Rasnarry Academy

Νιν μέλντα ολορίνυε, ναλλάμα νιν λεντεσάϊρα ενβινυατά?

Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Την τρίτη ημέρα κατά την αρχαία παράδοση της Θαλανίλ, η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα, αλλά πλανάται ακόμη κοντά σε πρόσωπα αγαπημένα. Κατά την τρίτη ημέρα του κατευόδιου, ντύνονται στα κίτρινα τα ξωτικά κι έτσι τροφοδοτούν την αποχωρούσα ψυχή με τον απαραίτητο Αιθέρα. Με αυτόν τον τρόπο υποστηρίζουν το αγαπημένο τους πρόσωπο ώστε να μην αποδυναμωθεί και προστατεύουν την ψυχή από το να παρασυρθεί σε χθόνιους κόσμους. Για αυτήν την ιδιότροπη υποφυλή των ξωτικών, ο Αιθέρας έχει χρώμα χρυσό, όπως και ο Ήλιος. Η σημασία όμως της προστασίας των αγαπημένων ακόμη και μετά τον αποχωρισμό επέτρεψε το κίτρινο χρώμα κι έτσι καμία ψυχή δε θα πλανιόταν άσκοπα.

Η αυγή συνάντησε μια κατάχρυση Ιλίντιεν, βουτηγμένη σε σιωπηλή αποδοχή. Πλάι της ο Φιν μοιράζονταν το φορτίο της. Δεν την άφησε ούτε για φαγητό. Το πολεμικό της άλογο και καλύτερος φίλος έσπρωξε ελαφρά το παγούρι που στέκονταν στα πόδια της. Νωχελικά δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από το πώμα. Το αποσφράγισαν απαλά και πότισαν το φυτεμένο σπόρο. Άλογο και αναβάτης αισθάνθηκαν για πρώτη φορά την αρχέγονη ζωή να σαλεύει στο έδαφος. Η Μητέρα άνοιγε τις Πύλες στον Αλάσσιο.

~

Εικοσιπέντε. Άλλη μια ηλικία για τους κατοίκους του Ήθεριντ. Για τα ξωτικά σήμαινε ενηλικίωση. Για την Ιλίντιεν σήμαινε ελευθερία. Από τη μέρα που ενηλικιώθηκε η Βεστέλ και μετακόμισε στη Μιταθίρ, όλο το μανίπουλο οκτώ καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Σειρά είχε η Ιλίντιεν.

Το σπίτι στολίστηκε δύο μέρες πριν, παρά την έντονη διαφωνία της μητέρας της. Η Ιλίντιεν δεν άκουγε. Η προσοχή της έφτανε μόνο για να ελέγξει τα λουλούδια, για να διαλέξει παλαιωμένο κρασί, να βάλει τις καρέκλες σε δεκατρείς διαφορετικούς σχηματισμούς που δε θα της άρεσαν και πάνω από όλα, για να επιλέξει τα κατάλληλα ρούχα. Δε θυμάται πόσα διαφορετικά χτενίσματα είχε δοκιμάσει. Τα μαλλιά της είχαν μεγαλώσει κι άλλο, πλέον της έφταναν ως τη μέση της πλάτης και είχε τη δυνατότητα να κάνει πολλά περισσότερα από πλεξούδες ή κοτσίδα. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και χαμογέλασε. Η ενηλικίωση της επεφύλασσε μια απροσδόκητη έκπληξη. Δεν πέρασαν παρά μήνες από τότε που ξεπετάχτηκαν οι πρώτες μπλε τούφες ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά της. Αν και υπαρκτό, το μπλε χρώμα ήταν εξαιρετικά σπάνιο για τα ξωτικά και η εμφάνισή του σηματοδοτούσε την ευλογία της Ωκεανίας.
«Λες να μπορώ να προβλέψω κι εγώ το μέλλον;»

Έγυρε πίσω και επέτρεψε στη σκέψη να τη συνεπάρει. Θα μπορούσε να προβλέψει τις κινήσεις των εχθρών, θα μπορούσε να διαισθανθεί τις κινήσεις των Νάνων πριν τους επιτεθούν... Τρελό! Κι έπειτα, υπήρχε η περίπτωση να μπορούσε να μεταδώσει όσα έβλεπε στη Βεστέλ για να μπορεί να βλέπει κι αυτή. Θα το έκανε. Ακόμη, ακόμη, αν είχε τέτοια δύναμη, θα προέβλεπε το μέλλον ώστε να βρει μια θεραπεία για την ασθένεια του Ντούριλ. Αυτό κι αν φάνταζε εντυπωσιακό! Και θα ήξερε μάλλον τι σκόπευε να πει ο Ίλεθ ή πότε θα εμφανιζόταν από το πουθενά, όπου πλέον δε θα ήταν από το πουθενά και δε θα την ξάφνιαζε πια. Πόσο τέλειο χρώμα το μπλε! Η Ιλίντιεν χαμογέλασε χαιρέκακα. Ο Άιραμ! Ναι, ο Άιραμ θα ήταν το πρώτο της θύμα. Θα τον έπαιρνε αγκαζέ και θα πήγαιναν τάχα βόλτα κοντά στον κήπο της Μύριελ, μόνο και μόνο για να του απαγγέλνει τις σκέψεις της ενώ εκείνη δε θα τους αντιλαμβάνονταν. Το ξανασκέφτηκε και κατέληξε ότι παραήταν βολική ικανότητα. Όχι ότι τη χαλούσε όμως. Φυσικά και θα ήθελε ο φίλος της να ξέρει αν ενδιαφέρεται για εκείνον η Μύριελ. Δεν ήταν όλοι σαν τον Έλαρκ και το Ρούεναρ, γεια σας-μου αρέσεις-ευτυχισμένοι για πάντα, υπήρχαν και ψυχές που βασανίζονταν όπως ο κολλητός... Όπως κι εκείνη! Κάλυψε το σαγόνι που έχασκε, σοκαρισμένη από τις πιθανότητες. Δουλεύει άραγε το χάρισμα από απόσταση; Και πάλι σοκαρίστηκε στη διαπίστωση. Δεν την ένοιαζε η απόσταση γιατί ο Άλαθας θα ήταν το βράδυ εκεί για την τελετή της ενηλικίωσής της, όπως της είχε ανακοινώσει ο Ίλεθ! Πού ήταν όμως ο Ίλεθ; Ένας δυνατός γδούπος τρόμαξε τις ονειροπολήσεις και η Ιλίντιεν προσγειώθηκε ανώμαλα στην πραγματικότητα. Κάποιος παραβρόντηξε την πόρτα.

Σηκώθηκε βαριεστημένη και φανερά ενοχλημένη που της χάλασαν τόσο ωραίο σχέδιο, ακόμη κι αν ήταν ανέφικτο. Κατέβηκε τις σκάλες με πόδια σερνάμενα, αλλά συγκεντρώθηκε γρήγορα. Κάτι παράξενο συνέβαινε, το διαισθάνονταν. Μήπως ήταν το χάρισμα που ξυπνούσε μέσα της; Στα αυτιά της έφτασαν πνιχτές ομιλίες από ένα κοντινό δωμάτιο χαστουκίζοντας στο πρόσωπο την πιθανότητα για το χάρισμα της πρόβλεψης. Η Ιλίντιεν κινήθηκε προς την ανάλογη κατεύθυνση και ευχόταν να είχε εκπαιδευτεί στις τεχνικές του Αλ Ρασίντ. Δε χρειάστηκε μεγάλο ταλέντο για να καταλάβει ότι στο δωμάτιο βρίσκονταν τρεις ενήλικες που λογομαχούσαν έντονα, ενώ πάσχιζαν να ψιθιρίσουν. Μπορούσε να ξεχωρίσει την πικρή φωνή της μητέρας της και την ψυχρή χροιά του πατέρα της. Η τρίτη φωνή ανήκε στον Ίλεθ! Τον μάλωναν! Οι γονείς μάλωναν το γιο! Οι γονείς τους μάλωναν για μια φορά τον Ίλεθ! Αυτό κι αν ήταν δώρο! Η Ιλίντιεν πλησίασε με ανανεωμένο ενδιαφέρον για να ευχαριστηθεί την κατσάδα που χρόνια τώρα του άξιζε, αλλά δε μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγαν. Έπιασε τη μητέρα τους να λέει κάτι όπως «...απαγορεύεται...» και «...μία και μοναδική ντροπή ήταν αρκετή, απαγορεύεται δεύτερη...»
«Ντροπή!» ο Ίλεθ τους ντρόπιασε; Τι μπορεί να είχε κάνει το τέλειο παιδί της Θαλανίλ για να ντροπιάσει άραγε τους γονείς του;
Τα επόμενα λόγια του όμως της τράβηξαν και πάλι την προσοχή.
«Επιβάλλεται να επισκεφθεί το Ναό για να πάρει χρησμό από την Ιέρεια συνοδευόμενη από τους γονείς της!»
Δεν άκουσε τι απάντησε ο πατέρας της, αλλά η γροθιά του Ίλεθ που έσπασε το ντουλάπι της έδωσε να καταλάβει ότι διαφωνούσαν.
«Θέλεις πολλά χρόνια ακόμη για να με φτάσεις μικρέ» ο πατέρας τους απάντησε ειρωνικά και η Ιλίντιεν απομακρύνθηκε πριν την καταλάβουν.
Επέστρεψε στο δωμάτιό της και περίμενε σιωπηλά να ξεσπάσει καυγάς, αλλά η ησυχία βασίλευε σαν τύρρανος στο σπίτι των Άτρας. Λίγα λεπτά αργότερα άκουσε βήματα να ανεβαίνουν τις σκάλες και ήξερε πως ο Ίλεθ πλησίαζε. Η μικρή αδερφή προσποιήθηκε ότι ασχολούνταν με κάτι.
«Πάμε στο Ναό για να πάρεις χρησμό» είπε άχρωμα μόλις άνοιξε την πόρτα.

~

Ο Ναός της Θαλανίλ, ο αρχαιότερος σωζόμενος ναός της Μητέρας στον Ήθεριντ. Όσο η Ιλίντιεν θυμόταν τον εαυτό της, οι Άτρας δεν περνούσαν ούτε απ’ έξω. Δεν ήξερε γιατί απέφευγαν το μέρος σαν να φυλούσε τέρατα, αλλά κάθε φορά που η Ιλίντιεν πλησίαζε, η μαγεία του τη διαπότιζε ως το κόκαλο. Ο ναός ήταν μέρος του τόπου και η Ιλίντιεν ένιωθε μέρος του.

Στα μαρμάρινα πλατιά σκαλιά, ο Ίλεθ σταμάτησε και την κοίταξε. Ήταν τόσο μεγαλειώδης ακόμη κι όταν δίσταζε. Έτεινε το χέρι προς την πύλη.
«Με τις ευλογίες της Μητέρας»
«Δε θα έρθεις;» ο Ίλεθ έγνεψε αρνητικά «γιατί δεν έρχεται κανείς σας;»
«Δεν είμαι ευπρόσδεκτος εδώ»
Η Ιλίντιεν τον κοίταξε με απορία και περιέργεια, καθώς χιλιάδες ερωτήσεις πάλευαν να δραπετεύσουν από το κεφάλι της, αλλά η επίμονη χειρονομία του την ώθησαν τελικά προς το ναό.

Μαγεύτηκε ήδη από το πρώτο βήμα και η πύλη μόλις είχε ανοίξει. Δεν είχε φανταστεί ποτέ της ότι ο ναός μπορούσε να είναι τόσο φωτεινός, τόσο πανέμορφος. Σειρές από περίτεχνα σκαλισμένους κίονες υψώνονταν προσευχή σε έναν ουρανό χωρίς ταβάνι. Η Μητέρα και οι απεσταλμένοι της, τα τάρι, επέβλεπαν την πρώτη φυλή από ψηλά, καθώς ο ήλιος έλουζε το χώρο με την ευλογία του.
«Αλτ!»
Η Ιλίντιεν αναπήδησε. Δέκα φρουροί την είχαν περικυκλώσει και τη σημάδευαν με το δόρια τους. Ήταν πιο εχθρικοί από όσο μπορούσε να φανταστεί. Σήκωσε τα χέρια σε ένδειξη παράδοσης και έμεινε ακίνητη να κοιτάζει ξαφνιασμένη τα φλεγόμενα μάτια των φρουρών.
«Η είσοδος επιτρέπεται», ακούστηκε γαλήνια μια γυναικεία φωνή από το βάθος. Οι φρουροί κατέβασαν τα όπλα τους και παραμέρισαν σαν άψυχες κούκλες.
«Θα σε δεχθεί η Μεγάλη Ιέρεια, Μητέρα Σεντίνιεν» ανακοίνωσε σε σταθερά εχθρικό τόνο ο φρουρός που έδωσε πριν τη διαταγή.

Η Ιλίντιεν προχώρησε διστακτικά προς το βάθος του δωματίου, εκεί που την περίμενε «Αυτή που Βλέπει», όπως σήμαινε το όνομα της Μητέρας Σεντίνιεν και το κεφάλι της ήταν σκυμμένο ευλαβικά.

«Ιλίντιεν Άτρας» την προσφώνησε η Μεγάλη Ιέρεια και η Ιλίντιεν αναρρίγησε. Ύψωσε τα μάτια με θείο σεβασμό προς τη Μητέρα Σεντίνιεν. Της κόπηκε η ανάσα. Καθιστή στον αλαβάστρινο θρόνο κάθονταν η ομορφότερη γυναίκα που είχε ποτέ αντικρίσει, περιτριγυρισμένη από τεράστια –ακόμη και για το μέγεθός τους- τάρι, που πετούσαν από και προς το μέρος της πειθήνια. Η θεία παρουσία της και μόνο σκλάβωσε τη νεαρή Πολεμίστρια. Ατένισε με άκρατο θαυμασμό τα βαθύ μπλε μαλλιά της που παρέμεναν πλούσια και στιλπνά, παρόλο που έφταναν ως το γόνατο. Πώς τόλμησε η Ιλίντιεν να σκεφτεί ποτέ ότι με ένα απλό μαύρο-μπλε θα μπορούσε να έχει θείο χάρισμα; Πώς θα μπορούσε να έχει την ήρεμη δύναμη και την αγνότητα μιας τέτοιας γυναίκας την οποία υπάκουαν τόσο εύκολα άγρια τάρι; Θα μπορούσε άραγε να αφήσει τα μαλλιά της να μακρύνουν τόσο πολύ; Θα της επέτρεπε ποτέ η Μητέρα;
Τα μάτια της καλυμμένα με χρυσό πανί, της στερούσαν την εγκώσμια όραση ως αντάλλαγμα για την πρόβλεψη και το χάρισμα της θεάς. Ήθελε τόσο πολύ να δει τα μάτια της. Δεν ήξερε γιατί, αλλά τα φαντάζονταν πανέμορφα, στοργικά, εκφραστικά. Ένιωθε το βλέμμα της θεάς πάνω της κι ας ήξερε πως δεν την κοίταζε.

«Μητέρα» ψέλισε η Ιλίντιεν σε μια βαθιά υπόκλιση, τόσο βαθιά που το μέτωπό της άγγιξε το πάτωμα. Δεν ήξερε ποια δύναμη την καθοδηγούσε, αν ήταν οι θεοί, αλλά θα υπάκουε με ευλάβια αυτήν τη γυναίκα που φαινόταν το πολύ τριάντα χρόνια μεγαλύτερη από την Ιλίντιεν.

Με την αίσθηση του βλέμματος της ιέρειας ακόμη επάνω της, η Ιλίντιεν έστρεψε τα μάτια προς την ηλιόλουστη θεά. Αυτό που αντίκρισε της ράγισε την καρδιά. Μουσκεμένο το χρυσό πανί της, η Μητέρα Σεντίνιεν δάκρυζε. Κάτι συνταράχθηκε στα έγκατα της ψυχής της Ιλίντιεν και έπεσε στα πόδια της.

«Γιατί κλαις Μητέρα; Φταίω; Μήπως σε πλήγωσα εγώ;» ψιθύρισε σχεδόν απαρηγόρητη.

Η Μητέρα Σεντίνιεν παρέμεινε ακίνητη. Ατένισε το άπειρο και δεν εμπόδισε τα δάκρυα πίσω από το χρυσό πανί της.
«Ποτέ δεν έφταιξες κόρη μου για το σφάλμα της μητέρας σου. Ανάθεμα όταν αυτοί που σου έδωσαν πνοή απαγορεύεται να σε αγκαλιάσουν»
Η Ιλίντιεν δεν κατάλαβε, δύσκολος χρησμός.
«Θα θρηνήσεις παιδί μου», η Μητέρα Σεντίνιεν συνέχισε, «θα θρηνήσεις διπλά και η μητέρα σου δε θα είναι εκεί να σε αγκαλιάσει. Θα θρηνήσεις πρώιμα για την ευτυχία που ξεγλίστρησε στα αποκαλυπτήρια και θα θρηνήσεις ξανά για τον άνδρα με τη κοντή κλωστή»
Σιγή.
«Και τώρα πήγαινε κόρη μου αφού η Μητέρα σε αντίκρισε μία και μοναδική φορά. Φύγε, δεν είσαι ευπρόσδεκτη εδώ»

Πριν ακόμη προλάβει να σηκωθεί, οι φρουροί συνόδεψαν την Ιλίντιεν κακήν κακώς μακριά από τη Μητέρα Σεντίνιεν και έξω από το ναό. Η πύλη έκλεισε με έναν υπόκωφο ήχο και τη νεαρή Πολεμίστρια να προσπαθεί να συγκρατήσει τη μορφή της Ιέρειας για μια τελευταία φορά στα μάτια της. Τελικά, εγκατέλειψε την προσπάθεια και κατέβηκε τα σκαλιά με το βλέμμα στη γη, μέχρι να πλησιάσει το σημείο που την περίμενε ο αδερφός της.

«Είχες δίκιο Ίλεθ», είπε ηττημένη, «για κάποιο λόγο δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι εδώ»
Η απάντηση δεν ήρθε ποτέ.
«Ίλεθ;»
Ο Ίλεθ ήταν άφαντος.

~

Η γιορτή της πρώτης ενηλικίωσης βρήκε την Ιλίντιεν μπερδεμένη και πικραμένη. Κατέβηκε μονάχα να χαιρετήσει τους καλεσμένους και αποτραβήχτηκε σε ένα μπαλκόνι, όπου παρέμεινε εκεί, με την ελπίδα ότι ο αδερφός της, που για άλλη μια φορά την εγκατέλειψε, θα εμφανίζονταν κάποια στιγμή.

Το μανίπουλο κατεύθασε σύσσωμο, με αρχηγό το Δάσκαλό τους, Ντούριλ Νολάριον και την κατασυμπαθέστατη σύζυγό του. Τα αστεία και οι ευχές των φίλων της απομάκρυναν την πικρία σε μεγάλο βαθμό και η διάθεσή της έφτιαξε σημαντικά, αν και απείχε πολύ από το αναμενόμενο. Η Ιλίντιεν χαμογελούσε και πάλι. Κι όμως, υπήρχε κάτι ή μάλλον, κάποιος που θα μπορούσε να την κάνει να χαμογελάσει ακόμη περισσότερο, έτσι, στήλωσε τα μάτια στην πόρτα.

«Θα κοιτάξεις και λίγο από εδώ; Και κόκκινα μαλλιά έχουμε και ήρθαμε», την πείραξε ο Άιραμ και απέφυγε τη μπουνιά με δεξιοτεχνία.

Ένας αγγελιαφόρος προσπάθησε να ανοίξει δρόμο μέσα από τους καλεσμένους και το σούσουρο. Προφανώς ήξερε σε ποιον έπρεπε να παραδώσει το φάκελο πριν ευχηθεί και αποχωρήσει. Στο βουλοκέρι απεικονίζονταν ένα μισοφέγγαρο και τρία άστρα. Ο Ντούριλ και η γυναίκα του απέφυγαν να την κοιτάξουν στα μάτια και η Ιλίντιεν άνοιξε το φάκελο βιαστικά.

«Αξιότιμη Άριστη,
Συγχώρεσε αυτόν τον ταξιδιώτη που το καθήκον κράτησε μακριά από αυτήν την τόσο σημαντική στιγμή της ζωής σου. Σου στέλνω τις ευχές μου και ανανεώνω τη συνάντησή μας σε λίγους μήνες, στη δεύτερη ενηλικίωση του αδερφού σου.

Με εκτίμηση,
Άλλαθας Φίνλουεν»


~

Οι τελευταίοι καλεσμένοι έφυγαν περασμένα μεσάνυχτα. Η Ιλίντιεν δεν κατέβηκε να χαιρετήσει, στέκονταν με το πρόσωπο χωμένο στα χέρια, κάπου, σε ένα μπαλκόνι.

«Αξιότιμη Άριστη!» είπε στον εαυτό της και ξεφύσηξε. Ήταν κατάλληλη ώρα για να αυτοσαρκαστεί, όμως το χέρι του Άιραμ προσγειώθηκε απαλά στο κεφάλι της και τη σταμάτησε όπως της χάιδεψε τα μαλλιά.

«Κατάλαβες τώρα από τι προσπαθούσα να σε προστατέψω;», η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά.

«Νομίζεις ότι δεν πονάω όταν βλέπω την αδερφή μου δυστυχισμένη; Ακόμη κι όταν είναι τόσο χαζή όσο εσύ;»  Οι δυο φίλοι και συμπολεμιστές γέλασαν.

Πού είχε εξαφανιστεί ο Ίλεθ;

Την ησυχία της νύχτας διέκοψε η Ντίλιθιλ Άτρας, η μητέρα του Ίλεθ και της Ιλίντιεν. Στάθηκε στο περβάζι και της ζήτησε να την ακολουθήσει. Μια απογοητευμένη Ιλίντιεν περπάτησε πίσω από την πλάτη της, σέρνοντας και πάλι τα πόδια. Την πήγαινε στο στάβλο. Είχαν πάει όλα τόσο χάλια εκείνη τη μέρα που δεν την ένοιαζε να την έβαζε να καθαρίσει το στάβλο. Η Ντίλιθιλ άνοιξε την πόρτα και της ζήτησε άγαρμπα να μπει. Δεν της αρνήθηκε, πόσο χειρότερο μπορούσε να γίνει;

«Αυτό είναι το δώρο του αδερφού σου» της είπε ξερά και αποχώρησε.
«Πώς;» η Ιλίντιεν νόμιζε πως παράκουσε. Κοίταξε γύρω της στιγμιαία για να βεβαιωθεί πως άκουγε καλά. Η μητέρα της είχε φύγει, αλλά αυτό μόνο καλό ήταν, γιατί μέσα στη νύχτανα, το σκοτάδι και η λύπη εξοστρακίστηκαν για πάντα από την καρδιά της και το φως ήρθε να εγκατασταθεί.  Στην άλλη άκρη του ξύλινου θαλάμου, δυο κατάπληκτα, αθώα και ταυτόχρονα πανέμορφα μάτια την κοίταζαν. Η Ιλίντιεν ανταπέδωσε το βλέμμα εξίσου έκπληκτη και χαρούμενη μαζί. Πέταξε από πάνω της τη θλίψη μόλις κάθισε στα γόνατα και άπλωσε το χέρι. Στην παλάμη της πρόβαλε ένα μήλο. Το κανελί πουλαράκι, από τη ράτσα των πολεμικών αλόγων της Βορέλ, πλησίασε διστακτικά.
«Μηλαράκι;» η Ιλίντιεν έγινε ξαφνικά όσο γλυκιά δεν είχε γίνει τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια.
Το πουλαράκι ξεθάρεψε στο άκουσμα της φωνής της και κατέβασε το μήλο με όρεξη. Η Ιλίντιεν του χαμογέλασε και τον τάισε ξανά. Αυτή τη φορά, το πουλάρι της επέτρεψε να το χαϊδέψει.
«Πόσο απαλό», μονολόγησε αγγίζοντας τρυφερά το τρίχωμά του. Πέρασαν αρκετές, πολύτιμες στιγμές έτσι, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Τελικά, το πουλάρι διαισθάνθηκε το καλό μέσα της και έριξε τις άμυνές του. Έβαλε τη μουσούδα του στο χέρι της Ιλίντιεν και της το έφερε στο κεφάλι του, ζητώντας περισσότερα χάδια.
«Δεν πρέπει να σε ονομάσουμε;» τον ρώτησε φανερά ενθουσιασμένη και το πουλάρι αποκρίθηκε.
Η Ιλίντιεν πρόσεξε το λευκό του σημάδι στο μέτωπο που έμοιαζε με αστέρι και η ιδέα της ήρθε αυτόματα.
«Νομίζω είναι απλό και σε χαρακτηρίζει» του είπε, «Αλλά θέλω να ξέρω ότι συμφωνείς. Ξέρεις, το χρώμα σου ουσιαστικά είναι χάλκινο. Δεν ξέρω πώς το λέτε στη Βορέλ, αλλά εδώ λέγεται Urus και μετά, έχεις αυτό το αστέρι, εμείς το λέμε Finwe. Ουρουστίνγουε νομίζω ακούγεται κάπως χαζό»
Το πουλάρι ξεφύσηξε υποτιμητικά.
«Το φαντάστηκα. Είναι το ίδιο με άλλη ακουστική, αλλά τι θα έλεγες για το Ουρουφίνουε;»
Το πουλάρι την πλησιάσε και ξεφύσηξε στο λαιμό της ενθουσιασμένο και η Ιλίντιεν γέλασε με την ψυχή της από το γαργάλημα.
«Έγινε λοιπόν!» συμφώνησαν και τύλιξε τα χέρια της στοργικά γύρω από το λαιμό του.
«Τι λες; Πάμε για ύπνο; Η μέρα ήταν χάλια μέχρι πριν λίγο»
Άλογο και Πολεμίστρια κοιμήθηκαν αγκαλιά πάνω στο σανό.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Έπεσε με την πλάτη της πίσω στην καρέκλα. Άφησε τα χέρια της να πέσουν πίσω και γέρνοντας το κεφάλι της προς τα πίσω, χάθηκε στο σκοταδι της οροφής.
Ακόμα μια φορά σε αδιέξοδο. Έπρεπε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και να αρχίζει να ξεμπερδεύει το νήμα. Μα αν το νήμα ήταν τόσο μπερδεμένο, μπορούσε να ακολουθήσει άλλη στρατηγική. Να μην εξετάσει το βέλος, αλλά να δει την κατεύθυνση του φτερού.

Νόμοι αλχημείας του χαους
Ελραμίν


Μήπως και.... Σκέφτηκε

Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να κόβει γύρες το γραφείο της στο πιο απομονωμενο σημείο της βιβλιοθήκης.

Μπορεί η Ακαδημία Ράζναρι να είναι ανεξαρτητη της Ακαδημιας της Ελραμίν, αλλά σίγουρα θα υπάρχουν έγγραφα κοινά, ιδίως στα πρωτα χρόνια ίδρυσης της μέχρι να αρχίσει να στέκεται στα πόδια της. Ιδίως οταν οι Ακαδημίες ανεξάρτητες απο την πολιτική, έχουν πρώτο στόχο την γνώση.

Μ αυτό στο μυαλό της, βρήκε τα ράφια με τα βιβλία αντιγραφές απο τη Βιβλιοθήκη της Ελραμιν και συνέχισε να ψάχνει.

Πρώτο στοιχείο: αλχημεία τους χάους.
Κι όμως... Μα τους Θεούς.

Αλχημεία τους Χάους.
Απαγορευμένη μέθοδος προσέγγισης της Αλχημείας. Πρωτοστάτης: Αρχιμάγιστρος Ε. Μ. Α (λήμμα βιογραφικού, τόμος Β', σελίδα 1797, Αρχιμάγιστροι της Ελραμίν)


Η Σαγιάνε έμεινε να κοιτά αποσβολωμένη. Ένα στοιχείο. Παράτησε ανοιχτό το βιβλίο και έτρεξε πίσω στον διάδρομο. Εψαχνε το Α...
Σε λίγο το δερματοδετο τεράστιο βιβλίο βρισκόταν στην αγκαλιά της. Μέσα στις σκόνες και τα χώματα πια απο την αχρησία η Σαγιάνε βάλθηκε να φτερνίζεται. Ο ογκόλιθος για βιβλίο πιο βρώμικος και απο τα παρατημένα βιβλία του υπογείου του σπιτιού της έφτασε μ εναν γδούπο στο τραπέζι της.

Σελιδα 1797... Μια προσωποζωγραφιά. Ένα όνομα. Και το στομάχι της ανέβηκε στο λαιμό της.

Έλντιν Μ. Α, Αρχιμάγιστρος

Η Σαγιάνε κόλλησε στην προσωποζωγραφιά. Ναι, του έμοιαζε. Λιγο μεγαλυτερος σε ηλικία, μακριά μαλλιά. Αλλά το πρόσωπο ήταν ίδιο. Και τότε θυμήθηκε, από το όραμα στο γραφείο του Ελντίν. Ο άντρας ο οποίος ήταν δεμένος με αλυσίδες στον τοίχο...τα μακριά του στο χρώμα του σταχιου μαλλιά... Ήταν ο Ελντιν. Το Α. ήταν για το Άρκαιν.

Τα μάτια της πετάχτηκαν και ξεκίνησε να διαβάζει μανιασμένη για απαντήσεις.

Ο Ε. Μ. Α Αρχιμάγιστρος στην Ελραμίν κατά τα έτη 980 εως 1000. Γεννηθείς το 948 στην Ισαχάρ, από παλιά οικογένεια αλχημιστών, έγινε Αρχιμάγιστρος το 980 ειδικευμενος στην Αλχημεία της φωτιάς.

Στην κρίση του 1000, η σφαγή στην Ελραμίν έφερε στο προσκήνιο την ύπαρξη της αιρετικής ομάδας του, τους Αλχημιστές του Χάους. Συνδέθηκε με τη σφαγή της Ακαδημίας, μέσω αλχημείας του αίματος, σχέδιο του για την επιτευξη αφύσικης δύναμης. Καταδικάστηκε από τα Ξωτικά και τους Ανθρώπους και η ύπαρξη του πέρασε στη λήθη, παρά το ισχυρό του ονόματος του.


Οι πληροφορίες συνέχιζαν, μα η Σαγιάνε ήδη ήξερε. Ή έτσι πίστευε... 948
Το μυαλό της αδυνατούσε να το επεξεργαστεί. Αυτό σήμαινε πως ο Ελντίν ήταν 357 ετών. Μα ο Ελντίν ήταν 32! Κι όμως... Όσο περισσότερο το σκεφτόταν. Αυτή την σφαγή της είχε περιγράψει. Και τα σημάδια... Κρατούσαν κάτι μέσα του... Και τα σημάδια εξαφανίστηκαν... Κ το αίμα... Το αίμα της... Τι είχε ελευθερωθεί;

Εάν έπρεπε να ανησυχούν μία φορά για την πολιτική μεταξύ των φυλών, τον Ίλεθ, τη Μορίνα... Αυτό... Αυτό ξεπερνούσε κάθε φυλή. Ο Ελντίν είχε διαπράξει τη σφαγή στην Ακαδημία της Ελραμίν. Ο Ελντίν είχε δολοφονήσει όλη την Ακαδημία. Το 1000!!!

Ίλιγγος... Όλα γύριζαν τόσο έντονα, η ταχυπαλμία, της ανέβαζε το στομαχι... Της κόπηκαν τα πόδια, γύρισε απότομα προς τα πλάγια και έβγαλε όλη της τη χολή. Μακριά από την αληθειά, μα πως μπορούσε να είναι η αλήθεια... ;

Κι όμως, ήταν


Χελένα Μεκάμι

  • Βαλησ΄ίνη
  • Θεραπευτής
  • Level 6
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Επαναφορά της Καθηγήτριας Ασαχι. Ναι, ήταν σίγουρα το κάτι άλλο να παρατηρείς και να αναμένεις την Καθηγήτρια σου να σου μείνει στα χέρια...  με διαταγή της! Έκανε μια προσπάθεια να επεξεργαστεί τα λίγα, αλλά αρκετά τρελά πράγματα που βίωσε εκείνο το απόγευμα. Ο ρουνος στην πόρτα του Ελντίν... Ο καλός της κύριος Ελντίν με τη συνεσταλμένη φωνή και τις ιστορίες για τους μύθους των αστερισμών, ο ευγενικός αυτός Άνθρωπος που δε χόρταινε να ακούει, ο γλυκούλης κύριος Ελντίν είχε ένα ρουνο από αίμα κρυμμένο στην εξώπορτα. Ότι πρόκειται για αλλόκοτη μαγεία το ήξερε, αλλά μαύρη μαγεία; ο Ελντίν;ο κύριος Ελντίν;ο αγαπημένος κύριος Ελντίν;;;;;;; Όχι! Όχι επιτακτικό! Η Χελενα αρνούνταν!

Από την άλλη, γιατί την παραξένευε; Η Χελενα ήταν αυτή που καβάλησε το κύμα και ξεβράστηκε ασφαλής από ένα τσουνάμι που διαφορετικά θα της έσπαζε τα κόκκαλα στη Μεβαίρ. Στην Ουρίβ επανέφερε ένα θαυματουργό παιδί από τους νεκρούς, έκλεψε λίγο Αιθέρα από ένα τέρας και είδε το παιδί να γίνεται σκιά. Ας μη σκεφτεί και το Γκραχλ... Τι από όσα ζούσε ήταν φυσιολογικό για ένα μαθητή και γιατί παραξενεύονταν με την αλλόκοτη μαγεία του αγαπημένου της Καθηγητή; Πίσω στο δωμάτιο κρύφτηκε κάτω από τα σκεπάσματα και κοιμήθηκε επιτέλους.

Το πρωινό τη βρήκε φρέσκια και ξεκούραστη. Γλυκιά ησυχία. Ύποπτο... Η Χελενα πήρε το καλάθι της και αποφάσισε πως θα επισκέπτονταν το δάσος με σκοπό να ανανεώσει το απόθεμα των βοτάνων στο Θεραπευτηριο. Ο Καθηγητής Φιλντόιν άφαντος μέχρι στιγμής, αλλά ποτέ δεν ήξερες πότε θα ακουστεί ένα αγέρωχο χτύπημα βεντάλιας ή πότε θα ξεπροβάλλει από το πουθενά με το τσαγάκι στο χέρι και την κοφτερή νουθεσία στη γλώσσα. Κατέβηκε γρήγορα στο προαύλιο. Κοντά στους στάβλους, ένα τεράστιο, κανελί πολεμικό άλογο περιφέρονταν ελεύθερο. Πλησίασε κάπως, αλλά φρόντισε να κρατήσει ασφαλή απόσταση.

"Ουρ... Ουρου... Φίνουε;" Κάλεσε διστακτικά το όνομά του. Το άλογο της ξεφύσηξε προσβεβλημένο που τόλμησε να το αποκαλέσει με ολόκληρο το όνομα.

"Είσαι όντως εσύ" Είπε ανακουφισμένη. Σαφώς και δεν πλησίασε το τέρας της Ιλίντιεν Άτρας, αλλά γνώριζε ότι ο Φιν τα πήγαινε καλά με τους μαθητές, αν και συχνά για λόγους συμφέροντος.

"Γιατί δεν είσαι με την ιδιοκτήτρια σου;"
Ο Φιν ρουθούνισε απειλητικά
"... Αφεντικό σου;"
Τίναξε αγέρωχα το κεφάλι στον αέρα και χλιμίντρισε.
"... Α.. γαπη... σου;"
Η δεξιά οπλή έσκαβε το έδαφος για φόρα.
"Συμπολεμιστρια; ναι! Συμπολεμιστρια" Επανέλαβε μόλις σταμάτησε το επιθετικό σκάψιμο.
"Πού είναι η Ιλίντιεν Άτρας;"
Το χάλκινο αστέρι της Πολεμιστριας σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και χλιμίντρισε με τρόπο που θύμιζε πένθος. Μαστίγωσε τον αέρα με την πλούσια ουρά του και κίνησε προς το δάσος.

Η Χελενα τον ακολούθησε. Παράλληλα μάζευε βότανα και το πολεμικό άλογο, αγνό στην καρδιά, περίμενε πάντα τη μικρή Βαλησινη πριν προχωρήσουν. Κάποια στιγμή έφτασαν στην άλλη άκρη της λίμνης. Εκεί, μπροστά στην όχθη της, η Χελενα είδε την Ιλίντιεν μαρμαρωμένη στα σκουροπρασινα. "Γιατί έτσι;" Σκέφτηκε και έκανε να περπατήσει προς το μέρος της, αλλά ο Φιν της μπλόκαρε το δρόμο για να μην πλησιάσει. Παρατήρησε όμως πως δεν υπήρχε πουθενά φαγητό.

"Θα επιστρέψω", είπε στον επιβήτορα και έφυγε τρέχοντας για την Ακαδημία.

Μία φρατζόλα ψωμί, μισό κεφάλι τυρί, τα τύλιξε γρήγορα, τα παράχωσε στο ταγάρι της και έφυγε για τη λίμνη σαν το βέλος. Αυτή τη φορά, ο Φιν που επόπτευε, την άφησε να πλησιάσει. Η Χελενα δεν άγγιξε την Ιλίντιεν, ούτε της μίλησε. Η Ιλίντιεν δε φαινόταν καν να έχει επαφή με το περιβάλλον. Κάθονταν εκεί, ένα με την όχθη, σχεδόν δεν ανέπνεε. Ήταν πλέον απόγευμα. Η μουσούδα του Φιν στην πλάτη της την έσπρωχνε πίσω, προς την Ακαδημία. Η Χελενα υπάκουσε και προς μεγάλη της έκπληξη, το άλογο την ακολουθούσε στο γυρισμό. Όταν έφτασαν και πάλι κοντά στα κτίρια, ο Φιν στράφηκε ξανά προς την κατεύθυνση που είχαν έρθει.

"Πού πας; Είναι ήδη σούρουπο", προσπάθησε να το σταματήσει αλλά ο Φιν τίναξε τη χαίτη στον αέρα άφοβος και εξαφανίστηκε.

Νωρίς το πρωί, η Χελενα βρίσκονταν και πάλι στην άλλη όχθη και στο δρόμο σκέφτονταν πως ευτυχώς δεν την είχε αναζητήσει ο Καθηγητής Φιλντόιν. Η Ιλίντιεν στα χρυσά. Ω Ωκεανία, ακόμη και πετρωμένη μπορούσε να αφοπλίσει τους εχθρούς με την ομορφιά της. Σωμένα κεριά γύρω της, το μπογαλάκι άθικτο. Γιατί δεν έτρωγε; Η Χελενα το πήρε χωρίς να κάνει θόρυβο και επέστρεψε στην Ακαδημία. Αναζήτησε το μόνο άτοο που πίστευε πως ήξερε.

"Θρηνεί", της είπε η Άρντα και επέστρεψε στο βιβλίο της.
"Ποιον θρηνεί;"
"Πού να ξέρω;"
Στην πλάτη της Άρντα πλησίαζαν γρανάζια. Η Γκριλμγκρέλντα Γκροντ, μακρινή της θεία και Αρχι-Εφευρέτρια με το τεχνητό χέρι εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός. Γαλάζια μάτια επικεντρώθηκαν στη Χελένα και όχι στο αίμα της. Ένα μηχανικό χέρι της χτύπησε παρηγορητικά την πλάτη.
" Τι χρώμα ρούχα φοράει;"
"Χρυσά"
Μια μεταλλική στήλη ξεπετάχτηκε από το τεχνητό της χέρι με ένα κλακ, ξεπετάχτηκε φωτίτσα. Η Γκρέλντα έβγαλε το τσιγάρο που φυλούσε πίσω απ' το αυτί με το άλλο χέρι και το άναψε. Ξαναμίλησε μετά από πολλές τζούρες.
"Τα ξωτικά της Θαλανίλ τρώνε μόνο σπόρους Βέννα στους αποχαιρετισμούς. Τρέξε στην κουζίνα και πες το μάγειρα, είπε η θεία Γκρελντα να μου δώσεις ένα πιάτο βραστούς σπόρους και ένα άβραστους. Αν σου αρνηθεί, φώναξέ με." Ξεφύσηξε με ένα ήχο μακρόσυρτο.
"Και ψαράκι" τη σταμάτησε, "πριν φύγεις, πες και τη φίλη σου την Άρυα, σίγουρα θα θέλει να έρθει."
Η Χελένα την κοίταξε παραξενεμένη, καθώς δε μπορούσε να φανταστεί γιατί θα ήθελε και η Άρυα να έρθει. Κλικ, ένα σφυράκι στερεωμένο σε πτυσσόμενη ράβδο επιμηκύνθηκε μέχρι το πρόσωπο της Χελένα. Η Γκρέλντα σήκωσε λίγο το τεχνητό της χέρι. Γκντουπ! Το σφυράκι προσγειώθηκε μαλακά στο κεφάλι της Χελένα για να τη συγκεντρώσει.
"Είσαι τόσο αθώα που με εκνευρίζεις" η Γκρέλντα ρούφηξε δυνατά το τσιγάρο της πριν μιλήσει πίσω από το πυκνό σύννεφο καπνού που άφησε στο δωμάτιο. "Η πριγκήπισσα αποχαιρετά το δάσκαλό σας."


Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ηλιαχτίδες από τοπάζι χάιδεψαν απαλά τα βλέφαρά της, την κάλεσαν να ξυπνήσει, να εκπληρώσει το καθήκον της, όπως αρμόζει σε έναν Λαζτάνα. Η Ιλίντιεν αποκρίθηκε στο κάλεσμα του ήλιου. Αυτός έδινε ζωή, γίνονταν μάρτυρας της πορείας όλων των θνητών. Κάτω από το φως του ξεκινούσαν και έκλειναν τους κύκλους της ζωής τους. Ανασηκώθηκε με προσοχή. Πάνω από τρεις ημέρες πέρασαν από την τελευταία φορά που έφαγε. Είχε δει φυσικά τα φαγητά που της έφερε η μικρή Χελένα. Καλό κορίτσι, ευγενική ψυχή. Δεν άρμοζε όμως στα έθιμά της και δεν ταίριαζε σε αυτόν τον αποχωρισμό να διακόψει τη σιωπή της για να εξηγήσει ότι το έθιμο ορίζει να φάνε σπόρους Βέννα ή πώς βράζονται. Έτσι, έμεινε στη θέση της ακλόνητη, πιστή στην τελετουργία. Εξαγνισμός. Ο Φιν και η Ιλίντιεν μπήκαν και πάλι παρέα στη λίμνη. Στέγνωσε το κορμί της στον ήλιο και ντύθηκε στα μωβ. Αυτό ήταν το χρώμα του φορέματος. Την τέταρτη και την πέμπτη μέρα τα ξωτικά δε φορούσαν πέπλο. Αντίθετα, η Ιλίντιεν ζωγράφισε στο κέντρο του μετώπου της ένα μωβ κύκλο από φυτική μπογιά που είχε μαζί της. Ζωγράφισε και το Φιν, που το θεωρούσε πτυχή του εαυτού της και αναπόσπαστο κομμάτι της. τον συμπεριλάμβανε σε ότι κι αν έκανε. Κάθισαν και πάλι μαζί στη σιωπή. Φαντάζονταν πως τα νέα θα είχαν φτάσει στην Ακαδημία μέχρι τώρα. Βυθίστηκε.

~

Δεύτερες ενηλικιώσεις, γιορτές που προκαλούσαν ναυτία στην Ιλίντιεν και δεν υπήρχε φίλτρο για να καταπραΰνει τη δυσφορία της για τη δεύτερη ενηλικίωση του Ίλεθ. Αισίως είχε φτάσει τα πενήντα και θα ήταν πλάι της να της κάνει τη ζωή δύσκολη για πολλά ακόμη χρόνια. Αϊκάλλε η εναλλακτική της ονομασία, συμβολική. Στη γιορτή της δεύτερης ενηλικίωσης, το ξωτικό θεωρούνταν πλέον ώριμο για να ξεκινήσει οικογένεια και η περίσταση γιορτάζονταν με «σιχαμερή υποκρισία», όπως ονόμαζε η Ιλίντιεν τα καταπράσινα φορέματα των γυναικών που δήλωναν ότι ήταν διαθέσιμες και τους γλυπτούς κρυστάλλους που πρόσφεραν για να δείξουν το ενδιαφέρον τους προς τον εορταζόμενο. Στην Αϊκάλλε του Άλαθας είχε μετρήσει πάνω από πενήντα πράσινα κι αυτό στη διάρκεια ελάχιστων λεπτών που πέρασε μέχρι τη σωτήρια απόδραση με τον Άιραμ. Δε θυμόταν πόσους κρυστάλλους.

Μούγκρισε ενοχλημένη και άλλαξε στάση στην καρέκλα. Θα έπρεπε να ξαναζήσει αυτή τη φάρσα και αυτή τη φορά θα έπρεπε να τη ζήσει από την αρχή μέχρι το τέλος. «Για τον Άρθερ». Φαντάστηκε ότι θα στέκονταν σε μία μεριά αποδοκιμάζοντας την αυτάρεσκη και υπεροπτική μούρη του Ίλεθ καθώς θα δέχονταν ένα κάρο κρυστάλλους που εν τέλει, θα πετούσαν. Η Ιλίντιεν αναγούλιασε και μόνο στη σκέψη. «Μα τον Άρθερ. Τι του βρίσκουν όλες αυτές οι αδύναμες;» Της ήταν δύσκολο να φανταστεί τον αδερφό της με κάποια γυναίκα δίπλα του, κάποια ισάξια τέλος πάντων από τις υπερβολικά ελάχιστες που υπήρχαν. Η οπτασία της Ιέρειας με τα πλούσια μπλε μαλλιά ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια της. Από τη μοναδική της επίσκεψη στο Ναό και έπειτα, η Μητέρα Σεντίνιεν είχε γίνει πρότυπο ομορφιάς για την Ιλίντιεν, το κρυφό της είδωλο. «Να μια δυνατή γυναίκα» σκέφτηκε, αλλά η σκέψη έφυγε γρηγορότερα από ότι ήρθε, διότι οι Ιέρειες της Μητέρας έπαιρναν απαράβατο όρκο αγαμίας.

Έπαψε να σκέφτεται. Οι συλλογισμοί της παράγονταν μόνο για συντροφιά. Ο Ίλεθ, ο συμφεροντολόγος Ίλεθ και η πανούργα μητέρα τους είχαν σχέδιο. Φυσικά και δεν είχαν μιλήσει στη μικρή κόρη για το σχέδιό τους, αλλά η Ιλίντιεν στοιχημάτιζε τη ζωή της ότι είχαν καταστρώσει κάποιο σχέδιο για να ανελιχθεί κι άλλο ο αγαπημένος της γιος. «Ε και;» μονολόγησε. Δεν την εξέπλητε η πιθανή πορεία της γιορτής, βαρετή, βαρετή και βαρετή. Πίσω από όλη την προθυμία να βοηθήσει στο στήσιμο και την προετοιμασία στην οποία «στάθηκε» στο πλευρό του αδερφού της βρίσκονταν ένας και μόνο λόγος.

Άλαθας Φίνλουεν.

Το γράμμα έλεγε ότι θα συναντιόταν στη γιορτή του Ίλεθ και θα επανόρθωνε. Ενδόμυχα του κρατούσε λίγη κακία που δεν παρευρέθηκε στη δική της, αλλά καταλάβαινε πόσο βαρύ μπορούσε να είναι το καθήκον του Θεραπευτή. Άλλαξε πάλι θέση. Δεν είναι ότι είχε καθίσει κι εκείνη με τα χέρια σταυρωμένα. Μπορεί ο Άλαθας να ήταν το υπέρτατο όνειρο, αλλά δεν επισκίαζε πλέον τα υπόλοιπα αρσενικά της φυλής τους και η Μίταθιρ είχε πολλά.

Με ένα γδούπο άνοιξε η πόρτα του κοιτώνα τους και ο Ντούριλ μπήκε μέσα γρήγορα με το φύλλο περιπολίας για το βράδυ και την επόμενη ημέρα. Το μανίπουλο αναπήδησε στα πόδια τους και χαιρέτησαν στρατιωτικά, «Χαίρε Άρθερ».
«Καλά, καλά, μόνοι μας είμαστε» τους έκανε νόημα για ανάπαυση με το χέρι και με το άλλο έφτιαξε τα γυαλιά του.  «Λοιπόν», ξεκίνησε και άνοιξε το φάκελο, «απογευματινή περίπολος οι Κουίλε και Βανάλα από το σώμα της Βεστέλ, το πρωί πηγαίνουν οι Ιλιμάρις και Σάλιεθ και πάλι της Βεστέλ. Βράδυ, Ρούεναρ και Ιλίντιεν» πήρε τα μάτια από το χαρτί και τους χαμογέλασε.
«Τι;!» ήρθε η διαμαρτυρία από τη μεριά της Πολεμίστριας, «Δάσκαλε, είναι η γιορτή του Ίλεθ»
«Στην οποία -θυμάμαι- ανυπομονούσες να παρεβρεθείς»
«Δεν έχει σημασία Δάσκαλε» παραπονέθηκε η Ιλίντιεν
Ο Ντούριλ Νολάριον πέρασε τα δάχτυλα από τα κοντά, αλλά υγιή καστανά μαλλιά του και ξεφύσηξε πριν απαντήσει.
«Ξέρεις τι λέμε στη Θαλανίλ, ποιος καλύτερος να προστατέψει τον αδερφό σου από έναν Λαζτάνα; Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αδερφή του»
«Αυτός το σχεδίασε;»
«Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς»
Η Ιλίντιεν δυσανασχέτησε πιο έντονα.
«Δάσκαλε. Ηγείσαι για το κοφτερό μυαλό σου υποτίθεται...»
Η παλάμη του Δασκάλου χτύπησε καθυσηχαστικά τον ώμο της.
«Έχε πίστη στη Μητέρα και κάνε το καθήκον σου, θα ανταμειφθείς.»

~

Όλη η Μιταθίρ βρίσκονταν σε κατάσταση πανηγυρισμού, όλοι συνέρρεαν στο σπίτι του Ίλεθ Άτρας, μέλος της προσωπικής φρουράς και έμπιστου του Βασιλιά. Η Ιλίντιεν και ο Ρούεναρ Σμάλντυ με τις ολόμαυρες, στιλπνές πανοπλίες που έφεραν τη λίθο του Άρθερ στο στήθος, επέβλεπαν την πύλη της πόλης, νυσταγμένοι από την ανία. Πίσω τους οι απόηχοι της γιορτής έρρεαν μέχρι την αρχή της πόλης σαν μεθυστικό ρυάκι. Το κράνος της Ιλίντιεν φαίνονταν να τη στενεύει περισσότερο από ότι συνήθως. Έδινε εσωτερική μάχη για να μην κλωτσήσει οποιαδήποτε από τις ξωτικιές που ανηφόριζαν με τα καταπράσινα φορέματά τους. Ο Ρούεναρ γέλασε.
«Μπορώ να νιώσω την οργή σου χωρίς να βλέπω τα μάτια σου.»
«Παρασιτικές!» ψιθύρισε απότομα η Ιλίντιεν και οι δυο τους γέλασαν αθόρυβα μέσα από τα κράνη τους.
«Τελικά ήθελες να πας;»
«Δεν έχει σημασία αν ήθελα ή όχι, έχει σημασία τι κανόνισε για να μην είμαι εκεί.» η  Ιλίντιεν ρουθούνισε νευριασμένη.
Ο Ρούεναρ έγνεψε καταφατικά.
«Για τον Άλαθας;»
«Όχι βέβαια! Δεν ήρθε ούτε στα γενέθλιά μου!»
Ακολούθησε αβέβαιη σιωπή.
«Ρούεναρ... Πώς είναι...;»
«Τι πράγμα;»
«Χμμμ... πώς είστε με τον Έλαρκ;»
Ο Ρούεναρ χαμογέλασε. «Υπέροχα. Ήρεμα. Ειρηνικά. Τα καλύτερα έξι χρόνια της ζωής μου. Προσπάθησέ το κι εσύ, δε θα χάσεις»
Η Ιλίντιεν ξεφύσηξε αποδοκιμαστικά και μόρφασε. «Ποτέ!»
«Μα γιατί;» τη ρώτησε ευγενικά, «είσαι τόσο όμορφη και γύρω σου υπάρχουν τόσοι καλοί άνδρες. Να, πριν δυο μήνες, με εκείνον τον Φάλαελ;»
«Όχι!»
«Το Μπέλανορ από το μανίπουλο 3;»
«Αυτός ήταν πριν τρεις μήνες»
«Εντάξει, το Λάεροθ;»
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ιλίντιεν! Αυτός στην ταβέρνα;»
Η Ιλίντιεν κούνησε το κεφάλι αρνητικά
«Λάεροθ Λεόξιντοθ; Μαζί φύγατε! Για τον Άρθερ!»
«Συγγνώμη, δε θυμάμαι.»
Ο Ρούεναρ ξεφήσυξε ηττημένος.
«Χμμμ» προσπάθησε κάπως διστακτικά ο Ρούεναρ, «Κοίτα... Μας είπε ο Ντούριλ ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αλλά εγώ ήθελα να σε ρωτήσω...»
«Κουτσομπόλη!»
«Ισχύει;»
«Όσο ισχύει ότι ο παππούς σας είναι Άνθρωπος»
«Μα ο παππούς μου ήταν Άνθρωπος!»
Το στραβό της χαμόγελο του έδωσε την απάντηση που έψαχνε.
«Δεν το πιστεύω!» προσπάθησε να μην ακουστεί και οι δυο τους γέλασαν, με την πλάτη στην πόρτα. «Είσαι τρελή; Πώς ήταν;»
Η Ιλίντιεν σήκωσε τους ώμους αδιάφορη. «Όχι και τόσο Απαστράπτων όταν του αφαιρέσεις την πανοπλία»
«Σσσσσσςςςς!» έκανε ο Ρούεναρ και ξαναγέλασαν ένοχα, «πριν ή μετά τη μονομαχία;»
«Μετά τη μονομαχία φυσικά!» απάντησε η Ιλίντιεν κάπως υπεροπτικά, αλλά του χαμογέλασε μέσα από το κράνος.
«Με πόσους τρόπους θα τον νικήσεις δηλαδή;»
«Με κάθε τρόπο διαθέσιμο!»
Δύο ευγενείς πέρασαν από τις πύλες και οι Πολεμιστές στάθηκαν προσοχή για μία στιγμή. Ο Ρουεναρ επανήλθε στην περιέργειά του.
«Και η Βασίλισσα;»
«Ποια Βασίλισσα;»
«Ιλίντιεν!»
«Ρούεναρ! Ούτε πήγα να φορέσω πράσινα φορεματάκια, ούτε ζήτησα να μου αναγνωρίσουν κανένα διάδοχο, ούτε σκοπεύω να εμφανίσω κανένα διάδοχο. Είναι απλό. Είδα πρόκληση. Επικεντρώθηκα. Τα κατάφερα. Επόμενος στόχος.»
Ο Ρούεναρ δαγκώθηκε. Από όλα τα σχόλια που είχε να κάνει, απέφευγε διακαώς να της πει πως έμοιαζε με τον αδερφό της περισσότερο από όσο ήθελε να πιστεύει. Δεν έκανε όμως αυτή τη συζήτηση, μιας και η Ιλίντιεν το αρνούνταν κατηγορηματικά. Αντίθετα, σκέφτηκε πως μία άλλη προσέγγιση θα ήταν ίσως καλύτερη.
«Ξέρεις... έχω κι εγώ ένα μεγαλύτερο αδερφό»
Η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά.
«Το άκουσα τη μέρα που προσφέρθηκα να γίνω Λαζτάνα»
«Τον λένε Λυάρι αν και από τότε που επισκέφτηκε τη χώρα των Ανθρώπων μας επέβαλε να το φωνάζουμε Λέον ή Λέο. Είναι Αλχημιστής»
«Οι χειρότεροι!»
«Κοίτα... Είναι κι αυτός πολύ φιλόδοξος, σαν κι εσένα... Μου τον θυμίζεις αρκετά μπορώ να πω...»
«Και;»
«Πιστεύω θα μπορούσες να το γνωρίσεις. Είναι εδώ, στη Μιταθίρ. Πού ξέρεις; Ίσως ταιριάζουν οι φιλοδοξίες σας και βρείτε κοινό δρόμο ... Έι! Τι είπες για τους Αλχημιστές;»
«Οι χειρότεροι!»
«Προχθές ήσουν με Αλχημιστή!»
«Οι τρισχειρότεροι!»
Η Ιλίντιεν έριξε μία τελευταία ματιά πίσω από την πλάτη της, εκεί που πιθανά βρίσκονταν ο Ίλεθ και ο Άλαθας. Έσφιξε τα χείλη και ξαναγύρισε στη βάρδια της.


Γκρέλντα

  • Νάνος
  • Εφευρέτης
  • Level 15
  • Καθηγητής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
"Άτιμο φίδι το συνήθειο", η Γκρέλντα ολοκλήρωσε σκέψεις που αρέσκονταν να κρατά για τον εαυτό της, λίγες σε αναλογία με εκείνες που συζητούσε, ανέλυε, εκσφενδόνιζε ή έτριβε σε κούτρα, μούτρα και μουτράκια, σημαντικά άφθονες, θετικά σχετιζόμενες -γραμμικά παλίνδρομες- θα έλεγε κανείς, εξέχουσα μεταβλητή στην απεραντοσύνη του συνόλου τους. Πήρε μια ρουφηξιά και ανοιγόκλεισε τα μάτια. Το έκανε όπως κάθε πλάσμα με μάτια που επαναλάμβανε την ακούσια ακολουθία των κινητών βλεφάρων με στόχο την ενυδάτωση των δυο ζουληχτερών και ευαίσθητων βολβών. Σύμφωνα με την εμπειρία της, κάποιοι τους χρησιμοποιούσαν παραγωγικά και άλλοι... νωθρότητα και σπατάλη, όπως όταν δίνεις ένα προστάτη τελευταίας τεχνολογίας σε μία νοικοκυρά κι εκείνη του κρεμάει σεμεδάκια και το δείχνει στις άλλες νοικοκυρές της γειτονιάς.

Κάπου εκεί, στο τέλος εκείνων των σκέψεων και στο σημείο που ο καπνός είχε ήδη διαχυθεί στα πνευμόνια της και ίσως, στον υπεζοκώτα, περίμενε ότι η Χελενα θα είχε στρίψει διά της Εφευρέτου και θα κατευθύνονταν με όλη την ψαρίσια χάρη και ταχύτητά της στην κουζίνα, προλαμβάνοντας το λιμό της πριγκίπισσας. Όχι τίποτα άλλο, έτρωγε πολύ πανάθεμά την και σίγουρα δεν υπήρχε καμία διάθεση να τη δει να δαγκώνει κανένα δέντρο μεταξύ ψυχικού και στομαχικού θρήνου. Η Χελενα όμως δεν κουνήθηκε ρούπι και οι βολβοί της Γκρέλντα ενυδατώθηκαν δεύτερη φορά. Αλλά και πάλι η Χελενα εκεί. Τρίτη φορά, τα βλέφαρά της κατέβηκαν σαν κλείστρο και απαθανάτισαν την παγωμένη Βαλησίνη. "Εγκεφαλικό;"

Μετάνιωσε την αστραπιαία μεν, απερίσκεπτη δε υπόθεση. Το παιδί μπροστά της μόλις έμαθε πως έχασε την πατρική της φιγούρα, ότι κάποιος ήδη βρίσκεται σε στάδιο αποχαιρετισμού και η Χελένα ήρθε σε επαφή μαζί τους με πλήρη άγνοια. Σαφώς και θα ήταν δύσκολο να τα επεξεργαστεί όλα αυτά ένα δεκατετραχρονο κεφαλάκι. Ούτε η Άρντα, σπίρτο κατά τα άλλα, κουνήθηκε, θα πρέπει να σοκαρίστηκε πολύ κι ας μην είχε πολλά πάρε δώσε με τον Αλάσσιο.

Η Γκρέλντα δε σοκαρίστηκε. Ίσως γιατί ήταν εκεί. Ίσως επειδή από τη Μεβαίρ και έπειτα έβλεπε τις πιθανότητες να ξετυλίγονται μπροστά της και να χορεύουν κοροϊδευτικά. Φώναζε ο Παλιαλάσσιος στους Σοφούς, προσπαθούσε να τους συνετίσει. Κι αυτός με τη σειρά του, το δικό του μέντορα έχασε μπροστά από τα μάτια του, τον Αλμέρ. Και να σου η -κατά τα άλλα- ευγενική σύγκρουση. Άλλη μια πιθανότητα ξεπετάγονταν απρόσκλητη στον αέρα για να τους βγάλει τη γλώσσα επιδεικτικά. Και οι ευγενενικές κατά τα άλλα, συγκρούσεις συνεχίζονταν, ενώ γεννούσαν φρέσκες πιθανότητες, γελοιότερες από τις προηγούμενες, κρέμονταν καταδικαστικά πάνω από τα κεφάλια τους σαν του δήμιου τη σπάθα. Ξεφύσηξε τόσο καπνό που οι μαθήτριες ξερόβηξαν. Οι Σοφοί αδρανούσαν. Μια μέρα έπιασε τη Ζένθα. Μπορεί να μην ήταν Εφευρέτης, αλλά παρέμενε Νάνος. "Τι θα κάνουμε;" Τη ρώτησε, "θα πάμε να τον βρούμε;" Μα και η Ζένθα αράδιασε κάτι διπλωματικά αλαμπουρνέζικα περί ουδετερότητας και διατήρησης ισορροπιών. Αν είναι δυνατόν, Πολεμίστρια πράμα, ακόμη χειρότερα, Νάνος Πολεμίστρια πράμα (!) να φωλιάζει στο σοφο-γραφείο σαν ηγουμένη. Η Γκρέλντα της αράδιασε λίγη από τη δική της διπλωματία. Ήταν κάπως πιο επιστημονική που στον Ήθεριντ σήμαινε λιγότερο εκλεπτυσμένη, ένας χείμαρρος δεδομένων, εναλλακτικών σεναρίων και εκβάσεων, αλλά η Ζένθα μουλάρωσε.

"Μην παραξενευτείς αν βρεις μια θυμωμένη πριγκίπισσα να σου ρίχνει την πόρτα" Της κούνησε προειδοποιητικά το δάχτυλο και αποσύρθηκε στο εργαστήριο της, εκεί που τα ατσάλια, ακόμη και τα τασάκια είχαν περισσότερη λογική από τους ζωντανούς.

Και τον εβλεπε να διαφωνεί έντονα για το Γκραχλ. Συνέχεια γκρίνιαζε, δεν υπήρχε συνάντηση που να μην της βγει ξινή η μπύρα με τον Αλάσσιο. "Και τι χολοσκάς;" Το ρώτησε μια μέρα ή μάλλον, ένα σούρουπο που η Γκρέλντα ένιωθε τυχερή και έπινε ήδη από το μεσημέρι, "έστειλες να καθαρίσει η πριγκιπισσα", κουνώντας αφηρημένα την κούπα, αλλά η φευγαλέα επιθετικότητα στο βλέμμα του την έκανε να φτύσει όλη τη μπύρα μονομιάς και να αναφωνήσει ότι τα έχει χαμένα για ξωτικό. Δεκαπέντε χρόνια! Δεκαπέντε χρόνια τα πίνουνε μαζί, τσάι ο Παλιαλάσσιος, μπύρα και άλλα βαριά δηλητήρια η Γκρέλντα, κρατούσε ακόμη μυστικά! Έβαλε δυνατά τα γέλια όταν διαπίστωσε προς τι η ξινομουσούδα του παλιόφιλου, αν και δε θα έπρεπε να την παραξενεύει. Ξωτικά ήταν αυτά... Δεν έπαιρνε αμφισβήτηση ότι οι πρόγονοί τους έβαλαν διαγωνισμό για το ποιος θα καταπιεί το σκληρότερο λοστό, χαρακτηριστικό που κληρονομήθηκε ανελλιπώς από γενιά σε γενιά. Η Γκρέλντα ήταν πεπεισμένη πως σωματίδια του πρωταρχικού λοστού παραμένουν διάσπαρτα στο σώμα τους μέχρι και σήμερα. Στο μείζον αυτό εξελικτικό γεγονός ανάγεται η γενικευμένη συναισθηματική και συμπεριφορική δυσκοιλιότητα που τους διέπει, όπως και το αίσθημα αυτοδίκαιου, γιατί... Μπράβο τους που ήρθαν πρωτοι σε αυτόν τον κόσμο, ας δώσουμε στα παιδιά το μηλοπιτάκι των Φυλών.

"Και το παλικάρι;" Τον ρώτησε αφού ευχαριστήθηκε πρώτα να τον πειράζει, "Τι θα το κάνουμε το παλικαρι που είναι σαν τα κρύα τα νερά;" και ευχαριστήθηκε ακόμη περισσότερο που σούφρωσε την ψηλή του μύτη ο Αλασσιος, ενώ παραδέχονταν ότι έπρεπε να μείνει στις σκιές. Να, αυτό το σαράκι τον έφαγε, η αναζήτηση ενός δικαιου αυριο και η φυλετική του δυσκοιλιότητα που έσκασε σαν σκωληκοειδίτειδα,  διχαζοντας τώρα την Ιλίντιεν Άτρας μεταξύ ενός σύντομου, μα ευτυχισμένου βίου και του κυνηγιού μιας αόρατης σκιάς.

Δεν πειραζει, Πολεμιστρια είναι, θα πρέπει να μάθει να δίνει και ψυχικές μάχες. Ορίστε το πρώτο διαγώνισμα της σοφιας της, αν είχε στάλα από δαυτη.

Ακόμη και μετά από το μακροσυρτο συνειρμό της Γκρέλντα, Αρντα και Χελενα παρεμεναν μουδιασμενες, εφηβική παράλυση προφανως. Η αρχι-Εφευρετρια τις χάιδεψε απαλά στον ώμο για να συνέλθουν (πάνω από όλα ήταν μάνα) και τις οδήγησε αμιλητη στην κουζίνα.