικά σας σε ένα πρόσωπο! Έδεσες τα ιδανικά σου σε ένα πρόσωπο! Δεν έχεις βούληση! Δεν έχεις θέληση! Δεν πολεμάς για εμάς! Πολεμάς για εκείνον!"
Η ένταση των λόγων της ενισχύθηκαν από τον υπόκωφο ήχο της επόμενης επίθεσής της.
"Σήμερα είσαι με το μέρος μας! Αν αύριο σε διατάξουν να επιστρέψεις στη Θαλανίλ, θα εγκαταλείψεις κάθε σου φίλο, κάθε άτομο που λες ότι αγαπάς και προστατεύεις!" Η Ζένθα παραλίγο να σφυροκοπήσει και πάλι την Ιλίντιεν.
"Δε θα σε ακούσω! Αρνούμαι να σε ακούσω! Ότι έρχεται από τα Ξωτικά είναι στρεβλές πληροφορίες! Πολεμάς γα εκείνον! Όχι για εμάς! Μόνο για εκείνους! Μάχεσαι για το σφετεριστή του Ήθεριντ, τον Ίλεθ Άτρας και όταν θα φέρει το θάνατο μέσα από το διχασμό, θα σταθείς στο πλευρό του αδερφή του Ίλεθ, πάνω από τα πτώματα των μαθητών που σε εμπιστεύτηκαν!"

Η σφύρα κατέβηκε με ορμή χειμμάρου στο κεφάλι της Ιλίντιεν. Πάγωσε ο χρόνος. Η αυλή της Ακαδημίας χάθηκε από το οπτικό της πεδίο. Μπροστά της πεδιάδα και μακριά ένα μαρμάρινο ύψωμα. Τα ερείπια της Σοβέης. Η Ιλίντιεν εισέπνευσε με βία τον καπνισμένο από καμμένη σάρκα και αίμα, αέρα. Λεπίδες διασταυρώνονταν ακόμη στο υπόβαθρο. Κόκκινο το χώμα, είχε βαφτεί από το αίμα χιλιάδων υπερασπιστών στα ασημοπράσινα. Ο συνασπισμός της Ακαδημίας. Ένα χρώμα για τις πανοπλίες τους, κοινό χρώμα για το αίμα τους κι ας προέρχονταν από διαφορετικές Φυλές. Το βλέμμα της έπεσε σε ένα πτώμα χωρίς χαρακτηριστικά και ρόμπες κοκκινισμένες. Το μόνο του διακριτικό, μακριά πράσινα μαλλιά που κατέληγαν σε φούξια. Η Ιλίντιεν έφερε το χέρι στο στόμα για να πνίξει το λύγμο. "Όχι Μητέρα!" Δυο ακόμη κορμιά κείτονταν παραπέρα. Το χέρι του ενός είχε μείνει στη μέση της μεταμόρφωσης. Από το άλλο έμενε μόνο ένα σκουλαρίκι με αμέθυστο. Η Ιλίντιεν βόγγηξε και ακολούθησε το μονοπάτι του θανάτου. Μια ομάδα παιδικών σωμάτων έπεσαν μαζί στη μάχη. Κορίτσια με μαλλιά γαλάζια, με σώματα μικρά και καμμένα, μία με το κεφάλι ξυρισμένο. Σε μικρή απόσταση ένας άνδρας και μία γυναίκα μπρούμυτα. Η στάση τους έδειχνε πως προστάτευαν την ομάδα. Έπεσαν εκεί, πιασμένοι χέρι χέρι ακόμη και στο θάνατο. "Γιατί;" ψιθύρισε, αλλά οι λυγμοί έπνιξαν τα λόγια της, "γιατί;" Η Σοβέη φλέγονταν και πάλι. Τη μαγνήτισε. Η Ιλίντιεν προχώρησε. Αναζητούσε ζωντανούς, κάποιοι έπρεπε να είχαν επιβιώσει. Όποια ελπίδα κι αν είχε θρυμματίστηκε μόλις τα μάτια της αντίκρισαν ένα μακελειό ατέλειωτο. Στρατιώτες με σπασμένες πανοπλίες είχαν διασκορπιστεί σε όλες τις μεριές, σαν από έκρηξη. Ένα Ξωτικό με μαλλιά ασημένια και ένας Νάνος, όχι, μία Νάνος πέθαναν διαμελισμένοι, αλλά μαζί. "Όχι!" Από τα χείλη της διέφυγε απαρηγόρητη κραυγή τη στιγμή που μέσα στα πτώματα ξεχώρισε μπλε μαλλιά. Έτρεξε γρήγορα προς εκείνο το σημείο. "Σαγιάνε! Σαγιάνε!" Η Ιλίντιεν απομάκρυνε πτώματα από το σωρό, για να απελευθερώσει το σώμα της φίλης της, εκείνη που αποκαλούσε αδερφή της. Τα κατάφερε. Θώρακας ποδοπατημένος και το μπράτσο της απλωμένο, σαν να προστάτευε. Αλλά ποιον; Λίγο πιο δίπλα, το φως σκεδάστηκε σε τσαλαπατημένα, κόκκινα μαλλιά. Η Ιλίντιεν άγγιξε το κεφάλι στο αιματοβαμμένο έδαφος για να τιμήσει τον ηρωισμο της φίλης της. Δεν κοίταξε καν προς τους Προστάτες μακριά δεξιά, ήξερε τι θα αντίκριζε. Κρατησε το βλέμμα κάτω... και τότε είδε τα ρούχα της. Η Ιλίντιεν δε φορούσε ασημοπράσινα. Δε φορούσε καν πανοπλία. Το φόρεμά της λευκό, πένθιμο. Το φόρεμα με το οποίο αποχαιρέτησε το Ντούριλ.
Το όραμα την έσπρωξε μπροστά, την ανάγκασε να κινηθεί. Πήρε μαζί της μια χούφτα χώμα και συνέχισε. Ελάχιστοι στέκονταν. Ψήλα, επάνω στο λόφο, τα πτώματα των εχθρών σχημάτιζαν ανάχωμα. Όλα κομμένα, όλα στραπατσαρισμένα, όλα από μία λεπίδα. Ο άνδρας βρυχήθηκε ενάντια στους Θεούς και όρμηξε στο επόμενο κύμα. Φορούσαν μαύρα και το θώρακα κοσμούσε ένα αστέρι. Δεν ήταν το έμβλημα του Άρθερ. Το αστέρι είχε ακτίνες επτά. "Μέλκορ!" Η Ιλίντιεν ξεκίνησε να τρέχει, αλλά το όραμα δεν την άφηνε. "Μέλκορ!" Δίπλα στον άνδρα στάθηκε ακόμα μια φιγούρα, με ηθικό σπασμένο και τρίαινα που γυάλιζε από αίμα. Η Ιλίντιεν κατέβαλε τιτάνια προσπάθεια να τους φτάσει, χωρίς να κινείται βήμα. "Μέλκορ!"
Στο πλάι της, μία φιγούρα ξένη, αλλά ταυτόχρονα γνώριμη πήρε μορφή, αν και παρέμενε άϋλη. "Για ποιους πολεμάμε;" τη ρώτησε. Η Ιλίντιεν έχασε τη μιλιά της, κυρίως από τη μορφή που της απηύθυνε το λόγο. Ήταν μία Ξωτικιά, αρκετά κοντύτερη, αλλά γεροδεμένη. Είχε τα μαύρα, μακριά μαλλιά που η Ιλίντιεν γνώριζε, τα ίδια, μεγάλα μωβ μάτια, τις ίδιες γωνίες. Στο δεξί ώμο φορούσε το μικρό λάβαρο του Σύμβουλου του Βασιλιά. Κι όμως, η Ιλίντιεν δεν ανακαλούσε το όνομα της γυναίκας που μιλούσε. Η Ξωτικιά που θα μπορούσε να είναι παραλλαγή της Ιλίντιεν, έγνεψε με κατανόηση. Από το λαιμό της τράβηξε ένα μενταγιόν σιδερένιο που κατέληγε σε μια πλακέτα. Πάνω της βρίσκονταν σκαλισμένο το Τάρι και στο κεφάλι του η κορώνα. Κι όμως, το οικόσημο φαίνονταν τόσο διαφορετικό, τόσο... αρχαίο. "Ο χρόνος μας πιέζει", εξήγησε με ακατανίκητη ψυχραιμία η γυναίκα και ρώτησε πάλι την Ιλίντιεν, η οποία απάντησε ότι πολεμούν για τη Μητέρα. Η γυναίκα έγνεψε και πάλι. Αυτή τη φορά ρώτησε ποιοι ανήκουν στη Μητέρα. Η Ιλίντιεν δίστασε για λίγο. Η πρώτη απάντηση θα μπορούσε να ανήκει στον Ίλεθ, γι' αυτό και δεν την πρόφερε ποτέ. Δε χρειάστηκε όμως να ψάξει μέσα της. Η απάντηση ήταν εκεί. "Όλοι" σκέφτηκε και πριν μιλήσει, η γυναίκα εξαϋλώθηκε.     
Ακατάπαυστη βροχή από βέλη χτύπησαν την κορυφή του λόφου. Ο άνδρας έβαλε την πλάτη του μπροστά. "Μέλκορ! Μέλκορ Μη!" Η Ιλίντιεν άπλωσε το χέρι της για να φτάσει τους άνδρες. Εκείνη τη στιγμή, δύο λεπίδες κινήθηκαν προς το νεαρό. "ΟΧΙ!"


Η όραση πυρακτώθηκε στα μάτια της Ιλίντιεν, έτσι όπως αναζοπυρώθηκε μέσα της η Οργή. Πριν το πολεμικό σφυρί της Ζένθα προσγειωθεί στο κεφάλι της, η Ιλίντιεν σήκωσε το αριστερό της πόδι και το έφερε με υπεράνθρωπη δύναμη στο γόνατο της Σοφού, η οποία έχασε για πρώτη φορά την ισορροπία της. Η σφύρα έχασε το στόχο της και η Ιλίντιεν δραπέτευσε άλλη μία φορά, για να σηκωθεί όρθια, σαν να επανήλθε από τους νεκρούς. Στα μάτια της, η Σοφός δεν είδε ήττα, αλλά κάτι διαφορετικό, είδε πεποίθηση.

Χωρίς να περιμένει, η Ιλίντιεν αναχαίτισε τη φόρα της Σοφού με μία μανούβρα. Ήρθε πιο κοντά στο δικό της όπλο, αλλά δε μπορούσε ακόμη να το φτάσει. Η Ζένθα, παρασυρμένη από τη δική της λύσσα, όρμηξε χωρίς να υπολογίζει τίποτα, η επανάκαμψη της Ιλίντιεν την είχε γεμίσει με νέα θέληση να την κατατροπώσει. Έτσι, έσφιξε τα χέρια γύρω από τη λαβή του ακατανίκητου όπλου της και στόχευσε κατευθείαν στο Ξωτικό. Η Ιλίντιεν γονάτισε και γλίστρησε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Άρπαξε το όπλο της, που τώρα φάνταζε πιο βαρύ από ποτέ και γύρισε να αντιμετωπίσει τη Ζένθα που ανασυγκροτήθηκε σε επιθετική στάση. Οι δύο Πολεμίστριες επιτέθηκαν ταυτόχρονα. Οι σφύρες υψώθηκαν και ξεκίνησαν την πορεία τους για πλάγιο χτύπημα. Η Ζένθα επανέλαβε την προσποίησή της. Πριν ξεκινήσει την κίνηση, άλλαξε κατεύθυνση και έφερε τη σφύρα πάνω από το κεφάλι, όμως ούτε η Ιλίντιεν επιτέθηκε ποτέ. Την ίδια στιγμή που η Ζένθα άλλαζε στάση, άφησε τη σφύρα από τα χέρια της. Περιστράφηκε στο δεξί της πόδι σαν αστραπή και με το αριστερό, χτύπησε τη Ζένθα στη μέση, καθώς βρέθηκε πίσω της. Η Σοφός σκουντούφλησε μπροστά, αλλά η Ιλίντιεν δε σταμάτησε. Με τη σφύρα δε μπορούσε να κερδίσει εκείνη τη μάχη. Έπαψε να πολεμά με τους όρους της αντιπάλους της τη στιγμή που αποφάσισε ότι έπρεπε να κερδίσει, έπρεπε να εισακουστεί. Όχι για τα Ξωτικά, όχι για τον Αλλάσιο. Ο Σεβάσμιος ήταν η σπίθα, αλλά η Ιλίντιεν ήταν η φλόγα. Δεν πολεμούσε καν για τον εαυτό της. Οι Άτρας ήταν δοχεία, δοχεία και πρόμαχοι της Μητέρας. Πολεμούσαν για τα παιδιά της, είναι η λεπίδα των αδύναμων. Η Ιλίντιεν γρονθοκόπησε τη Ζένθα δίχως έλεος και στόχος της ήταν πάντα οι αρθρώσεις. Κάθε χτύπημα στερούσε από τη Σοφό και λίγη από την αλαζονεία της. Την είχε κρίνει λάθος. Την είχε κρίνει σύμφωνα με την εμφάνιση και αρνούταν να δει πως εκείνα τα χτυπήματα της Ιλίντιεν ήταν για να προστατέψουν τη Χελένα και την Αλέξα, την Άρυα και τη Μοργκέιν, τη Σολ, την Ιντούν. Το πέλμα της βρήκε στα πλευρά της πρεσβύτερης Πολεμίστριας. Εξαπέλυσε όλη της τη δύναμη με μία κραυγή, γιατί με αυτή τη δύναμη είχε επιφορτιστεί να προστατέψει τη Σαχρά, την Κέννα και το Βαλύριον που θα του τις έβρεχε και πάλι. Ανάθεμα, η επόμενη γροθιά, δυνατότερη από τις υπόλοιπες, ήταν για την Άρντα. Δεν είχε νόημα να ζει σε ένα κόσμο χωρίς Νάνους και χοντροκομμένα αστεία. Χωρίς τη μαγεία των φίλων της. Ακατάπαυστη βροχή από βέλη εξαλύθηκαν προς το λόφο. Η Ιλίντιεν έσκισε τον αέρα με την ιαχή της και οι μαθητές σχεδόν σκόρπισαν όταν είδαν τη Σοφό τους να προσγειώνεται με την πλάτη της προς την κατεύθυνσή τους. Η τρίαινα τρεμόπαιξε. Πριν προλάβει η Ζένθα να σηκωθεί, η Ιλίντιεν είχε στα χέρια της και πάλι τη σφύρα. Έτσι όπως η αντίπαλος της ράγισε τα πλευρά, η Ιλίντιεν της θρυμμάτισε κάθε άμυνα. Η τρίαινα σταθεροποιήθηκε.

Στην αυλή της Ακαδημίας Ράζναρυ, η Ιλίντιεν κράτησε σφιχτά τη σφύρα κοντά στο πρόσωπο της Σοφού, έτοιμη για την τελειωτική επίθεση.

"Ήρθε η ώρα να με ακούσεις!" βρυχήθηκε και τα τζάμια ράγισαν.   


https://youtu.be/pICAha0nsb0




[Ολοκληρώθηκε]