Rasnarry Academy

[Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)

Μοργκέιν Θερέλ

Είδε και άκουσε τα πάντα! Το μόνο που μπορούσε να νιώσει ήταν λύπη και οργή για ένα άδικο που την επνιγε και ας μην ήταν δικό της.
 
Η προσοχή της έπεσε στην Άρυα. Πως θα αντιδρούσε όταν θα έβλεπε εκείνο το αγόρι; Ισως έπρεπε να της μιλήσει πριν πάνε σε αυτόν,να την προετοιμάσει όμως να της πει τι; Ούτε η ίδια ήξερε. Άπλωσε το χέρι της για να πιάσει το δικό της, ίσως ένιωθε καλύτερα αν μάθαινε πως δεν ήταν η μόνη, όμως πριν προλάβει να μιλήσει η Άρυα πετάχτηκε στον αέρα όταν είδε την Ιντούν να επιστρέφει. Την ακολούθησε και στάθηκε δίπλα της.

Με περίσσιο δυναμισμό η Ιντούν ανακοίνωσε ότι τους βρήκανε και ότι έπρεπε να μπουν στον σχηματισμό που τους είχαν ορίσει. Αμέσως όλοι πήραν θέσεις και ξεκίνησαν με κατεύθυνση προς τα αρχαία. Η Μοργκέιν είχε δίπλα της την Αρυα και την Σολ όμως η ανησυχία της φίλης δεν την άφησε να παραμείνει εκεί. Την είδε να τρέχει στην Ιντούν γεμάτη με ερωτήσεις.


Όσο πλησίαζαν ένας κόμπος στο στομάχι της μεγάλωνε. Θα γινόταν μάχη αυτό ήταν αναπόφευκτο. Αυτό που την ανησυχούσε ήταν οι άμαχοι, σαν το παιδι που είδε. Ίσως υπάρχουν και άλλοι αιχμάλωτοι και σίγουρα δεμένοι δεν θα μπορούν να υπερασπίστουν ούτε τους εαυτούς τους, ακόμα και αν είναι αλχημιστές. 

"Θέα βάλε το χέρι σου"


Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα δεν είχε όρεξη για γέλια και πειράγματα,έτσι κι αλλιώς ο Σινγκεν τους άφησε με οδηγίες, να είναι σε επιφυλακή. Αλλά μια μικρή σοβερινη, που πρώτη φορά πήγαινε σε αποστολή, δεν ήξερε που να κάτσει και να είναι καλυμμένη, οπότε τους κοιτούσε όλους από μια απόσταση, κάτω από ένα δέντρο. Σκεφτόταν ακόμα μια φορά τον αδερφό της και την υπόλοιπη οικογένεια. Χαζεύοντας ένα μικρό χρυσό πράσινο σκαθάρι, μια σκιά πέρασε γρήγορα από πανω της. Δύο σκιές.

"Ωχ ήρθαν. Για να δούμε τι νέα φέρνουν" σκέφτηκε μα ένα μικρό σφίξιμο, καθώς ήξερε πια ότι δεν ήταν μια απλή εκδρομή. Έπρεπε να είναι συγκρατημένη και να ακολουθεί τους κανόνες που καλώς είχαν θέσει. Έτρεξε σχεδόν, φτάνοντας ακριβώς την ώρα που προσγειώθηκε η Ιντουν και μετά ο Σινγκεν.

Η Ιντουν είπε με αποφασισμένο βλέμμα και σκληρά χαρακτηριστικά, ότι βρήκαμε αυτό που ψάχναμε. Και ο Σινγκεν, είπε ότι όποιος δεν μπορεί να κάνει πίσω.

Η μικρή σοβερινη, έχοντας ένα αποφασιστικό βλέμμα, και μια σιγουριά, κούνησε ανεπαισθητα το κεφάλι της, δείχνοντας ότι κατανοούσε την κατάσταση κι ότι ήταν μαζί τους.

Μπήκαν στις θέσεις τους και καθώς περπατούσαν, η Αλέξα έψαξε με το βλέμμα της τη Σολ.


« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 03, 2020, 01:28:22 μμ by Αλέξα Γκάρντεν »


Σολ Οτίγιε

Οι οδηγίες ήταν σαφής και η Σολ παρέα με την Μοργκ και την Αλέξα διπλα της ξεκινήσαν για τον προορισμό και την μάχη που τους περίμενε. Η Σολ ένιωσε το βλέμμα της Αλέξα πάνω της. Γύρισε και κοίταξε την φλογερή Σοβερίνη που φαινόταν πανέτοιμη για το τι θα ερχόταν. Της χαμογέλασε γλυκά, "Αυτό το βλέμμα είμαι σίγουρη ότι θα κάψει τους εχθρούς μας, θέλουν δεν θέλουν Αλέξα!" και της έκλεισε το μάτι.

Ενώ η Μοργκέιν φαινόταν μελαγχολική και χαμένη στις σκέψεις της, η Σολ άπλωσε το ένα της χέρι και την αγκάλιασε στοργικά ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο της Μοργκ χωρίς να πει τιποτα παραπάνω. Η Σολ ανασύνταξε τον αιθέρα μέσα της και τον αισθάνθηκε να κυλάει άφθονος στα άκρα της. Ένιωθε έτοιμη, και θυμήθηκε της οδηγίες της Καθηγήτριας Ιλίντιεν στα μαθήματα τους. Ήρθε η ώρα να τις βάλει σε πράξη. Με το σκήπτρο της ανα χείρας, την ομάδα πανέτοιμη και όλοι στις προγραμματισμένες θέσεις τους προχωρούσαν μαζί. Μια ομάδα... μια γροθιά...


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
"Τι είπε;" ψιθύρισε ο Κάσσανδρος πίσω από την πλάτη ενός σκεφτικού Σίνγκεν.
"Τι είπε;" του πέταξε την ερώτηση πίσω ο Αναξίμανδρος, εξίσου ψιθυριστά.
Ο Κάσσανδρος έπιασε τα μουρμουρητά του Σίνγκεν και γύρισε πάλι προς το μεγάλο αδερφό.
"Ρε συ, αυτός ζήλεψε..." , η φωνή του ούτε που ακούγονταν, μα το χέρι του, που έδειχνε την πλάτη του Σίνγκεν μαρτυρούσε ξεκάθαρα για ποιον μιλούσαν.
Οι αδερφοί αντάλλαξαν ένα βλέμμα σιωπηλό, σαστισμένο. Σιωπή για μια στιγμή. Ξέσπασαν σε δυνατά γέλια.
Καμτσικιές με ανατριχιαστικό ήχο διέσχισαν φυλλώματα, κορμούς. Προσπέρασαν ξύλινους, παχιούς πυλώνες, κύκλωσαν την ομάδα. Δυναμωμένοι κατέληξαν στην κορυφή της. Οι νεαροί Πολεμιστές βόγκηξαν, αλλά τους υπέμειναν ανδρίκια. Ύστερα σώπασαν. Δεν τόλμησαν να γυρίσουν προς τα πίσω από φόβο για την αδερφή που όλοι ήθελαν να χαμογελάει, λίγοι ήθελαν να θυμώνει. Ο βηματισμός συνεχίστηκε στο σχηματισμό που είχαν προσυμφωνήσει.

Πέρασε λίγη ώρα, όση έκριναν πως ήταν αρκετή να κατευναστεί ο άνεμος. Νέα ανταλλαγή βλέμματος από τους Πολεμιστές. Ένα μεγάλο χέρι προσγειώθηκε στον αριστερό ώμο του Σίνγκεν. Παρά το μέγεθός του φρόντιζε να μη σφίγγει. Η διάθεσή του ήταν μόνο φιλική.
"Σίνγκεν," ψιθύρισε ο Αναξίμανδρος, "αν ο έρωτας ήταν μάθημα, η Αιολίδα θα έμενε μετεξεταστέα." Ο Κάσσανδρος έγνεψε έντονα καταφατικά, επιβεβαιώνοντας την αλήθεια της πρότασης και ο Αναξίμανδρος συνέχισε.
"Πώς ήταν ο τυπάς; ο αλυσοδεμένος. Έμοιαζε καημένος; Αν ναι, εσύ άραξε. 10 Νταρίκ ότι τον υιοθέτησε." Ο Κάσσανδρος επιβεβαίωσε και πάλι.

Για το υπόλοιπο της διαδρομής, τα αδέρφια κράτησαν αυτιά και μάτια ανοιχτά. Γνώριζαν το δάσος σαν το όνομά τους. Στα αρχαία έπαιζαν τα καλοκαίρια πολιορκία όλοι μαζί. Εκείνη την ημέρα ετοιμάζονταν για μια πολιορκία που δεν ήταν παιχνίδι. Ο Κάσσανδρος έριχνε κλεφτές ματιές προς τα πίσω. Η καρδιά του σαν να σφίγγονταν, αλλά ο ίδιος δεν φοβόταν εύκολα. Κάθε που τα μάτια του αντίκριζαν τη Μοργκέιν το σφίξιμο δυνάμωνε, αλλά μαζί του δυνάμωνε και το θάρρος. Ήταν έτοιμος να δώσει τον καλύτερό του εαυτό, να είναι η τελειότερη εκδοχή του. Για πρώτη, ίσως, φορά βίωνε την υπευθυνότητα και η αίσθηση του άρεσε γιατί το γέμιζε με ανδρεία. Ήθελε η αδερφή του να είναι περήφανη για εκείνον, ο Αναξίμανδρος να μην τον βλέπει σαν μικρό. Ήθελε να κρατήσει ασφαλή τη Μοργκέιν πάση θυσία. Πήρε μια γεύση από τις δυνάμεις της, πανέμορφες, όπως κι εκείνη. Ο Κάσσανδρος κατανοούσε πολύ καλά ότι μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό της. Δεν είχε ανάγκη τη δική του προστασία και αυτό του άρεσε ακόμη περισσότερο, τον έκανε να θέλει δυνατότερα από ποτέ να εξασφαλίσει ότι θα παραμείνει ασφαλής.

Η Ιντούν περπάτησε πλάι πλάι με την Άρυα, ενώ βρίσκονταν σε εγρήγορση για πιθανές ενέδρες. Την Άρυα την εμπιστεύονταν, κρατιόταν με το ζόρι να μην της πει. Δεν ήταν η κατάλληλη όμως και δεν ήταν ώρα. Έπρεπε να λύσουν το πρόβλημα για το οποίο κλήθηκαν και μετά να μιλήσουν. Οι ισορροπίες εύθραυστες και οι πιθανότητες ατέλειωτες. Μπορεί τα σημάδια να ήταν τυχαία, κρίμα να την ταράξει. Μπορεί και να μην ήταν...
«Οι εισβολείς κρατούν αιχμάλωτο ένα παιδί στην ηλικία μας,» η Ιντούν το έθεσε όσο πιο ουδέτερα γινόταν, αλλά έριξε μια κλεφτή ματιά στη Μοργκέιν με το σαστισμένο πρόσωπο. Εύκολα μπερδεύονταν για σάστισμα πριν τη μάχη από όσους δεν είχαν ζήσει τη σκηνή, όμως η Ιντούν αναγνώρισε ότι η Μοργκέιν είδε.
Την πληροφορία που μοιράστηκε με την Άρυα προσπάθησε να μεταφέρει και στις υπόλοιπες της ομάδας με τη χρήση των Φημών της, δηλαδή το ανεπαίσθητο αεράκι που μπορούσε να μεταφέρει μηνύματα σε μικρές αποστάσεις και κατευθείαν στα αυτιά κάποιου. Με τις Φήμες συνέχισε να τους εξηγεί όσο πλησίαζαν.
«Το παιδί δεν πρέπει να είναι με το μέρος τους. Θα το πάρω μαζί μας στην Ακαδημία.» άλλη μια ματιά στη Μοργκέιν.
«Ότι και να δείτε, θέλω να παραμείνετε ψύχραιμες, ειδικά εσύ Άρυα. Βασιζόμαστε σε εσένα για τη Θεραπεία. Μείνε συγκεντρωμένη και όλα θα πάνε καλά.»

Η απόσταση που τους χώριζε από τα αρχαία καλύφθηκε γρήγορα με τρία άτομα που γνώριζαν τον τόπο. Πότε οι αδερφοί Ιντούν και πότε η Ιντούν έκαναν νόημα για να αποφύγουν κάποιο μονοπάτι, να πλησιάσουν ή να απομακρυνθούν από το ποτάμι. Τους πέρασαν κάτω από το παρατηρητήριο, τη σκοπιά που ο Αναξίμανδρος ανέφερε ως τόπο της πρώτης μαρτυρίας αυτών που κυνηγούσαν. Γύρω ησυχία. Σύμφωνα με όσα έζησε η Ιντούν, η ομάδα βρίσκονταν ακόμη μεταξύ των ερειπίων συσπειρωμένοι και εύχονταν ο κρατούμενος να μην τους ειδοποίησε για τον επικείμενο ερχομό. Ακόμη κι αν το έκανε βέβαια, θα είχε αναφέρει ένα άτομο.

Τμήματα από πέτρες έκαναν δειλά την εμφάνισή τους καταμεσής των δέντρων. Πρωτόγονα κομμένες, απλά λαξευμένες κείτονταν διάσπαρτες για να υπενθυμίζουν πως οι Άνθρωποι κάποτε αναζητούσαν τείχη φυσικά. Λίγο λίγο, οι πέτρες άρχισαν να πληθαίνουν. Έγιναν συστάδες, κολώνες, δομές που κάποτε μπορεί να ήταν τείχη ή αυλόγυροι σπιτιών, σπίτια των προγόνων της.

Αναξίμανδρος και Κάσσανδρος έκαναν σε όλους νόημα να επιβραδύνουν. Δραστηριότητα και φωνές ακούγονταν από μπροστά, παρόλο που η βλάστηση τους έκρυβε. Πρέπει να ήταν η ομάδα. Ο Αναξίμανδρος εκμεταλλεύτηκε την προσωρινή τους κάλυψη και έκανε νόημα στην Ιντούν να πάει μπροστά. Μια αλυσίδα ακούστηκε σαν να τραβιόταν σχετικά κοντά. Το λόγο πήρε η Ιντούν πριν πει τίποτα ο αδερφός της.

«Αρχηγέ μου κρυφτείτε σαν να ετοιμάζουμε ενέδρα.» του είπε και ο τόνος της δε σήκωνε αντίρρηση.
«Μόλις ετοίμασες ενέδρα αρχηγέ μου.»
«Τέλεια. Σίνγκεν σε θέλω μαζί μου, πάμε να πάρουμε το παιδί.» είπε και τον χτύπησε απαλά στην πλάτη. Η Ιντούν κατευθύνθηκε προς το άνοιγμα.

«Με το σύνθημά μας ορμήξτε!» μετέδωσε με τις Φήμες της σε όλα τα μέλη της αποστολής.

Πίσω από την πλάτη της, ο Κάσσανδρος έκανε νόημα στο Σίνγκεν. Περίμενε να γυρίσει και του μίλησε όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσε.
«Σίνγκεν! Η Ιντούν δεν ξέρει ότι σου αρέσει! Της αρέσεις κι εσύ, αλλά είναι λαχανέμπορας. Αν πεθάνω, πες της το σε παρακαλώ. Πες της ήταν η τελευταία επιθυμία του αδικοχαμένου της αδερφού.» Με δραματικό τρόπο και μια χειρονομία στερνού αποχωρισμού, ο Κάσσανδρος πήρε τη θέση του δίπλα στη Μοργκέιν και την Άρυα, ενώ η Αλέξα και η Σολ κλήθηκαν να κρυφτούν πίσω από τον Αναξίμανδρο.

Στο ξέφωτο πίσω από τα δέντρα κατασκήνωνε η ύποπτη ομάδα και ο αιχμάλωτός τους. Η Ιντούν έκανε τα τελευταία βήματα στο γνωστό μονοπάτι. Με το Σίνγκεν στο πλάι της, βρέθηκαν στην περίμετρο του εγκατειλημένου οικισμού. Άπλυτοι εγκληματίες με όπλα σκουριασμένα, τρωγλοδύτες και οπορτουνιστές μπεκρόπιναν μέρα μεσημέρι. Λάφυρα σε αυτοσχέδιους πάγκους μετρούνταν χύμα από αγράμματους κλέφτες. Ο ένας κατηγορούσε τον άλλο ότι έκλεβε και το μέτρημα κατέληγε σε καυγά. Το βλέμμα της Ιντούν επικεντρώθηκε στην προσαρμοζόμενη αλυσίδα. Ακολούθησε το μήκος μέχρι πίσω, μέχρι τον κορμό του δέντρου που ήταν περασμένη, εκεί που κάθονταν εξαθλιωμένο ένα ξωτικό με λευκά μαλλιά και στενάχωρα μάτια.

Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να αντιληφθούν την παρουσία των Αλχημιστών οι μεθύστακες πλιατσικολόγοι. Όταν κατάλαβαν ότι τους παρακολουθούσε ένας άνδρας και μία γυναίκα με ύφος σοβαρό σηκώθηκαν γελώντας. Πήραν τα όπλα τους αλλά κράτησαν μία απόσταση ασφαλείας. Ένας άνδρας που φαίνονταν να είναι ο αρχηγός τους, στάθηκε στη μέση της ομάδας. Η Ιντούν επικέντρωσε όλη της την προσοχή πάνω του αν και η κοπέλα δεν τον φόβιζε. Το δεξί της χέρι σηκώθηκε και έδειξε την αλυσίδα.

«Αυτός θα έρθει μαζί μου.» είπε με φωνή που μόνο ο Αναξίμανδρος και ο Κάσσανδρος είχαν ξανάκουσε. Η γλυκιά φωνή της γλυκιάς Ιντούν είχε βαθύνει επικίνδυνα, ακούγονταν πιο δυνατή, περισσότερο καθαρή, χωρίς τους συνηθισμένους της δισταγμούς. Ήταν η φωνή που προμήνυε ότι η Ιντούν δε θα έκανε με τίποτα πίσω.
« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 08, 2020, 04:47:52 μμ by Αιολίς Ιντούν »


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Σίνγκεν μισόκλεισε τα μάτια με πονεμένο τρόπο όταν οι δύο αδερφοί Ιντούν γέλασαν γιατί, ξέροντας την κατάσταση της Ιντούν, μπορούσε να προβλέψει αυτό που θα ερχόταν. ¨Όντως, η δυσαρέσκεια της Ιντούν έγινε σύντομα απτή, και η ομάδα, πλέον πειθαρχημένη, προχώρησε γρήγορα.

Όταν για ένα πέρασμα οι τρεις τους συνέκλιναν, ο Σίνγκεν άκουσε τα λόγια των δύο αδερφών. "Ναι, ήταν κατακαημένος." συμφώνησε χωρίς δισταγμό. "Α , έτσι ε?" είπε καθώς οι αδερφοί τον ενημέρωσαν για τις ικανότητες και την προσέγγιση της Ιντούν στα ερωτικά θέματα- ή ίσως για την έλλειψή τους. Ο Σίνγκεν χαμογέλασε αχνά, και ήρθε η ώρα οι τρεις τους να χωριστούν πάλι για να καλύψουν χώρους και να κρυφτούν.

"Βλέπε με." είπε ο Σίνγκεν στον Κάσσανδρο χωρίς να μιλήσει, αφήνοντας το νεαρό να διαβάσει τα χείλη του μόνο. Μετά, του έκλεισε το μάτι και άρχισε να κινείται όπως πρέπει να κινείται κάποιος που θέλει να περάσει απαρατήρητος. Ενώ δεν ήξερε την τοποθεσία όπως τα δύο αδέρφια ο Σίνγκεν φαίνονταν να παίρνει τις αποφάσεις για την κίνησή του με τρόπο που έρεε φυσικά. Είχε αποφασίσει από ποιες μεριές δεν ήθελε να γίνει ορατός -κυρίως μπροστά- καθώς δεν μπορούσε κανείς να κρύβεται ταυτόχρονα από όλες τις μεριές ενώ κινείται, και χρησιμοποιούσε τη μορφολογία του εδάφους για να το επιτύχει. Πάντα πριν κινηθεί από το ένα μέρος στο άλλο έλεγχε πρώτα με τα μάτια του αν υπάρχει κάποιος, και τα βήματά του ήταν με τη μύτη, ανάλαφρα και σιωπηλά, με τα πόδια του να επιλέγουν τα κατάλληλα σημεία για να μην κάνουν θόρυβο σαν να είχαν νου και τα ίδια.

Η ομάδα αναγκαστικά κινήθηκε πιο αργά από το αν έτρεχαν, προκειμένου να διατηρήσουν όποια διακριτικότητα μπορούσαν και να μην τους εντοπίσουν τυχόν κρυφοί εχθροί, και τα αντανακλαστικά του Σίνγκεν ήταν τεντωμένα, ήταν έτοιμος να προσπαθήσει να σταματήσει κάποιο εχθρικό βέλος που μπορεί να κατευθυνόταν προς μέλος της ομάδας χρησιμοποιώντας τον Άνεμό του.

Ενώ τα έκανε όλα αυτά, η μορφολογία του εδάφους αποτυπωνόταν στο μυαλό του σε περίπτωση που χρειαζόταν να πραγματοποιηθεί μια γρήγορη υποχώρηση. Πραγματικά, αν ο Κάσσανδρος τον κοιτούσε-αντί για τη Μοργκέιν-, θα έβλεπε τα μάτια του Σίνγκεν αεικίνητα, σε βαθμό που δεν δικαιολογείται υπό φυσιολογικές συνθήκες, καθώς ο εκπαιδευμένος "δολοφόνος" προχωρούσε μπροστά με την ομάδα των τριών. Κάποιες φορές έστελνε σύντομους ψιθύρους με τον ¨Άνεμο στον Αναξίμανδρο και τον Κάσσανδρο για να τους συντονίσει, πιο έμπειρος στη συγκεκριμένη δραστηριότητα και κίνηση. Δεν ΄ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά τα σκληρά μαθήματα της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, το πέρασμα αυτής της απάνθρωπης γνώσης και ικανότητας, ήταν χρήσιμα πολύ πιο συχνά απ όσο θα επιθυμούσε και ποτέ δεν τον είχαν προδώσει.

Σύντομα, είχαν επαφή με την ομάδα. Ο Σίνγκεν ετοιμάστηκε να ακολουθήσει την Ιντούν όταν ο Κάσσανδρος τον έπιασε και του μίλησε διακριτικά. Τα χείλη του Αλχημιστή ανασηκώθηκαν στις γωνίες, το βλέμμα του παιχνιδιάρικο. Αναρωτήθηκε αν ο ίδιος ήταν τόσο δραματικός όταν ήταν έφηβος. "Οι θεοί θα κρίνουν την ψυχή σου με ευμένεια Κάσσανδρε, καθώς γενναία μου μετέφερες την πολύτιμη αυτή γνώση." του είπε με επισημότητα, γλεντώντας τον αντί να τον καθησυχάσει ότι δεν θα πέθαινε, αναφέροντάς το σαν κάτι πολύ πιθανό αντίθετα! Του χαμογέλασε πλατιά και παιχνιδιάρικα όμως πετά, πειρακτικά, και τον ακούμπησε στον ώμο πριν χωρίσουν τα μονοπάτια τους.

Ο Σίνγκεν περπάτησε δίπλα στην Ιντούν και το βήμα του ήταν χαλαρό και ταυτόχρονα γεμάτο δύναμη, σαν αιλουροειδούς. Σταμάτησε δίπλα στην Αλχημίστρια και χαμογέλασε κοιτώντας το τσούρμο απέναντί του, έχοντας ήδη ενεργοποιήσει την Ενεργειακή του Αίσθηση, για να προλάβει τυχόν εκπλήξεις. Οι τύποι χαμογελούσαν, και ο Σίνγκεν αισθανόταν ελεήμων, οπότε είπε να τους δώσει μια μικρή προειδοποίηση.

Τα μάτια του έλαμψαν σε χρώματα μπλε και λευκού και γύρω από τον ίδιο και την Ιντούν άρχισαν να σχηματίζονται κύματα αέρα τα οποία κατευθύνονταν μακριά τους, αργά, σταθερά, ένα κάθε τρία δευτερόλεπτα, κάνοντας κάποιες φωτιές να τρεμοπάιξουν, μανδύες να κυματίσουν, μάτια να μισοκλείσουν.

"Κύριοι, δεν την έχω δει ξανά έτσι, και εμείς δεν είμαστε τυχαίοι τραχανοπλαγιάδες σε αντίθεση με εσάς. Σας το λέω από την καρδιά μου, η καλύτερη επιλογή σας είναι απλά να φύγετε και να δείτε άλλη μια ανατολή του ήλιου." είπε χαλαρά, χαμογελαστά, με την τρομακτική σιγουριά κάποιου που δεν αισθανόταν καν απειλή, μεταδίδοντας και εκπέμποντας αυτή τη σιγουριά ώστε να κάνει πιο αποτελεσματική την απειλή του, ενισχύοντάς την με την άκακη αλλά απειλητική επίδειξη δυνάμεων του Ανέμου.

Ήταν όντως τόσο σίγουρος? Φυσικά και όχι. Αλλά ούτε οι άλλοι μπορούσαν να ξέρουν για τον ίδιο και την Ιντούν εκτός αν είχαν κάποιον με πολύ ισχυρή Ενεργειακή Αίσθηση, οπότε όσο πιο σίγουρος φαινόταν, τόσο πιο πιθανό να τους τρομάξει και να αποφύγουν μια σοβαρή σύγκρουση με το ρίσκο που εμπεριέχει .


Έζρα

Ο Έζρα ακολούθησε τον Ντρεκ με τα ρούχα στα χέρια σχεδόν τρέχοντας• δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσει να την δει. Εκείνος παραμιλούσε και τον έβριζε, μάλλον απογοητευμένος που ο Έζρα είχε προλάβει να τελειώσει με τα ρούχα, και έτσι δεν του δινόταν η ευκαιρία να ξεσπάσει και πάλι πάνω του.

Ήθελε τόσο πολύ να κοιτάξει πίσω έστω για μια στιγμή, να αναγνωρίσει τη φιγούρα της από μακριά και να σιγουρευτεί ότι το μυαλό του δεν του έπαιζε παιχνίδια. Ότι όλο αυτό ήταν όντως αληθινό. Μα ο Ντρεκ στεκόταν σχεδόν στο πλάι του, δεν μπορούσε να το ρισκάρει.
Από την άλλη, αν η κοπέλα ήταν εκεί, αυτό σήμαινε ότι μόλις είχε πετάξει την καλύτερη ευκαιρία που θα του δινόταν ποτέ για να αποδράσει.
Ίσως και την τελευταία.

Το κεφάλι του πονούσε υπερβολικά πολύ. Δεν το σκέφτηκε ιδιαίτερα• ήξερε ότι θα ακολουθούσαν συνέπειες, αλλά έπρεπε να το κάνει, έπρεπε να σιγουρευτεί.
Με το αριστερό του χέρι, τράβηξε και πέταξε κάτω ένα γιλέκο όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Φρόντισε να είναι σε σημείο με αρκετά χόρτα, για να μην φαίνεται με την πρώτη ματιά και ακολούθησε τον Ντρεκ μέχρι το δέντρο του.
Το δέντρο του.
Πικρία.

Άφησε τα ρούχα στη λεκάνη, και έπιασε το σκοινί που του πέταξε ο Ντρεκ.

«Θα το δέσεις από εδώ...» έκανε, δείχνοντάς του ένα σχετικά μικρό δέντρο, «...μέχρι εκεί», κατέληξε, με το δάχτυλο καρφωμένο σε ένα χοντρό κλαδί στην απέναντι μεριά.

«Ντρεκ... νομίζω... νομίζω ότι δεν φτάνει», απάντησε κάπως μαζεμένα, καθώς κοιτούσε το σχοινί.

Εκείνος χτύπησε τα χέρια του δυνατά μια φορά, και άρχισε να τα τρίβει μεταξύ τους καθώς τον πλησίαζε. Ο Έζρα δεν χρειαζόταν να τον κοιτάξει για να καταλάβει τι θα ακολουθούσε. Αφού θα το έτρωγε που θα το έτρωγε το ξύλο, τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή.

«Ωχ!», φώναξε, και ο μεγαλόσωμος άνδρας τον πλησίασε με περιέργεια.

«Τι έγινε πάλι;» φώναξε μέσα στο αφτί του και τον έπιασε δυνατά από το μπράτσο.

«Ντρεκ, είμαι ένας άχρηστος, με συγχωρείς», έκανε ο Έζρα χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. «Μόλις κατάλαβα ότι λείπει το γιλέκο του Θεόρ. Μάλλον μου έπεσε στ...»

Ο Ντρεκ του άρπαξε το σχοινί και η ανάσα του κόπηκε με μιας. Ένιωθε το στέρνο του άνδρα να ακουμπάει στην πλάτη του, κρατώντας αντίσταση, καθώς τύλιξε με αυτό τον λαιμό του, τραβώντας δυνατά.

«Δε φτάνει για τα ρούχα, ε;» έκανε χαιρέκακα. «Νομίζω ότι φτάνει όμως για να σε πνίξω, τι λες;» του ψιθύρισε στο αφτί, καθώς ο Έζρα πάλευε να ελευθερωθεί.

«Ρε βλάκα!», ακούστηκε ένας βρυχηθμός, και ένα παπούτσι εκτοξεύθηκε προς το μέρος του Ντρεκ. Πρέπει να τον πέτυχε, γιατί η λαβή του χαλάρωσε αμέσως. Ο Έζρα έπεσε στο έδαφος για ακόμα μια φορά, με την πραγματικότητα να του χτυπάει βίαια το πρόσωπο.

Έπρεπε να την είχε ακολουθήσει.

Έπρεπε να την είχε ακολουθήσει.

Έπρεπε να την είχε ακολουθήσει.

Τα βήματα του αρχηγού πλησίασαν βαριά κοντά τους.

«Αν τον σκοτώσεις, θα γίνεις το καινούργιο δουλικό. Κατάλαβες;» ρώτησε, χωρίς να περιμένει απάντηση.
Ο Ντρεκ έφτυσε στο έδαφος μέσα στα νεύρα, μα δεν μίλησε.
«Και τώρα», συνέχισε ο Ντραξ, «εσύ, πήγαινε και βρες το γιλέκο που έχασες, και ο Ντρεκ θα δέσει το σχοινί στο σωστό μέρος αυτήν τη φορά. Έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε και πάλι.

Ο Έζρα δεν είχε σκοπό να περιμένει παραπάνω εκεί. Ευχαρίστησε τον αρχηγό για την μεγαλοψυχία του -ξερνάω- και έτρεξε προς το ποτάμι. Ήξερε ακριβώς πού την είχε πετάξει, αλλά ο σκοπός του δεν ήταν αυτός, προφανώς.

Δεν είχε και πολλές ελπίδες να την δει εκεί. Είχαν περάσει αρκετά λεπτά, και ακόμη κι αν βρισκόταν κοντά, η αλυσίδα του δεν τον άφηνε να ψάξει πάρα μόνο μέχρι το ποτάμι.

«Αιολίδα!», φώναξε ψιθυριστά, με την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά, που ένιωθε τον παλμό της στο λαιμό του. Η διπλή απόπειρα του Ντρεκ να τον πνίξει σήμερα, έκανε τους κτύπους ιδιαίτερα βασανιστικούς, οπότε πήρε μια ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει.
Πώς αλλιώς του το είχε πει να δεις...
«Ιντούν!», φώναξε αυτήν τη φορά λίγο πιο δυνατά, αλλά καμία απάντηση. Δεν ήταν πουθενά.

Από την άλλη, ίσως ποτέ να μην υπήρξε. Αυτό θα εξηγούσε πολλά.

Προσπάθησε να ανακαλέσει στη μνήμη του όσα του είχε πει, και ένα πράγμα πετάχτηκε κατευθείαν στο μυαλό του• είχε αναγνωρίσει τις δυνάμεις του! Ναι! Ναι! Φυσικά! Την είχε αναγνωρίσει και εκείνος με την ενεργειακή του αίσθηση! Τι χαζός που ήταν!

Κοίταξε προς την κορυφή της μικρής πλαγιάς που τον χώριζε από τη σιχαμερή του ομάδα, και έκατσε κάτω για να ηρεμήσει. Αυτό ίσως και να μην έπιανε,  γιατί ένιωθε πως ο αιθέρας του είχε πια στερέψει εντελώς, αλλά δεν είχε κάτι να χάσει με το να προσπαθήσει. Ενεργοποίησε για ακόμα μια φορά την ενεργειακή του αίσθηση, και παρακάλεσε να νιώσει κάτι, μια μικρή κίνηση, μια ανεπαίσθητη αλλαγή. Συγκεντρώθηκε προς τον ουρανό –άλλωστε από εκεί είχε κάνει την εμφάνισή της η Αιολίδα– και άφησε το μυαλό του να ταξιδέψει.
Περίπου είκοσι μέτρα μακριά, και για μια μόνο στιγμή, η ενέργειά του έπιασε δυό αύρες στον ουρανό, πριν χαθούν για πάντα.

Ώστε ήταν αλήθεια• είχε όντως μόλις πετάξει την μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής του.

~~~

Κάποιες ώρες αργότερα, ο Έζρα καθόταν στο έδαφος με την πλάτη στο δεντράκι του, προσπαθώντας με κόπο να μασουλήσει μια κατάξερη φέτα ψωμί. Ήταν ευγνώμων γι' αυτό• δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει ψωμί. Ο Ντρεκ τον είχε αφήσει στην ησυχία του από τότε που παρενέβη ο αρχηγός, ακόμα κι όταν ο Έζρα έριξε ένα συγκρατημένο, ειρωνικό χαμόγελο στο θέαμα του σχοινιού, δεμένου σε δύο άλλα δέντρα.

Μόλις τελείωσε με το ψωμί, έχωσε κρυφά τη χούφτα στην τσέπη του, αναζητώντας έναν από τους καρπούς που είχε βρει νωρίτερα. Διάφορα μουρμουρητά ανάμεσα στην ομάδα τον έκαναν να σταματήσει και να ανασηκωθεί, μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Αρκετοί από τους βρομιάρηδες είχαν αρχίσει να μαζεύονται ο ένας κοντά στον άλλο, όλοι όμως πλάτη σε αυτόν. Ο Έζρα προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος μόλις τους είδε να βγάζουν στη φόρα τα όπλα τους, μα μια γνωστή φωνή τον έκανε να παγώσει στη θέση του.

«Αυτός θα έρθει μαζί μου».

Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το έδαφος. Δεν μπορούσε να κοιτάξει. Δεν γινόταν να συμβαίνει αυτό!

Ήταν τρελή! Της είχε πει ότι ήταν επικίνδυνο.

Ήταν τρελή! Είχε γυρίσει πίσω για εκείνον.

Ήταν τρελή! Αλλά εκείνη τη στιγμή, ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς του τη λάτρευε.

«Κύριοι, δεν την έχω δει ξανά έτσι...», ακούστηκε μια αντρική αυτήν τη φορά φωνή, και ο Έζρα σήκωσε αμέσως το κεφάλι να τους κοιτάξει.

Μα τα χίλια ελάφια! Ευτυχώς δεν ήταν μόνη!

«...και εμείς δεν είμαστε τυχαίοι τραχανοπλαγιάδες σε αντίθεση με εσάς. Σας το λέω από την καρδιά μου, η καλύτερη επιλογή σας είναι απλά να φύγετε και να δείτε άλλη μια ανατολή του ήλιου».

Το παλικάρι μπροστά του, φαινόταν να ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Ο Έζρα ζήλεψε την αυτοπεποίθησή του, και ταυτόχρονα ζητωκραύγαζε από μέσα του που ήταν μαζί με την Αιολίδα.

«Χα!» σκέπασε τα μουρμουρητά ένα τρανταχτό επιφώνημα. Ο Ντραξ, στριφογύρισε μια φορά το γεμάτο καρφιά ρόπαλό του, και έπειτα το γύρισε προς το μέρος του Έζρα.

«Θες αυτόν;» έκανε δύσπιστα, και έπειτα γύρισε να τον κοιτάξει και ξέσπασε σε γέλια. Η ομάδα ακολούθησε το παράδειγμά του, γελώντας και βρίζοντας ταυτόχρονα.

«Έλα μαζί μας και θα μπορείς να του κάνεις παρέα!» φώναξε κάποιος από την ομάδα, και δυο τρία άτομα τον χτύπησαν ενθαρρυντικά στην πλάτη. Περισσότερα τα γέλια.

Ο Έζρα κοιτούσε πλέον φανερά τρομαγμένος. Πώς θα τα έβαζαν οι δυο τους με τόσα άτομα; Το ήξερε ότι είχαν δυνάμεις, τους είχε νιώσει νωρίτερα στο ποτάμι, αλλά και πάλι, οι αντίπαλοί τους ήταν πολλοί περισσότεροι.
Έπρεπε να τους βοηθήσει.
Αν δεν ήταν τώρα η στιγμή, τότε πότε;

«Είσαι ομορφούλα» είπε ο Ντραξ, κάνοντας ένα απειλητικό βήμα προς τα μπροστά. «Και οι άντρες μου έχουν καιρό να δουν τέτοιο σωματάκι... έτσι παιδιά;»

Επευφημίες και σφυρίγματα ακούστηκαν από την ομάδα. Ο Έζρα άρχισε να τρέμει από την αγωνία και τα νεύρα του. Δεν του είχε απομείνει αιθέρας. Έπρεπε να τους βοηθήσει και δεν μπορούσε, την πιο ακατάλληλη στιγμή!

«Σου υπόσχομαι μικρή μου ότι θα κάνεις παρέα στον φίλο σου, αφού όμως κάνεις πρώτα παρέα σε μας. Εσύ μπορείς να κοιτάς» έκανε προς το μέρος του νεαρού.
 
«Σκάσε!» του φώναξε ο Έζρα, που δεν άντεχε άλλο να ακούει, σε μια προσπάθεια να του τραβήξει την προσοχή και να τους δώσει την ευκαιρία να ξευφύγουν, πριν να είναι αργά.

«Ωω, για δες ποιος τολμά και αντιδρά!» φώναξε ο αρχηγός, και ανάμεσα στα νευριασμένα πρόσωπα, ο Έζρα ξεχώρισε τα λαμπερά μάτια του Ντρεκ.
Ήρθε η ώρα σου, σκουπίδι, διάβασε τα χείλη του.

«Αλλά με εσένα θα ασχοληθώ αργότερα –άλλωστε, δεν μπορείς να πας και πουθενά», τον κορόιδεψε. «Οι κυρίες προηγούνται!» φώναξε, και στιφογυρνώντας το ρόπαλο στο χέρι του, άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους, με την ομάδα να τον ακολουθεί, φωνάζοντας από ενθουσιασμό. Ο Έζρα άπλωσε αμέσως τα χέρια του στο έδαφος, σε μια προσπάθεια να αναπληρώσει ένα κομμάτι της χαμένης του δύναμης, πριν να ήταν αργά.

Είθε ο αιθέρας να κερδίσει.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 12, 2021, 10:26:58 μμ by Έζρα »


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Ανατρίχιασε στα λόγια εκείνου του άξεστου άνδρα, η αηδία τη διαπέρασε από την κορυφή ως τα νύχια σαν τρέμουλο, αλλά αντί να φοβηθεί, η Ιντούν πείσμωσε ακόμη περισσότερο απέναντι στην ομάδα των άπλυτων. Μετά από την απαίσια υποδοχή, όχι μόνο θα έπαιρνε το ξωτικοπαίδι μαζί της, αλλά δε θα άφηνε ούτε τρίχα στο κεφάλι τους! Ποιος ξέρει πόσες φορές και σε ποιους είχαν κάνει τα λόγια τους πράξεις, πόσοι βασανίστηκαν και ξεψύχησαν στα χέρια τους και πόσα χωριά δεν έβγαλαν το χειμώνα γι’ αυτούς τους κλεφτοκοτάδες. Όχι κύριοι, καιρός να μπει μια τελεία! Όσο για τον αλήτη που προσπάθησε να τη φοβίσει με αυθάδεια, έννοια σου και τα λεπτά του ήταν μετρημένα. Στο πλάι της Ιντούν, ο Σίνγκεν στέκονταν φάρος αυτοπεποίθησης και εμπειρίας -αχ να ‘χε λίγη και από τις δυο- έτοιμος να τους καψαλίσει ομαδικά. Έπαιρνε δύναμη από το άψογο παρουσιαστικό του, από την ετοιμότητα και το θάρρος, από την άνεση με την οποία στέκονταν άφοβος μπροστά σε μία ομάδα αγνώστων.

Η Ιντούν πίστευε εκείνη τη στιγμή στις δυνάμεις της, πίστευε στον εαυτό της. Ήταν έτοιμη, ήταν αποφασισμένη, σίγουρη και η σιγουριά δεν πήγαζε από την εμπειρία της, αλλά από τους αγαπημένους της. Μπροστά στις φίλες της και μαθήτριες ήθελε να είναι η ασπίδα, να είναι το παράδειγμα. Για το παιδί που δεν τολμούσε να κοιτάξει τον κόσμο στα μάτια, ήθελε να είναι η ελπίδα. Για το Σίνγκεν που κέρδιζε τη μάχη και μόνο με την αύρα του, ήθελε με τη δύναμή της να διεκδικήσει έστω και μία πιθανότητα να την προσέξει. Περισσότερο από όλα όμως, η Ιντούν αισθάνονταν δυνατή γιατί δεν ήταν μόνη της, γιατί την πλάτη της κάλυπτε η δική της ασπίδα, ο “συνένοχος στο έγκλημα”, ο πρώτος και πιο αξιόπιστος σύμμαχος, ο Αναξίμανδρος. Όχι όμως και ο μοναδικός σύμμαχος. Πλάι του, ο Κάσσανδρος, μεγαλύτερος από τα αστεία του, αποξενωμένος από το προσωπείο της ασοβαρότητας, όπως κάθε φορά που η Ιντούν τον χρειάζονταν, ήταν εκεί, όπως και σε κάθε τους ανταρσία, κάθε σχέδιο που απαιτούσε ένα πράκτορα αλαφροπάτητο, κάθε σοβαρό μυστικό που έπρεπε να μείνει κρυφό.

Τα μάτια της επικεντρώθηκαν στο εχθρικό πλήθος για μια τελευταία φορά.

“Ώστε δε φεύγετε, ε;” είπε δυνατά, για να τους παρέχει την τελευταία ευκαιρία να παραδοθούν. “Εντάξει λοιπόν!”

Οι εχθροί γέλασαν και πάλι δυνατά, καθώς μπέρδεψαν το έλεος που τους έδειχνε για δισταγμό και προχώρησαν προς το μέρος της Ιντούν και του Σίνγκεν. Στο πρώτο τους βήμα, η Ιντούν στάθηκε με τα πόδια ανοιχτά στο μήκος των ώμων και με τα χέρια κάτω, άνοιξε τις παλάμες διάπλατα. Στο δεύτερο βήμα και ενώ οι αντίπαλοί συσπειρώθηκαν, οι ίριδές της έλαμψαν.

“Ριπή του Ανέμου!” φώναξε. Τα χέρια της διέγραψαν αντίρροπες ημικυκλικές κινήσεις με μεγάλη ταχύτητα και ενώθηκαν μπροστά, στο ύψος του στήθους της. Το δευτερόλεπτο που σήκωσε τα χέρια, ο Άνεμος, χαρούμενος που η καλή του φίλη τον καλούσε ανταποκρίθηκε με το απόκοσμο σφύριγμα που λυγίζει δέντρα. Ο βρυχηθμός ξεχύθηκε πάνω στους εγκληματίες πριν βγάλουν μιλιά και τους χτύπησε στο πρόσωπο, στο στέρνο.

“Τώρα!” έδωσε το σύνθημα η Ιντούν. Η ανάσα των ληστών κόπηκε μονομιάς, όπως τους έσπρωξε προς τα πίσω. Όσοι δε βρήκαν την ισορροπία τους σωριάστηκαν στη γη, χτυπημένοι από Αλχημεία και σοκ.

Όχι όμως ο Ντρεκ. Ο μυώδης ληστής υπέμεινε το γρήγορο και ορμητικό άνεμο σε αντίθεση με τους αδύναμους της ομάδας. Στάθηκε και όταν ο άνεμος πέρασε, ούρλιαξε προς την Ιντούν για να την τρομάξει. Έκανε να πιάσει το όπλο του που γλίστρησε από τα χέρια όταν τα ύψωσε για να προστατευθεί από τον άνεμο. Οργισμένη σαν το στοιχείο της, η Ιντούν επικεντρώθηκε πάνω του.

“Σε ξέρω εσένα!” τον έδειξε, καθώς αναγνώρισε τη φωνή που ήρθε νωρίτερα να πάρει το ξωτικό από το ποτάμι με τη βία. “Θα το μετανιώσεις!”

Ο Ντρεκ, πήρε φόρα και έτρεξε καταπάνω της απτόητος. Σε αυτήν την κατάσταση νόμιζε πως είδε μια ευκαιρία. Μπορούσε να σκοτώσει την κοπέλα. Αν σκότωνε με τα χέρια του μια Αλχημίστρια, όλοι θα τον φοβόταν και θα τον σέβονταν. Υπολόγισε όμως χωρίς το θυμό της Ιντούν που διαχειρίζονταν τις κινήσεις της. Στα μισά της απόστασης, η Αλχημίστρια του αέρα, απόλυτα προσηλωμένη στο στόχο της τίναξε τα μπράτσα σε κινήσεις συνεχόμενες, σαν μαστίγια, σαν μαχαίρια.
“Λεπίδες του Ανέμου!”
Ο αέρας επιταχύνθηκε επικίνδυνα, ανέπτυξε τόση ταχύτητα που έπαψε να είναι αντιληπτός από θνητό αυτί. Σε κάθε της κίνηση χόρευε γρηγορότερα, σαν να παράβγαινε τα αδέρφια του και όταν μπροστά του βρήκε σώμα, τότε έγινε κοφτερός, κάθε χτύπημα που ακολουθούσε γίνονταν όλο και πιο θανατηφόρο.
Τα ρούχα του Ντρεκ σκίστηκαν πρώτα και ύστερα κοκκίνισε το δέρμα του. Με κάθε μαστίγωμα του ανέμου έτσουζε περισσότερο. Χτύπημα το χτύπημα αφόρητο. Το δέρμα του άνοιξε, παντού πληγές. Γονάτισε, αλλά ο άνεμος δε σταματούσε, γιατί ο άνεμος δεν περιορίζονταν. Έσκυψε το κεφάλι, δεν κατάφερε να το σηκώσει ξανά. Ο Ντρεκ υπέκυψε στον Άνεμο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

~

Δε χρειάστηκε το σύνθημα, γιατί το σύνθημα το γνώριζε 19 χρόνια τώρα. Από τη στιγμή που γεννήθηκε, από την πρώτη τους συνάντηση στο παιδικό δωμάτιο. Από τα χρόνια που εκείνη τον επισκίαζε με το ανάστημά της και τον προστάτευε από τα παιδιά πήρε όρκο πως θα δυνάμωνε. Ορκίστηκε πως θα μεγάλωνε, θα γίνονταν ισχυρός για εκείνη και για εκείνον. Μόλις ήρθαν και οι υπόλοιποι, ορκίστηκε πως θα γίνει δυνατός και για τους οκτώ.

Ο Αναξίμανδρος έκανε το πρώτο βήμα και η γη της Νεδάρ σείστηκε, γιατί ο μεγάλος αδερφός έμπαινε στη μάχη ατρόμητος. Ξεπρόβαλε μέσα από τις φυλλωσιές γίγαντας, με την ασπίδα του στο αριστερό και το σπαθί του στο δεξί. Ο χώρος γύρω του φαίνονταν διαστρεβλωμένος, σαν να το διαπερνούσαν λάμψεις μεταλλικές. Το Σθένος της Αθλομάχης.

Έπεσε πάνω στους πρώτους ληστές με ασυγκράτητη ορμή κι εκείνοι, μόλις είδαν το πρώτο κορμί να πέφτει από το σπαθί του, ήξεραν πως οι ελπίδες τους ήταν ελάχιστες. Τους πρόλαβε με γόνατα που έτρεμαν και με μία ιαχή βαριά που τάραξε τον αέρα, φρόντισε να μη φτάσει κανείς την αδερφή του. 

~

Ο Κάσσανδρος ήταν συγκεντρωμένος. Ο Κάσσανδρος ήταν σοβαρός, γιατί ο Κάσσανδρος γνώριζε. Αυτή ήταν η ευκαιρία του. Τον κράτησαν πίσω οι γονείς, “μπράβο μαμά και μπαμπά, θα το θυμάμαι”. Σε αυτή τη μάχη θα μπορούσε να αποδείξει ότι ήταν περισσότερο από το ζαβολιάρη έφηβο που όλοι νόμιζαν πως ήταν. Σε αυτή τη μάχη έδινε ιδιαίτερη σημασία, γιατί στέκονταν ισάξια για πρώτη φορά δίπλα στον Αναξίμανδρο και ακόμη περισσότερο, δίπλα στο είδωλό του, την Αιολίδα. Ήταν η κατάλληλη ώρα να τον αναγνωρίσει. Ήταν η κατάλληλη στιγμή να δείξει ότι ανήκε στην Ακαδημία μαζί με τα αδέρφια του και την πιο όμορφη κοπέλα που είχαν αντικρίσει τα μάτια του, όχι στο παλιοχώρι.


Γι’αυτό και ο Κάσσανδρος παρέμεινε προσηλωμένος όταν η Αιολίδα έδωσε το σύνθημα. Τον εντόπισε… πίσω από τους εχθρούς, ο υιοθετημένος. Είχε όλα τα προσόντα, φτωχά και σκισμένα ρούχα, τσακισμένη ψυχολογία, περίλυπο βλέμμα και κανέναν να τον αγαπάει. Αφού το είχε αποφασίσει η Αιολίδα, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ο Κάσσανδρος ήταν να τον ελευθερώσει για εκείνη. Και ήξερε πώς θα το έκανε. Ο Κάσσανδρος ήταν έξυπνος. Δεν έτρεχε σαν το μπούφο τον Αρκούδο που τράβηξε όλο τον κόσμο πάνω του.


“Όνειρο του Αλ-Ρασίντ.” ο τέταρτος αδερφός Ιντούν -οκ, τέταρτος και μισό, ο Εύανδρος τον περνούσε κατά πέντε λεπτά-  εμφανίστηκε σαν φάντασμα δίπλα στον υιοθετημένο. Έφερε το δάχτυλο στα χείλη, του έκανε νόημα να σωπάσει και με μία σβέλτη κίνηση, οι αλυσίδες του ήταν θρύψαλα. Δεν παρέλειψε να δει ότι ο υιοθετημένος είχε βάλει τα χέρια στο χώμα. Ώστε ήξερε Αλχημεία…


Ο Κάσσανδρος χτύπησε τα δάχτυλα και βρέθηκε για άλλη μια φορά μπροστά από τα κορίτσια.

“Χα!” είπε στον πρώτο που πήγε να του επιτεθεί και τον έκοψε στο στομάχι. Είχε κυρίες να υπερασπιστεί.


Αυτό που έπιασε με την άκρη του κοφτερού ματιού του όμως απείλησε τα σχέδιά του. Ο άξεστος τύπος που απείλησε την αδερφή του νωρίτερα είδε τον υιοθετημένο να προσπαθεί   
να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του. Ήταν αρκετά γρήγορο ένα ακόμη Όνειρο του Αλ-Ρασίντ; Ο άξεστος επιτέθηκε με το τσεκούρι του στον υιοθετημένο, σχεδόν τον έσκισε στα δύο. Ποιος ήταν γρηγορότερος; Σίνγκεν;


Σίνγκεν Σινόντα

Φυσικά, οι ληστές δεν πείστηκαν. Κρίμα γι' αυτούς. Ο Σίνγκεν αξιολόγησε την κατάσταση, και αμέσως μετά το νευρώδες, αθλητικό σώμα του ξεχύθηκε στην επίθεση. Για μια στιγμή σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τον άνεμο της Ιντούν για να πλησιάσει γρηγορότερα τους αντιπάλους, να τον αφήσει να του δώσει ταχύτητα, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε. Δεν ήθελε να μπει μεταξύ της Ιντούν και των στόχων της, γιατί δεν ήξερε αν η Ιντούν ήθελε να συνεχίσει την επίθεσή της με κάτι πιο επικίνδυνο όπως λεπίδες ανέμου.

Ακολούθησε το δικό του μονοπάτι, με ένα ρεύμα ανέμου να του δίνει όση ώθηση χρειαζόταν. Το σώμα του έγερνε δεξιά και αριστερά, σχεδόν σαρανταπέντε μοίρες με το έδαφος, καθώς απέφυγε βέλη που εξαπολύθηκαν εναντίον του από κάποιους αχρείους χωρίς να κόψει τη φόρα του. Με την ορμή που είχε, και με τον Αναξίμανδρο να λειτουργεί σαν δύναμη κρούσης και να σπάει τον εχθρό και να προκαλεί χάος, ο Σίνγκεν εύκολα προσπέρασε όποιον είχε μπροστά του, πού και πού χρησιμοποιώντας κάποια ριπή ανέμου για να σπρώξει και να ρίξει κάποιον εκτός ισορροπίας.

Του επιτέθηκαν έξυπνα δύο ληστές, με τρόπο που δεν μπορούσε να τους αποφύγει εύκολα. Τους παραδέχτηκε, και έσκυψε κάτω από τα χτυπήματα των όπλων τους, περιστράφηκε χαμηλά στο έδαφος και πέτυχε να σαρώσει τους αστραγάλους τους με το δικό του πόδι, αλλά πριν πέσουν στο έδαφος, έκανε μια ριπή αέρα να τους σηκώσει λίγα μέτρα ψηλά. "Δικοί σας!" φώναξε πίσω στους μαθητές που ίσως να επέλεγαν να τους χτυπήσουν με τις μακρινές τεχνικές τους...αλλιώς, απλά θα έπεφταν, και ο Σίνγκεν ήδη κινούνταν πάλι.

Είδε τον τύπο με το τσεκούρι να επιτίθεται προς το νεαρό, και ήξερε ότι δεν θα τον προλάβαινε. Κακό! Έπρεπε να δράσει. Σταμάτησε να τρέχει και σταθεροποίησε τα πόδια του στο έδαφος, σήκωσε το δεξί του χέρι και στόχευσε. Ηλεκτρισμός ξεκίνησε από το στήθος του, διέτρεξε τον ώμο και το βραχίονά του, και με ένα εκκωφαντικό θόρυβο κεραυνού, μια οργισμένη, λεπτή γραμμή ηλεκτρισμού διακλαδώθηκε και χτύπησε το ληστή. Οι μύες του άντρα συσπάστηκαν τόσο έντονα που ο πελεκιοφόρος τινάχτηκε αρκετά μέτρα μακριά από το στόχο του.

Γρήγορα, ο Σίνγκεν έτρεξε κατά πάνω του όσο ο άντρας σηκωνόταν. Έτρεμε και τα χέρια του δεν κρατούσαν καλά το τσεκούρι, οι μύες του μουδιασμένοι. Δεν μπορούσε πια να αντιμετωπίσει τον σβέλτο Σίνγκεν. Ποτέ δεν μπορούσε. Για μια στιγμή, καθώς θυμήθηκε τι έλεγε αυτός ο τύπος για την Ιντούν, τι είχε σίγουρα κάνει σε άλλες γυναίκες, υπήρχε φόνος στα μάτια του Σίνγκεν. Δεν έβλεπε τον άντρα μπροστά του αλλά στόχους στο σώμα του, που θα επέφεραν ακαριαίο θάνατο. Είχε εκπαιδευτεί γι' αυτό, και θα ήταν τόσο εύκολο όσο το να κόψει ένα φρούτο από ένα δέντρο. Το δεξί του χέρι τυλίχτηκε με ηλεκτρισμό που τσιτσίριζε οργισμένα, πετώντας σπίθες γύρω του. Είδε τον τρόμο στα μάτια του ληστή, καθώς κοιτούσε όχι έναν αντίπαλο, αλλά το Θάνατο που ήρθε επιτέλους γι' αυτόν.

Ο Σίνγκεν πάγωσε για μια στιγμή. Φάνηκε σαν δέκατο του δευτερολέπτου, αλλά ήταν αρκετό για να σκεφτεί. Δεν έφυγε από τους Σινόντα για να καταλήξει να κάνει ό,τι αυτοί. Ήθελε να γίνει καλύτερος. Είχε δύναμη, αλλά και οι Σινόντα είχαν, και αυτό δεν τους έδινε το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιός θα ζούσε και ποιός ΄όχι ανάλογα με τα συμφέροντα ή τη διάθεσή τους. Υπήρχαν νόμοι. Αυτός ο τύπος μπορούσε να δικαστεί.

Ο Σίνγκεν γλίστρησε επιδέξια από πίσω του. Ο ηλεκτρισμός έσβησε από το χέρι του, το οποίο άρπαξε τον παχύ σβέρκο του άντρα. Ο ληστής τινάχτηκε από μια προσεκτική δόση ηλεκτρισμού, και όταν ο Σίνγκεν τον άφησε, ο τύπος έπεσε αναίσθητος στο χώμα, με τον Αλχημιστή να στέκεται στητός πίσω του, έχοντας κερδίσει περισσότερα από μία μάχη με ληστές.



Μοργκέιν Θερέλ

Η μάχη είχε ξεκινήσει. Η Ιντούν, θαρραλέα όπως πάντα μπήκε μπροστά και στην συνέχεια στάθηκε δίπλα της και ο Σίνγκεν. Αυτοί οι δύο μαζί της έδιναν μια ασφάλεια, όχι ότι η Μοργκέιν φοβόταν, απλα της έδιναν μια σιγουριά πως τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όσο ηταν μαζί.

Τους έδωσαν το σύνθημα. Πέρασε μπροστά πριν προλάβουν να αναμιχθούν οι συμμαθητές της με το μπούγιο των παρανόμων. Εκμεταλλευτηκε το ποτάμι δίπλα τους για ακόμη μια φορά και συγκέντρωσε την σκέψη της στην ροή. Σταθερά την άλλαξε, την έστρεψε προς το μέρος τους όμως δεν την ελευθέρωσε, όχι ακόμα.  Σιγουρεψε πως η Ιντούν και ο Σίνγκεν δεν ήταν στην μέση και στην συνέχεια εξαπέλυσε ένα ορμητικο κύμα που παρέσυρε αρκετούς από τους κακοποιους, σκορπώντας τους δεξιά και αριστερά.
Ένας σωματωδης άντρας που δεν επηρεάστηκε από το κύμα της, έστρεψε την προσοχή του επάνω της. Σήκωσε το σπαθί του με το θυριώδες  χέρι του και της επιτέθηκε. Σαστισμένη από το μέγεθος του άντρα που ερχόταν κατα πάνω της, σήκωσε τα χέρια με τις παλάμες προς το μέρος του, εκτοξεύοντας δεκάδες μικρά κρύσταλλα πάγου. Η επίθεση της βρήκε στόχο και ο ληστής έπεσε αναίσθητος παρασερνοντας  και την ίδια στο έδαφος. Πάλευε για να τον πετάξει από πάνω της που δεν σκέφτηκε να ελέγξει αν ήταν νεκρός.


Άρυα Λιρέλ

Κρυμμένη πίσω από τους θάμνους, η Άρυα θαύμαζε την αποφασιστικότητα με την οποία στεκόταν η Ιντούν απέναντι σε αυτούς τους αχρείους.

Θα μπορούσε να γίνει σπουδαία αρχηγός μια μέρα• έτοιμη να πολεμήσει το κακό, έτοιμη να εξαλείψει την αδικία. Αρκεί να πίστευε λίγο παραπάνω στις δυνάμεις της. Να μπορούσε να δει τον εαυτό της με τα μάτια τους.

Κούνησε το κεφάλι και προσπάθησε να επικεντρωθεί στον στόχο τους. Κάποιος χρειαζόταν τη βοήθειά τους. Η Ιντούν μίλησε για ένα παιδί στην ηλικία τους, που τον κρατούσαν αιχμάλωτο. Από το σημείο που βρισκόταν δεν μπορούσε να δει, μα έπρεπε σύντομα να τον εντοπίσει για να σιγουρευτεί ότι ήταν καλά, κι αν όχι, να του προσέφερε βοήθεια. Με τους αγροίκους που έβλεπε, μάλλον τα πράγματα δεν θα ήταν ιδιαίτερα καλά• το είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή, από τη φλόγα στο βλέμμα της Ιντούν όταν επέστρεψαν με τον Σίνγκεν στο ποτάμι.

Το σήμα δόθηκε και ο Αναξίμανδρος όρμησε πρώτος έξω. Η Άρυα ξεφύσησε σε μια προσπάθεια να διώξει την νευρικότητα που την είχε κυριεύσει, και πλέκοντας τα δάχτυλά της, γύρισε τις παλάμες προς τα έξω. Μια σειρά από μικρά κρακ ακούστηκαν, τη στιγμή που ο Κάσσανδρος εξαφανιζόταν από δίπλα τους. Άρυα και Μοργκέιν σηκώθηκαν αποφασιστικά, και βγήκαν από την κρυψώνα τους, με τη Μοργκ να κατευθύνεται προς την αριστερή μεριά, κοντά στο ποτάμι.

Μπράβο καλή μου, σκέφτηκε από μέσα της όταν την είδε να χειρίζεται με τόση ευκολία το στοιχείο της, και γύρισε προς τους υπόλοιπους.
Ιντούν και Σίνγκεν βρίσκονταν αρκετά μπροστά, τσακίζοντας όποιον τολμούσε να πλησιάσει έστω και λίγο. Ο θυμός που μπορούσε να διακρίνει στις κινήσεις τους, τρόμαζε μέχρι και την ίδια. Ο Αναξίμανδρος γυρνούσε γύρω από την Αιολίδα σαν θηρίο, ενώ ο Κάσσανδρος ετοιμαζόταν για την επόμενή του κίνηση. Σολ και Αλέξα κάπως πιο διστακτικά, μα γεμάτες πείσμα έβγαιναν και εκείνες στο πεδίο της μάχης. Η Άρυα έμεινε πίσω• οι δυνάμεις της δεν περνούσαν εδώ, όχι τώρα. Ήλπιζε να μην την χρειαστούν καθόλου, για το καλό τους.

Έβγαλε το τόξο που είχε περασμένο στον ώμο της, και περνώντας το πρώτο της βέλος ανάσανε βαθιά. Φαντάστηκε την Ιλίντιεν πίσω της να της κρατάει σταθερά τους ώμους, και στόχευσε έναν άνδρα που έτρεχε προς τον Αναξίμανδρο, έτοιμος να του επιτεθεί πισώπλατα. Τον πέτυχε στον ώμο, και η κραυγή που έβγαλε ήταν αρκετή για να κάνει τον αδερφό Ιντούν να γυρίσει και να τον αποτελειώσει. Πέρασε το δεύτερο βέλος και με τεντωμένη τη χορδή έψαξε για τον επόμενο στόχο, ενώ ταυτόχρονα προχωρούσε μπροστά. Έψαχνε τον νεαρό, μα μέσα στη βαβούρα της μάχης δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος είναι. Δεν ήξερε καν πώς έμοιαζε.
Έσφιξε τα δόντια νευριασμένη. Έπρεπε να είχε ρωτήσει τη Μοργκέιν νωρίτερα, εκείνη τον είχε δει.

Ξάφνου, ένα μεγάλο κύμα παρέσυρε μερικούς από τους ληστές• η Άρυα αφαιρέθηκε για μια στιγμή, αρκετή για έναν από αυτούς να την προσέξει, και να αρχίσει να τρέχει προς το μέρος της. Η πρώτη της βολή, βιαστική και νευρική, τον πέτυχε στην κοιλιά, μα δεν τον σταμάτησε. Η δεύτερη τον έριξε στο έδαφος, με το βέλος να προεξέχει από τον λαιμό του.

Η Άρυα συνέχισε να προχωρά, μα ένας εκκωφαντικός θόρυβος την έκανε να αναπηδήσει• μια γραμμή ηλεκτρισμού είχε ξεφύγει από τον Σίνγκεν και είχε χτυπήσει τον κατά-πάσα-πιθανότητα-αρχηγό με τέτοια δύναμη, που τον εκτόξευσε αρκετά μέτρα μακριά από το σημείο που βρισκόταν.

Από το σημείο που, ένας νεαρός, κοιτούσε τρομαγμένα προς τον καψαλισμένο άνδρα. Οι σπασμένες αλυσίδες τριγύρω του, μαρτυρούσαν πως ήταν το άτομο που έψαχνε.

Μια μικρή αίσθηση ανακούφισης βολεύτηκε μέσα της, και αποφάσισε πως έπρεπε να τον πάρει από κει αμέσως. Ο νεαρός τότε γύρισε προς το μέρος τους, κοίταξε τον Σίνγκεν με μισάνοιχτο το στόμα, και έγειρε ελαφρά το κεφάλι προς το μέρος του, εις ένδειξη ευχαριστίας. Το πρόσωπό του...

Το πρόσωπό του.

Κενό. Βουητό. Σύγχυση.
Τα σημάδια της εξαφανίστηκαν αμέσως, σχεδόν ασυναίσθητα.

Ό,τι και να δείτε, θέλω να παραμείνετε ψύχραιμες.

Βλεφάρισε αρκετές φορές.

Ειδικά εσύ Άρυα.

Προχώρησε δειλά προς τα μπροστά, με φρύδια σμιγμένα και την καρδιά της έτοιμη να σπάσει.

Βασιζόμαστε σε εσένα για τη Θεραπεία.

Ο νεαρός έστρεψε την προσοχή του στο έδαφος, με τα χέρια του κολλημένα στο χώμα, να λάμπουν.

Μείνε συγκεντρωμένη και όλα θα πάνε καλά.

Είχε πλέον πλησιάσει αρκετά, ήταν σίγουρη ότι έβλεπε καλά. Το τόξο ξέφυγε από το χέρι της και έπεσε στο έδαφος.

Κάποιος ούρλιαξε το όνομά της.

Κάποιος άλλος, ερχόταν με φόρα κατά πάνω της.


Σολ Οτίγιε

Ήρθε η ώρα. Η μάχη ήταν εδώ και τώρα, και οι φίλοι της είχαν ήδη ξεκινήσει να αντεπιτίθενται στους ληστές. Η Σολ κοιτούσε μια την Ιντούν, μια την Άρυα, μια την Αλέξα δίπλα της. Όλες τους πανέτοιμες να υπερασπιστούν η μία την άλλη μπροστά στον κοινό εχθρό. Κλείνοντας τα μάτια, θυμήθηκε τα μαθήματα και την εκπαίδευση μαζί με την Ιλίντιεν. Το ποτάμι δίπλα της γουργούριζε από το νερό που ταξίδευε. Η Σολ με μια κίνηση του χεριού της, εξαπέλυσε μερικές μπάλες νερού στους εχθρούς, που τους έριξαν κάτω, κάποιους νεκρούς και κάποιους απλά βρεγμένους, που θα έπεφταν εύκολα από τους κεραυνούς του Σίνγκεν.

Το κύμα της Μοργκ κατάφερε να κάνει τη ζημια που περίμενε. Η Σολ, σε συνέχεια αυτού υψώθηκε πάνω από τα κύματα και «περπατώντας πάνω στο νερό», εξαπέλυσε δεύτερο κύμα διπλάσιο του ύψους της αποτελειώνοντας όσους είχαν απομείνει από αυτό της Μοργκ. Γυρνάει και κοιτάει με υπερηφάνεια την Άρυα… «Άρυα;;;» φωνάζει, καθώς ένας ληστής τρέχει προς το μέρος της. Η Σολ έχοντας μείνει πλέον χωρίς αιθέρα, αδυνατεί να την υπερασπιστεί. Πως φέρθηκε τόσο ανώριμα; Βλέπει την Άρυα να αφήνει, όχι, να της πέφτει το τόξο στο έδαφος, και ο ληστής σχεδόν κοντά της. «ΆΡΥΑ;;;;» φωνάζει δυνατά….


Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα κρυμμένη πίσω από όλους σχεδόν,έτσι όπως ήταν μικροκαμωμένη,δεν έβλεπε τίποτα.Καθως περπατούσαν χωρίς να κάνουν θόρυβο,προσπαθούσε να προετοιμαστεί για αυτό που θα ερχόταν.Σκεφτοταν τα μαθήματα με την αγαπημένη της καθηγήτρια Σύλβια.Προς στιγμήν,στεναχωρήθηκε λιγάκι που δεν ήταν εκεί μαζί τους.Δεν ήξερε τι θα αντικρύσει.Δεν ήξερε αν θα την έπιανε πανικός ή αν θα ήταν ψύχραιμη όταν θα έρχονταν αντιμέτωποι με τους ληστές.Ηταν σημαντικό,να είναι συγκεντρωμένη και να παρατηρεί το έδαφος.Της έδωσαν θάρρος τα λόγια της φίλης της,της Σολ.

Η μάχη ξεκίνησε!!!Και πώς να μην ξεκινούσε, έτσι όπως μίλησαν οι ληστές?Όταν τους άκουσε να υποβαθμίζουν έτσι τις γυναίκες,η Αλέξα τρελάθηκε.

Συνήθως στις προπονήσεις, έπρεπε να συγκεντρωθεί,να μαζέψει τον Αιθέρα της,να σκεφτεί συγκεκριμένες κινήσεις...Και πολλά άλλα,για να βγάλει τη φλόγα από μέσα της..

Αυτή τη φορά,όλα ήταν διαφορετικά!Ένιωσε μια μικρή ζαλάδα και δεν έκλεισε καν τα μάτια της.Η Φωτιά της , ήταν εκεί, χωρίς καν να προσπαθήσει!

Έβλεπε νερά, κύματα, αστραπές, όλοι βοηθούσαν για να πέσει αυτή η συμμορία κάτω.Με τη ματιά της, απομόνωσε τρεις από τους ληστές που ήταν στη δεξιά άκρη,και ξεκίνησε σε αυτούς επίθεση από αρκετά μέτρα μακριά.

Το πρόσωπο και το σώμα τους,ήταν γυρισμένο προς το πλάι, οπότε δεν την είδαν,γιατί κοίταζαν από την άλλη πλευρά.Η μικρή αλχημιστρια, απλά συγκεντρωσε το βλέμμα της εκεί.Απλωσε τα χερια της με ανοιχτές παλάμες προς τον ουρανό στο ύψος των ώμων της και τα δάχτυλα της ίσια σαν να σημάδευαν.Με γρήγορες κινήσεις,η Αλέξα,τους έριξε μικρά βέλη φωτιάς,κυρίως στα πόδια τους,για να πέσουν κάτω.Δεν θα μπορούσε να σκοτώσει κάποιον, αλλά σίγουρα μπορούσε να τους καθυστερήσει αρκετά, ώσπου να πάρουν το μικρό.Οι δύο ληστές,λύγισαν τα πόδια τους και έπεσαν κάτω όπως προέβλεψε η μικρή.Δεν κατάλαβαν καν από πού τους ήρθε.Ο τρίτος όμως, έκανε γρήγορα στο πλάι,και δεν τον πέτυχε η Αλέξα με την πρώτη!Την κοίταξε στα μάτια και προσπάθησε να πάει τρέχοντας κρατώντας ψηλά το σπαθί του πάνω της... Τότε πραγματικα φούντωσε η Αλέξα.Η απόσταση που τους χώριζε ήταν μικρή.Οι δρασκελιες του τεράστιες σε σχέση με την μικρή σοβερινη...Έφτασε σε κλάσματα δευτερολέπτου,σχεδόν ένα μέτρο κοντά της.Καποιος προφανώς από τους δικούς της,τον είδε οπλισμένο και η Αλέξα είδε μια αστραπή να αντανακλά στο υψωμένο του σπαθί και μετά να του φεύγει μακριά.Σαστισμενος καθώς ήταν,η μικρή του έπιασε με το χεράκι της το μικρό,το χέρι που ήταν έτοιμο να την χτυπήσει με γροθιά.Ο βρώμικος, άπλυτος και άξεστος ληστής,δεν πρόλαβε να αντιδράσει.Η Αλέξα είχε ένα χαμόγελο υπεροψίας καθώς του έψηνε το χέρι.Εψαξε με το βλέμμα της τη Σολ,η οποία δεν ήταν πολύ μακριά."Σοοοοοολλλ κύμα τώρα!" είπε δυνατά και όταν κατάλαβε ότι η αλχημιστρια του νερού την άκουσε, τότε του άφησε το χέρι,και ελευθέρωσε το σώμα του ώστε να τιναχτεί μακριά και να τον πάρει το κύμα της φίλης της.
Αποκαμωμενη πλέον από την έλλειψη Αιθέρα,έκανε πίσω και κοιτούσε γύρω της μήπως έρθει κανένας και την βρει αδύναμη.Αλλα η κατάσταση φαινόταν ελεγχόμενη.Ωσπου άκουσε τη Σολ να φωνάζει δυνατά την Άρυα.Τρομοκρατημενη κοίταξε προς τα εκεί."Ιιιιιιιι το τόξο της!"ούρλιαξε η Αλέξα και έψαξε με το βλέμμα της την Ιντουν,μήπως και προλάβαινε να κάνει κάτι με τον άνεμο της.


Έζρα

Με το σώμα του να καίει από την υπερπροσπάθεια να μαζέψει αρκετό αιθέρα και το βλέμμα του στο πεδίο της μάχης, ο Έζρα προσπαθούσε να χωνέψει όσα εξελίσσονταν μπροστά του.

Με την πρώτη της κιόλας επίθεση, η Αιολίδα είχε σκοτώσει τον Ντρεκ. Τον Ντρεκ. Δεν μπορούσε να το πιστέψει• μια –όπως του φάνηκε–αιωνιότητα υποταγής, σχεδόν κόντευε να φτάσει στο τέλος της.
Ξάφνου, ένας μεγαλώσομος άνδρας πετάχτηκε από τις φυλλωσιές τρέχοντας και στάθηκε στο πλάι της Αιολίδας, ενώ ένας τρίτος βρέθηκε από το πουθενά μπροστά του. Ο Έζρα γούρλωσε τα μάτια, μα ο νεαρός του έκανε νόημα να σωπάσει. Με μια του κίνηση, έκανε θρύψαλα τις αλυσίδες και εξαφανίστηκε.

Έτσι απλά.

Κοιτώντας τα ελεύθερά του άκρα, ο Έζρα έπνιξε έναν λυγμό. Δεν θυμόταν καν πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που του τις πρωτο-φόρεσαν. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, μα τα δάκρυα της λύτρωσης άρχισαν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο στις ανοιχτές παλάμες του που αγκάλιαζαν το χώμα. Έγειρε λίγο το κεφάλι και σκούπισε τα μάτια του με τον ώμο. Δεν έπρεπε να σπάσει τη σύνδεση. Είχε καιρό να χρησιμοποιήσει με τέτοιον τρόπο τις δυνάμεις του, δεν έπρεπε να το χαλάσει τώρα.

Και δεν είχε δει τίποτα ακόμη.

Ένα τεράστιο κύμα, προερχόμενο από μια κοπέλα με γαλάζια μαλλιά, χτύπησε αρκετούς από τους βασανιστές του, παρασύροντάς τους μακριά. Ένα δεύτερο κύμα από μια δεύτερη κοπέλα ακολούθησε, μα ο Έζρα δεν πρόλαβε να δει την κατάληξή του• βαριά βήματα τον πλησίαζαν με μεγάλη ταχύτητα, και ο ίδιος γύρισε φοβισμένα προς το μέρος τους.
Ήταν ο Ντραξ. Τον είχε δει, είχε καταλάβει. Τον κοιτούσε με τέτοιο μίσος, που όμοιό του δεν υπήρχε.
Πριν καν προλάβει να σκεφτεί πώς να αντιδράσει, ένας εκκωφαντικός ήχος έσκισε την πλάση, και ένας κεραυνός πέταξε τον Ντραξ μακριά του. ΚΕΡΑΥΝΟΣ. Ο Έζρα με ανοιχτό το στόμα γύρισε προς το μέρος προέλευσής του, και με ένα νεύμα ευχαρίστησε σιωπηλά τον τρομακτικό, παντοδύναμο αυτόν νεαρό.

Πώς κατέληξε εδώ; Πώς από την μία στιγμή στην άλλη, είχαν βρεθεί τόσοι πολλοί δυνατοί σύμμαχοι στο πλευρό του; Γιατί τον βοηθούσαν; Γιατί ρίσκαραν για χάρη του;

Γύρισε το βλέμμα στις παλάμες του που έλαμπαν ακόμη, και σκέφτηκε πως ίσως ήταν έτοιμος. Το ουρλιαχτό ενός ονόματος που δεν γνώριζε, έκανε το στομάχι του να σφιχτεί, γιατί ήξερε πως προερχόταν από την ομάδα που τον βοηθούσε. Σήκωσε το κεφάλι για να ψάξει την πηγή, και εντόπισε δυο νεαρά κορίτσια να κοιτάνε έντονα προς το μέρος του.

Όμως δεν κοιτούσαν εκείνον.

Ο Έζρα ακολούθησε το βλέμμα τους και εντόπισε λίγα μέτρα πιο πέρα μια κοπέλα με μακριά, μαύρα μαλλιά, να τον κοιτάει σαστισμένη. Το τόξο της βρισκόταν πεσμένο στο έδαφος, μα δεν φαινόταν να το έχει καταλάβει. Από τα δεξιά, την πλησίαζε με φόρα ο Γιοβάρ, ένας από τους πιο πιστούς άνδρες αυτής της σιχαμερής ομάδας.

«Πρόσεχε!» της φώναξε ο Έζρα και σηκώθηκε όπως όπως από τη θέση του. Ο Γιοβάρ έκοψε λίγο τη φόρα του, αφού μπερδεύτηκε και θεώρησε ότι ο Έζρα το φώναξε για εκείνον. Τη στιγμή που κοίταζε πίσω του για εχθρούς, η κοπέλα φάνηκε να συνέρχεται κάπως. Συνειδητοποιώντας την παρουσία του τόσο κοντά της, τίναξε τα χέρια, και τα άκρα της ξάφνου μετατράπηκαν σε κοφτερές, μαύρες λεπίδες.

Όμως ήταν ήδη αργά.

Ο Γιοβάρ την είχε κιόλας φτάσει και με ένα δυνατό χαστούκι την έριξε στο έδαφος. Γονάτισε από πάνω της με μια άγρια κραυγή, σήκωσε το χέρι και ετοιμάστηκε να καρφώσει το σπαθί του στο στήθος της.

Εκείνη γύρισε το κεφάλι και κοίταξε τον Έζρα παραδωμένη.

«Όχι!» ούρλιαξε ο Έζρα καθώς έτρεχε προς το μέρος τους και με ένα τίναγμα του χεριού, μια κλιματσίδα πετάχτηκε από το έδαφος και παγίδευσε βίαια το χέρι του ληστή. Ο Γιοβάρ γύρισε και τον κοίταξε σαστισμένος, και εκείνη τη μικρή στιγμή αδυναμίας, η κοπέλα έκλεισε τα μάτια και βύθισε τον μυτερό της δείκτη στον λαιμό του. Ο Γιοβάρ έπεσε δίπλα της νεκρός, και ο Έζρα έτρεξε να τη βοηθήσει.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε όλο ανησυχία. Η καρδιά του χόρευε στο στήθος του από την ένταση της στιγμής.

«Ίσως για πρώτη φορά, μετά από καιρό» του απάντησε εκείνη.

Ο Έζρα χαμογέλασε και τη βοήθησε να σηκωθεί. Το μάγουλό της είχε κοκκινίσει έντονα από το χτύπημα, μα φαινόταν εντάξει —αν εξαιρούσε κανείς το γεγονός ότι τον κοίταζε τόσο...

Ένας οξύς πόνος έκοψε τη σκέψη του στα δύο, και με ένα βλεφάρισμα σωριάστηκε πάνω στην κοπέλα.

«Όχι! Όχι όχι όχι όχι...» την άκουσε να λέει, συγκρατώντας τον με κόπο στην αγκαλιά της.

Έκλαιγε;

«Μία σου και μία μου, προδότη!» έσβηνε από μακριά η φωνή του Ντραξ.

Πολύ καλό για να 'ναι αληθινό... ήταν η τελευταία σκέψη του Έζρα, πριν όλα σκοτεινιάσουν.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 22, 2021, 06:56:56 πμ by Έζρα »


Αιολίς Ιντούν

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Rising Star Poster
  • Άνθρωπος - Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Φυλή των Ανθρώπων One year Anniversary Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
“Δύο στα αριστερά!” φώναξε ο Κάσσανδρος και με την άκρη του ματιού του παρατηρούσε τη σκηνή με τον Έζρα και την Άρυα να εκτυλίσσεται.

Ο Αναξίμανδρος, με οξυμένα αντανακλαστικά, μετέτρεψε τις πληροφορίες του αδερφού του σε απόκριση, πριν το κύμα της Σολ αγγίξει το έδαφος. Με μια κραυγή βραχεία και βροντερή, εξέτεινε το αριστερό του μπράτσο. Η ασπίδα του, απλή στην ταπεινότητα του ξύλου της, αλλά πανίσχυρη στην καρδιά της, έσπασε τα μούτρα των δύο ληστών που ορθώθηκαν μετά τα απανωτά κύματα νερού από τις Αλχημίστριες. Το πρόσωπο του δεύτερου Ιντούν στολίζονταν με σταγόνες αίματος και ένα κρυφό, σίγουρο χαμόγελο που αναδείκνυε τις γωνίες του ακόμη περισσότερο. Χαμόγελο γεμάτο από περηφάνια για όλους τους συντρόφους της ομάδας που έβαλαν τα δυνατά τους, μετατράπηκε σε χαμόγελο νίκης καθώς έβλεπε βρωμιάρηδες κατουρημένους από φόβο σε άτακτη υποχώρηση.

“....ουδε” η φωνή, που μάλλον ψίθυρος ήταν, ίσα που έφτανε στα αυτιά του
“Αρκούδε!” επανέλαβε κάπως δυνατότερα η φωνή και ο Αναξίμανδρος γύρισε προς το μέρος του μικρού του αδερφού.
“Αναξίμανδρε!” επανέλαβε ο Κάσσανδρος επίμονα, κι ας γύρισε αμέσως ο μεγάλος.
“Τι;” ξεκίνησε να το ρωτά, αλλά είδε τα μάτια του, γουρλωμένα και ανυπόμονα να τον κατευθύνουν προς έναν άνδρα θεόρατο. Το χαμόγελο του Αναξίμανδρου δεν έσβησε. Ο Πολεμιστής επιστράτευσε πολλή από την εσωτερική του δύναμη για να συγκρατήσει το γέλιο του γιατί, κακά τα ψέματα, είναι αστείο να βλέπεις τον αδερφό σου να βασανίζεται να εντυπωσιάσει μια κοπέλα, μπερδεμένος από την απειρία της νεότητας.
Του έδειξε με μια γρήγορη κίνηση πού να σταθεί, συμβουλή που ο Κάσσανδρος ακολούθησε αμίλητος και πανέτοιμος. Ο Αναξίμανδρος έδειξε το λαιμό του και ο Κάσσανδρος έτρεξε στον αναίσθητο άνδρα που πλάκωνε τη Μοργκέιν. Έβαλε δυο δάχτυλα στο σημείο που ο Αναξίμανδρος του έδειξε και είδε πως ο εχθρός είχε ακόμη σφυγμό.
“Μοργκέιν!” αναφώνησε και έφερε το δάχτυλο στα χείλη για να της δείξει να κάνει ησυχία. “Εμπιστεύσου με,” ψιθύρισε καθώς γονάτισε πίσω από τους ώμους της “θα σε βγάλω από εδώ.” Τα χέρια του γλίστρησαν κάτω από τους ώμους της και την κράτησε σταθερά, με σιγουριά που αναδύονταν από την υπέροχη μυρωδιά των μαλλιών της και πάνω από το άγχος του. Ο Αναξίμανδρος άρπαξε τον εχθρό από τα μαλλιά. Με μία συντονισμένη κίνηση, ο Κάσσανδρος τράβηξε τη Μοργκέιν μακριά και ο Αναξίμανδρος έκοψε το λαρύγγι του εχθρού που έβρισκε τις αισθήσεις του.
“Είσαι καλά;” τη ρώτησε ο Κάσσανδρος με ζεστή και γλυκιά φωνή, που μέχρι ένα λεπτό πριν δεν ήξερε πως είχε. Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της και με χαμόγελο της έδωσε την καρφίτσα που έπεσε από τα μαλλιά της, τα πανέμορφα μαλλιά της, μέσα στη μάχη.

~

Η Ιντούν στέκονταν ακίνητη καταμεσής μίας καταιγιστικής επίθεσης και μίας ταπεινωτικής υποχώρησης, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν την ενδιέφερε. Το βλέμμα της είχε αδειάσει και η φωνή της είχε στερέψει. Με χείλη που έτρεμαν έσκυψε και κοίταξε τα χέρια της. Σοκαρισμένη, ύψωσε τα μάτια στο ματωμένο μπόγο μπροστά της. Τι είχε κάνει; Η Ιντούν το είχε κάνει αυτό. Κοίταξε και πάλι τα χέρια της, αυτή τη φορά φοβισμένη. Τα μάτια της βούρκωσαν καθώς ο θυμός εξανεμίστηκε. Αυτή ήταν λοιπόν η δύναμή της; Τα μάτια της στάθηκαν και πάλι στο μπόγο. Είχε ζωή μέχρι πριν λίγο. Χαμήλωσε το βλέμμα και σφάλισε τα μάτια για να μη βλέπει αυτό που η λατρεμένη της δύναμη κατάφερε. Ο θάνατος δεν ήταν αυτό που επιθυμούσε. Η στιγμή που θα έπρεπε να σκοτώσει ήταν ο φόβος της από την πρώτη ημέρα στην Ακαδημία. Εκείνη η μέρα είχε έρθει και τη βρήκε τυχερή, γιατί προκάλεσε το θάνατο ενός θνητού εν βρασμό ψυχής. Όχι ότι η ψυχική κατάσταση δικαιολογούσε την πράξη, το γεγονός ότι τα χέρια της βάφτηκαν με αίμα δεν άλλαζε. Το πρόσωπο της Αιολίδας σφίχτηκε από τον πόνο που αναγκάστηκε να προκαλέσει. Πώς άντεχαν να ζουν με τέτοιο βάρος στη συνείδησή τους οι υπόλοιποι; Έμοιαζε αβάσταχτο για την Ιντούν.

Εισέπνευσε με βία, σαν το νεογένητο που αναπνέει για πρώτη φορά, στερημένο από το οξυγόνο μέχρι την ημέρα της γέννησής του. Οι αισθήσεις της επανήλθαν απότομα και πρώτη η ακοή. Από την αυτοτιμωρία την έβγαλε το όνομα της Άρυα, η φωνή που την καλούσε με όλη της τη δύναμη και με απελπισία. Η μάχη δεν είχε τελειώσει.

Τα παιδιά!” σκέφτηκε η Ιντούν και αντίκρισε το παρόν