Rasnarry Academy

To Προσκύνημα της Καταιγίδας: Μέρος 1ο [Ιντούν]

Σίνγκεν Σινόντα

Ο καιρός ήταν μουντός, με γκρίζα, βαριά σύννεφα να καλύπτουν τον ουρανό, και ο άνεμος φυσούσε αρκετά ώστε να γίνεται αισθητός ακόμα και μέσα στο ελατόδασος. Κάποιος θα σκεφτόταν ότι ο ουρανός αντικατόπτριζε τη συναισθηματική κατάσταση των δύο οδοιπόρων, μιας γυναίκας και ενός άντρα που διέσχιζαν μονοπάτια του δάσους που λίγοι ήξεραν. Η καρδιά τους βαριά από δυσάρεστα συμβάντα, αλλά ο άνεμος έπνεε δυνατά μέσα τους, σπρ΄΄ώχνοντάς τους να κάνουν κάτι, να φέρουν την αλλαγή.

Όχι όμως. Ο Ουρανός ήταν, είναι και θα είναι απλά αυτό που είναι. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που βλέπουν τον εαυτό τους στην απεραντοσύνη του, καθώς τα περικλείει όλα.

"Θα είμαστε διακριτικοί, δεν πρέπει να μας δούν στο χωρίο. Αν δουν εσένα, θα ρωτήσουν ποιά είσαι, ενώ αν δουν εμένα...ε, ξέρουν ποιός είμαι, και αυτό είναι χειρότερο." είπε ο Σίνγκεν, καθοδηγώντας την Ιντούν. "Πριν πούμε "ανεμοδούρα", μακρινοί θείοι και ξαδέρφια μου θα ρωτάνε "τίνος είσαι εσύ??"....αλλά όχι με τον κάπως διασκεδαστικό, παραδοσιακό τρόπο." είπε με παιχνιδιάρικο ύφος, προσπαθώντας να κάνει την Ιντούν να χαμογελάσει. Μπορούσε να δει ότι είχε επηρρεαστεί πολύ.

Μετά τα γεγονότα στη Σιράν, και οι δύο είχαν σοκαριστεί καθώς είδαν πόσο χαμηλά είχε πέσει η πόλη, πόσο βαθιά μέσα της είχε ριζώσει το κακό. Και μεγάλο ρόλο σε αυτό έπαιζε και η οικογένεια του Σίνγκεν. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι θα τους γυρνούσε την πλάτη, θα έφευγε και δεν θα τον έπιαναν ποτέ αλλά....αυτό ήταν πριν.

Φευγαλέα, κοίταξε την Ιντούν.

Όχι. Τώρα που υπήρχαν πράγματα που είχαν σημασία γι' αυτόν, τώρα που δεν ήταν ένας ταξιδιώτης άνεμος που δεν είχε τίποτα αξίας να τον κρατήσει πίσω, το να φεύγει δεν ήταν επιλογή. Έπρεπε να αλλάξουν τα πράγματα. Όταν το αποφάσισε αυτό, πήρε τα χέρια της γλυκιάς γυναίκας στα δικά του, την κοίταξε στα μάτια, και της είπε "Θα πάω να κάνω κάτι τρελό, κάτι που από το φόβο του θανάτου δεν έχει γίνει δύο γενιές τώρα στην οικογένειά μου. Θα πάω να διεκδικήσω τη δύναμη να αλλάξω τον κόσμο, και τον εαυτό μου. Θα έρθεις μαζί μου, Ιντούν? Είσαι η μόνη που θα ήθελα δίπλα μου σε αυτό.", και προσφέροντάς του τεράστια ανακούφιση αλλά και αίσθημα ευθύνης, η Ιντούν δέχτηκε.

"Σε λίγο θα πρέπει να προσέχουμε για φρουρούς. Και αυτό, δυστυχώς, δεν είναι διασκεδαστικό και ηρωικό όπως στα βιβλία και στις παραστάσεις." είπε ο Σίνγκεν αναστενάζοντας. Δεν ήταν πολλοί αυτοί που μπορούσαν να μπουν στην περιοχή του μυστικού χωριού της οικογένειας Σινόντα, βαθιά χωμένο στα δάση των βουνών της Σιράν, αλλά ο ίδιος, σαν μέλος της οικογένειας, ήξερε τα κατατόπια.

Η τύχη τους ήταν καλή. Μόνο δύο φορές χρειάστηκε να σταματήσουν και να πέσουν χάμω και να μείνουν ως και μία ώρα στο έδαφος για να κρυφτούν από κάποιο φρουρό, που και ο ίδιος ήταν κρυμμένος αλλά τον είχαν εντοπίσει. Πέρασαν την εξωτερική περίμετρο, και από μακριά είδαν τα πρώτα σπίτια.

Δεν κατευθύνθηκαν προς τα εκεί όμως.

"Θα σου αρέσει η γριά Χάτσουμο." είπε ο Σίνγκεν με ένα μικρό χαμόγελο. "Μου τις έχει βρέξει πολλές φορές όταν ήμουν παιδί σκέψου, και παρ' όλα αυτά την συμπαθώ. Αυτό κάτι λέει." είπε με ελαφρύ τόνο, καθώς προχώρησαν προς μια απομονωμένη καλύβα που ήταν σε μια μέτρια απόσταση, με ένα μικρό μποστάνι και ένα κοτέτσι γύρω της. Ο Σίνγκεν έκανε ένα σινιάλο σιωπής στην Ιντούν και πλησίασε αθόρυβα σαν σκιά, θέλοντας να δει μήπως είχε επισκέψεις η γριά. Δεν εμπιστεύονταν κανέναν άλλο να τους δει.

"Δεν λες όμως γιατί σου τις έβρεχα, μικρέ Σίνγκεν." ακούστηκε από μέσα η σπασμένη φωνή της ηλικιω΄μενης γυναίκας όταν ο Σίνγκεν πλησίασε το αυτί του στην πόρτα για να ακούσει, κάνοντας τον άντρα να κάνει ΄ένα μορφασμό ΄πόνου σχεδόν. Τον είχε ακούσει? Τίποτα δεν της διεφεύγε αυτής της γυναίκας, ακόμα και τώρα!

"Ελάτε, μπείτε μέσα, είναι ανοιχτά." συνέχισε. Ο Σίνγκεν αναστέναξε. Άνοιξε την πόρτα και έκανε μια κίνηση προς την Ιντούν, αφήνοντάς την να περάσει στη μικρή αλλά τακτοποιημένη καλύβα με τα ξύλινα έπιπλα, και να δει μια κοντή, μαζεμένη γυναίκα με λευκά μαλλιά πιασμένα σε κότσο, ένα σάλι στους ώμους της και μάτια που έλαμπαν.

"Ααα, εσύ είσαι όμορφη!" είπε σαν αυτό να την εξέπληξε για κάποιο λόγο, ίσως σκεφ΄τοταν άλλες κοπέλες που είχε δει με το Σίνγκεν στο παρελθόν, και τα μάτια της κοιτούσαν την Ιντούν. Κάτι στην λάμψη τους έδειχνε ΄ίσως ότι έβλεπαν βαθύτερα, δεν έμεναν στην εμφάνιση.

"Φυσικά και είναι-" ξεκίνησε ο Σίνγκεν, αλλά η γυναίκα τον διέκοψε με μια αυστηρή κίνηση του αδύνατου χεριού της. "Θα με βοηθήσεις, κόρη μου?" ρώτησε η Χάτσουμο την Ιντούν με τρόπο σοβαρό αλλά και μητρικό, καθώς άρχισε να βγάζει για να στρώσει το τραπέζι για τους τρεις τους.


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
«Τι είναι οικογένεια;»

Σύννεφα στον ουρανό. Όπως μέσα, έτσι έξω.

«Πώς είναι η δική μου οικογένεια;»

Το μυαλό της Ιντούν βουτηγμένο στην ομίχλη κι εκείνη τυφλή, προσπαθούσε να βρει το δρόμο της μέσα στο σκοτάδι. Κάθε της βήμα βαρύ από σκέψεις και λαβύρινθους με τοίχους που έκρυβαν το φως, ατέλειωτα αδιέξοδα.

«Γιατί θεωρώ δυσλειτουργική τη δική μου οικογένεια και... είναι κι αυτός έτσι;»

Ακολούθησε το Σίνγκεν όταν της ζήτησε βοήθεια περισσότερο από περιέργεια ή μήπως επειδή δεν είχε τη δύναμη να πει όχι σε άλλους; Κι εκείνος, χρειάζονταν όντως τη βοήθειά της ή θεωρούσε δεδομένο ότι θα μπορούσε απλά να βασιστεί επάνω της όταν τη χρειάζονταν;

Μπλεγμένες οι σκηνές των προηγούμενων ημερών, η προκλητική συμπεριφορά των Ασάχι, οι ξεδιάντροποι Σινόντα, ασυδοσία. Η ήττα που υπέστει η Ιντούν καθώς στέκονταν ανήμπορη μπροστά στην αρχηγό τους να διεκδικεί και να παίρνει σχεδόν, τη μόνη εγωιστική επιθυμία που είχε ποτέ. Άλογες οι προσπάθειές της, με τον ίδιο τρόπο θα τον έχανε πάντα, αν και στην πραγματικότητα δεν τον είχε ποτέ. Και μέσα στο πηχτό σκοτάδι, πίσω από την πλάτη της, ο πάγος ξύριζε. Ποτέ της δε ζήλεψε το στοιχείο του πάγου, το αντίθετο της φωτιάς. Αντίθετες και οι προσωπικότητες της Ιντούν και της Ιλίντιεν που ύψωσε το ανάστημά της ατρόμητη στην απειλή, δε δίστασε ούτε στάλα.

«Δε μοιράζομαι ότι είναι δικό μου», σύριζαν απειλητικά οι λέξεις καθώς τις πρόφερε με έντονα Ξωτική, μνησίκακη προφορά.

Στο μονοπάτι που ανοίγονταν ή χάνονταν πότε πότε, ακολουθούσε το Σίνγκεν παθητικά. Περπάτημα, σύρσιμο στο χώμα, αποφυγή των φρουρών και πάλι από την αρχή. Η φλυαρία δε βοηθούσε να καθαρίσει τις σκέψεις της. Ευτυχώς η γηραιά φωνή την έσωσε από σίγουρη σύγχυση.
   
«Ααα, εσύ είσαι όμορφη!»

«Άλλο ένα ψέμα για να κοροϊδ-»

«Είμαι όσο ατρόμητη θέλω να με αντιλαμβάνονται, είμαι τόσο όμορφη όσο επιθυμώ ΕΓΩ να με βλέπουν!», τα λόγια της Ξωτικοπολεμίστριας εκτοξεύονταν το ίδιο αιχμηρά με τα βέλη της, δεν αστοχούσαν ποτέ την Ιντούν που στέκονταν στο κατώφλι με την ψυχή ματωμένη.

«Πώς επιθυμείς να βλέπουν Αιολίδα;»
«Σίγουρα όχι αγενή!»

Κρίση ή πόλεμος, αναταραχή ή ειρήνη, η Ιντούν, αντίθετα με τα μεταβλητά στοιχεία της, Αέρα και Φωτιά, παρέμενε σταθερή στην προσωπικότητα και τις αρχές με τις οποίες είχε ανατραφεί.

«Ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας», ήταν η πρώτη κουβέντα που ξεστόμισε εδώ και ώρες, κάνοντας μία μικρή υπόκλιση σεβασμού στη γηραιά κυρία.

Το τραπεζομάντηλο υψώθηκε από το ράφι του τη στιγμή που η Ιντούν σήκωσε το δεξί της χέρι. Το γράπωσε σαν να ήταν συνδεμένοι από καιρό, απλώθηκε κολαριστό στην επιφάνεια του τραπεζιού εν ριπή οφθαλμού. Κριξίματα αναζωπύρωσης έφτασαν πρώτα στα αυτιά τους και ύστερα η θερμότητα, που βοηθούσε τη θαλπωρή της μικρής καλύβας να εξαπλωθεί μεταδοτικά,  άγγιξε τα ξεπαγιασμένα τους μάγουλα. Σε δυο κινήσεις, το τραπέζι ήταν στρωμένο και η πυρά έτοιμη να υποδεχτεί το τσουκάλι.


Σίνγκεν Σινόντα

"Φυσικά, φυσικά..." απάντησε η ηλικιωμένη γυναίκα στην Ιντούν. "Η οικογένεια έχει ξεπέσει, αλλά υπάρχουν ακόμα κάποιοι που θυμούνται, και ακολουθούν, τους παλιούς τρόπους." είπε με ένα μείγμα κούρασης και περηφάνιας, η περηφάνια της γριάς βελανιδιάς που έχει αντέξει εκατοντάδες καταιγίδες χωρίς να πέσει.

Ο Σίνγκεν ήξερε τη γριά Χάτσουμο αρκετά ώστε να γνωρίζει ότι καλό θα ήταν να μην εμπλακεί, να μη βοηθήσει αυτή το φορά στο στ΄ρώσιμο του τραπεζιού. Μπροστά στα μάτια του, η κίνηση των δύο γυναικών γινόταν με απόλυτη αρμονία. Μπορούσε άραγε να το δει η Ιντούν, να το νιώσει, ή ήταν υπερβολικά απορροφημένη με αυτά που την απασχολούσαν?

Όταν η ίδια άπλωσε το τραπεζομάντηλο, η Χάτσουμο χαμογέλασε βλέποντας την εξασκημένη κίνησή της νεαρής γυναίκας και ο αέρας από κάτω του, πολύ απαλά, υποχώρησε με τον τέλειο τρόπο για να είναι ίσιο και σωστό. Όταν άναψε τη φωτιά,  η ηλικιωμένη γυναίκα αναστέναξε ελαφριά και οι φωτιά πήρε τα πάνω της με ένα ζεστό, καθησυχαστικό ήχο. Ο Σίνγκεν πάντα το θαύμαζε αυτό στην αιωνόβια γυνα΄ίκα. Πολλοί Αλχημιστές ήταν πολύ φυσικοί στη χρήση της τέχνης τους, αλλά η Χάτσουμο...ήταν σαν να μην έκανε τίποτα, σαν η ίδια η φύση απλά να την υποστήριζε, να τη βοηθούσε στα λίγα που ζητούσε με απόλυτη φυσικότητα.

Όπου η Χάτσουμο έβγαζε πιάτα, η Ιντούν ήταν εκεί για να τα πάρει. Όπου η Ιντούν έβαζε χαρτοπετσέτες, η Χάτσουμο ήταν εκεί για να βάλει μαχαιροπίρουνα. Χωρίς να πέφτουν η μία πάνω στην άλλη ή να πρέπει να κάνουν παύση ούτε μία φορά, ήταν σαν ένας χορός σχεδόν, ο τρ΄όπος που δύο ρεύματα ανέμου κινούνταν μαζί για λίγο και συντονίζονταν, κάποιες φορές ίσως χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό.

Σε ΄λίγο χρόνο, το τραπέζι ήταν έτοιμο. Απλό αλλά φιλόξενο, με ζεστή σούπα με λαχανικά, ψωμί, δροσερό νερό. Ο Σίνγκεν μπορούσε να δει στο λαξεμένο πρόσωπο ότι η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ικανοποιημένη.

"Κάθισε, κάθισε." είπε η Χάτσουμο, κοιτώντας και τους δύο, και κάθησε και εκείνη με ανακούφιση. "Ήρθε η στιγμή λοιπόν, Σίνγκεν?" τον ρώτησε, ξεκινώντας να τρώει. Ο τόνος της ήταν απλός, σαν να μιλούσε για κάτι καθημερινό.

"Το ήξερες λοιπόν? Φυσικά..." είπε ο Σίνγκεν. Πάντα μπορούσε να τον διαβάσει. Την κοίταξε και έγνεψε. "Ναι, ήρθε. Είμαι μέλος αυτής της οικογένειας, το όνομα είναι και δικό μου. Δεν θέλω να το κυλάνε στη λάσπη και στο αίμα πια." είπε και κοίταξε το πιάτο του.

"Κόρη μου, σου έχει πει την ιστορία ο Σίνγκεν? Το παραμύθι που τους έλεγα όταν ήταν μικροί, στον αδερφό του και στα άλλα παιδιά, στους πατεράδες και τους θείους τους?" ρώτησε την Ιντούν η γυναίκα με απαλό τόνο, κοιτώντας την. Ο Σίνγκεν έγνεψε αρνητικά. Ξέροντας ότι θα έρχονταν εδώ, είχε κάνει υπομονή, με την ελπίδα να το πει η γριά Χάτσουμο.



Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Κίνηση, ο τρόπος για να εξομαλυνθεί ο νους, η οδός της ισορροπίας. Όσο η Ιντούν βρίσκονταν στην αέρινη κίνησή της, οι φόβοι λούφαζαν υπό την απειλή ανέμων αλλαγής. Ο νους καθάριζε με κάθε αεράκι που φυσούσε ακόμη και στις πιο απόκρυφες γωνιές του. Δεν παρέσερνε τους ιστούς και τις σκόνες που φώλιαζαν μυστικά στα σκοτάδια, μονάχα τα ανίχνευε. Τον εξαγνισμό ολοκλήρωνε η εσωτερική φλόγα που τρέφονταν από το οξυγόνο της πνευματικής ύπαρξης.

Σε αυτή τη συνηθισμένη διαλογιστική πρακτική ήρθε να προστεθεί κάποιος νέος και ταυτόχρονα απροσδιόριστα αρχαίος παράγοντας. Ογκώδης η παρουσία που την προσέγγιζε, μα ποτέ πιεστική. Αντίθετα, το αιθέρινο σώμα λειτουργούσε σαν οδηγός, έπραττε αβίαστα ως μέρος του ενός, αντανάκλαση μυστικών γραφών που την ώθησαν , με όχημα το υποσυνείδητο, να ακολουθήσει το αρμονικό μονοπάτι. Η Ιντούν γνώριζε μόνο όσα είχε μελετήσει. Οι περιγραφές έπαιρναν σάρκα και οστά στα κλειστά της μάτια, μιας και δεν τα χρειάζονταν ανοιχτά για να αντιληφθεί Εκείνη που αντίκρισε τον Ανώτερο Εαυτό. Αφουγκράστηκε καλά τους κραδασμούς εκείνου του ρεύματος καθοδήγησης, η Ιντούν συντονίστηκε με τις κυματομορφές, δίνοντας πνοή σε μια άηχη μελωδία ατμοσφαιρικών οκτάβων.

Θαύμαζε την απλότητα με την οποία το ζαρωμένο χέρι έκρουε χορδές απρόσιτες, αναρωτιόταν πόσο μακρύ το ταξίδι για να τις ανακαλύψει, ποια η θυσία. Κάθισε σεβάσμια με την αξιοσέβαστη κυρία που ανακίνησε την αόρατη στασιμότητα του εσωτερικού κόσμου της Ιντούν, χρησιμοποιώντας μικρής αξίας υλικά, συνέχισε να ακούει.

«Πείτε μου παρακαλώ, θα χαρώ να ακούσω πώς πλέκετε αυτήν την κλωστή»


Σίνγκεν Σινόντα

Η ηλικιωμένη γυναίκα έγνεψε με ευχαρίστηση, ακούγοντας την απάντηση της Ιντούν. "Σίνγκεν...άνοιξε σε παρακαλώ το δεύτερο συρτάρι. Πιστεύω ότι είσαι έτοιμος να συνοδέψεις την ιστορία όπως της αρμόζει, πλέον." είπε ήρεμα.

Ο Σίνγκεν τινάχτηκε. Ήξερε τι εννοούσε η γριά, ήξερε τι θα έβρισκε σε εκείνο το συρτάρι, αλλά ποτέ πριν...πο΄τέ δεν του είχε πει...Σηκώθηκε γρήγορα, άνοιξε το συρτάρι και, με δύο χέρια γεμάτα προσοχή και σεβασμό, έβγαλε ένα ξύλινο φλάουτο, αρχαιότερο από οτιδήποτε και οποιονδήποτε μέσα στο σπίτι εκείνο. Κάθισε πάλι και τα μακριά του δάχτυλα χάιδεψαν το ανοιχτόχρωμο ξύλο...μπορούσε να αισθανθεί όλες τις νότες που έκρυβε μέσα του, όλους τους ήχους που μια πνοή ανέμου μπορούσε να φέρει σε αυτό τον κόσμο από έναν άλλο.

Μετά από μια στιγμή περισυλλογής, ο Σίνγκεν έφερε το φλάουτο στα χείλη του και η γυναίκα έγνεψε. Λίγες νότες, σοβαρές, που μετέφεραν αίσθηση κινδύνου, που προειδοποιούσαν τον ακροατή ότι αυτή δεν θα ήταν μια χαρούμενη ιστορία, ή ανάλαφρη. Η γυναίκα μίλησε με αρχαία, αλλά γεμάτη χρώμα φωνή, απροσδόκητα σταθερή, σαν κάτι να την ενδυνάμωνε για να πει αυτή την ιστορία.

"Τα πρώτα χρόνια, οι ουρανοί σείονταν και η γη υπέφερε
Καθώς δύο αδέρφια, το πνεύμα του Ανέμου και το πνεύμα του Σύννεφου
Συγκρούονταν πάνω από όλη την πλάση, κάνοντας τα Ξωτικά, τους Ανθρώπους και τους Νάνους
Να ψάξουν για καταφύγιο, σε δάση και σπηλιές."

Σε μια παύση, ακολούθησε άλλη μια σειρά από νότες, γρήγορες, κοφτές, γεμάτες αγωνία, οι παλιές αλλά όχι ξεχασμένες αχοί των κραυγών εκείνων των πρώτων πλασμάτων. Σταμάτησαν απότομα, και η γυναίκα συνέχισε.

""Αδερφέ μου!" είπε το πνεύμα του Ανέμου,
"Γιατί σπαταλάς τις μέρες σου πάνω από το ίδιο σημείο
Όταν υπάρχουν τόσα όμορφα μέρη να δει κανείς?
Όχι μόνο αυτό, αλλά εμποδίζεις τις κινήσεις μου! Έλα μαζί μου!"

"Όχι!" φώναξε το πνεύμα του Σύννεφου,
"Η ευτυχία μου είναι να μένω εδώ που είμαι,
Και να βλέπω πώς η βροχή μου φέρνει ζωή στα μέρη που εποπτεύω.
Αν με αναγκάσεις να τα αποχωριστώ, θα σε πολεμήσω ως το τέλος!"

Για πολύ καιρό, τα δύο αδέρφια έδωσαν μια φοβερή μάχη
Ψηλά στους ουρανούς, συγκρούστηκαν με μανία.
Μέχρι που στην κλιμάκωση της σύγκρουσής τους,
Μια λάμψη λάβωσε το σκοτάδι της καταιγίδας σαν δόρυ φωτός!
Έτσι γεννήθηκε ανάμεσά τους, ενδεδυμένος οργή και δόξα.
Παιδί της σύγκρουσης, ο Κεραυνός, ο τελευταίος αδερφός,
Και μίλησε με φωνή που η βροντή της δεν έχει όμοιο σε όλη την πλάση. "

Μια σειρά από νότες γεμάτες δύναμη, μια ισχυρή, βαθιά αρμονία, μια συνοχή, που έκαναν τα παράθυρα να σειστούν λίγο όχι από την ένταση, αλλά από την συνειδητοποίηση ότι ήταν στην παρουσία κάτι ανώτερου εκείνη τη στιγμή, κάτι μικρό από κάτι πολύ Μεγάλο είχε κληθεί σε εκείνο το σπίτι. Η Χάτσουμο συνέχισε με μια ενεργητικότητα που θα ζήλευε κάθε νέος, τα λευκά της μαλλιά σχεδόν έλαμπαν, η φωνή της μπορούσε να διατάξει ένα στράτευμα.

""Αρκετά! Εξαιτίας σας, ο Ουρανός έγινε πεδίο μάχης!
Κοιτάξτε τα πλάσματα κάτω στη γη, υποτελείς που αξίζουν δίκαιους ηγεμόνες,
Θρηνούν και αναζητούν το λόγο της τιμωρίας τους!
Όταν βλέπουν αδερφό να μάχεται εναντίον αδερφού, πώς αυτοί θα γίνουν καλύτεροι?
Να κινείσαι, να μαθαίνεις, να εξελίσσεσαι,
Να νοιάζεσαι, να συνδέεσαι, να προσφέρεις.
Και οι δύο έχετε δίκαιο, αλλά το χάνετε στην απόλυτη προσήλωσή σας.
Πλέον, Εγώ θα ορίζω τις κινήσεις του Ουρανού!"

Ο Άνεμος ούρλιαξε οργισμένος και κινήθηκε εναντίον του νέου αδερφού του, ανυπότακτος!
Το Σύννεφο μαύρισε από θυμό και θέλησε να τσακίσει την καινούρια αυτή δύναμη αμέσως.
Και όμως, όσο περισσότερο φύσαγε ο Ανεμος και πύκνωνε το Σύννεφο,
Τόσο ισχυρότερος γινόταν ο Κεραυνός, ξεπερνώντας και τους δύο αδερφούς του.
Άνεμος και Σύννεφο αναγκάστηκαν να σκύψουν το κεφάλι, και να δεχτούν ότι οι Δύο ήταν πλέον Τριάδα."

Το φλάουτο επιτέλους άφησε μια σειρά από πιο ήρεμες νότες να πλανηθούν στο χώρο. Η ηρεμία μετά από την καταιγίδα. Η ανάσα που παίρνει η φύση, εξαγνισμένη μετά από τη δοκιμασία, έτοιμη να επανέλθει καλύτερη. Η υπόσχεση για το αύριο. Η φωνή της Χάτσουμο απαλή αλλά σοβαρή, επίσημη.

"Έτσι, ο τρίτος, ισχυρότερος αδερφός, ο Κεραυνός,
Έφερε την ισορροπία στον Ουρανό, αν και νεότερος,
Όπως η Γη είχε προφητεύσει στις βαθύτερες σπηλιές της, εκεί που οι λαοί προσεύχονταν.
Όταν ο Άνεμος και το Σύννεφο αρχίζουν να μάχονται πάλι.
Ο Κεραυνός είναι πάντα εκεί, για να κρίνει και να βάλει τέλος στη σύγκρουση."

Με αυτό τον τρόπο, χωρίς καμία άλλη νότα, η ιστορία έφτασε στο τέλος της. Ο Σίνγκεν κατέβασε ευλαβικά το φλάουτο, και η γυναίκα ε΄κλεισε λίγο τα μάτια της, μια στιγμή εσωστρέφειας για να κρατήσει κάτι από τη στιγμή για τον εαυτό της. Τα μάτια της άνοιξαν ξανά σύντομα, κοιτώντας την Ιντούν για την αντίδρασή της.
« Τελευταία τροποποίηση: Μάιος 27, 2020, 10:43:42 μμ by Σίνγκεν Σινόντα »


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Σύννεφα, τα ονόματά τους αντηχούν παχουλά και αφράτα στο γαλάζιο του ουρανού όταν γκριζάρει. Πολλές φορές τους αρέσει να περνούν την ώρα τους ξαπλώνοντας τεμπέλικα στις παρυφές της ατμόσφαιρας, βραδυκίνητα και κρύα.

Ο άνεμος. Το φιλί του δέχτηκε η Ιντούν από τη γέννησή της. Εκείνη η ανάγκη αλλαγής και κίνησης έβρισκε ένα μέρος θαλπωρής μέσα στην καρδιά της. Είκοσι χρόνια τον ντάντευε και τον καλλιεργούσε σαν τη μάνα που μεγαλώνει το στερνοπούλι της. Η κίνηση και τα ατέλειωτα παιχνιδίσματά του έκαναν τα σύννεφα να φαίνονται δημιουργικά. Τους έδινε σχήμα, τους άλλαζε μορφές σε ένα παιχνίδι εικαστικής παρακίνησης, όμορφης αλλά μάταιης. Ο άνεμος, ανυπόμονο παιδί από τα γεννοφάσκια του, θύμωνε και τα έσπρωχνε μακριά τα σύννεφα. Θύμωναν κι εκείνα που δεν τα άφηνε στην ησυχία τους και έκαναν να μουλαρώσουν. Η πρόγονος του Σίνγκεν διηγούταν μία ιστορία ακούραστης διαμάχης για επιβολή και στην κληρονομιά της κατείχε το κομμάτι της ισορροπίας που απουσίαζε από τους περισσότερους μύθους.

Η Ιντούν έγνεψε καταφατικά στο τέλος της διήγησης, καθώς τα μάτια της ρέμβαζαν στην εστία. Πύρινες γλώσσες, χοντρές στη βάση και λεπτεπίλεπτες στα μαλλιά, πάλευαν να αναρριχηθούν στην καμινάδα.

"Και έτσι, ο αρχηγός της οικογένειας είναι και ο κάτοχος του Κεραυνού", σχολίασε χωρίς να πάρει τα μάτια της από τη φωτιά. Εστίασε μυωπικά λίγες στιγμές γιατί πίστευε ότι ξεκούραζε τις κόρες της με αυτόν τον τρόπο και η διπλοστοιβάδα που δημιουργούσε ο ζεστός αέρας ομογενοποιήθηκε με τη θολούρα.

Ο Σίνγκεν, που δε γνώριζε ότι έπαιζε το φλάουτο και μάλιστα, τόσο φυσικά, την είχε φέρει μέχρι το κρυφό χωριό τους για να διεκδικήσει αυτήν τη δύναμη, όπως διαπίστωνε και κρίνοντας από την τιμή που του έκανε η Χάτσουμο να τη συνοδέψει, ήταν έτοιμος. Η Ιντούν απεστίασε κι άλλο τα μάτια, η θολούρα έγινε πιο έντονη, αναμίχθηκε με την ανασφάλεια και το αίσθημα ανικανότητας που τη στοίχειωνε εκείνες τις ημέρες. Αναστέναξε. Αν μη τι άλλο, ο Σίνγκεν τη θεωρούσε αρκετά ικανή για μία τόσο σημαντική και προσωπική αποστολή, παρόλους τους δισταγμούς της στη μάχη. Κάτι ήταν κι αυτό, αλλά αυτό ήταν όλο. Μόλις θα τελείωνε ο χρόνος που εξαγόραζε, θα της ζητούσαν να το συνοδέψει, περιμένοντας μία απάντηση.

Στη στοίβα με τα αρνητικά συναισθήματα ήρθε να προστεθεί και ο φόβος. Η Ιντούν ευχόταν, η φωτιά πίσω από το θολό της βλέμμα να την εξαφανίσει. Δε μπορούσε να φέρει την αποστολή σε πέρας, όσο κι αν πίστευε σε εκείνη ο Σίνγκεν. Αργά ή γρήγορα θα συναντούσαν τον πραγματικό κάτοχο του Κεραυνού, η Ιντούν θα πάγωνε από το φόβο για άλλη μία φορά και ο κάτοχος θα την έβγαζε από τη μέση με συνοπτικές διαδικασίες.

Προσπάθησε να φέρει το χώρο στη μνήμη της και το δρόμο από τον οποίο ήρθαν. Υπήρχε ακόμη χρόνος να δραπετεύσει. Ο νοητικός χάρτης ξεκίνησε να αναδύεται στα επιτηδευμένα μυωπικά μάτια της, αλλά η εικόνα διαταράχτηκε από μία δυσοίωνη παρουσία. Οι φλόγες ορθώθηκαν σε οξύ κυματισμό που προμήνυε επίθεση. Έλαμψαν στιγμιαία σε αποχρώσεις βιολετί, εξοστρακίζοντας την Ιντούν από την ασφάλεια της θολούρας στην αδέξια πραγματικότητα.

Έπρεπε κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσει πως οι δυνάμεις της, προσεκτικά καλλιεργημένες, συνοδεύονταν από μία ευθύνη. Η Ιντούν αναγκάστηκε να σκεφτεί με προοπτική. Η ευθύνη είναι βαριά, αλλά σε δεύτερο χρόνο κατάλαβε ότι ήταν καλά εκπαιδευμένη σε βαριές ευθύνες από παιδί. Αναλογίστηκε αν είχε κάτι να κερδίσει, αλλά γέλασε με τον εαυτό της, καθώς πρώτα κέρδιζε εξάσκηση και βελτίωση. Δεν είχε κάτι να φοβάται, συνεπώς, ακόμη κι αν μούδιαζε στη σκέψη της σύγκρουσης. Είχε ταξιδέψει ως εκεί και το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να δοκιμάσει τον εαυτό της ακόμη μία φορά.

"Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον πατέρα του Σίνγκεν, σωστά;"


Σίνγκεν Σινόντα

H ηλικιωμένη γυναίκα έμεινε για λίγο σιωπηλή, και μετά αναστέναξε. "Ναι, αν και αυτό δεν θα είναι το μεγαλύτερο εμπόδιό σας." είπε ήρεμα, και ο Σίνγκεν σηκώθηκε για να βάλει το φλάουτο πάλι στο συρτάρι ευλαβικά.

"Όσον αφορά την οικογένεια, ο Χαγιάτο είναι πια μεγάλος, και ποτέ του δεν επένδυσε πραγματικά στην άσκηση της Τέχνης. Τα εγκόσμια τον κέρδισαν και μονοπώλησαν το χρόνο του, γι αυτό και ποτέ δεν επιχείρησε αυτό που θέλει να κάνει τώρα ο Σίνγκεν. ¨Εχει όμως μεγάλη ισχύ, τους ανθρπώπους που διατάζει, μέλη της οικογένειάς μας οι περισσότεροι." εξήγησε η Χάτσουμο. "Ο αδερφός σου, Σίνγκεν, θα είναι μεγαλύτερο πρόβλημα. Όπως ξέρεις, από μικρός ήταν αποφασισμένος να διαδεχτεί τον πατέρα σας. Μπορεί να μην έδειξε το ίδιο ταλέντο με εσένα στην Τέχνη, αλλά είναι ικανός σε άλλους τομείς και...φοβάμαι, υπάρχει σκοτάδι που φωλιάζει στην καρδιά του, τη μορφή του οποίου δεν κατάφερα να διακρίνω." είπε η γυναίκα.

Ο Σίνγκεν επέστρεψε και κάθισε δίπλα στην Ιντούν. "Καταλαβαίνω. Είμαι προετοιμασμένος να αντιμετωπίσω τον Σιντάρο." είπε σοβαρά, αλλά η γυναίκα σήκωσε το χέρι της. "Δεν είσαι ακόμα, όχι." είπε ήρεμα αλλά σίγουρα. "Είσαι ο άνεμος, και είναι το μαύρο σύννεφο. Πάντα έτσι ήσασταν.  Ένας από τους δύο πρέπει να εξυψωθεί για να επικρατήσει." είπε με απόμακρη ματιά, σαν να έβλεπε κάτι άλλο, κάποια άλλη χρονική στιγμή.

Μετά, η Χάτσουμο γύρισε να κοιτάξει την Ιντούν. "Η μεγαλύτερη δοκιμασία σας θα είναι στους τρεις ναούς. Εκεί δεν είναι κάποιος θνητός απέναντί σας αλλά τα πνεύματα που θα σας κρίνουν." της είπε ήρεμα. Μετά, το βλέμμα της μαλάκωσε.

"Κάποιες φορές, ο άνεμος παγιδεύεται σε κλειστά σημεία. Σταματά να φυσά, να ταξιδεύει, να πετά. Χάνει τον εαυτό του. Αν συνεχίσει για πολύ καιρό, αναρωτιέται "ήμουν ποτέ άνεμος, όντως? Ή ήταν ένα όνειρο, κάτι διαφορετικό? Μήπως το έχασα για πάντα, και αυτός είναι ο ρόλος μου πλέον?". Κάποιες φορές, σκέφτεται να διαφύγει, να φυσήξει πάλι, αλλά διστάζει. Και αν δεν τα καταφέρει, αν δεν είναι αρκετά καλός, αν είναι πλέον κάτι άλλο?" είπε η Χάτσουμο. Μετά συνέχισε. "Κίνηση, πάντα κίνηση προς κάτι, όχι από κάτι. Αυτό είναι υγεία, αυτό είναι το μάθημα του ανέμου. Όταν διστάζω, κινούμαι προς τα μπρος. Όταν φοβάμαι, κινούμαι προς τα μπρος. Όταν χαίρομαι, κινούμαι προς τα μπρος. Μόνο έτσι μπορεί να εξελιχθεί η ιστορία μου και να πληρωθεί η ύπαρξή μου, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα." είπε γαλήνια.

"Ο Σίνγκεν επιτέλους σταμάτησε να κινείται μακριά από κάτι, και αποφάσισε να κινηθεί προς κάτι. Και αυτό, επιτέλους, τον αλλάζει. Έτσι είναι για όλους μας." είπε σχεδον καλοσυνάτα.

"Ετσι είναι!" είπε ο Σίνγκεν με περισσότερη ενέργεια, και σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, το χέρι του κινήθηκε στο πλάι και άγγιξε αυτό της Ιντούν. "Θα πάμε στους ναούς. Θα πάρουμε την ευλογία των πνευμάτων, ξεπερνώντας τις δοκιμασίες τους όπως έκανε ο Κάγκουν στις ιστορίες. Θα γυρίσουμε, και οι Σινόντα επιτέλους θα αλλάξουν ρότα!" δήλωσε με αποφασιστικότητα αλλά και με χαμόγελο. Ήταν σχεδόν ξανανιωμένος, έχοντας πλέον ένα σκοπό και κάποιον να τον μοιραστεί.

Εκείνη τη στιγμή έκανε μια παύση. "Εμμμ..." είπε, κοιτώντας την Ιντούν. "Αν θέλεις και εσύ, εννοώ. Ξέρω ότι σε θέλω μαζί μου στο προσκύνημα αυτό. Πιστεύω ότι ως άνθρωπος του ανέμου, έχεις να δεις πολλά, θαυμαστά πράγματα. Ξέρω ότι το να μπλέξεις με μια εγκληματική οικογένεια ίσως να μην ήταν ποτέ στις προτεραιότητές σου, και δεν θα σε αναγκάσω προφανώς να το κάνεις. Αλλά αν έρθεις μαζί μου, να ξέρεις ότι δεν θα είσαι ποτέ μόνη σου, τώρα ή στο μέλλον." της είπε κοιτώντας την στα μάτια. Ήταν προφανές ότι τα λόγια του έβγαιναν αφθόρμητα, δεν μιλούσε με την τέχνη και το σκέρτσο που είχε συνήθως, αλλά έρχονταν κατευθείαν από την καρδιά του.



Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Ενδιαφέρουσα η πληροφορία για τον πατέρα του Σίνγκεν, το μήλο έπεσε κοντά στη μηλιά... Αλλά η πλάγια ήταν κατηφορική και έμοιαζε να θέλει να κυλήσει για νέα εδάφη.

Ο αδερφός του λοιπόν! Αυτός είναι ο τωρινός κάτοχος του Κεραυνού. Η λύπη διαπέρασε την καρδιά της Ιντούν σαν βελόνα, το τσίμπημα ανεπαίσθητο, αλλά ο πόνος διαρκής. Τόσο κρίμα να μάχονται αδέρφια μεταξυ τους, σαν να έχεις για εχθρό μία παραλλαγή του εαυτού σου. Από όλους τους ανθρώπους στον κόσμο, ακόμη και από τους γονείς, τα αδέρφια είναι ότι κοντινότερο μπορεί να έχει ένα πλάσμα, ίδιο υλικό σε διαφορετικό συνδυασμό. Η σκέψη της Ιντούν πέταξε αντανακλαστικά στα αδέρφια της. Δε θα μπορούσε ποτέ να τους μισήσει, κανέναν από τους επτά, σε καμία περίπτωση! Αυτή όμως ήταν μία διαφορετική ιστορία που οι ρίζες του ανταγωνισμού φαίνονταν να είναι παλιές όσο και η ύπαρξη της οικογένειας. Ακόμη και ο μύθος τους ξεκινά με αδερφική διαμάχη.

Είναι λέει το μαύρο σύννεφο. Η Ιντούν έπιασε τον εαυτό της με πρωτοφανή αυτοπεποίθηση. Ναι, μαύρα σύννεφα, πεισμωμένα απαιτούσαν κάτι παραπάνω από τον αέρα της. Αυτά τα κακομαθημένα σύννεφα απαιτούσαν τον κυκλώνα μιας αγανακτισμένης, αλλά ειρηνικής καρδιάς να τους σπάσει τον τσαμπουκά. Η ειδικότητα της! Όσο για τα υποχθόνια μέσα, η Ιντούν ήταν πεπεισμένη ότι ο πανούργος Σίνγκεν θα τα έβγαζε πέρα.

Ακόμη και η προειδοποίηση της γριάς για τη στασιμότητα δεν την αποθάρρυνε. Στασιμότητα ήταν αυτό που βίωνε τόσο καιρό. Για καλή τους τύχη, η λύση της φανερώθηκε πολύ πρόσφατα, η φωτιά. Η Ιντούν μόλις πριν λίγο είχε συνειδητοποιήσει το λόγο που η Μητέρα της έδωσε τη Φωτιά και δεν ήταν άλλος από την ανάγκη να αναμοχλεύει τον άνεμο όταν κινδύνευε να μείνει στάσιμος.

Χαμογέλασε και ταυτόχρονα ξαφνιάστηκε με το άγγιγμα στο χέρι της. Γύρισε την παλάμη της και σαν γνήσια υποστηρικτική φιγούρα, έσφιξε το χέρι του στο δικό της χωρίς δισταγμό.

"Φυσικά και θέλω", τον διαβεβαίωσε και έγνεψε αποφασιστικά, " Θα πάμε και στους τρεις ναούς, θα βρούμε αυτό που αναζητάς και θα αντιμετωπίσουμε τον αδερφό σου"

Το χαμόγελό της εμφανίστηκε και πάλι μετά από πολλές συννεφιασμένες ημέρες, λαμπερό και αισιόδοξο.

"Δε φοβάμαι Σίνγκεν", του αποκρίθηκε με τη νέα της αυτοπεποίθηση , " Δε φοβάμαι όταν έχω το δικό μου στρατό "


Σίνγκεν Σινόντα

Όταν η Ιντούν χαμογέλασε, με τα μάτια της στα δικά του και τα χέρια τους να αγγίζονται, ήταν σαν αστραπή να διέτρεξε το χέρι του Σίνγκεν πάνω, ως την καρδιά του, και να έβαλε φωτιά εκεί ενώ ο αέρας έφυγε από τα πνευμόνια του. Ήταν...τόσο πιο όμορφη όταν ήταν σίγουρη και χαμογελούσε! Χωρίς να το καταλάβει καν, το χέρι του έσφιξε το δικό της και ο άντρας σηκώθηκε πάνω με ένα σάλτο.

"Ωραία λοιπ΄όν, Ιντούν! Πάμε! Ο Ναός του Κεραυνού μας περιμ΄-" ξεκίνησε, αλλά μια φωνή τον διέκοψε άμεσα.

"Όχι νεαρέ!" είπε η ηλικιωμένη γυναίκα με ένα κουρασμένο, ελαφριά αγανακτισμένο τόνο. "Τώρα είναι βράδυ, και δεν έχει κανένα νόημα να πάτε πουθενά. Θα κάτσετε εδώ, θα στρώσετε, θα κοιμηθείτε το βράδυ, και αύριο νωρίς νωρίς θα ξεκινήσετε να πάτε. Αυτή είναι η σωστή σειρά των πραγμάτων." είπε η Χάτσουμο και έγνεψε για να υπογραμμίσει τα ίδια της τα λόγια.

Ο Σίνγκεν την κοίταζε όσο μιλούσε και στο τέλος εξέπνευσε, το σώμα του χαλάρωσε λίγο σαν να ξεφούσκωσε, αλλά σχεδόν άμεσα ξαναορθώθηκε. "Εντάξει λοιπόν! Ας γίνει έτσι!" είπε και μετά χαμογέλασε στην Ιντούν.

"Ιντούν, τι θα έλεγ-" ξεκίνησε αλλά διακόπηκε πάλι από τη γριά, που σηκώθηκε εκείνη τη στιγμή.

"Μην το σκεφτείς καν." είπε κοφτά και με αργές κινήσεις περπάτησε προς μια μεριά του μικρού σπιτιού. "Εδώ θα στρώσει το κορίτσι." είπε, δείχνοντας μια μεριά που ήταν σχετικά κοντά στο τζάκι, σε απόσταση που δεν έρχόταν καπ΄νός ή μυρωδιά αλλά ζέστη και θαλπωρή. Μετά, περπάτησε προς τον απέναντι τ΄οίχο.

"Εδώ θα στρώσεις εσύ." είπε η Χάτσουμο αποφασιστικά. "Αυτό είναι το σωστό." είπε με τόνο τετελεσμένου. Ο Σίνγκεν αναστέναξε αλλά έγνεψε. ¨Ηταν φιλοξενούμενος εξάλλου, και ήξερε ότι δεν είχε νόημα να το διαπραγματευτεί με τη συγκεκριμένη γυναίκα.

"Εντάξει λοιπόν." είπε. "Ιντούν, χρειάζεσαι κάτι?" τη ρώτησε πρόθυμα. Την επόμενη ώρα ο Σίνγκεν την πέρασε βοηθώντας όπου χρειαζόταν στο σπίτι, στρώνοντας το στρώμα του στο πάτωμα, συζητώντας με τη Χάτσουμο για τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν και πειράζοντας ή κουβεντιάζοντας με την Ιντούν. Σύντομα ήταν ώρα για να κοιμηθούν αν ήθελαν να έχουν ενέργεια το επόμενο πρωί.

"Καληνύχτα Ιντούν. Αύριο θα έχει περιπέτεια...ο Ναός του Κεραυνού! Το φαντάζεσαι, πώς θα είναι? Μην ανησυχείς, θα είμαστε μαζί σε αυτό." της είπε μεταξύ άλλων και της χαμογέλασε, πρωτού περάσει στο δικό του στρώμα για να κοιμηθεί. Σίγουρα θα αργούσε κάπως, γεμάτος σκέψεις για την ιστορία, αναμνήσεις από το χωριό και παιδιά με τα οποία έπαιζε τότε, και τώρα θα είναι πολεμιστές που θα σταθούν απέναντί του, και όνειρα για το μέλλον.


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
«Φύγαμε-», η κοπέλα πήγε να σηκωθεί, αλλά η γριά Χάτσουμο με την άπιαστη γλώσσα επανέφερε και τους δύο σε τάξη, βάζοντας χαλινάρι στις νεανικές, αδάμαστες φλόγες τους. Πριν προλάβουν ακόμη να σκεφτούν πού και πώς θα ξεκουράζονταν, η πρόγονος του Σίνγκεν είχε προαποφασίσει για κάθε τους κίνηση κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Η Ιντούν γελούσε. Όπου κι αν πήγαινε, όσα μέρη κι αν επισκέπτονταν, οι μεγάλοι πάντα θα φέρονταν με τον ίδιο τρόπο στους νεότερους της οικογένειας κι ας απευθύνονταν σε ενήλικες. Αντί να φέρει αντίρρηση, συνέχισε να γελάει με τον τρόπο που η Χάτσουμο μάλωνε το Σίγνκεν. Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Έμοιαζε σαν να την προκαλούσε ακόμη και με την παρουσία του. Για κάθε του σχόλιο είχε την κατάλληλη επίπληξη και δε δίσταζε να τον σαϊτέψει με τα σοφά της μάτια.

«Καληνύχτα Σίνγκεν», ακόμη κι όταν ξάπλωσε γελούσε με την καρδιά της για την τόσο οικεία σκηνή. Χαμογελούσε καθώς την έπαιρνε ο ύπνος... κι εκεί το γέλιο σταμάτησε.

Η Ιντούν στέκονταν μπροστά σε δύο πύλες. Ήταν αρκετά μακριά, αλλά γνώριζε πώς αν το επιθυμούσε, μπορούσε να τις φτάσει. Οι ξύλινες πύλες στέκονταν μεγαλειώδεις μπροστά της. Έριξε μια ματιά γύρω της. Γνώριζε το τοπίο αλλά οι λεπτομέρειες της διέφευγαν. Δεν υπήρχε πηγή φωτός, αλλά ήταν ημέρα, μία ημέρα με νηνεμία και κάπως υγρή ατμόσφαιρα. Έστρεψε τα μάτια της στις πύλες που ήταν ανοιχτές, επιτρέποντάς της να δει αυτό ή μάλλον, αυτόν που βρίσκονταν από πίσω. Τα πνευμόνια της άδειασαν με βία, καθώς ξέμενε από οξυγόνο και ελπίδα. Οι κόρες της διαστάληκαν με τρόμο, καθώς ένας εξίσου τρομαγμένος Ποίμανδρος την κοίταζε παρακαλητά με τα μεγάλα μάτια του, ενώ απόκοσμα χέρια τυλίγονταν γύρω από το μικρό σωματάκι του. Χωρίς να χάσει λεπτό, η Ιντούν καβάλησε τον ανέμο και γλίστρησε στο σημείο που στέκονταν εγκλωβισμένος ο μικρός της αδερφός. Άρπαξε ένα από τα χέρια και προσπάθησε να το τραβήξει μακριά του με όλη της τη δύναμη. Το χέρι της αντιστάθηκε, αλλά, η Ιντούν το ξερίζωσε ουρλιάζοντας στο κενό να ελευθερώσουν τον αδερφό της. Στο σημείο που ξερίζωσε το χέρι φύτρωσαν άλλα δυο και γράπωσαν σφιχτά τον Ποίμανδρο.  Πριν προλάβουν να τυλιχτούν στο λαιμό του, η Ιντούν άρχισε να τραβά αφηνιασμένη, ξεριζώνοντάς τα το ένα μετά το άλλο, αλλά για κάθε ένα που απομάκρυνε, άλλα δύο ξεπετάγονταν δυνατότερα από πριν. Τα χέρια της βάρυναν. Η μεγάλη αδερφή δεν τολμούσε να αφήσει το μικρό της που έκλαιγε κατατρομαγμένο να χαθεί έτσι όμως. Προσπάθησε να αποκρούσει τα νέα δεσμά που κατεύθαναν. Ο άνεμος τυλίχτηκε στους καρπούς της και τη βάρυνε. Σήκωσε τα χέρια της με κόπο και γραπώθηκε από τα δεσμά του Ποίμανδρου ξανά, τραβώντας λυσσασμένα, με όση δύναμη της είχε απομείνει. Ο άνεμος τυλίχτηκε τώρα και στη μέση της. Αντί να τη βοηθήσει, ξεκίνησε να την απομακρύνει απαλά.
«Όχι!»
Η Ιντούν ξελαρυγγιάζονταν, παλεύοντας με τις αντοχές των άκρων της. Τα δεσμά στους καρπούς της βάρυναν κι άλλο. Άπλωσε τα χέρια προς τον Ποίμανδρο που απομακρύνονταν κραυγάζοντας για λύση, ενώ το αεράκι γύρω από τη μέση της την έσπρωχνε ακόμη μακρύτερα από τις πύλες.

Τα απόκοσμα χέρια μετατράπηκαν σε χοντρά κλαδιά, στερώντας από τον Ποίμανδρο την όραση και την ανάσα του. Η Ιντούν κατέβαλε τιτάνια προσπάθεια να ανακτήσει το χαμένο της έδαφος, αλλά όσο περισσότερο προσπαθούσε, τόσο απομακρύνονταν και όσο περισσότερο φώναζε, τόσο βάραιναν τα δεσμά της.  Η Αλχημίστρια έκανε την ύστατη προσπάθεια. Καταβεβλημένη από άγχος και οργή, διέταξε τον άνεμο να την υπακούσει. Όλα σταμάτησαν στιγμιαία. Ύστερα, σαν να ξέσπασε καταιγίδα, τα κλαδιά ενώθηκαν σε ένα. Πριν προλάβει να αντιδράσει, η ξύλινη φυλακή κατάπιε τον Ποίμανδρο με μιας, ενώ η Ιντούν εκσφενδονίστηκε στην αντίθετη κατεύθυνση.

Η Ιντούν επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα, με μάτια διάπλατα ανοιχτά από τον τρόμο. Βρίσκονταν και πάλι στην καλύβα της γριάς Χάτσουμο, όπου όλα παρεμέναν ίδια στον απόηχο της θράκας που έσβηνε. Ο Σίνγκεν κοιμόταν ήσυχος στην άλλη μεριά του δωματίου. Όλα ήταν καλά. Η Ιντούν γύρισε και πάλι προς την τελευταία λάμψη της εστίας, αναζητώντας ζεστασιά. Όλα ήταν καλά. Οι ώμοι της τραντάχτηκαν από τους σιωπηλούς λυγμούς και τα δάκρυα έτρεξαν καυτά στα μάγουλα της. Αν και ταραγμένη, η Ιντούν παρέμεινε σιωπηλή, προσπαθώντας να μη διαταράξει τους άλλους δύο ενοίκους. Έφερε τις παλάμες της στο πρόσωπο για να σταματήσει τα δάκρυα και να διώξει τους φόβους μακριά. Κουλουριάστηκε εκεί αβοήθητη, δίπλα στην εστία που αργοπέθαινε και έκλαψε μέχρι να τη ρίξει αναίσθητη η εξάντληση.


Σίνγκεν Σινόντα

"Σίνγκεν, έλα, βι΄άσου!!" του φώναξε το παιδί που προπορευόταν. Αδύνατο, μαυρισμένο από τον ήλιο, με κορακί μαλλιά και λίγο ψηλό για την ηλικία του, το αγόρι που έτρεχε μπροστά του δεν ήταν πάνω από 10 χρονών. Ο Σίνγκεν έγνεψε και επιτάχυνε, εύκολα φτάνοντας το φίλο του. Το ήξερε, όπως το ήξερε και ο Χίκο, ότι έπρεπε να κινηθούν πιο γρήγορα από τα μεγάλα παιδιά, την παρέα του αδερφού του.

Ήταν καλοκαίρι στο κρυφό χωριό των Σινόντα, και η παρέα του Σίνγκεν με την παρέα του Σιντάρο τσακώνονταν όπως πάντα, όταν δεν είχαν εκπαίδευση. Οι μεγάλοι επέμεναν ότι όταν έφταναν στην αλάνα ή στην πλατεία, οι μικροί θα έπρεπε να βγουν για να παίξουν αυτοί. Ένα αγαπημένο παιχνίδι περιστρεφόταν γύρω από κάποια σκιάχτρα που είχαν στήσει κάποιοι εκπαιδευτές στην πλατεία, και πάνω τους εξασκούνταν τα παιδιά στην-ακόμα βασική και πρώιμη- χρήση της Τέχνης τους, κάνοντας ακόμα και διαγωνισμούς.

Αυτή τη φορά όμως, η παρέα του Σίνγκεν είχε σκαρφιστεί κάτι για να φουρκίσει τα μεγαλύτερα παιδιά. Με αρκετή προσπάθεια, έχοντας τελειώσει νωρίτερα την εκπαίδε΄υσή τους, πήραν τα σκιάχτρα από την πλατεία και έτρεξαν να τα κρύψουν. Δυστυχώς, τους είχαν πιάσει οριακά στα πράσα, και είχε ακολουθήσει ένα ξέφρενο κυνηγητό.

Η Χάτσουκο και ο Τάτσου είχαν χωριστεί, το ίδιο και ο Κιν με τον Γκιν, τα δίδυμα. Κάθε μία από τις τρεις ομάδες κουβαλούσε από ένα σκιάχτρο στην αρχή, αλλά ο Σίνγκεν με τον Χίκο είχαν κρύψει το δικό τους σε ένα σοκάκι πίσω από κάτι κούτες με λαχανικά, και τώρα έτρεχαν για να παρασύρουν μακριά τα μεγάλα παιδιά που τους καταδίωκαν από τους υπόλοιπους.

"Δεν θα ξεφύγετε, ελάτε εδώ τώρα!!" φώναξε ένα παιδί από πίσω τους. Ο Σίνγκεν έσφιξε τα δόντια, καθώς άκουσε έπειτα τον χαρακτηριστικό ήχο μιας ριπής ανέμου. Γρήγορα, μπήκε στο σοκάκι αριστερά, και ο Χίκο στο σοκάκι δεξιά, και την απέφυγαν. Χα! Τα δύο παιδιά χαμογέλασαν ταυτόχρονα ο ένας στον άλλον. Μπορούσε να βασίζεται στον Χίκο, ήταν το ίδιο σπιρτόζος με τον ίδιο! Το πρόσωπο του παιδιού όμως σκοτείνιασε ξαφνικά, κοιτάζοντας πίσω από το Σίνγκεν.

Πριν προλάβει να αντιδράσει, ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του και γύρισε πάνω στην ώρα για να δει ένα άλλο μεγάλο παιδί, γύρω στα 13, να στέλνει μια μπουνιά κατευθείαν στο πρόσωπό του!

"Αααα!!" φώναξε με έκπληξη. Τα χέρια του ένιωσαν μικρές βελόνες στις παλάμες και στα ακροδάχτυλα, και μια ξαφνική, έντονη λάμψη φωτός έλουσε το χώρο για μια στιγμή, τυφλώνοντας τον επιτιθέμενο και κάνοντάς τον να αστοχήσει.

"Σίνγκεν!!!" ακούστηκε μια άλλη φωνή. Το γόνατο του μεγάλου του αδερφού χτύπησε το στομάχι του Σίνγκεν, καθώς ο Σιντάρο προωθήθηκε από μια ριπή ανέμου και τον έφτασε. "Σου έχω πει να μην το κάνεις αυτό! Το καταλαβαίνεις??" φώναξε ο αδερφός του και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ο Σίνγκεν απάντησε με μια ζαλισμένη γροθιά προς τα πλευρά του Σιντάρο, αλλά το μεγαλύτερο αγόρι την μπλόκαρε και με μια ρίψη τον π΄έταξε στο έδαφος.

Ξέπνοος, ο Σίνγκεν κοίταξε στο πλάι. Ο Χίκο είχε ξεφύγει. Τ΄έλεια! Με ένα πονεμένο χαμόγελο, κοίταξε πάλι ψηλά, καθώς ένα ακόμα χτύπημα ερχόταν. Άξιζε.

--------------------------------

Απροσόκητα ήρεμα, ο Σίνγκεν άνοιξε τα μάτια του, ξυπ΄νωντας. Αν και έντονο όνειρο, γεμάτο αναμνήσεις και νοσταλγία, δεν είχε βαρύνει την καρδιά του. Τι να έκαναν άραγε τώρα ο Χίκο, η Χάτσουκο, ο Τάτσου, ο Κιν και ο Γκιν? Είχαν γίνει άραγε "σωστοί Σινόντα"? Είχαν εμπλακεί στα πρόσφατα γεγονότα? Η σκέψη αυτή τον έκανε να αναστενάξει και να σηκωθεί. Η γρι΄α Χάτσουμο είχε ήδη ξυπνήσει.

Το πρωινό των τριών ήταν ήρεμο και σιωπηλό. Νωρίς το πρωί, μπόρεσαν να αφήσουν την πρωινή δροσιά, το τραγούδι των πουλιών, τον ήχο το ανέμου ανάμεσα στα φύλλα να ποτίσει την ψυχή τους και να τους δώσει ενέργεια.

"Ο άνεμος συχνά χτυπά πάνω σε τοίχη από βουνά, από δέντρα, στα σπίτια των ανθρώπων. Αλλά πάντα βρίσκει τρόπο να φτάσει εκεί που θέλει, έτσι δεν είναι?" είπε η Χάτσουμο καθώς τους ξεπροβόδιζε.

"Να είστε σαν τον άνεμο. Γρήγοροι. Ευέλικτοι. Και τρομεροί, όταν χρειάζεται. Πηγαίνετε τώρα, δεν έχετε πολύ χρόνο. Οι σκέψεις μου είναι μαζί σας." τους είπε. Κράτησε τα χέρια της Ιντούν στα δικά της, γερασμένα χέρια και την κοίταξε μια μεγάλη στιγμή, τα μάτια της ζεστά. Αγκάλιασε τον Σίνγκεν, και την αγκάλιασε και αυτός.

"Πάμε, Ιντούν." είπε ο Σίνγκεν χαμηλόφωνα αλλά αποφασιστικά, χαμογελώντας της. Τα μάτια του συνεχώς κοιτούσαν γύρω τους, σε περίπτωση που κάποιος εμφανιζόταν, και οι κινήσεις του ήταν γρήγορες και σιωπηλές, καθώς άρχισε να οδηγεί την Ιντούν προς το βουνό, διαλέγοντας τα πιο κρυφά μονοπάτια μέσα από το δάσος.


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Η καρδιά της Ιντούν κατέβαλε προσπάθεια να πραγματοποιήσει κάθε της χτύπο. Το αίμα που έφτανε στο κέντρο της ζωής ήταν σκούρο, θρομβωτικό και χωρούσε να περάσει ίσα ίσα από τις φλέβες της. Όταν τις εγκατέλειπε, διέσχιζε το σώμα της με κόπο. Ακόμη και στα πνευμόνια της όταν έφτανε, παρέμενε σκούρο. Το οξυγόνο που έφτανε στο σώμα της δεν έφτανε για να το καθαρίσει. Αυτή η απόκοσμη φοβία περιέβαλε την ψυχή και το σώμα της από τη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην περιοχή της Σιράν. Αν και μέρος της χώρας των Ανθρώπων, αυτή η ημιερημική περιοχή σφαλιάριζε τη διάθεση της Ιντούν αφιλόξενα. Σε αντίθεση με τη Νεδάρ, το λίκνο της φυλής της, με τον Κοραλένιο ποταμό, τα πλούσια δάση, τους χρυσούς αγρούς και τα αρχαία, αυτή εδώ η περιοχή της ενδοχώρας προσέφερε μόνο απόγνωση, έτσι που ήταν χωμένη στο χαμό.

Στη βορινή της πλευρά, η Κοιλάδα του Θανάτου, το ατέλειωτο πεδίο μάχης του Μεγάλου Πολέμου, όπου κανείς δεν τολμούσε να πατήσει, από φόβο και σεβασμό στους αδικοχαμένους εχθρούς και στο νότιο σύνορό της, η έρημος του Ισχάρ. Η Ιντούν έτρεφε μία ελπίδα ότι αυτό που έψαχναν δε βρίσκονταν θαμμένο κάτω από την άμμο ή από κακοτράχαλους βράχους στη μέση του πουθενά. Μπορεί και να έκανε μεγάλο λάθος όμως. Αν αποφάσιζαν να κινηθούν ανατολικά, σύντομα θα κατέληγαν στα Βουνά της Δόξας, ένα μέρος που δεν ήταν σίγουρη πώς άρμοζε στην παρούσα κατάστασή τους. 

Ύψωσε το βλέμμα προς τον ακόμη συννεφιασμένο ουρανό για να βρει τον ήλιο. Χρειάστηκε να σκύψει σύντομα όμως, καθώς οι φρουροί των Σινόντα, οι προσωρινοί αντίπαλοί τους, δεν έπρεπε να καταλάβουν ότι δύο νεαροί Αλχημιστές βρίσκονταν ήδη στο δρόμο για τον παραδοσιακό ναό τους, ούτε ότι ο ένας εκ των δύο ήταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Η Ιντούν κράτησε τα βήματά της κρυμμένα, όσο καλύτερα μπορούσε, μια διαδικασία εξάσκησης και συγκέντρωσης που κρατούσε το μυαλό της οργανωμένο. Φρόντισε να κρατήσει και τη φωνή της σιωπηλή. Σαν να μην έφταναν όσα πέρασε στον Οίκο των Ασάχι και την ανάγκη για γενικότερη μυστικότητα, περισσότερα εσωτερικά προβλήματα είχαν προστεθεί στο επιβαρυμένο της μυαλό. Οι σκέψεις της είχαν κάνει μία πολύ μεγάλη μετάβαση σε μία μόνο νύχτα. Από εκεί που πνίγονταν στις αμφιβολίες για τα υποθετικά αισθήματα του Σίνγκεν και αν υπήρχε καμία ελπίδα ποτέ να την προσέξει, πλέον βρίσκονταν καταπλακωμένη από την έγνοια του μικρού της αδερφού. Αναπαρήγαγε το όνειρο συνεχώς και απορροφούνταν από τα δρώμενά του αναζητώντας νόημα στις τρομακτικές σκηνές του. Δεν ήξερε τι την τρόμαζε περισσότερο όμως, η πιθανότητα ο Ποίμανδρος να διατρέχει κάποιο κίνδυνο εξωτερικό ή εσωτερικό από τις δυνάμεις του που δε μπορεί να ελέγξει ή η αδυναμία της να τον προστατέψει; Πώς θα μπορούσε να βρει την απάντηση όταν βρίσκονταν τόσο μακριά από όλους;

Τα ρεύματα του ανέμου μεταβλήθηκαν, έτσι όπως άλλαξε και το δάσος. Οι αισθήσεις της Ιντούν πιέζονταν από αέρα αρχαίο και βαρύ με τη δύναμη και την ευθύνη αιώνων. Σε αυτό το κομμάτι του δάσους, ανηφορικό πλέον, τα δένδρα δεν θρόιζαν τα φύλλα τους ανέμελα, αλλά ευλαβικά. Πρόσεχαν ιδιαίτερα για τον τρόπο που κουνούσαν τα κλαδιά τους, μην τυχόν και ενοχλήσουν την επιβλητική παρουσία που έδινε μορφή στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Ακόμη και οι φρουροί σπάνιζαν στο αυτό το μέρος του δάσους. Σίγουρα αυτό φυλούσαν από τους ανεπιθύμητους, αλλά η βαρύτητα του αέρα επιδρούσε το ίδιο εκφοβιστικά επάνω τους, ώστε να μένουν σε ασφαλή απόσταση.

Η Ιντούν εισέπνευσε βαθιά. Το σφίξιμο στην καρδιά της αντικαταστάθηκε από κάτι βαθύτερο, το δέος. Το νέο αίσθημα βρήκε πρόσφορο έδαφος στη μπερδεμένη καρδιά της Αλχημίστριας καθώς δέος μπορούσε να της προκαλέσει μία τοποθεσία ιερή, όπως αυτή που οριοθετούνταν από δύο πέτρινους φύλακες μπροστά της. Τα μάτια της επικεντρώθηκαν στις μορφές, οι οποίες δεν ήταν ζωντανές. Ακολούθησε το Σίνγκεν, ο οποίος γνώριζε το ιερό μέρος και πλησίασε τους φύλακες. Δύο άγνωστα τέρατα από μάρμαρο ορθώνονταν μπροστά της, με τις πλουμιστές τους χαίτες απαθανατισμένες καθώς ανέμιζαν και τα γαμψά τους νύχια ξεγυμνωμένα, έτοιμα να δώσουν τέλος στην ύβρη του εχθρού. Οι φύλακες ήταν σχεδόν ζωντανοί. Στις εκφράσεις τους απεικονίζονταν η αγριότητα και η σκληρότητα της κρίσης τους, οι μύες τους φαίνονταν σαν να πάλλονταν για εκδίκηση και οι τεράστιοι, κυρτοί τους κυνόδοντες άστραφταν ακόμη και σε μία συννεφιασμένη μέρα.

Η Ιντούν παρατήρησε τα αγάλματα προσεκτικά. Αν είχαν μάτια, εξαγριωμένα και αποθαρρυντικά, οι ματιές τους θα συναντιόταν. Αντί για μια σύγκρουση βλεμμάτων, το έξυπνο καστανό της κύλισε κατά μήκος του μαρμάρου. Έμεινε για λίγο στις ουρές τους, επάγρυπνες στην προειδοποιητική τους κίνηση, αλλά αφοσιώθηκε στο κομμάτι του μαρμάρου που σιωπηλά στέκονταν πλάι στους φύλακες με τις εκκωφαντικές πόζες. Το μάρμαρο αυτό ήταν μία πλάκα που στέκονταν ανοιχτό σαν βιβλίο ή τεταμένο σαν προειδοποίηση.

«Εδώ αναπαύεται η Βούληση του Κάγκουν...» ξεκίνησε να διηγείται η πλακέτα.

«Α, μάλιστα, εδώ είμαστε», μονολόγησε η Ιντούν και πλησίασε για να διαβάσει προσεκτικά.

«Εδώ αναπαύεται η Βούληση του Κάγκουν, υιού του Κεραυνού. Στη γυμνή κορυφή του μοναχικού αυτού βουνού πρωτοαντήχησε από το στόμα του Κάγκουν η ιαχή του Κεραυνού για πρώτη φορά, φέρνοντας στο Ήθεριντ την ευλογία της Ουράνιας Λάμψης.  Την κληρονομιά του Κεραυνού ανέλαβαν να συνεχίσουν ταπεινά οι Σινόντα, οι οποίοι περπάτησαν σεβάσμια το μονοπάτι που ανοίγεται εμπρός, θνητοί, αλλά παντοτινοί φύλακες της Οργής των Θεών. Η δόξα του Φωτός που Ανάβει τη Νύχτα για πάντα στέφει τους Άξιους...»

Κάτω από το κείμενο, η Ιντούν ξεκίνησε να διαβάζει ονόματα των προγόνων Σινόντα που είχαν δεχτεί την ευλογία του Κεραυνού, με τη σειρά. Η οικογένειά τους ήταν παλιά, όπως μπορούσε να δει από τη λίστα των ονομάτων που παρατίθονταν. Μόλις η Ιντούν τελείωσε την ανάγνωσή της, έκανε να στραφεί στο Σίνγκεν, με προφανή συγκίνηση μπροστά στην παράδοση αυτών των ετών και το βάρος της κληρονομιάς που ο Σίνγκεν αποφάσισε να πάρει στην πλάτη του. Τη στιγμή που συνάντησε τα μάτια του όμως, τη χτύπησε ένας άλλος κεραυνός, αυτός της συνειδητοποίησης. Η Ιντούν γύρισε ξαφνιασμένη πίσω στην πλακέτα, αναζητώντας δύο ονόματα που της ξέφυγαν. Διάβασε και πάλι προσεκτικά. Χαγιάτε Σινόντα ή Σιντάρο Σινόντα δεν υπήρχαν πουθενά! Η επιγραφή έμοιαζε να σταματά την εξιστόρηση των ονομάτων μερικές γενιές πίσω!

«Α!» της ξέφυγε ένα ενθουσιώδες επιφώνημα, καθώς αντίκριζε και πάλι το Σίνγκεν που, όπως αποδεικνύονταν ήταν πιο σοβαρός από ποτέ. Η Ιντούν έμεινε με τα χέρια στον αέρα και το στόμα μισάνοιχτο, συνεπαρμένη. Αυτή η περιπέτεια ήταν πραγματική περιπέτεια!


Σίνγκεν Σινόντα

Mε γοργό βήμα και κοφτερή συγκέντρωση, ο Σίνγκεν οδήγησε την Ιντούν στα πονοπάτια που κατέληγαν στον προορισμό τους. Έκανε ήσυχα σινιάλα όταν εντόπιζε φρουρούς μπροστά, και οι δύο τους κρύβονταν από τους φρουρούς που συχνά συναντούσαν. Έχοντας κάνει σκοπίες στο πόστο αυτό στο παρε΄θόν, ο  Σίνγκεν ήξερε ότι δεν θα ήταν σε μεγάλη επιφυλακή. Πολύ σπάνια κάποιος πλησίαζε το ναό, και σχεδόν ποτέ κάποιος που δεν ήταν Σινόντα. Ο ναός ήταν μυστικός, και...δεν ήταν μόνο αυτό. Ο αέρας, το περιβάλλον ήταν διαφορετικά εδω.

Από μικρός, ο Σίνγκεν αισθανόταν περίεργα όταν ήταν σε αυτό το μέρος, άβολα. Και ήξερε ότι το ίδιο ίσχυε για όλους τους Σινόντα. Η φύση εδώ ήταν σαν να κρατούσε την ανάσα της από σεβασμό, σαν να υπήρχε η ησυχία που επέβαλλε η παρουσία ενός αυστηρού βασιλιά. Υπήρχε δύναμη εδώ, σίγουρα, και ποιός δεν ήθελε δύναμη? Αλλά υπήρχε και κίνδυνος, και το αίσθημα ότι κάποιος ανάξιος της δύναμης αυτής θα έβρισκε το τέλος του. Για αρκετά χρόνια ο Σίνγκεν προσπαθούσε να αποφεύγει αυτό το μέρος γεμάτο κρίση. Είχε ακούσει από άλλους Σινόντα ότι αισθάνονταν ένα βάρος, ένα μούδιασμα όταν ήταν σε αυτή την περιοχή.

Ήταν όμως ο γιός του αρχηγού, απόγονος του πρώτου Σινόντα. Το αίμα του ήταν το αίμα αυτών που, σε κάθε γενιά, ανταποκρίνονταν καλύτερα σε αυτή την ατμόσφαιρα, σε αυτό το κάλεσμα. Αιώνες προσεκτικής επιλογής και επιτυχημένων δοκιμασιών ήταν καταγεγραμμένα μέσα  του, βάζοντάς τον πάνω από τους υπόλοιπους, εξοπλίζοντάς τον με το καλύτερο που είχε να προσφέρει η κάθε γενιά. Όντως...ο Σίνγκεν το ένιωθε. Σε κάθε του εισπνοή, ο αέρας που έμπαινε στο σώμα του τον εξάγνιζε, έκαιγε τις αδυναμίες, ανάσα με την ανάσα, και μια ηλεκτρισμένη σχεδόν αίσθηση εξαπλώνονταν ως τα ακροδάχτυλά του. Σε κάθε του εκπνοή, ο αέρας που έφευγε από το σώμα του ήταν σαν να γινόταν ΄ένα με κάτι μεγαλύτερο και να μετέφερε αυτά που είχε δει στο νεαρό Σινόντα. Οι αισθήσεις του ήταν οξυμ΄ένες και το μυαλό του πεντακάθαρο, οι μύες του έτοιμοι να εκραγούν σε κίνηση με το παραμικρό ερέθισμα.

Έφτασαν στις πύλες του ναού, και ο Σίνγκεν έμεινε λίγο πίσω όταν η Ιντούν π΄λησίασε την πλάκα με τα ονόματα και τα λιοντάρια. Τα μάτια του διασταυρώθηκαν με αυτά των πέτρινων θηρίων, και μπορούσε να νιώσει την παρουσία, τη δύναμη και τη ματιά τους. Είχε επιτέλους έρθει. Μόνο η φωνή της Ιντούν, το ξάφνιασμά της τον έβγαλε από τις σκέψεις του και την κοίταξε. Ναι...δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποιο άλλο άτομο που θα προτιμούσε να είχε μαζί του σε αυτό. Είχε έρθει εκεί..μαζί του.

Έγνεψε σιωπηλά και ανέβηκε τα τελευταία σκαλιά προς τις τεράστιες, σκαλιστές, κλειστές πύλες, με τις σκαλιστές παραστάσεις από την αυλή του Ουρανού. Αισθανόταν τι έπρεπε να κάνει. Έκλεισε τα μάτια του και συγκεντρώθηκε. Η χρήση του Κεραυνού, όπως το έκαναν οι Σινόντα, απαιτούσε φοβερή πειθαρχία. Ο χρήστης πρέπει να εξουσιάσει τις αντίθετες πλευρές του εαυτού του....να τις χωρίσει, και την ενέργεια που αντιπροσωπεύουν...και μετά, σε μια στιγμή, με απόλυτο έλεγχο, να επιτρέψει να γίνουν ένα αρμονικό Ένα, και να χαλιναγωγήσει την ενέργεια που αυτή η ένωση παρήγαγε.

Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια του, το δεξί του χέρι ήταν λουσμένο σε λάμψεις ηλεκτρισμού που κινούνταν κατά μήκος του και των δακτύλων του, απελευθερώνοντας σπινθήρες. Με το δεξί αυτό χέρι, ο Σίνγκεν έσπρωξε την πόρτα.

Μια φοβερή βροντή ακούστηκε και έκανε το βουνό να σειστεί. Ο κόσμος του Σίνγκεν ήταν πόνος, το σώμα του καιγόταν από μέσα! Είχε εκτιναχθεί πολλά μέτρα πίσω σε μια στιγμή, στη μέση των σκαλιών, και δυσκολευόταν να αναπνεύσει! Τι είχε συμβεί??

Οι πέτρινοι φύλακες μίλησαν ταυτόχρονα, μια αντρική και μια γυναικεία φωνή.

"Χωρίς Άνεμο
Και Σύννεφο μαζί σου,
Μόνο θάνατος.

Το Σύννεφο θα
βρεις πάνω απ' την πηγή.
Καθρεφτίζεται.

Άκου! Άνεμος.
Ταξιδεύει πέρα των
θνητών ορίων.

Οι Ουρανοί ας
κρίνουν την καρδιά σου με
βροντή και λάμψη.
"

Ο Σίνγκεν σηκώθηκε αργά, το σώμα του μουδιασμένο ακόμα. Ανάσαινε με κόπο, αλλά οι λέξεις είχαν χαραχτεί στο μυαλό του.

"Ιντούν...πρέπει να φύγουμε. Θα έρθουν όλοι..." είπε με κόπο, κοιτώντας τη σύντροφό του και έτοιμος να την οδηγήσει μέσα από το δάσος και να φύγουν από αυτό το μέρος. Είχαν βιαστεί...αυτό το μέρος ήταν το τέλος του ταξιδιού, όχι η αρχή!


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Οι νέες τις ανακαλύψεις επιβεβαιώθηκαν αμέσως, αφού ο Σίνγκεν ξεκίνησε να πλησιάσει την πύλη που βρίσκονταν πίσω από τους πέτρινους φύλακες. Της φάνηκε πώς ο αέρας άλλαξε και πάλι. Κάτι σαν προσμονή συγκεντρώθηκε πίσω από εκείνο το μέταλλο, διαποτίζοντας την ατμόσφαιρα με ευγενικές νότες μιας άλλης εποχής. Παρατήρησε το συνταξιδιώτη της που πέρασε μπροστά. Όσο ο Σίνγκεν προετοιμάζονταν να διοχετεύσει τη δύναμη του Κεραυνού στις πύλες της οικογένειάς του, η Ιντούν έπιασε τον εαυτό της να αδημονεί. Όχι, δεν ήταν μόνο χαρά που είχε βοηθήσει το Σίνγκεν να φτάσει στο στόχο του, αλλά πολλά περισσότερα. Η Ιντούν αδημονούσε να εξερευνήσει πέρα από τα γνωστά μονοπάτια και τα στενά πλαίσια των βιβλίων. Από το ταξίδι τους στο Γκραχλ ακόμη και μετά τις γιγάντιες αποκαλύψεις στις οποίες έγινε μάρτυρας, η Ιντούν διαπίστωνε πως ο κόσμος ήταν τεράστιος. Νόμιζε πώς ο Ήθεριντ ήταν ένα μικρό κομμάτι γης, βουτηγμένο σε θάλασσα, αλλά αυτό το κομμάτι γης έκρυβε τεράστια μυστικά, ικανά να θρέψουν μία περίεργη φαντασία, όπως αυτή της Ιντούν. Έστρεψε και πάλι την προσοσχή της στο Σίνγκεν και ευχήθηκε σύντομα να καταφέρει να ανακαλύψει περισσότερες πτυχές της φύσης και της δύναμής της, ακομη κι αν προέρχονταν από τη μέση Ανθρώπινη οικογένεια.

Οι πύλες αντέδρασαν στο άγγιγμα του Σίνγκεν. Ο Αλχημιστής εκσφενδονίστηκε προς τα πίσω και η πορεία του ίσα που ανακόπηκε από ένα θάμνο.

«Μη!» μόλις που κατάφερε να φωνάξει η Ιντούν, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια.

«Κατάρα!» σκέφτηκε και τα έβαλε με τον εαυτό της, «τώρα θα μας βρουν!» Όλη τους η προσπάθεια να κινηθούν στις σκιές είχε πάει στράφι και ο Σίνγκεν, που ανέπνεε με το ζόρι, της το επιβεβαίωνε.

Η Ιντούν δεν κάθισε να ακούσει τι είχαν να πουν τα λιοντάρια, γιατί μπορούσε να το ακούσει εν κινήσει. Απομνημόνευσε το μήνυμα των αγαλμάτων και τα λόγια του, ενώ ενεργοποιούσε το Βήμα του Ανέμου. Με δυο δρασκελιές βρέθηκε δίπλα του.

«Μπορείς να σταθείς;» το ρώτησε με την ανάσα κομμένη, καθώς οι πρώτοι ήχοι των φρουρών άρχισαν να καταυθάνουν. Ένα καταφατικό νεύμα ήταν αρκετό για να τον πιάσει γερά από τα πέτα. Η Ιντούν συγκεντρώθηκε στο περιβάλλον γύρω της. Κάπου, μία σπίθα ζωής ξέφευγε από τη φυλακή της. Εκείνη τη σπίθα επικαλέστηκε καθώς έκλεινε τα μάτια. Όταν τα άνοιξε, την επόμενη στιγμή, ο αέρας γύρω τους παραήταν ζεστός.

«Ώρα να πετάξουμε», ψιθύρισε και κοίταξε ψηλά. Οι φρουροί των Σινόντα πλησίαζαν επικίνδυνα. Η Ιντούν και ο Σίνγκεν απογειώθηκαν προς τη φυγή.