Rasnarry Academy

Το προσκύνημα της Καταιγίδας: Μέρος 2ο [Σίνγκεν]

Σίνγκεν Σινόντα

"Είστε σκληροί τώρα εσείς?" φώναξε ο Σίνγκεν στους Πολεμιστές που τον καταδίωκαν από σκεπή σε σκεπή. Με Όνειρο του Αλ Ρασίντ έμεναν κοντά του όποτε χρησιμοποιούσε τον αέρα για να περάσει από σκεπή σε σκεπή, συχνά αρκετά κοντά για να επιχειρήσουν να τον αγγίξουν, αλλά ο Σίνγκεν είχε ενεργοποιήσει την Ενεργειακή του Αίσθηση και το προέβλεπε. Όχι...άκουσε τις ρυθμικές τους πατημασίες πίσω του να σταματάνε, και ήξερε ότι κάποιος σύντομα θα εμφανίζονταν κοντά του.

Είχαν πολλά να μάθουν ακόμα. Ίσως και όχι. Δεν είχαν ανάγκη ένα τέτοιο τρόπο μα΄χης εδώ.

Ο νεαρός άντρας έσκυψε κάτω από το χέρι ενός που εμφανίστηκε μπροστά του και με μια τρικλοποδιά έκανε τον άνεμο χαμηλά να υψωθεί και να σηκώσει το Βαλησσίνο λίγα εκατοστά στον αέρα. Αντί να σηκωθεί όρθιος μετά την χαμηλή τρικλοποδιά, ο Σϊνγκεν κύλησε προς τα μπρος, σηκώθηκε πίσω από τον υψωμένο Βαλησσίνο, και με μια κίνηση του ώμου του δημιούργησε ένα ρεύμα αέρα που έσπρωξε το Βαλησσίνο προς τους υπόλοιπους καταδιώκτες του, σπρώχνοντάς τους κάτω από τη σκεπή στην οποία ήταν.

Και τότε...τον είδε, σε μικρή απόσταση.

-----------------

Πώς μπορεί να πετάει έτσι? Πώς μπορεί ένα πλάσμα χωρίς φτερά να κινείται στον ουρανό με τέτοια χάρη?

Ο Χάκα Νάτου-αλ  δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο, είχε μείνει άφωνος κοιτώντας τους ελιγμούς της Ιντούν. Η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά απ' όταν δάμαζε το κύμα ή παράβγαινε με τα δελφίνια, κάτι που ποτέ ξανά δεν του είχε προκαλέσει σε τέτοιο βαθμό μια γυναίκα. Πώς μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της? Έπρεπε να την καταλάβει!

"Πολεμιστές, πιάστε τους υπόλοιπους!" φώναξε βροντερά.

"Αλχημιστές, πιάστε τον άντρα! Αυτή είναι δική μου!" είπε. Χρησιμοποίησε το νερό που είχαν μαζέψει και φέρει μαζί τους σε βαρέλια για να αρχίσει να φτιάχνει μια πανέμορφη σκάλα από πάγο προς τον ουρανό, και ξεκίνησε να ανεβαίνει προς την Ιντούν. ¨Δεν ήξερε τι θα έκανε όταν την έφτανε, αλλά ήταν σαν την νυχτοπεταλούδα που την τραβούσε η φλόγα.

--------------------------

Ο Σίνγκεν ένιωσε τσιμπήματα στα ακροδάχτυλά του και οι μικρές τρίχες στο πίσω μέρος του αυχένα του σηκώθηκαν. Ένας μικρός βόμβος υπήρχε για λίγο στην ατμόσφαιρα γύρω του καθώς έβλεπε τον νεαρό Βαλησσίνο να ανεβαίνει.

Ναι...το ήξερε. Μπορεί ο Βαλησσίνος να είχε μάσκα και να μη φαινόταν η έκφρασή του, αλλά ο Σίνγκεν μπορούσε να το νιώσει. Ίσως η κλίση του λαιμού, η γλώσσα του σώματος, ο ρυθμός των βημάτων...ο Σίνγκεν μπορούσε να δει ότι ο Βαλησσίνος δεν ήταν καταδιώκτης αλλά μαγεμένος.

"Κρίμα μικρέ...." είπε καθώς ο άνεμος άρχισε να σηκώνεται γύρω του, άγριος, έτοιμος να ξεσπάσει. "Οι Ουρανοί και οι Μοίρες δεν είναι μαζί σου..." είπε καθώς τρεις Αλχημιστές του νερού άρχισαν να τον πλησιάζουν.


Ο Σίνγκεν, ένα με τον άνεμο, κλώτσηε και εκτινάχθηκε προς τον νεαρό, και ας ήταν οι Αλχημιστές κάτω στο έδαφος μπροστά του. Με το που τον είδαν έριξαν πίδακες νερού και μπάλες πάγου προς τα πάνω για να τον πετύχουν, αλλά ο Σίνγκεν περιστράφηκε σαν ανεμοστρόβιλος και ο άνεμος γύρω του ούρλιαξε και πέταξε το νερό και τον πάγο μακριά.

"Ε, ψαρούλη, δεν πήρες την ενημέρωση???!!" φώναξε ο Σίνγκεν στον Χάκα Νάτου-αλ πετώντας προς το μέρος του. "Τα ψάρια μπορεί να πηδήξουν ψηλά, έξω από το νερό...." συνέχισε μέχρι που προσγειώθηκε σε μια σκεπή που ήταν κοντά στην παγωμένη σκάλα. "...αλλά δεν μπορούν να πετάξουν!" φώναξε, τα χέρια του τεντωμένα, άνοιχτά.

Την επόμενη στιγμή, άρχισε να κόβει τον αέρα με τα χέρια του, σαν λεπίδες, σαν μαστίγια, και λεπίδες αέρα, δύο, τέσσερεις, δέκα, σε διάστημα λίγων δευτερολέπτων προσέκρουσαν πάνω στην παγωμένη σκάλα, η μία μετά την άλλη, κουνώντας την, κόβοντας, θρυματίζοντάς την, κάνοντας το Βαλησσίνο να φωνάξει με οργή καθώς έπεφτε.

Μπες ανάμεσα σε εμένα και αυτή που θέλω, και θα γευτείς μόνο απογοήτευση, μικρέ....

Ο Βαλησσίνος φώναξε δυνατά, και με μια κίνηση των χεριών του όλο δύναμη ο θρυματισμένος πάγος που πετούσε ή έπεφτε κινήθηκε προς τον Σίνγκεν με δύναμη και ταχύτητα. ο Σίνγκεν σήκωσε ένα φράγμα ανέμου αλλά ένιωσε τον τσουχτερό πόνο και το κρύο καθώς θραύσματα τον χτύπησαν, και προς στιγμή του κόπηκε η ανάσα. Ο μικρός ήταν δυνατός, πολύ δυνατός!

"Εϊναι δικός μου!!! Κυνήγι Μαιάνας όλοι! Τρεις για τη γυναίκα!!!" βρυχήθηκε ο αρχηγός.

Τρεις Αλχημιστές που πριν είχαν επιτεθεί στον Σίνγκεν κοίταξαν προς την Ιντούν και ξεκίνησαν να επιτίθενται. Οι υπόλοιποι αλχημιστές μαζέυτηκαν σε ένα κύκλο και άρχισαν ένα ψαλμό, ένα αρχαίο τραγούδι γεμάτο δύναμη. Ο αέρας δονήθηκε από Αιθέρα, καθώς μια τεράστια ποσότητα θαλασσινού νερού ανυψ΄ωθηκε  αρκετά μέτρα πάνω από την επιφάνεια, και μετά, αργά και επιβλητικά, κινήθηκε προς το χωριό, ώστε να αιωρείται από πάνω του.

Τώρα οι Αλχημιστές είχαν μια τεράστια ποσότητα νερού να αντλήσουν και να χρησιμοποιήσουν για να αλλάξουν τα δεδομένα. Αυτό φάνηκε όταν ο Χάκα Νάτου-αλ σήκωσε τα χέρια του και ένα μεγάλο κύμα βγήκε από την τεράστια σφαίρα και άρχισε να κινείται προς τον Σίνγκεν.

"....κατάρα..." μουρμούρισε ο Σίνγκεν, έτοιμος να αντιμετωπίσει αυτό τον επίμονο αντίζηλο.

« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 14, 2020, 07:21:32 μμ by Σίνγκεν Σινόντα »


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Είχαν πολλούς να αντιμετωπίσουν και να αναμετρηθούν στο έδαφος, τουλάχιστον όπως είδε η Ιντούν από την πανοραμική σκοπιά της. Εκτός από τον Πολεμιστή που προσπάθησε να την αγγίξει με τις τεχνικές του Αλ Ρασίντ, αμφέβαλε αν θα υπήρχε δεύτερος, πόσο μάλλον τρίτος που θα επιχειρούσε παρόμοια προσέγγιση. Από εκείνο το σημείο και έπειτα όπου κάθε συμμετέχων έβρισκε ένα αντίπαλο και επικεντρώνονταν στη μάχη του, θα ήταν απίθανο να επιλέξουν τη σκεπή οι Πολεμιστές. Άρα, με τις τεχνικές του ανέμου, η Ιντούν είχε εξασφαλίσει μισή νίκη, στην πραγματικότητα, λιγότερες σκοτούρες.

Είχε πάντα συνείδηση ότι πέρασε το πρωινό με πτήση και ακροβατικά, συνεπώς θα έπρεπε να φυλά τα αποθέματα Αιθέρα της γι’ αυτήν τη δοκιμασία. Επέλεξε λοιπόν να παραμείνει στη σκεπή ή να εκμεταλλεύεται ευνοϊκά ρεύματα αέρα για να αποφύγει τις επόμενες επιθέσεις. Στην πραγματικότητα, οι επόμενοι επιτιθέμενοι δεν κατάφεραν να την απειλήσουν πραγματικά και αυτό ήταν προς όφελός της. Έχτισε εκεί το αρχηγείο της, μεταξύ σκεπής και ουρανού, συντηρούσε τα αποθέματά της και έστελνε όποιον την πλησίαζε στο έδαφος.

Πάγος. Αυτή τη φορά επιθετικός. Σφαιρικά ή κωνικά στερεά με στρογγυλεμένες μύτες θέλησαν να στερήσουν την ισορροπία και το πλεονέκτημα των ικανοτήτων της. Ο πάγος έτσουζε σαν τη φωτιά ακόμη και στομωμένος, γι’αυτό και η Ιντούν κατέφυγε στο βήμα του ανέμου. Αναπηδούσε τα αόρατα σκαλιά χαρωπά, σαν κοριτσάκι που έπαιζε στο σοκάκι της γειτονιάς. Απέφευγε γενναίες επιθέσεις και απεγνωσμένες προσπάθειες και αναρριχούταν πιο ψηλά, λίγο ψηλότερα, ένα βήμα ακόμη...

Δρόσισε. Το κατάλαβε από το αεράκι που φύσηξε εκεί ψηλά, από την απότομη αλλαγή των ρευμάτων, έτσι όπως βάρυναν και ανακατεύτηκαν με τα θαλάσσια ρυάκια του ζεστού βραδινού ουρανού. «Αυτό είναι αφύσικο». Βεβαιώθηκε ότι στέκονταν αρκετά ψηλότερα από το ύψος που μπορούσαν να φτάσουν οι παγωμένες προσπάθειες των Αλχημιστών και στράφηκε με ειλικρινή περιέργεια. Μία σκάλα, ένα συμμετρικό αριστούργημα από πάγο υψώνονταν στον ουρανό και αναπτύσσονταν φρακταλικά ενώ λαμπύριζε σαν χίλια αστεράκια το χειμώνα. Η σκάλα κατευθύνονταν προς το μέρος της και τη χειρίζονταν ο εγγονός εκείνου του κυρίου που λογομαχούσε συνεχώς ο Σίνγκεν. Η Ιντούν κατάλαβε τις προθέσεις του ή μάλλον νόμιζε ότι κατάλαβε, γιατί φαντάστηκε ότι θα ήθελαν να μπουν στο μάτι του Σίνγκεν με το να επιτεθούν στην Ιντούν. Έμεινε να τον κοιτάζει παραξενεμένη για μερικά δευτερόλεπτα έτσι όπως ανέβαινε και αγνοούσε ότι μπορούσε να γκρεμοτσακιστεί.

Η Ιντούν ήθελε να του μιλήσει πριν ανέβει ψηλότερα για να την πλησιάσει. Ήθελε να του πει ότι ήταν γενναίος που επιχείρησε ένα τέτοιο κατόρθωμα και πως έδειχνε ότι η εκπαίδευσή του στην Αλχημεία απέδωσε και ήθελε να του εξηγήσει ότι άλλο είναι ο γενναίος και άλλο ο σοφός, διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να είναι σοφός και να καταλάβει πως όσο πανούργο και να ήταν το σχέδιό του να στοχοποιήσει την ίδια, δεν είχε υπολογίσει ότι είναι Αλχημίστρια του αέρα και μπορεί να πετάξει ακόμη ψηλότερα, με αποτέλεσμα να αδειάσουν τα δικά του αποθέματα Αιθέρα και να κουραστεί κάπου στη μέση της διαδρομής και να πέσει, όπου η Ιντούν δε θα τον άφηνε να πέσει, γιατί τι βοηθός καθηγητή ήταν, αλλά το σχέδιό του ήταν ήδη καταδικασμένο διότι θα αποτύγχανε να τη φτάσει και υπήρχε ο κίνδυνος καθώς έπεφτε να χτυπήσει και......

«Αααααα, ο Σίνγκεν» αναστέναξε ανακουφισμένη και ταυτόχρονα λίγο λυπημένη για τον άτυχο Αλχημιστή που υπολόγισε χωρίς τον ξενοδόχο. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ιντούν, ατάραχη, θα έμενε να παρακολουθεί το Σίνγκεν να θρυμματίζει κάθε όνειρο του Αλχημιστή για αντεπίθεση και ταυτόχρονα να προσεύχεται να μην χτυπήσει ο Αλχημιστής και ο Σίνγκεν να μην ενθουσιαστεί, χάσει την υπομονή του και βγει εκτός παιχνιδιού από καμιά αδέσποτη μπάλα νερού.

Και να που υψώθηκε μια τεράστια μπάλα νερού πάνω από τα κεφάλια των εναπομεινάντων Αληχμιστών. Η Ιντούν νόμισε ότι άκουσε πως τρεις θα πήγαιναν προς εκείνη; Α ναι, τρεις ήταν μιας και προσπαθούσαν να της ρίξουν. Χμμμ, παραήταν ψηλά, δεν έπαιζε δίκαια, καιρός ήταν να κατέβει και να τους νικήσει στο ύψος τους. Και τα αποθέματά της; «Δεν πάει στα κομμάτια, μια ευκαιρία έχω να κερδίσω κι ας είναι για το γόητρο.» Γόητρο... Της είχε διαφύγει! Θα μπορούσε να κερδίσει το Σίνγκεν και να τον πειράζει για το υπόλοιπο του ταξιδιού. Η όψη της Ιντούν μεταβλήθηκε από ανέμελη σε προκλητική.

«Πλεύση του Αιόλου!» καβάλησε το ρεύμα περνώντας μέσα και από τα τρία κύματα των επιτιθέμενων Αλχημιστών.


Σίνγκεν Σινόντα

Το κύμα πλησίασε τον Σίνγκεν, και ο Αλχημιστής του αέρα γρήγορα υποχώρησε, τρέχοντας στους δρόμους και μπαίνοντας σε στενά. Σίγουρα αυτός ο θερμοκέφαλος δεν θα ήθελε να δημιουργήσει ζημιές στο χωριό χτυπώντας τα κτίρια με τέτοιο κύμα, σωστά? "Άρπα την!!" φώναξε από την κρυψώνα του όταν είδε τον Αλχημιστή να τραβά το κύμα πίσω στην τεράστια σφαίρα νερού. "Είμαι μέσα για μεγάλες, επικές μάχες, αλλά να είμαστε και λίγο άνθρωποι!" του ε΄ίπε παιχνιδιάρικα. Και μετά χάθηκε πάλι στα σοκάκια.

Ο Χάκα Νάτου-αλ ήταν εξαιρετικά θυμωμένος. Ένας ξένος τολμούσε, εδώ, στα νησιά του, να τον εμποδίσει? Να τον εμπαίζει? Δύο ροές νερού βγήκαν από τη σφαίρα και έφτασαν να τυλιχθούν γύρω από τα χέρια του, συνδέοντάς τον με αυτή και επιτρέποντάς του να τραβά άμεσα το νερό που χρειαζόταν. "Πού είσαι?? Βγες έξω και ας λογαριαστούμε!" φώναξε βροντερά ο Βαλησσίνος. Ο άνεμος έφερε τη φωνή του Σίνγκεν από απροσδιόριστη περιοχή.

"Συνάντησέ με στο κέντρο του χωριού τότε!"

Ο Βαλησσίνος έγνεψε και με αποφασιστικά βήματα κινήθηκε προς τον ανοιχτό χώρο στο κέντρο, για να υπερασπίσει την τιμή του, να αποδείξει την ανωτερότητά του και να διεκικήσει αυτό που ήθελε. Όταν έφτασε όμως δεν υπήρχε κανείς εκεί.

"Πού είσαι??" φώναξε κοιτώντας γύρω του.

"Είμαι στο δρόμο, σχεδόν έφτασα." έφερε πάλι ο άνεμος τη φωνή του Σίνγκεν. Στην πραγματικότητα, ο Αλχημιστής του αέρα είχε πάρει ένα παράπλευρο δρόμο και, κρυμμένος, παρακολουθούσε τον Βαλησσίνο. ΦΥΣΙΚΑ και θα του έστηνε ενέδρα, ποιός πήγαινε όντως εκεί που του υποδείκνυε ο αντίπαλος?

"Να μαι και εγώ." ήρθε η φωνή του Σίνγκεν μέσω του ανέμου από τα δεξιά του Χάκα Νάτου-αλ και ο Βαλησσίνος γύρισε να τον κοιτάξει. Σχεδόν ταυτόχρονα, άκουσε από τα αριστερά του τον ήχο μιας ριπής ανέμου και, χωρίς να γυρίσει, πήδηξε στο πλάι, σπ΄ρ΄χωνοντας με πίδακες νερού από τα χέρια του στο έδαφος για έξτρα ώθηση. Τα ένστικτά μάχης του ήταν σωστά, και κατάφερε να αποφύγει την ξαφνική επίθεση του Σίνγκεν λόγω της γρήγορης αντίδρασής του.

"Δεν μπορείς να ξεφύγεις!!" φώναξε ο Σίνγκεν και άρχισε να εκτελεί γροθιές στον αέρα, στέλνοντας συνεχόμενες ριπές προς το Βαλησσίνο. Μόλις όμως ο Χάκα Νάτου-αλ προσγειώθηκε, ύψωσε ένα φράγμα νερού μπροστά του το οποίο σταμάτησε τις ριπές, με ομόκεντρους κυματισμούς να εμφανίζονται στην επιφάνεια εκεί που το χτυπούσε ο άνεμος.

"Χααααααααα!!!! "φώναξε ο Χάκα Νάτου-αλ, και α΄ρχισε να χτυπά τη δική του μεριά του τοίχου νερού. Όπου χτύπαγε, μια μεγάλη μπάλα πάγου εκτοξευόταν προς τον Σίνγκεν, ο οποίος άρχισε να κινείται πλαγιοκυκλικά.

"Τώρα θα πολεμήσουμε ή θα παίξουμε χιονοπόλεμο, πώς το βλέπεις? Τι έχει σειρά, χιονάνθρωποι??" ρώτησε ο Σίνγκεν καθώς πήδηξε πάνω από μια μπάλα που θα τον πετύχαινε, και μετά έκανε δεύτερο άλμα κλοτσώντας τον αέρα για να κάνει τούμπα προς τα πίσω και να αλλάξει πορεία γρήγορα, αποφεύγοντας οριακά μια δεύτερη επίθεση. Ο Βαλησσίνος ήταν καλός!

Ο Χάκα Νάτου-αλ άνοιξε τα χέρια του προς το πλάι, ακόμα συνδεδεμένα με την σφαίρα νερού, και άρχισε να απελευθερώνει νερό προς δύο κατευθύνσεις, γύρω από το φράγμα νερού που είχε, Το νερό αυτό πήρε τη μορφή δύο καρχαριών φτιαγμένων από νερό, σαν κεφαλές δύο μεγάλων ρευμάτων, οι οποίοι κινήθηκαν γρήγορα και ρευστά προς τον Σίνγκεν.

"Πότε θα το καταλάβεις, τα ψάρια καλό είναι να μένουν στη θάλασσα!" είπε ο Σίνγκεν και με μια κίνηση σαν χαστούκι, και ένα δυνατό παφλασμό, έκανε τον άνεμο να σκάσει πάνω σε έναν από τους καρχαρίες. Ο καρχαρίας έχασε τη μορφή του προς στιγμή, αλλά σχεδόν αμέσως ξανασχηματίστηκε, και το ρεύμα συνέχισε να κινείται προς αυτόν.

"Ωχ γα-" ξεκίνησε να λέει ο Σίνγκεν, αλλά ο άλλος καρχαρίας τον πρόλαβε. Το νερό έσκασε πάνω στο σώμα του Σϊνγκεν με την ορμή αλόγου και τον πέταξε πίσω, κάνοντάς τον να χτυπήσει τον τοίχο ενός σπιτιού με δύναμη και μετά να πέσει στο έδαφος, βήχοντας για να βγάλει το νερό από τα πνευμόνια του. Χωρίς να χάσει χρόνο, κλώτσησε με τα πόδια του και χώθηκε σε ένα από τα στενά πάλι για να ξεφύγει.

Σε αντίθεση με το προηγούμενο κύμα όμως, ο καρχαρίας-ποτάμι μπήκε στο στενό και άρχισε να τον ακολουθεί, δυσκολεύοντας τη ζωή του. "Γιατί τίποτα δεν μπορεί ποτέ να είναι εύκολο? Μια φορά, απλά μία!" είπε ο Σίνγκεν κα΄θώς έτρεχε. Πήδηξε στον τοίχο δεξιά του και κλ΄ώτσησε, πηδώντας πάλι για να φτάσει στον τοίχο αριστερά του και να σκαρφαλώσει, ακριβώς τη στιγμή που έφτανε ο καρχαρίας από νερό. Το ρεύμα νερού δεν πρόλαβε να αλλάξει τη ροή του τόσο γρήγορα και τον προσπέρασε.

"Φιού...." είπε και κινήθηκε στις σκεπές για να ξαναπλησιάσει το κέντρο. Κινήθηκε κυκλικά, και βρέθηκε πίσω από τον Αλχημιστή του νερού, πλησιάζοντάς τον σιγά. Δυστυχώς όμως, όσο προσεκτικός και αν ήταν, δεν μπόρεσε να αποφύγει το να πατήσει ένα από τα πολλά βρεγμένα σημεία. Μόλις το έκανε, αν και αθόρυβα, ο Χάκα Νάτου-αλ΄ γύρισε και τον είδε, ειδοποιημένος. Για μια στιγμή ο νεαρός μασκοφόρος και ο Σίνγκεν κοιτάχθηκαν.

"Εεεεμ....γειά." είπε ο Σίνγκεν με ένα μικρό νεύμα του χεριού του, ακόμα στη μισο-κυρτή πόζα του ήσυχου βηματισμού του.

Ο Αλχημιστής ύψωσε τα χέρια του προς τον Σίνγκεν και ένα ορμητικό ρεύμα νερού εκτοξεύτηκε προς τον Βοηθό Καθηγητή.

"Οχι αυτή τη φορά!" είπε ο Σίνγκεν και έτρεξε κατά πάνω του. Μ΄όλις ήταν έτοιμο να τον χτυπήσει, ο Σίνγκεν χρησιμοποίησε τον άνεμο για να πηδήξει από πάνω του. Όμως, ένα μικρότερο ρεύμα νερού διακλαδώθηκε προς τα πάνω, ακολουθώντας την κίνησή του, πάλι έτοιμο να τον χτυπήσει.

Ο Σίνγκεν έβρισε και με άλλη μια κίνηση του ανέμου κινήθηκε προς το πλάι, αλλά ξανά, ο Χάκα Νάτου-αλ δημιούργησε άλλο ένα παρακλάδι για να καταδιώξει τον Αλχημιστή. Ήταν μια μάχη αντανακλαστικών, με τον Σίνγκεν να κάνει συνεχόμενες αποφυγές καθώς τον πλησίαζε, και τον Χάκα Νάτου-αλ να δημιουργεί ριπές νερού που τον στόχευαν στην κάθε νέα του θέση.

Ο Χάκα Νάτου-αλ όμως ήταν ψαράς, και ήξερε πώς να πιάνει κάποιον. Ο Σίνγκεν δεν παρατήρησε ότι με όλες αυτές τις διαφορετικές ριπές νερού γύρω του, ήταν περικυκλωμένος από νερό. Με μια ιαχή, ο Χάκα Νάτου-αλ άντλησε μια τεράστια ποσότητα νερού από τη σφαίρα και την οδήγησε σε όλες τις ριπές νερού που ε΄ίχαν αστοχήσει, κάθε παρακλάδι, κάνοντάς τις μεγαλύτερες και σχηματίζοντας ένα θόλο νερού γύρω από τον Σίνγκεν, παγιδεύοντάς τον μέσα.

"Ε όχι...." είπε ο Σίνγκεν, κοιτάζοντας γύρω του. Αυτό δεν ήταν καλό. Η διαίσθηση του Χάκα Νάτου-αλ ήταν καλή. Ένας τρόπος να δυσκολέψεις τους Αλχημιστές του αέρα ήταν να τους μειώσεις το χώρο τους, ώστε ο άνεμος να μην έχει χρόνο να επιταχύνει, ούτε μεγάλη ποσότητα να χρησιμοποιήσουν.

Αργά, βλοσυρά, ο Χάκα Νάτου-αλ πέρασε μέσα από το θόλο νερού του και οι δύο άντρες κοίταξαν ο ένας τον άλλο.

"Γιατί μπαίνεις στο δρόμο μου, ξένε?" τον ρώτησε με οργισμένη φωνή.

"Το δρόμο σου? Είναι απλά ΄ένα μονοπατάκι που τόλμησε να προσπαθ΄ήσει να διασχίσει τη λεωφόρο μου!" είπε ο Σίνγκεν. Ναι, κανένας ψάρακας δεν θα έμπαινε μεταξύ εκείνου και της Ιντούν. Ε...εκτός αν για κάποιο λόγο το επέλεγε η Ιντούν, αλλ΄α ο Σίνγκεν σίγουρα δεν θα καθόταν να το βλέπει και να αφήνει τον άλλο να κάνει κινήσεις!

Το πείραγμα του Σίνγκεν πέτυχε το στόχο του, ο νεαρός εκνευρίστηκε και ξεκίνησε να μαζεύει δύναμη. Ναι, ο Σίνγκεν δεν ήταν μόνο λόγια. Βλέποντας την απειρία και το νεαρό της ηλικίας του άλλου, και έχοντας την αίσθηση ότι ο αντίπαλός του είχε συνηθίσει το σεβασμό, χρησιμοποιούσε τα λόγια του για να τον θέσει εκτός ισορροπίας και να θολώσει την κρίση του κατά την αναμέτρησή τους.

Μπορούσε όμως?

Ο θόλος άρχισε να περιστρέφεται γύρω τους, και σύντομα, δεν ήταν πια θόλος, αλλά μια τυλιγμένη, τεράστια μαιάνα από νερό. Με ένα βρυχηχθμό, ο Χάκα Νάτου-αλ την εξαπέλυσε προς το Σίνγκεν, μια τεράστια ποσότητα νερού , το θεόρατο στόμα ανοιχτό προς τον Αλχημιστή του αέρα.

Τα μάτια του Σίνγκεν έλαμψαν, καθώς χρησιμοποίησε τον Αιθέρα του και τον αέρα που υπήρχε γύρω του. "Υπερβολικά νέος...δύναμη προς τα μπρός...αδυναμία από τα πλάγια!!!" είπε, καθώς τα χέρια του κινήθηκαν γρήγορα. Γύρω από την τεράστια Μαιάνα, δύο ριπές ανέμου σχηματίστηκαν που κινήθηκαν παράλληλα με αυτή. Ο άνεμος δεν ήταν εύκολο να πάρει ορατή μορφή, αλλά αν κάποιος κατάφερνε να δει καλά, θα μπορούσε να δει ότι είχαν μακρόστενο, ερπετοειδές σχήμα.

"Αααααααααααα!!!!" φώναξε ο Σίνγκεν και, βάζοντας όλη του τη δύναμη, τα πλαινά ρεύματα έσπρωξαν και καθοδήγησαν τη Μαιάνα ώστε να βγει εκτός πορείας, να κινηθεί γύρω του και να σκάσει στο έδαφος με ένα φοβερό παφλασμό, και το νερό τον χτύπησε από πίσω, κάνοντάς τον να σκοντάψει. Ο μικρός σίγουρα είχε δύναμη! Τουλάχιστον όμως, τώρα με το θόλο νερού να έχει φύγει, μπορούσε-

Όχι! Όχι! Τα μάτια του Σίνγκεν άνοιξαν διάπλατα. Γύρω του υπ΄ήρχε...΄ένας μεγαλύτερος θόλος νερού! Ο Χάκα Νάτου-αλ τον είχε φτιάξει πριν μπει μέσα για να τον αντιμετωπήσει, για τέτοιες περιπτώσεις. Ο Σίνγκεν ήθελε να φτύσει χολή! Δεν είχε πολλή ενε΄ργεια πια, και ο αντίπαλός του το ήξερε, τον πλησίασε αργά, παίρνοντας το χρόνο του. Ο Χάκα Νάτου-αλ ήξερε ότι είχε νικήσει.

"Σε αυτά τα νησιά, ξένε, δεν είσαι τίποτα το ιδιαίτερο. Τα πνεύματα μας προστατεύουν και μας δίνουν δύναμη, και η Τέχνη μας δεν έρχεται δεύτερη απέναντι σε κανέναν." είπε ο Χάκα Νάτου-αλ καθώς τον πλησίασε. "Δεν μπορείς να μπεις ανάμεσα σε εμένα και αυτή που θέλω." συνέχισε.

Τα μάτια του Σίνγκεν έλαμψαν, και ας ήταν με το ένα γόνατο στο έδαφος, βρεγμένος, κρύος και εξαντλημένος, και παγιδευμένος. Το μυαλό του καταλ΄ήφθηκε απο διαφορετικές σκέψεις και κατάσταση.

Κάθε τι αρνητικό, στο αριστερό χέρι, εκεί απ' όπου έρχεται την ενέργεια.
Οργή, φόβος, θλίψη, ζήλια, μίσος, παθητηκότητα...τροφή και δύναμη.
Κάθε τι θετικό στο δεξί χέρι, εκεί απ' όπου βγαίνει η ενέργεια.
Αγάπη, φιλία, ευχαρίστηση, δημιουργία, δίνουν στόχο και δείχνουν το δρόμο.


Με κάθε του ανάσα, χωρίς να το ξέρει ο Χάκα Νάτου-αλ, ο Σίνγκεν χώριζε τις ενέργειες μέσα του. Ήταν σαν ένα λάστιχο που το τραβούσε, όλο και περισσότερο, και το γέμιζε ενέργεια που αποζητούσε να εκτιναχθεί, να επιστρέψει σε ισορροπία.

Κύριος του κεραυνού, αυτός που μπορεί να σταθεί ψηλότερα από κάθε άλλον
Ψηλότερα από ό,τι υπα΄ρχει μέσα του και να τα δει από ψηλά,
Να τα διατάξει καθώς επιθυμεί, και να αντλήσει ενέργεια απ αυτό.
Το καλό και το κακό δεν μπορούν να τον αγγίξουν, είναι στις προσταγές του.


Ο Χάκα Νάτου-αλ τον έφτασε, και, κοιτώντας τον από ψηλά, άπλωσε το μυώδες χέρι του, με μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα για να τον αγγίξει, για να πάρει τη νίκη του. Ο Σίνγκεν είχε συγκεντρώσει τρομακτική ενέργεια κεραυνού...ένα άγγιγμα χρειαζόταν, και ίσως ήταν μοιραίο. Ο κεραυνός θα ξεκινούσε από την μεριά του αρνητικού Αιθέρα και θα πήγαινε στο θετικό, αυτόν που δίνει το στόχο στην συσσωρευμένη δύναμη, και όλο αυτό θα χτυπούσε το Βαλησσίνο άμεσα. Αλλά...στην κατάσταση αυτή, στην κατάσταση που είχε δώσει στο καλό και στο κακό μέσα του τη σωστή τους θέση, τα είχε διατάξει...ήξερε ότι δεν έπρεπε να το κάνει.

Με μια τελευταία εκπνοή, ο Σίνγκεν άφησε απαλά όλη την ενέργεια του να φύγει, και ένιωσε στον ώμο του το βαρύ χέρι που σήμανε την ήττα του σε αυτό το παιχνίδι από τον Βαλησσίνο μπροστά του.


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Πέρασε ανάμεσα από τους τρεις Αλχημιστές του νερού σαν να ήταν ακίνητοι και η Ιντούν καβαλούσε τον άνεμο σαν άτι φιλικό από χρόνια. Τόσο μεγάλη η εξικοίωσή της με το αγαπημένο της στοιχείο. Στο κάτω κάτω, μελετούσε σχολαστικά και προπονούνταν κάθε ώρα και στιγμή. Ελίχθηκε και πάλι με μεγάλη ταχύτητα, τα πρόσωπα των Αλχημιστών χάιδευε ένα άγγιγμα τρυφερό, η αγκαλιά του θερμού μελτεμιού που τυλίγει πότε πότε μεταμεσονύκτιους περιπατητές της απέραντης θάλασσας.

Η Ιντούν υπενθύμισε στον εαυτό της να παραμείνει συγκεντρωμένη. Από τη στιγμή που η διαμοιραζόμενη υδρόσφαιρα ανυψώθηκε στην κεντρική πλατεία του χωριού, οι δυνάμεις των Αλχημιστών έπαψαν να θυμίζουν έξαψη νεαρού εφήβου και μετατράπηκαν σε επίδειξη καλού μαθητή. Έγνεψε καταφατικά στην εκρηκτική πορεία της, παινεύοντας τους αντιπάλους της για την προσπάθεια και τη συνεργασία τους. «Επενδύουν στην ποσότητα» συμπέρανε και στράφηκε από την απέναντι σκεπή να τους αντιμετωπίσει, ενώ συγκεντρώνονταν. Το σχέδιο στο μυαλό της υποδείκνυε πως αν χρησιμοποιούσαν σωστά το νερό τους, μπορούσαν να την κερδίσουν, όμως η ποσοτική τακτική που ακολουθούσαν θα έπρεπε να συντονίζεται από μερικές ακόμη παραμέτρους, δηλαδή την αυτοσυγκέντρωση, το συντονισμό και το σωστό καταμερισμό πόρων. Δεν αμφέβαλε σε καμία περίπτωση για την αυτοσυγκέντρωσή τους ή ακόμη καλύτερα, για την προσήλωση στο στόχο τους. Με τον ίδιο τρόπο θα δρούσε και ο Αναξίμανδρος, κάθε ένας από τα αδέρφια της, αν είχαν να αντιμετωπίσουν την κρίση μιας τελετής ενηλικίωσης. Ο συντονισμός και ο καταμερισμός πόρων όμως ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από μια απλή συννενόηση και τη χρήση των ατομικών δυνάμεων. Οι αυτές έννοιες περιελάμβαναν σπουδή και βαθιά κατανόηση των νόμων της μαγείας. Ιδανικά, με τον κατάλληλο συντονισμό και εναλασσόμενο καταμερισμό, οι Αλχημιστές θα ήταν σε θέση να διατηρήσουν την υδρόσφαιρά τους σε λειτουργικά επίπεδα, από όπου θα αντλούσαν για να επιτεθούν εναλλάξ. Απορρυθμιστικός παράγοντας θα ήταν ένα μέλος με προσωπικές φιλοδοξίες μεγαλύτερες της ομάδας. Σε αυτήν την περίπτωση, τα αποθέματα της σφαίρας θα αποστραγγίζονταν γρήγορα από έναν και μόνο, αφήνωντας τα υπόλοιπα μέλη αδύναμα και ανυπεράσπιστα.
 
Κώνοι πάγου εκσφενδονίστηκαν προς το μέρος της. Η Ιντούν σήκωσε απότομα το χέρι της. Ριπές ανέμου, η ικανότητα που δεν είχε χρησιμοποιήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι παγωμένοι κώνοι, μετέωροι σταλακτίκεςεκτροχιάστηκαν ελαφρά από την ώση που προηγούνταν της πρώτης από τις επτά ριπές ανέμου που εξαπέλυσε η Αλχημίστρια. Όταν οι αέρινες λεπίδες ανέμου τεμάχισαν τους κώνους σε λείες, λεπτές φέτες, τα βλήμματα βρίσκονταν ήδη μακριά από την Ιντούν. Γύρω της και στην πλατεία έπεσε στιγμιαία βροχή από αόρατες εκλάμψεις και ύστερα χάθηκε. Ήταν η σκόνη του πάγου, πολλά μικρά σωματίδια που μοίρασαν λίγο βραδυνό φως στην ατμόσφαιρα πριν υγροποιηθούν και γίνουν ξανά ένα με τη μπάλα. Η Ιντούν αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα να δροσίζει ξανά. Η παγωμένη απειλή την προσέγγιζε πισόπλατα. Δεν έφτασε ποτέ όμως να τη χτυπήσει, γιατί η πορεία της ανακόπηκε από το φράγμα του αέρα που κατάφερε να υψώσει η Ιντούν την τελευταία στιγμή. Είδε τη δεύτερη φουρνιά από ιπτάμενους σταλακτίτες να ίπτανται μακριά από τον έλεγχο των Αλχημιστών και χαμογέλασε, καθώς διαπίστωνε πως σώθηκε από το κοφτερό μυαλό και την ενεργειακή της αίσθηση. Αν όρθωνε το φράγμα του αέρα πέντε δευτερόλεπτα αργότερα θα τραυματίζονταν. Μια μικρή μπάλα νερού πέρασε ξυστά από δίπλα της και την απέφυγε χωρίς κόπο, έσκυψε για να αποφύγει μία δεύτερη. Η Ιντούν κοίταξε τους Βαλησίνους παραξενεμένη. «Κουράστηκαν;» οι Βαλησίνοι δεν το έβαλαν κάτω όμως. Μια τρίτη μπάλα, στο ίδιο μέγεθος με τις προηγούμενες δύο προσπάθησε να πετύχει την Ιντούν με ταχύτητα, παρά με δύναμη, αλλά η Αλχημίστρια αναπήδησε δεξία πριν την φτάσει. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε μερικές φορές ακόμη με τους Βαλησίνους να αλλάζουν τη γωνία που εκσφενδόνιζαν τις σφαίρες τους, γιατί σίγουρα σφαίρες θεωρούσαν ότι πετούσαν και την Ιντούν να τις αποφεύγει με τη βοήθεια του ανέμου. «Τι στο καλό-» ξεκίνησε να πει και κράτησε την ανάσα μαζί με το τέλος της πρότασης. Απέφυγε την τελευταία σφαίρα πηδώντας ψηλά και με μία τούμπα προσγειώθηκε στο ίδιο σημείο, αλλά κοιτάζοντας μερικε΄ς μοίρες δεξιά. Εκεί την είδε. Η πρώτη από τις σφαίρες που απέφυγε, αιωρούνταν στο ύψος του θώρακα και δίπλα της περίμενε καρτερικά η δεύτερη και η τρίτη και η τέταρτη, έτσι που όλες οι σφαίρες που απέφυγε το τελευταίο λεπτό να σχηματίζουν ένα οκτάγωνο. Η Ιντούν βρέθηκε παγιδευμένη. «Τι κάνουμε τώρα;»

Στο βήμα βγήκε το ένστικτο που έκρωξε «Φωτιά!», αλλά η Ιντούν το έστειλε πίσω από εκεί που ήρθε με μία δυνατή κατραπακιά λογικής. Λογική, όχι συναίσθημα στις πράξεις, όχι όπως οι γονείς της. Είχε μάθει και εκπαιδεύονταν να είναι καλύτερη από αυτό. Οι επιλογές της ήταν λίγες. Καμία από τις ικανότητες το αέρα δε θα τη βοηθούσε να απωθήσει το νερό που την περικύκλωσε έγκαιρα και η φωτιά φάνταζε η εύκολη λύση, όχι όμως και η μοναδική. Το παιχνίδι σταματούσε όταν κάποιος σε άγγιζε και όχι όταν έτρωγες λίγο νερό πάνω σου.

Παρά το συνεχόμενο παιχνίδι, που καταλάβαινε ότι ήταν μία μάχη προετοιμασίας για τους νέους, η Ιντούν φρόντισε να κρατά στο νου της τις ισορροπίες. Ο Σίνγκεν κι εκείνη είχαν εισβάλει κατά κάποιο τρόπο στην κοινότητα και απειλούσαν να διαταράξουν μία ισορροπία που κανείς δε φαίνονταν να λαμβάνει υπόψη. Όση ώρα αντάλασσαν μπουγέλα και αεράκια με τους χωριανούς, τα ρεύματα του αέρα δονούνταν, ταράσσονταν και η βασική αρχή του αέρα ήταν ότι διψούσε για κίνηση. Η κίνηση θα μπορούσε να είναι αμελητέα αν βρίσκονταν στην ενδοχώρα, σε κάποιο μέρος με λόφους και βουνά κοντά. Τα νησιά Γκαγκ’τίν βρίσκονταν όμως στη θάλασσα, σε ανοιχτό πέλαγος και κανείς δεν εγγυόταν ότι με τόσους πάγους που εκσφενδονίστηκαν τα ρεύματα του αέρα θα βάραιναν, αλλάζοντας την κίνησή τους. Αν η Ιντούν επέλεγε να είναι εγωίστρια, θα χρησιμοποιούσε τη φωτιά και εκείνη, με τη σειρά της, θα πασπάτευε τα ρεύματα του αέρα για να γίνουν ελαφρύτερα στην κίνησή τους. Εκείνα τότε θα ταξίδευαν παρέα με τα παγωμένα αδέρφια τους, θα ανακατεύονταν, θα θέρειευαν μεσοπέλαγα, με μεγάλες πιθανότητες να δημιουργηθεί μία δίνη. Μία δίνη στην ατμόσφαιρα με μεγάλη ταχύτητα και άπειρο πέλαγος να τραφεί, θα προσέλκυε σύννεφα, χτίζοντας ένα τρομακτικό κυκλώνα, τρεις, ίσως και τέσσερις ημέρες μακριά από το σύμπλεγμα, αρκετές για να ισοπεδώσει τις καλαμωτές καλύβες στο πέρασμά του, εν μέσω των ιερών ημερών. Έτσι, η Ιντούν επέλεξε να τη χτυπήσουν οκτώ σφαίρες νερού και να τη βγάλουν από την ισορροπία της, ώστε να συνεχίσουν να χαμογελάνε οι θερμοκέφαλοι Βαλησίνοι γύρω της, η κοπέλα με τα πλούσια αστεία και τις μεγάλες Μαΐάννες και το κοριτσάκι που της έδωσε το λουλουδένιο στεφάνι.

Η Ιντούν γονάτισε.

«Βρυχηθμός του ανέμου!» Ο μικρός, αλλά δυνατός της ανεμοστρόβιλος έστειλε τους αντιπάλους της πίσω στην πλατεία.

Μούσκεμα, η Ιντούν σηκώθηκε για να προσπαθήσει να διαφύγει στην επόμενη σκεπή. Κανείς δεν ερχόταν κατά πάνω της. Σταμάτησε για μια στιγμή και αφουγκράστηκε τις φωνές. «Σίνγκεν;» Απορρημένη και ταυτόχρονα έκθαμβη, αφέθηκε να κοιτάζει το θόλο που, όπως μάντευε, ο Σίνγκεν βρίσκονταν αιχμάλωτος του... του... «Α! Το παιδί με τη σκάλα!» 

Δύο Πολεμιστές και δύο Αλχημιστές κατάφεραν να ανέβουν στη σκεπή που η Ιντούν απολάμβανε το θέαμα. «Φράγμα του Ανέμου. Καθίστε ησύχα να σας εξηγήσω.» τους είπε και με την πίεση του αέρα της τους κάθισε στη σκεπή για ένα γρήγορο μαθηματάκι.

«Αυτοί οι δύο εκεί», έδειξε προς το μέρος του Σίνγκεν και του αντιπάλου του, «για κάποιο λόγο τρώγονται από την ώρα που ήρθαμε εδώ. Καταλαβαίνετε την κοινή, έτσι;» οι Βαλησίνοι έγνεψαν καταφατικά απορρημένοι και ταυτόχρονα ξαφνιασμένοι. Το τελευταίο πράγμα που περίμεναν εκείνη τη νύχτα ήταν μία τρελή τύπισσα που χρησιμοποιεί τον άνεμο και μέχρι πριν λίγο κυνηγούσαν, να τους κάνει μάθημα.

«Ωραία», η Ιντούν συνέχισε ακάθεκτη, «αυτοί οι δύο εκεί λοιπόν λέγονται κοκόρια και τα κοκόρια την πατάνε. Πιστέψε με, εφτά έχω μεγαλώσει», σε εκείνο το σημείο τα μάτια των Βαλησίνων γούρλωσαν από το απίθανο της δήλωσης της Ιντούν, αναπτύσσοντας νέα επίπεδα σεβασμού για την τρελή τύπισσα που τους έκανε μάθημα στο μέσο της μάχης.

«Δείτε τον αρχηγό σας. Ο Αρχηγός σας δεν είναι αυτός;» οι Βαλησίνοι έγνεψαν και πάλι καταφατικά. «Καλό παιδί, με δυνατότητες, αλλά βιαστικός και εγωιστής.»

Ο θόλος άρχισε να περιστρέφεται επικίνδυνα.

«Πριν φέρετε αντίρρηση, πολύ ωραία η κίνησή του, πολύ φαντασμαγορικός ο θόλος του, πάω στοίχημα ότι θα έχει άπειρες κατακτήσεις αύριο, αλλά... επικεντρώθηκε στο δικό μου κοκόρι.» Οι Βαλησίνοι δεν καταλάβαιναν.

«Και για να το νικήσει, σας άφησε χωρίς δυνάμεις!» κατέληξε η Ιντούν και πλέον μπορούσε να καυχηθεί ότι είχε νικήσει τους αντιπάλους της, όχι με Αλχημεία, αλλά με συνειδητοποίηση. Τα παιδιά δεν είχαν καταλάβει τη σημασία και τους κινδύνους της πρωτοβουλίας του αρχηγού τους πριν τους μιλήσει η Ιντούν και καθώς το χώνευαν, ένιωσαν απροστάτευτοι.

«Μην του κακιώσετε, αυτή η γιορτή είναι ένα μάθημα και όλοι μας έχουμε πολλά να μάθουμε. Αυτό που σίγουρα μάθαμε σήμερα είναι πως όταν αποφασίζουμε να συνεργαστούμε, όπως με την υδρόσφαιρά σας, πρέπει να δίνουμε ευκαιρίες σε όλους. Πάω στοίχημα πως το νησί σας υποφέρει από πειρατές και γι’ αυτό έχετε σκληραγωγηθεί όλοι.» σε αυτό οι Βαλησίνοι έγνεψαν και πάλι καταφατικά, παρακολουθώντας την Ιντούν με θαυμασμό πλέον.

«Σκεφτείτε το αυτό στην επόμενη επίθεση. Αν συντονιστείτε και δεν τραβήξει ένας τις δυνάμεις σας, θα μπορέσετε να δράσετε ως ένα σώμα και να τους απωθήσετε εύκολα.»

Εκείνη τη στιγμή, ο αρχηγός των Βαλησίων νίκησε, αγγίζοντας το Σίνγκεν. Οι μαθητές ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς και η Ιντούν ένιωσε να τη μαχαιρώνουν στην καρδιά. Αρνούταν να πιστέψει πως ο Σίνγκεν έχασε, εκτός... εκτός κι αν είχε σχέδιο.

«Μη βιάζεστε να πανηγυρίσετε», τους είπε ήρεμα και τους ξανακάθισε με το φράγμα του ανέμου, «ο αρχηγός σας μόλις κέρδισε, αλλά το νησί μόλις έχασε. Νίκησαν οι πειρατές»

«Πώς γίνεται αυτό;» ρώτησε ανυπόμονα ο Βαλησίνος που κάθονταν στην άκρη της σκεπής.

Η Ιντούν έδειξε πρώτα στην κατεύθυνση του Σίνγκεν. «Ο αρχηγός σας επικεντρώθηκε στο δέντρο και έχασε το δάσος», έκλεισε το μάθημα δείχνοντας τον εαυτό της. Οι βραδυνοί μαθητές στράφηκαν προς τη νικήτρια του διαγωνισμού με τα σαγόνια να χάσκουν στη δεύτερη συνειδητοποίηση της βραδιάς.

Με ένα σάλτο, η Ιντούν, ακόμη βρεγμένη, κατέβηκε στην πλατεία και έψαξε το Σίνγκεν με τα μάτια.

«Σίνγκεν;» ψιθύρισε όσο τον αναζητούσε, ψάχνοντας περισσότερο την απάντηση στο ερώτημα που τη βασάνιζε και ελπίζοντας ότι δε θα τον αντίκριζε ηττημένο.


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Σίνγκεν ανάσαινε βαριά, έχοντας αφήσει μόλις μια τεράστια ποσότητα ενέργειας να φύγει από το σώμα του χωρίς να την χρησιμοποιήσει. Απέναντί του, ο μασκοφόρος Βαλησσίνος, μυώδης και ψηλός, τον κοιτούσε στα μάτια.

«Νίκησα εδώ, και θα νικήσω όσες φορές χρειαστεί. Μην προσπαθήσεις να με σταματήσεις.» του είπε.

Ο Σίνγκεν έκανε μια γκριμάτσα ενόχλησης, καθώς συνήλθε σιγά σιγά. Αναστέναξε. Ήθελε να του πει κάτι περιπαιχτικό, αλλά το μυαλό του ακόμα προσαρμοζόταν από την πρότερη κατάστασή του, και…το γεγονός ήταν ότι, ανεξάρτητα από το λόγο και τον τρόπο, μόλις είχε χάσει, και ότι και να πει θα φαινόταν ρηχό και ανούσιο.

Ναι, σάμπως και αυτό τον σταμάτησε ποτέ.

«Αλίμονο…το διδακτικό ένστικτο του Βοηθού Καθηγητή μέσα μου, τόσο ισχυρό, με οδήγησε στο να σου δώσω μια δωρεάν νίκη σήμερα, έτσι για να σε ενθαρρύνω. Πρόσεξε όμως, το εγχειρίδιο των Βοηθών Καθηγητών λέει ότι από τώρα και στο εξής πρέπει να σε χτυπήσω κάτω σαν χταπόδι για να δεις τα όριά σου, μέχρι να μπορείς να σταθείς στα πόδια σου!»  είπε ο Σίνγκεν παιχνιδιάρικα αλλά με μια αιχμή στον τόνο της φωνής του και στο βλέμμα του.

Ο Βαλησσίνος γρύλισε και πήγε να αρπάξει το Σίνγκεν από τον ώμο, αλλά εκείνη τη στιγμή κατέφτασε η Ιντούν και προσγειώθηκε μπροστά στο Σίνγκεν. Ο Χάκα Νάτου-αλ έκανε στην άκρη ξαφνιασμένος και τη θαύμασε από κοντά.

Ο Σίνγκεν μισόκλεισε τα μάτια του καθώς συνάντησε το βλέμμα της. Δεν ήθελε να την αντικρύσει αμέσως μετά την ήττα του, ειδικά μια ήττα με τέτοιο υπόβαθρο. Ήξερε άραγε η Ιντούν το γιατί πολεμούσαν με το νεαρό, ή την είχε κρατήσει απασχολημένη η μάχη?

«Είμαι καλά. Συγγνώμη αλλά δεν είχα καμία όρεξη να πάω στη γιορτή τους, οπότε σε έχωσα.» της είπε με ένα μικρό χαμόγελο και ένα παιχνιδιάρικο τόνο για να καλύψει τα συναισθήματά του. Μετά όμως την ακούμπησε απαλά στον ώμο με το χέρι. «Είδα πώς κινήθηκες και τους κράτησες όλους μακριά. Υπέροχη πτήση, Ιντούν.» της είπε χαμηλόφωνα, για να μην νομίσει η νεαρή γυναίκα ότι ο Σίνγκεν δήλωσε ότι της «χάρισε» τη νίκη. Όχι, ήταν δικαιωματικά δική της.

«Κάλα μαβ Σιάνα….Κυρά που χορεύει με τον άνεμο….Συγχαρητήρια για τη σημερινή νίκη.» είπε ο Χάκα Νάτου-αλ με σεβασμό και…δέος, βλέποντάς την από κοντά. «Σε περιμένουμε αύριο στη γιορτή μας, ως επίτιμη κριτή.» είπε επίσημα και με μια μικρή κλίση του κεφαλιού.

Μετά, μια παύση.

«Θα με δεις εκεί. Θα είμαι αυτός που θα βγει με την ιριδίζουσα μαϊάνα, σπάνια αλλά όχι ομορφότερη από εσένα.» είπε με απαλότερο τόνο, σχεδόν ευάλωτο. Ήταν νεαρός εξάλλου ακόμα.

«Αίσχος, αίσχος, επηρεασμός κριτή, το καταγγέλω!!» φώναξε ο Σίνγκεν και σφύριξε με τα  χείλη του σαν να είχε σφυρίχτρα. Ο Βαλησσίνος ξαφνιάστηκε και αν κοκκίνησε δεν φάνηκε πίσω από τη μάσκα του. Γρύλισε και γύρισε να φύγει, μη θέλοντας να είναι κοντά στο Σίνγκεν άλλο.

«Ουφ, αυτό και αν ήταν περισσότερο απ’ ό,τι περίμενα όταν ξεκινήσαμε τη βόλτα μας σήμερα το βράδυ. Τι θα έλεγες να γυρίσουμε σπίτι, Ιντούν?» της είπε με ένα μικρό χαμόγελο.

----------------------------

Το επόμενο πρωί, το νησί ήταν γεμάτο κόσμο. Οι δρόμοι και οι παραλίες ήταν γεμάτες όχι μόνο από τους κατοίκους του νησιού αλλά και των γύρω νησιών, που είχαν συγκεντρωθεί για τη σημαντική γιορτή.

Ο Σίνγκεν ήταν ακόμα ελαφρώς κατσούφης από χτες, αλλά τα χρώματα, τα σχέδια, οι φωνές, δεν μπορούσαν παρά να κινούν συνεχώς την περιέργειά του και εν τέλει να τον συνεπάρουν. Ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε καμία εμπορική δραστηριότητα παρά το μεγάλο πλήθος, υπογραμμίζοντας την ιερότητα των ημερών. Το χτεσινό βράδυ ήταν σαν «ξέσπασμα» εμπορίου και θεαμάτων για να ξεκινήσει μια πιο σοβαρή περίοδος έπειτα.

Στην παραλία είχαν στηθεί εξέδρες για τους κριτές και κάποια καθίσματα για το κοινό, τα οποία σίγουρα δεν έφταναν για όλους, αλλά οι περισσότεροι Βαλησσίνοι προτιμούσαν να κάθονται στα ρηχά νερά ή στις σκεπές των κοντινών σπιτιών.

Νεαροί Βαλησσίνοι είχαν μαζευτεί από νωρίς και είχαν παραταχθεί. Χωρίς μάσκες πλέον, με χρωματιστά σύμβολα καλοτυχίας και δύναμης στο πρόσωπό τους για την ημέρα, περίμεναν να ξεκινήσει η διαδικασία. Ο Σίνγκεν διέκρινε τον Χάκα Νάτου-αλ από τη σωματοδομή και τα τατουάζ που είχε, και έσφιξε το σαγόνι του πεισματάρικα.

Πολύ σύντομα, το πρωί του έγινε χειρότερο όταν ένας ηλικιωμένος Βαλησσίνος απομακρύνθηκε από τους κριτές και πλησίασε τους δύο Αλχημιστές της Ακαδημίας. Ήταν ο ίδιος γέρος με τον οποίο είχε αναγκαστεί να συνεννοηθεί, με χίλια ζόρια, ο Σίνγκεν όταν έφτασαν στο νησί προκειμένου να εξασφαλίσουν κατάλυμα, και μόλις τον είδε, ο Σίνγκεν ετοιμάστηκε ψυχολογικά για άλλη μια επώδυνη συνάντηση.

«Κάλα μαβ Σιάνα», είπε ο ηλικιωμένος με μια κλίση του κεφαλιού του προς την Ιντούν. Τα ρούχα του εκείνη την ημέρα ήταν τελετουργικά. «Μπορείς να με ακολουθήσεις στο χώρο των Χαρ-ιαλι, εκεί θα σου  πούμε ό,τι χρειάζεται να ξέρεις.» είπε με γαλήνιο τόνο και φωτεινά μάτια, και γύρισε να φύγει και να οδηγήσει την Ιντούν.

Και φυσικά…είχε μιλήσει την Κοινή με απόλυτα καθαρό και κατανοητό τρόπο, κάνοντας το σαγόνι του Σίνγκεν να πέσει και τα μάτια του διάπλατα να τρυπάνε την πλάτη του ηλικιωμένου κριτή, που στη συνάντησή τους καταλάβαινε με το ζόρι και είχε πασχίσει να συνεννοηθεί.

Ο γέρος τον είχε γλεντήσει!



Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Η πολυπαιγμένη δικαιολογία "σε έχωσα" και τα μισόκλειστα μάτια του Σίνγκεν ήταν αρκετή απόδειξη ότι δεν του άρεσε που έχασε σε αυτήν τη μονομαχία. Ο Βοηθός Καθηγητή με το υποτιθέμενο εγχειρίδιο -ναι, η Ιντούν πρόλαβε να ακούσει για το εγχειρίδιο- την κοίταζε στα μάτια από τη στιγμή που γνωρίστηκαν και είχε ένα βλέμμα πολύ έντονο ακόμη κι όταν έπαιζε, τέτοιο που στόχευε να αιχμαλωτίσει όποιον κοίταζε, να τον ξεγελάσει με υπόνοιες αστεϊσμού, επιφανειακό στολίδι μιας υποκείμενης βιαιότητας. Σε αυτήν την εσωτερική πάλη, την προσωπική διαμάχη του διπόλου του, η Ιντούν γίνονταν μάρτυρας καθημερινά τους τελευταίους μήνες. Παρατηρούσε το Σίνγκεν και έμαθε να διακρίνει τα ηλεκτρισμένα συναισθήματα που αναδύονταν φευγαλέα και μετά χαλιναγωγούνταν με χιούμορ. Το αυθεντικό βλέμμα του Σίνγκεν το μάντευε, αλλά ποτέ δεν το είχε αντικρίσει αμιγές και γι'αυτό δεν μπορούσε ακόμη να είναι σίγουρη αν τα συναισθήματα του ήταν πραγματικά ή αν ή Ιντούν ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος των δαιμόνων του.

Μετά την ήττα έκρυβε τα μάτια του σαν να προσπαθούσε να κρύψει όσα ξέφευγαν από τον ελεγχό του. Η Ιντούν δε μπορούσε παρά να τον συμπονέσει. Θα μπορούσε να απλώσει τα χέρια και να τον σφίξει στην αγκαλιά της παρά τις αντικρουόμενες σκέψεις. Τα λόγια που πρόφερε και η "έλλειψη όρεξης", φημισμένες παραλλαγές θιγμένων εγωισμών, συνήθως φώναζαν πίσω από τους ισχυρισμούς τους πως είχαν μεγάλη ανάγκη από μία αγκαλιά για να λιώσουν μέσα. Τουλάχιστον οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις ανακαλούσε να πεισμώνουν με ένα " Είμαι καλά! " και μισό λεπτό αργότερα να τη σφίγγουν ασφυκτικά, ενώ τους παίρνει ο ύπνος ή ξεκουράζουν το χοντρό κεφάλι τους στον ώμο της ενώ τους τυλίγει στοργικά, ανάλογα με την ηλικία ή μάλλον, με την περίσταση. Του άξιζε μια ζεστή, αν και καταβρεγμένη, αγκαλιά για να του δείξει ότι η ήττα δεν τον έκανε να φαίνεται λιγότερος στα μάτια της. Αφέθηκε στο ένστικτο να κινήσει το σώμα της. Ή Ιντούν ξεκίνησε να κάνει το πρώτο βήμα... Αλλά ο Σίνγκεν ανακατεύθυνε την προσοχή σε εκείνη με το άγγιγμα στον ώμο που τη συγχαίρονταν. Η Ιντούν έμεινε με τη θέληση μετέωρη και χέρια βαριά.

"Παλιοκοκόρι! Να καθίσεις μόνος σου! " Σκέφτηκε, αλλά δεν προλαβε να κατσουφιάσει γιατί της τράβηξε την προσοχή το παιδί με τη σκάλα.

Πώς την είπε; Κυρά που χορεύει με τον άνεμο; καλό. Αλλά... Κυρά; Ε δεν ήταν και τόσο μεγάλη πια! Δυο ή τρία χρόνια πρέπει να του έριχνε και πάλι με το ζόρι! Τα λόγια που ακολούθησαν όμως τη μούδιασαν. Της είχε πει πως ήταν όμορφη! Ακόμη κι αν δεν έβλεπε τα μάτια του παιδιού με τη σκάλα, η Ιντούν αισθάνονταν την ειλικρίνεια και την αγνότητά του. Το Βαλησίνο Αλχημιστή μπορούσε να τον πιστέψει. Πόσες φορές της είχαν πει ότι είναι όμορφη; Δε μετράει ο Σίνγκεν, πρεπει να της το είχε πει καμιά πεντακοσαριά φορές και μάντευε ότι ήταν πεντακόσιες από τις άπειρες που έλεγε το ίδιο σε όλες τις κοπέλες. Δε μετρούσαν και τα αδέρφια της που είχαν τα μάτια της κουκουβάγιας και εξιδανίκευαν την αδερφή τους. Μετρημένες λοιπόν φορές της είχαν κάνει πραγματικά ένα τέτοιο κοπλιμέντο. Αν ο Αναξίμανδρος μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη της θα της έλεγε ότι δε βλέπει μπροστά της και ότι όσο έξυπνη είναι στην Αλχημεία τόσο χαζή είναι στους άνδρες. Άρχισε να βλέπει λοιπόν; Πώς θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε τόσο γλυκό και ντροπαλό κοπλιμέντο; Η στιγμή ράγισε και αχρηστεύτηκε για πάντα με την περιπαικτική εισβολή του Σίνγκεν.

"Κοκόρια και τα δυο", ξεφυσηξε η Ιντούν και αποχώρησε.

~

Ηλιόλουστη η τελετή της ενηλικίωσης, ξημέρωσε αισιόδοξα η μέρα που έμελλε να στέψει τον επόμενο αρχηγό των νέων του συμπλέγματος Γκαγκτ' ίν. Η Ιντούν ήταν αναποφάσιστη για τα ρούχα που έπρεπε να φορέσει, όχι ότι είχε και πολλά ή ακριβά ρούχα μαζί της. Ήθελε όμως να φαίνεται αρκετά κριτής. Έριξε πάνω της ένα φαρδύ πουκάμισο που φαινόταν σε καλύτερη κατάσταση από τα υπόλοιπα, πράσινο-μπλε κι αυτό, το αγαπημένο της χρώμα και ένα κολάν, όπως συνήθως, για να κινείται ελεύθερα αν χρειαστεί.

Τι θέαμα! Πόσος κόσμος! Ρυάκια Βαλησίνων εκβάλαν στις ακτές του νησιού από όλο το σύμπλεγμα και σχημάτιζαν εορταστική λαοθάλασσα που ανεβοκατέβαζε τη στάθμη της συγχρονισμένη με την παλίρροια. Τα παιδιά πλατσούριζαν στο νερό, το φυσικό τους περιβάλλον και οι μεγάλοι περίμεναν ανυπόμονοι να ξεκινήσει η τελετή ή έτρεχαν να ξεπροβοδίσουν με ευχές καλοτυχίας τους συμμετέχοντες. Τους ξεχώριζε κανείς από μακριά. Νεαροί Βαλησινοι, απογυμνωμένοι από τη μέση και πάνω στόλισαν το σώμα τους με τελετουργικά τατουάζ γεμάτα περίτεχνα σχέδια, κύματα και καρχαρίες, παραστάσεις μαχών με τρίαινες και κατορθώματα ηρωικά.

Ο Τελετάρχης πλησίασε την Ιντούν και το Σίνγκεν, την αποκάλεσε με το νέο της τίτλο που φαίνεται να είχε κυκλοφορήσει γρήγορα στο νησί. "Κυρά να πεις την Ιλίντιεν! Εικοσιένα είμαι καλέ μου κυριουλη! ", σκανδαλίζονταν με τη σκέψη και την έννοια της κυράς η Ιντούν.

" Οδηγήστε με παρακαλώ", αποκρίθηκε με γλυκό χαμόγελο, χωρίς να θέλει να τον προσβάλει.

Ο γέρος και η Ιντούν σταμάτησαν μπροστά στις εξέδρες. Σύντομα, οι νέοι τους περικύκλωσαν και έσφιξαν τον κλοιό μέσα στην έξαψη. Ο γέρος που παρεβρίσκονταν στην τελετή κάθε χρόνο ήξερε πως οι συμμετέχοντες μπορούσαν να ρίξουν κάτω τους κριτές από ανυπομονησία και ενθουσιασμό και έτσι άρχισε να τους φωνάζει στην τοπική διάλεκτο να αφήσουν χώρο με τόνο γονέα που μαλώνει τα άτακτα παιδιά του. Το πλήθος ανασάλεψε. Κάποιοι κινήθηκαν προς τα πίσω και κάποιοι περίμεναν πονηρά να πάρουν προτεραιότητα σε αυτό που θα ξεκινούσε. Άλλοι είχαν μάθει για την ξένη παρουσία και προσπάθησαν να πλησιάσουν για να ρίξουν μια ματιά. Ένας έσπρωξε λίγο περισσότερο κι ένας άλλος έχασε κάπως την ισορροπία του, βάζοντας άθελά του τρικλοποδιά σε έναν μπροστινό που θα έπεφτε πάνω στην Ιντούν. Αυτή το κατάλαβε τελευταία στιγμή και γύρισε γρήγορα για να αποφύγει την επικείμενη χαλκομανία, όμως ο Βαλησινος δεν έπεσε ποτέ επάνω της. Ένα τεράστιο χέρι ανέκοψε την πορεία του νεαρού συμμετέχοντα, προστατεύοντας έτσι την Ιντούν. Η Αλχημίστρια εντυπωσιάστηκε από τις παραστάσεις των τατουάζ του. Τεράστια κύματα ξεκινούσαν από τους καρπούς του και βρυχόταν ενάντια στον άνεμο με τον οποίο περιπλέκονταν σε μία διαμάχη φρακταλική, όπου το ρόλο βοηθών έπαιζαν άχρονα τέρατα και γενναίοι πολεμιστές. Οι καρχαρίες-πνεύματα στα μπράτσα του ήταν τόσο καλά σχεδιασμένοι που σχεδόν έμοιαζαν ζωντανοί. Η Ιντούν κοίταξε ψηλά και τον ευχαρίστησε με ένα γλυκό χαμόγελο, αγνοώντας πλήρως πως αυτός ήταν ο Βαλησίνος που νίκησε το Σίνγκεν μία νύχτα πριν. Ο γέρος έβαλε σοβαρά τις φωνές αυτή τη φορά και οι συμμετέχοντες μαζεύτηκαν.

"Κάλα μαβ Σιάνα έχεις τις ευχαριστίες του λάου μου για την προσφορά σου" Είπε και έδειξε τα καλάθια με τα τιτόκι. Επευφημίες ακούστηκαν παντού γύρω της.

"Μαζί με το Σίνγκεν το κάναμε", διόρθωσε η Ιντούν, αλλά η φωνή της χάθηκε στις πανηγυρικές ιαχές των νέων Βαλησινων. Ο γέρος δεν έδωσε σημασία στα λόγια της και συνέχισε.

" Τις ευχαριστίες μας που μας τιμάς με την παρουσία σου στην ιερή μας τελετή", νέος γύρος πανηγυρισμών εξαπλώθηκε σαν κύμα και η Ιντούν έχασε την ευκαιρία να τους υπενθυμίσει ότι οι ίδιοι την κάλεσαν.

"Ζητούμε ταπεινά την κρίση του ανέμου στην ιερή δοκιμασία", είπε τονίζοντας την ιερότητα της δοκιμασίας και έδειξε τους συμμετέχοντες, "με τα τιτόκι για δόλωμα, που τόσο απλόχερα μας πρόσφερες, οι νέοι θα επιχειρήσουν να παρουσιάσουν στο λαό μας την απόδειξη ότι είναι οι εκλεκτοί και αντιπρόσωπος του λαού μας φέτος είσαι εσύ! "

"Να αγχωθώ;", σκεφτόταν όσο περίμενε τον τρίτο κυμα ιαχών να σωπάσει.

" Η δοκιμασία είναι απλή και ο ρόλος σου εύκολος. Οι συμμετέχοντες θα προσπαθήσουν να βγάλουν στη στεριά από ένα ιερό τέρας, τη Μαϊάννα και αυτός που θα βγάλει τη σπανιότερη στέφεται εκλεκτός! Εσύ, Κάλα μαβ Σιάνα, θα πρέπει απλά να τους παρατηρείς από εκεί και να αναφέρεις το χρώμα της ψαριάς " Ο γέρος της έδειξε μία υπερυψωμένη θέση όπου υποτίθεται πως έπρεπε να καθίσει και να παρακολουθεί, αλλά η Ιντούν είχε τις αντιρρήσεις της.

"Με όλο το σεβασμό θα μου επιτρέψετε να αρνηθώ εκείνη τη θέση", αποκρίθηκε η Ιντούν και έδειξε το υπερυψωμένο κάθισμα που δε θα της χρησίμευε σε τίποτα. Ενοχλημένα μουρμουρητά και αμήχανοι ψίθυροι ακούστηκαν γύρω της. Ο γέρος την κοιτούσε παγωμένος.

" Δε θα ήταν καλυτερο αν η κυρά που χορεύει με τον άνεμο επέβλεπε τους άνδρες από τον αέρα; Επιτρέψτε μου να πετάξω και σας υπόσχομαι πως η τελετή θα γίνει πιο δίκαιη! "

Τα λόγια της Ιντούν ήταν σωστά φυσικά και ο γέρος το κατάλαβε ταυτόχρονα με το πλήθος που ξέσπασε σε χειροκροτήματα που επικροτουσαν την ανέλπιστη αν και κάπως παράτολμη έκφραση σοφίας. Οι κάτοικοι των νησιών Γκαγκτ’ιν πήραν θέση στα γύρω σπίτια πιο αισιόδοξοι από ποτέ για την επικείμενη τελετή τους. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε πίσω από την πλάτη της και τα τεράστια χέρια του Βαλησίνου που δρούσε σαν σωματοφύλακας της προσγειώθηκαν απαλά στους ώμους της. Η Ιντούν γύρισε για να του πει πως αν ήταν να λιποθυμησει από το άγχος δε θα προσπαθούσε να τον πιάσει. Ο καημένος δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του τόση ώρα όμως και φρόντιζε η παρουσία του να είναι αόρατη για την Ιντούν, εκτός από τη σκιά του που την έριχνε με τρόπο που δεν επέτρεπε στον ήλιο να την ενοχλεί.

"Ποια μαϊάννα είναι πιο σπάνια;" τον ρώτησε δυνατά, σε μια προσπάθεια να ακουστεί πάνω από τα χειροκροτήματα. Ο Βαλησίνος έσκυψε στο ύψος του αυτιού της και εξήγησε πως οι συχνότερες ήταν οι πράσινες, μετά οι μπλε, μετά οι μωβ, σπανιότερες ήταν οι ασημένιες, μετά οι χρυσές και πιο δυσκολες από όλες οι ιριδίζουσες, μία στις εκατό.

"Είσαι ο καλυτερος! ", είπε η Ιντούν με το αστραφτερό της χαμόγελο και του έκλεισε το μάτι συνωμοτικά, έτσι όπως θα έκανε για να επικροτήσει μία σωστή σκανδαλιά του Έλιοτ, αλλά ο κόσμος σταμάτησε για το Χάκα Νάτου-αλ. Ήταν γλυκός. Δε συγκρίνονταν με το Σίνγκεν, αλλά παρέμενε γλυκός και... σαν να της θύμιζε κάτι...

Η Ιντούν έκανε ένα βήμα μπροστά, έτοιμη να χρησιμοποιήσει το βήμα του Αιόλου, όταν  ο Βαλησίνος πίσω της φώναξε "Θα σου φέρω την ιριδίζουσα! "

"Το κοκόρι!" τον αναγνώρισε καθώς ανέβαινε, γιατί τότε συνειδητοποίησε ποιος ήταν αυτός ο Βαλησίνος με τα υπέροχα τατουάζ, του οποίου ούτε το όνομα, ούτε μέχρι πρότινος, την όψη γνώριζε. Έψαξε με το βλέμμα της το Σίνγκεν, τον οποίο εντόπισε πάνω σε μία σκεπή και του έκανε ένα νευμα πως όλα ήταν καλά, ενώ από μέσα της αναρωτιόταν αν είχε εντοπίσει το χθεσινό του αντίπαλο. Πώς θα συμπεριφέρονταν ο Σίνγκεν αν το γλυκό παιδί με τη σκάλα και τα υπέροχα τατουάζ διεκδικούσε ξεκάθαρα την Ιντούν, τώρα που η ίδια γνώριζε ότι όντως τη θεωρούσε όμορφη; Μπορεί και να μην τον ένοιαζε πραγματικά, αλλά τι σημασία είχε; Δυστυχώς, για την Ιντούν που συνέχιζε να παραμένει τυφλή (και κουφή), είχε.

Το πλήθος στην ακτή σάλεψε και πάλι. Αυτή τη φορά, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο διακριτές ομάδες. Συντονισμένοι, κοπάνησαν το δεξί τους πόδι στο έδαφος και έκλεισαν ηχηρά τις παλάμες τους, απογειώνοντας την πρώτη κίνηση του τελετουργικού χορού τους με μια βροντερή ιαχή. Τα νερά κατσάρωσαν στον εξευμενισμό των πνευμάτων και ο Χάκα Νάτου-αλ ηγούνταν της ομάδας του με ιδιαίτερο ζήλο. Ο χορός κράτησε λίγα λεπτά, όπου το πλήθος και οι δυο καλεσμένοι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Οι Βαλησίνοι, με τις κοφτές και δυνατές κινήσεις τους τράνταξαν το έδαφος μια τελευταία φορά και τελείωσαν το χορό με τα μπράτσα σταυρωμένα προς τα κάτω. Την επόμενη στιγμή, οι ομάδες διασκορπίστηκαν και οι συμμετέχοντες έπιασαν διάφορα σημεία της παραλίας, κουβαλώντας από ένα καλάθι τιτόκι. Δόλωσαν με μιας και το ιερό κυνήγι ξεκίνησε.


Σίνγκεν Σινόντα

“…και μετά ΤΟΛΜΗΣΕ το ζουλάπι να της πει ότι είναι πιο όμορφη από την ιριδίζουσα Μαϊάνα!!» φώναξε ο Σίνγκεν.

«Δεν είναι?»

«ΦΥΣΙΚΑ και είναι, τι να πει ένα ψάρι με χρώματα μπροστά στην Ιντούν? Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, το θέμα είναι ότι το είπε ΑΥΤΟΣ!» συνέχισε να ωρύεται ο Σίνγκεν.

Είχε κάτσει σε μια σκεπή για να δει την τελετή-και κυρίως την Ιντούν, μιας και τα γεγονότα τον είχαν προκαταβάλλει αρνητικά απέναντι στην τελετή και αυτούς τους αυθάδεις νησιώτες-, και κάποια στιγμή είχε έρθει και καθίσει δίπλα του μια μεσήλικας Βαλησσίνη, η οποία μάλιστα είχε φέρει και φαγητό σε κουτί. Μικρούτσικα τηγανιτά ψαράκια, πεντανόστιμα, τραγανά και καλυμμένα με αλεύρι κάποιου είδους. Όπως κάθε γυναίκα αυτής της ηλικίας, σύντομα είχε καταφέρει να πιάσει κουβέντα με το Σίνγκεν.

Του έτεινε το κουτί, και χωρίς να κοιτάζει ο Σίνγκεν πήρε ένα ψαράκι και μασούλησε. Ηρέμησε λίγο. Ήταν νόστιμο.

«Εσύ της το έχεις πει?» ρώτησε η γυναίκα με γαλήνιο τόνο και διασκέδαση στη φωνή της.

«Φυσικά και της το έχω πει. Και της το έχω δείξει. Με τα μάτια μου, όταν την κοιτάζω. Δεν γίνεται να μην το βλέπει, κάθε φορά που την κοιτάζω στα μάτια αισθάνομαι σαν ανόητος γιατί πιστεύω ότι μάλλον λιώνω μπροστά της. Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό, αναρωτιέμαι αν τα πόδια μου τρέμουν χωρίς να το καταλαβαίνω. Όχι…μάλλον όχι, αλλιώς θα είχε γελάσει, έτσι δεν είναι?»

«Μχμ….» συμφώνησε η γυναίκα με χαμόγελο και συνέχισε να κοιτάζει τις προετοιμασίες για την τελετή.

«Και το χειρότερο απ’ όλα είναι-» ξεκίνησε ο Σίνγκεν, αλλά ξαφνικά σταμάτησε και πάγωσε. Αυτό το τέρας αυθάδειας, αυτός ο μικρός που δεν είχε κανένα ένστικτό επιβίωσης για να βάζει τον εαυτό του στο δρόμο του Σίνγκεν….την άγγιξε στους ώμους!

«Την…την…» ξεκίνησε να ψελλίζει ο Σίνγκεν, και το πρόσωπό του κοκκίνιζε όλο και περισσότερο, καθώς τους είδε να μιλάνε, και τον Βαλησσίνο ακόμα και να της ψιθυρίζει στο αυτί.

Ο Σίνγκεν ανάσαινε βαριά, και γύρισε να δει την γυναίκα που τον κοιτούσε περίεργα αλλά και μια πονηρή ματιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Με συγχωρείς για λίγο, θεία.» είπε και περπάτησε στη σκεπή, πήδηξε από σκεπή σε σκεπή σε σκεπή.

Μετά από λίγο….ακούστηκε μια σειρά από βροντές που έκαναν σπίτια να σειστούν, μια σειρά ξαφνικών φώτων σαν αστραπές αλλά χωρίς κάτι να φαίνεται, και ο άνεμος βούηξε από τη λάθος κατεύθυνση, φέρνοντας μια τρομερή φωνή.

«ΘΑ ΣΕ ΛΙΩΣΩ!!!!!!!!»

Ίσως όμως ήταν απλά παιχνίδισμα του ανέμου, καθώς χτύπησε τον άνεμο που ερχόταν από τη θάλασσα και αναμίχθηκαν.

Μετά από λίγο, ο Σίνγκεν επέστρεψε στη θέση του δίπλα στη γυναίκα.

«Ψαράκι?» τον ρώτησε και του έτεινε το κουτί.

«Ναι παρακαλώ.» απάντησε χωρίς να την κοιτάξει και πήρε ένα. Εκείνη τη στιγμή, η τελετή ξεκίνησε.

Ο Σίνγκεν παρατήρησε τους Βαλησσίνους να δολώνουν, προκειμένου οι Μαϊάννες, που είχαν εξαιρετική όσφρηση, να πλησιάσουν τα νερά και την ακτή. Μετά, ο ένας μετά τον άλλο, με κάτι σαν καμάκι στο χέρι, μπήκαν στο νερό.

«Το κυνήγι της Μαϊάνας είναι ιδιαίτερα απαιτητικό, με πολλούς τρόπους.» ξεκίνησε με ευχάριστο τρόπο η γυναίκα. «Οι ψαράδες αποφασίζουν πόσο ρίσκο θέλουν να πάρουν, πόση υπομονή να δείξουν. Οι πράσινες και μπλε είναι εύκολες, αλλά μήπως μπορούν να τα πάνε καλύτερα? Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος. Οι ψαράδες έχουν αντιπάλους τους το χρόνο, την τύχη, και ο ένας τον άλλο.» είπε η γυναίκα.

«Και επίσης…τις ίδιες τις Μαϊάνες. Θρύλοι λένε ότι οι ιριδίζουσες είναι έτσι επειδή τρέφονται με άλλες Μαϊάνες και παίρνουν τα χρώματά τους. Είναι οι πιο μεγάλες, οι πιο επικίνδυνες και οι πιο έξυπνες, και το να νικήσει μία ένας ψαράς, στο φυσικό της περιβάλλον, χρειάζεται ικανότητες πέρα από την υπομονή και την τύχη.» εξήγησε η γυναίκα.

«Μάλιστα…» είπε ο Σίνγκεν, ακόμα κακόκεφος και μασουλώντας. Ήθελε να φύγει από αυτό το νησί επιτέλους.

«Μου φαίνεσαι και εσύ σαν άνθρωπος που έχει δει πολλές Μαϊάνες, αλλά επέλεξε να μην πιάσει καμία, μέχρι που βρήκε την ιριδίζουσα.» σχολίασε ήρεμα η γυναίκα, καθώς κοιτούσε το νερό. Κάποιοι Βαλησσίνοι ξεκίνησαν να βγαίνουν στην επιφάνεια, είτε έχοντας πιάσει Μαϊάνα, είτε πολεμώντας ακόμα, με καμάκι και Αλχημεία.

Ο Σίνγκεν γύρισε απότομα το κεφάλι του, τόσο που σχεδόν έκανε κρακ, ξαφνιασμένος από τα λόγια της.

«Υπομονή, ρίσκο, και γενναία μάχη, με τους ανταγωνιστές και με τη Μαϊάνα. Αυτό μας διδάσκει η τελετή.» είπε η γυναίκα κοιτώντας τον και χαμογελώντας.

«Μιλάμε ακόμα για τα ψάρια, σωστά?» ρώτησε ο Σίνγκεν.

«Πάντα.» απάντησε η γυναίκα με ένα χαμόγελο που έλεγε πολλά. «Και, αν σου άρεσαν τα ψάρια που έφτιαξα, θα σου ζητήσω να μην θυμώνεις πολύ με το Χάκα Νάτου-αλ. Είναι σαν τον πατέρα του, γενναίος και έτοιμος να πολεμήσει γι’ αυτό που θέλει, αλλά πιστεύω το ξέρει κατά βάθος ότι αυτή η Μαϊάνα δεν είναι γι αυτόν.» είπε στοργικά και γεμάτη μητρικό καμάρι η γυναίκα.

Και το σαγόνι του Σίνγκεν έπεσε, καθώς η τελετή έφτανε στο τέλος της.


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Ανέκαθεν, προτέρημα της Αλχημείας του Αέρα ήταν η πτήση ή η ικανότητα στάσης σε υψόμετρο άφταστο από ζωντανά άτομα, εκτός κι αν πετούσαν. Ας μη γελιόμαστε, οι Αλχημιστές του Αέρα έχουν πάντα τις καλύτερες ιστορίες να διηγηθούν γιατί απλά, έχουν πάντα την καλύτερη θέα.

Η παραλία του νησιού με την κατάχρυση άμμο της υφαίνονταν με τους αφρούς των κυμάτων στον αργαλειό της γης. Της έπαιρνε αιώνες να υφάνει, στο έργο της γεννιόταν και εξανεμίζονταν αμέτρητες γενιές ζωής. Πότε θα τελειώσει αυτό το έργο παραμένει άλυτο μυστήριο μιας και η αδερφή της Μητέρας, η Ωκεανία, υφαίνει το δικό της εργόχειρο ξυλώνοντας κλωστίτσες της γης. Έτσι, κάθε γενιά ζωντανών αντικρίζει μανάχα ένα στιγμιότυπο του ανταγωνισμού του και αυτό είναι μοναδικό γιατί το υφαντό μεταβάλλεται συνεχώς.

Οι νεαροί Βαλησίνοι Αλχημιστές και Πολεμιστές ζωγράφιζαν τα προσωπικά τους σχέδια στα σύνορα των δύο υφαντών. Από το ύψος που στέκονταν η Ιντούν φάνταζαν πανέμορφα αν και παροδικά. Η παροδικότητα καθ’ εαυτή έκρυβε μια ομορφιά από μόνη της όμως. Ήταν πολύτιμη εξ’ αιτίας εφημερίας της. Μια ματιά και περνούσε στην ιστορία, φυλάσσεται στις μνήμες και δίνει τη σκυτάλη στην επόμενη στιγμή. Θησαυρός πολύτιμος.

Οι συμμετέχοντες απλώθηκαν σαν το αλάτι που διαλύθηκε στη θάλασσα. Σχεδόν οι μισοί προτίμησαν να μείνουν στις εξέδρες και τις προεκτάσεις τους. εκείνη η θέση θα τους εξασφάλιζε σταθερότητα και ασφάλεια, αλλά κρίνοντας από το βάθος, η Ιντούν αμφέβαλλε για τη σπανιότητα των θηραμάτων που ανέμεναν. Οι υπόλοιποι σάλπαραν. Άλλοι με βάρκες, άλλοι με κανό, μερικοί τολμηροί, ανάμεσά τους και ο Χάκα Νάτου-αλ, καβάλησαν παραδοσιακές σχεδίες από ελαφρύ καλάμι με σκληρή πέτσα και έπλευσαν στα βαθιά. Η Ιντούν χάρηκε με την απόφασή της να πετάξει. Αναμφισβήτητα επισκοπούσε την ακτή σε όλη της την έκταση. Όλοι οι συμμετέχοντες βρίσκονταν στο οπτικό της πεδίο και η ορθότητα της απόφασής της τη γέμιζε με την απαραίτητη αυτοπεποίθηση. Αν –και εφόσον- χρειάζονταν να παρέμβει με κάποιο τρόπο, θα βρίσκονταν σε απόσταση βολής.

Σφύριξαν οι πετονιές που έσκιζαν τον αέρα. Η κίνησή τους κατέληγε σε υπόκωφους παφλασμούς κάθε φορά που το αγκίστρι με το δολωμένο τιτόκι άγγιζε την επιφάνεια της θάλασσας. Τα δολώματα βυθίστηκαν αργά. Ησυχία αναμονής στους νεαρούς ψαράδες. Η Ιντούν παρατήρησε τον εξοπλισμό τους και είδε τους κουβάδες με το δόλωμα, στο οποίο, ο Σίνγκεν και εκείνη είχαν συνδράμει δραστικά και ένα μακρύ καμάκι. Όλα φαίνονταν ίδια από ψηλά και σίγουρα, το κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν η μύτη τους, κατασκευασμένη από ηφαιστειακή πέτρα. Η Ιντούν σκέφτηκε πως θα πρέπει να ήταν κατάλληλη για να διαπερνά τη σκληρή επιδερμίδα της Μαϊάννα και σε λίγο θα διαπίστωνε πως είχε δίκιο.

Η Ιντούν πέρασε ένα δεκάλεπτο να παρατηρεί τις κινήσεις των συμμετεχόντων και την ανταπόκριση του νερού. Σε όλη τη διάρκεια της αναμονής, οι νεαροί Βαλησίνοι άλλαζαν θέση, μετακινώντας αργά την πετονιά τους, προσομοιάζοντας τις κινήσεις των τιτόκι κάτω από το νερό και να προκαλέσουν αντανακλάσεις που θα προσέλκυαν τα ιερά τέρατα. Δειλά, οι πρώτες Μαϊάννες πλησίασαν την ακτή. Το μόνο που φαίνονταν από ψηλά ήταν υδάτινα σουλατσαρίσματα γεμάτα ανεμελλιά και βενθική καθοδήγηση, μέχρι που η επιφάνεια φάνηκε να φουσκώνει και η πρώτη ραχοκοκαλιά αναδύθηκε. Οι Μαϊάννες επέστρεψαν στο βυθό σε μια προσπάθεια να κοροϊδέψουν τα θηράματά τους και η Ιντούν τις έβλεπε σκοτεινές, φιδογυριστές σκιές που ελόχευαν. Κάποιες πλησίασαν στην ακτή, έφεραν κύκλο ως τις προβλήτες και έκαναν να απομακρυνθούν. Σπασμωδικά κυμάτα, σαν ανήλικα πλατσουρίσματα άφρισαν κοντά στην προβλήτα και οι πρώτες Μαϊάννες, μπλε και πράσινες, ξεπήδησαν από το νερό, καθώς καταβρόχθιζαν τα θηράματά τους σαν σωστοί κυνηγοί. Οι ψαράδες τράβηξαν τις πετονιές καταπάνω τους με δύναμη και όσες Μαϊάννες πιάστηκαν στα αγκίστρια παρασύρθηκαν κι αυτές, καθώς αντιστέκονταν λαίμαργα στην αιχμαλωσία τους. Οι τυχεροί Βαλησίνοι άρπαξαν το καμάκι και το έμπηξαν ανάμεσα στα μάτια των ιερών ζώων με χειρουργική ακρίβεια. Η Ιντούν έφτασε γρήγορα στο μέρος τους και σήκωσε το γρήγορα το χέρι, ενώ ανακοίνωνε φωναχτά τα χρώματα. Όσους άγγιξε στον ώμο πήραν τις Μαϊάννες τους και κατευθύνθηκαν προς τον τελετάρχη, οι υπόλοιποι συνέχισαν. Με μία ματιά που έριξε που στα ζωντανά, η Ιντούν ενθουσιάστηκε και απογοητεύτηκε ταυτόχρονα. Οι Μαϊάννες ήταν πανέμορφες όπως τις περιέγραφαν, σώματα δυνατά και ευκίνητα, σαν υγρό κυπαρρισί και μπλε που έρρεε με το φως του ήλιου. Κάθε ένα από την ψαριά ζύγιζε σίγουρα ενάμισι κιλό, αν όχι περισσότερο και είχαν μήκος σχεδόν ένα μέτρο, δηλαδή, για να τραβηχτεί ένα τέτοιο ζώο στη στεριά απαιτούνταν σημαντική δύναμη και συντονισμός. Τους θαύμασε, αλλά δεν ξέχασε να σημειώσει ότι αυτοί οι Βαλησίνοι αρέσκονταν στο δράμα, μιας και τα πρώτα ζώα που είδε δεν είχαν καμία σχέση με το τελετουργικό τέρας που αντίκρισε την προηγούμενη νύχτα.

Πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και ενώ η Ιντούν πρόσεχε τους εναπομείναντες συμμετέχοντες, κάποια από τα αγόρια σήκωσαν το χέρι τους σε ένδειξη παραίτησης και αποχώρησαν. Η Ιντούν πλησίασε γρήγορα και είδε ότι τους είχε τελειώσει το δόλωμα. Τους συνεχάρη για την προσπάθειά τους και τους άφησε να φύγουν πριν επιστρέψει στα βαθιά, όπου πλέον είχε μείνει το ένα τρίτο των συμμετεχόντων. Ο Χάκα Νάτου-αλ δεν έδειχνε σημάδια κινητοποίησης πάνω στη σχεδία του. Της έκανε εντύπωση αρχικά, αλλά η Ιντούν διαπίστωσε πως η δοκιμασία ήταν σχεδιασμένη να κρατήσει λίγο. Κάθε συμμετέχων είχε στη διάθεσή του μόνο πέντε τιτόκι και όφειλε να τα χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά, όπως έμοιαζε να κάνει το «κοκόρι».

Οι Μαϊάννες κινήθηκαν βαθύτερα, εκεί που τις περίμεναν διεσπαρμένα γύρω στα είκοσι άτομα με τα πλεούμενά τους. Πρέπει να λαχταρούσαν πολύ τα τιτόκι, γιατί τα άλματα  και οι αψιμαχίες τους κάτω και πάνω από το νερό έμοιαζαν περισσότερο με παιχνίδι με επιβολής και επιβίωσης, παρά με χορό της θάλασσας. Απογοητευμένες φωνές ακούστηκαν και η Ιντούν χαμήλωσε για να αγγίξει τους ώμους Βαλησίνων με άδειους κουβάδες, για να τους κατευοδώσει με τα ανάλογα συγχαρητήρια. Ο Χάκα Νάτου-αλ και μερικοί ακόμη παρέμεναν ατάραχοι. Μια πετονιά τσίμπησε γερά και ο νεαρός Βαλησίνος πανηγύρισε τη νίκη του, βάζοντας όλη του τη δύναμη να τραβήξει τη Μαϊάννα. Τα επιφωνήματα μετατράπηκαν σε τρομαγμένη κραυγή γρηγορότερα από όσο θα έπρεπε. Η Ιντούν γύρισε προς το μέρος του με όλη της την ταχύτητα. Από τη βάρκα του ακούστηκε ένα ανησυχητικό «κρακ». Οι μωβ Μαϊάννες είχαν μπει στο παιχνίδι και οι ψαράδες έμοιαζαν να αναθαρρούν, αλλά η Ιντούν τους φώναξε από ψηλά να προσέχουν περισσότερο, αφότου είδε τη βάρκα του νεαρού να ραγίζει και τη μπλε Μαϊάννα του να τεμαχίζεται στα δυο από το μωβ θηρευτή που έφτανε τα δύο μέτρα.

«Μάλλον δεν υπερέβαλαν.» σκέφτηκε η Ιντούν και αναρωτήθηκε κατά πόσο ήταν σφαλές το «παιχνίδι» των Βαλησίνων απέναντι σε τόσο δυνατούς αντιπάλους. 

Οι Βαλησίνοι δόλωσαν ξανά και πέταξαν. Αυτή τη φορά, η ψαριά ήταν πεδίο μάχης. Μικρές Μαϊάννες κινήθηκαν προς τα τιτόκι σε ομάδες των τριών ή τεσσάρων σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τις μωβ που είχαν το συγκριτικό πλεονέκτημα και άνοιγαν τα σαγόνια τους γρήγορα για να αρπάξουν ότι μπορέσουν. Οι Βαλησίνοι το εκμεταλλεύτηκαν και τράβηξαν. Πολλοί έχασαν την ισορροπία τους, καθώς οι μωβ Μαϊάννες όρμηξαν χωρίς να φοβούνται. Μία από αυτές που επιτείθονταν από το κέντρο του σχηματισμού ξέσκισε δυο μπλε και κινήθηκε προς το τιτόκι του ψαρά που μόλις είχε αγγίξει το νερό. Δεν το έφτασε ποτέ. Με ένα γδούπο, άλλη μια μωβ της κατάφερε μια δυνατή κεφαλιά, κουνώντας επικίνδυνα τη βάρκα. Ο Βαλησίνος τράβηξε και ελίχθηκε, κατευθύνοντας τη νικήτρια μωβ προς την κατεύθυνση που ήθελε. Όσοι αποφάσισαν πως οι μωβ ήταν για εκείνους έκαναν το ίδιο σε μια προσπάθεια να αποσυμφορήσουν την περιοχή. Ο Χάκα Νάτου-αλ περίμενε ήρεμος.

Ο Βαλησίνος με τη ραγισμένη βάρκα δεν το έβαλε κάτω. Δεν ενέδωσε ούτε και το σκαρί του. Στον κουβά του είχαν μείνει δύο τιτόκι ακόμη, τα οποία δόλωσε γρήγορα σε διπλό αγγίστρι και τα έριξε στη θάλασσα με γρήγορους ελιγμούς. Είχε εγκαταλείψει την ιδέα της πράσινης και πήγαινε για μωβ Μαϊάννα. Αν και η κορμοστασιά του φαινόταν αδύναμη, το ταπεραμέντο του φώναζε πως βρίσκονταν εκεί για να νικήσει. Το ζωντανό μυρίστηκε φρέσκο μεζέ και επιτέθηκε, αλλά ο Βαλησίνος άνοιξε την παλάμη του αριστερού του χεριού και η πορεία της βάρκας άλλαξε. Ήταν Αλχημιστής του νερού λοιπόν. Άλλοι τον μιμήθηκαν. Ένας ένας, οι κυνηγοί άρχισαν να απομακρύνονται, παρασύροντας τις λίγες, αλλά δυνατές μωβ Μαϊάννες προς την ανοιχτή θάλασσα. Μια κραυγή ακούστηκε και η Ιντούν είδε το νερό να ορθώνεται αφύσικα ψηλά. Ο νεαρός Βαλησίνος χρησιμοποίησε τα κύματα για να βγάλει τη Μαϊάννα στον αέρα. Φώναξε με όλη του τη δύναμη στην τοπική διάλεκτο, ενώ φαίνονταν να ζορίζεται. Οι άκρες δύο κυμάτων μετατράπηκαν σε παγωμένα καρφιά που διαπέρασαν τη Μαϊάννα, χαρίζοντάς του τη νίκη. Η Ιντούν τον άγγιξε. Κι άλλοι αδειανοί κουβάδες. Ο Βαλησίνος με τη ραγισμένη βάρκα κρατούσε γερά, ενώ ο Χάκα Νάτου-αλ τον παρατηρούσε από το πόστο του. Ο νεαρός ακολούθησε τη συνταγή των υπόλοιπων Αλχημιστών και σήκωσε τη μωβ Μαϊάννα ψηλότερα από το νερό, ενώ τραβούσε με την πετονιά του. Η Ιντούν κάρφωσε τα μάτια της επάνω του, καθώς επανέλαβε την ακολουθία κινήσεων και ξορκιών που σε άλλον έφεραν τη νίκη. Μάταια. Τα κύματα δεν έγιναν ποτέ πάγος και η μωβ σμέρνα των δύο μέτρων έσκασε πάνω στη βάρκα, θρυματίζοντάς την σε δεκάδες κομμάτια που εκσφενδονίστηκαν στον αέρα, όπως και ο Βαλησίνος.

«Είμαι καλά!» φώναξε στην Ιντούν που ετοιμάστηκε να πετάξει προς το μέρος του, αλλά η Ιντούν γούρλωσε τα μάτια.

Η Μαϊάννα και τα συντρίμια άρχισαν να βυθίζονται, αλλά τη στιγμή που ο Βαλησίνος ξεκίνησε την κάθοδο, το νερό ανασηκώθηκε βίαια, με ένα δυσοίνωνο παφλασμό. Μία χρυσή Μαϊάννα ξεπετάχτηκε από το πουθενά σε όλο της το μεγαλείο και με τα σαγόνια τεντωμένα, στόχευε προς το νεαρό Αλχημιστή.
«Πλεύση του Αιόλου!» Η Ιντούν δε δίστασε ούτε δευτερόλεπτο. Γλίστρησε προς το Βαλησίνο με μεγάλη ταχύτητα και τον άρπαξε στον αέρα, πριν τον προφτάσει αυτός ο νέος αντίπαλος, που αποσύρθηκε στο βυθό μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια.

«Άσε με!» διαμαρτυρήθηκε ο Αλχημιστής, αλλά η Ιντούν τον έβαλε γρήγορα σε ένα κομμάτι ξύλο που επέπλεε και τον έστειλε με ένα δυνατό ρεύμα αέρα στη στεριά.

Πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί άλλο τον κατέβασε και τον έσπρωξε προς τον τελετάρχη. Ο γέρος της κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Όχι Κάλα μαβ Σιάνα» της είπε ήρεμα, «μην πας αντίθετα στο κύμα»
«Θα πέθαινε!» του απάντησε έντονα η Ιντούν βλέποντας την πραότητα του γέρου.
«Γενναία» συμπλήρωσε εκείνος, «θέλημα της Ωκεανίας»
Η Ιντούν σοκαρίστηκε. Εχθές συζητούσαν για πειρατές, δε μπορούσε ένα τέτοιο νησί να σπαταλά δυναμικό όπως οι νέοι του για μια χαζοτελετή.
«Το νησί τους χρειάζεται ζωντανούς για να προστατεύουν τις οικογένειές τους, όχι νεκρούς και ανάπηρους!» Το κοινό την κοίταζε άναυδο.
Ο γέρος, ακόμη πράος, κούνησε και πάλι αρνητικά το κεφάλι.
«Κάλα μαβ Σιάνα αυτοί είναι οι κανόνες.»
«Όσο είμαι κριτής, οι κανόνες λένε ότι οι συμμετέχοντες δεν πεθαίνουν! Θα μπορούσε να είναι ο εγγονός σου!» φώναξε η Ιντούν και ξαναπέταξε προς τη θάλασσα, όπου το μυαλό της βρίσκονταν στην ασφάλεια των συμμετεχόντων. Είχε πάρα πολύ καιρό να νευριάσει, αλλά δεν την ένοιαζε. Αυτή η δοκιμασία δε θα εξελίσσονταν σε αιματοχυσία.

Της πήρε περισσότερη ώρα να φτάσει τους εναπομείναντες τρεις, από ότι υπολόγιζε και διαπίστωσε ότι ήταν προχωρήσει βαθύτερα. Οι υπόλοιποι, είτε με μωβ και χρυσές Μαϊάννες καμακωμένες, είτε με τα χέρια άδεια επέστρεφαν στην ακτή. Ο Χάκα Νάτου-αλ κάθονταν κάτω από τον ήλιο. Η Ιντούν πρόσεξε και πάλι τα περίπλοκα τατού που ξεκινούσαν από τους καρπούς, κάλυπταν όλο το στήθος και την πλάτη και κατέληγαν στο λαιμό. Αυτή τη φορά, το μάτι της έπεσε στην πλάτη του, την οποία κάλυπτε από άκρη σε άκρη το έμβλημα των Βαλησίνων. Εγγεγραμμένο κοχύλι και λοξή τρίαινα σε κύκλο, εγγεγραμμένος Αλχημικός κύκλος στο κοχύλι. Η Ιντούν διαπίστωσε ότι τους άρεσαν πολύ τα εγγεγραμμένα πράγματα, για παράδειγμα, εγγεγραμμένα τατουάζ σε δέρμα.

Οι χρυσές Μαϊάννες επιτέθηκαν και πάλι στα δολωμένα τιτόκι, αλλά οι Αλχημιστές που έμειναν ήταν πολύ δυνατότεροι και πιο έμπειροι από τους προηγούμενους. Η θάλασσα τραβήχτηκε στο τράβηγμά τους και οι θηρευτές έχασαν τον προσανατολισμό τους, καθώς οι ψαράδες έπαιζαν με τα θαλάσσια ρεύματα σαν να ήταν παιχνίδι. Οι θαλάσσιοι κυνηγοί ανασυγκροτήθηκαν και οι Αλχημιστές ετοίμασαν την επόμενη κίνησή τους. Κράτησαν τα δολώματά τους με δεξιοτεχνία, ενώ προσπαθούσαν να εξαντλήσουν τις Μαϊάννες σε ένα χορό επιδέξιων χειρισμών της υδάτινης θεάς. Εκεί που οι ένοικοι του βυθού έπαιρναν το πάνω χέρι, οι Αλχημιστές συγκεντρώνονταν για να εξαπολίσουν το επόμενο ξόρκι τους κι εκεί που οι Βαλησίνοι επιστράτευαν τις μαχητικές τους γνώσεις, οι χρυσές Μαϊάννες εκμεταλλεύονταν το φυσικό τους περιβάλλον. Χερσαίοι και θαλάσσιοι θηρευτές βρίσκονταν σε εύθραυστη ισορροπία.

Τα νερά ηρέμησαν αναπάντεχα και οι Αλχημιστές έμειναν να κοιτάζουν αποσβολωμένοι. Οι Μαϊάννες δεν κινούνταν πια. Το κύμα ανασηκώθηκε και πάλι, καθώς μια χρυσή Μαϊάννα τινάχτηκε προς τα δολωμένα τιτόκι ενός Αλχημιστή. Εκείνος τράβηξε, ενώ φώναζε με ενθουσιασμό που έμελλε να σβήσει. Πριν προλάβει να πιάσει το καμάκι του, η θάλασσα αναταρράχτηκε σαν να χτύπησε το βυθό μικρός σεισμός. Η πετονιά του σκίστηκε σαν να ήταν από χαρτί και η σχεδία του βυθίστηκε μερικώς και ύστερα τινάχτηκε στον αέρα, πετώντας τον Αλχημιστή προς την κατεύθυνση της στεριάς. Ευτυχώς σε εκείνη τη μεριά υπήρχαν κι άλλοι συμμετέχοντες που τον έπιασαν όπως όπως και τον περιμάζεψαν. Πριν προλάβει να τους πει τίποτα η Ιντούν, οι νεαροί Βαλησίνοι σήκωσαν τα χέρια σε ένδειξη ήττας και απομακρύνθηκαν. Ο Χάκα Νάτου-αλ σηκώθηκε.

«Δε μπορεί,» σκέφτηκε η Ιντούν από ψηλά και ανοιγόκλεισε τα μάτια για να συνειδητοποιήσει ότι το σύγκρυο που τη διαπέρασε ήταν αληθινό.

Λίγα μέτρα μπροστά, μια ιριδίζουσα ραχοκοκαλιά κυμάτισε αγέρωχα σαν φίδι που παραμόνευε το θήραμά του. Αυτή η ραχοκοκαλιά δεν έμοιαζε με όσα είχε δει μέχρι στιγμής η Ιντούν. Τα αγκάθια στην κορυφή της ήταν πολύ μεγαλύτερα ακόμη και από τις χρυσές Μαϊάννες και η φιγούρα του έμοιαζε ατέλειωτη. Με ένα γιγάντιο παφλασμό, η ιριδίζουσα Μαϊάννα δήλωσε την παρουσία της αλαζονικά. Η Ιντούν πήρε μια βαθιά ανάσα και προετοιμάστηκε νοητικά για την επερχόμενη μάχη.

Σε πλήρη πνευματική διαύγεια, ο Χάκα Νάτου-αλ δόλωσε δύο τιτόκι με απίστευτη επιδεξιότητα και ταχύτητα και πέταξε την πετονιά με όλη του τη δύναμη. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιγή. Ο Βαλησίνος τράβηξε στα δεξιά και τότε, σαν να είχε κληθεί από την άβυσσο, η ιριδίζουσα Μαϊάννα ξεπετάχτηκε για να αρπάξει τα ψάρια. Βυθίστηκε γρήγορα, αφότου τη χτύπησε ένα δυνατό κύμα που ο Αχλημιστής είχε σηκώσει. Τράβηξε και πάλι, περιμετρικά της σχεδίας. Ο βυθός σάλεψε, το ίδιο και ο Χάκα Νάτου-αλ. Αφροί ξεπετάχτηκαν από παντού.

Η Ιντούν δεν είδε τίποτα, το μόνο που κατάφερε να δεί ήταν μία μαύρη σκιά και δόντια, πολλά και κοφτερά δόντια. Το θηρίο των βυθών άνοιξε τα σαγόνια του καταπίνοντας τα δύο τίτοκι του Αλχημιστή και σχεδόν όλη του την πετονιά σαν να μην υπήρχε. Έκλεισε το στόμα με τις παλάμες για να μην επέμβει, καθώς είδε το Χάκα Νάτου-αλ να κάνει ένα βήμα πίσω, πιο σίγουρος από ποτέ και να δολώνει τα εναπομείναντα τρια τίτοκι.

«Τη δοκίμαζε! Θα μας τρελάνει!» ούρλιαζε το μυαλό της Ιντούν και εύχονταν να υπήρχε ένας γρήγορος τρόπος να τελειώσει αυτό το μαρτύριο που οι Βαλησίνοι απολάμβαναν.

Στην πραγματικότητα, η Ιντούν έβλεπε κάθε κίνηση της Μαϊάννα από ψηλά και μπορούσε να υπολογίσει τη χρονική στιγμή που θα έβγαινε στην επιφάνεια, σύμφωνα με την ώρα και τη γωνία που θα εμφανίζονταν η σκιά της. Αν του φώναζε αυτές τις πληροφορίες, η δοκιμασία θα τελείωνε γρηγορότερα. Δεν ήταν όμως η θέση της και σίγουρα, το κοκόρι δε θα το δέχονταν με τίποτα.

Το τριπλό δόλωμα έφυγε προς τη θάλασσα και αυτή τη φορά, ο χειρισμός των κυμάτων έγινε με χρήση Αλχημείας. Μαγική δύναμη, να σε τι διέφερε ο Χάκα Νάτου-αλ από τους υπόλοιπους Αλχημιστές της φουρνιάς του και τον έκανε αρχηγό. Ο τρόπος που χειρίζονταν τα ρεύματα, η συχνότητα που έφερνε τα κύματα, το ύψος και το πάχος στο οποίο τα επικαλούνταν τον τοποθετούσε σε εντελώς διαφορετική κλάση από οποιονδήποτε άλλο στο σύμπλεγμα Γκαγκτ’ιν. Η Ιντούν δε μπόρεσε παρά να θαυμάσει το ζήλο με τον οποίο πάλευε να κατευθύνει ένα τέτοιο θηρίο.

Η Μαϊάννα πήγε να επιτεθεί, αλλά ο Χάκα Νάτου-αλ δημιούγησε μια μεγάλη δίνη που της έκοψε τη φόρα και του εξαγόρασε λίγο ακόμη χρόνο. Οι κινήσεις του φαίνονταν να πετυχαίνουν. Το θηρίο επιτέθηκε με ανανεωμένη δύναμη, αυτή τη φορά όμως, ο Βαλησίνος που είχε προβλέψει τον εκνευρισμό του, το άφησε να βγει από το νερό. Η Μαϊάννα, με το μεγάλο κεφάλι της αναδύθηκε με φόρα που μόνο το δικό της βάρος μπορούσε να εξασφαλίσει. Το μισό της σχεδόν μήκος είχε βγει στον αέρα και η Ιντούν ορκίζονταν πως αυτός ο πανέμορφος εφιάλτης ήταν ορατός από την ακτή. Χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο, ο Χάκα Νάτου-αλ γράπωσε το καμάκι του και καβάλησε το κύμα. Με το αριστερό του χέρι το ύψωσε ψηλότερα, έτσι που του έδωσε αρκετή φόρα να αναπηδήσει πάνω στη Μαϊάννα. Προσγειώθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Παρά την κίνησή της, πάτησε γερά και με μία σίγουρη κίνηση κάρφωσε το καμάκι βαθιά, ανάμεσα από τα μάτια της. Δε συνέβη τίποτα. Η Μαϊάννα τινάχτηκε βίαια πέρα δώθε και προσπάθησε να αποτινάξει τον ενοχλητικό Βαλησίνο από πάνω της, ενώ η Ιντούν είχε ασπρίσει από το κακό της.

«Την εξαγρίωσε!»

Η Μαϊάννα βούτηξε παρασύροντας το Βαλησίνο κάτω από την επιφάνεια του νερού και η Ιντούν ήταν έτοιμη να παρέμβει, αλλά θυμήθηκε πως οι Βαλησίνοι μπορούσαν να μείνουν κάτω από την επιφάνεια πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες φυλές. Μέχρι να σκεφτεί, το θηρίο τινάχτηκε και πάλι έξω από το νερό σφαδάζοντας. Ο Χάκα Νάτου-αλ παρέμενε σφιχτά γραπωμένος από το τεράστιο καμάκι του, επιβιώνοντας σε αυτό το υδάτινο ροντέο με όλες του τις ψυχικές δυνάμεις. Πριν το τέρας κατέβει προς την επιφάνεια της θάλασσας, παγωμένες στήλες υψώθηκαν από τα δεξιά και τα αριστερά και χτύπησαν το χτύπησαν με δύναμη που αντανακλούσε τη θέλησή του να κερδίσει. Η Μαϊάννα πληγώθηκε πραγματικά αυτή τη φορά, το αίμα στην επιφάνεια της θάλασσας το μαρτυρούσε. Προσπάθησε να ξεφύγει προς την ακτή. Ξεκίνησε τον απελπισμένο καλπασμό της συνεχίζοντας τα βίαια τινάγματα. Δεν ήξερε αν υπήρχε μόνο το καμάκι ή και κάποιος άλλος στο κεφάλι της, αλλά αγωνιούσε να τα ξεφορτωθεί πάση θυσία. Η Ιντούν ακολούθησε κατά πόδας και ήλπιζε να μην ξεβραστούν με όλη αυτή τη φόρα στην ακτή και τραυματίσουν κόσμο. Μαϊάννα και Βαλησίνος βυθίστηκαν ξανά και αναδύθηκαν πάλι. Αυτή τη φορά, το θηρίο δεν σηκώθηκε το ίδιο ψηλά, δείχνοντας ότι έχανε δύναμη και ταχύτητα από τα τραύματα και τα ρηχότερα νερά, σιγά σιγά, ο Αλχημιστής την παγίδευε. Την κατάλληλη στιγμή ετοιμάσε κι άλλο πάγο με τον οποίο θα τρυπούσε τον αντίπαλό του, όμως η Μαϊάννα δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Το ζωντανό πέταξε το Χάκα Νάτου-αλ από τη ράχη του με μία απότομη κίνηση και ο Βαλησίνος επικαλέστηκε το κύμα. Όμως το κύμα δεν τον άκουσε. Το θηρίο στράφηκε προς τον ενοχλητικό του αντίπαλο και άνοιξε με μένος τα σαγόνια του, όσο βρίσκονταν και οι δύο στον αέρα.

«ΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ!»

Η Ιντούν εξαπέλυσε ένα παχύ τοίχο αέρα πάνω στο Βαλησίνο που τον έστειλε μακριά από τη Μαϊάννα, τη στιγμή που εκείνη έκλεινε τα σαγόνια της. Γλίστρησε πάνω στον αέρα που εξαπέλυσε και απέφυγε τη Μαϊάννα, αφού έκανε μισή περιστροφή γύρω της και έφτασε τον Αλχημιστή πριν πέσει στο νερό. Τον έπιασε από το μπράτσο στον αέρα και ένα συννεφάκι ήρθε να τον στηρίξει, καθώς η Ιντούν δε θα μπορούσε να τον κρατήσει σε καμία περίπτωση. Η Μαϊάννα τώρα εντόπισε την Ιντούν. Το τέρας βυθίστηκε για να πάρει φόρα και επανέλαβε την κίνησή του, απελευθερωμένο από ένα βάρος. Η Ιντούν την απέφυγε, αλλά το τέρας έστρεψε το κεφάλι του δεξιά, επιχειρώντας να δαγκώσει την Ιντούν. Η Αλχημίστρια του Αέρα είχε ήδη απλώσει τα χέρια.

«Μπάλα φωτιάς!»

Η φλεγόμενη μπάλα που εξαπολύθηκε από τις παλάμες της είχε διάμετρο σχεδόν όσο και το κεφάλι του θηρίου και έκαιγε όσο και ο θυμός της Ιντούν, ο οποίος είχε φτάσει σε ανεξερεύνητα επίπεδα. Το τέρας ανέκοψε την πορεία του καθώς χτυπήθηκε από το θανάσιμο εχθρό του και αποσύρθηκε στη θάλασσα για άλλη μια φορά, ώστε να καταπραΰνει το τραύμα στα σαγόνια του.

«Τώρα είναι ευκαιρία σου!» φώναξε χωρίς να γυρίσει προς το Βαλησίνο που την κοίταζε αποσβολωμένος. Δεν υπήρχε αυτή η φωτιά την προηγούμενη νύχτα, αν και δυνατή, δε φαντάζονταν ποτέ ότι θα αντιμετώπιζε κατά μέτωπο μία ιριδίζουσα Μαϊάννα.  Η Ιντούν είχε εξυψωθεί σε ημιθεϊκά επίπεδα για το Χάκα Νάτου-αλ.

«Δε...φοβάσαι...» κατάφερε να ψελίσσει, φανερά κουρασμένος.
«Μπροστά στην εκπαιδεύτρια που έχω, ένα ψάρι δεν είναι ικανό να με φοβήσει.»

Το σαγόνι του Χάκα Νάτου-αλ έχασκε, αλλά μαζεύτηκε γρήγορα, καθώς η Μαϊάννα, αντίνα υποχωρήσει, ετοιμάστηκε να αντεπιτεθεί

Αυτή τη φορά, η Μαϊάννα δεν ήταν μόνη της. Ο Βαλησίνος και η Ιντούν είχαν εξαγριώσει τη θάλασσα. Τα κύματα υπάκουαν στον ανώτατο θηρευτή τους και κατευθύνονταν μαινόμενα επάνω τους. Η Ιντούν πήδηξε ψηλά και ο Βαλησίνος Αλχημιστής βούτηξε, για να αναδυθεί και πάλι στο κεφάλι του τέρατος με ανανεωμένη δύναμη και έμπνευση.

«Πρέπει να τη βγάλουμε στην παραλία,» είπε γρήγορα η Ιντούν χωρίς να του αφήνει χώρο για ενθουσιασμούς. «Θα είμαι το δόλωμα, εξασφάλισε ότι θα την ελέγχεις!» είπε και πριν προλάβει ο Βαλησίνος να απαντήσει, χρησιμοποίησε την πλεύση του Αιόλου.

Όπως αναμένονταν, η Μαϊάννα ακολούθησε την Ιντούν με μίσος για το μοναδικό άτομο στην επικρατειά της που χειρίζονταν τη φωτιά, το στοιχείο που μπορούσε να τη σκοτώσει. Δεν κατάλαβε ότι Βαλησίνος στο κεφάλι της της έμπηγε το καμάκι όλο και βαθύτερα. Μπορούσε πλέον να το χρησιμοποιήσει σαν τιμόνι. Η Ιντούν προπορεύονταν και πάλευε να σκεφτεί τρόπους να εξαντλήσει τη Μαϊάννα και να αντέξει και η ίδια. Ένα κύμα ορθώθηκε και την ύψωσε κι εκείνη μαζί του. Η Ιντούν φωτίστηκε.

Κάτω από τα πόδια της, ο αέρας συμπυκνώθηκε και η Ιντούν δημιούργησε κάτι σαν σανίδα με μεγάλη συγκέντρωση. Καβάλησε το κύμα που της έδινε ταχύτητα και ένιωθε πίσω της την απειλή, αλλά δεν πτοήθηκε. Πριν το κύμα διπλώσει για να σκάσει στην ακτή, η Ιντούν έσκυψε και λύγισε τα γόνατα. Αυτό την κατέβασε στη βάση του κύματος, αλλά συνέχισε να κινείται. Πίσω της, Ο Χάκα Νάτου-αλ οδηγούσε τη Μαϊάννα όπως του είχε υποδείξει. Το κύμα δημιούργησε ένα κινητό θόλο πάνω από το κεφάλι της Ιντούν, πόσο όμορφο και παράλληλα, πόσο θανάσιμο, σύντομα την τύλιγε και στα δεξιά της, οι σταγόνες έπεφταν σαν εκατομύρια μικρές κουρτίνες. Παρά τον κίνδυνο, η Ιντούν διατήρησε την ισορροπία της και θαύμασε το φαινόμενο που αμφέβαλε αν θα θαύμαζε ξανά. Όμως η Μαϊάννα την έφτανε. Έπρεπε να κάνει κάτι.

Η Ιντούν άπλωσε τη δεξιά της παλάμη προς τα πίσω και προσευχήθηκε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Αυτό που μόλις ετοιμάζονταν να κάνει, το είδε κλεφτά από τον Κλέανδρο όταν συναντήθηκαν στη Νεδάρ. Δεν το είχε μελετήσει, ούτε το είχε ξαναπροσπαθήσει. Αν μπορούσε όμως να το κάνει ο «μικρός της τύρρανος» τότε μπορούσε κι εκείνη. Έβαλε όλη της τη θέληση στη δεξιά παλάμη και ύστερα έδωσε μία ώθηση με το μυαλό της.

«Ναι!»

Ακούστηκαν τριγμοί, δυνατότεροι από εκείνους που έβγαλε ο Κλέανδρος. Η Ιντούν κατάφερε να δημιουργήσει μια μικρή έκρηξη που της εξασφάλισε την πολυπόθητη ταχύτητα και την απομάκρυνε από τη Μαϊάννα. Υπήρχε σωτηρία!

Πλησίαζαν επιτέλους την ακτή. Η Μαϊάννα είχε αποδυναμωθεί πολύ από την αιμοραγία, αλλά η Ιντούν δεν τολμούσε να επιβραδύνει, μέχρι να ξεβραστούν στην παραλία. Ένα λεπτό ακόμη, λίγα δευτερόλεπτα. Η Ιντούν με την πλεύση του Αιόλου, που πλέον απαιτούσε όλη της την αυτοσυγκέντρωση, προσπέρασε την προβλήτα και κινήθηκε προς ένα κόλπο με άμμο. Τη στιγμή που έφτασε, πέταξε και πάλι ψηλά, γιατί το θηρίο δε μπορούσε πια να την ακολουθήσει. Η Μαϊάννα ξεβράστηκε στην ακτή ξεψυχώντας και όπως έγειρε, ο Χάκα Νάτου-αλ γλίστρησε από την πλάτη της μισολιπόθυμος.

Η Ιντούν πρόλαβε να το δεί και άφησε τη βαρύτητα να την κατεβάσει στο έδαφος γρήγορα. Τον έπιασε τη στιγμή που έφτανε στην άμμο και κατάφερε να τον προστατέψει από επικίνδυνη πρόσκρουση. Ο κόσμος μαζεύτηκε σαν τις μύγες.

«Κάντε χώρο! Κάντε χώρο! Ανοίξτε να μπει αέρας!» φώναζε η Ιντούν, ενώ κρατούσε το κεφάλι του Βαλησίνου ψηλότερα από το σώμα του για να αναπνεύσει.

Ο γέρος τελετάρχης κατεύθασε. Οι ζάρες στο πρόσωπό του είχαν βαθύνει από την ανησυχία. Προσπάθησε να μιλήσει στην Ιντούν, αλλά τον έκοψε εκνευρισμένη.

«Γρήγορα νερό! Και ανοίξτε χώρο ΤΩΡΑ!»

Ο τελετάρχης και οι υπόλοιποι Αλχημιστές άνοιξαν χώρο στο πλήθος, σπρώχνοντας το λαό δεξιά και αριστερά. Η Ιντούν ξεφύσηξε και ένα δροσερό αεράκι ήρθε να απαλύνει εκείνη και το λιπόθυμο Αλχημιστή. Φάνηκε να επικοινωνεί και πάλι με το περιβάλλον. Κάποιος της έφερε ένα παγούρι. Η Ιντούν το άνοιξε γρήγορα και έριξε νερό στο κεφάλι του Χάκα Νάτου-αλ. Κράτησε το υπόλοιπο και το βοήθησε να το πιει. Μόλις κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του, η Ιντούν στράφηκε και πάλι στον τελετάρχη.

«Ορίστε ο νικητής σας» είπε απρόθυμα και έψαξε με το βλέμμα της στο πλήθος.

Η προσοχή της στράφηκε και πάλι προς το Βαλησίνο, που ένιωσε το χέρι του να τυλίγεται τρυφερά γύρω από το μπράτσο της. Την κοίταζε πανευτυχής, χαμογελούσε σαν να ξύπνησε μόλις από όνειρο.

«Σου είπα ότι θα σου φέρ-»
Σπλατς!
Η σφαλιάρα που έφαγε από την Ιντούν του έκοψε όλη τη φόρα και οι κάτοικοι υποπτεύονταν ότι τα μικρά της χέρια έκαναν τέτοια ζημιά με τη βοήθεια του αέρα.

«Να μάθεις να διαλέγεις τις μάχες σου!» τον μάλωσε, «και να μάθεις να μένεις ζωντανός, γιατί βλέπω να πεθαίνεις πριν τελειώσουν οι ιερές ημέρες. Εμείς οι δυο θα τα πούμε όταν επιστρέψω.»

Η Ιντούν παράτησε το Βαλησίνο που τώρα πια ήταν καλά και σηκώθηκε να φύγει, ενώ ο Χάκα Νάτου-αλ ορκίζονταν ότι αυτή ήταν η ωραιότερη σφαλιάρα που είχε φάει ποτέ και το μόνο που είχε ακούσει ήταν ότι η Ιντούν θα επέστρεφε για εκείνον.

Το πλήθος κοίταζε βουβό, ανήμπορο να αποφασίσει αν έπρεπε να πανηγυρίσει τη νίκη, να δοξάσει την Κάλα μαβ Σιάνα ή να τη μισήσει που χαστούκισε σκληρά το νεό τους αρχηγό.

«Σίνγκεν!» ήταν το μόνο που είπε η Ιντούν. Δεν έβλεπε από την κούραση. «Φέρε τα πράγματα, πάμε να φύγουμε!»
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 07, 2020, 09:22:22 πμ by Αιολίς Ιντούν »


Σίνγκεν Σινόντα

Αρχικά, ο Σίνγκεν παρατήρησε το π΄ώς προχωρούσε η τελετή. Κάποιοι γρήγορα ολοκλήρωναν τη διαδικασία, πιάνοντας μια πράσινη η μπλέ Μαϊάνα, και γύριζαν στην ακτή. Ίσως δεν είχαν φοβερές φιλοδοξίες. Ήξεραν τη θέση τους και το ταλέντο τους. Η πατρίδα του Σίνγκεν το ενθάρρυνε αυτό, αλλά ο Σίνγκεν ποτέ δεν μπορούσε να το δεχτεί, ακόμα και αν το να ξέρεις τα όριά σου είναι, θεωρητικά, αρετή.

Κάποια στιγμή, τα πράγματα άλλαξαν. Ο Σίνγκεν σηκώθηκε όρθιος από την ένταση, κοιτώντας καθώς η τελετή πλέον είχε φτάσει στην κορύφωσή της, το ίδιο και ο κίνδυνος. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα όταν είδε την ιριδίζουσα Μαϊάνα, και απευθείας κατάλαβε ότι αυτό που πήγαινε να κάνει ο νεαρός Βαλησσίνος ήταν ανόητο.

Ξαφνικά, η Ιντούν επενέβη. Χωρίς να υπολογίζει έθιμα, κανόνες, τελετές, επενέβη και άρχισε να πολεμά στο πλευρό του Χάκα Νάτου-αλ. Ο Σίνγκεν ετοιμάστηκε να εκτιναχθεί από το κτίριο και να επέμβει, να βρεθεί στο πλάι της, να τη βοηθήσει, αλλά ένα χέρι κράτησε το μανίκι του, και όταν γύρισε να δει, ήταν η Βαλισσίνη που, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από τη μάχη, του μίλησε.

"Είναι δική της μάχη. Πρέπει να της δώσεις το χώρο και τη στιγμή της." του είπε. Ο τ΄όνος της ήταν ψύχραιμος, αλλά ο Σίνγκεν αισθάνθηκε το ελαφρύ τρέμουλο του χεριού της που τον κρατούσε, καθώς η γυναίκα έβλεπε τον γιό της να αναμετράται με ένα άνισο αντίπαλο.

Ο νεαρός Αλχημιστής ήθελε να της πει ότι αυτ΄α ήταν μπούρδες, και να βρεθεί μεμιάς δίπλα στην γυναίκα που ήθελε, αλλά τότε...η Ιντούν άρχισε να χρησιμοποιεί φωτιά! Τα μάτια του Σίνγκεν άνοιξαν διάπλατα. Η Ιντούν είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί φωτιά! Πετούσε καλύτερα και πιο αποφασιστικά από κάθε άλλη φορά, ήταν σαν...σαν να ήταν πιο ολοκληρωμένη, σαν να ήταν πιο αφωσιομένη σε αυτό που έκανε, να έβαζε όλες της τις δυνάμεις και το νου, τη θέλησή της.

Ο Σίνγκεν έγνεψε, και περίμενε. Ήταν μία από τις πιο δύσκολες μάχες της ζωής του, η μάχη με την θέληση και παρόρμησή του να πάει κοντά της.

Η Ιντούν κάλεσε το όνομά του, και την επόμενη στιγμή ήταν δίπλα της, υποστηρίζοντάς την. Ένας από τους κριτές έκανε ένα βήμα προς αυτούς και σήκωσε το χέρι του, έτοιμος να πει κάτι, να παρέμβει, να κάνει ένσταση.  Το βλέμμα του Σϊνγκεν τον κάρφωσε. Ήταν αυτό το σπάνιο είδος βλέμματος που μιλούσε κατευθείαν στο πιο βαθύ τμήμα του εγκεφάλου, αυτό που κάθε πλάσμα έχει από την αρχή της ιστορίας των ειδών, αυτό που είχε μέλημα την επιβίωση. Οι μύες του Βαλησσίνου έσφιξαν, η φωνή του κόπηκε καθώς αισθάνθηκε σαν να ήταν ένα βήμα, μία λέξη μακριά από το θάνατο.

Λίγες στιγμές αργότερα, η Ιντούν και ο Σίνγκεν είχαν απομακρυνθεί. Μισή ώρα αργότερα, είχαν φύγει από το νησί.

--------------------------------------

Το πλοίο ήταν ήρεμο. Οι ναύτες κοιτούσαν τη δουλειά τους, και οι δύο Αλχημιστές είχαν πάρει μια καμπίνα με δύο κρεβάτια. Ο Σίνγκεν φρόντιζε την Ιντούν, που, όπως ήταν λογικό, είχε εξαντληθεί. Φρόντιζε η θερμοκρασία της να είναι σωστή, να έχει όσο φρέσκο, καθαρό νερό χρειαζόταν, έφερε από την κουζίνα φαγητό που έφτιαξε ο ίδιος και έκοψε σε μικρά κομμάτια ώστε να τη βοηθ΄ήσει να φάει.

Όσο ήταν δίπλα της, κρατούσε το χέρι της και ο αντίχειράς του, πολύ απαλά, σχεδόν ανεπαίσθητα, χάιδευε κυκλικά το απαλό δέρμα της ράχης του χεριού της. Ήταν εκεί, μαζί της, και αν και δεν ήξερε πως, ήλπιζε ότι η δική του ενέργεια θα μπορούσε να ρέει μέσα της, να τροφοδοτήσει πάλι τη φωτιά που η γυναίκα αναγκάστηκε γενναία να ξοδέψει.

Η ανάπαυση της Ιντούν του έδωσε χρόνο να σκεφτεί παραπάνω, πιο ήρεμα. Χτυπούσε όμως σε αδιέξοδα, του έλειπαν πληροφορίες, και έπρεπε να της μιλήσει. Άραγε, ήξερε η Ιντούν πόσο σημαντική ΄ήταν γι αυτόν? Ήξερε ότι τα βράδια που η Ιντούν είχε ήδη κοιμηθεί, ο Σίνγκεν έστελνε την πιο απαλή αύρα να χαιδέψει τα μαλλιά της? Ότι όταν το βράδυ τον στοίχειωναν οι φόβοι του από το παρελθόν και οι φόβοι του για το μέλον, αυτό που του έδινε δύναμη ήταν η επίκληση της εικόνας του χαμόγελού της?

Η φωτιά της Ιντούν. Η Ιντούν που πάντα βοηθούσε, πάντα ελισ΄σοταν ώστε να ικανοποιήσει τους πάντες, σαν τον άνεμο που φυσούσε μέσα στις χαράδρες των βουνών, τώρα είχε επιβάλλει τη δική της θέληση, τα δικά της "πιστεύω", είχε δείξει σε ένα ολόκληρο νησί τα κότσια της, σώνοντας παράλληλα έναν ελπιδοφόρο νέο τους.

"Κοιμήθηκες καλά?" τη ρώτησε όταν η Ιντούν άνοιξε τα μάτια της. Ήταν αργά απόγευμα της ίδιας ημέρας, και η Ιντούν είχε κοιμηθεί. Φυσικά, κρατούσε ακόμα το χέρι της. Ο τόνος του ήταν απαλός, όσο απαλό ήταν το άγγιγμα κάποιου που χειριζόταν εύθραυστη, πολύτιμη πορσελάνη. Το χέρι του ακόμα κρατούσε το δικό της, και το βλέμμα της έκανε την καρδιά του να χτυπήσει τόσο δυνατά που αισθανόταν το σφιγμό του στα ακροδάχτυλά του, που ακουμπούσαν το χέρι της Ιντούν.

"Θέλεις λίγο νερό? Έχω κόψει και φρούτο." είπε με ήπιο ζεστό τόνο. Μακάρι να ήταν θεραπευτής. Ποιά η χρήση του κεραυνού και του ανέμου αν δεν μπορούσε να επαναφέρει το ρόδινο χρώμα στα μάγουλα της γυναίκας που αγαπούσε?


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Απόκοσμα χέρια-κλωνάρια κατάπιαν και πάλι το μωρό Ποίμανδρο, παρά τις φωνές της Ιντούν.
Η Πολεμίστρια με τα πύρινα μαλλιά κούνησε το κεφάλι της με ύφος αποδοκιμαστικό.
«Δεν το περίμενα ποτέ, ειδικά από εσένα, ότι θα προτιμούσες ένα αγόρι στη θέση του αδερφού σου.»
«Τι;» αδυνατούσε να κατανοήσει το συμπέρασμα της Πολεμίστριας.
«Πώς ένιωσες όταν προστάτευες το νεαρό σου Βαλησίνο;»
«Ορθά και δεν είναι δικός μου» ανταπάντησε με σταθερότητα η Ιντούν.
«Αξίζει όμως περισσότερη ‘ορθότητα’ από το αίμα σου...»
«Γιατί πρέπει να είσαι αβάσιμη! Αν μπορούσα να ανταλάξω τη ζωή μου με του Ποιμανδράκου θα το έκανα και το ξέρεις!»
«Για εκείνον όμως χρησιμοποίησες τη φωτιά»
«Ήταν ασφαλές!»


~

Η Ιντούν δραπέτευσε από τον κόσμο των ονείρων και επέστρεψε στην πραγματικότητα, η οποία την καλωσόρισε με άγρια σφυροκοπήματα στους κροτάφους και την κορυφή του κεφαλιού της, μυϊκές διαμαρτυρίες από τα πόδια και τα χέρια που αν μιλούσαν θα ούρλιαζαν και μάτια που έκαιγαν. Δεν ήξερε αν το ξύπνημα ή το όνειρο πονούσαν περισσότερο εκείνο το απόγευμα, γνώριζε όμως πως ούτε το κορμί, ούτε το μυαλό της θα την άφηναν σε ησυχία εκείνη την ημέρα.

Ήταν γεγονός ότι πήρε την έκβαση της τελετής επάνω της, αλλά και τι να έκανε; Όσο παρακολουθούσε τη σκιά της τεράστιας Μαϊάννας να μεγαλώνει υπό τις αδίστακτες ακτίνες του ηλίου κατάφερε να υπολογίσει τη δύναμη με την οποία μπορούσε να δαγκώσει ένα ζωντανό πλάσμα. Δεν ήθελε δα και πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι η δύναμη των σιαγόνων της ήταν ευθέως ανάλογη των κιλών και του σκελετού της και η σφοδρότητα της επίθεσης εξαρτώταν άμεσα από την ταχύτητα, το μήκος της και την επιπλέον δύναμη που της έδινε το νερό. Με λίγα λόγια, αν η Μαϊάννα έπιανε στο στόμα της το Βαλησίνο Αλχημιστή και οποιονδήποτε άλλο ζωντανό, δε θα είχε μείνει ούτε δείγμα του να επιστρέψει στην ακτή και για την Ιντούν που θεωρούσε αρχή της την προστασία των γύρω της σηκώθηκαν όλα τα κόκκινα σημαιάκια του Ήθεριντ εκείνη τη στιγμή. Προφανώς και θα χρησιμοποιούσε τη Φωτιά! Η πλάτη της αντέδρασε σε εκείνες τις σκέψεις και την κορόιδεψε υπενθυμίζοντάς της ότι αν σκόπευε να χρησιμοποιήσει τη Φωτιά που τόσο πολύ είχε μελετήσει και την κρατούσε κρυφή, καλό θα ήταν να αποκτούσε ακόμη καλύτερη φυσική κατάσταση.

«Η χαρά της Ιλίντιεν» είπε ειρωνικά μια φωνή μέσα της και γέλασε με τα μαρτύρια που την περίμεναν στα χέρια της ξωτικιάς.

Τι ζητούσε το όνειρο πάλι από εκείνη όμως και γιατί την κατέκρινε συνεχώς; Ποιος ο συνεχής συμβολισμός του Ποιμανδράκου; Άκου εκεί να της πει ότι προτιμούσε το Βαλησίνο, ουδέποτε. Τα αδέρφια της θα έσωζε. Τα αδέρφια της, τους μαθητές της, το Σίνγκεν. Όχι το Σίνγκεν, ο Σίνγκεν δε χρειάζονταν σωτηρία, ισάξιο σύμμαχο χρειάζονταν. Στο Σίνγκεν σκόπευε να σταθεί στο πλάι του και να πολεμήσει, αλλά όλες οι σκέψεις επέστρεφαν στη χρήση της Φωτιάς. Σωστά δεν την είχε χρησιμοποιήσει; Την έστειλε κατευθείαν πάνω στο τέρας και το έκανε ψητά φιλετάκια. Τι ακριβώς της έλεγε το όνειρο; Να χρησιμοποιήσει τη Φωτιά πάνω στα κλωνάρια τη στιγμή που ήταν τυλιγμένα γύρω από τον Ποίμανδρο; Ποτέ! Ο λόγος που η Φωτιά παρέμενε κρυφή αποκαλύφθηκε και πάλι στο κεφάλι της που πονούσε ακόμη περισσότερο από την ανούσια σκέψη. Η Φωτιά μπορούσε να βλάψει, γι’ αυτό και τη χρησιμοποιούσε κυρίως αμυντικά.

Ο επόμενος πόνος εκδηλώθηκε σαν σουβλιά. Σταμάτησε να σκέφτεται και άνοιξε τα μάτια με κόπο. Τα πράγματα φαίνονταν κάπως καλύτερα στον πραγματικό κόσμο. Βρίσκονταν πάνω σε ένα πλοίο -πόσο ανακουφιστικά λικνίζονταν- και το χέρι της ήταν ζεστό, μόνο το ένα χέρι, εκείνο στην έξω μεριά. Η Ιντούν γύρισε προς το Σίνγκεν και του χαμογέλασε. Ακόμη και το χαμόγελο προσκαλούσε κάποιο ξεχασμένο σκελετικό μυ να της πει να προσέχει, αλλά είπε νοητικά στους πόνους να το κλείσουν για λίγο και να την αφήσουν να ευχαριστηθεί τη μία και μοναδική στιγμή που χάιδευε τόσο απαλά το χέρι της, ώστε να μπορέσει να το απολαύσει.

«Λίγο νερό σε παρακαλώ,» απάντησε κουρασμένη, με όλη της τη γλυκύτητα και ευγνωμοσύνη παρόλα αυτά «λίγο νερό και το Νικανδράκι μου...» τα λόγια της έσβησαν καθώς έκλεισε και πάλι τα μάτια.

Με τόση κούραση, η Ιντούν ξέχασε να κλείσει τις πόρτες της ψυχής της σε ανεπιθύμητα συναισθήματα που θα την έκαναν να δείχνει αδύναμη ή ότι δεν είχε τον έλεγχο και έτσι, η μελαγχολία τις βρήκε όλες ορθάνοιχτες, παρέλασε σαν βασίλισσα και χτύπησε την Αλχημίστρια με βαμβακερό της γάντι στα μούτρα ανενόχλητη.

Ο Νίκανδρος είχε ιδιαίτερη θέση στην καρδιά όλων γιατί ήταν γεννημένος Θεραπευτής. Παρόλο που δεν είχε μπει καν στην Ακαδημία ακόμη, ήταν τόσο καλός και γλυκός, τόσο ήρεμος, η προσωποίηση της αγνότητας. Είχε μια τεράστια και ζεστή καρδιά που χωρούσε όλους και ζέσταινε τα λόγια και τα χέρια του. Δεν είχε παρά να χαϊδέψει τα μαλλιά των αδερφών του για να τους κάνει να νιώσουν καλύτερα. Σε ένα σπίτι που η Ιντούν ήταν ο διανομέας τρυφερότητας και αγκαλιάς, η ανάγκη της για το άγγιγμα του μικρού Νίκανδρου τον εξύψωνε σε αγγελικά επίπεδα.

Ναι, η Ιντούν ήθελε μια ζεστή ζεστή αγκαλιά να κουρνιάσει και να κοιμηθεί, μια αγκαλιά που θα της έδιωχνε τις κακές σκέψεις, θα την επαναφόρτιζε και την επόμενη μέρα θα ήταν και πάλι μάχιμη. Το άγγιγμα, το χάδι, γενικότερα η επαφή ήταν σημαντικό μέρος της ζωής των Ιντούν, ο κύριος τρόπος για να δείξουν ότι νοιάζονται ο ένας για τον άλλο και δεν το τσιγκουνεύονταν. Μήνες πριν που συναντήθηκε με τα αδέρφια της στη Νεδάρ, τη γέμιζαν φιλιά και αγκαλιές για να την καλωσορίσουν και να της δείξουν πόσο τους έλλειψε παρόλο που είναι μεγάλοι άνδρες πλέον. Τα μικρά τους αδέρφια φρόντιζαν να κρατούν επαφή με τα μεγαλύτερα και γι’ αυτό ήταν συνέχεια στην αγκαλιά τους, ήταν ο τρόπος τους να δείξουν πόσο πολύ αγαπιούνται. Ακόμη και τα βράδια που κοιμόταν όλοι μαζί φρόντιζαν να είναι σε απόσταση αγγίγματος η μία από τους άλλους. Το άγγιγμα για τα αδέρφια Ιντούν λειτουργούσε ως συναισθηματική σύνδεση και φορέας αγάπης μεταξύ τους, γι’ αυτό και οι άπειρες μυστικές χειραψίες τους. Βέβαια, η Αιολίδα σπάνια έδειχνε ότι είχε ανάγκη από μια αγκαλιά και σίγουρα δε θα το εξέφραζε τώρα. Είχε μάθει να μη ζητάει, γιατί ήξερε ότι κάποιος άλλος είχε πάντα μεγαλύτερη ανάγκη να ζητήσει τη δική της τρυφερότητα και δεν ήθελε να επιβαρύνει με εγωιστικά θέλω. Είχε συνείδηση ότι όδευαν προς μία δοκιμασία σημαντική για το Σίγνκεν και δε σκόπευε να παραπονεθεί ή να αφήσει να φανεί η μελαγχολία της στο κατώφλι του κινδύνου.

Τα πόδια της πονούσαν από τις κράμπες. Βρήκαν κι αυτά στιγμή!
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 08, 2020, 10:46:31 μμ by Αιολίς Ιντούν »


Σίνγκεν Σινόντα

Όταν η Ιντούν χαμογέλασε, η καρδιά του Σίνγκεν ζεστάθηκε, αλλά ταυτόχρονα σφίχτηκε. Μπορούσε να δει την κούρασή της, και θύμωσε στιγμιαία γιατί σκέφτηκε ότι εκείνος ο Βαλησσίνος δεν άξιζε την κούραση της Ιντούν. Ίσως όμως...δεν ήταν γι' αυτόν, αλλά περισσότερο για την ίδια? Για να κάνει αυτό που θεωρεί σωστό?

"Λίγο νεράκι έφτασε!" είπε γρήγορα και εύθυμα, με απαλή φωνή, καθώς έφερε ένα μικρό ποτήρι με νερό κοντά. "Έλα να σε βοηθήσω λίγο, να σηκωθείς ελαφρά για να πιείς σωστά. Προσεκτικά τώρα...ωωπ...ορίστε." είπε καθώς τα χέρια του, δυνατά και σίγουρα, σήκωσαν ελαφρά το κεφάλι και το πάνω μέρος του σώματός της καθώς της έδωσε το ποτήρι. Τα μακριά του δάχτυλα χάιδεψαν και ένιωσαν τα μαλλιά της καθώς την υποστήριζε, μέχρι που τέλειωσε το νερό της.

"Δυστυχώς δεν έχουμε τον Νίκανδρο εδώ...αλλά έχεις ένα Σίνγκεν!" είπε με τον ίδιο, εύθυμο τόνο. Ήθελε να προσπαθήσει να διοχετεύσει λίγες σπίθες ενέργειας μέσα της για να βοηθήσει την ανάρρωση. Το χέρι του, πολύ απαλά, άγγιξε το μέτωπό της για να δει αν έχει πυρετό, και όταν το απέσυρε τα δάχτυλά του άφησαν ένα γρήγορο, μικρό χάδι, ένα αποχαιρετιστήριο, συνεσταλμένο δώρο.

"Π΄ώς αισθάνεσαι, Ιντούν?" την ρώτησε απαλά, και για άλλη μια φορά το χέρι του κινήθηκε και κράτησε το δικό της, μια μη λεκτική αλλά ισχυρή υπενθύμιση ότι ήταν δίπλα της, πάντα.


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Αν μπορούσε να χαρακτηρίσει κάπως το αίσθημα που η γλώσσα της μετέφερε στο φάρυγγα ώστε να γλιστρήσει και στο στομάχι της να αναπληρώσει όσα υγρά της έλλειπαν, θα το ονόμαζε δροσιά. Το νερό που έπινε δεν είχε καμιά ιδιαίτερη θερμοκρασία, νερό πλοίου έπινε, χθεσινό ή προχθεσινό σίγουρα. Ήταν το σώμα της που έκαιγε από κούραση και έκανε το νερό να φαντάζει πιο θελκτικό από την πραγματικότητα. Γεύτηκε τη δροσιά και ευφράνθηκε, όπως ένιωθε το νερό να ταξιδεύει μέχρι την κοιλιά της και να δροσίζει κάθε κύτταρο που άγγιζε στην πορεία του και της ξέφυγε ένας χαμηλόφωνος αναστεναγμός που φανέρωνε την ανακούφιση της, η οποία εμφανίστηκε αργοπορημένη μεν, ιδιαίτερα δυνατή και ετοιμοπόλεμη ενάντια στην κούραση δε. Τα χέρια του Σίνγκεν μαγικό βάλσαμο, έτσι όπως συνδύαζαν φροντίδα και ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να γύρει το κεφάλι, έτσι που το μάγουλο να ακουμπάει την παλάμη του και να κοιμηθεί εκεί...

Και ύστερα παρουσίασε πρόσχαρος τον εαυτό του ως καταπραϋντικό. Τα χείλη της Ιντούν, τώρα πια ενυδατωμένα, σχημάτισαν ένα μεγάλο, ζεστό χαμόγελο. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή και γέλασε με την καρδιά της. Υπήρχαν στιγμές που ο Σίνγκεν γίνονταν ασυναγώνιστα γλυκός χωρίς να προσπαθεί. Μια τέτοια στιγμή ήταν και το χάδι του στο μέτωπό της. Η Ιντούν έγειρε το κεφάλι προς την κατεύθυνση που τελείωσε το χάδι του, το υποσυνείδητο ζητούσε παρατεταμένα την επαφή και ανακουφίστηκε μόνο όταν το χέρι του επέστρεψε στο δικό της.

«Είμαι πολύ καλά» απάντησε χαμογελώντας με λίγη περισσότερη ζωντάνια πλέον, «Δε χρειάζεται να ανησυχείς, ήταν απλά μια υπερκόπωση.»

«Να ανησυχείς όμως» σκέφτηκε, «για να έχω το άγγιγμά σου κι ας μην το αναζητώ»

Προσπάθησε να αιτιολογήσει την κούραση με λογική.

«Αν το καλοσκεφτείς, είναι φυσιολογικό. Τις τελευταίες τριάντα ώρες χρησιμοποιώ Αιθέρα συχνότερα από την αναπνοή μου, κάποια στιγμή το σώμα μου θα κουράζονταν. Αλλά και πάλι, το ότι χρησιμοποιώ συνέχεια τις δυνάμεις μου δε φταίει από μόνο του. Η αλήθεια είναι πως φοβήθηκα.» τα χαρακτηριστικά της σκλήρυναν. « Από τη στιγμή που βγήκαν οι επιθετικές Μαϊάννες κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα, η δοκιμασία επικίνδυνη, γι’ αυτό και έμενα επάγρυπνη συνεχώς. Περίμενα πως αργά ή γρήγορα, κάτι θα πήγαινε στραβά. Πολλά πράγματα πήγαν στραβά και τα περίμενα, αλλά την τελευταία Μαϊάννα..» κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, «δεν την περίμενα! Σκέφτηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και προσπάθησα να κάνω ότι καλύτερο, χωρίς να κλέψω την ψαριά από το παιδί και χωρίς να το αφήσω να πεθάνει. Μου πήρε όλη μου τη δύναμη να κρατάω συνεχώς την πλεύση του Αιόλου στην επιφάνεια του νερού και ταυτόχρονα να συνδυάζω επιπλέον τεχνικές, να κρατάω την ισορροπία μου και να ελέγχω πόσο κοντά ήταν τα σαγόνια του τέρατος. Ήταν... ήταν συναρπαστικό!»

Τα μάτια της έλαμπαν και η όποια κούραση είχε χαθεί στον ενθουσιασμό του κατορθώματός της. Η ήρεμη και ειρηνική φύση της Ιντούν ήταν πολύ παραπλανητική για όσους δεν τη γνώριζαν καλά. Αν κάποιος την είχε ζήσει μόνο μέσα στην Ακαδημία, δε θα μπορούσε να μαντέψει ότι η γλυκιά και ήρεμη Αλχημίστρια του αέρα και της φωτιάς, διψούσε για περιπέτεια, όπως και τα στοιχεία της. Το χέρι της τυλίγονταν με αυτοπεποίθηση και ενθουσιασμό στο χέρι του Σίνγκεν, στα μάτια της έκαιγαν μικρές φλόγες.


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Σίνγκεν αναστέναξε ανακουφισμένος όταν είδε ότι η Ιντούν φαινόταν καλύτερα. Το γέλιο της ήταν βάλσαμο που καταπράυνε την ανησυχία του, όπως το νερό δρόσισε την Ιντούν. Το χέρι της στο δικό του ήταν μια υπέροχη αίσθηση, που θα ήθελε να την κρατήσει μαζί του όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήταν….σαν μια αόρατη δύναμη να κυλούσε μέσα του, να τους ένωνε.

Ο Αλχημιστής την άκουσε σιωπηλά και με ενδιαφέρον καθώς η Ιντούν μίλησε για το πώς βίωσε τα γεγονότα της τελετής. Καθώς άκουγε, ο αντίχειράς του χάιδευε απαλά τη ράχη του χεριού της. Ένιωθε μεγάλες τύψεις που είχε ακούσει την ηλικιωμένη γυναίκα και δεν είχε μπει στη μάχη, αλλά τώρα…βλέποντας αυτά τα μάτια, ακούγοντας αυτή την ενέργεια στη φωνή της Ιντούν, κατάλαβε λίγο περισσότερο. Η Ιντούν είχε ωριμάσει σε αυτή την τελετή. Είχε δράσει για να κάνει τον κόσμο ένα μέρος που ταίριαζε στις αρχές της λίγο περισσότερο. Είχε χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις της με τέχνη που ίσως στο παρελθόν να μην πίστευε ότι είχε.

Και όμως….ο Σίνγκεν ήθελε τόσο πολύ να είναι μαζί της.

«Φαίνεται ότι κάποια τη δελεάζει η περιπέτεια!» είπε ο Σίνγκεν εύθυμα και γέλασε ελαφριά. Μετά, το ύφος του έγινε λίγο πιο σοβαρό, παρέμεινε όμως απαλό. «Μου είναι τόσο δύσκολο όλο αυτό. Κάθε ίνα του σώματός μου ούρλιαζε να βρεθώ στο πλευρό σου και να σε βοηθήσω. Να διαλύσω κάθε απειλή γύρω σου. Δεν με συγκράτησε κάποια δική μου σοφία, αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα. Και…καταλαβαίνω το γιατί…» είπε ο Σίνγκεν σκεφτικά, κοιτώντας την.

«Βγήκες δυνατότερη από αυτό, Ιντούν. Πρώτη φορά σε βλέπω να υψώνεις έτσι το ανάστημά σου, να κάνεις πράξη τα πιστεύω σου με τέτοιο τρόπο. Αν κάποιος σου έπαιρνε αυτή τη στιγμή, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο…» είπε, κοιτώντας την στα μάτια. «Πώς λοιπόν μπορεί κάποιος να πορεύεται, να υποστηρίζει, να ενισχύει τον άλλο χωρίς να καθυστερήσει την ανάπτυξη του? Να μην είναι αυτός που θα προστατέψει το μέταλλο από τα χτυπήματα του σφυριού που, αν και επώδυνα, θέλουν να το μετατρέψουν σε σπαθί, αλλά να είναι το στοιχείο που θα κάνει το μέταλλο ένα κράμα ικανό να αντέξει τα χτυπήματα και θα βγει ακόμα δυνατότερο?» αναρωτήθηκε, εκθέτοντας μέρος των σκέψεων που τον προβλημάτιζαν τις τελευταίες μέρες. Οι λέξεις του ήρθαν με τρόπο ελαφρά λυρικό.

«Όχι τόσο κοντά που να εμποδίσεις τον άλλο να δοκιμαστεί, να αναπτυχθεί,
όχι τόσο μακριά που να αφήσεις τον άλλο να εξαντλείται και να σπάσει,
το μονοπάτι της συμπόρευσης είναι
Δύσκολο, αλλά γεμάτο θησαυρούς.»

Απαλά αλλά με σιγουριά, ο Σίνγκεν έσφιξε το χέρι της. Ήταν η πρώτη φορά που ιχνηλατούσε αυτό το μονοπάτι με κάποιον. Αισθανόταν ότι ο δρόμος μπροστά ήταν γεμάτος πιθανά λάθη και γκάφες. Αν δεν υπήρχε η Βαλισσίνη να τον σταματήσει θα είχε σφάλλει, ακολουθώντας τα ένστικτά του. Αλλά με την Ιντούν, ταυτόχρονα, ανυπομονούσε να το εξερευνήσει, και ήταν αποφασισμένος να το πετύχει.


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Άφησε το χέρι της να γλιστρήσει βαθύτερα στη ζεστή παλάμη του και τον κράτησε σφιχτά με όση δύναμη της απέμεινε. Κοίταζε το Σίνγκεν γεμάτη χαρά και σιγουριά, το έδειχναν τα μάτια της που άστραφταν και το χαμόγελό της, πλατύ ... και παγωμένο σε ένα σημείο.

«Τι είπε μόλις;» σκέφτονταν χαρούμενη και ταυτόχρονα ξαφνιασμένη καθώς συνειδητοποιούσε πως ο Σίνγκεν ξεδίπλωνε τα συναισθήματά του με ειλικρίνεια. Το αναγνώριζε αυτό το βλέμμα όσο της εξηγούσε πως ήθελε να την προστατέψει, ήταν το βλέμμα ενός ατόμου που νοιάζεται βαθιά. «Νοιάζεται ρε Ιντούν!» και το χαμόγελό της ήταν άνθος σαν τα ρόδινα Ιλάλιν.

«Υπάρχει τρόπος,» τον ενθάρρυνε με αποδυναμωμένη φωνή, αλλά με μεγάλη όρεξη να μοιραστεί κάτι που γνώριζε από την προσωπική της εμπειρία με το Σίνγκεν.

«Υπάρχει μία οδός και χιλιάδες μονοπάτια», συνέχισε χωρίς να κομπιάζει «Η οδός είναι χρόνος. Αν θέλεις να βοηθήσεις πραγματικά κάποιον για τον οποίο ενδιαφέρεσαι, καλό θα ήταν να του αφιερώσεις χρόνο. Να εργαστείς μαζί του, να μελετήσεις μαζί του, να μιλήσεις μαζί του, αλλά πάνω από όλα, να τον ακούσεις. Για όσους ενδιαφέρεσαι, πρέπει να τους αφιερώσεις χρόνο εμπιστοσύνης και μάτια παρατήρησης. Κάποια στιγμή θα ανοιχτούν και οι σκέψεις με τις οποίες θα σε εμπιστευτούν θα είναι δώρο τόσο πολύτιμο που κανένας πλούτος δε μπορεί να αγοράσει. Άκου με την καρδιά, παρατήρησε με την καρδιά. Έτσι θα μάθεις πώς να στέκεσαι στο πλάι σαν στήριγμα και όχι σαν εμπόδιο, πώς να παρέχεις μία λέξη, μία φράση που υπενθυμίζει σε αυτούς που νοιάζεσαι ότι μαζί σου είναι ασφαλείς, μπορούν να δοκιμάσουν, μπορούν να πέσουν και να ξανασηκωθούν. Αφουγκράσου και παρατήρησε. Έτσι θα μάθεις πως τρέμει το χέρι της Αλέξα και καίει τα πάντα από φόβο, ενώ ελέγχει τη φωτιά της όταν τυλίγεις απαλά τα χέρια σου στους βραχίονές της και ξέρει ότι την καθοδηγείς. Θα μάθεις πως ο Έλιοτ παράγει καπνό αντί για σπίθες επειδή αγχώνεται και τα καταφέρνει μόνος του στο δωμάτιό του ή όταν κάνουμε ότι δεν τον κοιτάζουμε. Θα γνωρίσεις πως ο Κλέανδρος είναι επιθετικός γιατί θέλει να είναι χρήσιμος και να μοιάσει στους μεγάλους, γι’ αυτό θα του δώσεις αρμοδιότητες ώστε να νιώθει χρήσιμος∙ ότι οι δυνάμεις της Μοργκέιν είναι αποτελεσματικότερες όταν περιβάλλεται από καλαίσθητο περιβάλλον, έτσι θα τη βγάλεις σε όμορφα μέρη∙ ότι η Χελένα νιώθει μειονεκτικά για την καταγωγή της και πως τη βοηθάς όταν την επαινείς∙ ο Ούμπρο θέλει πολύ να δείχνει σκληρός, αλλά θα ήθελε και μια αγκαλιά από την Ιλίντιεν να του πει πως όλα είναι καλά∙πως η Άρντα γκρινιάζει για 6,5 λεπτά ακριβώς και αν της μιλήσεις όπως στους ενήλικες θα κάνει τα πάντα για να σε βοηθήσει∙ πως η Σολ θα σε λοξοκοιτάξει με κάθε μπάλα νερού που φτιάχνει και θα την κρατήσει στον αέρα όταν της κλείσεις το μάτι επαινετικά∙ θα μάθεις πως η Άρυα εκνευρίζεται με την αταξία και ανακουφίζεται όταν βρίσκει το Θεραπευτήριο καθαρό και τακτοποιημένο. Αν παρατηρήσεις καλά, θα μάθεις πως ο Σίνγκεν σοβαρεύει όταν θέλει πραγματικά να πετύχει κάτι, αλλά σπάνια βρίσκει τι θέλει να πετύχει γιατί έχει μάθει να είναι δεύτερος γιος, όπως επίσης ότι μιλάει πολύ και λέει τίποτα, ενώ λέει πολλά εν μέσω της σιωπής μήνες μετά.»

Η Ιντούν σήκωσε ελαφρά το φρύδι και χαμογέλασε πονηρά, ίσως λίγο προκλητικά, σαν να του έλεγε «περίμενες ότι δε θα σε πρόσεχα;» και ολοκλήρωσε τις σκέψεις της

«Ο χρόνος που αφιερώνεις σε κάποιον είναι το κλειδί για να πορευτείς μαζί του.»


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Σίνγκεν ξαφνιάστηκε από αυτό το θερμό χαμόγελο που άνθισε στο πρόσωπο της όμορφης γυναίκας. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς οι προβληματισμοί του οδήγησαν σε αυτό, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε από το να το απολαύσει και να το αφήσει θα θεραπεύσει μέρη της ψυχής του.

Έπειτα, κρατώντας το χέρι της Ιντούν, άκουσε τα λόγια της σιωπηλός. Αυτό που έλεγε…μάθε κάποιον καλά, πέρασε χρόνο μαζί του, νοιάσου να τον παρατηρήσεις, και θα μπορείς να κρίνεις τι να πεις για να βοηθήσεις, πώς να το πεις, πότε πρέπει να παρέμβεις σε κάτι και πότε πρέπει να αφήσεις τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους? Όσο περισσότερη εμπειρία αποκτούσε κάποιος στην αλληλεπίδρασή του με κάποιον άλλο, τόσο καλύτερες αποφάσεις θα μπορούσε να πάρει όσον αφορά το άτομο αυτό?

Αυτό ήταν καλά νέα! Ο Σίνγκεν σκόπευε να περάσει πολύ χρόνο ακόμα με την Ιντούν. Ας είναι έτοιμη λοιπόν, γιατί ο Σίνγκεν θα μελετούσε κάθε έκφραση, κάθε συνήθεια, κάθε αλλαγή στον τόνο της φωνής της, όπως ήδη έκανε φυσικά! Δεν θα δεχόταν τίποτα λιγότερο από το να γίνει ένας «Ιντουνειδικός»!

Οι αποφασιστικές σκέψεις του διακόπηκαν όταν η Ιντούν άρχισε να μιλά για το τι είχε παρατηρήσει, και όταν μίλησε για τον ίδιο, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και το σαγόνι του έπεσε. Για μια στιγμή…είχε…είχε δίκιο, έτσι δεν ήταν? Ο Σίνγκεν δεν είχε σκεφτεί αυτά τα χαρακτηριστικά του συνειδητά, αλλά ήταν αλήθεια. Κάποια στιγμή στην πορεία της ζωής του, είχε γίνει κομμάτι της φύσης του να μιλά πολύ και να κάνει πλάκα, και να φαίνεται ασόβαρος και χωρίς σημαντικούς στόχους, αλλιώς…θα γινόταν ο ίδιος στόχος. Δεν χρειαζόταν να ζει έτσι όμως πλέον, έτσι δεν ήταν?

Σκέψεις για το μέλλον….

Την κοίταξε για λίγο, έκπληξη απέναντι στη δική της πονηρή έκφραση, και μετά χαμογέλασε σε αποδοχή αυτών που είπε και έγνεψε.

«Η Ιντούν, σε αντίθεση με ότι ίσως πίστευε κανείς που την βλέπει επιφανειακά, θέλει πράγματα. Ως μεγάλη αδερφή μιας μεγάλης οικογένειας όμως, έχει μάθει να κάνει πίσω, να βάζει δεύτερα τα «θέλω» της, να αφήνει τους άλλους να πάρουν πρώτοι, να είναι ευχαριστημένοι, και μετά να παίρνει ό,τι μένει.» είπε απαλά. Σήκωσε το χέρι της που κρατούσε στο δικό του, και, κοιτώντας την με χαμογελαστά μάτια, το φίλησε απαλά.

«Δυστυχώς, ως δεύτερο αδέρφι έχω μάθει να διεκδικώ αυτό που θέλω. Μπορώ να στο μάθω αν θες, έχει πλάκα.» είπε πιο ανάλαφρα. «Τώρα…αν τυχόν έχει λίιιιιιιιιγο χώρο το κρεβάτι αυτό για άλλον ένα, θα ήθελα να τον δεσμεύσω, και σε αντάλλαγμα μπορώ να προσφέρω μερικές ιστορίες από τα μέρη μου που σίγουρα δεν έχεις ακούσει. Η γριά Χάτσουμο πάντα μας έλεγε ιστορίες όταν είμαστε στο κρεβάτι άρρωστοι ή χτυπημένοι….λέει ότι με τις ιστορίες, το πνεύμα ταξιδεύει μακριά, και αφήνει επιτέλους το σώμα λίγο ήσυχο να θεραπευτεί, χωρίς να το φορτώνει με τις χίλιες έγνοιες που μας βαραίνουν.» είπε ο Σίνγκεν απαλά και με ζεστό χαμόγελο.