Rasnarry Academy

[Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)

Μοργκέιν Θερέλ

Αφέθηκε στα χέρια του Κάσσανδρου για να την απεγκλωβίσει από το ασήκωτο σώμα του κακοποιού που την είχε πλακώσει. Την τράβηξε κοντά του την κατάλληλη στιγμή ώστε να μην δει το βάρβαρο θέαμα του κομμένου λαιμού που είχε αναλάβει ο αδερφός του.
 Κούνησε καταφατικά το κεφάλι στη ερώτηση του.
"Ευχαριστώ" ανταπέδωσε γεμάτη ευγνωμοσύνη το χαμόγελο και έκλεισε την καρφίτσα της στην χούφτα του Κάσσανδρου.
 "Κράτησε την, για καλή τύχη" του εσφιξε τα χέρια για μια στιγμή και με ένα νεύμα ευχαρίστησε και τον Αναξίμανδρο για την βοήθεια του.

Κοίταξε γύρω της, η κατάσταση φαινόταν υπό έλεγχο. Οι περισσότεροι ληστές είχαν πέσει νικημένοι και η ομάδα της ήταν…
Η κραυγή της Αρυα την έκανε να παγώσει. ΌΧΙ! Έτρεξε κοντά της με όση δύναμη της είχε μείνει. Ανακουφιστηκε όταν είδε πως δεν ήταν τραυματισμενη, όμως το αγόρι για το οποίο έγιναν όλα ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η φίλη της ούρλιαζε με το αγόρι πεσμένο στην αγκαλιά της. Ήξερε ότι θα ήταν σημαντικός για την Αρυα από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε και τώρα είναι σχεδόν νεκρός. Σχεδόν! Σκούπισε τα δάκρυα της αποφασιστικά και γονάτισε δίπλα στην Αρυα.
"Αρυα, έλα καλή μου," η φωνή της δεν την έφτανε και ας βρισκόταν ακριβώς δίπλα της. Έβαλε το χέρι στον ώμο της, προσπαθώντας να της δώσει όσο αιθέρα της είχε μείνει.
"Αρυα!" ξανά είπε πιο δυνατά. Είχε δει για τι ήταν ικανή η φίλη της. Απλά έπρεπε να ξεπεράσει το σοκ και να κάνει αυτό που κάνει καλύτερα. Να θεραπεύσει.

Τα χέρια της έλαμψαν και η Μοργκειν απομακρυνθηκε για να της δώσει χώρο. Ας δώσει η Θέα να πάνε όλα καλά. Όλοι πλέον παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα για το μέλλον του αγοριού.




Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα ένιωσε λίγο αδύναμη.Ο αιθέρας που χρειάστηκε για την υπερπροσπάθεια της μάχης,την έκανε να τρεκλιζει.Επρεπε να μιλήσει αμέσως μόλις γυρνούσαν,με την Σύλβια.Επρεπε να της εξηγήσει τον νέο τρόπο που ανακάλυψε,να ελέγχει τις πύρινες μπάλες.Τωρα όμως προείχε να συνέλθει.

Κοίταξε γύρω της,έψαχνε να βρει τις απώλειες τους.Η Άρυα ήταν πεσμένη με το αγόρι από πάνω της.Και...ενα όπλο στην πλάτη του!!!.Ευτυχως θα κατάφερνε να τον κάνει καλά,ήταν η καλύτερη θεραπεύτρια.Αλλα δεν της φαινόταν να έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση.Σαν να ήταν σε σόκ.Η Μοργκειν είχε ήδη πάει κοντά της.Οι υπόλοιποι ήταν σε διάφορα σημεία του ξέφωτου, αλλά ευτυχώς όλοι όρθιοι.

Η μικροκαμωμένη σοβερινη, έψαξε τη Σολ.Ειχε μάθει να κοιτάει συγκεντρωμένα όταν έπρεπε,και να μαζεύει πληροφορίες γρήγορα.Ομως δεν την έβρισκε.Αρχισε να ανησυχεί μήπως χτυπήθηκε στη μάχη.Το τελευταίο που θυμόταν,ήταν σε ένα δέντρο κοντά,από εκεί έφυγε το τελευταίο κύμα της αλχημιστριας.

Κοίταξε ξανά προσεκτικά,και πάλι δεν είδε κάτι.Αρχισε να φωνάζει τη φίλη της.Ο Σίνγκεν την είδε που έψαχνε τη Σολ και με τα μάτια συννενοηθηκαν,να ψάξει η Αλέξα, γιατί θα πήγαινε από την άλλη πλευρά ο Σίνγκεν.Η Αλέξα έτρεχε με ένα κόμπο στο στομάχι.Ηξερε ότι κάτι δεν πάει καλά.Δεν μπορεί να την είχε αφήσει έτσι η φίλη της!!! Σχεδόν κλαίγοντας,την βρήκε δίπλα από ένα θάμνο, ξαπλωμένη.Καθως πήγαινε,προσευχόταν στους θεούς να είναι καλά,και να μην έχει χτυπηθεί.

Έσκυψε κοντά της,και την είδε με κλειστά μάτια, αλλά χωρίς εμφανή σημάδια.Της έπιασε το σφυγμο,και ευτυχώς τον βρήκε εύκολα.Αδυναμο, μα υπήρχε.Την γύρισε ανάσκελα,με κόπο,και κατάλαβε ότι προφανώς είχε λιποθυμήσει από την έλλειψη αιθέρα.Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά,και έψαχνε με το βλεμμα της απεγνωσμένα κάποιον να τη βοηθήσει.Αλλα κανένας δεν ήταν διαθέσιμος...Πως θα την σήκωνε?Πως θα την κουβαλούσε..

Σηκώθηκε αποφασιστικά και κοίταξε γύρω της τα ξερά κλαδιά.Και τις κλιματσιδες."Αυτό είναι" σκέφτηκε.Ειχε πολλά χρόνια να το κάνει, αλλά έπαιζε συχνά με τα αδέρφια της τους άρρωστους.Αρχισε να ψάχνει δύο μεγάλα, μακριά και ίσια κλαριά.Οταν τα βρήκε,έσπασε τα μικρά κλαδάκια που μπορεί να ενοχλούσαν.Τα άφησε δίπλα στη Σολ και της χάιδεψε το κεφάλι."Τώρα καλή μου,θα σε βοηθήσω,μην ανησυχείς" είπε χαμηλόφωνα.Πηγε προς τα "κάλλιανας" τα δέντρα με τις κλιματσιδες.Τα ήξερε από τον τόπο που γεννήθηκε,είχαν κι αυτοί τέτοια δέντρα.Ανεβηκε αργά, διστακτικά, γιατί και η ίδια δεν είχε συνέλθει τελείως από την έλλειψη αιθέρα.Αρχισε να μαζεύει τις γερές κλιματσιδες και τις πετούσε κάτω , κάνοντας ένα μπόγο.Κατεβηκε από το δέντρο,κι άρχισε να πλέκει ένα υποτυπώδες φορείο, για να κουβαλήσει τη Σολ.Οταν τελείωσε, ιδρωμενη, λασπωμένη,και ζαλισμενη,θαύμασε την ταχύτητα της και το έργο της.Αργα και σταθερά, έβαλε επάνω την φίλη της, κι άρχισε να την πηγαίνει προς το μέρος που ήταν οι άλλοι.Σαν να άκουσε ένα βογκητο.Γυρισε και κοίταξε πίσω,η Σολ άνοιξε λίγο τα μάτια.Αφησε απαλά κάτω το φορείο,και πήγε δίπλα της."Πως είσαι?" την ρώτησε.Η Σολ, αδύναμα της χαμογέλασε,μα δεν μπόρεσε καν να μιλήσει και έκλεισε τα μάτια πάλι.Η μικρή σοβερινη, ήξερε ότι τουλάχιστον ήταν καλά η φίλη της και ήξερε πλέον ότι σώθηκε.Της χάιδεψε πάλι το κεφάλι και ξεκίνησε να την πάει στους άλλους,που είχαν μαζευτεί γύρω από την Άρυα και το πληγωμένο αγόρι , κοιτάζοντας παράλληλα και γύρω της, μήπως εμφανιστεί κάποιος από τους ληστές.


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Second year Anniversary Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019
Όταν όλα τελείωσαν και η σκόνη της μάχης κατακάθισε, η Ιντούν, απορροφημένη στις σκέψεις και την αυτοτιμωρία της, έμεινε με τα μάτια στο έδαφος. Η Αλχημίστρια δεν ήθελε να αντικρίσει την πράξη που μόλις είχε διαπράξει κι ας είχε χρησιμοποιήσει τον Αέρα ενάντια σε έναν κατά συρροή βασανιστή, σε έναν άνδρα αμετανόητο. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να σκεφτεί ούτε το ξωτικοπαίδι, ούτε το Σίνγκεν, ούτε κανέναν. Μάλλον, το μυαλό της ήταν ιδιαίτερα απασχολημένο με την επανάληψη της σκηνής όπου οι Λεπίδες του Ανέμου έσκαβαν περίτεχνες τομές στο δέρμα και τους μύες του αντιπάλου της, μέχρι να δει το σώμα του να πέφτει άψυχο στο έδαφος και η σκηνή ξεκινούσε την περιπαικτική εισαγωγή της ξανά, υπό την προσποίηση του δίκαιου.

Η Ιντούν, με οδηγό τις ενοχές της, παραδόθηκε για λίγο ή για πολύ στο ρυάκι της αυτολύπησης και ξέχασε πως ο χρόνος κυλούσε, μέχρι που ένιωσε τον αριστερό της ώμο να ταλαντώνεται δυνατά και μαζί του, να ακολουθεί και το υπόλοιπο κορμί της.

~

«Έι.» έφτασε στα αυτιά της σαν ψίθυρος. Τα αυτιά της βρήκαν γνώριμη τη φωνή που της μιλούσε και αποφάσισαν να την ακολουθήσουν για λίγο.
«Έι!.» επανέλαβε η φωνή, δυνατότερα αυτή τη φορά. Η Ιντούν, μέσα στην ταλάντωση που δε σταματούσε, κατάφερε να επιστρέψει τη συγκέντρωση στα μάτια της με κόπο. Τότε συνειδητοποίησε πως ένα τεράστιο, αλλά ανέκαθεν γνώριμο χέρι την πήγαινε μπρος πίσω, εκτός ισορροπίας, αλλά πάντα συγκρατημένα.
«Τι;» ίσα που κατάφερε να εκπνεύσει, χωρίς να πάρει τα μάτια από το έδαφος.
«Αιόλιδα.» είπε επιτακτικά ο Αναξίμανδρος.
«Τι;»
«Κοίτα με!»
«Όχι!» απάντησε συριχτά η Ιντούν. Αντί να την αφήσει όμως ο αδερφός της, την έπιασε πιο σφιχτά από τον ώμο.
«Κοίτα με!» είπε πιο επιτακτικά, με φωνή που γνώριζε ακριβώς τις σκέψεις που μαστίγωναν τη μεγάλη αδερφή του, ενώ εκείνη έσφιγγε το στόμα και κουνούσε το κεφάλι αρνητικά.
Ο Αναξίμανδρος, αποφασισμένος να τη συνεφέρει, άρπαξε την αδερφή του από τους ώμους.  «Κοί-τα-ΜΕ!» Με κάθε του συλλαβή, κουτούλησε τα μέτωπά τους κάπως δυνατά, ενώ την ανακινούσε, σε μία προσπάθεια να την ξυπνήσει με μία κίνηση που γνώριζε πως η αδερφή του σιχαίνονταν.

~

Οι ενοχές της Αιολίδας διακόπηκαν από μία άκρως αποκρουστική αίσθηση που είχε τις ρίζες της σε μελανές μέρες της παιδικής της ηλικίας. Όσο βαθιές κι αν ήταν ή νόμιζε ότι ήταν, δεν είχαν ελπίδα σύγκρισης με μια κακή ανάμνηση τόσο βαθιά ριζωμένη, που αναβίωσε αυτούσια, ακόμη και στη μέση της μάχης. Τις ενοχές εκτόπισε μονομιάς ο θυμός. Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, η Αιολίδα ένιωσε την όρεξη να ζεματίσει κάποιον, να τον καψαλίσει λιγάκι, ώσπου να την αφήσει ήσυχη. Έτσι, με τη σειρά της, έσφιξε τα δικά της δάχτυλα γύρω από τα δυναμωμένα μπράτσα του άνδρα που την κρατούσε. Έμπηξε τα νύχια της στα ρούχα του και η επιθυμία να του αφήσει εγκαύματα φλέγονταν τόσο, που τα δάχτυλά της ανέβασαν απότομα θερμοκρασία. Η Ιντούν ήθελε να σφίξει κι άλλο, αλλά ήθελε επίσης να τον κοιτάζει στα μάτια, να τον βλέπει την ώρα που θα φώναζε. Έσφιξε τα δόντια της τόσο που έτριξε το σαγόνι της και με μια κίνηση σήκωσε τα μάτια για να τον αντικρίσει.

Τα μάτια της, όταν έφτασαν στα δικά του, ήταν θολά, βουρκωμένα. Δυσκολεύονταν να επικεντρωθούν κι όμως, πίσω από το στρώμα των καυτών δακρύων διαγράφονταν ξεκάθαρα θυμός και μετάνοια, σύγχυση και λύπη. Τα δάχτυλα της Ιντούν κράτησαν τη θερμοκρασία τους, χωρίς όμως να χάσουν τον έλεγχο και να κάψουν τον αδερφό της. Η αντίδρασή της, στιγμιαία, ενστικτώδης, τη βοήθησε να έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Όταν οι πρώτες σταγόνες αυλάκωσαν τα μάγουλά της και είδε ξεκάθαρα τον αδερφό της, η Ιντούν κατάφερε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι, χωρίς να βγάλει μιλιά.
«Έπρεπε.» της είπε ο Αναξίμανδρος, για να δει άλλη μία αρνητική κίνηση. «Έπρεπε!»
Η Ιντούν δάκρυσε αηδιασμένη με τον εαυτό της άλλη μια φορά, αλλά ο αδερφός της δεν την άφησε σε ησυχία. Ο ίδιος είχε περάσει το ίδιο ακριβώς μονοπάτι αντιδράσεων προς το θάνατο ένα χρόνο πριν. Η εμπειρία του αυτή του έδινε τη δύναμη να αντέχει κάτω από το σουβλερό κάψιμο της αδερφής του και να προσπαθεί να την εκλογικεύσει μέχρι να τον κάψει ή να συνέλθει σε εκείνη τη στιγμή ανάγκης.

«Θα μπορούσες να είσαι εσύ.» της είπε
«Δεν είμαστε αυτό.» απάντησε για πρώτη φορά η Ιντούν
«Θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση του παιδιού Αιολίδα, ο Ποίμανδρος, όπως τότε.»
«Όχι.» αρνήθηκε, χωρίς να αφήνονται από το αμοιβαίο γράπωμα.
«Ναι!»
«Δεν είναι όπως τα παιδιά εκείνα.»
«Είναι ακριβώς όπως τα παιδιά εκείνα!» η φωνή του Αναξίμανδρου έσπασε λίγο στην πικρή συνειδητοποίηση. «Είναι το ίδιο ακριβώς και χειρότερα. Δες! Καμία αρχή! Καμία ενοχή! Κανένας σεβασμός! Και έχουν όπλα! Και το ίδιο θα έκαναν κι εκείνα αν είχαν όπλα και το ξέρεις! Κοίτα γύρω σου! Αν δεν τον έριχνες, θα σε έριχνε πρώτος!»
«Δεν πειράζει!» απάντησε χωρίς να το σκεφτεί, αλλά τα δάκρυα δεν έπαψαν να αναβλύζουν.
Ο Αναξίμανδρος την ταρακούνησε ακόμη πιο δυνατά και είπε τα λόγια που, ενδόμυχα, γνώριζε ότι θα της ταρακουνούσαν την ψυχή τόσο ώστε να τη συνεφέρουν.
«Δεν πειράζει;! Θα άφηνες δηλαδή να σε ρίξουν και μετά να σκοτώσουν το ξωτικοπαίδι; Και μετά τη Μοργκέιν; Και μετά την Άρυα; Και τη Σολ; Και την Αλέξα; Και τον Κάσσανδρο; Θα τον άφηνες να σε περάσει και να φτάσει στο σπίτι; Θα άφηνες έτσι τον Νίκανδρο που είναι στο χωράφι αυτήν την ώρα; Θα τον άφηνες να φτάσει στον Κλέανδρο και στον Ποιμανδράκο; Πες! Αιολίδα! Θα τον άφηνες;!»

Η Ιντούν εισέπνευσε βίαια, σαν το πρώτο σοκ μετά από δυνατή σφαλιάρα, μια στιβαρή σφαλιάρα συνειδητοποίησης, στην οποία, το χέρι του Αναξίμανδρου δε συμμετείχε ποτέ. Τα δάκρυα στέρεψαν μονομιάς. Τα μάτια της συναντήθηκαν με εκείνα του αδερφού της και σε εκείνη την ανταλλαγή, η Ιντούν συνειδητοποίησε πόσο είχαν μεγαλώσει, πόσο ο κόσμος τους άλλαξε και πόσο ο αδερφός της προχώρησε με την αλλαγή. Για πρώτη φορά, παρατήρησε πως τα μάτια του δεν έμοιαζαν πια τόσο παιδικά, πως γύρω τους διαγράφονταν οι πρώτες γραμμές ανησυχίας και έγνοιας.

Η Αιολίδα κατάλαβε πως όσα της έλεγε τα είχε σκεφτεί, τα είχε ζήσει. Ο Αναξίμανδρος και αναμφίβολα, ο Κάσσανδρος, ωρίμαζαν στην πραγματικότητα, όσο εκείνη ονειροπολούσε στην ασφάλεια της Ακαδημίας.

Η Ιντούν έκλεισε τα μάτια, γεμάτη απογοήτευση στα παιδικά της όνειρα που πέθαιναν παρέα με τους κλέφτες. Η φαντασία ότι μετά από την Ακαδημία όλα θα ήταν ιδανικά και ότι ο κόσμος θα άλλαζε προς το καλύτερο, ξεθώριασε. Δεν είχε αλλάξει αλλάξει τίποτα. Έτσι όπως οι δυνατοί απειλούσαν και κορόιδευαν του αδύναμους, όταν ήταν παιδί, έτσι και τώρα, εκμεταλλεύονταν και κακοποιούσαν με διαφορετικά μέσα. Γιατί είχε παραμελήσει την αλήθεια; Εξάλλου, μέσα από την ίδια ιδεολογία δεν είχε δράσει για να προστατεύσει το ξωτικοπαίδι; Γιατί παράλληλα θεωρούσε πως όλα θα λύνονταν με ευγενικές κουβέντες στη μέση του πουθενά; Η Αιολίδα κοίταξε και πάλι τον αδερφό της. Από το βλέμμα κατάλαβαν και οι δυο πως μοιράζονταν ισάξια την αλήθεια πλέον. 

«Τελειώσαμε λοιπόν, τους διώξαμε.» είπε άχρωμα
«Όχι.» της απάντησε ο Αναξίμανδρος. «Δεν τελειώσαμε ακόμη. Δεν ήταν αυτοί οι εχθροί μας.»
«Πώς το ξέ-»
«Γιατί αυτοί έστησαν προσωρινή κατασκήνωση, σε ανοιχτό μέρος, χωρίς πυρσούς και αποθηκευτικό χώρο και με τα πράγματα έτοιμα να φύγουν ανά πάσα στιγμή Αιολίδα. Δεν είναι αυτοί, γι’ αυτό συγκεντρώσου, φρόντισε τα κορίτσια και τον καινούργιο σου προστατευόμενο και βάδισε μαζί μας, όσο προχωράμε με το Σίνγκεν, που φαίνεται πιο ψημένος.»
Η Ιντούν συνοφρυώθηκε και πήγε να απαντήσει, αλλά ο Κάσσανδρος την έκοψε αυτή τη φορά, με ύφος που είχε στερέψει από παιδικότητα.
«Είναι όπως τα λέει. Ξέχνα τις αηδίες περί μαθημάτων και θεωρίας τη μαμάς, εδώ είναι πραγματική ζωή. Αν δεν έχεις σκοπό να σπάσεις τα αυγά και κάθεσαι και κλαις για κάθε λωποδύτη από τον οποίο έσωσες το χωριό, πήγαινε πίσω να διαβάσεις.»
«Κι εσύ;!» απάντησε φανερά θιγμένη. Η Ιντούν σφίχτηκε, μισόκλεισε τα μάτια, αλλά δεν παραδέχτηκε στους αδερφούς της ότι είχαν δίκιο.
«Θα δείτε παλιοβρωμοπαίδια που μου το παίζετε και ώριμοι…» σκέφτηκε και στράφηκε προς τις υπόλοιπες. 

Η Ιντούν έλεγξε την Αλέξα και τη Σολ που φαίνονταν καλά.
«Είστε υπέροχες.» είπε και τους εξήγησε πως πρέπει να συνεχίσουν να είναι επάγρυπνες και τους ζήτησε να ετοιμαστούν για να συνεχίσουν. Ύστερα απευθύνθηκε στη Μοργκέιν.
 
«Σε ευχαριστώ.» της είπε με ευγνωμοσύνη για όσα έκανε και όσα δεν είπε, για τη διπλή φύση της δύναμής της, εσωτερικής και εξωτερικής. Της έγνεψε και θεώρησε πως θα καταλάβαινε ότι δεν ήταν σε κατάσταση να πει περισσότερα.

Έπειτα, κατευθύνθηκε προς την Άρυα και τον Έζρα, αλλά δεν πλησίασε. Τους άφησε στη στιγμή τους. Αν μη τι άλλο, γνώριζε πολύ καλά την αξία ενός αδερφού ή περισσότερων. Ένα μικρό, πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στην άκρη των χειλιών της και την ίδια στιγμή, νόμιζε ότι όλοι την έβλεπαν.

 Ύψωσε τα μάτια και αντίκρισε το βλέμμα του Σίνγκεν. Η Ιντούν κοκκίνισε στιγμιαία στην ηρεμία της προετοιμασίας. Ήταν από τη ντροπή που μπορεί να φάνηκε αδύναμη και από τη σύγκρουση που είχε με τα αδέρφια της. Για μια στιγμή σάστισε και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει ή να πει. Αντ’αυτού, σήκωσε νευρικά τον αντίχειρα σε μια ένδειξη ότι τα πήγε καλά και κατεύθυνε γρήγορα το βλέμμα της στα ξωτικοαδέρφια. Γονάτισε στο μέρος τους και τους αγκάλιασε και τους δυο, αφού βεβαιώθηκε πως η πληγή από το τσεκούρι στην πλάτη του Έζρα είχε σταθεροποιηθεί. Ζήτησε συγγνώμη από την Άρυα και της εξήγησε πως βρήκε τον Έζρα σε απελπιστική κατάσταση και πως έπρεπε να τον βοηθήσουν με καθαρό μυαλό.

Αφού βοήθησε τα ξωτικά να συμμαζευτούν και να γίνουν ξανά μέρος της ομάδας, απευθύνθηκε στα δικά της αδέρφια.
«Σπηλιά των προγόνων;»
Ο Αναξίμανδρος και ο Κάσσανδρος έγνεψαν καταφατικά και ξεκίνησαν.