Rasnarry Academy

Νιν μέλντα ολορίνυε, ναλλάμα νιν λεντεσάϊρα ενβινυατά?

Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Απίστευτο! Επέστρεφαν νικητές! Το λιμανάκι της Ακαδημίας θα εμφανίζονταν σύντομα μπροστά τους και η Ιλίντιεν δεν κρατιόταν από τη χαρά της! Τέρμα οι τύψεις και τέρμα οι φοβίες. Είχε πετύχει το στόχο της επιτέλους! Ο σκοπός για τον οποίο έκανε όλο αυτό το ταξίδι είχε επιτευχθεί! Για μια φορά, η Ακαδημία επέστρεφαν νικητές, δυνατοί, βελτιωμένοι και αποτρέποντας το κακό!

«Να σε δω τώρα παλιοπάραξενε!» πανηγύριζε από μέσα της θριαμβευτικά.

Πριν ξεκινήσει η αποστολή στο Γκραχλ, είχε ξεσπάσει μεγάλη μάχη μεταξύ των δύο πρεσβύτερων, του Αλάμανταρ και του Σεβάσμιου Αλάσσιου και η Ιλίντιεν επενέβη ώστε να μπορέσει να βρεθεί η μέση λύση. Τα παιδιά είχαν ήδη ξεσηκωθεί για εξερεύνηση, αλλά ο σοφός Αλάσσιος είχε απόλυτο δίκιο να φοβάται, ιδιαίτερα μετά τις συνεχόμενες ήττες τους στη Μεβαίρ και την Ουρίβ. Προσφέρθηκε λοιπόν να πάει πρώτη και να εξασφαλίσει ότι ο δρόμος θα ήταν ασφαλής πριν έρθουν τα παιδιά, όπως και έγινε! Παράλληλα, προσφέρθηκε να φέρει πίσω ότι σπάνια βότανα επιθυμούσε ο Αλάσσιος για να τον καλοπιάσει, να του δείξει ότι είναι πάντα με το μέρος του και ότι είχε πολλά να κερδίσει κι εκείνος από την αποστολή. Το αποτέλεσμα ήταν μία πρόσκληση στο γραφείο του για να λύσει την παρεξήγηση, όπου της εξέφρασε την έντονη διαφωνία του με το εγχείρημα και της τα έψαλλε και μία συνάντηση στο στάβλο, όπου της ανέθεσε τη λίστα με τα βότανα. Φυσικά, της εξέφρασε την έντονη διαφωνία του και της τα έψαλλε τριπλά, υπενθυμίζοντάς της πόσο άξεστοι και ανόητοι είναι οι Πολεμιστές.

Δεν είχε σημασία όμως, έτσι ήταν ο Αλάσσιος, παράξενος. Εκεί που την έβριζε συχνά πυκνά, της επέτρεπε να χρησιμοποιεί ολοκληρωτικά τον κήπο του για τις κρυφές της συναντήσεις με τη Σαγιάνε και τον Ελντίν, «αλλά απαγορεύεται να συναντηθείς εκεί με τον Άνθρωπο!» Είχε λάβει υπόψη της αυτήν του την παραξενιά, όπως και τα σοφά του λόγια, γι’ αυτό και φρόντισε να του στείλει ολόκληρο Τάρι με αναλυτική αναφορά για το ταξίδι και τις δυσκολίες του.

«Ας μην του πω για τα Άγκολ ακόμη», σκέφτηκε και έξυσε το κεφάλι της σαν το παιδί που έκανε σκανδαλιά, «ούτε για το διεφθαρμένο πνεύμα του Ναρ που εμφανίστηκε στους μαθητές, αλλά κορόιδεψε τους Καθηγητές και παραλίγο να χάσουν κάποιο παιδί αν η Άρντα δεν χρησιμοποιούσε τη φράση δύναμης... Ναι, άστο Ιλίντιεν, ας επικεντρωθούμε στη νίκη... θα πάθει κρίση...»

Βέβαια, ως αρχηγός της αποστολής θα πήγαινε αμέσως να αναφέρει την πρόοδο και φυσικά, ως πρεσβύτερος, ο Αλάσσιος θα ήταν παρών στη διήγησή της. Η Ιλίντιεν δαγκώθηκε. Έψαξε με τα μάτια της το Λάντριαν. Όταν συναντήθηκαν, της χαμογέλασε με μαγική αυτοπεποίθηση που τη γέμισε δύναμη. Ανταπέδωσε το χαμόγελο αισιόδοξα και αποφάσισε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Αν το χειρότερο σενάριο έβγαινε αληθινό –και με τον Αλάσσιο Φίλντλοϊν θα έβγαινε- θα της εξέφραζε την έντονη διαφωνία του, προφανώς ακόμη και για την ίδια της την ύπαρξη, θα τη στόλιζε μέχρι να το ευχαριστηθεί η ψυχούλα του και κάποιες ημέρες αργότερα, ίσως της παραχωρούσε τον κήπο του για να καταστρώσουν τα σχέδιά τους με τη Σαγιάνε. Αν πάλι, τα πράγματα ήταν αδιόρθωτα, θα έβγαζε τον άσσο που έκρυβε στο μανίκι, την επιστολή που ο Ίλεθ της ζήτησε να μεταφέρει στον Αλάσσιο.

«Ω ναιιιιιι!» σκέφτηκε με ικανοποίηση, «αυτή τη φορά, ο βλαμμένος αδερφός μου θα με βοηθήσει χωρίς να το ξέρει!»

Όσο χάνονταν στις σκέψεις της, το πλοίο είχε προσαράξει και οι μαθητές ξεχύθηκαν ένα χαρούμενο μπουλούκι, χαχανίζοντας καυχησιές στους φίλους τους που είχαν μείνει πίσω. Ένα ζεστό χέρι την επανέφερε στην πραγματικότητα, το χέρι του Λάντριαν στον ώμο της, καθώς έπαιρνε τα λιγοστά της πράγματα. Πάνω που του χαμογέλασε γλυκά και αστραφτερά, η Σαγιάνε πέρασε σαν αστραπή δίπλα της και της κατάφερε μια αγκωνιά. Ήταν τόσο ανυπόμονη, αλλά την καταλάβαινε. Πέθαινε από αγωνία να συναντηθεί με τον αγαπημένο της Ελντίν, ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί στο Γκραχλ. Η Ξωτικοπολεμίστρια φόρεσε το Λίριλαν για μια τελευταία φορά στον ώμο της γι’ αυτό το ταξίδι και κινήθηκε προς τον κήπο του Αλάσσιου, με σκοπό να του παραδώσει τα βότανα. Μετά από την παράδοση, θα έψαχνε και η ίδια τον Ελντίν για να του τα ψάλει ένα χεράκι.

Όλα ήταν όπως τα θυμόταν, ανέγγιχτα και παρθένα. Οι ευωδίες των ανθών χόρευαν στην ατμόσφαιρα υπό το ρυθμό του νερού της μικρής λιμνούλας. Ο Αλάσσιος δεν ακούγονταν πουθενά.

«Ωχ, περιμένει με τους Σοφούς» σκέφτηκε η Ιλίντιεν και περπάτησε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε προς το πεντακάθαρο, ξύλινο τραπεζάκι. Δε θα ρίσκαρε μία συνάντηση σε τέτοια βρώμικη κατάσταση.

Έβγαλε τα υλικά από το σακίδιο και τα εναπόθεσε στο τραπέζι και τους γύρω πάγκους με τεράστια προσοχή. Είχε αφιερώσει αρκετό χρόνο σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού να δένει τα βότανα σε ματσάκια, για να μην ταλαιπωρηθεί ο Σεβάσμιος. Έκανε κιόλας τον κόπο να του τα ταξινομήσει αλφαβητικά για να μην κουραστεί. Τα κοίταξε ξανά και ξανά. Όταν αποφάσισε πως ήταν ευχαριστημένη ή καλύτερα, όταν αποφάσισε με ποιο τρόπο θα μπορούσε ο Αλάσσιος να είναι ευχαριστημένος, τοποθέτησε την επιστολή πάνω σε ένα άνθος και αποχώρησε εξίσου αθόρυβα.

Χρειάστηκε να απομακρυνθεί από τον κήπο για να επιτρέψει στον εαυτό της να ξανακάνει θόρυβο, αλλά μόλις έφτασε σε ασφαλή απόσταση, η Ιλίντιεν επιτάχυνε απότομα! Πέρασε γρήγορα από το στάβλο για να βεβαιωθεί ότι ο Φιν ήταν στη θέση του και καλοταϊσμένος. Έπειτα, κατευθύνθηκε στα παράθυρα με φόρα. Πάτησε στο πρώτο περβάζι με ένα δυνατό σάλτο και υψώθηκε ως τον πρώτο όροφο. Στο παράθυρο μπροστά της, αρπάχτηκε με το αριστερό χέρι. Έδωσε γρήγορη ώθηση στο σώμα της και τινάχτηκε με τα πόδια προς τα πάνω, ώσπου προσγειώθηκε στο δεύτερο όροφο, έξω από το παράθυρό της. Ήταν ξεκλείδωτο φυσικά. Με μια σπρωξιά, η Ιλίντιεν ήταν και πάλι στο δωμάτιό της! Πήδηξε μέσα γεμάτη ενθουσιασμό και ευτυχία. Θα μπορούσε να περάσει ώρα να πανηγυρίζει, αλλά βούτηξε κατευθείαν στο μπάνιο. Δεν ήθελε να αφήσει το Σεβάσμιο να την περιμένει με τους Σοφούς, ούτε και να εμφανιστεί βρώμικη όμως.

Δεν της πήρε πολύ. Έλυσε γρήγορα τα μαλλιά, καθαρά πλέον και πήγε στο κρεβάτι για να ντυθεί. Ένας φάκελος που δεν είχε προσέξει νωρίτερα, περίμενε ανέμελα στο κρεβάτι της. Στο βουλοκέρι, ένα μισοφέγγαρο και τρία αστέρια από πάνω, οίκος Φίνλουεν, ο τρόπος που προφέρονταν το επίθετο του Αλάσσιου στη διάλεκτο της Θαλανίλ.

«Ωραία, τώρα μου τα ψέλνει και γραπτά», η Ιλίντιεν γέλασε και έβαλε ένα γαλάζιο φόρεμα. Είχε τόσο καιρό να νιώσει επάνω της φόρεμα. Αυτή η αίσθηση φρεσκάδας τη γέμιζε αισιοδοξία και εύχονταν να μπορέσει να τη δείξει και στους Σοφούς, ιδιαίτερα στον Αλάσσιο, στην επικείμενη συνάντησή τους.

«Για να δούμε τι μου σέρνει πάλι ο Σεβάσμιος», σχολίασε και πήρε το χαρτοκόπτη γελώντας. «Άλαθας Φίνλουεν», διάβασε το πραγματικό του όνομα, γραμμένο με καλλιγραφικούς χαρακτήρες, στη μητρική τους γλώσσα.
«Γιατί τόση επισημότητα;» γέλασε και ξεκίνησε να ανοίγει. Αν και αστειεύονταν, έδωσε τεράστια προσοχή στο γράμμα. Το βουλοκέρι άνοιξε χωρίς καν να ραγίσει, τόσος ήταν ο θαυμασμός και ο σεβασμός της για το μεγαλύτερο Θεραπευτή της γενιάς τους. η Ιλίντιεν ξεδίπλωσε το ύψιστης ποιότητας χαρτί δεξιότεχνα και άφησε ένα χαρούμενο επιφώνημα που έβλεπε τους χαρακτήρες της Αρχαίας Αρθεριανής.

«Νιν με-» ξεκίνησε να διαβάζει φωναχτά. Στη μέση της δεύτερης λέξης πάγωσε. Διάβασε από την αρχή. Σταμάτησε και πάλι στην προσφώνηση. «Πώς;» σκέφτηκε ξέπνοα. Τα μάτια της, τρομαγμένα πια γλίστρησαν με κόπο πέρα από το πρώτο κόμα. Δεν ήταν αυτό που περίμενε. Κράτησε την ανάσα της και έμεινε πετρωμένη στη θέση της. Η πρώτη πρόταση τρομακτική, η πρώτη παράγραφος συγκλονιστική.
«Τι;» το μυαλό της δεν ήταν προετοιμασμένο για όσα διάβαζε, δεν είχε χωρητικότητα για εκείνα τα λόγια. Τα λόγια όμως ξεχείλιζαν, οι λέξεις διέρρεαν γύρω από την Ιλίντιεν, σκαρφάλωναν στο λαιμό της και τρύπωναν σε συνειδητό και υποσυνείδητο απρόσκλητες. Συνέχισε να διαβάζει το ίδιο διστακτικά, ταραγμένη, με μάτια τεταμένα. Κάθε λέξη και ένα σοκ, κάθε πρόταση και αποκάλυψη.
«Ποιος αδερφός μου;» ψιθύρισε.
Τον ψίθυρο διαδέχτηκε το ομορφότερο και παράλληλα πιο επίπονο ποίημα που είχε διαβάσει στη ζωή της.
«Γιατί;»
Οι λέξεις την έπνιγαν, μα δεν είχαν τελειωμό.
«Άλαθας; Ποιος οιωνός;»

«...Αντίο»

Η Ιλίντιεν μαρμάρωσε, άδειο το βιολετί των ματιών της κοίταζε το κενό. Χρειάστηκαν πολλές στιγμές μέχρι να συνειδητοποιήσει πως διάβαζε την πραγματικότητα. Ήταν πραγματικότητα...

Το κενό γέμισε βίαια με μία έκρηξη του αρχέγονου συναισθήματος που καλλιεργούσε στα σπλάχνα της, την ασφαλή της αντίδραση όταν στριμώχνονταν σαν το παγιδευμένο ζώο. Η Ιλίντιεν ήταν ένα παγιδευμένο ζώο, ένα παιδί εξαπατημένο που το κορόιδεψαν. Οργή διαπέρασε και την τελευταία πέτρα του ορόφου.

«ΙΛΕΘ!» βρυχήθηκε με εκκωφαντικό, πρωτόγονο μίσος.

Χίλια κομμάτια έγινε η εξώπορτα του δωματίου αφότου την κλώτσησε. Μία αγνώριστη Ιλίντιεν, αλλοιωμένη από το μένος ομορφιά πρόβαλε δυσοίωνα στο διάδρομο. Πού κατευθύνονταν; Οι Σοφοί! Εκείνη την ημέρα, οι Σοφοί θα πλήρωναν με τη ζωή τους! Με βήματα πιο αποφασιστικά από ποτέ, η Ιλίντιεν βημάτισε θανάσιμα, σείοντας τα άτυχα ξύλα κάτω από τα βήματά της. Όσοι μαθητές βρέθηκαν στην πορεία της παραμέρισαν ενστικτωδώς, προσπαθώντας να περάσουν απαρατήρητοι. Οι υπάλληλοι είχαν κρυφτεί ήδη.

Με μια δρασκελιά, η μαινόμενη Πολεμίστρια βρέθηκε στο τέλος του διαδρόμου. Έκανε το πρώτο βήμα στις σκάλες και οι σκάλες ταρακουνήθηκαν. Στον πρωτόγονο πλέον, εγκέφαλό της έφτασαν δειλά λυγμοί. Κοντοστάθηκε. Οι λυγμοί συνεχίζονταν. Δεν κοίταξε το σημείο από όπου έφταναν, ούτως ή άλλως ήταν τυφλή. Ο ήχος την καθοδήγησε. Ο καρπός της έσπασε την κλειδαριά με μία κίνηση και η Ιλίντιεν βρέθηκε να βροντάει κλειστή την πόρτα πίσω της. Μπροστά της, ένα ράκος η Σαγιάνε.

Ένα μέρος της λογικής της επανήλθε στην όψη της φίλης της. Η αγέρωχη συμπολεμίστριά της στέκονταν αβοήθητη, με μάτια πρησμένα από το κλάμα και μαλλιά ατημέλητα στην άλλη γωνιά του δωματίου, σαν ψυχικά άρρωστη. Τα νεά είχαν φτάσει και στη Σαγιάνε. Γιατί έκλαιγε όμως; Δεν είχε καμία σχέση με τον Αλάσσιο.

Ο ακόμη θυμωμένος της νους δε μπορούσε να επεξεργαστεί τα σημάδια που εμφανίζονταν μπροστά της. Μόνη της σκέψη: «δεν έχει νόημα να κρατηθώ». Με μία κραυγή, η Ιλίντιεν έφτασε τη Σαγιάνε. Ύψωσε το χέρι ψηλά, σφίγγοντας το γράμμα και με όλη της τη δύναμη, το κατέβασε στο τραπέζι. Στο σημείο που προσέκρουσε το γράμμα, το τραπέζι ράγισε.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
«Είχα μια αποκάλυψη, την οποία μου χάρισε το αίμα σου, το πνεύμα σου, η ενέργεια σου.
Με βρήκα. Μα πίσω από τα μάτια που αγάπησες, η σκιά καραδοκεί.

Είμαι επιτέλους ολόκληρος, ελεύθερος. Ξέρω πια. Η θυσία του κάτω πεδίου ήταν αναγκαία, τώρα το θυμήθηκα, αλλά κανείς δεν έχει ιδέα, όλοι ξέχασαν, την πραγματική δύναμη του χάους.

Δεν είμαι αυτός που νομίζεις, ούτε θα γίνω αυτός ο άνδρας που θες. Δεν είμαι τίποτα απόσα αγάπησες, ίσως μια ιδέα μονάχα, ενός εαυτού μου που πια δε θυμάμαι, χαμένο στο μακρινό παρελθόν μιας ζωής ισχνής.

Δε σε κατηγορώ, είσαι ακόμα πολύ μικρή για να καταλάβεις και δε θα μεγαλώσεις ποτέ για να καταφέρεις να με φτάσεις. Πολύ μικρή, πολύ αφελής, αλλά ακόμα και εσάς...θα σας δείξω.

Φεύγω και το γράμα αυτό, μόνο σε σένα, είναι η απόδειξη της κάποτε αγάπης μου. Επιτρέπω στον αρχαίο Ελντίν να σου δείξει την μοναδική τρυφερότητα, αν και θα ήθελα να χαθώ ολοκληρωτικά χωρίς να το γνωρίζει κάποιος. Όμως, σε αγάπησε.

Πρόσεξε πολύ τους γύρω σου, η συμβουλή μου, και αποδέξου τους δαίμονες σου. Ίσως να είσαι χρήσιμη τότε. Για την ώρα όμως, όταν και εάν ξανασυναντηθούμε να είσαι προετοιμασμένη. Θα προσπαθήσω να σε σκοτώσω. Και αυτό το ξέρω γιατί εσύ θα κινηθείς πρώτη εναντίον μου. Μια προειδοποίηση λοιπόν για την αγάπη του.

Συγγνώμη»

Τα χέρια τρέμουν, το χαρτί στο χέρι παραμένει κενό. Δάκρυα ποτίζουν το δάπεδο. Δάκρυα, αίματα, έχει διαφορά; Λαρυγγικοί ήχοι, αβίαστοι, καλύπτουν τους τοίχους του δωματίου και η αντανάκλαση των ήχων στο παγωμένο άδειο, γυρνάνε πίσω, εντυπώνονται στο συνειδητό, στο υποσυνείδητο, στο υπερσυνειδητό, ώσπου η γυαλάδα στα μάτια χάνεται και το κενό μαύρο καλύπτει την ψυχή. Ποιά ψυχή;

Τα γόνατα σχεδόν τρέμουν. Η πρώτη φορά που αγάπησε. Η καρδιά, ξεριζώθηκε. Έσπασε. Σκοτάδι.

Ένας θόρυβος δυνατός και η μορφή της Ιλίντιεν...Η Ιλίντιεν. Θέλει να μιλήσει μα τα πηχτά σάλια στο στόμα και τον λάρυγγα της την δυσκολεύουν να πάρει ανάσα, να μετουσιώσει τη θέληση σε λέξη. Η Ιλίντιεν...κλαίει....Ήξερε; Πώς; Ο Ελντίν είπε....και τότε το χέρι της φίλης της σπάει το γραφείο με ένα γράμμα...από αυτόν;

Ορμάει το κορμί της, όχι...η ψυχή της ολόκληρη σ αυτήν την στάλα ελπίδας...λέει κάτι άλλο αυτό το γράμμα; Θεικό χέρι που έφερε την Ανάσταση στο νεκρικό της πνεύμα; Ορμάει με λαχτάρα ζωής σε αυτό και τα μάτια της καταβροχθίζουν τις λέξεις....ξωτικισια....μισό λεπτό....συνεχίζει...και κάρε γραμμή το κενό επανέρχεται...μόνο που τα συναισθήματα αλλάζουν πορεία και σ αυτά προστίθενται άλλα...

Πώς;;;;;

Πισωπατά, το βλέμμα της στο γράμμα της Ιλίντιεν.

Ένας πνιχτός ήχος κραυγής βγαίνει από μέσα της. Απλώνει το χέρι της και της προτάσσει το δικό της γράμμα. «Ελντίν..» καταφέρνει να ψελίσσει....και μετά τα μάτια της ξανά και ξανά διαβάζουν το γράμμα του Αλάσιου...

Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί;


Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Πόσες φορές μπορούσε ο κόσμος να τραβήξει το χαλί κάτω από τα ποδια της; Αμέτρητες προφανως, μιας και της το τραβουσε αλυπητα άλλη μια φορά. Μέσα στη ζάλη ατάκτων σκέψεων πηρε τη συμπολεμιστρια της αγκαλιά και την έσφιξε. Την έσφιξε ασφυκτικά, τόσο που θα μπορουσα να της σπάσει το θώρακα. Κι όμως, ήξερε ότι η Σαγιανε ήταν το ίδιο δυνατή με εκείνη. Δυνατή και πονεμενη, όπως εκείνη. Καταδικασμένη να περπατα τη δυστυχία, όπως και η Ιλίντιεν.

Δεν καταλαβαινε τι σήμαιναν τα λόγια του Ελντιν. Κάθε λογική επισκιάζονταν,  παραδομενη στον αγώνα για κατανόηση. Να κατανοήσει τι; Τη βούληση της Μητέρας; Παρέβλεψε τις τροχιές των άστρων ή μήπως σκαλιζε αυθόρμητα τις ζωές των θνητών; Πότε και με ποιο κριτήριο επέλεγε να θολώσει την κρίση των Πολεμιστών; αυτών που όφειλαν να επαγρυπνούν για την ευημερία των λαών. Η μοίρα την έπιασε στον υπνο. Υπνος βαθύς και άγνοια για τα νηματα που χορεύουν ανέμελα γύρω της. Ήταν άραγε μαριονέτα; Την συνετριβε η διαπίστωση πως δεν ήταν ακόμη κυρία της μοίρας της, ούτε αυτή, ούτε η Σαγιανε.

Γιατί; Πώς και γιατί; Γιατί ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των ζωντανών και πώς τον τιθασευεις; γιατί γελάει παντα τελευταίος και τέμνει τα σύμπαντα σε παραλληλα επίπεδα. Γιατί χαράζει σημάδια σπειροειδή στα κορμιά όλων, αλλά και στη συνείδηση από το πρώτο τους κλάμα; Γεννιόμαστε με κλάμα, παραπονο που μας έφεραν στον κόσμο αυτό παρά τη θέλησή μας. Με πόνο βαδίζουμε στον τάφο και τα σημάδια του βαθαίνουν, βαραίνουν ανυπερβλητα το κορμί, μέχρι που η ψυχή καταρρέει.

"Σημάδια! " Η κραυγή μέσα της συνδέθηκε με μια εικόνα από παλιά. Η πρωτη της συνάντηση με τον αγαπημένο της φίλο στο τραπέζι της κεντρικης αίθουσας, το βράδυ που η Ιλίντιεν έφτασε στην Ακαδημία. Ήταν οι δυο τους. Η Ιλίντιεν δεν έπινε, αλλά ο Ελντιν ένιωσε οικεία μαζί της. Της ανοίχτηκε σιγά σιγά. Η Ιλίντιεν μόνο άκουγε. Το ποτό μίλησε και της τα είπε όλα. Της είπε για τα σημάδια όταν η Πολεμίστρια υποσχέθηκε πως θα τον βοηθούσε.

Ποιος έβαλε το χέρι του;



Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Τα μάτια της τσο΄ύζανε, αλλά όσο η Ιλίντιεν διάβαζε το δικό της Γολγοθά, η Σαγιάνε έκανε προσπάθεια να δει τι ήταν στο γράμμα αυτό που έφερε την αδελφή ψυχή της σε παρόμοια κατάσταση...

"Νιν μέλεθ..." Ξεκίνησε η Σαγιάνε να διαβάζει και τα μάτια της γούρλωσαν σε αυτήν την επιλογή λέξεων! Ποιός την αποκαλούσε αγάπη του; Ποιός θα μπορούσε να είναι τόσο κοντά της, τόσο ερωτικά, ώστε να επιλέξει αυτή την ερωτική προσφώνηση. Η Σαγιάνε ήξερε την Ιλίντιεν, ήξερε τους άντρες γύρω της, τις δικές της επιλογές, μα αυτό ήταν κάτι τελείως διαφορετικό.

"Αγάπη μου

Ή μήπως δεν θα έπρεπε να σε αποκαλώ έτσι; Ποτέ δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να σε γνωρίσω περαιτέρω και να σε μάθω. Ναι, είσαι η Ιλίντιεν Άτρας, αίμα του Ίλεθ μα συνάμα τόσο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το φως του προσώπου σου εκείνη την μέρα που σε συνάντησα. Ο ήλιος ντράπηκε μπροστά στην ομορφιά σου και οι αχτίδες του φάνηκαν πιο χλωμές και από τις ομίχλες των ψηλών βουνών. Θα παρέδιδα το ίδιο μου το πνεύμα στους ουρανούς εάν αυτό σήμαινε να σε αντικρίσω μια τελευταία φορά και να απλά να χαθώ στο βλέμμα σου.

   Μα το ξέρω, είναι ανούσιο να μιλώ και να πονάω για έναν έρωτα που δεν θα άνθιζε ποτέ. Κι αν είχαν βγει δειλά - δειλά κάποια μπουμπούκια, σίγουρα θα χάθηκαν από την θλίψη. Η καρδιά σου ανήκει σε εκείνον, και αμφιβάλλω εάν το θνητό του μυαλό μπορεί να διανοηθεί τη τύχη που τον πλαισιώνει. Με μια γυναίκα σαν εσένα στο πλάι του θα μπορούσε να κατακτήσει ολάκερα βασίλεια˙ να ενώσει και να διαλύσει τις Φυλές˙ να πολεμήσει και να νικήσει τους Θεούς.

   Αλίμονο. Μα ποια ευτυχία θα έβρισκες στο πλάι μου; Ο αδερφός σου πάντα πίστευε πως ήμουν ο κατάλληλος γαμπρός για εσένα, μα η ζωή που θα σου πρόσφερα δεν θα σε γέμιζε. Σύντομα θα σου έλειπε η έκσταση της μάχης, οι πολεμικές ιαχές και η δόξα του στρατοπέδου. Εγώ, θα μπορούσα να σου παραχωρήσω το ακριβώς αντίθετο: ήσυχα και γαλήνια χρόνια δίχως θανάτους και δυστυχία. Μακριά από τη Θαλανίλ και τα δεσμά που μας κρατούν σε αυτή.

-......αρχαία διάλεκτος...αυτήν δε την ήξερε, την πέρασε γρήγορα και συνέχισε...-

    Όσο και αν με πονάει αυτός ο αποχωρισμός, είναι αναγκαίο κακό. Για χρόνια η Ακαδημία με έβρισκε ενάντια πολλών αποφάσεων των Σοφών μα παρέμενα γιατί είχα πίστη. Αυτή η πίστη όμως στέρεψε. Ένας σκοτεινός οιωνός μας απειλεί όλους και δεν θα ησυχάσει εάν δεν σπείρει το Έρεβος σε όλη τη πλάση. Πρέπει να φύγω. Να ακολουθήσω μονοπάτια και αρχαία σημάδια που ίσως οδηγήσουν στη σωτηρία όλων. Ένα πράμα θα ζητήσω: να με συγχωρέσεις.

   Συγχώρα με, Ιλίντιεν Άτρας, που δεν κατάφερα να είμαι εγώ αυτό πλάι σου. Συγχώρα με, νιν μέλεθ, που δεν είχα το θάρρος και την καρδιά από ατσάλι να όσα σου γράφω τώρα να στα πω εγώ ο ίδιος. Συγχώρεσε με για την αγάπη μου.

   Να προσέχεις σε τούτο τον Πόλεμο και να είσαι σίγουρη πως θα συναντηθούμε πριν τελειώσει. Αν όχι, οι Θεοί, ευσπλαχνικοί, με πήραν στον πλάι τους και δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο έντιμο και δοξασμένο θάνατο από αυτόν: στη προσπάθειά μου να χτιστεί ένας καλύτερος κόσμος για την γυναίκα που αγάπησα.

Αντίο. "


Το γράμμα έπεσε από το χέρι της, σιγά σιγά στην συνειδητοποίηση όλων των λέξεων σε αυτό. Αλάσσιος. Ήταν ο Αλάσσιος. Ήταν ο Αλάσσιος. Αυτόν ήθελε ο Ίλεθ για γαμπρό, το ήξερε. Ήξερε την ημέρα που είχαν γνωριστεί, ήξερε πως στην πραγματικότητα όλα αυτά τα χρόνια η Ιλίντιεν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Όπως ένα λουλούδι που στρέφεται προς τον Ήλιο και το Φως, ο Αλ΄άσσιος ήταν το δικό της φως. Ήξερε πως πίστευε η ίδια πως δεν είχε καμιά ελπίδα...και τώρα ένα γράμμα....αγάπης; Στοργής; Συγχώρεσης.

Έφερε το χέρι της στο στόμα προσπαθώντας να κρύψει την έκπληξη, όχι το συναίσθημα ήταν λίγο για να περιγ΄ράψει τι ένιωθε. Για λίγες στιγμές μονάχα κατάφερε να ξεχάσει τον δικό της πόνο. Να εμποτίσει το είναι της με αυτήν την αποκάλυψη. Με αυτήν την απροσδόκητη τροπή. Κοίταξε την Ιλίντιεν, την στιγή που και η ίδια συνειδητοποιούσε τι είχε διαβάσει στο γράμμα του Ελντίν.

Μια αγκαλιά, τόσο σφιχτή, τόσο εγκάρδια, τόσο σιωπηρή. Μια αγκαλιά πόνου, μια αγκαλιά κατανόησης. Η Σαγιάνε έσφιξε την Ιλίντιεν και ξέσπασε ξανά. Η Ιλίντιεν ήταν ένα δώρο. Αυτή που την κράτησε στη ζωή, όσο κι αν κάθε φορά στην αρχή της σχέσης τους ακροβατούσαν στο θάνατο. Μετά την Περάν, μετά την Μίρα. Και ο Αλάσσιος...την αγαπούσε.

Ώρα μετά έσπασε την αγκαλιά και πήρε το πρόσωπο της στα χέρια της. Τα βιολετί μάτια της γεμάτα πόνο και οργή. Της έφιξε το πρόσωπο.
"Ni sinte, σε νιώθω, σε βλέπω...ξέρω" είπε και την αγκάλιασε ξανά.

Μέχρι που η κραυγή της Ιλίντιεν την έκανε να ξανατραβηχτεί. "Σημάδια;" την κοίταξε με απορία...λίγες στιγμές μετά το πρόσωπο της έλαμψε...


Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Κρατώντας τη Σαγιανε στην αγκαλιά της, η Ιλίντιεν έσκυψε αστραπιαία και έπιασε το γράμμα πριν πεσει στο έδαφος κι υστερα επέστρεψε στην αρχική τους θέση, φίλη με φίλη, αδερφή με αδερφή. Ήταν τόσο μπερδεμενη. Σίγουρα κάποιος αστειεύονταν μαζί της. Είχε επιλέξει τη σωστή στιγμή και περισταση να παιξει μαζί της. Τα συναισθήματα της ήταν παντα αντικρουόμενα. Φτάνοντας στην Ακαδημία, με το θάνατο του Ντουριλ να την ακολουθεί, θέλησε να πιστεψει ότι ο μοναδικός του αρχαίου είδους της θα της προσφερε λίγη ζεστασιά. Δε ζήτησε ποτε πολλά, στην πραγματικότητα, δεν τόλμησε να ζητήσει τίποτα από το Σεβάσμιο. Αγκάθια γεμάτα δηλητήριο, από το θεραπευτικό του κήπο μπηχτηκαν βαθιά στην καρδιά της κάπως διαπιστωνε ότι και ο Αλασσιος ακολουθούσε τα προτυπα της Θαλανίλ, τις αρχές από τις οποίες η Ιλίντιεν πασχιζε να ξεφύγει. Λίγο καιρό πριν αποφάσισε ότι η αγάπη της θα επικεντρώνονταν σε εκείνον που προθυμα της έτεινε το χέρι με ένα πλατύ χαμόγελο. Είναι θνητός, ένας Άνθρωπος. Ούτε ο αδερφός της, ούτε ο Αλασσιος ενέκριναν την επιλογή της. Σε αντίθεση όμως με τον Ίλεθ, ο Σεβάσμιος Άλαθας δεν την έθιξε ποτέ. Της ζήτησε μόνο να μην τον συναντάει στον κήπο του. Ναι, ήταν τόσο λογικός κρίνοντας το δυσανάλογο βάρος του, τόσο αξιοπρεπής. Ήταν και θα είναι πάντα τέλειος, αψογος, πολύ περισσότερα από όσα θα μπορούσε ποτέ θηλυκό να ζητήσει. Από σεβασμό και μόνο, τούτο το γράμμα υπό ΚΑΜΙΑ συνθήκη δεν επιτρέπονταν να αγγίξει το βλάσφημο πάτωμα κι ας ήταν μονάχα ένα αστείο.

"Βοήθα με Σαγιάνε", ψιθύρισε με φωνή αλλοιωμένη από την οργή και τη σύγχυση.

Έφερε το γράμμα στο ύψος των ματιών. Διάβασε ξανά το ποίημα, αρχικά στην Αρθεριανή, την αρχαία διάλεκτο που ήταν μητρική της γλώσσα και έπειτα προσπαθούσε να μεταφράσει στην κοινή.

Το μελαγχολικό τραγούδι της νύχτας με κάλεσε στον ύπνο
Γυμνός και απροστάτευτος, στο έλεος της μοίρας και των Θεών περιπλανήθηκα
Σε τόπους ξένους και εχθρικούς
Σε χώρες σκοτεινές και νεκρές απήλθα
Αν και τον γέροντα του Κάτω Κόσμου πολλές φορές αντάμωσα
Τι κι αν στο παιχνίδι του τον νίκησα
Καμία τιμή δεν ήταν το ίδιο λαμπρή με το κοίταγμα των ματιών σου
Κανένα της άνοιξης φρούτο δεν ήταν πιο γλυκό από τη γέυση των χειλιών σου
Καμιά αυγή και καμιά δύση πιο εντυπωσιακή από την όψη σου
Καμιά πληγή πιο επώδυνη από τον έρωτα μου

Σε βρήκα μα μέσα από τα δάχτυλά μου σαν νερό ξεγλίστρησες
Χύθηκες και σαν ποτάμι τη γη αυτή ευλόγησες και δρόσισες
Και το κορμί μου στο χώμα ριζώθηκε, πλάι σου και κοντά σου
Την αγάπη μου αιώνια να ποτίζεις
Ακόμα και εάν την καρδιά μου ποτέ δεν γυρίσεις.
Χωριστήκαμε πολύ νωρίς στη μέρα και τη νύχτα
Συγχώρα με, σαν τον ήλιο που ανατέλει κάθε αυγή, σαν πρωινό αστέρι
.

Το χέρι κατέβηκε μουδιασμένο, ατροφικό. Όλα αυτά παραήταν πολλά για να τα κατανοήσει.

"Δε θα μπορούσε ποτέ τόσο όμορφο ποίημα να προορίζεται για μία άξεστη Πολεμίστρια", έκλεισε τα μάτια με δυσπιστία, αρνούμενη να πιστεψει ότι έβλεπε το γραφικό χαρακτήρα του Αλάσσιου που γνώριζε πολύ καλά.

" Δεν έχει σημασία όμως αδερφή. Είναι γεγονός, ο Σεβάσμιος έφυγε. Αποχώρησε για τις πεποιθήσεις του, για μια αποστολή αυτοκτονίας. Φοβάμαι. Ανησυχώ πολύ για την ασφάλεια του. Δεν υπάρχουν πύλες που να αρνηθουν την έλευση ενός τόσο αρχετυπικού Θεραπευτή και Δασκάλου, όμως ο Ήθεριντ άλλαξε, η γη δεν είναι ασφαλής όσο γεννιουνται κι άλλα εκτρώματα σαν αυτά που αντιμετωπίσαμε και ο Σεβάσμιος Άλαθας δεν είναι Πολεμιστής. Σαγιάνε, βαδίζει στο θάνατό του. "

Η Ιλίντιεν έσπασε την αγκαλιά της με τη Σαγιάνε και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.

"Ψάξε απαντήσεις για τον αγαπημένο σου, δε γίνεται η καρδιά του να γέμισε σκοτάδι έτσι απλά. Ψάξε τι συμβαίνει όσο εγώ θα θρηνώ. Θα τον ξεπροβοδίσω με τον τρόπο που αρμόζει στον Σεβασμιότερο Αρχαίο που ο κόσμος είχε την τιμή να γνωρίσει, αυτόν που θα γινόταν ο επόμενος Σοφός, ο υπέρτατος Θεραπευτής. Έλα να με βρείς στο δάσος πέντε μέρες από τώρα. "

https://youtu.be/emgWxWv1Ihk


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Ιλίντιεν μετάφρασε την αρχαία διάλεκτο την οποία η ίδια αγνοούσε. Και μα τους ουρανούς, ήταν από τα πιο όμορφα ποιήματα αγάπης. Ο Αλάσσιος ήταν, είχε δίκιο γι' αυτό, αγνή ψυχή. Τον είχε δει, τον είχε καλέσει...θυμήθηκε τα λογια της..."αγνή ψυχή, βγες έξω..." του είχε πει. Μήπως ο Αλάσσιος πήρε την απόφαση;

Το φιλί της Ιλίντιεν σφάλισε τις σκέψεις της. Και η πρόσκληση της για πέντε μέρες από τώρα. Λίγο πριν απομακρυνθεί η Σαγιάνε την κο΄΄ιταξε βαθιά. "Ιλίντιεν, μπορεί να μην είναι Πολεμιστής, μα δεν είναι χαζός. Είναι σοφός και ρεαλιστής. Καχύποπτος. Χαρακτηριστικά που προδιαγράφουν μια μακρά ζωή. Ίσως να έχει σχέδιο. Σε καταλαβαίνω. Κάνε τα δικά σου και σε πέντε μέρες θα μιλήσουμε." Έσφιξε τα χέρια της Ιλίντιεν μέσα στα δικά της. "Μη τα παρατάς από τώρα. Έχουμε δρόμο μπροστά μας" και με τα λόγια αυτά πήρε τον δικό της δρόμο. Ήξερε πως και η Ιλίντιεν είχε πράγματα να κάνει. Και ήδη της είχε δώσει ένα στοιχείο...

.....

Για ακόμα μια φορά κοίταζε την πόρτα του γραφείου του. Όπως το περίμενε, η πόρτα δεν άνοιγε...όσο κι αν την έσπρωξε ή την κλώτσησε. Αλχημεία. Η Σαγιάνε είχε ήδη μια ώρα που κοιτούσε το σύμβολο χαραγμένο πάνω στην ξύλινη πόρτα, ένα σύμβολο αλχημείας. Την πρώτη φορά που το ακούμπησε ίλιγγος της ήρθε, ένα κάλεσμα τόσο απότοκο, τόσο περίεργο. Έπρεπε να μπει, το ήξερε. Εκεί μέσα ήταν η απάντηση.

Ήξερε πως έπρεπε να συνδέσει τα κομμάτια της εικόνας. Κοιτούσε το σύμβολο και το μυαλό της χάθηκε στις σκέψεις ...

Ο Ελντίν της είχε μιλήσει, ήταν σίγουρη πως μπορούσε να βρει την απάντηση στο γρίφο, αλλιώς δε θα της άφηνε το στιχείο πίσω από την κλειδωμένη πόρτα. Σημάδια...ο Ελντίν είχε σημάδια..Ήξερε πως επρόκειτο για κάποιο είδους προστασία. Είχαν κλειδώσει κάτι. Μέσα του;

Χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλα της και το πόδι της κουνιόταν στην προσπάθεια. Στην Ελραμίν...στην Ακαδημία, τότε ο Δάσκαλος του...είχε σφαγιάσει όλη την Ακαδημία. Της είχε πει...το κλειδί για να αποκτήσει ο Δάσκαλος του την δύναμη ήταν μέσω αυτής της θυσίας. Χρησιμοποίησε μαγεία κάτω πεδίου, μαγεία αίματος, θυσία ανθρώπων και ξωτικών. Τραβώντας την ζωτική τους ενέργεια, την ενέργεια από το αίμα. Και όταν τους σφάγιασε όλους, είχε μείνει μόνο ο Ελντίν και αυτός.

Και μετά....της είχε πει...ο Ελντίν είχε δεχτεί. Να γίνει ...τι της είχε πει...να γίνει η τελευταία θυσία; Να γίνει το σώμα του! Θα μετέφερε την ενέργεια του μέσα του; Και απέτυχε. Δεν το άντεξε, έτσι της είπε. Και πέθανε. Και μετά ο Ελντίν είχε σημάδια. Και αυτά κρατούσαν κάτι σε έλεγχο. Μαγεία του χάους...σημάδια, αίμα...Γούρλωσε τα μάτια της.

Πισωπάτησε...κοίταξε το σύμβολο και ζαλίστηκε...στο μυαλό της οι λέξεις εκείνες αν΄τήχησαν. Θυσία αίματος

Όχι...όχι...όχι....Κι όμως ΝΑΙ! Αυτό ήταν! Θυσία αίματος! Ήταν η θυσία. Ο Ελντίν ήταν η τελευταία θυσία. Ο μόνος τρόπος...Τα μάτια της σκοτείνιασαν. Αγνή ψυχή.. Θεραπευτές!! Ποιός; Ποιά; Ω...αυτή!!

Τα μάτια της στένεψαν, το βλέμμα της κενό. Τα βήματα της άλλαξαν πορεία. Εκείνη χρειαζόταν!!

Όρμησε προς τους κοιτώνες των θεραπευτών. Την βρήκε ανέμελη...να μελετά κάποιο βιβλίο βοτανολόγιας. Της έπιασε το χέρι απότομα και σκληρά.

"Συγγνώμη που σε τρομάζω. Αλλά...θα έρθεις μαζί μου! Τώρα!" είπε καθώς με δύναμη την τράβηξε και άρχισε να την σέρνει πίσω, στην τελευταία πόρτα του διαδρόμου, στην πόρτα του γραφείου του Ελντίν.


Χελένα Μεκάμι

  • Βαλησ΄ίνη
  • Θεραπευτής
  • Level 5
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Πόσο βαριά ένιωθε τα μάτια της!!!! Ήθελε να κοιμηθεί τοοοσο πολυ!!!! Αχ, μόλις είχαν γυρίσει από το Γκραχλ, μια υπεροχη εμπειρία. Γιατί να μη μπορεί να ξεκουραστεί λιγάκι; Θα μπορούσε βέβαια, αλλά... Ο Καθηγητής της θα περιμενε προοδο και δε γινόταν να τον απογοητεύσει!

Η Χελένα έβγαλε αρχικά το φυτολόγιο. Πέρασε βαριεστημενα τα νέα φυτά που είχε συλλέξει, ενώ το μυαλό της τριγυριζε σε περιπέτειες που ήθελε να συμμετάσχει. Ένα ταξίδι στην Ισαχάρ ή ακόμη καλυτερα, ταξίδια στη χώρα των Ξωτικών! Πφφφφ, έπρεπε να διαβάσει πρωτα Βοτανολογια, ποιος ξέρει ποτε θα είχε έμπνευση ο Καθηγητής Φιλντοιν να τους πεταξει την επόμενη εξέταση. Κουτουλούσε στα επόμενα δέκα λεπτά. Ωχ Ωκεανία, πώς θα κατάφερνε να βγάλει επανάληψη; ήταν ακόμη μέρα.

Ο κροτος της πορτας που ανοίγει απότομα την τράβηξε βίαια από το λήθαργο της.

"Καθηγήτρια Ασαχι;"

Η Σαγιανε δεν της εξήγησε. Την άρπαξε και την έσυρε μαζί της.

"Όχι! Έχω να διαβάσω για τον Αλλάσιο! Μισό λεπτό! "

Η Ασαχι δεν άκουγε όμως. Ήταν παντοδυναμη και την είχε γραπώσει πολύ σφιχτά, δεν είχε ελπίδα να της ξεφύγει. Γρήγορα, η Χελένα άρχισε να ασθμαινει. Τσάμπα τόση προπονηση... Όχι, όχι, για Θεραπεύτρια, η Καθηγήτρια Άτρας της είχε πει ότι πηγαινε πολυ καλά. Που κατευθύνονταν;  Η πορτα έμοιαζε γνώριμη, το γραφείο του Καθηγητή Αρκάιν.

"Όχι όχι! " Διαμαρτυρήθηκε "δεν έκανα τιποτα, δεν έκανα ζημιά, σας το ορκίζομαι! "


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Την κάθισε αντικρυστά στον τοίχο δίπλα από την πόρτα. "Κάτσε" μούγκρισε δίνοντας τέλος σε οποιαδήποτε συζήτηση. Μακάρι να μπορούσε να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, να μπορούσε να της εξηγήσει μα δε γινόταν. Δεν είχε την πολυτέλεια. Όχι τώρα. Κάθισε απέναντι της και λοξά. Στο κέντο της πόρτας. Στα γόνατα. Τα πόδια της ελαφρά, όπως στην πρώτη στάση υπόκλισης του Οίκου της. Έβγαλε το στιλέτο από τον μηρό της και το εναπόθεσε μπροστά της. Έπειτα γύρισε και την κοίταξε σοβαρά.

"Χελένα σου ζητώ συγγνώμη γι αυτό. Που σε τράβηξα εδώ αλλά κυρίως γι' αυτ΄ό το οποίο θα σε υποβάλλω. Σε καλώ να κάνεις την δουλειά σου. Άκουσε με πολύ προσεκτικά γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή, κατάλαβες;" είπε βλοσυρά προσπαθώντας να κάνει στην κοπέλα κατανοητό το σοβαρό της υπόθεσης.

"Αυτό που θα δεις σήμερα εδώ θα το πάρεις στον τάφο σου! Δε θα το μιλήσουμε ποτέ μεταξύ μας, ούτε και θα το μοιραστείς με κάποιον άλλον. Καταλαβαίνεις;" Είπε και της άρπαξε ξανά το χέρι. "Σφραγίζεις την υπόσχεση με το αίμα σου και εγώ με το δικό μου" συνέχισε χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο στην κοπέλα. Άνοιξε το χέρι της και με το στιλέτο την έκοψε επιφανειακά. Έκανε το ίδιο στο δικό της χέρι και της το κράτησε σφιχτά.

"Αίμα με αίμα. Ιερό αίμα. Σφραγίζεται η υπόσχεση εδώ. Θα σου χρωστάω τη ζωή μου γι αυτό και θα σου είμαι υπόχρεη για πάντα. Ότι χρειαστείς θα μου το ζητήσεις, γιατί πλέον η ζωή μου σου ανήκει. Άκου προσεκτικά. Θα μείνεις εκεί και θα παρατηρείς την ζωτικότητα μου. Λίγο πριν πεθάνω, μονάχα λίγο πριν πεθάνω θα με επαναφέρεις με το δώρο του Ναρ. Κατάλαβες; Μόνο τότε! Όχι πιο νωρίς. Ηρέμησε...σε εμπιστεύομαι. Ξέρεις το πότε" είπε και την έσπρωξε μαλακά προς τα πίσω. "Συγγνώμη και πάλι" ψιθύρισε και γύρισε την ματιά της στο σύμβολο.

"Θα σε φτάσω Ελντίν" είπε αγνοώντας την φοβισμένη κοπέλα. Άρχισε με μαλάξεις στο λαιμο της, στο εσωτερικό των τρικεφάλων, στους μύες της ωλένης, στο εσωτερικο των μηρών της και στην κάτω κοιλιακή χώρα.

Πήρε το στιλέτο της και κοίταξε αποφσισμένη το σύμβολο. Γύρισε τελευταία φορά στην Χελένα. "Μόνο λίγο πριν Χελένα."

Έφερε το στιλέτο στον εσωτερικό αριστερό μηρό και αφού έμπηξε τη λεπίδα βαθιά άρχισε να χαράζει όλη την πορεία της φλέβας ως το γόνατο. Ελαφρά μουγκρητά πόνου, πριν το φίδι αρχίσει να παίρνει τον πόνο της. Και έπειτα για να προλάβει την αιμορραγία κινηθηκε γρήγορα. Παρομοίως έκοψε όλα τα σημεία με τις μεγαλύτερες φλέβες, το δεξί μηρό, κατα μήκος τα χέρια της από το εσωτερικό του τρικεφάλου ως τους καρπούς της καθώς και την περιοχή σε κάθετες λοξές τομές της κάτω κοιλιακής χώρας.

Το αίμα άρχισε να τρέχει προς την πόρτα και να εισέρχεται από κάτω. Ώρα για το τελευταίο βήμα. Έκοψε λοξά την μια πλευρά του λαιμού της όταν το στιλέτο της έπεσε από τα χέρια. Ως εδώ λοιπόν, σκέφτηκε. Γρ΄ήγορα έφερε το ένα της χέρι στο λαιμό και μάζεψε αίμα, όχι ότι χρειαζόταν με τέτοια αιμορραγία. Έφερε το δάχτυλο της στην ξύλινη πόρτα και μιμήθηκε το σύμβολο με το αίμα της. Ένας κύκλος και μια οριζόνται προς τα πάνω γραμμή.

Ψίθυρος. "Με αίμα σφραγίστηκε, με αίμα θα ανοιχτεί." Ήταν πια σίγουρη για αυτό.  "Μια ψυχή για την σωτηρία των πολλών." είπε και κράτησε το χέρι της στην πόρτα.

Στάλα στάλα, σταλα στάλα, σταδιακά, το σώμα της γινόταν κρύο. Σταδιακά, το αίμα έρρεε. Σταδιακά, το χέρι της γλυστρούσε προς τα κάτω. Σταδιακά, η όραση θόλωνε. "Με αίμα σφραγίστηκε, με αίμα θα ανοιχτεί" ξανά είπε με αδύναμη φωνή και μετά σκοτάδι.


Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Εξωτερικά φαίνονταν ήρεμη. Φόρεσε την ψυχραιμία για μάσκα, ανεκφραστο προσωπείο, απρόσιτο. Εισέπνευσε βαθιά και παρακάλεσε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί. Εσωτερικές δίνες επιτάχυναν για να καταπιούν λογική και συναισθήματα σε άφωτο, πρωτογονο βυθό, εκεί που οι φρουροί της προσωπικοτητας,  άμορφα τέρατα καταβρόχθιζαν περαστικές σκέψεις, ελοχευαν. Η πείνα τους, λυσασμένη επιθυμία για ζωτική εκδήλωση θα κορένονταν μόνο στο θάνατο. Τάισε τους φρουρούς με φόβο, σύγχυση. Γιγαντωθηκαν στην πρωτη μπουκιά απρόσκλητοι κι ας λίμαζαν για χρόνια, διεκδίκησαν μέρος της, μία θέση στο συνειδητό. Η Ιλίντιεν πάλεψε γενναία με την αναποφασιστικοτητα. Χέρια τεταμένα, σφιχτές γροθιές για να κρύβουν το τρέμουλο τεντωθηκαν στο πλαι. Έκανε το πρωτο βήμα.

Στο δωμάτιό της, εκεί που λεπτά πριν χαιρόταν, μπήκε χωρίς όρεξη για ξεκουραση ή ηρεμία. Μία ισορροπημένη κατάσταση θα αργούσε να την επισκεφθεί. Κοιτάχτηκε. Κάγχασε νοητικά, χλευασμός προς την νωρίτερη προετοιμασία. Έσκισε το φόρεμα με τα δυο της χέρια, το πέταξε κουρέλια στο κρεβάτι αφού το κλώτσησε. Απομάκρυνε και τα παπούτσια καθώς πλησίασε τη ντουλάπα. Από μέσα έβγαλε ρουχα που ορκίζονταν πως δε θα έριχνε ξανά πάνω της και να που βρίσκονταν στο ίδιο σημείο με ένα χρόνο πριν. Σιχαίνονταν που γνώριζε τι να κάνει.

Στον προαύλιο χώρο προβαλε μία Ιλίντιεν διαφορετική, ξυπόλυτη και αστόλιστη. Το γαλάζιο φόρεμα είχε αντικατασταθεί από ένα άλλο, τραχύ καφέ, στο χρώμα των εδαφών της Θαλανίλ. Στους ώμους της, ο μανδύας βαμμένος ανάλογα, όπως και το μακρύ, αραχνοΰφαντο πέπλο που κάλυπτε το κεφάλι της, μέχρι και τα μάτια, για να κοιτούν χαμηλά. Την παραδοσιακή φορεσιά ολοκλήρωνε το σακίδιο από κοιλιά τράγου, αρκετό για τα ρούχα που έπαιρνε μαζί, νερό και σπόρους Βέννα, το μόνο φαγητό που επιτρέπονταν να καταναλώσει. Δεν ήξερε αν υπήρχαν σπόροι στην Ακαδημία ή αν τους έκαναν όλους ψωμί και δεν την ενδιέφερε. Δε θα έτρωγε για πεντε μέρες, το νερό ήταν αρκετό.

Περπάτησε ως τον κήπο του Αλλάσιου με βήμα σταθερό και πένθιμο. Από εκεί πήρε την προσφορά της πρώτης ημέρας, σπόρους λουλουδιών. Συγκεκριμένα επέλεξε σπόρους από Υακυνθο, το αγαπημένο της λουλουδι. Σίγουρα, ο Αλλασιος δεν το γνώριζε, δε θα μπορούσε να το γνωρίζει. Κατευθύνθηκε στο δάσος βαδίζοντας στον ίδιο σκοπό, το βηματισμό του χαμού, του αποχωρισμού και της θλίψης. Κάθε βήμα κι ένας κόμπος, κάθε ανάσα και ένα αναπάντητο ερώτημα.

Διέσχισε την πράσινη έκταση και έφτασε στην άκρη του δάσους με πόδια πληγωμένα. Δεν της ξέφυγε ούτε υπόνοια δυσανασχέτησης ή πόνου. Πώς μπορουσε άραγε να συγκριθεί ο ψυχικός με το σωματικό πόνο; Χωρίς να σηκώσει τα μάτια, επέλεξε ένα βολικό σημείο, εκεί που οι κόσμοι έσμιγαν, κοντά στην όχθη της λίμνης, αλλά και στις παρυφές του δάσους. Η Ιλίντιεν γονάτισε και ο αποχαιρετισμός ξεκίνησε.
 
"Χρόα μι άμιλλε"

Με τα χέρια της έσκαψε το φρέσκο χώμα. Σταμάτησε όταν το βρήκε αρκετά νωπό. Μέσα εναπόθεσε προσεκτικά τους σπόρους του αγαπημένου της λουλουδιού και τους σκέπασε με την υγρή γη, ποτίζοντας τη νέα φύτευση από το δικό της παγούρι.

Τα Ξωτικά της Θαλανίλ φύτευαν σπόρους δίπλα στο νεκρό σώμα για να δείξουν τη σύνδεση του υλικού με τη Μάνα Γη. Αυτή τους η πράξη απεικόνιζε την κατανόησή τους για τον κύκλο της ζωής, καθώς το αποσυντιθέμενο σώμα θα τροφοδοτούσε το αναπτυσσόμενο φυτό, σηματοδοτώντας το κλείσιμο ενός κύκλου και την αρχή του επόμενου. Μάλιστα υποστήριζαν πως όσο δυνατότερο το λουλούδι που θα φυτρώσει, τόσο καλύτερα υποδέχτηκε η γη αυτούς που αναχώρησαν.

Τις δυο πρωτες μέρες, οι συγγενείς πότιζαν το χώμα με τα δάκρυά τους, εξασφαλίζοντας πως η ουσία τους διαχέονταν στη γη. Η Ιλίντιεν δεν είχε δάκρυα, όπως επίσης και δεν είχε σώμα, τουλάχιστον όχι ακόμη. Καθισε σε στάση διαλογισμού και για πρώτη φορά από τη στιγμή που ο κόσμος της κατέρρευσε, μπόρεσα να βυθιστεί σε επίπεδα της ύπαρξής της που αρνούνταν να επισκεφθεί.


Χελένα Μεκάμι

  • Βαλησ΄ίνη
  • Θεραπευτής
  • Level 5
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Χελένα έγνεψε καταφατικά κι ας μην καταλάβαινε. Κάτι ήθελε να κάνει η καθηγήτρια Ασάχι και δεν της άρεσε καθόλου το σχέδιο.

Πήγε να φέρει αντίρρηση αλλά την έκοψε και παλι, υπενθυμίζοντας τι έπρεπε να κάνει.

"Με αίμα σφραγίστηκε, με αίμα θα ανοιχτεί! "

"Μητέρα Ωκεανία η Ασάχι τρελάθηκε!!! " Ήθελε να φωνάξει η Χελένα, αλλά η υπόσχεση που έδωσε της έδεσε τα χέρια με υπομονή.

Τι κάνουμε τώρα, τι κάνουμε τώρα;;;;;;;; Η Ασάχι έπεσε αναίσθητη. Πίδακες αίματος πιτσιλούσαν παντού και η Χελένα, σκυφτή από πανω της παλευε να σταματήσει την αιμορραγία. Οι σφυγμοί της Σαγιάνε μειώθηκαν. Η Χελένα, ψυχραιμη που την καλούσε το καθήκον πλεον ετοιμάστηκε. Οι σφυγμοί έγιναν ανεπαισθητοι. Άγγιξε τη Σαγιάνε. Οι σφυγμοί σχεδόν εξαφανίστηκαν.

Η Χελένα, συγκεντρωμένη, είδε την ενεργειακή της μορφή με τα μάτια της ψυχής. Σε όλες τις μικρές εγκοπές που αιμοραγουσε την περιέλουσε με τη Χρυσή της ενέργεια. Η μία μετά την άλλη έκλεισαν. Συγκεντρώθηκε κι άλλο, το αίμα άρχισε να κινείται και πάλι μέσα της.

Γούρλωσε τα μάτια! Όχι μόνο δεν τρελάθηκε η Ασάχι, αλλά η πορτα του Καθηγητή Αρκαιν αποκρίνονταν. Στο παχύ της ξυλο εμφανίστηκε ένας ρούνος. Ήταν πάντα εκεί και περιμενε να τραφεί από αίμα, το αίμα της θυσίας. Η Χελένα έκανε ένα βήμα πισω. Σε τι είχε μπλέξει; τόσο καιρό, ο Καθηγητής Αρκαιν έκρυβε αυτό το μακάβριο πράγμα σε κοινή θέα; Ήταν δυνατό να είναι αιμοβορος; Παρακολουθούσε τα μαθήματα αστρονομίας του, ο Άνθρωπος αυτός ήταν καλός!

Η προσπάθεια τους δεν είχε τελειώσει και η Ασάχι δεν της επέτρεπε να κουνηθει. Ανοιγοκλεισε τα μάτια, μάλλον τη γελούσαν. Ίσως και όχι. Ο ρουνος φάνηκε να γυρίζει, όχι, ο ρουνος γυρισε!

Το σύμβολο που λειτουργουσε σαν κλειδαριά, περιστραφηκε στο δικό του απότομο ρυθμό. Ακουστηκε ο ήχος της πορτας που ξεκλειδώνει. Χωρίς να σπρώξει καμία, η πορτα άνοιξε αποκαλύπτοντας το εσωτερικό.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούνιος 14, 2020, 01:27:33 μμ by Χελένα Μεκάμι »


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Άνοιξε τα μάτια της και η γλυκιά Χελένα από πάνω της περίμενε ανήσυχη. Χαμογέλασε αδύναμα. Και ανασηκώθηκε. Κοίταξε μπροστά. Η πόρτα είχε ανοίξει ελαφρώς, είχε απορροφήσει όλο το αίμα, την θυσία της. Κοίταξε την κοπέλα στα μάτια. "Σ ευχαριστώ. Σου είμαι υπόχρεη. Αυτό είναι ένα χρέος ζωής. Ότι θελήσεις, ότι χρειαστείς θα είμαι δίπλα σου. Τώρα πήγαινε. Δε θα μπεις εκεί μέσα." είπε καθώς το χέρι της χάιδεψε απαλά το μάγουλο της κοπέλας. Σηκώθηκε και προχώρησε προς το δωμάτιο. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και πλέον με το κλειδί που ήταν ακόμα στην κλειδαριά, κλείδωσε.

Οι κουρτίνες κλειστές, το ίδιο και τα παράθυρα. Στο πάτωμα βρίσκονται πεταμένα βιβλία, σημειώσεις, τετράδια. Σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια, υγρά έχουν ποτίσει το πάτωμα και τις επιφάνειες ενώ σε ΄κάθε τοίχωμα διαγράφονται παρόμοιοι ρούνοι με αυτόν στην πόρτα. Το δωμάτιο αγνώριστο. Έχει παρόλα αυτά ακόμα την μυρωδιά του. Βρίσκει στην καρέκλα πεταμένη μια ρόμπα του. Το πρόσωπο της χάνεται στο ύφασμα καθώς με μεγάλη ανάσα προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την μνήμη του. "Που πήγες;" ψιθυρίζει και καθώς πετά τη ρόμπα αφουγκράζεται τη νεκρική σιωπή. Η ώρα ανήκει στην αλήθεια.

Η βιβλιοθήκη! Τα βήματα της την οδηγούν μπροστά από την αγαπημένη του βιβλιοθήκη. Η ματιά της ψάχνει κάθε ράφι, όταν πιάνει κάποιες σελίδες  πεταμένες κάτω από δύο μαύρα βιβλία. Σχισμένες σελίδες. Η πρώτη, ξανά ζωγραφισμένοι ρούνοι κ αλχημιστικά σύμβολα. Δε τα καταλαβαίνει. Γυρνά το χαρτί από κάτω για να έρθει αντιμέτωπη με το γραφικό χαρακτήρα του Ελντίν
Νόμοι της Αλχημείας του Χάους.

Το διάβασμα ξεκινά. Η Σαγιάνε διαβάζει ψιθυριστά όταν στην τελευταία πρόταση μια ριπή θερμή και κρύα ταυτόχρονα αισθάνεται στο δωμάτιο. Με τα παράθυρα ερμητικά κλειστά. Οι ρούνοι στους τοίχους αρχίζουν και περιχύουν ένα απαλό φως. Η Σαγιάνε αισθάνεται μια παρουσία πίσω της. Μα έχει κλειδώσει! Είχε κλειδώσει! Γυρνάει λοξά και διακριτικά το πρόσωπο της και πιάνει μια σκιά. Ιδρώτας την λούζει. Είναι Πολεμίστρια, δεν έχει καμιά ελπίδα ενάντια σε Αλχημιστή βεληνεκούς μεγάλου.

Το στιλέτο στα χέρια της, πετάει τα χαρτιά και γυρίζει να αντιμετωπίσει τον εισβολέα. Κανείς.  "Ελντίν;" άσκοπη ερώτηση πλανάται στον αέρα.

Οι ρούνοι αστράφτουν, ξαφνικά συνειδητοποιεί πως όλο το δωμάτιο έχει ζωγραφισμένο στους τοίχους του ρούνους. Το φως τους ιριδίζον γαλάζιο και λευκό όπως τα σημάδια του. Όλο και πιο έντονο...μπροστά της τρεις φιγούρες...Η μια αλυσοδεμένη.

«Για την σωτηρία του κόσμου, πρέπει να πεθάνει»
«Μα τόσα μυστικά και γνώση! Καμιά βιβλιοθήκη, καμιά βίβλος δεν μπορεί να μας την προσφέρει»


Η αλυσοδεμένη φιγούρα στον τοίχο. Δεν βλέπει το πρόσωπο του, το κεφάλι του ριγ΄μένο μπροστά, τα πλούσια μαλλιά του πεσμένα μπροστά, στο χρώμα του σταχτιού.

«Αμα ξυπνήσει το μένος της ψυχής του θα μας σκοτώσει όλους. Άμα τον ελευθερώσουμε, ο κόσμος θα στερέψει από ζωή»
«Και μια νέα Εποχή θα ανατείλει. Αλλά μην απελπίζεσαι, αδερφέ, η ψυχή και η γνώση θα παραμείνουν. Μα το σώμα θα νιώσει. Το μυαλό θα αδειάσει και νέος θα γεννηθεί. Όσο οι ρούνοι τον κρατάνε φυλακισμένο, δεν διατρέχει κανείς κίνδυνο. Λέξη μην βγει προς τα έξω όμως. Ο διάολο πέθανε και μαζί του χάθηκαν αθώες ψυχές. Αυτός εδώ, κατάφερε να επιζήσει. Αυτό πες μονάχα. Κανείς δεν πρέπει να μάθει»


Ο ένας από τους δύο ομιλητές γυρνά να φύγει και μαζί του χάνεται σαν καπνός και η εικόνα. Ένα άγγιγμα. Ένα οικείο άγγιγμα στον ώμο της. "Ελντίν!"  Το χέρι της γρήγορα με λαιμαργία κλείνει το χέρι στον ώμο της. Ανακούφιση. Ελντίν...

Η Σαγιάνε αργά και σταθερά, με ελπίδα στην καρδιά γυρνά. Όσο γυρνά το χέρι το νιώθει. Και τον αντικρύζει. Αντικρύζει τα γκρι μάτια του. Δάκρυα χαράς στα μάγουλα της. Είναι εκείνος. Το χαμόγελο του της ζεσταίνει την καρδιά. Χωρίς την κουκούλα του, χωρίς να φοβάται, χωρίς να ντρέπεται. Καθαρό από σημάδια δέρμα και ένα ειλικρινές χαμόγελο.

«Δεν θα ζητήσω να με συγχωρέσεις γιατί θα υπαινίσσεται η απαίτηση να κάνω και εγώ το ίδιο. Ξέρουμε και οι δύο Σαγιάνε πως η καρδιά πέφτει εύκολα, εξαπάται και μετά ένας είναι ο δρόμος: η διάλυσή της˙ το σπάσιμό της.

Δεν σε συγχωρώ όπως ξέρω πως και εσύ δεν θα με συγχωρέσεις ποτέ. Ήμουν σίγουρος πως το γράμμα δεν θα σου έφτανε. Άλλωστε για αυτό είσαι εδώ. Ψάχνεις και ανακατεύεις. Ζητάς μια απάντηση αλλά δεν την βρίσκεις από κανέναν και πουθενά. Ξέρω το ξέρω πολύ καλά αυτό το συναίσθημα. Λοιπόν, Σάγιανε, η απάντηση σου είναι σε αυτό το χαρτί που κρατάς, η απάντησή σου είναι σε όλα εκείνα τα σημάδια που σε περιβάλλουν»


Η φωνή του σχεδόν ψίθυρος. Το σώμα της αρνείται να κινηθεί. Έχει μείνει στήλη άλατος σαν κάποιος να την κρατά εκεί με άλλα μέσα.

«Η απάντηση είναι μέσα στους φόβους σου, αγαπημένη μου. Ω, μα πόση αγάπη θα μπορούσε μια πληγωμένη καρδιά να χωρέσει; Σε αγάπησα και βρισκόσουν σε όλα τα σχέδια μου για το μέλλον. Σε αγάπησα και ένα κομμάτι μου σε αναζητά ακόμα αλλά δεν την ανέχομαι την προδοσία. Και την γεύτηκα, Σαγιάνε, την γεύτηκα και από τους δυο σας. Πως να νιώσω;»

Ο Ελντίν χάνεται και ψάχνει μέσα στα βιβλία και τον χαμό. Αύρα επιβλητική, αύρα δυναμική.

«Πως;! Μα δεν εχει σημασία, όχι. Όχι τώρα πρέπει να συγκεντρωθώ αλλού. Τόσες ψυχές χάθηκαν για το τίποτα. Θα αλλάξει όμως. Όλα θα αλλάξουν και μαζί τους εμείς, κόρη του Οίκου Ασάχι. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια, αυτό να θυμάσαι»

Γυρνά και την κοιτά. Πλησιάζει. Το χέρι του χαιδεύει το μάγουλο της και αισθάνεται ένα φιλί στα χείλη της. "Ναι, σε αγάπησα κάποτε"

Γυρνά την πλάτη του και μαζί όλη η εικόνα χάνεται σα καπνός. Οι ρούνοι σκοτεινιάζουν. Και εκείνη πια μπορεί ξανά να κουνηθεί. Ασθμαίνει έντονα. Η μυρωδιά του ακόμα εκεί, το άγγιγμα του ακόμα ζωντανό πάνω της. Θέλει να κλάψει, μα τα μάτια της δεν εκπέμπουν πια θλίψη. Μπερδεμένα συναισθήματα.

"Ποιός είσαι;" ρωτά στον αέρα. Ορμά στα χαρτιά που είχε πριν λίγο στα χέρια της.

"Νόμοι της αλχημείας του χάους" ....


Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
"Έγινε κιόλας Καθηγητής στην Ακαδημία Ράζναρυ"
"Δεν έφτασε καν τη δεύτερη ενηλικίωση! "
"Περήφανος ο Ίλεθ για το φίλο του! "
"Άλλο ένα αρχετυπικό βλαστάρι κάνει την αρχαία μας κληρονομιά περηφανη! "
"Η Μητέρα ευλογεί τον οίκο Φίνλουεν με άξιους απογόνους"
"Είναι αδερφικός φίλος του Ίλεθ Άτρας, άριστος σε δύναμη και ήθος. Επιλέχθηκε από το Βασιλιά αυτοπροσώπως για την προσωπική του φρουρά πριν φτάσει την πρώτη ενηλικίωση. Άριστος και ο Θεραπευτής, το μέλλον της Θαλανίλ είναι λαμπρό"
"Το βάρος του έθνους των Ξωτικών είναι πάνω του. Πρέπει να εκπροσωπήσει τα ιδανικά μας με ζήλο
"

Η πεντάχρονη Ιλίντιεν άκουγε, αλλά δε νοιάζονταν για τα λόγια των μεγάλων. Δυο ονόματα ξεχώριζε σε όλες τις κουβέντες τους, Ίλεθ και Άλαθας. Το δεύτερο δεν τον ήξερε και δεν την ενοιαζε, εκτός κι αν είχε να τις διηγηθεί μύθους ηρώων και θρυλικών λουλουδιών βγαλμενα από τα παραμύθια. Πού ήταν ο Ίλεθ όμως; Μήνες είχε να τον δει. Τον αγαπούσε κι ας μην της έδινε πολλή σημασία όταν επισκέπτονταν το σπίτι. Ήταν πολύ πολύ περήφανη για το μεγάλο της αδερφό, τον πανεμορφο της αδερφό. Σε κάθε του επίσκεψη περίμενε μέχρι να ξαπλώσει. Στέκονταν έξω από την πόρτα του, μέχρι να βεβαιωθεί οτί κοιμήθηκε και μόλις η ανάσα του βάθαινε, τρύπωνε κρυφά μέσα και σκαρφάλωνε στο κρεβάτι για να κουλουριαστεί στην πλάτη του. Της άρεσε τόσο πολύ η μυρωδιά του, της θύμιζε τον εαυτό της τόσο πολύ. Λες όταν μεγάλωνε να γίνονταν σαν κι εκείνον; Φαντάζονταν τον εαυτό της ενήλικη, ψηλή σαν εκείνον, δυνατή σαν εκείνον, πανέμορφη σαν εκείνον. Πριν ολοκληρώσει τις σκέψεις της την έπαιρνε ο ύπνος. Λάτρευε να ξυπνά ασφαλής στην αγκαλιά του.

"Ποιος είναι ο Άλαθας;" Ρώτησε μια μέρα με ματάκια μισόκλειστα και έκρυψε το παιδικό πρόσωπα στο τεράστιο στέρνο.
"Είναι κάποιος που σύντομα θα γνωρίσεις. "
"Είναι Καθηγητής;"
"Είναι σαν εμάς. "


~

"Ότι σου συνέβη ήταν η τιμωρία της Θεάς που με αρνήθηκες για εκπαιδευτή σου", ήχησε μπάσα και ήρεμη η φωνή του μεγάλου αδερφού. Ο Ίλεθ φορούσε τη λίθο του Άρθερ στην ολόμαυρη πανοπλία του Βασιλείου των Ξωτικών.

Η δεκαπεντάχρονη Ιλίντιεν ήταν ήδη πιστό του αντίγραφο. Μαύρα μακριά μαλλιά, κατάλευκη επιδερμίδα, δυο μάτια βιολετί σε απόλυτα συμμετρικό πρόσωπο. Το εφηβικό σώμα, αδύνατο, αλλά καλογυμνασμένο στρέφονταν μακριά.

"Δεν αντέχω να ακούω πως μπήκα στην Ακαδημία της Θαλανίλ γιατί είμαι η αδερφη του Ίλεθ! Πώς θα σε έκανα περήφανο;" Ψέλλισε μεταξύ λυγμών.

"Όσο κι αν με εξοργίζει, απέδειξες την αξία σου όταν ήσουν μακριά από τη φτερούγα μου. Δε γίνεται να συνεχίσεις σε αυτήν την αθλιότητα όμως, ζώο τρομαγμένο. Πρέπει να φυγω για την Ελραμίν. Θα έχεις επισκέψεις σε λίγες ημέρες"

Ένα μήνα μετά την τοποθέτησαν στο ίδιο δωμάτιο. Η έφηβη Ιλίντιεν που είχε δείξει ανδρεία την ώρα του κινδύνου φοβόταν να κοιτάξει τα ξωτικά στα μάτια. Φοβόταν ότι κάτι πάνω της προκαλούσε τους άνδρες, φοβόταν ότι το ίδιο θα επαναλαμβάνονταν. Την άγγιζε μόνο ο Άιραμ και ο Ίλεθ.

Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα. Το δωμάτιο μύρισε βότανα και φανταστικά λουλούδια. Το άτομο που μπήκε μέσα έφερε κύρος στην αύρα του, παρόμοια με εκείνη του Ίλεθ και ταυτόχρονα πολύ διαφορετική. Εκείνη η αύρα ήταν ήπια, καθυσηχαστική. Η Ιλίντιεν ένιωθε δειλά την καρδιά της να απαλύνεται.

"Μην πλησιάζεις! " Φώναξε χωρίς να κοιτάξει. Έβλεπε μόνο ρόμπες, πουκαμίσα και παντελόνι ανδρικό. Οι άνδρες απαγορεύονταν!

"Είσαι ασφαλής μαζί μου Ιλίντιεν", το όνομά της ήχησε κρυστάλλινο όπως προφέρονταν από τα χείλη του, " Ίσως έχεις ακουσει για εμένα από τον αδερφό σου, είμαστε πολύ φίλοι. Μπορείς να με εμπιστευτείς, το όνομά μου είναι Άλαθας Φινλουεν. "

Είχε ξανακούσει αυτό το όνομα, ο φίλος του Ίλεθ, ο Θεραπευτής. Τον είχε στείλει ο αδερφός της για να τη βοηθήσει. Ο Ίλεθ νοιαζονταν!

Χρειάστηκαν αρκετές στιγμές μέχρι να αποφασίσει να αντικρίσει το Θεραπευτή. Ήθελε να το κάνει. Ήταν φίλος του Ίλεθ, δε θα την πειραζε. Σκόπευε ακόμη να ανέβει στην κορυφή της Θαλανίλ και έπρεπε να ξεκινήσει από κάπου. Μια καθυσηχαστική παρουσία ήταν μια αρχή.

Μέτρησε ως το τρία και γύρισε γρήγορα κρατώντας την ανάσα της. Κόκκινα, μακριά μαλλιά έφταναν ως το στήθος. Διάσπαρτα περασμένα πετράδια αναδείκνυαν τη στιλπνότητά τους καθώς λαμπύριζαν στο τεχνητό φως. Η ουράνια λάμψη πλαισίωνε ένα καθάριο πρόσωπο,τέλεια σχεδιασμένο. Την κοίταζαν δύο μεγάλα μάτια, αμυγδαλωτά, σαν τα δικά της. Καλοσχηματισμένα, νεανικά χείλη της χαμογελούσαν. Ω Θεοί! Ήταν πανέμορφος!!!

Αναπάντεχα, οι άμυνες τις Ιλίντιεν ενεργοποιήθηκαν αυτόματα.

"ΑΙΡΑΜ! ΑΙΡΑΜ!"  Τινάχτηκε σαν ελατήριο και αποσύρθηκε στον τοίχο. "ΑΙΡΑΜ! "

Παρά την παταγωδη αποτυχία της πρώτης τους συνάντησης, ο Άλαθας την επισκέφτηκε αρκετές φορές ακόμη. Στην αρχή, η Ιλίντιεν δε δέχονταν να το συναντήσει αν δε συνοδευόταν από τον Άιραμ. Όσο σημείωναν προοδο, ο Άιραμ εμφανίζονταν λιγότερο, μέχρι που δε χρειαζόταν να παρευρισκεται πια. Η Ιλίντιεν έμαθε να μη φοβάται να αντικρίσει τον Άλαθας, τη δίδαξε πως να κάνει το φόβο της όπλο.

"Σε ευχαριστώ για τη βοήθειά σου" Του είπε όταν τελείωσαν και τον αποχαιρέτησε.

"Πιες αυτό το αφέψημα καθημερινά μετά την προπόνηση, θα σε βοηθήσει. " Στο τραπέζι άφησε τυλιγμένο ένα κουτί.
"Αυτό είναι το δώρο μου για την πρόοδό σου Ιλίντιεν. Άκουσα ότι σου αρέσουν τα λουλούδια, αυτό είναι ένα σερβιτσιο για να απολαμβάνεις το αφέψημα που σου έδωσα. "

 "Καλή συνέχεια στην Ακαδημία" ευχήθηκε περιχαρής, θαυμάζοντας το πανέμορφο σερβιτσιο με τα μεγάλα ροζ τριαντάφυλλα και έγνεψε αντίο μαζί με τον καρδιακό της φίλο.

"Άιραμ χτύπα με" Είπε όταν ο Άλαθας χάθηκε στον ορίζοντα, "νομίζω ότι είμαι ερωτευμένη".

Ο φίλος της λύθηκε στα γέλια και της έσκασε μια κατραπακιά. " Όχι βρε ανόητο παιδί. Αυτός σε είδε στα χειρότερά σου, δε θα σε κοιτάξει ποτέ! "

Επέστρεψαν στον ξενώνα γελώντας.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Αφού τελείωσε το διάβασμα ξανά και ξανά και ξανά, αισθάνθηκε πιο χαμένηα από ποτέ. Απαντήσεις....Οι "απαντήσεις" που ο Ελντίν της έδωσε, άνοιξαν δρόμους για άλλες τόσες ερωτήσεις. Και κάπου έπρεπε να τις βρει. Οχι, θα τις έβρισκε! Ξάπλωσε στον πάτωμα του γραφείου. Ανάμεσα στα χαρτιά και τα βιβλία, με τις σελίδες για τους νόμους του χάους αγκαλιά και το βλέμμα της χάθηκε στο πουθενά.

Αν ήθελε να βρει τις απαντήσεις σίγουρα θα χωνόταν κι άλλο στην τρύπα του λαγού, γιατί πλέον ήταν σίγουρη πως αρχικά ο Ελντίν δεν ήταν αυτός που έλεγε και δεύτερον πως η πραγματική μαγεία του Ελντίν ήταν πέρα για πέρα σκοτεινή. Ήξερε κάποιον με τον οποίον μπορούσε να βουτήξει στα σκοτάδια. Αλλά, με τι τίμημα;

Τα ερωτήματα έπαιζαν στο κεφάλι της αδύναμη να δώσει την παραμικρή απάντηση. Τα δάκρυα είχαν στερέψει. Σκέψεις χαοτικές και αναπάντητες...


Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Νύχτωσε νωρίς. Μακρύτερες έπεφταν οι σκιές στις παρυφές του δάσους. Το νερό της λίμνης μελάνιασε σαν να αγρίεψαν τα φιλόξενα νερά της. Σίγασαν οι κάτοικοι της ημέρας, αποσύρθηκαν φοβισμένοι στα λαγούμια και τις φωλιές τους. Σύντομα, το δάσος θα γέμιζε με ιπτάμενους κυνηγούς, επάγρυπνοι να περιπολούν από φυλλωσιά σε φυλλωσιά για μικρά, ξεστρατισμένα ζώα. Μόναχα μια σκιά διάβηκε το σούρουπο με καμάρι. Η σκιά εκείνη δεν έκρυβε φόβο στην καρδιά. Είχε δει το φόβο, στο φόβο και το σκοτωμό κάλπασε με ρώμη, βγήκε θριαμβευτικά από το θανατικό. Βγήκε από το δάσος νωχελικά, αγνοώντας επιδεικτικά τους σερνόμενους και ιπτάμενους κινδύνους του, δεν το είχε σε τίποτα να τους ποδοπατήσει. Πλησίασε την όχθη, εκεί που το άλλο της μισό ίσα που ανάσαινε μαρμαρωμένο. Έγειρε μπρος τη μουσούδα, ξεφύσηξε στα μαύρα μαλλιά. Απαλά, έδωσε στοργή και πήρε χάδι. Η Ιλίντιεν σηκώθηκε. Πέταξε το τραχύ της φόρεμα και το γήινο πέπλο. Βάδισαν πλάι πλάι άλογο και ξωτικό, μέχρι που το νερό της λίμνης έφτανε στο πιγούνι. Δε χαίρονταν, δεν έπαιζε κανείς. Στέκονταν βουβοί εκεί, αγγίζοντας τα μέτωπά τους.

Εξαγνισμένοι πια, βγήκαν στην ακτή. Η Ιλίντιεν ντύθηκε παρόμοιο φόρεμα στα χρώματα των πευκοδασών της Θαλανίλ. Ίδιο το πέπλο, ακόμη παχύ. Μπροστά τους, ένα κερί ζωντάνεψε για να τους κρατήσει συντροφιά, ψυχοπομπός που οδηγεί τα πνεύματα των αγαπημένων στην ασφάλεια. Ο Ουρουφίνουε κάθισε στα δεξιά της Ιλίντιεν χωρίς να σκοπεύει να σηκωθεί. Ακούμπησε το σαγόνι του στο κεφάλι της θλιμμένος.

«Το έχουμε ξανακάνει φίλε μου», ψυθίρισε η Ιλίντιεν για πρώτη φορά μετά από ώρες, «ακριβώς όπως με το Ντούριλ»

Ξεκουράστηκε μέχρι να την καλέσει η αυγή. Πριν ξεκινήσει το διαλογισμό της πότισε και πάλι το μέρος που φύτεψε το σπόρο και επέστρεψε στο διαλογισμό της σιωπηλή.
~

Δέος και ησυχία στη βασιλή σάλα. Γονατισμένη η Ιλίντιεν προσφέρει τις υπηρεσίες της στο Βασιλιά των Ξωτικών, τον Εκλεκτό. Ζητά άδεια και επίσημα να περάσει την υπέρτατη Δοκιμασία, να κατακτήσει τα Βουνά της Δόξας. Το ταξίδι αυτό επιτρέπονταν σε Πολεμιστές που είχαν αποδείξει τον εαυτό τους, σε εκείνους που έδειχναν ζήλο ή διέθεταν τεράστιες δυνατότητες. Η Ιλίντιεν είχε επιδείξει και τα τρία όσο ακόμη φοιτούσε στην Ακαδημία της Θαλανίλ. Της έμεναν δύο σημαντικές προκλήσεις όμως, η κατάκτηση της Οργής και η υπέρβαση του Ίλεθ. Φυσικά, ο μεγάλος αδερφός είχε επίσης κατακτήσει τα Βουνά της Δόξας στα χρόνια της. Η Ιλίντιεν δε μπορούσε να αφήσει την ευκαιρία να περάσει έτσι, διακινδυνεύοντας να τη χαρακτηρίσουν κατώτερη του αδερφού.

Η διαδικασία ήταν απλή. Ο υποψήφιος θα περνούσε ένα μήνα στα Βουνά, με στόχο να φτάσει στην κορυφή. Μαζί του θα είχε ένα όπλο της επιλογής του, ένα χειμωνιάτικο μανδύα που χρησίμευε επίσης σαν βραδυνό σκέπασμα, ένα παγούρι και μία τσακμακόπετρα.  Ο υποψήφιος αποτύγχανε εφόσον περνούσε ο μήνας και δεν είχε φτάσει στην κορυφή, εάν εγκατέλειπε ή εφόσον πέθαινε. Οι κανονισμοί όριζαν επίσης ότι ο υποψήφιος θα συνοδεύονταν από ένα άτομο που είχε κατακτήσει τα Βουνά της Δόξας στο παρελθόν. Ο ρόλος του συνοδού διπλός. Λειτουργούσε σαν κριτής και μάρτυρας του υποψήφιου, έτσι ώστε να αναφέρει την πρόοδό του με το πέρας της δοκιμασίας. Συνόδευε επίσης και ως Οδηγός. Ο συνοδός δεν είχε το δικαίωμα να μιλά, να κατευθύνει ή να βοηθά τον υποψήφιο σε οτιδήποτε, αλλά είχε τη δυνατότητα να επέμβει μέχρι και δύο φορές, εφόσον κρίνονταν απαραίτητο. Ο συνοδός μπορούσε να προέρχεται από τη Φατρία των Πολεμιστών, των Αλχημιστών ή των Θεραπευτών. Τα Βουνά της Δόξας ήταν κοινή κατάκτηση για τους σκληροτράχηλους Πολεμιστές και Αλχημιστές, αλλά και για όσους Θεραπευτές ήθελαν να πιέσουν τον εαυτό τους πέρα από τα κοινά όρια, αναζητώντας τα σπανιότερα βότανα που φύτρωναν μόνο σε εκείνες τις κορυφές. Και οι τρεις Φατρίες διεκδικούσαν τον τίτλο του Άριστου.

Στη Βασιλική Αίθουσα με τους κρεμαστούς, διάφανους κρυστάλλους και τις πλατινένιες κουρτίνες είχαν συγκεντρωθεί οι Άριστοι της Θαλανίλ, απαντώντας στο κάλεσμα του Βασιλιά, όπου κι αν βρίσκονταν στον Ήθεριντ. Αριστερά παρατάχθηκαν οι Αλχημιστές. Άμρα Νάελεθ, Κάλαρελ Κελβάρις, Ράλνορ Ίαρμις, Μέριελ Ύλασυς, Λυάρι Σμάλντυ ήταν μερικοί μόνο από αυτούς που γνώριζε. Δεξιά, συμβολίζοντας την αιώνια υποστήριξη, οι Θεραπευτές. Όριμ Ουλανέλις, Τάνυλ Νάερικ, Λάζιαρ Πέρβαλουρ, Άλαθας Φίνλουεν. Οι Πολεμιστές, πιστοί στο συμβολισμό της προστασίας, στέκονταν εκατέρωθεν της πόρτας. Λάρελ Κρισλάνα, Έλροαν Γιελβίρε, Ίλμπριεν Χέργκολορ, Γκάλαν Χελέτρις, Ντούριλ Νολάριον, Ίλεθ Άτρας. Ο Ίλεθ απουσίαζε.

«Καλύτερα», σκέφτονταν συνεχώς η Ιλίντιεν, που προτιμούσε να περάσει μόνη της τη δοκιμασία, παρά να τη συνοδέψει ο Ίλεθ. Μέρα με τη μέρα γίνονταν καταπιεστικότερος, εριστικός και φανατισμένος.

Ο Βασιλιάς ξεκίνησε τη διαδικασία. «Άριστοι. Στη δόξα του Βασιλιά προσφέρει με αυταπάρνηση τις υπηρεσίες της αυτή η Πολεμίστρια. Κρίθηκε Άξια για το ήθος, τα ανδραγαθήματα και την πίστη στα ιδανικά.»
«Άξια!» αναφώνησαν οι Άριστοι ακολουθώντας την αποδοχή του Βασιλιά.
«Σήμερα ζητά να κριθεί γενναία και Άριστη, απαρνούμενη τον εαυτό της για τη λαμπρή Ιστορία της Θαλανίλ. Αποδέχομαι την προσφορά σου, εγώ ο Έλντρεντ Εννάλα Γ’ ο Απαστράπτων και καλώ τους υποψήφιους Συνοδούς.»

Σιγή επανήλθε στην αίθουσα.

«Από τους Αλχημιστές, Ράλνορ Ίαρμις». Ο συγγενής του Άιραμ έκανε βήμα μπροστά «Κρίνεις τον εαυτό σου Άξιο Συνοδό;»
«Πες όχι, πες όχι, πες όχι, πες όχι, πες όχι, πες όχι»
«Όχι Εκλεκτέ»
«Ναι!»
«Άμρα Νάελεθ» η κατάξανθη ιδρύτρια του τάγματος της Φωτιάς έκανε ένα βήμα μπροστά.
«όχι, όχι, όχι, όχι, όχι, όχι, όχι,όχι»
«Όχι Εκλεκτέ»
«Ναι Θεά!»
«Από τους Θεραπευτές, Λάζιαρ Πέρβαλουρ»
«Άλαθας Φίνλουεν, Άλαθας Φίνλουεν, Άλαθας Φίνλουεν, Άλαθας Φίνλουεν, Άλαθας Φίνλουεν»
«Όχι Εκλεκτέ»
«Άλαθας Φίνλουεν, Άλαθας Φίνλουεν, Άλαθας Φίνλουεν», η Ιλίντιεν σχεδόν ψιθύριζε τις σκέψεις της
«Άλαθας Φίνλουεν». Ο Αλλάσιος έκανε ένα βήμα μπροστά.
«δέξου, δέξου, δέξου, δέξου, δέξου, δέξου, δέξου, δέξου, δέξου»
«Όχι Εκλεκτέ»
«Ω Θεά, γιατί φτύνεις κατάμουτρα ετούτη εδώ τη δούλη;»

Οι βαριές πόρτες άνοιξαν διάπλατα πριν ειπωθεί το επόμενο όνομα. Η Ιλίντιεν δεν κουνήθηκε, ούτε και οι Άριστοι. Τα μάτια τους όμως γύρισαν με περιέργεια και φθόνο για να διαπιστώσουν ποιος βλάσφημος τολμούσε να διακόψει το Βασιλιά σε τόσο κρίσιμη στιγμή. Αιθέρια, ο μανδύας του θρόιζε σε κάθε βήμα και οι ήχοι από το πάτημα της ασήκωτης, σιδερένιας μπότας έσπαζαν τη μονοτονία της σιωπής.

«Τα σέβη μου, ω Εκλεκτέ», η βελούδινη, μπάσα φωνή διαπότισε την αίθουσα με την ακαταμάχητη χροιά της, θρυματίζοντας όποια υπόνοια ύβρης πλανιόταν στην ατμόσφαιρα.

«Συγωρέστε την αργοπορία αυτού του ταπεινού υπηρέτη καθώς απέκρουε άλλη μία παραβατική μετακίνηση των Νάνων», ο εισβολέας υποκλήθηκε υποδειγματικά. Ύστερα, τίναξε το μανδύα και ορθώθηκε περήφανα δίπλα στη γονατισμένη Ιλίντιεν.
«Επιτρέψτε μου να σας εξοικονομήσω πολύτιμο χρόνο για τα καθήκοντά σας Εκλεκτέ. Δε θα μπορούσα να μην κριθώ Άξιος για την τιμή του Συνοδού της ίδιας μου της αδερφής. Παραχωρήστε μας την τιμή ο οίκος Άτρας να σας αποδείξει επανηλλειμένα την αφοσίωσή του.»

«Ωραία! Την πατήσαμε! Πικρό της μάνας μου φιλί στο αγένητο παιδί σου, Ήθεριντ δε με ήθελες, ξυπνώ στη μαύρη αυγή σου...»

Ο Βασιλιάς δεν το σκέφτηκε πολύ. «Ίλεθ Άτρας, χρίζεσαι Συνοδός!»

~

Στην αυλή των Φίνλουεν επικρατούσε κοσμοσυρροή. Η έπαυλη ήταν στολισμένη με λουλούδια από τη σκεπή ως τα θεμέλια. Μουσική ακούγονταν από την πίσω αυλή. Γέλια και χαχανητά από το εσωτερικό και τα μπαλκόνια σηματοδοτούσαν τη χαρά που γιόρταζε η οικογένεια εκείνη τη μέρα.

Τα αδέρφια Άτρας έφτασαν στην είσοδο. Μία καμάρα από ορτανσίες τους υποδέχτηκε. Ο Ίλεθ, το αρχέτυπο της Θάλανιλ στέκονταν αγέρωχος και γοητευτικός, ντυμένος σε βαθύ μπλε. Τα μαλλιά του καλοχτενισμένα και στιλπνά, αναδείκνυαν τις υπέροχες γωνίες του. Μάτια βιολετί φωτίζονταν, κάνοντας αντίθεση με το λευκό της επιδερμίδας του. Δίπλα του η εικοσάχρονη Ιλίντιεν. Η αδερφή του, σαν να τους είχε δημιουργήσει ο ίδιος ζωγράφος, μόνο που τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε ψηλή κοτσίδα. Μικρά διαμαντάκια πλέκονταν στο δικό της μαύρο-μπλε, αγκαλιάζοντας με μια αιθέρια λάμψη το σημείο που τα μαλλιά της ανασηκώνονταν. Καρφίτσα με αμέθυστους στόλιζε τη βάση της κοτσίδας. Ο Ίλεθ της είχε κάνει δώρο ένα πανέμορφο φόρεμα στο χρώμα του αγαπημένου της λουλουδιού, του Υάκινθου. Στα μανίκια και το στήθος λαμπύριζαν διάφανοι κρύσταλλοι, που διοχέτευαν τη λάμψη του ανοιχτού ιώδους. Οι κρύσταλλοι, δεμένοι πάνω σε παγέτες, κατηφόριζαν στη μέση της, όπου σχημάτιζαν μια πανέμορφη ζώνη, αναδεικνύοντας τις καμπύλες του σώματός της, όπου πρόσφατα άρχισε να ωριμάζει. Μία καμπάνα με στρώσεις από ακριβό τούλι, διάσπαρτο με τα ίδια κρύσταλλα έφτανε ως τους αστραγάλους της και ένα ζευγάρι ταιριαστές γόβες τελευταίας μόδας είχαν φτάσει μαζί με το φόρεμα. Την εμφάνιση ολοκλήρωνε ένα υπέροχο ζευγάρι κρεμαστά σκουλαρίκια από χαλαζία και ροζ αχάτη. Η νεαρή Ιλίντιεν έδειχνε πιο εκθαμβωτική και παράλληλα, πιο άβολη από ποτέ.

«Σταμάτα να ξύνεσαι!» ψυθίρισε ο Ίλεθ πριν εισέλθουν στην έπαυλη
«Αυτές οι παγέτες με φαγουρίζουν» είπε και έξυσε έντονα τη μέση της, όσο κανείς δεν την έβλεπε.
«Κάτω τα χέρια!»
Η Ιλίντιεν αποκρίθηκε στη διαταγή ενστικτωδώς, αλλά μετά τον κοίταξε με ύφος ξινισμένο.
«Μην περπατάς γρήγορα, δε μπορώ να περπατήσω με αυτά τα παλιοπάπουτσα!» διαμαρτυρήθηκε
«Ω θεοί, γιατί μου στείλατε αυτό το παιδί; Αυτά τα παλιοπάπουτσα στοιχίζουν μια περιουσία, όπως και το φόρεμα επίσης. Πρόσεχε να μην τα χαλάσεις!»
Έπιασε την Ιλίντιεν να προσπαθεί να ξύσει αδέξια το κεφάλι της σε μια προσπάθεια να χαλαρώσει την ένταση. Το ύφος του Ίλεθ ήταν γεμάτο αποδοκιμασία.
«Τιιιιιιιιιι;;;; Με σφίγγει η κοτσίδααααα!»

Τα αδέρφια Άτρας έφτασαν στη μπροστινή αυλή με κόπο. Μόλις εκατό μέτρα περπάτημα, η Ιλίντιεν γκρίνιαζε ότι ο αδερφός της έτρεχε και σχεδόν κούτσαινε στις γόβες, ενώ ο Ίλεθ την τραβούσε, προσπαθώντας παράλληλα να κρατήσει ένα αξιοσέβαστο ρυθμό και τη μύτη του ψηλά. Τους υποδέχτηκε η Νέσσα Φίνλουεν, η γλυκύτατη μητέρα του Άλαθας. Η γυναίκα τους καλοσώρισε με πραγματική χαρά και τους είπε να περάσουν μέσα.
«Συμπεριφέρσου σαν κυρία!» είπε χωρίς να την κοιτάζει και δεν πρόσεξε που του έβγαλε τη γλώσσα και ανασήκωσε κοροϊδευτικά τα ρουθούνια.

Ο Άλαθας βρίσκονταν στην πίσω αυλή, εκεί που ήταν και η καρδιά της γιορτής. Γύρω του, δεκάδες φίλοι και ακόμη χειρότερα, δεκάδες γυναίκες προσπαθούσαν να κλέψουν λίγο από το χρόνο του. Ο εορτάζων ήταν ντυμένος στα κόκκινα. Τα μαλλιά του, πάντα στην εντέλεια, έπεφταν ανέμελλα στην πλάτη του και το χαμόγελό του, ευγενικό και αστραφτερό μάγευε τους επισκέπτες του. Μαγεύτηκε και η μικρή Ιλίντιεν. Έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη.

Ο Ίλεθ, που την είχε αγκαζέ όλη αυτήν την ώρα, έγνεψε από μακριά στον Άλαθας. Ευτυχώς τους πρόσεξε και γύρισε να τους χαιρετήσει. Πρέπει να της έφυγε το χέρι τόσο δυνατά που χαιρέτησε. Με τη φόρα της πάτησε τον Ίλεθ που βλαστήμησε σιγανά, αλλά δεν άφησε να φανεί τίποτα.
«Άλαθας! Γεια!»
Ο υπερχαρούμενος χαιρετισμός της Ιλίντιεν έμεινε μετέωρος, καθώς μια πεντάδα πανέμορφων ξωτικών περικύκλωσαν τον Άλαθας. Η Ιλίντιεν αναστέναξε ηττημένη.

«Θα τον χαιρετίσουμε από κοντά όταν έρθει η σειρά μας», εξήγησε ήρεμα ο Ίλεθ, με τη βαθιά, βελούδινη φωνή του. Οι λόγοι που τα δύο αδέρφια ήθελαν να χαιρετήσουν δεν είχαν καμία σχέση και ο ένας δεν υποπτεύονταν τους λόγους της άλλης.

«Επίτρεψέ μου», συνέχισε ο Ίλεθ δείχνοντας μερικούς αξιωματικούς. «πρέπει να χαιρετήσω και να τσουγκρίσω μαζί τους. Μην κουνηθείς μέχρι να επιστρέψω! Επιβάλλεται να χαιρετήσουμε μαζί!»

Η Ιλίντιεν απέμεινε μόνη της στη μέση του δωματίου, χωρίς στήριγμα ή αυτοπεποίθηση. Δεν εμπιστεύονταν τον εαυτό της να περπατήσει με τις γόβες και δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανέναν. Έτσι, έμεινε εκεί να κοιτάζει πώς ο Άλαθας συνομιλούσε με όλες τις ξωτικιές οικογενειών σαν και της δικής της.

«Και αυτός είναι ο λόγος που δε θα σε κοιτάξει ποτέ! Γιατί είσαι α-νη-λι-κο και έχεις πολύ δρόμο ακόμη να γίνεις σαν κι αυτές» ένα γνωστό χέρι έδειξε τον Άλαθας και την παρέα του. Η φωνή παιχνιδιάρικη, γεμάτη ζαβολιά.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;!» Η Ιλίντιεν γύρισε σαστισμένη και παράλληλα χαρούμενη προς τον Άιραμ, χωρίς να κουνήσει τα πόδια της.
«Με ρωτάς σοβαρά;»
«Ναι, τι κάνεις εσύ εδώ;»
«Ιλίντιεν. Τι χρώμα έχουν τα μαλλιά μου;»
«Κόκκινα.»
Ο Άιραμ την κοίταξε με νόημα.
«Ε και;» τον ρώτησε ακόμη αστειχείωτη η Ιλίντιεν
«Η μάνα μου είναι Φίνλουεν!»
«Αλήθεια;;;;;»
«Ω θεοί, θα σε χτυπήσω.» Ο Άιραμ κοίταξε γύρω του συνομωτικά. «Να σου πω, πού είναι ο αρχηγός;» ρωτώντας για τον Ίλεθ.
«Τσουγκρίζει»
«Ωραία. Τι λες να εγκαταλείψουμε την αποστολή νυφοπάζαρο και να πάμε για κανένα κρασί;»
Η Ιλίντιεν τον κοίταξε ανήσυχη.
«Οι υπόλοιποι περιμένουν.»
Σαν να φωτίστηκε, η Ιλίντιεν έγνεψε καταφατικά.
«Πώς φεύγουμε χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί; Έχει κανένα φράχτη;»
«Νομίζω ότι ξέρω πώς.»
Ο Άιραμ την οδήγησε σε ένα παρτέρι πλαϊνό, εκεί που ο φράχτης ήταν προσπελάσιμος.
«Στάσου! Δε μπορώ να τον περάσω με αυτή τη λατέρνα πάνω μου!» Η Ιλίντιεν, με μεγάλη χαρά, έβαλε το τούλι κόντρα στο γόνατο και με μία γρήγορη κίνηση το έσκισε σε μικρές λωρίδες. Τόσο απολαυστικό. Κρυσταλλάκια που έχασαν τις ραφές τους τινάχτηκαν παντού. Για να επισφραγίσει την απελευθέρωσή της, έβγαλε γρήγορα τις γόβες και τις πέταξε πάνω από το φράχτη, μακριά.

«Έχω ένα ζευγάρι αρβύλες στο σπίτι σου! Πάμε επειγόντως από κει!»

~

«Σου είπα πως ΕΠΡΕΠΕ να χαιρετήσουμε μαζί!»

Η Ιλίντιεν τινάχτηκε στον αέρα. Το κεφάλι της κουδούνιζε, αλλά δεν είχε την πολυτέλεια να νιώσει άσχημα. Δυο εξαγριωμένα βιολετί μάτια τη μαχαίρωναν σε κοντινή απόσταση. Πήγε να σηκωθεί, αλλά έμεινε στη θέση της. Αν παρέμενε καθιστή, ο Ίλεθ δε θα παρατηρούσε ότι είχε κάνει κρόσια το τούλι του φορέματός της.  Πώς είχε κοιμηθεί; Γιατί ήταν μισή στο πάτωμα;

Στο κρεβάτι ροχάλιζε φαρδιά- πλατιά η Βεστέλ. Ο Έλαρκ και ο Ρούεναρ είχαν γύρει σε κάτι καρέκλες. Αυτό σήμαινε ότι κάπου εκεί γύρω πρέπει να είχε λιποθυμήσει και ο Άιραμ, όλο το μανίπουλο 8 σε απόλυτη αταξία.

«Ποιος ο λόγος που εγκατέλειψες τη γιορτή και ακόμη χειρότερα, εμένα; Τι μπορεί να ήταν τόσο σημαντικό ώστε να χάσεις τη δεύτερη ενηλικίωση του καλύτερου φίλου μου;»
«Ο φίλος σου είχε άπλετη παρέα», η Ιλίντιεν χασμουρήθηκε διάπλατα. Ο αδερφός της επέλεξε να το προσπεράσει.
«Την οποία και απέρριψε ομαδικά!»
«Μας ένοιαξεεεεεεεεεεεε!» είπε και έξυσε πάλι δυνατά το κεφάλι της, σε μια προσπάθεια να απαλύνει τον πόνο της χθεσινής κοτσίδας και του αλκοόλ. Παραήταν ζαλισμένη και μπορούσε εύκολα να κρύψει την ξαφνική της χαρά.
«ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΜΑΣ ΕΝΟΙΑΞΕ!»

Η Ιλίντιεν αιφνιδιάστηκε από το ξέσπασμα, σχεδόν κατάπιε τη γλώσσα της. Η υπνηλία την εγκατέλειψε απότομα, καθώς η επαγρύπνηση εισέβαλε με το ένστικτο του Πολεμιστή. Το μανίπουλο πετάχτηκε στο πόδι. Ο Ίλεθ ξαναβρήκε την ψυχραιμία του.

«Δε μπορείς να καταλάβεις», συνέχισε ήρεμα μα απειλητικά και πάλι, «αμφιβάλλω ότι θα καταλάβεις ποτέ...»
Γύρισε την πλάτη και έκανε να φύγει. Το χέρι του άνοιξε. Στο πάτωμα έπεσαν οι γόβες που η Ιλίντιεν τόσο ανέμελλα είχε εκσφενδονίσει στον αέρα ως ένδειξη ελευθερίας το προηγούμενο απόγευμα.
«Σου απαγορεύω να φοράς αρβύλες στις γιορτές», είπε και αποχώρησε σιωπηλός, μα έτοιμος να εκραγεί ξανά.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Για ακόμα μια φορά άνοιξε τα μάτια της απότομα και σχεδόν πετάχτηκε όρθια. Είχε τα στοιχεία. Είχε τα σωστά στοιχεία. Τουλάχιστον να διαπίστωνε κάτι.Ελντίν Άρκαιν Ποιός ήταν; Ή ποιός δεν ήταν; ΄Άρχισε να ψάχνει όλο το δωμάτιο. ΈΒγαλε όλα τα συρτάρια του γραφείου του Ελντίν και εξέταζε το περιεχόμενο με κάθε λεπτομέρεια. Και τότε της ήρθε η ιδέα. Δε θα μπορούσε να βρει εδώ την απάντηση.

Όρμηξε έξω από το γραφείο με αυταπάρνηση. Τα βήματα της γρήγορα αντηχούσαν στο σκοτεινό δάπεδο. Ναι η απάντηση ήταν εκεί. Βρέθηκε στην βιβλιοθήκη και ξεκίνησε να ψάχνει για το πεδίο των απόφοιτων. Εάν ο Ελντίν ΄΄ηταν τόσο σπουδαίος Αλχημιστής σίγουρα θα ήταν μαθητής της Ακαδημίας, είτε πριν είτε μετά την Ακαδημία της Ελραμίν. Στα 32 του, υπολόγισε τα έτη και έφτασε στο αντίστοιχο έτος. Άρχισε να ξεφυλλ΄ίζει με μανία τον τόμο του έτους εκείνου.

Έκλεισε μ' έναν γδούπο τον τόμο. Η ματιά της χάθηκε στο κενό. Όχι σ' εκείνο το έτος. Έπιασε όλους τους τόμους από τότε που υπολόγισε πως ο Ελντίν θα ήταν στα 13 του, στο πρώτο έτος της Ακαδημίας. Δύο ώρες μετά το όνομα του Ελντίν δεν ήταν πουθενά.

Σηκώθηκε όρθια με γόνατα να τρέμουν. Έριξε μια γροθιά στο τραπέζι που είχε μαζεμένους τους τόμους αποφοίτων και κοίταξε με μίσος  προς τον ορίζοντα.