Rasnarry Academy

[Quest] Γκραχλ ΙΙ - Οδεύοντας στον προορισμό

Σαγιάνε Ασάχι

Οι οδηγίες του Γκλίριον απόλυτες. Δεν υπήρχε χώρος για καμιά φαιδρότητα. Είχε ντυθεί σα να πήγαινε σε σύρραξη. Και παρά την πλήρη πολεμική της ενδυμασία, είχε καταφέρει να πείσει την πλειοψηφία πως επρόκειτο για κάποιο μέτρο πρόληψης. Μόνο στα παιδιά της είχε μιλήσει σοβαρά και είχε επιμεληθεί την αντίστοιχη προετοιμασία από αυτούς. Η Κέννα, ο Όλυξ και ο Ούμπρο θα ήταν στην πρώτη γραμμή και πλέον δε χωρούσε αμφιβολία, το ήξερε πως κάθε εξόρμιση της Ακαδημίας θα είχε κινδύνους.

Έτσι επέλεξε το δερμάτινο της θώρακα, μαύρο με το κόκκινο οικόσημο των Ασάχι να κοσμεί στήθος και πλάτη, δεμένο και από τις δύο πλευρές στην περιοχή των πλευρών της. Από πάνω είχε φορέσει την σιδερένια της προθήκη σε μαύρο και αυτή που κάλυπτε την περιοχή του στήθους και της καρδιάς της, κουμπωμένη με αριστοτεχνικό τρόπο πάνω στο δερμάτινο θώρακα της. Φυσικά τα όπλα της απάρτιζαν η μεγάλη της αλυσίδα, ζωσμένη στο πλάι του γοφού της και το Δόρυ της Φωτιάς. Και τα δύο όπλα είχαν περασμένους τους λίθους δύναμης. Ταχύτητα στην αλυσίδα, δύναμη στο δόρυ. Άλλωστε πέρα από την κατά τα άλλα ήρεμη ιδιοσυγκρασία της, η Σαγιάνε ήταν υπέρ του ρητού "φωτιά με φωτιά". Τα μαλλιά της πρώτη φορά στα δύο αυτά χρόνια της Ακαδημίας, τα είχε πιάσει όλα πίσω. Τα είχε μαζέψει σε μια περίτεχνη κοτσίδα την οποία έπλεξε πάνω στο κεφάλι της, κανένα μαλλί στο λαιμό της για τον καλύτερο χειρισμό της αλυσίδας της. Και παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς της, φόρεσε μετά από καιρό τα σκουλαρίκια που της είχε κάνει η Λύριεν, τις σπείρες, ρέπλικα των παλιών της. Θα έμπαινε σε γη Ξωτικών, πολλά μάτια και αυτιά, ικανά να ειδοποιήσουν τον Σμάλντι, τον Ίλεθ, τους Ασάχι. Και έτσι για όσο διήρκεσε το ταξίδι πέρασε τον χρόνο της δίνοντας οδηγίες στους μαθητές της και προσπαθώντας να μπει ξανά στον χαρακτήρα μιας Ασάχι.

Οι σκέψεις της γύρισαν πίσω στον Γκλίριον. "εγώ και ο Αλλάσιος θα κινήσουμε για άλλον σκοπό... Δεν μπορώ ακόμη να πω περισσότερα." του ε΄ίχε νεύσει, είχε απλώσει το χέρι της και του έδωσε κάτι από την τσέπη της που δεν είχε αποχωριστεί ποτέ από όταν έπεσε στην κατοχή της. Κάτι που πίστευε πως όταν η στιγμή ερχόταν ο Γκλίριον θα ήξερε τι να το κάνει. Στα χέρια της ήταν άχρηστο, στα δικά του όμως εκείνη η θυσία δε θα πήγαινε χαμένη. "Να προσέχεις" του είχε πει "Σκοτεινοί καιροί έρχονται και μόνο η ελπίδα μπορεί να είναι αντίδοτο. Ελπίδα, όχι αυτοτιμωρία" ανταπάντησε. Μα πριν φύγει του άπλωσε χέρι για κάτι ακόμα.

Δεν της άρεσε να είναι σε κίνδυνο άτομα που επέλεγε στην ζωή της. Ακόμα και ο Αλάσσιος ήταν σημαντικός για εκείνην, παρά την περιέργεια του. Ήταν αγνή καρδιά. Και αυτές είχε υποσχεθεί να σώζει. Ήταν μια μικρή κόκκινη σφαίρα. "Εμποτισμένο με αιθέρα, εάν κινδυνεύσετε, εάν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου σπάστην. Θα έρθω να σας βρω" του είπε λίγο πριν του γυρίσει πλάτη.

Και τώρα η ματιά της κοιτούσε το λιμανάκι καθώς έφταναν. Με μια ματιά χαμένη στο παρελθόν, η ματιά μιας κενής Πολεμίστριας. Με το δόρυ δεμένο στην πλάτη της και τα χέρια της σταυρωτά στο στήθος το βλέμμα της υπολόγιζε ήδη τα ξωτικά. Γύρισε τις αισθήσεις της στην ακοή, ευτυχώς κανείς από όλους όσους απάρτιζε η ομάδα δεν ήξερε το μυστικό της.

Με το πρώτο βήμα στην ξύλινη γέφυρα τα αυτιά της ΄ήδη έπιαναν τις συνομιλίες των Ξωτικών. Και το Οικόσημο ήταν αναγνωρίσιμο. Ποιός θα τους υποδέχονταν; Άραγε θα άκουγε κάτι σημαντικό;

« Τελευταία τροποποίηση: Μάιος 03, 2020, 06:55:23 πμ by Σολ Οτίγιε »


Λύριεν Μαρκιέλ

Η Λύριεν είχε τρομάξει αρκετά με το ταρι και τις καταστροφές που έκανε.Ευτυχώς η Αιολις τα διόρθωσε όλα.

Θα ξεκινούσαν όλοι ένα ταξίδι.Τι ωραία που η Λύριεν θα έβγαινε από τα στενά όρια του νησιού.Αλλά πιο χαρούμενη ήταν που θα ταξίδευαν με πλοίο!!!

Καθώς εφτιαχνε τα πράγματα της, αναρωτήθηκε πόσο επικίνδυνο θα ήταν αυτό το ταξίδι.Κάθε φορά που η Ακαδημία ξεπορτιζε δεν τους έβγαινε σε καλό.

Όταν τακτοποίησε τα λιγοστά πράγματα που έπρεπε να πάρει, φόρεσε άνετα ρούχα και ξεκίνησε για να πάρει το πλοίο.

Η Σαγιανε και οι μαθητές της είχαν πάρει αρκετά όπλα.Αλλά ευτυχώς τους διαβεβαίωσε ότι ήταν απλά λόγω συνήθειας και για προληπτικούς λόγους.

Η Θέα Ωκεανία έσπρωχνε τόσο απαλά τα νερά που η Λύριεν ένιωθε σαν να πετάει το πλοίο.Ήταν καλός οιωνός!!!

Όταν έφτασαν η Λύριεν κοίταξε γύρω.Το τοπίο ήταν εντελώς διαφορετικό από ότι είχε συνηθίσει.Είχε τόσα δέντρα και λουλούδια και θάμνους!!!Εντυπωσιάστηκε.Δεν είχαν στο Σιλάλι τέτοια!

Κατέβηκε αργά τη σκάλα του πλοίου και πήγε κοντά στη φίλη της τη Σαγιανε, περιμένοντας να κατέβουν όλοι οι μαθητές με ασφάλεια.


Άρυα Λιρέλ

Ένα σφίξιμο στο στομάχι• αυτό ένιωθε από την πρώτη στιγμή της ανακοίνωσης.

Μετά την Ουρίβ, ένα κομμάτι της ήλπιζε να ακυρωθεί η αποστολή τους. Η Ακαδημία δεν θα άντεχε πολλά χτυπήματα ακόμα, το ήξερε. Και ο Αλλάσιος είχε δίκιο. Κίνδυνοι παραμονεύουν παντού.
Με τα χέρια ακουμπισμένα στην κουπαστή, έκλεισε τα μάτια και άφησε τον αέρα να ανακατέψει τα μαλλιά της. Πόσο λάτρευε αυτήν την αίσθηση. Χάθηκε στη στιγμή, και βρέθηκε να σκέφτεται τα αδέρφια της. Τόσο κοντά, μα τόσο μακριά ταυτόχρονα. Τους είχε στείλει γράμμα με το που έμαθε ότι φεύγουν για Γκραχλ, και διατηρούσε την ελπίδα να τους δει, έστω για λίγο, στην επιστροφή.
Έριξε το κεφάλι στο πλάι και αναστέναξε.
Πού πάμε να μπλέξουμε πάλι;

Το βλέμμα της έπεσε στη Σαγιάνε. Τους είχε καθησυχάσει, μα μπορούσε κανείς εύκολα να καταλάβει ότι δεν ξεκινούσαν για εκδρομή. Ίσως κάποιοι να είχαν πειστεί, μα όχι εκείνη.
Άνοιξε την τσάντα της και κοίταξε τα τρία κενά, γυάλινα βάζα που είχε πάρει μαζί της. Παρακαλούσε τους Θεούς να μην χρειαστεί να τα χρησιμοποιήσει, μα είχε δώσει μια υπόσχεση στον Αλλάσιο• δε θα ξεχνούσε ποτέ τα λόγια του.

Υπάρχει ένας παλιός μύθος για το νότιο κομμάτι της νήσου. Χαμηλά από τις πόλεις μας, αγαπητή. Λέγεται πως τα οστά των πλασμάτων που καραδοκούν, σωστά θρυμματισμένα και βρασμένα μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη ενδυνάμωση στα θεραπευτικά φίλτρα. Εάν αντιμετωπίσετε κάποιον κίνδυνο εκεί, και είμαι σίγουρος πως θα αντιμετωπίσετε, φρόντισε να φέρεις μερικά. Θα μπορέσεις;

Πόσο ανόητη ήταν τότε! Απερίσκεπτη. Ανυπομονούσε να συναντήσει τα τέρατα αυτά —τι ειρωνεία! Ο Νάρφος μάλλον γελάει σε κάποια γωνιά, σκέφτηκε. Και έπειτα•

Είσαι θεραπεύτρια! Δεν στοχεύεις στην αφαίρεση της ζωής αλλά το αντίθετο! Την προστατεύεις!

«Την προστατεύεις...» βρέθηκε να ψιθυρίζει, και σκέφτηκε αμέσως πως της είχε λείψει αρκετά η Ιλίντιεν και οι συζητήσεις τους. Τα μουρμουρητά την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Είχαν φτάσει. Έκλεισε την τσάντα στα γρήγορα και ακολούθησε αμίλητη τους υπόλοιπους.

Το σφίξιμο ήταν ακόμη εκεί.


Σολ Οτίγιε

Η Σολ στεκόταν στην κουπαστή στηριζόμενη στο σκήπτρο της. Το σκυθρωπό της βλέμμα μαρτυρούσε τα πάντα, την ανησυχία για την ασφάλεια όλων, αλλά και εναν εκνευρισμό που δεν έλεγε να φύγει με όσες ασκήσεις ηρεμίας και αν είχε πραγματοποιήσει στο μεταξύ. Πολεμιστές αρχικά και μετά Αλχημιστές ήταν η πρώτη γραμμή της Ακαδημίας. Κοιτώντας τις Καθηγήτριες Σαγιάνε και Λύριεν αισθάνθηκε για μια στιγμή ασφαλής, αλλά ο απροσδιόριστος εκνευρισμός επανήλθε γρήγορα. Θυμήθηκε τα λόγια της Ιλίντιεν και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε στο έπακρον την σημασία τους.

"Να μείνουμε όλοι ασφαλής..." ψιθύρισε στον εαυτό της και με στην γροθιά της έσφιξε τόσο δυνατά το περιδέραιο της που θα μπορούσε να αφήσει μελανιά στο χέρι της. Κοίταξε δίπλα της την Άρυα, την καλή της φίλη στα εύκολα και στα δύσκολα, φαινόταν σκεπτική και αποφασισμένη μάλιστα....

Φθάσαμε... σκέφτηκε ενώ το έδαφος φάνηκε κοντά τους. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ηρέμησε τον ταραγμένο της Αιθέρα, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν ώρα για παιχνίδια και με σταθερό βήμα κατέβηκε. Στο πρώτο πάτημα με τα γυμνά της πόδια στο στοιχείο της του Νερού πήρε δύναμη που με πάση θυσία έπρεπε να την κρατήσει με το πέρας της Αποστολής. Στάθηκε όρθια περιεργαζόμενη την πρώτη εντύπωση του Νησιού περιμένοντας και τους άλλους να κατέβουν.


Ούμπρo Μέρμαν

Πότε να ήταν η τελευταία φορά που είχα σαλπάρει στη θάλασσα, άραγε;

Καθώς ακουμπούσε στην κουπαστή και οι αφροί των κυμάτων τον χτυπούσαν στο πρόσωπο, άφησε το νου του να σεργιανίσει πίσω στις μέρες του στο καράβι. Προφανώς ο νους καρφώθηκε στην αποτυχημένη επίθεση στο Πόρτμειρ. Εκεί όπου αιχμαλωτίστηκε στη συμπλοκή και παραδόθηκε στις αρχές της Ακαδημίας.

Η ανάμνηση δεν ήταν ευχάριστη, χτύπησε δυνατά τη γροθιά του στην κουπαστή. Κατάρα, σκέφτηκε, καθώς έχανε τον έλεγχο των αναμνήσεων. Το αυστηρό βλέμμα της Σαγιάνε τον επανέφερε αμέσως. Η πρώτη του επίσημη αποστολή με την Ακαδημία, το πρώτο του ταξίδι στη θάλασσα μετά από χρόνια. "Καταρά!"

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι τα βλέμματα όλων καρφώθηκαν πάνω του. Ας είναι, ψιθύρισε και πλησίασε το κατάρτι. Τίναξε το μανδύα του, απελευθερώνοντας το κορμί του από αχρείαστο ύφασμα, πέρα από τα απαραίτητα. Έβγαλε τα παπούτσια του για να νιώθει καλύτερα τις ξύλινες επιφάνειες και ξεκίνησε να σκαρφαλώνει μαεστρικά το μεγάλο κάθετο δοκάρι που κρατούσε τα κεντρικά πανιά. Πέρασε τη σταυρωτή κεραία και συνέχισε ώς την κορυφή. Στο παρατηρητήριο. Μοναξιά, ησυχία, απομόνωση.  Τίναξε τις γροθιές του και τέντωσε το κορμί του για να τον χτυπήσει ο άνεμος. Ήταν ξανά στο στοιχείο του.

Η κατάβαση δεν του πήρε ώρα. Φτάνοντας στο κατάστρωμα ξανά, το βλέμμα του έπεσε πάνω στην Άρυα, της χάρισε ένα αυτάρεσκο και εριστικό χαμόγελο. Έριξε ξανά πάνω του τον ριχτό μανδύα. Πήγε και κάθισε δίπλα στο μπόγο του, έβγαλε από μέσα ένα σκούρο μπουκάλι και κατέβασε 2-3 γουλιές. Και ξεκίνησε να σιγοτραγουδά ένα παλιό πειρατικό τραγούδι...

"Από μικρός τους πειρατές κοιτούσα μ' απορία
γιατί ήτανε ελεύθεροι  στις θάλασσες στα πλοία
Από μικρός σαν πειρατής ντυνόμουν κάθε χρόνο
στα καρναβάλια, στις γιορτές είχα τον πρώτο ρόλο

Ήθελα από μικρός στους πειρατές να μοιάσω
που 'χανε πνεύμα αναρχικό κορμί χαρακωμένο
κι ένα σπαθί στη ζώνη τους, παντοτινά σφιγμένο
 
Και ναι, είμαι τώρα πειρατής σ' ένα μικρό καράβι
με το καπέλο το στραβό, το γυάλινο το μάτι
το θολωμένο μου μυαλό την πλάνη της αγάπης

Ήθελα από μικρός στους πειρατές να μοιάσεις
τώρα που το κατάφερα, το παρελθόν δεν ψάχνω
"

Ο χρόνος περνούσε όμορφα πάνω στο καράβι, όμως οι υπόλοιποι δεν συμμερίζονταν τον ενθουσιασμό του, το έβλεπε στα βλέμματά τους, το ένιωθε στα παγωμένα χαμόγελα, θα κάνω ότι περνά από το χέρι μου, η επιστροφή να είναι διαφορετική, σκεφτόταν συνεχώς.

Ένα πρωί καθώς χάζευε τον ορίζοντα από το παρατηρητήριο, είδε το Γκραχλ να σκίζει τον ουρανό απ΄' θάλασσα. "Το Γκραχλ!! Φτάνουμε!! Βάλθηκε να φωνάζει και κατέβηκε σαν σίφουνας στο κατάστρωμα, όσο το πλοίο πλησίαζε τον όρμο. Έριξε το μπόγο στην πλάτη του, κράτησε στα χέρια του την αγαπημένη του τρίαινα, πήρε φόρα από το κατάστρωμα και πήδηξε πριν ξεκινήσει το καράβι να δένει ακόμη...

"Ελάτε φτάσαμε!!!"


Κέννα

Δεν ηταν χαρούμενη. Δεν ηταν καθόλου χαρούμενη. Η νεα αποστολή της ακαδημίας ηταν τεράστιο ρίσκο και τίποτα απο οτι είχαν δει στις προηγούμενες δεν θα είναι σαν αυτα που θα συναντήσουν στο Γκραχλ. Το μέρος έμεινε ανεξερεύνητο για κάποιο λόγο, το να πηγαίνουν εκεί οικειοθελώς ηταν ανόητο όμως κάποιος έπρεπε να κάνει το πρώτο βήμα.  Η Σαγιανε τους ειχε προετοιμάσει, κρατώντας τις λεπτομέρειες απο τους υπολοίπους για να μην σπείρει τον πανικό, όμως δεν μάσησε τα λογία της μαζι τους.  Η Κεννα είχε φροντίσει να εξοπλιστεί με μια πιο γερή πανοπλία και μια νεα προσθήκη στα όπλα της,ένα όχι πολύ μεγάλο σπαθί . Ίσως τα μαθήματα που έκανε με τον νάνο να της φανούν χρήσιμα εδώ.

Κάθισε με την πλάτη σε κάτι ξύλινα κιβώτια στο κατάστρωμα και ενώ έπαιζε με ένα μικρο μαχαιράκι που κρατούσε στα χεριά της κοίταξε τους συμμαθητές της έναν προς ένα. Κρατώντας τον εαυτό της όσο πιο ανέκφραστο μπορούσε, το μυαλό της έτρεχε σε άπειρα σενάρια.  Ποιος θα μπορέσει να πολεμήσει; Ποιος είναι πιο πιθανό να τραυματιστεί; Ποιος  θα μας καθυστερήσει; Όλο αυτό την άγχωσε ακόμα πιο πολύ.

"Το Γκραχλ!! Φτάνουμε!! Μια κραυγή ακούστηκε και ασυναίσθητα σήκωσε το κεφάλι της για να να δει ποιος φωνάζει όμως ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός. Μισόκλειστο τα μάτια της και είδε τον Ουμπρο να κατεβαίνει στο κατάστρωμα γεμάτος ενεργεία. Αμέσως στάθηκε στα ποδιά της και έκανε έναν γρήγορο έλεγχο στα όπλα της, δένοντας παράλληλα τα λουριά της πανοπλίας λίγο ποιο σφιχτά. Εδω είμαστε ειπε απο μεσα της και λιγο πριν αποβιβαστεί αντάλλαξε ενα βλέμμα με την Σαγιανε. Βουτιά στο άγνωστο λοιπόν.
« Τελευταία τροποποίηση: Απρίλιος 08, 2020, 09:04:25 μμ by Κέννα »


Ντίρα Γκροντ

Η Ντίρα ανάσανε βαθιά τον θαλασσινό αέρα, ενώ περπάταγε στο κατάστρωμα του καραβιού. Η Νιέν, ο τρικέφαλος μαρμάρινο τεχνητός προστάτης της, είχε ξαπλώσει σε μια άκρη, και στο πλησίασμά της σήκωσε και τα τρία κεφάλια της, βγάζοντας χαρούμενους ήχους. Η Ντίρα άπλωσε το χέρι και χάιδεψε το μεσαίο κεφάλι της, με τα άλλα δύο να συναγωνίζονται ποιο θα αγγίξει μετά. «’Ήσυχα, ήσυχα…» τους ψιθύρισε και χαμογέλασε γλυκά. Η Ντίρα κοίταξε τα πολεμοφόδια της. Ότι χρειαζόταν τα είχε στην τσάντα της, αν και λίγο βαριά, ήλπιζε να μην τα χρειαστεί.

Έβλεπε τους υπόλοιπους σκεπτικούς μαζεμένους σε πηγαδάκια, άλλοι να μιλάνε με ανησυχία, άλλοι στέκονται αμίλητοι χαμένοι στις σκέψεις τους.  Εκείνη τη στιγμή μια ησυχία σε όλο το κατάστρωμα, και ένα πειρατικό τραγούδι σιγοτραγουδούσε κάποιος από τους μαθητές. Ούμπρο Μέρμαν το όνομα του, με μια φωνή χαρούμενη θα έλεγε κανείς, που ερχόταν σε κόντρα με την όλη αίσθηση της αποστολής. Σύντομα ο ήλιος έδυσε και η Ντίρα καληνύχτισε την Νιέν και τους υπόλοιπους και κατέβηκε στην καμπίνα της. Με την φλόγα του κεριού, σημείωσε στο ημερολόγιο της τις σκέψεις της και σύντομα ταξίδεψε στον ονειρικό κόσμο.

Μέρες αργότερα, με μια φωνή ο καπετάνιος ανακοίνωσε την έλευση τους στο Λιμάνι της Ζενάρ. Η Ντίρα, ετοιμάστηκε, έβαλε μια ελαφριά πανοπλία για να την προστατεύει, έλεγξε τα πυρομαχικά της να είναι μέσα στην τσάντα της, και βγήκε στο κατάστρωμα. Οι περισσότεροι είχαν κατέβει, ενώ η Νιέν περίμενε τις οδηγίες της. Παρά το βάρος της, η Νιεν ήταν αρκετά ευέλικτη και γρήγορη, όχι σαν του αλόγου, όπως το μέγεθος της. Η Ντίρα τοποθέτησε την σέλα και τους ιμάντες που είχε ετοιμάσει από την Ακαδημία, στην Νιέν, και ανέβηκε στην ράχη της. Μαζί κατέβηκαν από το καράβι και στάθηκαν δίπλα στους καθηγητές, περιμένοντας τις οδηγίες τους.


Κασσάνδρα Καν

Τα τραύματα της ψυχής βαθιά... η αποστολή αυτή ριψοκίνδυνη… Ενώ παρατηρούσε τους μαθητές της συνοφρυωμένους κα συγκεντρωμένους στις σκέψεις τους, δεν δίστασε να σκεφτεί, πόσους ακόμα θα έβαζαν σε κίνδυνο ακόμα. Η Σαγιάνε με την πανοπλία του Οίκου της έλαμπε στον ήλιο αποφασισμένη, η Λύριεν δίπλα της, θα έλεγε κανείς, σχεδόν ενθουσιασμένη, η Άρυα, πόσες πληγές ακόμα, η Σολ προσπαθούσε να φανεί δυνατή, ο Ούμπρο με την ανυπομονησία της Φατρίας των Πολεμιστών στην οποία άνηκε, η Ντίρα και ο Τεχνητός Προστάτης της, η Κέννα προετοιμασμένη για όλα, η Ούσα η αλχημίστρια της Φωτιάς να καίγεται για μάχη, ο Κιλέο, η Σουζέν, ο Ντρεν… και πόσοι άλλοι μαζί της να στηρίξουν αυτή την αποστολή…

Φορώντας μια ελαφριά πανοπλία για προστασία, και κουβαλώντας μόνο τον απαραίτητο χάρτη και το στιλέτο της, μαζί με ξηρή τροφή στην τσάντα της και ένα φλασκί νερό, κατέβηκε στο λιμάνι της Ζενάρ. Το ένα τέταρτο του νησιού ήταν αποικία των Ξωτικών, με σημαντικές πόλεις την Βερ και την Νορεν, όπου υπήρχαν και τα ορυχεία των μαγικών λίθων που εμπορεύονταν τα Ξωτικά με τις υπόλοιπες Φυλές. Αρκετά χωριά εκτείνονταν γύρω τους, με κυρίως αγροτικές και κτηνοτροφικές ασχολίες. Το υπόλοιπο μέρος του Νησιού ήταν ακατοίκητο σύμφωνα με τους χάρτες και τα γνωστά μέχρι ώρας βιβλία. Αυτό έμενε να το δουν στην πορεία. Η Κασσάνδρα πλησίασε την Σαγιάνε ψιθυρίζοντας της, «Είμαστε έτοιμοι…». Έριξε μια ενθαρρυντική ματιά στους μαθητές της, και ανέβηκε σε ένα από τα άλογα που τους περίμεναν εκεί. Οι κάτοικοι της Ζενάρ είχαν φροντίσει για αυτούς.


Σολ Οτίγιε

Όλοι η αποστολή βρισκόταν στο έδαφος και περίμεναν τις οδηγίες από τους καθηγητές. Με πρώτη την Κασσάνδρα να καβαλάει ένα από τα άλογα που προσέφεραν οι κάτοικοι της Ζενάρ, η Σολ δεν έχασε καιρό και ανέβηκε στο αμέσως επόμενο. Ένα γκρίζο άτι που φαινόταν ήρεμο, κατάλληλο για την Σολ που η σχέση της με τα άλογα, ήταν μικρή και ερασιτεχνική θα έλεγε κανείς. Προτιμούσε να περπατάει με τα γυμνά της πόδια στη φύση, και να αισθάνεται με τις άκρες των δακτύλων της το βρεγμένο χώμα.

Μερικοί από τους συμμαθητές της ακολούθησαν και καβαλησαν τα άλογα τους. Αυτά χλιμίντριζαν και τέντωναν τα κεφάλια τους, έτοιμα για μεγάλες αποστάσεις και για το άγνωστο που τους περίμενε. Το άλογο της, χλιμίντρισε ανυπόμονα, μια αίσθηση που είχε και η ίδια η Σολ. Ήθελε να ξεκινήσουν, να δουν επιτέλους τι συμβαίνει και τι τους περιμένει πέρα από την αποικία των Ξωτικών, βαθιά μέσα στο νησί του Γκραχλ. Μια περιέργεια έμφυτη αλλά συνδιασμένη με την ευθύνη, μια ευθύνη να γυρίσουν όλοι πίσω ασφαλής...


Άρντα Γκροντ

Κλεισμένη στην καμπίνα, η Άρντα δεν ξεμύτισε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Θάλασσα είχε δει άπειρη, παρόλο που ήταν Νάνος. Τα κύματα δεν την εντυπωσίαζαν ιδιαίτερα, δεν της χάριζαν τον ενθουσιασμό που η γη και τα ζωντανά σημάδια της άναβαν τη φλόγα της ανακάλυψης στη μικρή καρδιά της. Η Άρντα πάντα έλεγε πως στη θάλασσα δεν έγραψε ιστορία κανένας. Η θάλασσα μόνο υγρός τάφος για πλοία και πολιτισμούς μπορούσε να είναι, ποτέ γόνιμη, ποτέ τροφός. Αν μη τι άλλο, τα κύματα και ο αφανής βυθός της γεννούσαν τρόμο, τόσο που, αμπαρωμένη και περιτρυγιρισμένη από κώδικες και περγαμηνές αναριγούσε σε κάθε σκαμπανέβασμα.
«Ανάθεμα! Να μας φυλά η Θεά Ωκεανία!»

Οι φωνές των συμμαθητών, ενθουσιασμένες, αλλά ταυτόχρονα φοβισμένες, την έβγαλαν από τη μελέτη της. Για την ίδια, αυτή ήταν η πρώτη της αποστολή χωρίς γονείς, χωρίς συστήματα Γκροντ και χωρίς Γκίντεον. Το βάρος της οικογενειακής επιτυχίας έπεφτε σχεδόν ασήκωτο επάνω της και όφειλε να το σηκώσει με κάθε τρόπο. Αν δεν κατάφερνε να το σηκώσει, θα έπρεπε να το σύρει, μέχρι να συναντήσουν τους ψηλούς αγαπημένους που στέκονταν τυφλοί στην τραγική τους μοίρα.
Βγήκε στο κατάστρωμα με το κεφάλι γεμάτο από σύμβολα, επεξηγήσεις και αναζητήσεις παλιότερων. Δεν είχε προλάβει να διαβάσει το έγγραφο της Άρντα της Γηραιάς, μιας και ο υπέροχος Καθηγητής της, το είχε αρπάξει πριν προλάβει να βγάλει κιχ. Στη σκέψη του ξίνισε τα μούτρα. Πέθαινε να αποκρυπτογραφήσει τη φράση που έστειλε η άμυαλη ξωτικοπολεμίστρια και που ξεκινούσε με το ιδεόγραμμα του Αιθέρα. Αίτερ. Σφάλισε σφιχτά τα μάτια και μάλωσε τον εαυτό της, το ιδεόγραμμα δεν είχε κάποια υπόνοια συμφώνου. Αίτε. Ίσως.

Η αποστολή είχε ήδη αποβιβαστεί. Κάποιοι βιαστικοί είχαν πάρει άλογα, αλλά για να πάνε πού; Μπορούσε κανείς να διακρίνει την καθόλου καλή της διάθεση από την ταχύτητα με την οποία αρέσκονταν να δείχνει το λευκό των βολβών της.  «Μα φυσικά!» σκέφτηκε σταυρώνοντας τα χέρια στη μέση. «Κανείς δεν πρόσεξε τα υπολείματα λουλουδιών καθώς προσαράξαμε. Κανείς δεν έκανε τον κόπο να μιλήσει με τον αρμόδιο της περιοχής." Ακαδημία ή όχι, τα Ξωτικά θα έβλεπαν ένα τσούρμο ασυνάρτητους να αγοράζουν προμήθειες και άλογα από εκείνους και δε θα έλεγαν τίποτα;

Ίσως και να μην έπρεπε ποτέ να τα σκεφτεί όλα αυτά με τόση γκαντεμιά που κουβαλούσε! Τι ήταν αυτός ο τύπος που ξεπρόβαλε από το κεντρικό κτίριο; Γιατί ήταν τόσο ψήλος; Γιατί ήταν τόσο συμμετρικός; Γιατί είχε πανέμορφα κόκκινα μαλλιά, πιασμένα σε ψηλό κότσο και παρόλα αυτά φαίνονταν αρρενωπός και πάνω από όλα, ΓΙΑΤΙ ΕΝΑΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΕ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ;;;;;;;;

Έριξε γύρω της μία κλεφτή ματιά στην αποστολή που περιφέρονταν σαν τους χαμένους και αποφάσισε να πάρει πάνω της την πρώτη επαφή με τους φυσικούς εχθρούς της, μέχρι η Ασάχι ή η Κασσάνδρα ή η Λύριεν ή ακόμη και η Ιντούν αποφασίσουν να εμφανιστούν σαν καθηγήτριες και όχι σαν εκδρομείς!!!!

Πλησίασε το μαυροντυμένο Ξωτικό με την αναντίληπτα στιλπνή πανοπλία που στολίζονταν από τη χαζολίθο του χαζο-‘Αρθερ, άπλωσε τα χέρια προς το ύψος των ματιών του, που στην πραγματικότητα τα χέρια της ήταν στο ύψος της κοιλιάς του και του έδειξε το χάρτη και την απεικόνιση της ξιπασμένης Ξωτικιάς, που δεν έκανε τον κόπο να αφήσει σημάδια πορείας που θα τους καθοδηγούσαν σε εκείνη και το μαγεμένο της Άνθρωπο.

«Ακαδημία Ράζναρυ!» τραύλισε δυνατά το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό.

«Γκροντ!» βροντοφώναξε ο αξιωματικός και τα καταπράσινα, αμυγδαλωτά μάτια του ήταν καρφωμένα στο οικοσημό της.

«Από την Ιλίντιεν Άτρας!» φώναξε δυνατότερα αυτή τη φορά και κράτησε την ανάσα της. Δεν περίμενε να ξαφνιαστεί ο άνδρας μπροστά της, ούτε να καθίσει στα γόνατα τόσο απότομα.

Στέκονταν αμήχανη στο ίδιο σημείο με τα χέρια ακόμη τεντωμένα, προσπαθώντας να μη γυρίσει το βλέμμα της προς το μέρος του. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε να κρύψει το δέος που της προκαλούσε, χωρίς καν να την κοιτάξει. Σφίχτηκε και ύστερα αναπήδησε τρομαγμένη και παράλληλα μαγεμένη από το δυνατό και γάργαρο γέλιο του. Ψιθύρισε κάτι που σίγουρα αφορούσε την Ιλίντιεν, καθώς αναζητούσε κάποιον υπεύθυνο για την αποστολή. Όταν συνάντησε με τα μάτια του την καθηγήτρια Ασάχι, ορθώθηκε και πάλι σαν ανθισμένο βουνό.

«Άιραμ Ίαρμις» συστήθηκε στρατιωτικά, αλλά με το σκέρτσο και την άνεση ενός γόη. «Αναζητάτε την αδερφή μου, να υποθέσω και τον... στενό συνεργάτη της»

«Για κάτσε! Ποια αδερφή του;»

Να το πάλι εκείνο το ακαταμάχητο γέλιο, παιχνιδιάρικο και πονηρό.

«Για να βρείτε την Ιλίντιεν Άτρας δε θα χρειαστείτε άλογα αγαπητοί κύριοι της Ακαδημίας, τα άλογα τόσο μεγάλης ομάδας δε χωρούν σε αυτό το δάσος», έγνεψε αρνητικά στην Κασσάνδρα και ύστερα γύρισε στη Σαγιάνε,
«Αν και είμαι σίγουρος ότι η πολυαγαπημένη φρόντισε ο δρόμος να είναι ανοιχτός, παρακαλώ έχετε τα μάτια σας δεκατέσσερα, μπορώ να βασιστώ πάνω σας.
«Και Γκροντ!» στράφηκε μία τελευταία φορά στην Άρντα που αναπήδησε άλλη μία φορά, «Τώρα εξηγούνται τα ιχνηλατικά που σκάλισε η καθηγήτρια Άτρας σε όλη τη διαδρομή!»

«Μάλλον!» απάντησε με όση αυτοπεποίθηση δεν είχε εξατμιστεί μπροστά στην επιβλητική παρουσία του Ξωτικού και κινήθηκε προς την κατεύθυνση που την οδήγησαν τα μάτια του.

«Μα φυσικά!» σκέφτηκε με τα χέρια στη μέση, «Φυσικά και δε χρειαζόμαστε άλογα! Τουλάχιστον κράτησε το λόγο της η ψωνάρα, δε θα χαθούμε!»
Με ανανεωμένο ενδιαφέρον, η νεαρή ιστορικός αναγνώρισε το πρώτο σύμβολο που τους κατεύθυνε προς το δάσος και έκανε το πρώτο βήμα προς την περιπέτεια που την καλούσε.


Σαγιάνε Ασάχι

Καθυστερούσε το ήξερε. Αλλά ήθελε να αφουγκραστεί και να περάσει με το βλέμμα της και τα αυτιά της όσο περισσότερα μπορούσε. Και εκεί η μικρή Άρντα ήρθε να δώσει την απάντηση γρηγορότερα από την ίδια. Και τότε τον είδε. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Αδέρφια... Κάποιος από το μανίπουλο. Ναι, ένας αδερφός. Άρα και δικός της. Σεβασμός. Σεβασμός και συμπόνοια. Ήξερε ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Εάν τον εμπιστευόταν η ίδια η Ιλίντιεν με την ζωή της. Περπάτησε με τον στόμφο μιας Ασάχι για τα μάτια των υπόλοιπων, μα με τα δικά της μάτια. Τα μάτια μιας φίλης. Μάλιστα η φιλική αύρα του άντρα την έκαναν να ανυπομονεί να του μιλήσει. Άραγε ήξερε την Μίρα; Να ρωτούσε;

"Αχ Άρντα" ακούστηκε η φωνή της. "Χαιρετώ. Είμαστε η αποστολή της Ακαδημίας Ράζναρυ και φαντάζομαι ήδη έχει γίνει γνωστό. Πράγματι δε χρειαζόμαστε άλογα.." είπε καθώς γύρισε και έκανε νόημα στην Κέννα  να κατεβάσει από τα άλογα όσους είχαν ανέβει και ξαναγύρισε στον Άιραμ, όπως συστήθηκε.

"Εγώ είμαι η Σαγιάνε Ασάχι. Αν και μάλλον το ξες ήδη" συμπλήρωσε για να κόψει αντίδραση. Και πράγματι ήταν αυτή που ήθελε. Μα αδυμονούσε. Πρώτη φορά σε έδαφος ξωτικών και η καρδιά της ήταν ετοιμη να σπάσει. Άραγε τι θα έκανε αν την έβλεπε; Χωρίς δεύτερη σκέψη, θα ορμούσε πάνω της και θα την έσφιγγε στην αγκαλιά της. Και τότε γούρλωσε τα μάτια της στη συνειδητοποίηση της γκάφας της.

Είχε ήδη αλλάξει. Και το ήξεραν. Ή ήταν θέμα χρόνου. Αλλά πια δεν είχε νόημα να το κρατά. Ή θα γινόταν η επόμενη αρχηγός ή θα αυτο εξορισσόταν. Το είχε αποφασίσει. Χαζή, σκέφτηκε και η στάση της χαλάρωσε αμέσως. Ήταν ελεύθερη. Και ετοιμοπόλεμη για κάθε ενδεχόμενο. Χαμογέλασε πλατιά στον Άιραμ και γυρνώντας ελαφρά την πλάτη της στον κόσμο για να κρύψει το στήθος της, έφερε το ένα της χέρι στο ύψος της καρδιάς και του έκανε ένα σύμβολο με τα δάχτυλα της αναγνωριστικό που της είχε εμπιστευτεί η Ιλίντιεν πριν φ΄ύγει.

"Άρντα όλα είναι ύπο έλεγχο καλή μου, μην ανησυχείς." είπε στην επίδοξη και φλογερή κοπέλα.
Γυρνώντας στον Άιραμ δεν μπορούσε να μην ρωτήσει. Η πίστη την ωθούσε. "Είναι καλά η Μίρα; Ποϋλίνκουε." είπε λακωνικά και σχετικά σιγανά σχεδόν χωρίς να το καταλάβει. Και η καρδιά της άρχισε να χτυπά σα τρελή...


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Όπου υπάρχει η Ιντούν υπάρχει τάξη και όπου δεν υπάρχει τάξη... εκεί κατευθύνεται η Ιντούν. Στην προβλήτα δηλαδή, εκεί που οι Καθηγητές και οι μαθητές απλώθηκαν σαν σκόρπια διαδήλωση.

Η ίδια δεν είχε βρεθεί ποτέ σε εδάφη Ξωτικών και δε μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το χωριό. Τι να πρωτοσχολιάσει, τις ομοιότητες ή τις διαφορές; Αντικρίζοντας τα χαμηλά σπιτάκια των πολιτών, μαζεμένα στην ασφάλεια της στενότητας, το κεντρικό μεγάλο κτίριο, το ναό και το θεραπευτήριο αναρωτιόταν αν πραγματικά άξιζε να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των φυλών. Σε τι διέφερε η δομή αυτού του χωριού με του δικού της και κατά συνέπεια, πώς διέφεραν οι ανάγκες για ασφάλεια μεταξύ των Ξωτικών και των Ανθρώπων; Κι όμως, παρά την ομογενοποίηση βασικών αναγκών, ο χαρακτήρας της αιθέριας φυλής που τους επέτρεπε το πέρασμα αναδεικνύονταν με αβίαστη φυσικότητα. Τα Ξωτικά, όπως ήταν γνωστό, πάντα εναρμονισμένα με τη φύση, φρόντιζαν να κρατούν σε μία εύθραυστη ισορροπία οργιάζοντα φυτά σε πλήρη ανθοφορία. Τέτοια μορφή δε θα μπορούσαν να έχουν τα φυτά των Ανθρώπων, η Ιντούν δεν είχε δει ποτέ της σπαρτά ή κήπους με τέτοια ανάπτυξη στο χωριό. Ίδια είδη κι όμως διαμετρικά αντίθετα. Αντί για τις εξημερωμένες μορφές της καμέλιας και της λεβάντας που γνώριζε στις γλάστρες τους, περιορισμένες και προσεκτικά κλαδεμένες, η Ιντούν αντίκρυζε θεώρατα φυτά με χοντρούς κορμούς κι ας ήταν θάμνοι, ζωηρά χρώματα στα φύλλα και τεράστια άνθη, ζωντανά. Τα φυτά γύρω της ήταν σαν να περπάτησαν μέσα από το δάσος και να σύναψαν συμφωνία συμβίωσης με τους κατοίκους. Αυτά τα φυτά είχαν χαρακτήρα. Ακομη και τα κτίρια των ανθρώπων ήταν φτιαγμένα με τρόπο που συμπλήρωναν τη φθινοπωρινή ανθοφορία.

«Αυτό πρέπει να το δει ο Μένανδρος!»

Παρά τον ενθουσιασμό της, η Ιντούν επέβαλλε τη θέληση για οργάνωση στο μυαλό της και επέστρεψε στη γη. Το έμπειρο σε γκρίνιες αυτί της έπιασε τα λόγια της Άρντα, η οποία είχε δίκιο κι ας το έδειχνε με το δικό της μοναδικό τρόπο. Αναζήτησε λοιπόν την Καθηγήτρια Ασάχι που μιλούσε ήδη με κάποιον αρμόδιο, όπως φαίνονταν από την επιβλητική στολή του. Ένα μικρό ρεύμα αέρα έφερε τη συζήτησή τους γοργά στα αυτιά της και πλησίασε τους συνομιλητές με περιέργεια και διάθεση να βοηθήσει.

"Είναι καλά η Μίρα; Ποϋλίνκουε." Ήταν η τελευταία πρόταση της Σαγιάνε, φράση που ανατάραξε τον αέρα γύρω από τον Ξωτικοπολεμιστή στιγμιαία με έκπληξη, χαρά, ενοχή και μία ηρεμία συνειδητοποίησης, σίγουρα ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Τα συναισθήματα που η Ιντούν εντόπισε δε φάνηκαν ποτέ στο ιδιαίτερα συμμετρικό του πρόσωπο, παρά μόνο ένα ζεστό χαμόγελο αυτοπεποίθησης και ύστερα ένα βαθύ γέλιο.

«Σαγιάνε Ασάχι,» αναφώνησε καθώς γελούσε, «έχεις βαλθεί να με σκοτώσεις με τρόπους αναρίθμητους. Επιτείθεσαι στο πεδίο αιματοβαμμένη και με γλιτώνει η κλωτσιά της δικής μου αιματοβαμμένης τρελής και τώρα, έρχεσαι αναζητώντας την τρελή μου αυτοπροσώπως, κάνοντας αναιδείς ερωτήσεις για φιλοξενούμενη.»
Η Ιντούν χρειάστηκε μια στιγμή να επεξεργαστεί πώς μπορούσε να προσβάλει την Ασάχι μπροστά σε όλους της τους μαθητές, αλλά έπιασε γρήγορα τη ματιά που της έκανε ο άνδρας και τον ψίθυρο στον απόηχο του γέλιου του «είναι ασφαλής»

Κοινό μυστικό λοιπόν.

«Τα βρήκατε λοιπόν οι Πολεμίστριες,» συνέχισε εύθυμα και η Ιντούν επικέντρωσε όλη της την προσοχή στα λόγια του. Ο υπερβολικά άνετος και φιλικός στρατιωτικός ήταν πανέξυπνος, πολύ περισσότερο από όσο επέτρεπε να φανεί. Μιλούσε ένθερμα, αλλά τα λόγια του περιείχαν χίλια νοήματα κρυμμένα πίσω από τη φαινομενική κωμικότητά του.

«Μοιραστήκατε φαγητό και ήπιατε μαζί όπως βλέπω, τα όνειρά σας έγιναν ένα κάτω από την κοινή σκέπη της Ακαδημίας. Μη στέκεσαι εδώ δεύτερη κόρη των Ασάχι, η αδερφή μου σε περιμένει και μαζί της, τα νέα κοινά σας όνειρα, γεμάτα απαντήσεις σε ανυπόμονες ερωτήσεις»,

Η Ιντούν είχε φτάσει αρκετά κοντά και επιτέλους μπορούσε να διακρίνει το βαθυπράσινο και τη σπιρτάδα των ματιών του Ξωτικοπολεμιστή. Εκείνος αντιλήφθηκε την παρουσία της αμέσως και χωρίς να χάσει χρόνο, τη χαιρέτησε φιλικά, με το αστραφτερό του χαμόγελο που χάριζε γενναιόδωρα.

«Από εκεί θα πάτε λοιπόν για να τους βρείτε! Εις το επανειδείν!» τους γύρισε την πλάτη με χάρη και απομακρύνθηκε χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Τα λόγια του στροβιλίζονταν άτακτα στο μυαλό της Ιντούν, κυρίως επειδή αδυνατούσε να φανταστεί την αυστηρή Ιλίντιεν να γελά παρέα με αυτόν τον τόσο ευχάριστο άνδρα. Ήταν αδερφός της είπε, αλλά δεν της έμοιαζε καθόλου. Οι ευχάριστες σκέψεις διαλύθηκαν και τη θέση τους πήρε η αποκάλυψη του νοήματος που κρύβονταν πίσω από τα λόγια του. Έβαλε απαλά το χέρι στην πλάτη της Ασάχι, καθώς στράφηκε και πάλι προς τους μαθητές.

«Κυρία Ασάχι,» ψιθύρισε γλυκά, χωρίς να την κοιτάζει. Η Ιντούν χαμογελούσε, τα χείλη της σχεδόν δεν κινούνταν, «Δεν ξέρω σε τι σχέδιο εμπλέκεστε με τα Ξωτικά, αλλά νομίζω ότι μόλις μας είπε με ευγενικό τρόπο να φύγουμε γιατί μας –σας- παρακολουθούν.» και ύστερα προχώρησε προς την κατεύθυνση της Άρντα, έτοιμη να ξεκινήσει το ταξίδι στο δάσος.

«Από εδώ παιδιά! Κοιτάξτε τα σακίδιά σας, σιγουρευτείτε ότι έχετε όπλα, φίλτρα και βιβλία! Πάμε παρεούλα στην περιπέτειά μας!» έδειξε και ξεκίνησε να τους βάζει σε σειρά με αδερφική αγάπη.


« Τελευταία τροποποίηση: Απρίλιος 16, 2020, 05:32:30 μμ by Αιολίς Ιντούν »


Κέννα

Έπιασε τα ματια της Σαγιάνε από μακριά. Γύρισε το κεφάλι προς το μέρος που κοίταξε και καταλαβε τι εννοούσε. Έριξε ένα βλέμμα αποδοκιμασίας και πλησίασε τους βιαστικούς αναβάτες. Με έντονο ύφος ρώτησε "Ποιος σας είπε να έρθετε στα άλογα; Δεν πάμε για πικ νικ στο δάσος, σε σοβαρή αποστολή βρισκόμαστε. Συγκεντρωθείτε με τους υπόλοιπους και ακολουθήστε εντολές." είπε δείχνοντας την ομάδα που άρχισε να μαζεύει ήδη η Ιντούν. Ένας ένας κατέβηκαν από τα άλογα και τράβηξαν προς το μέρος που τους έδειξε χωρίς να πουν τίποτα. Έπιασε το μέτωπο της με απελπισία. Και ακόμα δεν ξεκινήσαμε είπε στον εαυτό της.

Η Ιντούν σαν μια άλλη μαμά που φροντίζει τα παιδιά της στην εκδρομή έδινε οδηγίες με περίσσια γλύκα. "... Κοιτάξτε τα σακίδιά σας, σιγουρευτείτε ότι έχετε όπλα, φίλτρα και βιβλία! Πάμε παρεούλα στην περιπέτειά μας!" χαμογέλασε ασυναίσθητα στον ήχο της φωνής της.

Ώρα να οργανωθούμεσκέφτηκε και Εψαξε γύρω για τον Ολυξ όμως μάταια. Ένιωσε καπως απογοητευμένη που δεν τον βρήκε, τον είχε συνηθίσει δίπλα της στις αποστολές. Τώρα έπρεπε να βρει κάποιον άλλο για να μπουν σε σειρά. Ο μερμαν! θυμήθηκε ότι τον είχε δει στο πλοίο.
 "Ψιτ Ούμπρο" είπε και τον χτύπησε ελαφρά στο ώμο με το χέρι της. "Θα οδηγήσω εγώ μπροστά. Μπορείς να μπεις πίσω μέχρι να μας προλάβει η Σαγιάνε;"


Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα είχε ενθουσιαστεί που θα πήγαιναν πάλι βολτίτσα και θα έφευγαν από την Ακαδημία. Όχι πως δεν περνούσε ωραία, αλλά ως σοβερινη, είχε συνηθίσει να εξερευνά καινούρια μέρη. Ήξερε επίσης, ότι θα ήταν και οι φιλενάδες της εκεί!!!

Ετοίμασε στα γρήγορα τα μπογαλάκια της και μπήκε στο πλοίο.

Φοβόταν πολύ τη θάλασσα. Δεν ανακατεύτηκε πολύ στο ταξίδι, γιατί κοίταζε τον ορίζοντα. Ήταν καλύτερο από ότι περίμενε δεδομένου ότι έμπαινε πρώτη φορά σε πλοίο. Η περιέργεια της την έσωσε. Γιατί αν ήταν κάτω στις καμπίνες σίγουρα θα είχε κάνει εμετό..

Μίλησε με τις φίλες της και περνούσε ευχάριστα η ώρα. Όταν έφτασαν, κατέβηκαν όλοι από το πλοίο και η Αλέξα ενθουσιαστηκε με όλους αυτούς που είδε γύρω της. Προχώρησαν προς τα άλογα, κάποιοι ανέβηκαν. Άκουσε φωνές καθώς περίμενε υπομονετικά κοντά στην καθηγήτρια Λυριεν.

Η Κεννα είπε ότι δεν θα πάνε με άλογα. Δεν είναι πικ νικ, είναι σοβαρή αποστολή.

Η Αλέξα ένιωσε ένα μικρό σφίξιμο και κοίταξε τριγύρω.Εψαξε με το βλέμμα να δει την καθηγήτρια. Όντως η Καθηγήτρια Ασαχι είχε όπλα μαζί της.

Άραγε θα χρειαζοντουσαν τις δυνάμεις της?αναρωτήθηκε...

Η φίλη της η γλυκιά Ιντουν, μάζευε τους μαθητές και τους καθοδηγουσε. Ευτυχώς ο τόνος της φωνής της ήταν τόσο γλυκός που η Αλέξα χαλάρωσε και άρχισε να ακολουθεί τις οδηγίες της.


Κασσάνδρα Καν

Προφανώς η νεαρή μαθήτρια της, η νανος Ιστορικός Άρντα, ήταν το κλειδί της αποστολής. Έτοιμη και φουριόζα να αποκωδικοποιήσει τις εντολές της Ιλίντιεν έκανε το πρώτο βήμα. Σε συνεχεία της κουβέντας με την Σαγιάνε, η Κέννα φώναξε σε όλους να ξεπεζέψουν τα άλογα τους. Η Κασσάνδρα όμως δεν σκόπευε να αφήσει το άτι της, και έτσι φθάνοντας σε αυτήν, της έκανε ένα νόημα ότι όλα καλά. "Προτιμώ την ιππασία, από το περπάτημα νεαρή Πολεμίστρια, Κέννα παιδί μου..." και της χαμογέλασε μητρικά.

Προχωρώντας πίσω από την Άρντα η οποία, είχε πάρει φόρα να εντοπίσει τα σημάδια της Ιλίντιεν μπήκαν μέσα στο δάσος. Δέντρα θάμνοι και όλων των λογιών τα άνθη τους περιέβαλαν και η Κασσάνδρα μπορούσε να μυρίσει, το διπλανό γιασεμί που απλωνόταν μην έχοντας κάπου να στηριχθεί, στο έδαφος και το νεαρό δεντρολίβανο που φαινόταν να είναι στο άνθος του.  Η Άρντα συνέχιζε την ιχνηλάτηση. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβλεπε που η ίδια δεν έβλεπε, αλλά φαινόταν γρήγορη και αποτελεσμάτική.  Το φως του ήλιου έφθανε ασθενές στο έδαφος, μέσα απο τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων και η Κασσάνδρα σκούπισε το μέτωπο της, από τον ιδρώτα. "Άρντα;" της φώναξε, "Τι βλέπεις;" ρώτησε με περιέργεια και κρυμμένη αγωνία πίσω από μια ελαφριά αυστηρότητα.