Rasnarry Academy

Σαγιάνε Ασάχι

Οι πύρινες γλώσσες έφταναν ψηλά, σχεδόν χάιδευαν τα τοιχώματα της πέτρας, πόσο να εκτείνονταν άραγε; Ο καπνός χανόταν, δε φαινόταν, μα από την άλλη ο σωστός εξαερισμός ήταν ένα από τα δυνατά σημεία των μηχανικών των Νάνων. Πώς αλλιώς θα έστεκαν οι πόλεις τους; Η κεντρική φωτιά ήταν ένα θέαμα, το φως της απλωνόταν παντού, ως τα περίχωρα της πόλης και φώτιζε καθε σκοτεινή γωνιά. Η μυρωδιά που απλωνόταν στην ατμόσφαιρα, παρά τον καλό εξαερισμό, όχι δυσάρεστη, διόλου, μετέφερε κάθε προσφορά. Φρούτα, βότανα. Κάθε λογής προσφορά που κατέληγε στη Φωτιά, μετέφερε και το άρωμα του στην ατμόσφαιρα. Ο θερμός αέρας μετέφερε τα πάντα στα ρουθούνια...ακόμα και τα γλυκά και τις λιχουδιές ή τα ψητά των Νάνων.

Ροή για προσφορές κάθε στιγμή της ημέρας. Τα ταλίσμαν που ευλαβικά πετούσαν στη Φωτιά οι Νάνοι ήταν κάθε λογής μεγέθους, υλικού και μορφής. Οι γηραιότεροι Νάνοι είχαν μεγαλύτερα ταλίσμαν, περισσότερα «βάρη» να αφήσουν πίσω τους, μια συνεχόμενη προσπάθεια, χρόνια με τα χρόνια. Τα παιδιά παίζανε γύρω από τη Φωτιά, γέλια και τσιρίδες αγοριών και κοριτσιών κρατούσαν πάντα το κέντρο της Κόνραμ σε ζωή. Παρέες μεγάλες και μικρές σκόρπιες παντού. Οι νέοι ένας ένας πετούσαν τα ταλίσμαν και οι υπόλοιποι της παρέας χειροκροτούσαν και επευφημούσαν. Πράγματι σκηνές γιορτής και χαράς.

Στην κεντρική πλατεία όλα τα μαγαζάκια παρείχαν τα πάντα. Από μικρές λιχουδιές για τα παιδιά αλλά και τους μεγάλους έως και κρέατα, μπύρες και παστά. Ζεστά ροφήματα με κανέλα και μήλο ή ζεστά κρασιά με μέλι, μπύρε κίτρινες και μαύρες, με φρούτα και μέλια, οι Νάνοι σίγουρα ήξεραν να πίνουν και να πίνουν πολύ. Όπως και να τρώνε φυσικά. 

Το χιόνι μέσα στη Κόνραμ άφαντο, οι Νάνοι το είχαν καθαρίσει για το νέο έτος και τη Νέα Φωτιά. Μα όσο πιο έξω της πόλης κάποιος περπατούσε σιγά σιγά, με τη ζέστη της Φωτιάς να υποχωρεί το λευκό έντυνε όλο και περισσότερο το μέρος. Και γι αυτό, έξω από τα σπίτια μικρά φαναράκια έκαιγαν και κρατούσαν τη ζέστη στους δρόμους αυτούς.

Η πολυκοσμία ήταν ένα φαινόμενο αυτή την περίοδο του χρόνου στη Κόνραμ. Παντού μπορούσες να δεις και να βρεις ότι ήθελες. Ο μικρός ξύλινος ξενώνας που οι Νάνοι παρείχαν στην Ακαδημία, στους μαθητές και τους καθηγητές της ήταν μόλις ένα τετράγωνο μέσα από την κεντρική Πλατεία, κι αυτό για να μην τους ζαλίσει η πολυφωνία του Κέντρου, αλλά συνάμα να είναι δίπλα στη σημαντικότερη ίσως γιορτή τους.
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


Σολ Οτίγιε

Η Σολ σηκώθηκε από το κρεββάτι της και φόρεσε γρήγορα τις μαύρες μπότες της. Δεν μπορούσε να περπατήσει ξυπόλυτη ανάμεσα στις πέτρες και τους βράχους στην υπόγεια πόλη των Νάνων. Χθες έφθασαν ΄στην Κόνραμ με τους υπόλοιπους μαθητές και καθηγητές με σκοπό να μυηθούν στις παραδόσεις και τα έθιμα της φυλής αυτής. Όλοι έκπληκτοι περάσαν μέσα από μεγάλες περίτεχνες στοές, μέχρι που έφθασαν στα έγκατα του βουνού και στην πιο σημαντική πόλη της χώρας. Σίγουρα τα ρούχα της ήταν πολύ λιτά για την εποχή και το μέρος, οπότε φρόντισε να προμηθευτεί ένα γούνινο πανωφόρι από κάποιο ζώο που δεν ήθελε να ξέρει, και μια μακριά από βαριά υφάσματα φούστα που έφθανε στους αστραγάλους της.

Η ώρα για την γιορτή είχε φθάσει, και η ίδια ντυμένη με ένα όμορφο μακρύ κόκκινο φόρεμα με μακρυά μανίκια και χρυσές κεντημένες λεπτομέρειες καθ όλο το ύψος τους, βγήκε από το πανδοχείο για να ακολουθήσει τα ρουθούνια της. Η μυρωδιά από το ψητό χοιρινό και τα παστά της κέντρισε την περιέργεια. Όλη η πόλη έμοιαζε να έχει παραδοθεί στις φλόγες μιας τεράστιας φωτιάς που χανόταν ψηλά στο σκοτεινό ταβάνι. Η ίδια δεν είχε κάτι να να πετάξει στην φωτιά, εκτός από την ίδια...σκεφτόταν και γέλαγε από μέσα της. Παρόλα αυτά κάτι κρατούσε μυστικό στις θήκες γύρω από την μέση της. Κοιτώντας τριγύρω, έβλεπε άνδρες και γυναίκες νάνους να πλησιάζουν την φωτιά και να πετάνε ο καθένας τον οβολών του. Αντικείμενα όπως φυλακτά ή ακόμα και πέτρες ή λίθους. Παιδιά της Ακαδημίας, έτρωγαν και γέλαγαν μεταξύ τους, ενώ παράλληλα έπιναν και λίγη μπύρα μακρυά από τους καθηγητές.

Η Σολ πλησίασε την φωτιά και χαζεύοντας την για λίγη ώρα έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε... Προσευχ΄ήθηκε στους Θεούς για ειρήνη, ευημερία και ισορροπία σε όλες τις φυλές. Στη συνέχεια έπεσε στο χώμα και μάζεψε στην χούφτα της μερικά πετραδάκια. Σηκώθηκε όρθια τα πέταξε στην φωτιά και βάζοντας τα χέρια της στην μέση της, συνέχισε να την χαζεύει και να απολαμβάνει την ζεστή θαλπωρή που της πρόσφερε.
« Τελευταία τροποποίηση: Δεκέμβριος 31, 2019, 06:13:34 μμ by Σολ Οτίγιε »


Ντίρα Γκροντ

Επιστροφή στις ρίζες λοιπόν. Θέλοντας και μη, έπρεπε να ακολουθήσει τους υπόλοιπους της Ακαδημίας. Έστω και για τα προσχήματα. Μία Γκροντ να μην επισκεφθεί την ΄Χώρα της; Ανεπίτρεπτο...

Φθάνωντας την προηγουμένη της γιορτής, φρόντισε να βρει την Οικογένεια της. Από την μία χάρηκε... από την άλλη προτίμησε να μην πει περισσότερα από τα απαραίτητα. Ξεμπερδεύοντας γρήγορα γύρισε στο Πανδοχείο για να ξεκουραστε΄ί. Την ημέρα της Γιορτής, περιπλανήθηκε στους δρόμους της πόλης της... μιας πόλης που από την μία αγαπούσε, από την άλλη την πλήγωνε για αυτό που της στέρησε. Δεν έφταιγε η πόλη βέβαια αλλά αυτό που συμβόλιζε για εκείνην... Καλύτερα να ήταν πίσω στην Ακαδημία, πίσω στις εφευρέσεις της.

Ήρθε η ώρα όμως για την γιορτή. Φτιάχνωντας τις μακριές πλεξούδες της και φορώντας ένα φόρεμα από μετάξι στο χρώμα του μπλέ του βραδινού ουρανού βγήκε χαρούμενη σχεδόν από το πανδοχείο και προχώρησε προς την κεντρική πλατεία. Είχε έρθει η ώρα να πετάξει από πάνω της τα παλιά...


Κέννα

Είχαν φτάσει στην Κονράμ την προηγούμενη μέρα. Η υπόγεια πόλη των νάνων ήταν μια έκπληξη για την Κέννα και ήταν πολύ ενθουσιασμενη που είχε την ευκαιρία να την δει από κοντά. Είχε ακούσει ιστορίες για αυτήν την κρυμμένη πόλη ομως καμιά δεν μπορούσε να περιγράψει αυτό που έβλεπε. Μια περίτεχνη πόλη σκαλισμένη στο εσωτερικό του βουνού, πραγματικά ένα θαύμα, σχεδον ξεχνουσες ότι ο ουρανός δεν σε έβλεπε πλέον.

Είχε αρκετό χρόνο να την γυρίσει και να την θαυμάσει όμως ήταν ώρα να αρχίσουν οι εορτασμοί. Κάποιοι είχαν ηδη μαζευτεί γύρω από την μεγάλη φωτιά που έκαιγε στην κεντρική πλατεία, προσφέροντας στις φλογες διαφορά αντικείμενα, ταλισμαν είχε ακούσει κάποιον να τα λέει. Πλησίασε παρατηρώντας τους συμμετέχοντες, όλοι εδειχναν αρκετά πιο ανάλαφροι αφού κάψουν αυτά που τους βαραίνουν. Τι θα μπορούσε να δώσει η ίδια για να κάψει το παρελθόν; Η ζωή της είχε αλλάξει σε έναν μεγάλο βαθμό με την είσοδο της στην Ακαδημία όμως ακόμα υπήρχαν πράγματα που την βασάνιζαν,πραγματα που είχε κλειδώσει. Κοίταξε γύρω της, χαρούμενα πρόσωπα, οικογένειες με μικρά παιδιά,όπως ήταν και αυτή καποτε. Δεν το είχε ποτε, ίσως κάποια στιγμή πιο παλιά, όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο αγκάθι που την πονούσε, όχι όσα έκανε για να επιβεβαιώσει, αλλά αυτά που δεν είχε και δεν γνώρισε ποτέ. Πήρε ένα βότσαλο από το έδαφος και έμεινε να το κοιτάει. "Ný syrjun" είπε ασυναίσθητα σε μια γλώσσα που δεν είχε ξαναμιλήσει και το πέταξε στην φωτιά.
« Τελευταία τροποποίηση: Δεκέμβριος 31, 2019, 07:42:26 μμ by Κέννα »


Λύριεν Μαρκιέλ

Η Λύριεν είχε ρωτήσει ήδη για τα έθιμα των Νάνων την Ντιρα.Ήθελε να ξέρει τη διαδικασία,για να μην κάνει κάποιο λάθος και προσβάλει τους οικοδεσπότες.Όταν της ανέφερε ότι ρίχνουν κάτι στη φωτιά,η Λύριεν θυμήθηκε μια ιστορία που της είχε πει ο παππούς της οταν ήταν μικρή.Δεν θυμόταν πολλά πράγματα,μόνο μια μεγάλη φωτιά,μια υπόγεια πόλη και τη λέξη "ταλίσμαν".Χάρηκε που είχε μια Γκροντ να της τα πει με λεπτομέρειες.

Όταν έφτασαν το προηγούμενο βράδυ στην Κονράμ,η Λύριεν άφησε τα πράγματά της στο πανδοχείο και πήγε στην τραπεζαρία.Αυτοί οι Νάνοι,ήξεραν από καλό φαγητό!!!Δοκίμασε διάφορα λαχανικά ψητά,κάτι μανιτάρια που ήταν πράσινα και είχαν γεύση σαν στιφο φρούτο και κάποιο κρέας,που δεν συγκρατησε από ποιό ζώο προερχόταν.Αλλά μετά από αρκετές μαύρες μπύρες,ξέχασε να ξαναρωτήσει.

Το πρωί όλως περιέργως, ξύπνησε νωρίς.Και ήταν η πρώτη νύχτα που δεν έπεσε από το κρεβάτι.Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε που βρισκόταν.Φόρεσε απλά ρούχα,αλλά έβαλε εντυπωσιακά κοσμήματα.Ένα φαρδύ βραχιόλι και ασημένια σκουλαρίκια που ήταν στολισμένα με ανοιχτόχρωμα οπάλια.Έπλεξε μια πλεξούδα στην μια πλευρά,και τα γαλάζια της μαλλιά έκαναν αντίθεση με τη μαύρη πουκαμίσα της.Πέρασε στην πλεξούδα,κλωστές σε ασημένιο χρώμα που είχαν μικρά μαργαριτάρια περασμένα ανάμεσα.Ήταν ευχαριστημένη με την εμφάνιση της.Πίστευε μέσα της, ότι όταν στολιζεσαι για μια γιορτή,τιμάς τους οικοδεσπότες.

Βγήκε από το πανδοχείο και... Τότε είδε τη Φωτιά!Εντυπωσιάστηκε.Ο παππούς,είχε σαν θεούς τους Νάνους για την δεξιοτεχνία τους.Και φυσικά είχε δίκιο όπως πάντα.Τί απίστευτο θέαμα ήταν αυτό.Το σπήλαιο ήταν τεράστιο.Ίσως να μην ήταν σπήλαιο καν.Ο καπνός έφτανε τόσο ψηλά που δεν έβλεπες πού τελειώνει.Δεν είχε καθόλου αποπνικτική ατμόσφαιρα.Μα πώς το είχαν φτιάξει!

Η Λύριεν έψαξε να βρει κάποιον από την Ακαδημία στην αρχή.Διακριτικά πλησίασε στη φωτιά.

Σταμάτησε να ψάχνει κάποιο μαθητή ή καθηγητή...Ήρθε η ώρα να ψάξει μέσα της...Τί θα μπορούσε να ρίξει στη φωτιά...Τι θα μπορούσε να κάψει ώστε να νιώσει ανάλαφρη σαν εκείνους που έφευγαν από τη Φωτιά...Δάκρυα...Τα δάκρυα τής...Η Λύριεν πήρε ένα μαντήλι και σκούπισε τα δάκρυά τής...Ύστερα κοίταξε τη Φωτιά.Αυτό θα ήθελε να αφήσει πίσω της...Το κοίταξε καθώς καιγόταν...Και ναι,ένιωθε ήδη ανάλαφρη!Ήταν η ιδέα της άραγε?Χαμογέλασε και υποκλίθηκε στην Φωτιά.Έφυγε αργά με μικρά βηματακια προς τα πίσω...


Γκλίριον Νάντριελ

Είναι πασίγνωστη η αγάπη των νάνων για τη φωτιά. Η Κόνραμ ως πρωτεύουσα δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Είχαν φτάσει πριν λίγο στην πόλη για τους εορτασμούς και δεν είχε την ευκαιρία να τη γυρίσει. Ίσως και τα αδιάκριτα βλέμματα των νάνων να είχε υπάρξει αποθαρρυντικός παρα΄γοντας. ΄Ε στη Μεγάλη Φωτιά και βρήκε αρκετούς από την Ακαδημία. Εκείνη τη στιγμή η Λύριεν αφιέρωνε στην ιερή φλόγα τα δάκρυά της. Σκέφτηκε τι θα μπορούσε να προσφέρει, τι θα μπορούσε να εξαγνίσει πάνω από τις αέναες π΄υρινες γλώσσες. Δεν είχε τίποτα πάνω του για να προσφέρει. Το μοναδικό αντικείμενο που έφερε ήταν το Άχαρον. Το ξεθηκάρωσε. Η πανίσχυρη επιγραφή, λαμποκωπούσε καθώς οι σκιάσεις του φωτός κάθε φλόγας, έφλυφαν την εγχάρακτη φράση που τον ακολουθούσε, για πόσο καιρό πια; Αδυνατούσε να θυμηθεί. Το αίμα δεν ξεπλένει την αμαρτία.

Δεν το πολυσκέφτηκε, Άρπαξε δυνατά τη λαβή και πλησίασε τη φλόγα μιλώντας σε μία, άγνωστη σε πολλούς, διάλεκτο.

Magister et militibus ex hoc filius antiquae
Ignis sacer os gradiar eget ante
et ego interficiam carnes meas satis
et sanguis meus, qui purificatur sisterent

Ύστερα από αυτά το λόγια σήκωσε τον αριστερό του βραχίονα με κλειστή γροθιά και την έφερε στο ύψος της καρδιάς με όρθια θέση...
Σταμ΄ατησε για μία στιγμή και επανέλαβε για δε΄υτερη φορά τα ιερά εκείνα λόγια, πιο δυνατά.

Πήρε μιά βαθιά ανάσα και πέρασε την κοφτερή του λεπίδα από το πάνω μέρος του καρπού χαράσσοντάς το βαθιά. Τέντωσε το χέρι του μπροστά και άφησε να τρέξει το πηχτό και σκούρο αίμα του από το χέρι του και να πέσει σταγόνα σταγόνα στην αδηφάγα θαλπωρή της φλόγας. Έκλεισε τα μάτια και με΄ όση δύναμη είχε στους πνεύμονές του έβγαλε με στεντόρια φωνή για τελευταιά φορά από τα σπλάχνα τα ιερά εκείνα λόγια. Με το αίμα να συνεχίζει να τρέχει γύρισε πίσω στη θέση του και έμεινε να κοιτά χαμένος το χορό της φλόγας. Δεν μπορούσε να περιγράψει σε κανένα εκείνη τη στιγμή, τι του έδεχνε η Μεγάλη Φωτιά, ποιος θα μπορούσε να το αντέξει άραγε;


Σαγιάνε Ασάχι

Είχε μόλις κάνει τις αγορές της! Περίεργο για την ίδια μα ήταν πάρα πολύ χαρουμενη! Είχε δίκιο! Το καλύτερο μέρος να αγοράσει ζεστά ρούχα δε θα ήταν άλλο παρά ο προορισμός αυτός. Και πλέον με την θερμοκρασία να πέφτει αρκετά στο νησί τα χρειαζόταν. Και αυτή η υγρασία! Ώρες ώρες η Σιράν σχεδόν της έλειπε. Η ζεστασιά, ο ήλιος, το ξηρό κλίμα. Μα πια τα νέα της αποκτήματα ήταν ότι πιο όμορφο είχε δει. Ντάξει μετά την στολή της. Αν και άλλαξε το αγάπημενο της χρώμα, αποφάσισε πως και το καφέ της άρεσε εξίσου. Έτσι, η επιλογή της ήταν ένα παντελόνι κολητό από δέρμα καφέ βίσωνα, και ένα τζακετ από ίδιο δέρμα με εσωτερική επένδυση μαλλιού προβάτου που έδενε με μπρούτζινους κρίκους κατά μήκος του θώρακα. Στα πόδια της είχε ψηλές μπότες ως τα γόνατα, στο ίδιο δέρμα και με την ίδια εσωτερική επένδυση. Πραγματικά, πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό αισθανόταν πραγματικά ζεστή. Το κρύο της Κόνραμ την έκανε να αφήσει τα μαλλιά της κάτω. Κατευθυνόταν στη μεγάλη Φωτιά με ένταση από τη χαρά της για τα νέα της αποκτήματα, γρήγορο και δυνατό περπάτημα.

Οι μυρωδιές των γλυκισμάτων της χτύπησαν τη μύτη. Και επέτρεψε στον εαυτό της ένα μικρό ξεστράτημα. Κάθισε στη σειρά για ένα ζεστό μελωμένο μήλο με κανέλα και αφού το πήρε κατευθύνθηκε προς το μοναδικό αυτό θέαμα της Νέας Φωτιάς των Νάνων. Όσο απολάμβανε το μήλο της, η ματιά της ΄χαθηκε στο σπινθίρισμα της φλόγας, στην εναλλαγή του κόκκινου-κίτρινου-πορτοκαλί και στην καύση του μαύρου. Ένας ήχος και μια εικόνα σχεδόν υπνωτισμού. Και αυτό την ώθησε πάλι στα μύχια της ψυχής της. Η σπείρα έγινε η φλόγα και εκείνη χάθηκε στο μονοπάτι που απλωνόταν μπροστά της και στις δυσκολίες που έρχονταν.

Το μήλο τελείωσε, τα χέρια της έπεσαν ασυναίσθητα στα πλάγια. Και η τρέλα μεγάλωσε μέσα της, φούντωσε καίγοντας κάθε φραγμό. Αυτό θα έδινε, γιατί αυτό είχε. Σήκωσε το χέρι της ανασηκώνοντας το νέο της τζακετ ως τον αγκώνα της και το άπλωσε στη φωτιά. Εκανε ένα βήμα μπροστά και το βύθισε μέσα στη φωτιά. Εξαγνισμός. Το χέρι της άρχισε να καίγεται και οι πρώτες σπίθες πόνου να της καίνε το μυαλό. Και έπειτα ηρεμία. Ένα δάκρυ κύλησε και πρώτη φορά στη ζωή της είδε μπροστά της να ενεργοποιείται το ξ΄όρκι. Έβλεπε το κεφάλι του φιδιού να κατεβαίνει από τον αγκώνα της ως τον καρπό της. Δεν ήταν τρελή φυσικά. Λίγες στιγμές έβγαλε το χέρι της από την φωτιά και το εξέτασε. Είχε παραμορφωθεί σχεδόν ολόκληρο, ήξερε πως αν έβρισκε την Άρυα ή την Χελένα θα της το έφτιαχναν. Ήταν άσχημο θέαμα. Μα δεν ένιωθε τίποτα. Μισό γελάκι στο πρόσωπο της. Κατέβασε το μανίκι της και έμεινε να κοιτά το χέρι της και από πίσω την φωτιά. 
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...