Rasnarry Academy

Απρόοπτη έξοδος

Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα ήταν χαρούμενη και ανακουφισμενη που βγήκαν έξω από την "Κουτσή Γαρίδα". Περπατούσε ανέμελα με την παρέα της και βουταγε παϊδάκια από την πιατέλα της Κεννα. Βέβαια, πάντα την ρωτούσε, γιατί μπορεί να της δάγκωνε κανένα δάχτυλο η φίλη της.

Χαμογελώντας στη σκέψη αυτή, κοίταζε γύρω της το Πορτμειρ. Όλα τα θυμόταν... Κάθε στενό και κάθε σοκάκι, κι ας είχε να περάσει σχεδόν δύο χρόνια. Της άρεσε πολύ σαν χωριουδάκι παραθαλάσσιο που ήταν. Αλλά από τότε που... Γενικά δεν ήθελε να περιδιαβαινει χωρίς παρέα αυτά τα σοκάκια... Ούτως ή άλλως, γι αυτό είχε πάει να βρει το φεργκαλ. Για να έφευγαν μαζί, για σιγουριά, μην τύχει τίποτα. Δεν ήταν ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της, αλλά δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε αν συνέβαινε κάτι, όπως τότε.

"Τα δικά σας νέα?" άκουσε το φίλο της να ρωτάει από πιο πίσω που περπατούσε. Η Αλέξα, μασωντας το κρέας, γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι της, για να του μιλήσει.

Και τότε τον είδε. Πίσω από τις σκιές, σε ένα σοκάκι. Δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν αυτός. Ποτέ στη ζωή της δεν θα ξεχνουσε αυτή τη φάτσα... Ειχε κι ένα ζωντανό ενθύμιο εξάλλου από εκείνη την αποφραδα νύχτα...

Κοιτώντας η Αλέξα μέσα στα μάτια το φεργκαλ, τον έπιασε από τους ώμους ζαλισμένη και πήγε να μιλήσει για κάτι... Για κάτι άλλο, όχι αυτά που σκεφτόταν... Αλλά το μυαλό, δεν άντεξε την τόση ένταση και απλά όλα μαύρισαν... Λιποθύμησε επάνω του.



Κέννα

"Λοιπόν; Τα δικά σας νέα;" ρώτησε ο Φεργκαλ με πιο ευδιάθετο τόνο στην φωνή.
"Τα νέα μας,"ξεκινησε να λέει η Κέννα ενώ ταυτόχρονα μασουλουσε "Λοιπόν κανένας δεν μαχαιρωθηκε τελευταία και αυτό πιστεύω είναι κ.." πριν προλάβει να τελειώσει την πρόταση της όμως ακουστηκε ένας γδουπος. Τελείως χαλαρή από το πολύ ποτό γύρισε και είδε τον Φεργκαλ να προσπαθεί να πιάσει την Αλεξα η οποία είχε χασει τις αισθήσεις της. Όσο μικροσκοπική και να είναι του ήταν λίγο δύσκολο να την κρατήσει μόνος. Πέταξε τον άδειο πλέον δίσκο και τον βοήθησε να την ξαπλωσουν σε ένα παγκάκι.
"Τι έπαθε;" ρώτησε με απορία στον θεραπευτή καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί αν και πόσο είχε πιει η μικρή σοβερινη.
"Αλεξ" της φώναζε καθώς της έριχνε απαλές σφαλιάρες στα μάγουλα. Έριξε ένα άδειο βλέμμα στον Φεργκαλ "Νομίζω πρέπει να την αναλάβεις εσύ, κάνε τα μαγικά σου" είπε και κούνησε τα χέρια της στον αέρα θεατρικά.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 10, 2020, 06:45:51 μμ by Κέννα »


Φέργκαλ Ρουλακούς

Τα πόδια του Φέρκαλ κόπηκαν όταν είδε τα μάτια της Αλέξα να κλείνουν και να τρεκλίζει προς το μέρος του και τα γόνατά του λύγισαν στο βάρος του κορμιού της που έγυρε πάνω του αναίσθητο. Ευτυχώς ήταν και η Κέννα εκεί να τον βοηθήσει να συγκρατήσει το σώμα της Σοβερίνης.

"Νομίζω πρέπει να την αναλάβεις εσύ, κάνε τα μαγικά σου", άκουσε από την Κέννα και όσα είχαν ειπωθεί προηγουμένως έσβησαν απ' το νου του.

Δεν θυμόταν την τελευταία φορά που είχε ασχοληθεί ιατρικά με Σοβερίνους, αλλά η μνήμη του ανέτρεξε και ξεφύλλισε αμέσως όλα τα βιβλία που είχε μελετήσει για τη φυσιολογία τους. Έπρεπε να είναι σίγουρος ότι δεν θα τα έκανε χειρότερα. Τοποθέτησε το ένα του χέρι στο μέτωπό της και με το άλλο κράτησε το χέρι της, για να μετράει σφυγμούς. Ίσως ήταν αλλεργική σε κάτι που έφαγε; Ή μια απλή λιποθυμία; Πόσο είχε πιει; Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται όσο έπαιρνε τη θερμοκρασία της. Παρατήρησε παράλληλα ένα τρίγωνο σημάδι, δυο πόντους επί τρεις, στον πήχη του χεριού της.

Ξεροκατάπιε και έσφιξε τον καρπό της στο ένα του χέρι ενώ κατέβασε το άλλο στο στήθος της, κοντά στην καρδιά. Η ανοιχτή του παλάμη άρχισε να λ΄΄αμπει αχνά όσο της μετέφερε θεραπευτική ενέργεια που ήλπιζε να είναι αρκετή για να επαναφέρει τις αισθήσεις της έστω για λίγο. Έπειτα θα μπορούσαν να την μεταφέρουν στο θεραπευτήριο, η Κέννα θα την κουβαλούσε άνετα.


Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα μεταφέρθηκε νοητά σε ένα μαύρο όνειρο. Όλα ήταν σκοτεινά και δεν έβλεπε τίποτα. Μια ανάσα ακούστηκε από δίπλα της, μα πριν προλάβει να γυρίσει, έφυγε. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή από το φόβο. Άπλωσε το δεξί της χέρι, για να δημιουργήσει μια μπάλα φωτιάς με τις δυνάμεις της. Ελπιζε ότι έτσι θα έβλεπε λίγο. Αλλά... Μάταιη η προσπάθεια. Πηχτό σκοτάδι παντού. Και η μικρή σοβερινη, με κομμένη την ανάσα από την αγωνία, έκατσε κάτω. Έκλεισε τα μάτια, όχι πως έβλεπε τίποτα, αλλά για να συγκεντρωθεί. Προσπάθησε να ακούσει ήχους, να μυρίσει κάτι έστω, που να της έδειχνε που βρισκόταν.

 Ξαφνικά σαν να άνοιξε ένας σάκος με αέρα μέσα στα μικροσκοπικα πνευμόνια της. Πήρε ανάσα σαν να μην είχε ξανά αναπνεύσει ποτέ. Δεν μπορούσε να καταλάβει που βρισκόταν, τα βλέφαρά της αρνούνταν να ανοίξουν. Αλλά άκουσε την καρδιά της, που της έλεγε ότι ήταν ασφαλής.

Δίνοντας λίγο χρόνο ακόμα στο σώμα της, άκουσε τη φωνή της φίλης της. Η Κεννα μιλούσε με κάποιον. "Ααααα ο φεργκαλ!!!" χαμογέλασε γλυκά καθώς θυμήθηκε το πρόσωπο του θεραπευτή. Κάποια γερά μπράτσα την είχαν πάρει αγκαλιά και κάπου την μετέφεραν. Ανακουφιστηκε στη σκέψη αυτή και κουρνιασε καλύτερα χωρίς να ανοίξει τα μάτια της.