Rasnarry Academy

Οι Πέντε Σοφοί της Ακαδημίας

Στέλλα

Σοφός Πολεμίστρια Ζένθα


Η Ζένθα γεννήθηκε πριν από 70 χρόνια, την 24η μέρα του μήνα Ιοβέρ, το έτος 1235. Η πόλη της γέννησής της είναι η πόλη Οφολίρ στους πρόποδες των Βουνών της δόξας, γνωστή και ως πόλη του Σιδήρου.

Ήταν το τρίτο παιδί του Ρέιντρορ και της Κολμέρθα Κραγγούτ, μέλη οικογένειας με μεγάλη παράδοση στη σιδηρουργία και στην πολεμική τέχνη. Ο τόπος που μεγάλωσε ήταν τα ορυχεία της Οφολίρ, όπου ήρθε αντιμέτωπη σχετικά νωρίς με τον αδυσώπητο κόσμο, καθώς έχασε τα δύο μεγαλύτερα της αδέρφια, όταν κατέρρευσαν ύστερα από σεισμό δύο δευτερεύουσες, υποστηρικτικές στοές. Η απώλεια λοιπόν σε συνδυασμό με τον εργατικό μόχθο και την πολεμική εκπαίδευση, συνέθεσαν εξ ‘ αρχής τον καμβά της νεανικής ζωής της.

Καθώς αναγκάστηκε να αναλάβει περισσότερα βάρη στην οικογένεια, σύντομα, κοντά στην ενηλικίωσή της, είδε σε όνειρο μία τεχνική μάχης, την οποία ουδέποτε είχε ξαναδεί ή έστω ακούσει να αναφέρεται. Κρυφά λοιπόν, βρήκε έναν σιδηρουργό και του παρήγγειλε κάτω από άκρα μυστικότητα τον ειδικό οπλισμό και ξεκίνησε να εκπαιδεύεται μόνη της στο μικρό άλσος έξω από την πόλη, από όπου περνούσαν τα γάργαρα ρυάκια που διέρρεαν τις πλαγιές των βουνών.

Είχε φανταστεί όλη τη φόρμα κινήσεων, τη φιλοσοφία τους, την κινησιολογία τους, γεγονός που την ώθησε στο να σχεδιάσει και συγκεκριμένη πολεμική εξάρτηση για την σωματική της ασφάλεια. Ταυτόχρονα επιδόθηκε και στην παραδοσιακή εκπαίδευση των νάνων πολεμιστών, ώστε να τελειοποιήσει την τεχνική της. Η θεωρητική εκπαίδευση δεν της έλειψε εξίσου και σύντομα είχε μία ποικιλόμορφη κατάρτιση και γενική γνώση όλων των φατριών.

Η αυταπάρνηση και η απόλυτη συγκέντρωση στην προετοιμασία της, έκρυβε έναν υπερβατικό πόθο ο οποίος της γεννήθηκε εκεί στους πρόποδες των βουνών της Δόξας, να διεκδικήσει τη θέση του Σοφού και Φύλακα της Λίθου των Νάνων, της Λίθου της Δύναμης. Τα χρόνια πέρασαν και τη στιγμή που ένιωσε έτοιμη, παρουσιάστηκε τη μέρα των 35ων γενεθλίων της στη μητέρα της, αποκαλύπτοντάς της τον κρυφό σκοπό για τον οποίο είχε επενδύσει τόσα πολλά όλα αυτά τα χρόνια.

Ήταν ήδη αναγνωρίσιμη ανάμεσα στους κύκλους της πόλης της, για την δύναμη και τη μαχητικότητά της και για την αποτελεσματικότητά της στις εργασίες των μεταλλείων, κοντράροντας στα ίσα φημισμένους μεταλλουργούς της Οφολίρ, με χρόνια εμπειρίας και κατάρτισης. Η αναμονή της θα τερματιζόταν 5 χρόνια αργότερα, όταν το Συμβούλιο των Νάνων συγκάλεσε στην πρωτεύουσα Κόνραμ το κονκλάβιο της χώρας για τους αγώνες ανάδειξης του νέου Σοφού τους. Για τρεις μέρες στη Μεγάλη Παλαίστρα της Πόλης, θα συγκρούονταν σε μάχη σώμα με σώμα οι υποψήφιοι μέχρι να ανακηρυχθεί νικητής εκείνος ο οποίος θα έπειθε το Συμβούλιο για την ισχύ του σώματος, του πνεύματος και της ψυχής του, ώστε να του εμπιστευτούν τη Λίθο της Δύναμης.

Το μήνα Μαλ, V μήνα του 1275, λοιπόν, 32 υποψήφιοι συγκεντρώθηκαν από όλη τη χώρα των Νάνων, έτοιμη να κάνουν τα πάντα για κατακτήσουν την τόσο σημαντική θέση του Σοφού. Η Ζένθα είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει στις πρώτες μάχες τον παραδοσιακό τρόπο μάχης των νάνων για να κρατήσει για τις πιο δύσκολες αναμετρήσεις την προσωπική τεχνική της.

Οι πρώτες δύο αναμετρήσεις της ήταν σχετικά βατές και τις κέρδισε γρήγορα καθώς υπερτερούσε των αντιπάλων της και σε τεχνική και σε δύναμη. Χρησιμοποιώντας μία μεγάλη ξύλινη ασπίδα με μεταλλική μύτη και μία κυρτή σπάθα, υπέταξε σχεδόν αναίμακτα τους αντιπάλους της, κερδίζοντας τις εντυπώσεις. Τη δεύτερη μέρα, είχαν μείνει πια 8 μαχητές και ο επόμενος αντίπαλός της δεν θα ήταν τόσο εύκολος για την ίδια.

Είχε ακούσει φήμες για τον πολεμιστή με το όνομα Χέλντρεμ και τη συνήθεια του να επισκέπτεται μία φορά το χρόνο τη Σνιτάρ και να λούζεται με υγρό χρυσό. Είχε καταφέρει μόνος του να καθαρίσει από ληστές την πεδιάδα του Ρομίρ και συνήθιζε να φέρει δύο ξίφη με ανάποδες κυρτώσεις. Η ασπίδα της δε θα κρατούσε πολύ απέναντι στο ξίφος με τη μύτη προς τα έξω, σαν γάντζο. Με το ξύλινο μέρος της αχρηστεμένο, η Ζένθα έσπασε με το πλατύ μέρος του δικού της σπαθιού τα υπολείμματα ξύλου και κράτησε μόνο τη μεταλλική βάση , περιορίζοντας κατά πολύ την αμυντική της ακτίνα, γεγονός όμως που της έδωσε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Αλλάζοντας τεχνική, χρησιμοποιώντας πλέον τη σπάθα ως αμυντικό όπλο και τη μεταλλική βάση σαν μία σιδερογροθιά, κατάφερε να επιφέρει ένα χτύπημα τόσο ισχυρό στο σαγόνι του που τον σώριασε στην άμμο.

Στους 4 ήξερε ότι έπρεπε να φέρει στο προσκήνιο το μυστικό της. Παρουσιάστηκε στην αρένα με δερμάτινη εξάρτηση, φέροντας έναν κοντό διπλό πέλεκυς στο δεξί της χέρι ενώ το αριστερό της χέρι καλυπτόταν από έναν μεταλλικό κύλινδρο, με εσωτερική λαβή, που σκέπαζε το βραχίονά της και στην κορυφή του είχε σφυρηλατημένη την κεφαλή ενός πολεμικού σφυριού με ακίδες να προεξέχουν. Κανείς δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ο αντίπαλός της λεγόταν Φόκντραν και κρατούσε καταγωγή από το πανάρχαιο γένος των Ναζέλ. Ασυνήθιστα ψηλός και γεροδεμένος για νάνος, ο Φόκτραν έφερε μονό πέλεκυ, κοντό και μπρούτζινη ασπίδα σε σχήμα 8 με ακονισμένες τις εξωτερικές εσοχές της.

Αποφάσισε να κρατήσει αμυντική στάση για να μελετήσει τις κινήσεις του. Κάθε κίνηση επίθεσης, έθετε το δεξί της χέρι σε κίνδυνο εξαιτίας της ιδιόρρυθμης ασπίδας του. Η θωράκιση του αριστερού της χεριού, κρατούσε άνετα τις επιθέσεις του Φόκντραν και κάποια στιγμή ο πέλεκύς του πιάστηκε στη βάση του σφυριού της και μάγκωσε στην εσοχή που ενωνόταν με τον μεταλλικό κύλινδρο. Σαφώς και δε θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη, με ένα βαρύ χτύπημα του όπλου της, άφησε τον Φόκντραν μόνο με την ασπίδα του και εκείνη είχε πια την ευκαιρία να επιτεθεί και να πάρει τη νίκη.

Αριστερό πόδι μπροστά, αριστερό χέρι στο ύψος του λαιμού και ο πέλεκυς ψηλά πάνω από το κεφάλι της. Μικρά βήματα προς το μέρος του, προσεκτικά, περιμένοντας το κατάλληλο άνοιγμα. Ο Φόκντραν της κλώτσησε άμμο για να την τυφλώσει και εκεί βρήκε την ευκαιρία της, γρήγορη πιρουέτα προς τα δεξιά, μπλοκάρισμα της ασπίδας του με το αριστερό της χέρι και ολόκληρη η αριστερή του πλευρά εκτεθειμένη. Δεν κατάφερε θανατηφόρο χτύπημα, όμως η λεπίδα της τον βρήκε αρκετά στα πλευρά του κορμού, ώστε να τον πετάξει κάτω αιμόφυρτο και εξουδετερωμένο.

Την τρίτη μέρα, το απόγευμα έλαβε χώρα η τελευταία μονομαχία. Αντίπαλος της ο «εκλεκτός» του Συμβουλίου. Ορφανός, μεγάλωσε υπό τη φροντίδα του Μπάζονλιρ Λάβαροκ, ενός από του γέροντες του Συμβουλίου, όταν βρέθηκε ως βρέφος εγκαταλελειμμένος πριν πολλά χρόνια κατά τη διάρκεια της τότε Γιορτής του Σφυριού. Λόρντριμ Λάβαροκ, το όνομά του, 45 ετών, εκπαιδευμένος, υπό την αιγίδα του συμβουλίου, για αυτή την στιγμή, όλη του τη ζωή.

Το ίδιο και εκείνη, έτοιμη στην αρένα τον μετρούσε καθώς έφτανε, γεροδεμένος με φαρδιές πλάτες, με αστραφτερή πανοπλία και ένα τεράστιο πολεμικό σφυρί με ξύλινη δερματόδετη λαβή και μεταλλική μύτη στην κεφαλή του. Ήξερε ότι η αναμονή και η άμυνα σε αυτή την περίπτωση δε θα είχαν αποτέλεσμα. Ήλπιζε μόνο να κρατήσει ο κύλινδρος τα χτυπήματα του σφυριού. Ξεκίνησαν!

Ο χειρισμός του σφυριού του ήταν τόσο φυσικός, σαν προέκταση του χεριού του. Εκείνη απέφευγε με δυσκολία τη λεπτή μεταλλική μύτη του σφυριού, όπου με ένα πετυχημένο χτύπημα θα την τραυμάτιζε σοβαρότατα καθιστώντας την ανήμπορη να συνεχίσει. Η κλαγγές των όπλων συνέθεταν μία υπόκωφη θανατηφόρα μελωδία καθώς κανείς από τους δύο δεν ήταν σε θέση να καταφέρει κάποιο αποτελεσματικό χτύπημα.

Ξαφνικά ο Λάβαροκ, βρήκε ένα άνοιγμα και χτύπησε τον κορμό της με το σώμα του σφυριού, κόβοντάς της την ανάσα, καθώς εκείνη παραπατούσε προς τα πίσω για να βρει ισορροπία, έπιασε χαμηλά τη λαβή του σφυριού και το σήκωσε ψηλά για τη χτυπήσει με τη μεταλλική μύτη στο κεφάλι της, σκοτώνοντάς την ακαριαία. Σήκωσε το αριστερό της χέρι ψηλά για να αμυνθεί και κατάφερε για μία στιγμή να κρατήσει την κίνηση του σφυριού, όμως δεν άντεξε. Καθώς η ακίδα του σφυριού κατευθυνόταν στο κεφάλι της, με μία κίνηση απελπισίας μάζεψε όση δύναμη είχε και έφερε ψηλά τον πέλεκυ για να στηρίξει το αριστερό χέρι, φτιάχνοντας ένα Χ με τις κεφαλές των δύο της όπλων. Η σύγκρουση ήταν σφοδρότατη και κατάφερε να σπάσει τη μεταλλική μύτη του σφυριού. Παρ’ όλα αυτά η ορμή της κίνησης του Λάβαροκ δεν κάμφθηκε και το σφυρί έφτασε μέχρι το κεφάλι της. Η ακίδα δεν είχε σπάσει από τη ρίζα της και η μεταλλική προεξοχή που έμεινε στο σώμα του σφυριού, χώθηκε στα αριστερό της φρύδι και σύρθηκε κατά μήκος του προσώπου της μέχρι το σαγόνι, προξενώντας ένα βαθύ κόψιμο από το οποίο οριακά σώθηκε το μάτι της.

Μέσα στη ζάλη της και με την αριστερή της μεριά τελείως τυφλή από το αίμα, συνειδητοποίησε πως το χτύπημα του αντιπάλου της και η αλληλουχία της κίνησης, έφερε τον πέλεκύ της σε απόσταση αναπνοής από τον αριστερό του μηρό. Το σκέφτηκε μόνο για μία στιγμή και έριξε το σώμα της μπροστά με όση δύναμη της απέμεινε και βύθισε βαθιά το όπλο της ψηλά στο μηρό του. Η κραυγή του πόνου του έκοψε την ανάσα στην αρένα. Η Ζένθα στηρίχθηκε, με όση δύναμη τράβηξε από την ψυχή της, στο αριστερό της χέρι, άφησε τον κύλινδρο να πέσει από το χέρι της χαλαρώνοντας τη λαβή της και σήκωσε τον πέλεκυ για να φέρει το τελειωτικό χτύπημα. Ήταν και η τελευταία στιγμή της μονομαχίας.

Έτεινε το χέρι της στον αντίπαλό της και τον υποβοήθησε να βγουν μαζί από την αρένα και να κατευθυνθούν προς το Συμβούλιο των Νάνων. Αφού άφησε το Λαβαροκ στους δικούς του να περιποιηθούν τα τραύματά του, χαιρέτησε τους πρεσβύτερους του Συμβουλίου έναν έναν και αποσύρθηκε για να ετοιμαστεί για τη βραδινή γιορτή. Η οικογένειά της έσπευσε άμεσα να την προϋπαντήσει και να την συγχαρεί για τον θρίαμβό της. Αφού δέχθηκε τη φροντίδα του γιατρού, πλύθηκε, έδεσε το αριστερό της μάτι και βγήκε στη μέση της αρένας όπου γνώρισε την αποθέωση από τη φυλή των Νάνων.

Ο Αρχηγός του Συμβουλίου, Θόκντραεν Χάντεορν, της παρέδωσε τη λίθο της Δύναμης και της έδωσε ένα στοργικό φιλί στο μέτωπο. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, ήταν η Σοφός της φυλής των Νάνων και προστάτιδα της Λίθου μέχρι το τέλος.

Η εγκατάστασή της στην ακαδημία, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της. Αν και το σκληρό παρουσιαστικό της τρόμαζε στην αρχή, η Ζένθα μεγάλωσε γενιές και γενιές μαθητών, ανεξαρτήτου φατρίας και φυλής και έγινε ιδιαίτερα αγαπητή. Πίστευε ακράδαντα πως κάθε άτομο έπρεπε να φροντίζει για την προστασία του και για αυτό συνέθετε κάθε χρονιά σε συνεργασία με τους καθηγητές της Ακαδημίας πολυεπίπεδα σεμινάρια με τρόπους άμυνας και φιλοσοφίας της μάχης.

Απέφευγε τις ανόητες κόντρες και τους ανταγωνισμούς και αντιμετώπιζε κάθε μαθητή και καθηγητή αυτοτελώς. Οργάνωσε και επέβλεψε ολοκληρωτικά τη διαρρύθμιση του νέου στίβου και της παλαίστρας της ακαδημίας ενώ φρόντιζε για τη συντήρηση των όπλων που υπήρχαν για εκπαίδευση. Τα όπλα της, με τα οποία κέρδισε τις μονομαχίες, δεν τα ξαναχρησιμοποίησε. Ο δρόμος της ήταν διαφορετικός πλέον. Τα έφερε μαζί της, όμως και πλέον κοσμούσαν τον τοίχο του γραφείου της εσαεί.

    Η συντροφιά της στην Ακαδημία ήταν η Σοβερίνη Σοφός Τέσσα η οποία είχε αντικαταστήσει τον προηγούμενο Σοβερίνο Σοφό Άνχελ αρκετά χρόνια πριν. Ήταν η αρχαιότερη εν ενεργεία Σοφός και δέθηκαν πολύ κατά τη διάρκεια των ετών, περνώντας τις μέρες τους στο νησί της Ακαδημίας, εκτελώντας με συνέπεια τα καθήκοντά τους. Υπήρχε κάτι μυστηριακό στην αλληλεπίδραση των Λίθων τους, της Δύναμης και της Ιδέας, δεδομένο που μεταφέρθηκε και στην καθημερινότητά τους.       
    
Δεν αφέθηκε ποτέ στα χνάρια του έρωτα και των συναισθημάτων, πράγμα το οποίο της δημιουργούσε μία καταπίεση, παρ’ όλα αυτά επιζητούσε και μοίραζε ταυτόχρονα τη συντροφικότητα, βασικό κομμάτι της κοσμοθεωρίας της.

Απέφευγε τις συγκρούσεις και τις εντάσεις μεταξύ των Σοφών και των υψηλόβαθμων καθηγητών και πάντα προσπαθούσε να φέρεται σαν ενοποιητικός παράγοντας διατηρώντας τις ισορροπίες. Οι φήμες και οι ιστορίες την κατατάσσουν ανάμεσα στους πιο επιτυχημένους Σοφούς που έχουν περάσει, από τους ελάχιστους που κατανοούσε τις βασικές έννοιες της οικουμενικότητας του χαρακτήρα της Ακαδημίας.
Σήμερα, θα τη βρει κανείς να περιφέρεται στα μπαλκόνια της ακαδημίας και να χαζεύει τους πολεμιστές της, καμαρώνοντας και απολαμβάνοντας τους καρπούς των κόπων της, ενώ τα βράδια, εκείνα χωρίς πανσέληνο, τα βήματά της καταλήγουν απόμερα μέσα στο δάσος, έξω από τους χώρους της Ακαδημίας, όπου συνεχίζει να υπενθυμίζει στα δάχτυλά της, τη ζέση και τη φλόγα της μάχης κραδαίνοντας κάποιο όπλο και συνεχίζοντας την προσωπική της εκπαίδευση...



Στέλλα

Σοφός Εφευρέτρια Τέσσα


Αν τη ρωτήσει κανείς, δεν απαντά και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε. Μικρό παιδί, ούτε τα δεκαπέντε δεν είχε κλείσει ακόμη. Είχε όμως το χάρισμα. Καταπράσινα σμαραγδένια μάτια. Οι Σοβερίνοι πιστεύουν πως τα μπλε ή τα πράσινα μάτια είναι το εισιτήριο για τη Σοφία. Δεν έχει κανείς δικαίωμα να αντισταθεί. Πέφτουν στο λήθαργο ελπίζοντας να μην είναι η τελευταία φορά που θα δουν το φως, πως δεν θα χαθούν στα σκοτεινά μονοπάτια του λήθαργου μέσα στο Μεγάλο Λαβύρινθο.

Μιράρ, III Μήνας του 1255, ο Σοφός Άνχελ είχε προετοιμάσει τους αρχηγούς των Σοβερίνων για τις τελευταίες του μέρες και είχε φροντίσει για το «Κάλεσμα των Εκλεκτών», των παιδιών δηλαδή από 10 έως 16 ετών τα οποία είχαν το χάρισμα. Μιας και εκείνος δεν είχε γνωρίσει οικογένεια μήτε σπιτικό, αποφάσισε η τελετή να λάβει χώρα στο Ιερό Δάσος του νησιού έξω από την Ακαδημία. Πρωτάκουστο, όμως εκείνος ήταν ο Σοφός, κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί την τελευταία του επιθυμία.

Το καράβι για το Πόρτμειρ έφευγε από την πόλη των ξωτικών Βαλουίρ. Έφτασαν στη Σοβέη και από εκεί, με μικρές ποταμίσιες βάρκες κατέβηκαν τον ποταμό Έλαριν μέχρι την Βαλουίρ. Μπορεί να φανταστεί ο καθένας το δέος που θα ένιωθε ένα μικρό παιδί Σοβερίνων νομάδων, αντικρίζοντας για πρώτη φορά στη ζωή του μία πόλη των ξωτικών σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Καταπράσινη, επιβλητική, διακοσμημένη με την ύψιστη ξωτικίσια τέχνη και αρχιτεκτονική. Και η μουσική! Άρπες και κιθάρες, καθάριες φωνές να υμνούν τη φύση και τους θεούς μέσα στη λυρικότητα και την αρμονία. Ένα ακόμη πράγμα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ είναι τα βλέμματα γεμάτα περιέργεια των ξωτικών στη θέα του καραβανιού των Σοβερίνων καθώς περπατούσαν στην πόλη για να φτάσουν στο μεγάλο λιμάνι και να πάρουν το πλοίο για το Πόρτμειρ.

Το ταξίδι στη θάλασσα ήταν πραγματικό μαρτύριο, με το στομάχι της να έχει δεθεί σαν κόμπος και την αδυναμία της να σταθεί να είναι από τις πιο έντονες αναμνήσεις της. Όπως και η αγαλλίαση που πάτησε γη μετά από τόσες μέρες ταξίδι. Οι Σοφοί και το σύνολο της Ακαδημίας τους περιμεναν για να τους υποδεχθούν και να τους οδηγήσουν στον καταυλισμό έξω από το Ιερό Δάσος όπου θα λάμβανε χώρα μία γιορτή προς τιμή του Σοφού Άνχελ. Χαρμολύπη ήταν το συναίσθημα εκείνης της ημέρας και μία σπάνια γαλήνη στο βλέμμα του Σοβερίνου Σοφού.

Το επόμενο πρωί είχαν μόνο οι Σοβερίνοι καθώς η ιερότητα της ημέρας δεν επέτρεπε σε επισκέπτες και θεατές να βρίσκονταν εκεί. Εκείνη μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, όλοι ντυμένοι με τις ιερές φορεσιές τους μεταφέρθηκαν στο Ιερό Δάσος όπου και θα λάμβανε χώρα το τελετουργικό. Ο Άνχελ είχε ήδη ετοιμάσει το μείγμα βοτάνων μέσα σε ένα καζάνι και κάθε παιδί κρατούσε την ιερή κούπα, φτιαγμένη από το ξύλο του αρχαιότερου δέντρου της Σοβέης, έτοιμο να δεχθεί το ρόφημα αυτό. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, μόνο ένας ή μία από όλους θα ξανάβλεπε το φως του ήλιου και ήταν τρομακτικό με τι ευλάβεια και γαλήνη τα παιδιά περίμεναν το πεπρωμένο τους. Οι υπόλοιποι Σοβερίνοι περίμεναν στωικά στον καταυλισμό, περιμένοντας το παιδί που θα εμφανιζόταν ως μόνος επιζών από το δρομάκι που ένωνε τον καταυλισμό με το δάσος.

Ο Άνχελ έβαλε μία κουταλιά σε κάθε κούπα και κάθισε απέναντι από τα παιδιά, όταν όλα είχαν τελειώσει το ρόφημά τους και είχαν ξεκινήσει να παίρνουν το μονοπάτι προς το λήθαργο, εκείνος τελείωσε το ποτό του, γύμνωσε το στιλέτο του, έψαλε την τελευταία του προσευχή και βύθισε την λεπίδα του βαθιά στο αριστερό του πλευρό. Με το αίμα να τρέχει από την πληγή του, ξάπλωσε δακρύζοντας στο υπόστρωμά του αποχαιρετώντας τον κόσμο των ζωντανών, βαδίζοντας σιγά σιγά στο Κάτω Πεδίο.

Σκοτάδι... Τα μάτια της ήταν ανοιχτά, το φως ελάχιστο και περίμενε στην είσοδο του Λαβυρίνθου τον Άνχελ μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Εκείνος αφού σιγουρεύτηκε ότι όλοι ήταν εκεί, γονάτισε μπροστά στην είσοδο και προσευχήθηκε στους τέσσερις θεούς. Ύστερα προέτρεψε τα παιδιά να κάνουν το ίδιο και μπήκαν όλοι μαζί. Η πύλη έκλεισε πίσω τους με έναν δυνατό γδούπο και ο Άνχελ τους προέτρεψε, να ακολουθήσει ο καθένας το μονοπάτι που τον τραβάει μέσα στο χαοτικό Λαβύρινθο, καθώς πιο σημαντικό είναι να περάσουν τις δοκιμασίες των Θεών και ύστερα να βρουν το δρόμο τους. Κάθε ένα παιδί έπρεπε να είναι μόνο του στο μονοπάτι καθώς σε αντίθετη περίπτωση οι Θεοί δεν θα εμφανιστούν και θα χαθούν πάραυτα. Τους αποχαιρέτησε για τελευταία φορά και κίνησε για το δικό του δρόμο, να περάσει τις δικές του δοκιμασίες για να φτάσει η ψυχή του αίσια στο Κάτω Πεδίο και να βρει τις ψυχές των προκατόχων του.

Η Τέσσα έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στα μάτια της ψυχής της να την οδηγήσουν μέσα από το λήθαργο. Ύστερα από λίγο άνοιξε τα μάτια της και βεβαιώθηκε πως είχε απομακρυνθεί από τους υπολοίπους. Χωρίς να έχει καμία συναίσθηση χώρου και χρόνου συνέχισε να προχωρά μπροστά, ώσπου ένα απότομο φως την τύφλωσε για τα καλά. Μισανοίγοντας τα μάτια της, έφτασε κοντά στην πηγή του φωτός και είδε μία μικρή φλόγα να καίει μόνη της στη μέση του μονοπατιού. Ήταν σίγουρη πως επρόκειτο για δοκιμασία. Ένας μικρός ψίθυρος πέρασε από το αριστερό τη αυτί, «σβήσε τη φλόγα» και εξαφανίστηκε.

Πλησίασε πιο κοντά και έριξε μία ματιά στο χώρο, δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει παρά μόνο τον εαυτό της, δοκίμασε να φυσήξει, μάταιος κόπος. Έκοψε ένα κομμάτι υφάσματος και δοκίμασε να το πετάξει πάνω στη φωτιά. Ούτε πάλι, καθώς το ύφασμα εξαϋλώθηκε αυτοστιγμεί. Κάθισε δίπλα στη φλόγα για να σκεφτεί. Κοιτώντας μέσα από το χρώματά της, ταξίδεψε πίσω στις ιστορίες που άκουγε μικρή, από πρόσωπα που μάλλον ήταν η οικογένειά της, όμως έμοιαζαν τόσο μακρινά και θολά πλέον που δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ιστορίες για τη σχέση του Σιδηρουργού με τη φωτιά και την ύστατη θυσία της ελευθερίας του για τα έμβια όντα και το δώρο της φωτιάς.

Δώρο! Σκέφτηκε, αμέσως πλησίασε τη φλόγα και έβαλε τα χέρια της στη βάση της φλόγας, η οποία παραδόξως δεν έκαιγε και αργά τη σήκωσε ψηλά με τα χέρια της σε στάση δέησης, μένοντας ταπεινή και αλύγιστη. Αμέσως η φλόγα έτρεξε πάνω της σαν λάβα, χωρίς να την κάψει, και χάθηκε όσο ξαφνικά εμφανίστηκε. Ξαφνικά η Τέσσα αναθάρρησε, μπορούσε πλέον να δει! Η φλόγα που έπεσε στα μάτια της, της έδωσε τη δυνατότητα να βλέπει καθαρά μέσα στο σκοτάδι, αλλάζοντας τελείως την προοπτική του λαβυρίνθου.
Συνέχιζε να περιπλανάται στο χώρο. Σε μία στιγμή παρατήρησε ένα τραπέζι, με μία πίπα και καπνό έτοιμη για να ανάψει. Το μήνυμα σαφές, άναψε την πίπα, και όπως όπως φρόντισε να πάρει τρεις ρουφηξιές πριν την αφήσει κάτω. Ξαφνικά τα στιβαρά όρια τριγύρω άρχιζαν να λυγίζουν και η όραση της ξεκίνησε να σκοτεινιάζει και να χάνεται. Δίχως να πανικοβληθεί, προσπάθησε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία της, αλλά μάταιος κόπος. Ο χώρος γύριζε σαν τρελός, η ανάσα της μετά βίας έβγαινε, ίλιγγος ξεκίνησε να την πιάνει και ξαφνικά κενό...

Σε μία στιγμή το σκοτάδι αντικαταστάθηκε από το φως και όλα έλαμπαν γύρω της, σαν βρισκόταν στην καρδιά του ήλιου, εκτυφλωτικά. Προσπάθησε να κλείσει τα βλέφαρά της, να κρυφτεί από το φως με τις παλάμες τις, όμως ήταν αδύνατον. Ξανά ένα ψίθυρος τη διαπέρασε, «ο φόβος του σκοταδιού θα είναι η μεγαλύτερή σου λύτρωση». Αδυνατώντας να κατανοήσει το νόημα συνέχιζε να τρεκλίζει υπό το διαπεραστικό φως. Τύλιξε το πρόσωπο της με τα ρούχα της, τίποτα, δοκίμασε να ουρλιάξει, όμως φωνή δεν έβγαινε από μέσα της, ένιωσε την ανάγκη να κλάψει όμως τα μάτια της ήταν στεγνα. «Σκέψου!» φώναξε στον εαυτό της.

Ξανά ο νους της ταξίδεψε στις ιστορίες γύρω από τη φωτιά στα καραβάνια όπου οι γέροντες της ομάδας της, εξιστορούσαν τους θρύλους για τον Πατέρα, για τις κρίσεις ζωντανών και νεκρών, για το θείο δώρο της όρασης που απαρνιέται Εκείνος. Και άξαφνα της ήρθε η σκέψη, σκοτάδι, λύτρωση, θάνατος... Αλλά πως, άραγε, να έρθει κοντά στο θάνατο και να βουτήξει στο σκότος. Ξανά τριγύρω κενό, τίποτα που να μπορούσε να επιφέρει το θάνατο, το μόνο που είχε διαθέσιμο ήταν τα ρούχα της... Ναι! Αυτό είναι! Σκέφτηκε. Έσκισε δύο λωρίδες χοντρές υφάσματος και τις έδεσε μαζί. Έδεσε το λαιμό της και τέντωσε στα χέρια της στις δύο άκρες, τρεμάμενη. Κανένα αποτέλεσμα. Προσπάθησε ξανά. Τίποτα, ο φόβος την παρέλυε και δεν ήταν σε θέση να φτάσει τη ζωή της στα όριά της. Σε μία στιγμή, κατάλαβε. Ήταν σε λήθαργο, το σώμα κείτονταν στο Ιερό Δάσος, όχι στο Λαβύρινθο, έπρεπε να ξεπεράσει τα όριά της. Κάθισε ήρεμη με πλάτη σε ένα χαμηλό τοίχο, έδεσε όσο πιο σφιχτά γινόταν τον κόμπο και τράβηξε χωρίς σκεψή, χωρίς ελπίδα, δάγκωσε τη γλώσσα της για να επιφέρει πειθαρχία στο σώμα της και συνέχιζε να τραβά έως ότου κάθε στάλα αέρα να βγει από μέσα της, χωρίς να δοκιμάσει να ξαναπάρει ανάσα. Σε λίγες στιγμές, ο πνιγμός της είχε επέλθει και το άψυχο κορμί της έγειρε άτσαλα στο πάτωμα...

Άνοιξε τα μάτια της. Ήταν ξανά πίσω στον σκοτεινό λαβύρινθο. Είχε περάσει τη δοκιμασία του πατέρα με επιτυχία, το φλέγον φως είχε εξαφανιστεί και οι αισθήσεις της είχαν επανέλθει στην κανονικότητά τους. Συνέχισε την περιπλάνησή της για να αναμετρηθεί με τις δοκιμασίες των δύο θηλυκών θεοτήτων. Κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής της, βρήκε δύο άψυχα κορμιά παιδιών που ήταν μαζί της. Αδυνατούσε να κατανοήσει αν ήταν παγίδα, δοκιμασία ή το αποτέλεσμα της προειδοποίησης του Άνχελ. Λίγο παραπέρα, έστεκε ένα λουλούδι μέσα σε ένα ποτήρι με νερό. Ξαναγύρισε τα δύο πτώματα, το ένα από τα δύο ήταν αγόρι και κρατούσε στα χέρια του ένα στιλέτο, με φρέσκο αίμα στη λεπίδα του. Το κορίτσι δίπλα του είχε κομμένο λαιμό και μία τομή στις φλέβες του δεξιού του καρπού.

Προσπάθησε να συνέλθει από το σοκαριστικό αυτό θέαμα, όταν ακούστηκε ξανά ένας ψίθυρος, «το νερό καθαρίζει την ύβρη αλλά η γη ξεδιψάει με αίμα». Πάγωσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει και το χειρότερο, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Τι σήμαινε αυτός ο γρίφος, νερό και γη στην ίδια πρόταση, Ωκεανία και Μητέρα στην ίδια δοκιμασία. Γύρισε στο λουλούδι και βάλθηκε να το χαζεύει, αγχωμένη και τρεμάμενη. Πάσχιζε, ο νους της έτρεχε πίσω και πιο πίσω και όλο πιο πίσω, αλλά τίποτα. Τίποτα που να μπορούσε να δώσει απάντησε στον γρίφο.

Έπρεπε να σκεφτεί καλύτερα, βαθύτερα. Κοίταξε το μπλε λουλούδι. Μέτρησε τα ροδοπέταλα. Οκτώ! «Είναι κακό σημάδι όταν τα ροδοπέταλα σε ένα άνθος είναι ζυγά», συνήθιζε να της λέει η μητέρα της. Μητέρα... σκέφτηκε, δεν μπορούσε να τη δει ούτε να τη φτάσει πλέον και η αλήθεια είναι πως ένιωθε τόσο μόνη μέσα στο λαβύρινθο, μόνη και αβοήθητη. Με ένα τίναγμα του κεφαλιού της προσπάθησε να επανέλθει. Κράτησε στα χέρια της το λουλούδι και τράβηξε απαλά ένα ροδοπέταλο. Επέστρεψε το λουλούδι στο ποτήρι και βάλθηκε να περιεργάζεται το ροδοπέταλο. Το άφησε να πέσει μέσα στο ποτήρι. Ξαφνικά, έβγαλε το μπλε χρώμα του στο νερό και το λουλούδι αναζωογονήθηκε. Πήρε το στιλέτο και προσπάθησε να ανοίξει μία τρύπα στο έδαφος για να βάλει το λουλούδι. Τοποθέτησε το λουλούδι ώστε να στέκεται. Ύστερα χάραξε την αριστερή της παλάμη και άφησε το αίμα να τρέξει μέσα στο ποτήρι, δημιουργώντας μία ιώδη απόχρωση μέσα στο υγρό του ποτηριού. Έριξε λίγες σταγόνες στο άνθος και ήπιε το υπόλοιπο. Πνίγηκε, ζαλίστηκε και αμέσως κατέρρευσε στο έδαφος...

Το επόμενο πράγμα που θυμόταν, ήταν η αύρα του ανέμου στο Ιερό Δάσος, το θρόισμα των φυλλωσιών και η διάθλαση των πρώτων ακτίνων του ήλιου πάνω στις δροσοσταλίδες των φύλλων. Σηκώθηκε με δυσκολία. Πήγε και φίλησε στο μέτωπο κάθε ένα παιδί και στο τέλος ασπάστηκε τον Σοφό Άνχελ. Στα χέρια του κρατούσε το κουτί που προστάτευε τη Λίθο της Ιδέας. Την άνοιξε ανεπαίσθητα μα φοβήθηκε να την αγγίξει. Με ευλάβεια υποκλίθηκε στην θυσία των υπολοίπων και αφού ευχαρίστησε τους Θεούς κίνησε να επιστρέψει στον Καταυλισμό των Σοβερίνων.

Χαρμολύπη... Η νέας Σοφός Τέσσα τα είχε καταφέρει όμως όπως κάθε φορά το τίμημα των ψυχών ήταν πάρα πολύ μεγάλο. Οδηγήθηκε στην Ακαδημία όπου κλείστηκε για 3 χρόνια στον εαυτό της, μελετώντας την Λίθο και όλες τις γραφές σχετικά με τη φατρία των Εφευρετών και τη χρήση της Λίθου αυτής καθεαυτής. Το καλοκαίρι του 1258 αποφάσισε να τερματίσει τον αυτοεγκλεισμό της και να βγει στον κόσμο ξανά.

Ο ερχομός της Ζένθα μερικά χρόνια αργότερα θα αποτελούσε βάλσαμο στο βάρος της ψυχής της, καθώς σε αυτή θα έβρισκε την κατανόηση και το κουράγιο να μιλήσει και να αδειάσει την ψυχή της τόσα χρόνια μετά. Δεν μιλούσε πολύ από τότε, καταπιανόταν με τις ασχολίες και τις εφευρέσεις της και απέφευγε τη δημόσια έκθεση, εκτός από ορισμένες αναγκαστικές περιπτώσεις. Η ψυχή δεν επανήλθε ποτέ και η επαφή της με την Λίθο απομυζούσε σιγά σιγά την εγκαρδιότητα από την ψυχή της. Ύψιστο και φοβερό τίμημα.

Σήμερα, περνάει ατελείωτες ώρες στο γραφείο της και δέχεται επισκέψεις μόνο με αίτηση, όπου ο ενδιαφερόμενος πρέπει να την πείσει για την αναγκαιότητα και τη σπουδαιότητα της επίσκεψης ή ύστερα από παρότρυνση της Ζένθα, χωρίς πάντα να γίνεται κατάχρηση αυτού του δικαιώματος από εκείνη. Διέπεται από απύθμενη γνώση και σοφία, γεγονός που την καθιστά εξαιρετικά φειδωλή στο να μοιραστεί το οτιδήποτε υπό το φόβου του υψηλού τιμήματος που απαιτούν και οι δύο αυτές αρετές...



Στέλλα

Σοφός Θεραπευτής Αλμέρ



 Ο Σοφός Αλμέρ δεν ήταν ποτέ μία εύκολη προσωπικότητα. Ίσως φταίει το γεγονός ότι ποτέ του δεν γνώρισε οικογένεια, ποτέ του δεν ανακάλυψε τις ρίζες του, ποτέ του δεν ένιωσε ότι ανήκει κάπου. Δηλώνει 47 ετών, γεννημένος το 1248, παρ’ όλα αυτά κανείς δεν να πει με σιγουριά ότι ισχύει.

Βρέθηκε το καλοκαίρι του 1252, στα αποκαΐδια ενός χερσαίου καραβανιού στις παρυφές του δάσους της Σομέρ κοντά στις πηγές του ποταμού Σιλβίρ, ο οποίος εκβάλλει στην Φιράλ, φασκιωμένος μέσα σε μία κουβέρτα, κάτω από μία καμένη άμαξα. Άγνωστο το πως κατάφερε να σωθεί από την επίθεση των ληστών. Υπολογίζεται ότι άντεξε τρεις μέρες χωρίς φαγητό και νερό, ενώ ο θρύλος της ιστορίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της απόλυτης σιωπής. Δεδομένο το οποίο τον συντροφεύει από τότε. Σκυθρωπός, λιτός και πολύ μετρημένος στα λόγια του ο σοφός Αλμέρ φημίζεται για την ψυχρότητα στον τρόπο αντίδρασης γύρω του και για την παγερή λογική με την οποία βλέπει τον κόσμο. Ενδεχομένως ο αποτελεσματικότερος συνδυασμός στοιχείων για τον φύλακα της λίθου της Πανάκειας.

Σπάνια θα τον δει κάποιος να περιφέρεται στο χώρο της Ακαδημίας, η γενικά στο νησί. Σπάνια θα τον δει κάποιος να αλληλεπιδρά με καθηγητές ή Σοφούς δημόσια, ενώ αίνιγμα παραμένει αν κάποιος έχει καταφέρει ποτέ να πάρει χαμόγελό του. Βιβλία, ροφήματα, πειράματα, βότανα. Αυτές είναι οι ασχολίες του και δύο ψάρια του είδους Ζύρκους πάνω στο γραφείο του. Μοναδική του έξω-ακαδημαϊκή ασχολία είναι η τάση του για χειμερινό κολύμπι δίπλα στην μικρή αποβάθρα του λιμανιού της Ακαδημίας, πάντοτε στο τέλος της πρώτης εβδομάδας ύστερα από την τελευταία πανσέληνο του χειμώνα.

Όταν βρέθηκε από τυχαίους ταξιδιώτες, παραδόθηκε στο θεραπευτικό κέντρο της χώρας των Βαλησίνων για να λάβει τις πρώτες φροντίδες. Διαδόθηκε σε όλη τη χώρα, η είδησή του, όμως κανείς συγγενής δεν παρουσιάστηκε ποτέ για να τον διεκδικήσει. Απέφευγε τις μεγάλες παρέες και συχνά τον έβλεπαν να περιφέρεται μόνος στους κήπους του θεραπευτηρίου και να χάνεται μέσα στα παρτέρια με τα βότανα και τα λουλούδια ή να επιζητεί την συντροφιά των δέντρων και να κουρνιάζει στις ρίζες τους διαβάζοντας τα βιβλία του.

Μεγαλώνοντας η φυσική του τάση για απομόνωση δεν άλλαξε, όμως εξελίχθηκαν υπέρμετρα οι θεραπευτικές του ιδιότητες. Η βαθιά μελέτη και ο συνεχής πειραματισμός πάνω σε φίλτρα, ροφήματα και αλοιφές αύξησαν την αποτελεσματικότητα των σκευασμάτων του και του έδωσαν ιδιόμορφες πληροφορίες για την παρασκευή και διατήρησή τους στο χρόνο. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στη σχέση με τα ζώα και δη με τα θαλάσσια πλάσματα.

Απέφευγε τη φωτιά ενώ αδυνατούσε να αντέξει και το δυνατό φως του ήλιου  αν και με τον καιρό είτε έμαθε να τιθασεύει την αμηχανία και το φόβο του, η απλά κατάφερε να συνηθίσει. Μεγαλώνοντας απέκτησε φήμη για τις δυνατότητές του και η τάση του για πλήρη αποξένωση, ξεκίνησε να πυροδοτεί συζητήσεις για την ενδεχόμενη καταλληλότητά του να αναλάβει το πόστο του φύλακα της Λίθου της Πανάκειας. Φαίνεται πως η ψυχρότητά του αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια της Λίθου των Βαλησίνων.
Στα 52 του χρόνια, το έτος 1300, έλαβε επίσημη πρόσκληση να συμμετάσχει στις διεργασίες  για την ψηφοφορία και την εκλογή του νέου Σοφού των Βαλησίνων. Η διεργασίες του Συμβουλίου των Βαλησίνων Θεραπευτών έλαβαν χώρα στην πρωτεύουσά τους την Ερίσνα. Ήταν σχετικά αναπάντεχο το γεγονός καθώς ο προηγούμενος Σοφός Κλάμστερ απλώς εξαφανίστηκε μία μέρα από την Ακαδημία χωρίς να δώσει εξηγήσεις ή έστω σημάδια ζωής έκτοτε.

Οι φήμες μεταξύ των θεραπευτών έκαναν λόγο για εξαΰλωσή του καθώς αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την Λίθο για προσωπικούς λόγους αγνοώντας το υψηλότατο αντίτιμο της χρήσης της Λίθου. “Προσπάθησε να την χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του και η Λίθος δεν συγχώρεσε το μέγιστο ατόπημα. Γι’ αυτό και το κύριο χαρακτηριστικό του νέου Σοφού μεταξύ των τεχνικών χαρισμάτων του θα ήταν η ανιδιοτέλεια και ο ισχυρός χαρακτήρας.
Ο ίδιος απείχε από όλη αυτή την παραφιλολογία και έδινε το παρών στις ζυμώσεις των θεραπευτών μόνο όταν το έκρινε απαραίτητο γεγονός που τράβηξε το ενδιαφέρον των πρεσβύτερων θεραπευτών. Το νεαρό της ηλικίας του, η εξαιρετική και βαθιά γνώση της ιδιότητας του θεραπευτή και η απαράμιλλη τεχνική του όσον αφορά την φροντίδα των πρώτων υλών και των παρασκευασμάτων του, αποτελούσαν δυνατά χαρτιά στην εξίσωση της εκλογής του νέου Σοφού. Ο ίδιος όμως, φρόντιζε συνεχώς να αποθαρρύνει τέτοιες σκέψεις και απέφευγε τέτοιες συζητήσεις.

Στις εργασίες εκλογής Σοφού, είχε κληθεί από το Συμβούλιο των Θεραπευτών, η Βαλησίνη καθηγήτρια ιστορίας Κασσάνδρα Καν, για να καταθέσει τα, σχετικά με την εξαφάνιση του Κλάμστερ, στοιχεία της Ακαδημίας και για να καταγράψει τη διαδικασία εκλογής του νέου Σοφού. Ένα απόγευμα περπατώντας στην προβλήτα του λιμανιού της Ερίσνα, συνάντησε τυχαία τον Αλμέρ να αγναντεύει τα γαλήνια νερά της θάλασσας. Είχε ακούσει τα κουτσομπολιά όμως δεν είχε την τύχη να τον γνωρίσει όσες μέρες βρισκόταν στην πόλη.

Οι φήμες ανάμεσα στους Σοφούς λένε πως η συνάντησή τους και η αλληλεπίδρασή τους, ήταν βασικό δεδομένο στο να μεταπειστεί ο Αλμέρ και να αρχίσει να αναθεωρεί σχετικά με την διεκδίκηση της θέσης του Σοφού. Ποτέ δεν μεταφέρθηκε στην επικαιρότητα, το τι ειπώθηκε μεταξύ Αλμέρ και Κασσάνδρας εκείνο το απόγευμα. Το μόνο σίγουρο είναι πως η καθηγήτρια της Ακαδημίας υπήρξε ο βασικός συντελεστής στην αλλαγή στάσης του θεραπευτή και πως ήταν εκείνη, η μόνη στην οποία χάριζε χώρο και χρόνο μέσα στην Ακαδημία δημοσίως.

Το συμβούλιο των θεραπευτών σύμφωνα με τα λεγόμενα της εποχής, αντιμετώπισε με περίσσεια ικανοποίηση την μεταστροφή του Αλμέρ και την επίσημη δήλωση διάθεση για υποψηφιότητα. Με τα γεγονότα να τρέχουν τόσο αναπάντεχα και τον φόβο για την τύχη του Σοφού Κλάμστερ να γεμίζει τις καρδιές του Βαλησίνων, η εκλογή του Αλμέρ αποδείχθηκε εύκολη διαδικασία με τη συναίνεση όλων των δυνάμεων, Συμβουλίου και Ακαδημίας.

Ο Αλμέρ παρέλαβε το χιτώνα του Σοφού και το σφραγισμένο κουτί που περιείχε τη Λίθο και απήλαυσε καθολική αναγνώριση, εκτιθέμενος ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του.

Σύντομα μετακόμισε στους κοιτώνες των Σοφών στην Ακαδημία και σε συνεργασία με τους μεγάλους θεραπευτές καθηγητές, αναδιοργάνωσε συθέμελα και οριοθέτησε ενδελεχώς από την αρχή τη διδασκαλία των μαθημάτων των θεραπευτών. Αναδιοργάνωσε το σύστημα συλλογής, αποθήκευσης και συντήρησης βοτάνων και λοιπών πρώτων υλών και έστησε μικρά φυτώρια στο νησάκι της Ακαδημίας και ένα πρόχειρο εργαστήριο εκχύλισης δίπλα στην δυτική αποθήκη της Ακαδημίας.

Απολάμβανε τη συντροφιά της Κασσάνδρας, η οποία ήταν και η μοναδική που τον συνόδευε και τον συνοδεύει ακόμη στις χειμερινές του βουτιές στην λίμνη της Ακαδημίας. Διήγε μέχρι πρόσφατα ήσυχο και διακριτικό βίο, χωρίς ποτέ να πάψει να ενδιαφέρεται για τους νέους θεραπευτές και την εξέλιξή τους. Τα γεγονότα της Μεβαίρ και η απαγωγή του, αποτέλεσαν ένα βαθύ πλήγμα στην καθημερινότητα της Ακαδημίας και περισσότερο στην ψυχή της Κασσάνδρας, η οποία έκτοτε φέρει βαρέως και αποκλειστικά την ευθύνη για την αποτυχία της προστασίας του. Το μόνο σίγουρο είναι ο οργανισμός της Ακαδημίας θα αντιδράσει, ώστε να καταφέρει να ανακτήσει το Βαλησίνο Σοφό, το κενό του οποίου μοιάζει δυσαναπλήρωτο, ενώ η απουσία του φύλακα της Λίθου της Πανάκειας, έχει εξαπλώσει αμηχανία και φόβο σχετικά με τη διαχείριση αυτού του πανίσχυρου όπλου που βρίσκεται μέσα στις εγκαταστάσεις της Ακαδημίας. 


Στέλλα

Σοφός Ιστορικός Νανέτ



26  Σέριον 1265. Στο θεραπευτήριο της Μπόρον, ακούγονται για πρώτη φορά τα κλάματα ενός υγιούς κοριτσιού, του τρίτου παιδιού της οικογένειας Μάλντιν. Ήταν η στιγμή της γέννησης της Σοφού των Ιστορικών, της Νανέτ. Φύση οξυδερκής, πανέξυπνη και περίεργη, η Νανέτ ανέπτυξε από πολύ νωρίς μία ισχυρή αγάπη για το διάβασμα, τη μελέτη και την παρατήρηση.
   Οι γονείς της Νανέτ, Νάγια και Ντρέιφους Μάλντιν, ήταν δάσκαλοι στην Ακαδημία της πόλης των Ανέμων, όπως περιγράφεται η Μπόρον από τους ανθρώπους και απολάμβαναν την αναγνώριση και το σεβασμό της πόλης. Η παιδική της ηλικία θα μπορούσε να θεωρηθεί ονειρική καθώς τίποτα δεν της έλειψε είτε υλικά, είτε πνευματικά, είτε ψυχικά. Κατά την ενηλικίωση ενός παιδιού, η παράδοση της πόλης προέβλεπε, το πέρασμα του παιδιού από έναν πολύ ψηλό βράχο στην άκρη της πόλης, σε έναν άλλον 18 μέτρα απέναντι, ισορροπώντας σε δύο σχοινιά, ένα για να πατάει και ένα για να πιάνεται, σηματοδοτώντας το πέρασμα ανάμεσα στις φάσεις ζωής, με σκοπό “να πιάσει τον άνεμο” στο πέρασμά του.

   Όλα ήταν έτοιμα για την ημέρα της Νανέτ, όμως ο βορειοδυτικός άνεμος που φυσούσε εκείνη την ημέρα έκανε τα πράγμα πολύ δύσκολα και επικίνδυνα. Το προηγούμενο βράδυ, μία μεγάλη γιορτή έλαβε χώρα στην οικία των Μάλντιν για ευχηθούν φίλοι και συγγενείς, ό,τι καλύτερο στη νεαρή που από αύριο θα γινόταν ενήλικη. Η Νανέτ, ήταν έτοιμη, φορούσε την παραδοσιακή φορεσιά την Μπόρον, κατακόκκινη ολόσωμη υφασμάτινη τήβεννος με πλατιά μανίκια και μαύρο γιλέκο διακοσμημένο με χρυσά γρόσια, δερμάτινες μπότες με ψηλό ξύλινο τακούνι και ένα επίμηκες άνοιγμα από τους αστραγάλους μέχρι χαμηλά στον καβάλο, στην τήβεννο, όπου μαύρες δερμάτινες λωρίδες εφάρμοζαν το ύφασμα σφιχτά πάνω στο σώμα.

   Θαρραλέα καθώς ήταν, αψήφησε τους προβληματισμούς των υπολοίπων και προχώρησε αποφασιστικά στο βράχο. Πάτησε προσεκτικά πάνω στο κάτω σχοινί και άρπαξε δυνατά στα χέρια της το πάνω. Ξεκίνησε να προχωράει αργά τη διαδρομή των 18 μέτρων με τον άνεμο να την χτυπά αλύπητα. Δύο φορές γλίστρησε οριακά, όμως τα κατάφερε να περάσει. Για καιρό συζητιόταν στην πόλη το κατόρθωμά της και συνειδητοποιούσαν όλοι σιγά σιγά πως η επρόκειτο για έναν άνθρωπο εξαιρετικά σπάνιο και ιδιαίτερο.

   Δεδομένο που έσπευσε να επιβεβαιώσει, καθώς 2 χρόνια αργότερα αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπίτι της για να περιπλανηθεί στη χώρα των ανθρώπων και να κατανοήσει τον κόσμο και τις λειτουργίες του. Δεν μπορούσε κανείς να τα βγάλει πέρα εύκολα με τη Νανέτ. Οι γονείς όσο και να δυσανασχέτησαν, αποδέχθηκαν την απόφασή της και δεσμεύτηκαν να τη στηρίξουν στο νέο κεφάλαιο που ανοιγόταν μπροστά της.

   Πρώτος σταθμός η Πόλη Σιράν, το απόρθητο νότιο φρούριο των ανθρώπων. Μαγεύτηκε από την αρχιτεκτονική της πόλης, ισχυρή και βαριά, με μεγαλοπρεπή μνημεία και την ακαδημία για την ειδική φρουρά του στρατού των ανθρώπων, τους Ασάχι, φημισμένη για την σκληρή σωματική και πνευματική εκπαίδευση τους. Από όπου και αν περνούσε είχε μαζί της πάντα, σημειωματάρια, λευκές περγαμηνές και πένες ώστε να συλλέγει ανά πάσα στιγμή ό,τι πληροφορία περνούσε από μπροστά της.

   Στη συνέχεια έκανε δύο πολύ μεγάλα ταξίδια ακολουθώντας ένα εμπορικό καραβάνι Σοβερίνων από την Μπόρον έως τη Σοβέη, περνώντας μέσα από την επικίνδυνη έρημο του Ισχάρ και από εκεί έως την Ελεσσέα με τη φημισμένη αγορά της. Είχε την ευλογία μέσα στην έρημο να βιώσει σοβερίνια τελετουργικά και να μάθει να διαβάζει τον έναστρο ουρανό καθώς και τις φάσεις της Σελήνης. Μία σοφή ηλικιωμένη Σοβερίνη ονόματι Ίλαεν της έμαθε επίσης πως να ερμηνεύει τις αλλαγές του φωτός της Σελήνης πάνω στον κόσμο.

   Με μία λέξη εικόνες, από τη γη των Ανθρώπων, στα μονοπάτια των Σοβερίνων, μέσα από κοιλάδες, ερήμους, βραχώδη περάσματα, όμως αν κάτι στεριώνει μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, αυτή είναι η μυρωδιά. Δεν θα ξεχνούσε στο εξής το ζωντανό φαινόμενο που εκτυλίχθηκε μπροστά της όταν έφτασε στην Αγορά της Ελεσσέα. Αρώματα από μπαχαρικά, μυρωδικά, τσάγια, βότανα συνέθεταν ένα εξωτικό μωσαϊκό που διέγειρε τις αισθήσεις κάθε απαιτητικής ψυχής και την έστελνε σε ταξίδια μακρινά.

   Η καρδιά του κόσμου εκείνου χτυπούσε στην Ελεσσέα και στην περίφημη αγορά της. Ό,τι μπορούσε να φανταστεί ο νους, ήταν διαθέσιμο εδώ, υλικά αγαθά, τρόφιμα, περίτεχνα ποτά, καλλιτεχνικά δημιουργήματα, ιδέες, όνειρα, ένας κόσμος που δεν κοιμόταν και προσέφερε μοναδικές εμπειρίες στους απανταχού επισκέπτες. Οι περίτεχνες σκεπαστές αγορές, επιμήκεις και περίστυλες, γεμάτες φως και βοή, τα πανδοχεία, οι σταθμοί ταξιδιού και ανεφοδιασμού, χόρταινε το μάτι της και αγαλλίαζε η ψυχή της.

   Τα δύο αυτά της ταξίδια περιλήφθηκαν στο πρώτο βιβλίο που έγραψε με τίτλο, Ένα ταξίδι μακριά από τη χώρα των ανθρώπων. Όπου πραγματεύεται ουσιαστικά την αξία του ταξιδιού ως παράγοντα ψυχικής και πνευματικής εξέλιξης, όταν το ενεργητικό υποκείμενο υποβάλλεται σε αλληλεπίδραση με περιβάλλοντα, εικόνες και ιδέες ξένες και διαφορετικές με το αρχικό του γενικό πλαίσιο στο οποίο σμιλεύτηκε και αναδείχθηκε ως προσωπικότητα.

Αυτή τη σύγκλιση χαρακτηριστικών, το φιλτράρισμα εμπειριών και την εν τέλει αναδόμηση της προσωπικότητας μέσω του ταξιδιού, τα έθεσε τόσο μαεστρικά μέσα στο βιβλίο της, όπου σύντομα η φήμη της και η αποδοχή του έργου της την έκανε αρκετά γνωστή στους εκπαιδευτικούς κύκλους των ανθρώπινων πόλεων. Φρόντισε σύντομα να επεκτείνει το έργο της αυτό, με το δεύτερο τόμο Ένα ταξίδι στη χώρα των ανθρώπων, όπου περιέγραφε επεισόδια από τις επισκέψεις σε κάθε μεγάλη πόλη της χώρας, τα σημαντικά γεωφυσικά της σημεία και τις διαφορές στην κουλτούρα ανάμεσα στις διάφορες κοινωνίες.

   Σημαντικό έργο επίσης παρέδωσε στις ανθρωπολογικές της μελέτες σχετικά με τις Γιορτές του Θέρους, τους μεγάλους εορτασμούς της ανθρώπινης φυλής. Οι εορτασμοί αυτοί αφιερώνονται στην αξία της σύνδεσης των ανθρώπων, όπου για μία μέρα τον χρόνο όλοι είναι ίσοι, όλοι είναι φίλοι, όλοι μοιράζονται, χαίρονται και απολαμβάνουν στιγμές. Ξεκινώντας από πολύ χαμηλά έφτασε κάποια στιγμή να διαχειρίζεται και να οργανώνει τις γιορτές αυτές στις μικρές κοινότητες που γύριζε στην ενδοχώρα των ανθρώπων.

   Όμως το οποίο θα την τοποθετούσε ψηλά στη συνείδηση όχι μόνο πλέον των ανθρώπων, αλλά συνολικά των φωτισμένων ατόμων του κόσμου, είναι το τρίτομο συλλογικό έργο, Το κυνήγι της ψευδαίσθησης της Ουτοπίας, ένα ερευνητικό έργο, το οποίο επικεντρώθηκε στη ματαιότητα των ταυτοτήτων σε αντιπαραβολή με την ποιότητα ζωής και την αξία της ζωής συνολικά. Το έργο αυτό είναι μία συγκριτική μελέτη στην καθημερινότητα των ατόμων στις πρωτεύουσες των Ανθρώπων, των Νάνων και των Βαλησίνων, στις ισορροπίες ανάμεσα στις σχέσεις τους, τις ομοιότητες και τις διαφορές των κοινωνιών τους και το πως όλα αυτά τα δεδομένα εξοβελίζονται στους πάγκους της Ελεσσέα.

   Τα χρόνια πέρασαν και στα 33 της επέστρεψε στη Μπόρον, όπου αφού επανασυνδέθηκε με τους δικούς τους, ασχολήθηκε με την παιδαγωγική ακαδημία της πόλης. Ο ξαφνικός θάνατος του Σοφού Φράουνιλ στην Ακαδημία, έφερε την κοινωνία των ανθρώπων στο μεταίχμιο ώστε να εκλέξει το νέο Σοφό που θα έπαιρνε τη θέση του στην Ακαδημία και τη Λίθο της Σοφίας υπό την προστασία του. Το συνολικό έργο της Νανέτ Μάλντιν και η καθολική αποδοχή που έχαιρε στη χώρα των ανθρώπων, παρά το νεαρό της ηλικίας της, σε συνδυασμό με την τήρηση των νόμων και την αποδεδειγμένη πίστη στο Βασιλικό Οίκο των ανθρώπων, της έδωσε το πολυπόθητο αποτέλεσμα στην ψηφοφορία των Σοφών και τη θέση του Σοφού πριν από 5 χρόνια.

   Στα 40 της πλέον, έχοντας λίγα χρόνια στην Ακαδημία, έχει γράψει ένα νέο βιβλίο αφιερωμένο στις μεγάλες γιορτές κάθε φυλής και τη μυσταγωγία που φέρουν στο πέρασμα των ετών με τίτλο, Ταξιδεύοντας στην ευφορία του κόσμου. Έχει δημιουργήσει μία νέα μέθοδο καταχώρησης και οργάνωσης των βιβλίων της βιβλιοθήκης, ενώ επιβλέπει μία σημαντική αποστολή με σκοπό την καλύτερη χαρτογράφηση των ουδέτερων εδαφών και την ένταξη των κοινωνιών τους στον κόσμο.

Επιμένει η ίδια να αξιολογεί τους φακέλους των καθηγητών ιστορίας που πρόκειται να αναλάβουν πόστο στην Ακαδημία και οι Ιστορικοί που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην Ακαδημία, την αντιμετωπίζουν με αμέριστο δέος και σεβασμό.



Στέλλα

Σοφός Αλχημιστής Ραντίκ



Kαταιγίδα… Είναι χειμώνας και την πρωτεύουσα των ξωτικών Μιταθίρ έχει πλήξει μία τρομερή κακοκαιρία. Μανιασμένοι άνεμοι, τσουχτερό κρύο, ολόκληρη η πόλη πλήττεται από χιονοθύελλα. Ολόκληρη η πόλη μυρίζει καμένο ξύλο, καυτά αρώματα από τα ροφήματα που μοιράζονται μεταξύ τους τα ξωτικά και αυτό το ιδιαίτερο μείγμα λαδιού και ρετσινιού για τα λυχνάρια το βράδυ. Όσοι είναι εκπαιδευμένοι, ίσως βρουν καταφύγιο στη μαγεία για να δημιουργήσουν μία ζεστή θαλπωρή για το χώρο τους.

Ο βασιλιάς Βόρον, αυτήν την ιδιοτέλεια στη χρήση της Μαγείας την απεχθανόταν, όμως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δεν ήταν κάτι επίσημα μεμπτό, όσο δεν μπλέκεται κανείς με το σκοτάδι. Είναι χειμώνας του 1192, η εποχή που ο βασιλιάς των ξωτικών περιμένει το όραμά του, για να υποδείξει τον επόμενο στην ιεραρχία. Ανήσυχος, με δύσκολους ύπνους, βλέπει τις μέρες να περνάνε και το όραμα να μην έρχεται. Σύντομα θα περνούσε τα 70 και μπορούσε να νιώσει κανείς την αμηχανία και τον προβληματισμό του.
Είναι νύχτα, ξάστερος ουρανός, χωρίς φεγγάρι. Η ατμόσφαιρα είναι κρυστάλλινη και η σιγή τριγύρω απόλυτη. Ντυμένος με ένα χοντρό πανωφόρι από δέρμα αρκούδας και ζεστά ρούχα, ο βασιλιάς Βόρον περιφέρεται στην αυλή της βασιλικής κατοικίας. Στην βορειοδυτική γωνία υπήρχε ένας γιγάντιος φίκος 30 μέτρων με διάμετρο κορμού κοντά στα 7 μέτρα. Κάποτε είχε χτυπηθεί από κεραυνό και στη βάση του έχασκε μία μεγάλη ρωγμή, η οποία με τον καιρό μεγάλωνε σε σημείο να χωράει ένα τραπέζι και έναν μικρό ξύλινο θρόνο και 2-3 καρέκλες. Το χρησιμοποιούσαν ως χώρο απομόνωσης και περισυλλογής οι βασιλικές οικογένειες.

Ένιωσε την ανάγκη να περάσει λίγο χρόνο εκεί. Πήρε ένα μεγάλο λυχνάρι και κατευθύνθηκε μέσα από το παγωμένο γρασίδι του κήπου προς τον φίκο. Έφτασε στο δέντρο, άφησε προσεκτικά το λυχνάρι στο τραπέζι και κάθισε στο θρόνο. Έγειρε απαλά στο δεξί του χέρι και έκλεισε τα μάτια. Περιπλανήθηκε, στα χρόνια της νιότης του, στα χρόνια της προετοιμασίας του, στα χρόνια της βασιλείας του. Και είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο στη ζωή του Βασιλιά των Ξωτικών. Να επιλέξει τον επόμενο ώστε να ξεκινήσει και για αυτόν το πέρασμα στη θέση του Σοφού των Ξωτικών και Φύλακα της Λίθου της Μαγείας.

Καθώς χανόταν στις σκέψεις του, ένιωσε το σώμα του να χαλαρώνει και το μυαλό του να ανοίγει. Απέναντί του μέσα στο σκαλισμένο κορμό, έβλεπε μία πράσινη λάμψη και μία στοά. Δύο αξίνες έστεκαν στερεωμένες χιαστί στην είσοδο της στοάς. Το πνεύμα του τις προσπέρασε και προχώρησε πιο βαθιά μέχρι το τέλος της. Όταν βγήκε από τη στοά, είδε ένα μεγαλοπρεπές κτίριο με ώριμες φλόγες να καίνε στην είσοδό του. Δεν λάθεψε, ήταν η φημισμένη σχολή αλχημείας της Ελραμίν. Μπήκε μέσα και προς έκπληξή του δεν βρήκε κανένα μέσα στο χώρο. Τα πάντα ήταν σκοτεινά εκτός από λίγο αχνό φως που έβγαινε από τον τρίτο όροφο. Μπήκε μέσα και ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Έφτασε στο δωμάτιο από όπου έβγαινε το φως και την είδε. Ήταν η στιγμή της γέννησης ενός νέου ξωτικού. Όλοι υποκλίθηκαν βαθιά στη θέα του Βασιλιά, ενώ το ξωτικό που μόλις είχε γεννήσει, λάμποντας από χαρά και ευλάβεια του έδωσε το νεογέννητο για να το κρατήσει στην αγκαλιά του και το ευλογήσει. Ένα πανέμορφο μωρό ξωτικών με ασημόγκριζα μαλλιά και βαθιά μπλε μάτια σαν τα βάθη του ωκεανού. Επέστρεψε το μωρό στη μητέρα, αφού το ασπάστηκε και καθώς ετοιμάστηκε να γυρίσει, άκουσε μόνο ένα όνομα, Ραντίκ!

Καθώς επανερχόταν από το όραμά του, έτρεξε χαρούμενος προς την κρεβατοκάμαρά του, για να απολαύσει τον πιο ήρεμο ύπνο της ζωής του. Τον είχε βρει! Ο Ραντίκ θα γινόταν ο επόμενος βασιλιάς! Την επόμενη μέρα, ξεκίνησε το ταξίδι του για να δει από κοντά το βρέφος και να ανακοινώσει το νέο στους δικούς του. Προς έκπληξή του, ο Ραντίκ ήταν ο γιος του διευθυντή της σχολής Γκόρλουιν Κράσαλορ. Αλήθεια τι πιο ταιριαστό ζευγάρωμα χαρακτηριστικών.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Ραντίκ Κράσαλορ αναγορεύτηκε βασιλιάς στα 30 του χρόνια και κυβέρνησε με σύνεση και τίμησε και τη φατρία του και τη φυλή του. Αυστηροποίησε το χρήση της Αλχημείας και κυνήγησε χωρίς οίκτο τους ελάχιστους εκείνους που επέλεγαν να περιπλανηθούν σε σκοτεινά και επικίνδυνα αλχημικά μονοπάτια. Δυστυχώς ύστερα από 30 χρόνια διακυβέρνησης, έφτασε σε σημείο να του γίνει εμμονή, όπου αδιαφορούσε πλήρως για τα κοινά εγκλήματα, κυνηγώντας, όπως ήθελε να πιστεύει, και την παραμικρή υποψία σκοτεινής αλχημείας.

   Μάταια έφταναν αναφορές, κυρίως από τα λιμάνια της Χώρας των ξωτικών, Βορέλ και Βαλουίρ, για την επικίνδυνη κατάσταση μεταξύ αρχών, λαθρεμπόρων και πειρατών. Ο Βασιλιάς απλά δεν έδινε σημασία σε ό,τι δεν είχε να κάνει με την Αλχημεία. Τα χρόνια πέρασαν και η κατάστασή του δεν έμοιαζε να αλλάζει έως ότου είδε και εκείνος το όραμα για το νέο Βασιλιά.
Μία ασημένια μπανιέρα, από την οποία ανάβλυζε μαύρο αίμα και έναν νεκρό ξωτικό να επιπλέει μέσα σε αυτή. Κάποια στιγμή το αίμα ξεχείλισε και ξεκίνησε να τρέχει στο δάπεδο. Ο Ραντίκ δοκίμασε να κλείσει την κάνουλα, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να τρέχει περισσότερο αίμα. Ακολουθώντας τη ροή του αίματος, έτρεξε στην αυλή της βασιλικής κατοικίας, όπου ένα ρημαγμένο εμπορικό καράβι έστεκε δίπλα στον φίκο, έχοντας παραδοθεί στις φλόγες. Από εκεί η φωτιά εξαπλώθηκε στο φίκο και σύντομα το αρχαίο αυτό δέντρο κατέρρευσε και έγινε στάχτη.

Τρέχοντας να ξεφύγει έφτασε σε ένα μέρος που έμοιαζε με αγορά. Η αγορά ήταν γεμάτη εκείνη τη στιγμή και κανείς δεν έδινε σημασία στο βασιλιά που περιφερόταν ανάμεσά τους. Σύντομα η αγορά δέχθηκε επίθεση από ληστές και η σφαγή ήταν καταιγιστική.Πιάστηκε αιχμάλωτος και μεταφέρθηκε με καραβάνι σε κάποιο λιμάνι για να πουληθεί ως σκλάβος. Στα μπουντρούμια του λιμανιού, είδε την στιγμή της γέννησης του επόμενου βασιλιά. Το νεογνό ήρθε στον κόσμο από μία οικογένεια εμπόρων βοτάνων οι οποίοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι καθώς ταξίδευαν από την αγορά της Ελεσσέα στη Μιταθίρ, περνώντας από τις παρυφές των Βουνών της Δόξας και των Δασών της Λιρέλ. Κοίταξε έξω και αναγνώρισε το λιμάνι της Βαλουίρ.

Επανήλθε εμβρόντητος από το όραμά του και αμέσως διέταξε έρευνα για το συμβάν που είχε δει στο όραμά του. Όμως πουθενά δεν μπορούσε να εξακριβώσει στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με ό,τι είχε δει. Ο καιρός περνούσε και οι έρευνές του δεν απέδωσαν καρπούς. Τότε έγραψε στο μέντορά του Βόρον ζητώντας καθοδήγηση. Ο Σοφός, έστειλε τον πιο έμπιστο συνεργάτη του, τον Βαλησίνο Καθηγητή - Αλχημιστή Άιμερ Λούβραεκ στη Μιταθίρ για να βοηθήσει το Βασιλιά.

Εκείνος, του έφερε ένα τρομερό δώρο, αυτή καθεαυτή τη Λίθο της Μαγείας για να τη χρησιμοποιήσουν μυστικά και να λύσουν το μυστήριο του οράματος. Κλείστηκε στο δωμάτιό του και επικαλέστηκε το πνεύμα του Άρθερ του πρώτου. Η ενέργεια της Λίθου τον περιέλουσε και του έδωσε το τρομερό της μήνυμα. Έπρεπε να θυσιάσει το αριστερό του χέρι και τα μαλλιά του σε μία τελετή σκοτεινής μαγείας στο αρχαίο ιερό σκοτεινής αλχημείας στην κορυφή Φόλρε, την τρίτη υψηλότερη, των Βουνών της Δόξας. Μαζί με τη Λίθο, ο Άιμερ έφερε και μία προσωπική επιστολή του Βόρον για τον Ραντίκ. Αφού επιτέλεσε το έργο του εκείνος επέστρεψε στην Ακαδημία, όπου ορκίστηκε να περιβάλει με απόλυτη σιωπή την περιπέτεια στην οποία υποβλήθηκε.

Ο Ραντίκ, ξεκίνησε μόνος του για την κορυφή Φόλρε. Στο ταξίδι του είδε από πρώτο χέρι την παρακμή και τη φθορά της υπαίθρου, η οποία είχε εγκαταλειφθεί στο έλεος της παρανομίας. Καμένα χωριά, ρημαγμένη γη και μία βαριά αίσθηση παρακμής. Αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να διορθώσει τα λάθη του, έφτασε στο Άλσος Λόρσαν στους νότιους πρόποδες των βουνών κοντά στις πηγές του Μεγάλου Ποταμού Ελαριν. Εκεί, φιλοξενήθηκε, ανώνυμα, το βράδυ σε ένα καραβάνι εμπόρων με προορισμό τη Βαλουίρ. Το βράδυ γύρω από τη φωτιά, άκουσε τις ιστορίες για μία μεγάλη επίθεση Σοβερίνων ληστών στην κεντρική εμπορική αντιπροσωπεία βοτάνων από τη Βαλουίρ προς την Ελεσσέα. Οι φήμες έλεγαν πως οι ελάχιστοι επιζώντες, μεταφέρθηκαν σε μία μικρή κωμόπολη στο σημείο που ενώνονται οι Χώρες των Ξωτικών και των Ανθρώπων και η επαρχία της Σοβέης.

Στο άκουσμα της είδησης φανέρωσε την ταυτότητά του στον αρχηγό του καραβανιού και του περιέγραψε πολύ επιγραμματικά την ιστορία του. Έγραψε μία επιστολή και τη σφράγισε με το δαχτυλίδι του. Την έδωσε στον πιο προικισμένο ιππέα του καραβανιού με εντολή να τρέξει άμεσα στη Μιταθίρ για να μεταδώσει το μήνυμα. Το ένιωθε, η ψυχή του έκαιγε, ο επόμενος Βασιλιάς των ξωτικών βρισκόταν αιχμάλωτος στην κωμόπολη Αβιλέμ. Ύστερα από δύο μέρες, έκανε την εμφάνισή της η προσωπική φρουρά του Ραντίκ. Αφού ευχαρίστησε τον αρχηγό του καραβανιού και δεσμεύτηκε για γενναία ανταμοιβή του όταν επιστρέψει στη Μιταθίρ, κίνησε δυτικά.

Οι άρτια εκπαιδευμένοι τοξότες των ξωτικών δεν άφησαν περιθώριο αντίδρασης στους ληστές και σύντομα η κωμόπολη βρέθηκε υπό τον έλεγχο των ξωτικών, κάτι το οποίο συνιστούσε παραβίαση της ειρήνης, δίχως χρονοτριβή, περισυνέλεξε τους επιζώντες και επέστρεψε στην πρωτεύουσά του. Πράγματι! Υπήρχε νεογέννητο μωρό ξωτικών ανάμεσά τους!4 ημερών! Δυστυχώς η μητέρα δεν κατάφερε να επιζήσει, ενώ ο πατέρας του σφαγιάστηκε από τους ληστές κατά τη διάρκεια της επίθεσης.Με το νέο Βασιλιά εξασφαλισμένο και ασφαλή, επιδόθηκε στη διόρθωση της ανεπιτυχούς διακυβέρνησής του, ενώ επένδυσε πάρα πολύ προσωπικό χρόνο στην ανατροφή του διαδόχου του, Γκάλαντερ. Τα χρόνια πέρασαν και είχε φτάσει η στιγμή να αναλάβει τη θέση του Σοφού στην Ακαδημία. Έτος 1292.

Η ζωή στην Ακαδημία αποδείχθηκε βάλσαμο στην ταλαιπωρημένη του ψυχή, όπου επικεντρώθηκε στη μελέτη και στη σύνθεση αυστηρών κανόνων και νόμων για τη χρήση της Αλχημείας στα πλαίσια της Ακαδημίας. Περνά αρκετό χρόνο στο Πορτμέιρ, όπου μαθαίνει τα νέα του Γκάλαντερ, από τα καράβια που έρχονται από τη Βορέλ. Εξέλιξε τη συνταγή της Φαέλια προσθέτοντας εκχυλίσματα ειδικών βοτάνων, ισχυροποιώντας λίγο τη γεύση της, ενώ τέλος διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις με τους Αλχημιστές καθηγητές σε συνεργασία με τους οποίους ετοιμάζει μία νέα υβριδική μορφή χρήσης της Αλχημείας για αυτοάμυνα.
 

Συγγραφή και Επιμέλεια Σοφών: Νίκος