Rasnarry Academy

[Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)

Σολ Οτίγιε

Τα παιδιά τα ξέρουν όλα... Ένα παλιό τραγούδι που εξέφραζε ακριβώς την γνωριμία του Σίνγκεν με τα αδέρφια της Ιντούν. Αφού γνωρίστηκαν η Σολ φρόντισε να παραμείνει διακριτική στις στενές οικογενειακές στιγμές της αγαπημένης Ιντούν. Η αγάπη τους φαίνονταν από χιλιόμετρα μακριά και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν.

Η δική της σχέση με τον αδελφό της τον Ίρο ήταν εξίσου καλή. Αγαπιοντουσαν πολύ σαν αδελφια, και η συνύπαρξη τους στην Ακαδημια τους είχε φέρει πιο κοντά από ποτέ. Η Σολ έπιασε το μενταγιόν που φορούσε, το οικόσημο της Οικογενειας της, ένα σύμβολο που μοιράζονταν όλοι οι απογονοι των Οτίγιε. Βρισκόταν τόσο κοντά στην πόλη της αλλα τόσο μακρυά παράλληλα...

~~~

Η Σολ δεν μπορούσε να κρύψει την δυσαρέσκειά της προς τον Δήμαρχο της πόλης. Γλειτσας ειναι, έλεγε και ξαναελεγε, όταν εν τέλει έμειναν μονοι τους με τους υπόλοιπους της Ακαδημιας και τα αδερφια της Ιντούν. Οι οδηγίες σχεδόν ασαφείς, οι δράσεις τους μηδενικές ενώ η ανασφάλεια των κατοίκων της περιοχής όλο και αυξανόταν. Τα μικρά πράσινα πλάσματα, την παραξένεψαν αρκετά, αν και ήταν σίγουρη πως κάποια λογική εξήγηση υπήρχε για αυτο.

Γκρινιαζοντας τις σκέψεις της στην υπολοιποι παρέα, σύντομα κουράστηκε και αποφάσισε να ξαπλώσει, και σύντομα κοιμόταν βαθειά με περίεργα και αλλοπρόσαλλα όνειρα, που σίγουρα δεν θα θυμόταν το επόμενο πρωί.

Ξύπνησε άλλος άνθρωπος! Το βόρειο κλίμα της περιοχής που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει τα πρώτα 13 χρονια της ζωής της παντα την ξεκουραζε. Και πόσο της είχε λείψει μάλιστα!! Λίγο πιο μακριά της ο Σιγνκεν ειχε ξυπνήσει και περίμενε τους υπόλοιπους. Η Σολ έκανε μια χειρονομία, καλημέρα, και σηκώθηκε να βγει έξω να δει την ανατολή που τόσο την μαγεύε!


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
«Είμαστε έτοιμοι!» η Ιντούν έκανε το πρώτο βήμα προς τους αγρούς, φορτωμένη με το σακίδιο που έφερε το διακριτικό της Ακαδημίας.

«...και κάπως έτσι γλίτωσες τουλάχιστον το μισό λόγο πετεινάρι.», από πίσω ακούστηκε η φωνή του Αναξίμανδρου όπως ολοκλήρωνε την κουβέντα του με τον Κάσσανδρο. Οι δυο τους ήταν πλέον ένα με την αποστολή. Ίδια σχολή, παρόμοιες ηλικίες, κοινός στόχος. Ο δεύτερος αδερφός έμεινε οπισθοφυλακή με το Σίνγκεν και κράτησε μαζί του τον Κάσσανδρο για να μαθαίνει πόσο σημαντικό είναι να προσέχεις τα νώτα σου.
«Λαγός;» ρώτησε εύθυμα ο τρίτος αδερφός και ο Αναξίμανδρος φάνηκε να το σκέφτεται.
«Λαγός!» αποφάσισε και οι δυο αντάλλαξαν την προσωπική τους χειρονομία (μπουνιά-μπουνιά, σπαθιά-σπαθιά, κοντάρι).
«Παραμένεις λαχανέμπορας!» πρόσθεσε από μπροστά η Ιντούν, χαμογέλασε συνωμοτικά και γύρισε την πλάτη με ικανοποίηση στον ήχο των απογοητευμένων αναστεναγμών τους.

Τους τάπωσε. Στη μυστική γλώσσα των αδερφών Ιντούν που οι λέξεις μετατράπηκαν σε κώδικα επικοινωνίας, «λαγός» σήμαινε πως κάποιος βρέθηκε σε δύσκολη κατάσταση και κατάφερε να δραπετεύσει την τελευταία στιγμή χωρίς γρατσουνιά, ακριβώς όπως και ο λαγός. Πρώτος ο Εύανδρος κορόιδεψε το δίδυμό του έτσι και οι υπόλοιποι δεν άργησαν να υιοθετήσουν τον όρο. Παρόμοια ιστορία είχε και ο «λαχανέμπορας», όταν έξι ή επτά καλοκαίρια πριν, ένας έμπορος λαχανικών κατέβηκε από τη Νεδάρ για να πουλήσει τις σοδειές του ανάμεσα σε βαρυφορτωμένους μπαξέδες με φρέσκα λαχανικά. Τι ήθελες; Ντομάτες; Λαχανάκια χρωματιστά; Μήλα; Όλα τα καλλιεργούσαν ήδη στις αυλές τους. Ο έμπορος πέρασε κάποια στιγμή έξω από το μπαξέ των Ιντούν, όπου ο Κλέανδρος τον είδε ενώ πότιζε κρεμμύδια. «Χεχ, λαχανέμπορας» γέλασε με το προφανές και τους εξασφάλισε ένα ακόμη παρατσούκλι που απέδιδαν σε όσους αδυνατούσαν να διαβάσουν την ατμόσφαιρα μιας κατάστασης και φάνταζαν αστοιχείωτοι μέσα σε αυτή, καλή ώρα, όπως ο Κάσσανδρος που επικεντρώθηκε στην εμφάνισή του και όχι στην αποστολή ή ο Δήμαρχος Ντόρσον που δεν έβλεπε ότι οι μαθητές αντιμετώπιζαν το λόγο του σαν μαρμελάδα στα αυτιά. Είχε κολλήσει εκεί παρά τη θέλησή τους.

Η αποστολή διέσχισε τα χωράφια νότια της Ιερελάρ. Λίγα, αθέριστα στάχυα λικνίζονταν χρυσοκίτρινα υπό τη ζέστη του ήλιο και ψιθύριζαν για την επερχόμενη σπορά κάθε που αγγίζονταν. Στις δύο μεριές των μαθητών απλώνονταν η χρυσοκίτρινη θάλασσα της πιο εύφορης πεδιάδας των Ανθρώπων, κουβέρτα τροφός που ανέτρεφε αμέτρητες γενιές με τα φιλόξενα χώματά της σε αποχρώσεις ώχρας. Η Ιντούν ατένισε με πείνα στο βλέμμα, βαθιά επιθυμία να χαθεί στις άκρες του ορίζοντα και να ονειρευτεί, ώσπου να την τυφλώσει ο ήλιος. Ο ανοιχτός χώρος που της πρόσφερε τα γλυκύτερα ηλιοβασιλέματα και πορφυρές ανατολές αποτελούσε πολυτέλεια που άντεχε να απολαύσει.

Τα μάτια της σκάλωσαν στη γη, πολύ πριν αντικρίσουν τον ορίζοντα. Ήταν σαν το θέαμα να αιχμαλώτιζε την αισιοδοξία με υστεροβουλία, σαν να την ανάγκαζε να δει και να νιώσει πώς το μαύρο ήρθε να κραυγάσει την παρουσία του, να εκθρονίσει το χρυσό και μαζί του κάθε χαμόγελο. Η χρυσή κουβέρτα ξεδίπλωνε με ντροπή την καψαλισμένη γούνα της στα μάτια της Ιντούν και της ομάδας. Αποκαΐδια και στάχτη λέρωναν τα τοπία. Μύριζε ακόμη καμένο.

Το πρόσωπο της Αλχημίστριας συσπάστηκε, βάρυναν τα μάτια και το χαμόγελο κύρτωσε, ώσπου έγινε μια λεπτή γραμμή. Άναρχα καμμένα σημεία έμοιαζαν να καταστράφηκαν από αδέσποτες σταγόνες φωτιάς που προσγειώθηκαν όπως όπως. Άρπαζαν στο σημείο που προσγειώνονταν και εξαπλώνονταν όπου τις φυσούσε ο άνεμος, μέχρι να τις σταματήσουν οι χωρικοί ή τα αυλάκια της άρδευσης. Άργησαν να σταματήσουν αρκετές φωτιές. Η Ιντούν μπορούσε να ξεχωρίσει τα χωράφια και την καταστροφή. Οι Γκούνσον έχασαν όλη τους τη σοδειά, οι Χελγκαντότερ γλίτωσαν ούτε τα μισά, τους Όσμουντ ίσα που τους έξυσε τη δεξιά γωνία, τυχεροί. Καταστράφηκαν τα αμπέλια των Όρμε.

Σαν από ένστικτο, η Ιντούν γύρισε το κεφάλι αριστερά. Προσπάθησε να διανύσει την απόσταση με τεντωμένο λαιμό και με τα μάτια, να φτάσει στο σημείο που βρίσκονταν τα δικά τους σιταροχώραφα, γεμάτα ντουνκβέτε, το τοπικό σιτάρι και το αμπέλι του παππού με το εκλεκτό Μελεαγρίτικο, μα η απόσταση υπερνικούσε το θνητό της βλέμμα. Το χέρι του Αναξίμανδρου βαρύ, αλλά παρηγορητικό στον ώμο της έβαλε παύση στο μάταιο αγώνα δρόμου.

«Είπαμε, τα δικά μας τη γλίτωσαν.»

Ναι, ήταν ανακούφιση που τα δικά τους χωράφια τη γλίτωσαν, όμως άλλα τόσα στρέμματα έγιναν στάχτη και τόσες φύτρες Μελεαγρίτικο σπαταλήθηκαν κολατσιό στη φλόγα κάποιου λαίμαργου. Τα χωράφια του συγχωριανού, ο κάματος και η ανυπομονησία μιας ολόκληρης χρονιάς. Πάντα το έλεγε η Ιντούν πως η φωτιά απαιτεί προσοχή. Ένας λάθος άνεμος να αναστενάξει και η σπίθα της δημιουργίας μετατρέπεται σε λαίλαπα θανάτου. Οι χειριστές της φωτιάς πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, η Ιντούν όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτική κατά τη χρήση της.

Οι καταστροφές χαρτογραφούσαν το χάος με το οποίο χτύπησαν οι εισβολείς. Κοντά στο χωριό, οι καμένες περιοχές ήταν λίγες, σκόρπιες, όμως όσο απομακρύνονταν από τις τελευταίες κατοικίες, τόσο το μαύρο υπερνικούσε το χρυσό. Μια άλκη βέλαξε μακριά, ένα πουλάρι γεννιόταν και η Ιντούν δε χαίρονταν, γιατί το πουλάρι έβλεπε φως της καταστροφής και του κινδύνου. Η Αλχημίστρια κοντοστάθηκε στη μέση ενός χωραφιού που είχε παραδοθεί ολοσχερώς στην αδηφαγία της φωτιάς. «Πού πάμε;» για πρώτη φορά αναλογίστηκε αν η αποστολή τους ήταν μία επιπολαιότητα. Όποιοι ήταν τόσο ανελέητοι με τη γη, θα μπορούσαν να είναι εξίσου ανελέητοι και με μαθητές, οτιδήποτε φάνταζε ως εμπόδιο και ανεπαρκής απειλή. Θα έβαζε τις φίλες της σε κίνδυνο; Οδηγούσε τα αδέρφια της σε θάνατο; Πώς θα αντίκριζε τη μαμά αν συνέβαινε κάτι σε έναν από αυτούς; Η Ιντούν ετοιμάστηκε να γυρίσει πίσω, πήρε λάθος απόφαση να φέρει τόσα άτομα –αγαπημένα άτομα- στο στόμα του λύκου, αυτή ήταν δουλειά για τους μεγάλους. Θόλωσε η όρασή της από τα δάκρυα που ανέβηκαν απρόσκλητα στα μάτια της. Κατέβασε το κεφάλι και κράτησε τα μάτια σφαλιστά, δεν έπρεπε να δουν την αδυναμία της. Ήταν αδύνατο να γυρίσουν πίσω πια. Μέχρι να επιστρέψουν με ενισχύσεις θα γίνονταν κι άλλες επιθέσεις. Τα αποθέματα των χωριανών θα άδειαζαν, ζώα θα πέθαιναν. Τα χέρια της, άλλοτε ήρεμα, σφίχτηκαν σε γροθιές που αν μπορούσε, θα τις έριχνε στον εαυτό της. Ήθελε πολύ να τιμωρήσει τον εαυτό της που πήρε πάνω της τόσες ζωές αλόγιστα, δικό της φταίξιμο! Ένας αδιόρατος ήχος ακούστηκε δεξιά, σαν δάχτυλα που χτυπάνε ηχηρά. Δυο αδύνατα χέρια τυλίχθηκαν πάνω από τα μπράτσα της που έτρεμαν από θυμό και αυτός που την αγκάλιασε φίλησε το πλάι του μετώπου της απαλά.

«Αν είναι να τιμωρήσεις κάποιον, αυτός πρέπει να είμαι εγώ λαχανέμπορα», της ψιθύρισε ο Κάσσανδρος και απόθεσε το κεφάλι του σαν πούπουλο στο δικό της.

Η Ιντούν εισέπνευσε με βία και ο καυτός αέρας την ανάγκασε να ανοίξει διάπλατα τα μάτια που τρομοκρατήθηκαν από το μαύρο έδαφος. Κι όμως, η Ιντούν δεν είχε προσέξει πράσινες, μικρές βουλίτσες που τρυπούσαν τη μαυρίλα. Παρά τη φωτιά, οι φύτρες νεαρών φυτών ξεπρόβαλαν για να ακολουθήσουν την πορεία του ήλιου. Τα νέα χορταράκια ήταν δυνατότερα από την αδυναμία τους. Η Ιντούν βρίσκονταν στο παρόν και η δειλία δεν ήταν λύση. Αυτούς τους πόρους είχε στη διάθεσή της. Αν η ομάδα ήταν αδύναμη, η Ιντούν έπρεπε να δυναμώσει, η Ιντούν όφειλε να δυναμώσει για να τους προστατέψει και θα τους προστάτευε!

«Άρπα την και στο ποτάμι!»
«Ωχ, όχι.»
Αυτή ήταν και η μόνη σκέψη της πριν ανασηκωθεί ψηλά από έναν Αναξίμανδρο που πλέον τη σήκωνε σαν πούπουλο. Της πήρε δύο δευτερόλεπτα να καταλάβει ότι έτρεχε με αφύσικη ταχύτητα χωρίς να κινεί τα πόδια της και πως στον ηλιόλουστο ουρανό έβοσκαν ανέμελα τα χνούδια από τις λεύκες. Όλο το σώμα της πάγωσε και η ανάσα που πήγε να πάρει έμεινε μισή. Αισθήσεις αφυπνίστηκαν και αντανακλαστικά οξύνθηκαν. Κόρες διάπλατα ανοιχτές έβλεπαν ρόδινο, παγωμένο νερό να την τυλίγει, σταγόνες σε αποχρώσεις πορτοκαλί να χορεύουν στον αέρα. Η Ιντούν αναδύθηκε βίαια και άπλωσε τα χέρια προς την όχθη, εκεί που τα αδέρφια της και η υπόλοιπη αποστολή την περίμεναν μέσα στα γέλια. Οι αδερφοί Ιντούν κρατούσαν στα χέρια τους από ένα μοναδικό λουλούδι. Τέσσερα παχιά και μακρυά πέταλα ξεκινούσαν από το μίσχο και κύρτωναν προς τα έξω, έπειτα προς τα μέσα, δίνοντας την εικόνα ενός χωνιού χρώματος κροκί στη βάση του που ξάνοιξε ως έντονο πορτοκαλοκίτρινο στις άκρες του. Κίτρινες και πορτοκαλί σταγόνες διέφευγαν από τον πυρήνα τους, τα παραμυθένια Ιλάλι, που είχε υποσχεθεί στο Σίνγκεν πως θα του έδειχνε. Έφτασαν στον Κοραλλένιο Ποταμό.


Πριν αντιδράσει η Ιντούν πήρε το λόγο ο Αναξίμανδρος με τη μπάσα φωνή του.

"Εδώ ξεκινά πραγματικά η αποστολή και μας θέλω συγκεντρωμένους και προσεκτικούς γιατί όπως βλέπετε, η κατάσταση είναι σοβαρή. Θα ακολουθήσουμε την τακτική που πρότεινε ο Σίνγκεν, ο ένας θα προσέχει τον άλλο. Αύριο θα συναντήσουμε τα πρώτα αρχαία. Μπροστά θα μπούμε εγώ, ο Σίνγκεν και ο Κάσσανδρος. Ο Σίνγκεν προσέχει εμένα, εγώ τον Κάσσανδρο και ο Κάσσανδρος το Σίνγκεν. Πίσω θα μπείτε οι Αλχημίστριες. Ιντουνέλα θα πιάσεις αριστερά και η Άρυα που -αν θυμάμαι καλά- μπορεί να μεταβάλει τα μέλη της, θα πιάσει δεξιά για παν ενδεχόμενο. Εσύ Μοργκέιν δίπλα στην Άρυα, Σολ δίπλα στη Μοργκέιν και Αλέξα κοντά στην Ιντούν να σε ελέγχει. Αιολίδα, καλό θα ήταν να χρησιμοποιήσεις την πτήση σου και α! Μοργκέιν. Μπορείς να δεις αν υπάρχουν μπροστά μας εχθροί μέσα από το νερό, σωστά;"

Ο Κάσσανδρος της πρόσφερε με βασιλική υπόκλιση το δικό του Ιλάλι.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 31, 2020, 08:10:23 μμ by Αιολίς Ιντούν »


Άρυα Λιρέλ

Για πρώτη φορά μετά από καιρό, δε δυσκολεύτηκε καθόλου να ξυπνήσει.

Ίσως έφταιγε η αλλαγή του κλίματος, ίσως το βιβλίο που δεν έπιασε χθες στα χέρια της... Έτριψε τα μάτια και χαμογέλασε στη σκέψη πως προτιμούσε να χάνεται ανάμεσα στις σελίδες και να ξυπνά με το ζόρι τα πρωινά. Θεωρούσε τον ύπνο το πιο άχρηστο πράγμα στον κόσμο και είχε ευχηθεί αμέτρητες φορές να μην τον είχε ανάγκη. Τόσος χαμένος χρόνος! Τόσα πράγματα που θα μπορούσε να είχε κάνει αυτές τις τέσσερις, πέντε, οχτώ ώρες που έκλεινε τα μάτια και όλα έσβηναν γύρω της!

Θυμήθηκε ξάφνου τον Ιλάι και το πώς της ψευτο-γκρίνιαζε σχεδόν κάθε πρωί όταν ήταν παιδί, για τα κεριά που τελείωνε τα βράδια. “Γιατί δεν κοιμάσαι ακόμα μικρή;”, τη ρωτούσε δήθεν αυστηρά. “Θα κοιμηθώ μόνο όταν πεθάνω”, απαντούσε με πείσμα εκείνη, και ο Ιλάι γελούσε και την έπαιρνε αγκαλιά. Κι έπειτα κάθονταν παρέα και η Άρυα του έλεγε όλα όσα είχε διαβάσει το προηγούμενο βράδυ, πριν αρχίσει να χασμουριέται και εκείνος τη βάλει με το ζόρι να ξαπλώσει.

Χαμογέλασε συγκινημένη. Της έλειπαν τα αδέλφια της, ήταν η αλήθεια. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο, μέχρι που είδε την ευτυχία χαραγμένη στο πρόσωπο της Ιντούν. Την αλληλεπίδραση με τους αδελφούς της, τα αστεία, τα πειράγματα. Είχε μπλεχτεί με τόσα την τελευταία χρονιά, τόσες αποστολές, που δεν τους είχε δει σχεδόν καθόλου. Δαγκώθηκε από τις τύψεις και αποφάσισε με την πρώτη ευκαιρία να ζητήσει μερικές μέρες άδεια για να πάει να τους βρει.

Σηκώθηκε γρήγορα και μάζεψε τα πράγματά της. Έπιασε τα μαλλιά της σε κοτσίδα, μα ζεσταινόταν ακόμη, οπότε ζήτησε από τη Μοργκέιν να της τα κάνει μια πλεξούδα πριν ξεκινήσουν. Παρατήρησε πως ο Κάσσανδρος συνέχιζε να ρίχνει κλεφτές ματιές προς τη Μοργκ, μέχρι που κατάλαβε ότι η Άρυα τον τσάκωσε και γύρισε από την άλλη σαστισμένος.
«Σε έχει φάει με τα μάτια», σχολίασε χαμηλόφωνα γέλασαν παρέα.

Η διαδρομή στους αγρούς ξεκίνησε με γέλια και πειράγματα• μέχρι που η ομάδα έφτασε σιγά σιγά στα πρώτα κατεστραμμένα χωράφια. Η Άρυα συνοφρυώθηκε, και όσο παραπάνω προχωρούσαν, τόσο περισσότερο ένιωθε την καρδιά της να βουλιάζει στο στήθος της.

Ήταν τρομακτικό.

Πώς είναι δυνατόν κάποιος να θελήσει να δημιουργήσει τέτοιο χάος; Για ποιον λόγο; Να αποδείξει τι;
Πώς γίνεται να μην έχει τύψεις; Συνείδηση;


Χαμένη στις σκέψεις της με άρωμα καμένου, δεν παρατήρησε αμέσως την Ιντούν που είχε χαθεί από το οπτικό της πεδίο. Γύρισε πίσω, για να τη δει με σκυμμένο το κεφάλι. Πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν για κείνη. Έκανε ένα δυό βήματα προς το μέρος της, αλλά ο Κάσσανδρος την πρόλαβε. Αποφάσισε να μην χωθεί ανάμεσα στα αδέρφια. Σίγουρα εκείνος θα την έκανε να νιώσει καλύτερα.

«Άρπα την και στο ποτάμι!»

Ξάφνου, ο Αναξίμανδρος πλησίασε με γρήγορα βήματα προς το μέρος της. Τη σήκωσε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, και άρχισε να τρέχει όντως προς το ποτάμι. Η Άρυα γούρλωσε τα μάτια καθώς τους προσπερνούσε, αφήνοντας σκόνη πίσω του, και κοίταξε τους υπόλοιπους.

«Πάμε!», φώναξε και άρχισε να τρέχει ξοπίσω του.

Η βουτιά στο ποτάμι ήταν θεαματική, μα έκανε το στομάχι της να σφιχτεί. Το φοβόταν το νερό ήταν η αλήθεια –πριν τουλάχιστον εξελίξει τις δυνάμεις της και μπορέσει να προσαρμοστεί. Λες και σε κάποια άλλη ζωή είχε πνιγεί, και πλέον της έμενε η αίσθηση χωρίς την ανάμνηση.

«Εδώ ξεκινά πραγματικά η αποστολή και μας θέλω συγκεντρωμένους και προσεκτικούς γιατί όπως βλέπετε, η κατάσταση είναι σοβαρή. Θα ακολουθήσουμε την τακτική που πρότεινε ο Σίνγκεν, ο ένας θα προσέχει τον άλλο...».

Άπλωσε το χέρι και βοήθησε την Ιντούν να βγει από το νερό, καθώς ο Αναξίμανδρος ξεκίνησε να τους δίνει οδηγίες. Όλοι φαίνονταν ακόμα αρκετά επηρεασμένοι από τις εικόνες που είχαν αντικρίσει νωρίτερα.

«...Ιντουνέλα θα πιάσεις αριστερά και η Άρυα που -αν θυμάμαι καλά- μπορεί να μεταβάλει τα μέλη της, θα πιάσει δεξιά για παν ενδεχόμενο».

«Και όχι μόνο» απάντησε η Άρυα με τη φωνή της Ιντούν, σε μια προσπάθεια να τους φτιάξει τη διάθεση, παρατηρώντας όσους ξέρουν για τις δυνάμεις της να γελούν και όσους δεν ξέρουν να παγώνουν. Το πρόσωπό της άλλαξε σιγά σιγά, υιοθετώντας ολοκληρωτικά τα χαρακτηριστικά της Ιντούν, μα τελευταία στιγμή αποφάσισε να προσθέσει μερικές αστείες πινελιές• αλλάζοντας τα μαλλιά της σε αυτά του Κλέανδρου που τόσο της είχαν αρέσει, και προσθέτοντας το μούσι του ίδιου του Αναξίμανδρου, κατάφερε να κάνει μέχρι και την Ιντούν να χαμογελάσει.

Αποστολή εξετελέσθει, σκέφτηκε, αλλάζοντας απότομα τα χαρακτηριστικά της πίσω στο κανονικό.

«Μπορώ να κάνω αρκετά» είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους αθώα. «Συγγνώμη», συμπλήρωσε και ξερόβηξε αμήχανα, κοιτώντας τον Αναξίμανδρο που της έριξε ένα μάλλον αυστηρό βλέμμα. «Συνέχισε».

Ο Αναξίμανδρος πήρε και πάλι τον λόγο και μοίρασε τις υπόλοιπες θέσεις, ζητώντας από τη Μοργκέιν να κοιτάξει στο νερό για εχθρούς.

«Ήρθε η ώρα για τα δικά σου μαγικά», της ψιθύρισε η Άρυα και της έκλεισε το μάτι, λίγο πριν ο Κάσσανδρος βρεθεί δίπλα της, προσφέροντάς της ένα υπέροχο λουλούδι.
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 05, 2020, 05:26:36 πμ by Άρυα Λιρέλ »


Μοργκέιν Θερέλ

Πλέον είχε συνδυάσει τα αδέρφια Ιντουν με μια αίσθηση ευφορίας. Γέμιζαν την καρδιά της με χαρά και ξεγνοιασιά και την έκαναν τόσο εύκολα να ξεχάσει  όσα είχε ακούσει το προηγούμενο βράδυ για τα πράσινα πλάσματα και τις εκπλήξεις που θα πιθανόν θα βρίσκανε μπροστά τους. Γέλασε μαζί τους παρόλο που δεν καταλάβαινε τα συνθηματικά τους και ευχήθηκε να ήταν έτσι κάθε τους αποστολή από εδώ και πέρα.

Και φυσικά πάντα δίπλα της η Αρυα να της αναφέρει κάθε πότε την κάρφωνε ο Κάσσανδρος με τα ματια του. Αρχισε να χασκογελάει μαζι της "Φτανει!"ειπε και την τράβηξε αναγκάζοντας την να προχωρήσει δίπλα της χωρίς περιθώριο να κοιτάξει ξανα τον καημένο τον Κάσσανδρο,που πλέον είχε μαζευτεί.   

Όσο προχωρούσαν όμως, τόσο τα σημάδια της καταστροφής τους κύκλωναν. Σιγά σιγά όλα τα γέλια σώπασαν καθώς το μαύρο χρώμα είχε πάρει την θέση του χρυσού και πλέον το τοπίο έμοιαζε βγαλμένο από κακό όνειρο. Η Μοργκειν ανατρίχιασε στην θέα του νεκρού τόπου. Ευχαρίστησε την Θεά που της έδωσε το χάρισμα του νερού,του δώρου της ζωής σε αντίθεση με αυτό της φωτιας και της καταστροφής.

Την σιωπή έσπασε ο Κασσάνδρος που αφού αγκάλιασε τρυφερά την αδερφή του για να την καθησυχάσει, φώναξε στον αδερφό του,
«Άρπα την και στο ποτάμι!» Και έτσι και έγινε. Ο Αναξίμανδρος άρπαξε την Ιντούν τόσο γρήγορα που δεν της έδωσε χρόνο να αντιδράσει και την πέταξε στο ποτάμι. Η Μοργκέιν ξαφνιάστηκε με τη απρόοπτη επίθεση στην Ιντούν όμως γρήγορα άλλαξε διάθεση καθώς γύρισαν πίσω στην παιχνιδιάρικη συμπεριφορά τους.

Ο Αναξίμανδρος ξεκίνησε να εξηγεί το σχέδιο κάπως πιο σοβαρος από ότι ήταν πριν λίγα λεπτα "Εδώ ξεκινά πραγματικά η αποστολή..... Μοργκέιν. Μπορείς να δεις αν υπάρχουν μπροστά μας εχθροί μέσα από το νερό, σωστά;"

"Σωστά" απάντησε και πλησίασε προς την όχθη. Εκει ο Κάσσανδρος έκανε μια υπόκλιση γεμάτη χάρη και της πρόσφερε το δικό του Ιλάλι. Γοητευμένη από την κίνηση του, δέχτηκε το δώρο και χαμογέλασε γλυκά μέχρι που ένιωσε τα μάγουλα της να καίνε. Μόλις κατάλαβε ότι κοκκίνισε, έριξε το βλέμμα της γεμάτη ντροπή στο λουλούδι που κρατούσε για να κρύφτει. Της έδωσε χώρο για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις της και η Μοργκέιν δεν έχασε χρόνο.

Σήκωσε ελαφρά το φόρεμα της μέχρι το γόνατο και μπήκε στο ποτάμι. Δεν ήταν αναγκαίο να μπει για να δουλέψει η μαγεία της, όμως πάντα απολάμβανε την αίσθηση του νερου να αγκαλιάζει το σώμα της.  Με κλειστά τα μάτια ακολούθησε την πορεία του ποταμού. Ένιωσε κάθε ψάρι που κολυμπούσε, κάθε ζώο που ξεδιψουσε στην όχθη του, κάθε πέτρα που στεκόταν εμπόδιο στην ροή του. Ελάχιστα πιο μακριά αισθάνθηκε μια διαφορετική παρουσία και επικεντρωθηκε σε αυτήν. Αλχημιστής διαπίστωσε, κοντά στην ηλικία της και μα τους θεούς! Δεν μπορεί! Όταν μπόρεσε να δει καθαρα το πρόσωπο του ταραχτηκε. Είχε τα ίδια σημάδια με την Άρυα, ότι και αν σήμαινε αυτό.
 Όμως ήταν δυστυχισμένος. Ασυναίσθητα ακολούθησε την κίνηση του και ακούμπησε με το χέρι της στον λαιμό της. Της σφιχτηκε η καρδιά στη θέα της αλυσίδας γύρω από το πόδι του, σαν να είναι αγρίμι και όμως φαινόταν τόσο διαλυμένος.

"Υπάρχει κάποιος" ξεκίνησε να λέει ανήσυχα επιλέγοντας να αφήσει κάποιες λεπτομέρειες όπως τα σημάδια, "χρειάζεται βοήθεια, είναι δεμένος και χτυπημένος. Υπάρχουν και άλλοι κοντά του." Κοίταξε την Ιντούν με αγωνία και της έδειξε την κατεύθυνση τεντώνοντας το δάχτυλο της"Προς τα εκεί. Νομίζω πως βρήκαμε αυτό που ψάχνουμε."
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 07, 2020, 01:22:55 πμ by Μοργκέιν Θερέλ »


Αλέξα Γκάρντεν

Η Αλέξα, έκανε άνετο ύπνο και έβλεπε ευχάριστα όνειρα. Από όταν είχε γυρίσει στην Ακαδημία, δεν την πείραζε τόσο η κλεισούρα των τοίχων. Όταν άνοιξε τα μάτια της δειλά δειλά, είδε ότι κάποιοι είχαν ήδη σηκωθεί. Χασμουρηθηκε και βγήκε στο φως του ήλιου. Με τα υπάρχοντα της στον ώμο, κοιτούσε την υπόλοιπη ομάδα, για να ξέρει πότε θα ξεκινήσουν. Αναλογιζοταν τα χθεσινά λόγια, για ακόμα μια φορά. Δεν ήταν κάτι απλό, δεν ήταν εκδρομή, έπρεπε να το χωνέψει και να είναι σε εγρήγορση.

Καθώς προχωρούσαν, ήταν εμφανής η ψυχολογία της ομάδας. Τα γέλια και τα πειράγματα ακουγοντουσαν μέχρι μακριά.

Η Αλέξα κοίταξε μακριά και την έπιασε ένας κόμπος. Σταμάτησε απότομα, τόσο απότομα που η Σολ έπεσε επάνω της. "Ωχ συγγνώμη, εγώ φταίω. Είσαι εντάξει?" είπε η μικροκαμωμενη σοβερινη στη φίλη της. Η Σολ κούνησε το κεφάλι, καθώς κι εκείνη κοίταζε το ίδιο πράγμα προσηλωμενη...

Καμμένα... Όλα γύρω καμμένα. Η Αλέξα ένιωσε ένα σφίξιμο, γιατί ήξερε τη δύναμη που έχει η πύρινη λαίλαπα..." Αχ και να ήταν εκεί την ώρα που γινόταν αυτό. Θα την είχα ανακόψει. Θα είχα σηκώσει μια πύρινη κουρτίνα, η Ιντουν θα με βοηθούσε με αντίθετο άνεμο..." σκεφτόταν με δάκρυα στα μάτια. Κοίταξε την Ιντουν εκείνη τη στιγμή και την είδε μόνη και μελαγχολική.

Καθώς πήγε ο αδερφός της κοντά, προφανώς για να της πει τα κατάλληλα λόγια που θα μιλούσαν στην καρδιά της, η Ιντουν βρέθηκε στα χέρια του άλλου της αδερφού και μετά!!! Σπλατσ!!!Η Αλέξα γέλασε τόσο πολύ που της κόπηκε η ανάσα καθώς συγχρόνως έτρεχε από πίσω τους για να τους φτάσει με τα μικρά της ποδαράκια.

Ο Αναξίμανδρος άρχισε να λέει τι θα κάνουν στην αποστολή. Η Αλέξα άκουγε προσηλωμενη, γιατί ναι, δεν ήταν απλά τα πράγματα. Όταν όμως είδε την Αρυα να γίνεται Ιντουν ή μάλλον συνονθύλευμα από την οικογένεια, έσκασε στα γέλια. Ευτυχώς που έγινε και αυτό και η ομάδα ένιωσε λίγη χαρά.
Η Αλέξα, δεν είχε δει αυτήν την ικανότητα της Αρυα. Είχε δει μόνο στο Γκραχλ, που άλλαζε τα χέρια της, και εντυπωσιαστηκε. Και μετά ήρθε η σειρά της αλχημιστριας Μοργκειν να την εντυπωσιάσει. Μέσα στο νερό, κατάλαβε τόσα πολλά!

"Υπάρχει κάποιος" είπε η Μοργκ και η Αλέξα την κοίταξε στα μάτια. Ήταν εμφανέστατη η λύπη της γι αυτόν. "Ωωω ποιος ξέρει τι είδε" σκέφτηκε η σοβερινη και σκουντηξε τη Σολ που ήταν δίπλα της. "Βρήκαμε αυτό που ψάχνουμε?" της είπε ερωτηματικά.


Σολ Οτίγιε

Τα πρωινά κέφια της ομάδας ήταν εμφανή. Τα λόγια έδιναν και έπαιρναν, ενώ η Σολ πειραζόταν με τα αδέλφια της Ιντουν, με τα κοινά αστεία της περιοχής που μεγάλωσαν. Ο Αναξίμανδρος, ο Κάσσανδρος και οι υπόλοιποι, με την τρομερή αδυναμία στην αδερφή τους, που τους τα πρόσφερε όλα φυσικα και ανιδιοτελώς. Με τα υπόλοιπα κορίτσια να αλληλοκοιταζονται με τους αδερφούς, η Σολ χαμογελούσε συχνά πονηρά, βλέποντας την Μοργκ να κοκκινίζει ώρες ώρες πιο έντονα.

Οι καμένες εκτάσεις γης, που απλωνόταν στην περιοχή ήταν κάτι το δυσάρεστο για όλους. Ολόκληρη τη θάλασσα να σήκωνε πιθανόν δεν θα μπορούσε να τους σώσει... Θα τους έβρισκαν όμως, τους υπαίτιους για αυτήν την καταστροφή! Δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα έκαναν αυτοί οι άνθρωποι τώρα, πως θα αντιμετώπιζαν την πείνα και την φτώχια. Η Σολ σκέφτηκε την καλή γειτνίαση σε αυτές τις περιοχές, και ήλπιζε στο καλό στις ψυχές των φυλών.

Γέλασε δυνατά όταν η Αρυα, άλλαξε τα χαρακτηριστικά της σε αυτά της Ιντουν αρχικά, και μετά των αδελφών της, και έτσι γέλασαν και οι υπόλοιποι. Η ίδια, σχηματισε τρεις μπάλες νερού από το παγουρι της, και άρχισε να τις πετά στον αέρα και μεταξύ τους κάνοντας τους κόλπα ακροβατικά που έβλεπες σε διάφορες γιορτές από την Νεδαρ, μέχρι και την Βορέλ. Τέλος για το φιναλε, πεταξε τις μπαλες, στα αδέρφια, που την πείραζα μπερδευομενοι στα πόδια της, προσπαθώντας να της αποσπάσουν την προσοχή.

Φθάνοντας στον Κοραλλένιο ποταμό, όπου ο Αναξίμανδρος, τους μίλησε για την αποστολή, η Σολ άκουσε προσεκτικά να μην χάσει ούτε λέξη από τις οδηγίες του. Στη συνέχεια με τη Μοργκ να κάνει χρήση της δύναμης της, η Σολ την παρακολουθούσε προσεκτικα. Το πρόσωπο της άλλαξε, έντρομο και λυπημένο, να τους λέει ότι κάποιον βλέπει εκεί κοντά.Η Σολ ένοιωσε το σκουντηγμα της Αλεξα, και την έβγαλε από τις σκέψεις της. "Ναι..." της απάντησε. "Ετοιμάσου...." πρόσθεσε και χαμογέλασε ενθαρρυντικά στην Σοβερινη φίλη της, σφίγγοντας το χέρι σε μια γροθιά.


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Αναξίμανδρος έδειχνε στον Κάσσανδρο πόσο σημαντικό είναι να προσέχεις τα νώτα σου. Και ο Σίνγκεν, περπατώντας και αυτός στην οπισθοφυλακή, αποφάσισε να δείξει στον Κάσσανδρο πόσο σημαντικό είναι να προσεγγίζεις σωστά μια κοπέλα. Έτσι, καθώς η ομάδα ταξίδευε, και αφού ο Σίνγκεν πλέον, μετά από παρατήρηση, ήταν σίγουρος για το ενδιαφέρον του Κάσσανδρου προς τη Μοργκέιν, ένας ψίθυρος έφτασε στο αυτί του Κάσσανδρου, ταξιδεύοντας σε μια απαλή, ελεγχόμενη πνοή αέρα ώστε να φτάσει μόνο στα αυτιά του μικρού Ιντούν.

"Όταν μια κοπέλα είναι με κάποιον, αυτός είναι ο αντίπαλός σου. Όταν δεν είναι με κάποιον όλος ο κόσμος είναι ο αντίπαλός σου."

Ο Σίνγκεν έκανε μια παύση, και αν ο Κάσσανδρος γυρνούσε να τον κοιτάξει για να καταλάβει τι γινόταν, ο Σίνγκεν απλά θα τον χαιρετούσε "αθώα" με ΄ένα μειδίαμα. Μετά από λίγο, άλλος ένας ψίθυρος.

"Πρέπει να καταφέρεις να ξεχωρίσεις από τους άλλους, με κάποιο τρόπο που να έχει αξία. Φυσικά, μην γίνεις άξεστος και τραμπούκος, σεβάσου τα όρια, αλλά κάνε την παρουσία σου αισθητή. Κάτι που θα έκανε την κοπέλα να σε σκέφτεται την υπόλοιπη μέρα και να αναρωτιέται, κάτι που δεν της έχει ξανασυμβεί. Για παράδειγμα...αυτά τα λουλούδια είναι του τόπου σας, σωστά? Στοιχηματίζω ότι κανείς δεν της έχει ξαναπροσφέρει ένα τέτοιο λουλούδι."

Μετά από το δεύτερο ψίθυρο, ο Σίνγκεν έγινε πιο σιωπηλός, καθώς η ομάδα είδε τα αποτελέσματα της επίθεσης στη γη. Το βλέμμα του σκλήρυνε και μια κάθετη ρυτίδα σχηματίστηκε στο με΄τωπό του, μεταξύ των φρυδιών του.

Κάψε αρκετά ώστε να πονέσουν. Να πληγωθεί η κοινότητα, να υπάρξουν αναταραχές και φωνές, να ζητήσουν κάποιοι παράδοση, διάλογο, συνθηκολόγηση. Αλλά όχι τόσα ώστε να απελπιστούν και να ενωθούν, όχι τόσα ώστε να μην έχουν άλλη επιλογή.

Τα μαθήματα των Σινόντα ήταν γεμάτα σκληρότητα και πρακτική σκέψη, το παν ήταν να επιτυγχάνονται αποτελέσματα με τον πιο συμφέρων τρόπο, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Αυτό που έβλεπε ο Σίνγκεν τον έστελνε χρόνια πίσω, όταν είχε υπάρξει μάρτυρας τέτοιων επιθέσεων. Άνθρωποι έτρεχαν να σώσουν τις περιουσίες τους, ΄άλλοι έκλαιγαν, άλλοι καλούσαν για βοήθεια. Η φωτιά έριχνε σκιές στον κόσμο χωρίζοντάς τον καθαρά, στον κόσμο των αδύναμων και αυτό των δυνατών.

Τα μάτια του έπεσαν στην Ιντούν. Φαινόταν τόσο μόνη, τόσο βασανισμένη εκείνη τη στιγμή. Ο Σίνγκεν έκανε ένα βήμα για να βρεθεί πλάι της, αλλά πριν το πετύχει, τα αδέρφια της ήταν μαζί της. Σταμάτησε και έγνεψε στον εαυτό του.

Όταν η Ιντούν βρέθηκε στο νερό, ο Σίνγκεν ξαφνιάστηκε, και μετά χαμογέλασε κάπως. Τα αδέρφια Ιντούν σίγουρα ήταν κοντά και καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο. Ο Σίνγκεν είδε τα λουλούδια που κρατούσαν οι αδερφοί...αυτά ήταν. Η Ιντούν του είχε μιλήσει γι' αυτά, και ο Αλχημιστής για μια στιγμή ονειροπόλησε τη στιγμή που θα τα έβλεπε μαζί της και μόνο.

"Τ-τι??" ο Σίνγκεν σχεδόν πνίγηκε, βλέποντας την Άρυα να μεταμορφώνεται σε Ιντούν...και μετά να αλλάζει τα μαλλιά της. "Ω..αυτό είναι εντυπωσιακό. Δεν ήξερα ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο..." είπε με ανοιχτά μάτια. Αλλά όταν η Άρυα πρόσθεσε και μούσι, ε τότε ο Σίνγκεν λύγισε. "Αχαχαχαχαχαχα!!!!". Ο Αλχημιστής έπεσε στα γόνατα και άφησε την κάθαρση να έρθει, το γέλιο έφερε μέχρι και δάκρυα στα μάτια του, και η εικόνα της Ιντούν με μο΄ύσι θα ήταν κάτι που θα του έμενε για να του φτιάχνει τη διάθεση για πολύ καιρό.

Μετά σοβαρεύτηκε όμως, ακούγοντας τον Αναξίμανδρο. Δεν ήθελε να υποσκάψει την παρουσία του νεαρού Πολεμιστή, οπότε παρακολούθησε σιωπηλός και με στητή κορμοστασιά για άλλη μια φορά. Συνέχισε να παρακολουθεί καθώς η Μοργκέιν μπήκε στο νερό και άρχισε να τους μεταφέρει πληροφορίες. Δεν μπορούσε παρά να θαυμάσει το ταλέντο της, και της Άρυας, καθώς και των υπολοίπων. Τι λαμπρά μυαλά είχε η Ακαδημία? Αν οι Σινόντα είχαν κάποιον με την ικανότητα να αλλάζει μορφές ή να παίρνει πληροφορίες από το νερό, σίγουρα θα τον είχαν στα ώπα ΄΄ώπα και θα τον προόριζαν για μεγάλα πράγματα.

Δεν είχαν όμως. Γιατί? Ο Σίνγκεν σκέφτηκε...Η Άρυα ήταν Θεραπευτής...πώς σχετιζόταν αυτό με την αλλαγή εμφάνισης? Η μια Αλχημίστρια του νερού με τη συλλογή πληροφοριών. Ίσως...ίσως ήταν επειδή στην Ακαδημία, οι μαθητές μπορούσαν ελεύθερα να αναπτύξουν το ταλέντο τους αντί να ακολουθούν ένα αυστηρό πρόγραμμα που είχε σκόπό να τους μετατρέψει σε εργαλεία...ίσως γι αυτό οι Σινόντα του παρόντος δεν είχαν τέτοιες εξαιρετικές ικανότητες στη διάθεσή τους.

Ήταν μια διδακτική στιγμή για τον Βοηθό Καθηγητή, μια στιγμή που έμαθε από τις μαθήτριες.


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    Η Καλοκαιρινή Πένα (2020) Το Ζευγάρι του Καλοκαιριού (2020) Ζευγάρι του Μήνα, Δεκέμβριος 2019 Αλχημιστής
Γέλασε παγωμένη η Ιντούν όταν άκουσε τη φωνή της να βγαίνει από την Άρυα, λίγο από το ποτάμι που ήταν βουτηγμένη και λίγο επειδή αποφάσισε ότι δεν της άρεσε η φωνή της, αλλά εντυπωσιάστηκε με τα κόκκινα μαλλιά του Κλέανδρου.

«Ουάου!» έκανε να πει στην προοπτική του αλλαγμένου χρώματος, αλλά το επιφώνημα έμεινε στη μέση. Ήταν αλλόκοτο! Ήταν αστείο και ταυτόχρονα αλλόκοτο να βλέπει τον εαυτό της με γένια. Σαν να ήταν ο Αναξίμανδρος παιδάκι και να του κόλλησαν γένια στη φάτσα. Δε μπόρεσε να συγκρατηθεί, γέλασε με την καρδιά της, παρόλο που το γέλιο της δεν ήταν το δυνατότερο. Κάποιος άλλος είχε λυγίσει...

 
«Σίνγκεν!» σκέφτηκε και βγήκε από το νερό γελώντας.

 
Η Ιντούν πήγε παράμερα και ο αέρας σηκώθηκε ζεστός από το έδαφος, χτύπησε τα βρεγμένα ρούχα της με φόρα, μέχρι να την απαλάξει από το βάρος της υγρασίας. Είχε τα αυτιά της στη Μοργκέιν. Δεν ήταν ξωτικό, αλλά άκουγε καλά και μέσα από τη ζεστή δίνη που την περιτύλιγε. 


Θα πρέπει να ήταν συνταρακτικό αυτό που αντίκρισε η νεαρή Βαλησίνη με τις υπέροχες δυνάμεις της. Το βλέμμα της ανήσυχο, επανέφερε τη λογική και τον κίνδυνο της αποστολής στη συνείδηση της Ιντούν σαν αστραπή. Η εκδρομή τους αποχαιρετούσε στις όχθες του Κοραλλένιου ποταμού. Τους καλωσόριζε η πραγματικότητα, η κατάλληλη ώρα για να ανταποκριθεί σοβαρά η Ιντούν.

Πλησίασε και πάλι την ομάδα της, το χέρι της στον ώμο του Αναξίμανδρου. Τα βλέμματα των μεγάλων αδερφών συναντήθηκαν σε αμίλητη συννενόηση. Ο Αναξίμανδρος είδε την αποφασιστικότητα στα μάτια της μεγάλης του αδερφής, έγνεψε ανεπαίσθητα τη συμφωνία του, γιατί ήξερε πως δύσκολα έμπαινες εμπόδιο σε όσα η Αιολίδα είχε αποφασίσει.

"Αρχηγέ μου θα περιμένετε εδώ, κοίτα τον ουρανό για σημάδια", του είπε και γύρισε προς τον Σίνγκεν.

" Μόνο θα κοιτάξω ", το διαβεβαίωσε και υψώθηκε στον αέρα.

Καθοδηγήθηκε από την ενεργειακή της αίσθηση. Στην πραγματικότητα, συνέχιζε να πετά όσο η ενεργειακή της αίσθηση δεν εντόπιζε ισχυρό Αιθέρα. Αυτό και μόνο έδειχνε πόσο υπέροχες ήταν οι ικανότητες της Μοργκέιν. Ενθουσιάζονταν από τις δυνατότητες που είχε η Βαλησίνη φίλη της, τώρα πια μαθήτρια της και συμπολεμίστρια. Υπολόγιζε ότι μετά την Ακαδημία, πολλοί οργανισμοί θα πλήρωναν γενναιόδωρα για να αποκτήσουν τέτοιο ασύγκριτο πλεονέκτημα. Η Μοργκέιν είναι από τους Αλχημιστές που δε θα περιμένει να την επιλέξουν, θα επιλέγει εκείνη... αρκεί να επιλέξει δρόμο που δε θα τη φέρει στην εκμετάλλευση. Οι ισορροπίες τέτοιων δυνάμεων είναι πάντα λεπτές.

Περισσότερο από μία ώρα πτήσης πάνω από τον κοραλλένιο ποταμό γέμισαν τα μάτια και το μυαλό της με αναμνήσεις και ελπίδες για το μέλλον. Τα νερά κάτω από τα πόδια της, τα ντόπια τους λουλούδια, κρυφά σημάδια των πρώτων Ανθρώπων που ξεκουράζονταν από την αιώνια ορθοστασία τους ανάμεσα στους φυσικούς τους φύλακες, τα δέντρα. Το μέρος που τη γέννησε και είχε αγαπήσει, τα μονοπάτια που ακολουθούσε με βήματα ονειροπόλα, όλα αυτά που άξιζε να προστατέψει, να τα διαφυλάξει για όσους δεν είχαν τη δυνατότητα. Γι αυτό οι θεοί έδωσαν τις δυνάμεις τους στην Ιντούν.

Η συγκέντρωση του Αιθέρα συσπειρώθηκε βίαια και ταυτόχρονα μίζερα γύρω από μία μορφή. Αυτό που έπιανε η ενεργειακή αίσθηση της Ιντούν έμοιαζε με κλάμα, με έκκληση προς βοήθεια, η αποδυναμωμένη φωνή ενός ορφανού που ξερίζωσαν από την αγκαλιά της μητέρας του. "Δεμένος",  υπενθύμισε η τεταμένη φωνή της Μοργκέιν και η Ιντούν έσφιξε τα δόντια. Προσγειώθηκε μέσα από τις φυλλωσιές, δυνατό πάτημα, έτοιμη να αντιδράσει σε τυχόν παγίδες. Ανασηκώθηκε στο ύψος της, αλλά της κόπηκε η ανάσα. Σε μικρή απόσταση στέκονταν ένα νεαρό Ξωτικό με τρόπο που κανένα Ξωτικό, κανένα πλάσμα δε θα έπρεπε να στέκεται.

Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό της ήταν να τον πλησιάσει, αλλά ένα εσωτερικό χαλινάρι κράτησε τα βήματά της. Ίσως τα μάτια του, δυο καταπράσινες ίριδες που τρεμόπαιζαν στην όψη ενός αγνώστου επισκέπτη που ήταν η Ιντούν, το σώμα του. Οι θεοί φρόντισαν να του χαρίσουν σπάνιες αντιθέσεις που πετιόταν στα άχρηστα έτσι όπως μαζεύονταν σαν το ελάφι που το έβαζε συνεχώς στα πόδια και δεν το ένοιαζε αν η γούνα του πιάνονταν στα αγκάθια.

Οι κόρες της Ιντούν διαστέλλονταν για να χωρέσουν τη δυσανάλογη πληροφορία και ο ήλιος γλιστρούσε μέσα τους παρέα με το είδωλο δυο σκουρόδερμων, σημαδεμένων ώμων που θα μπορούσε να αντιστοιχίσει στο κατάλληλο πρόσωπα με μάτια κλειστά. Ήταν παιχνίδι; καπρίτσια του εχθρού; τους παρακολούθησαν στο δρόμο προς τη Νεδάρ; λυγισμένα γόνατα, έτοιμα να πετάξουν έτριζαν σε άρνηση και ικεσία. Η Ιντούν βρίσκονταν σε δίλημμα, επίθεση ή ανάκριση; Έτσουξαν τα χείλη της και τότε κατάλαβε πως δαγκώνονταν. Δεν είπε τίποτα, μόνο επέτρεψε στον εαυτό της να γεμίσει τρόμο, θυμό για τα παραμελημένα μαλλιά, τα σημάδια της ασιτίας, την ενστικτώδη στάση φυγής και τις μώλωπες που φορούσε σαν φουλάρι, την παγωμένη αλυσίδα.

Ο άνεμος στροβιλίστηκε σε δίνη καθώς η θερμοκρασία αυξάνονταν περιμετρικά της Ιντούν. Αναζητούσε αιτία να ορμήξει στα χωριατόγελα που τα αεράκια της έφεραν από μακριά, αλλά συγκρατήθηκε. Μπορεί ο εχθρός να ήθελε αυτό, να τους παρασύρει έναν έναν στον αφανισμό. Αστεία τακτική όταν στο κατόπι της βρίσκονταν ο Σίνγκεν.

Επικεντρώθηκε πάλι στο νεαρό Ξωτικό. Δε μπορούσε να υπολογίσει ακριβώς την ηλικία του, αλλά μάντευε ότι ήταν λίγο μικρότερος από εκείνη. Με αυτή τη σκέψη, κάθε καρφί θυμού παρασύρθηκε στη θάλασσα από ποτάμια θλίψης που ξεχύθηκαν πέρα από φράγματα κακοσυντηρημένα και παλιά. Αδικία. Το θέαμα μπροστά της ήταν αδικία. Ακόμη κι αν το Ξωτικό ήταν παγίδα, η κακομεταχείριση που διαπότιζε την ύπαρξη του ήταν αδικία.

"Ποιος σου το έκανε αυτό αγοράκι;" Τον ρώτησε με φωνή ραγισμένη, αν και δεν κουνήθηκε βήμα. "Μη με φοβάσαι σε παρακαλώ, εγώ δε θα σε πείραξω. " Η Ιντούν ξεροκατάπιε. "Δες αυτό. " Οι παλάμες της έδειξαν προς το μέρος του, αλλά μακριά του. Τον τύλιξε γρήγορο, αλλά ζεστό αεράκι και τον στέγνωσε, όπως ο ερχομός της Άνοιξης στεγνώνει τις βροχές του Χειμώνα. Το Ξωτικό φαίνονταν σε σημαντικά καλύτερη κατάσταση τώρα, αν και παρέμενε εξαθλιωμένος. Αναδείχθηκαν και πάλι τα σημάδια του. Εκείνα τα σημάδια...

"Γιατί είσαι δεμένος;" Ξαναρώτησε.


Σίνγκεν Σινόντα

Ο Σίνγκεν παρακολούθησε τις αλλαγές στις εκφράσεις της Ιντούν και αισθάνθηκε ότι μπορούσε να δει τις σκέψεις της. Ήταν σίγουρος ότι ετοιμαζόταν να κάνει κάτι πολύ παράτολμο, και μέσα του αναστέναξε. Αυτή ήταν η Ιντούν, ήταν άνεμος και φωτιά, και ο Σίνγκεν ήξερε ότι δεν μπορούσε να παραπονεθεί γι αυτό, ήταν ένας από τους πολλούς λόγους που η Ιντούν ήταν ξεχωριστή.

Την κοίταξε ήρεμα όταν τον καθησύχασε και μετά έγνεψε, και την είδε να πετάει.

«Ναι, σίγουρα μόνο θα κοιτάξεις. Αχά, το πιστεύω. Χτες σε γνώρισα τάχα.» μουρμούρισε λίγο αργότερα με στοργική γκρίνια, και γύρισε να κοιτάξει τους υπόλοιπους. «Θα φυλάξω τα νώτα της. Κρυφτείτε και λάβετε αμυντικό σχηματισμό, σε περίπτωση που επιστρέψουμε με μπελάδες. Αν δεν έρθουμε στο χρονικό διάστημα που παίρνει για να πάμε, να γυρίσουμε, συν σαράντα λεπτά, να ανησυχήσετε. Αναξίμανδρε είσαι επικεφαλής. Μοργκέιν υπολόγισε την ώρα και την απόσταση αν μπορείς βάσει αυτού που είδες για να ξέρετε πόσο να περιμένετε.» είπε στους υπόλοιπους.

Μετά από αυτό, ο Σίνγκεν πραγματοποίησε μια μακριά δρασκελιά γεμάτη χάρη, υποβοηθούμενη από ένα ρεύμα αέρα που τον μετέφερε μακρύτερα από το φυσιολογικό. Ακολουθήθηκε από μια δεύτερη, παρόμοια δρασκελιά, αλλά όταν προσγειώθηκε, πλέον αρκετά μακριά από την ομάδα, λύγισε τα πόδια του βαθιά και το σώμα του συσπειρώθηκε σαν ελατήριο, και με εκρηκτική δύναμη, εκτινάχθηκε. Ένας ορμητικός άνεμος πλέον δημιουργήθηκε πίσω του, σαν ένα ρυάκι που άρχισε να τον προωθεί με μεγάλη ταχύτητα, και αν και δεν μπορούσε να φτάσει την ταχύτητα της Ιντούν, μπορούσε να τη δει από μακριά αρκετά ώστε να την ακολουθήσει.

Ήταν μια αρκετά απαιτητική πορεία, σε μεγάλη απόσταση. Όταν ο Σίνγκεν σταμάτησε, είχε λαχανιάσει και ιδρώσει, και η Ιντούν είχε ήδη προσεγγίσει…κάποιον. Ο Σίνγκεν σταμάτησε κρυμμένος, αρκετά μακριά, και χωρίς πλέον να χρησιμοποιεί Αιθέρα ώστε κάποιος που δεν έχει εξειδικευτεί στην Ενεργειακή Αίσθηση να μην μπορεί να τον εντοπίσει. Επέλεξε ένα στρατηγικό σημείο που του επέτρεπε να παρακολουθεί μια μεγάλη περιοχή για εχθρούς και τυχόν ενέδρα, ενώ ταυτόχρονα ήταν αρκετά κοντά ώστε να επέμβει αν κάποιος επιτιθόταν στην Ιντούν. Μακάρι όλο αυτό να τέλειωνε καλά!


Έζρα

Το βλέμμα του ακολούθησε τη φιγούρα μέχρι που προσγειώθηκε και τα χέρια του άνοιξαν λίγο στα πλάγια• έτοιμος να αμυνθεί εάν παρουσιαζόταν ανάγκη.

Πισωπάτησε. Τα μάτια του έτρεξαν προς όλες τις κατευθύνσεις, παρατηρώντας τα "υλικά" που είχε γύρω του και ζυγίζοντας τις επιλογές του. Ήταν στο στοιχείο του, μα ήταν τόσο εξαθλιωμένος που ήξερε πως, όσο και αν προσπαθούσε, δεν θα μπορούσε να αμυνθεί για περισσότερο από μερικά λεπτά.
Και έπειτα, δεν ήταν μόνον αυτό• έτσι και χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του μπροστά σε κάποιον, όλα είχαν τελειώσει. Θα έχανε, και ο Ντρεκ θα καταλάβαινε ότι κάτι τρέχει. Και θα μάθαινε. Και ο αρχηγός θα μάθαινε. Και τότε θα τον σκότωναν μια και καλή.

Ο Έζρα άλλαξε στάση, πλέκοντας τα χέρια στο στήθος του.

Αν είναι να με σκοτώσει κάποιος, ας είναι κάποιος ξένος. Δεν θα τους δώσω και αυτήν τη χαρά.

Σήκωσε το πιγούνι όσο μπορούσε, με τα χέρια του μπουνιές κρυμμένες, μα μέσα του έτρεμε. Η φιγούρα παρέμενε εκεί, ακίνητη, κόντρα στον ήλιο. Ένα αεράκι αποκάλυψε μερικές τούφες από μακριά μαλλιά να ανεμίζουν, και μόνο τότε κατάλαβε πως ήταν γυναίκα. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και χαλάρωσε ασυναίσθητα.

«Ποιος σου το έκανε αυτό αγοράκι;», ακούστηκε μια νεαρή φωνή μεσ' απ' τις φυλλωσιές, και ο Έζρα ένιωσε ξάφνου την ανάγκη να γελάσει -αγοράκι;- και κλάψει ταυτόχρονα.
Μάλλον έτσι φαίνεται προς τα έξω, αγοράκι.
Πικρία τον κατέκλυσε.

«Μη με φοβάσαι σε παρακαλώ, εγώ δε θα σε πείραξω», του είπε η κοπέλα, και πριν προλάβει να απαντήσει, του χάρισε ένα χάδι που όμοιό του δεν είχε ξαναζήσει. Γιατί σαν χάδι ένιωσε το απαλό αεράκι να τον τυλίγει, με μια ζεστασιά, να στεγνώνει τόσο το έξω, όσο και το μέσα του.
Βλεφάρισε μπερδεμένος με την καλοσύνη της κοπέλας απέναντί του.

«Γιατί είσαι δεμένος;», έκανε εκείνη και ο Έζρα έσκυψε για μια στιγμή το κεφάλι στο χώμα μπροστά του. Προσπάθησε να σκεφτεί τι να της έλεγε. Δεν ήθελε να την τρομάξει, δεν ήθελε να φύγει.

Έκανε μερικά βήματα προς τα δεξιά και σταμάτησε σε ένα σημείο που ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τα δέντρα, και επιτέλους μπορούσε να την δει καθαρά. Φαινόταν εξίσου μπερδεμένη με τον ίδιο, αν όχι περισσότερο.

«Εσύ είσαι τυχερή και γω μάλλον όχι», απάντησε απλά, ανασηκώνοντας τους ώμους του. Έπειτα έξυσε λίγο το σβέρκο του αμήχανα, με τα μάτια του να τρέχουν πέρα - δώθε και πάλι σε εκείνη.
«Ευ... Ευχαριστώ για... ξέρεις», έκανε και έδειξε τον στεγνό πλέον εαυτό του από πάνω μέχρι κάτω. Χαμογέλασε και ξύθηκε πάλι από αμηχανία.

«Ποια είσαι;» τόλμησε να ξεστομίσει πριν το σκεφτεί καλά-καλά. «Εννοώ, τι γυρεύεις εδώ; Βασικά, εννοώ ότι δεν θα έπρεπε να είσαι εδώ. Καλύτερα να φύγεις. Όχι ότι θέλω να φύγεις», έκανε βιαστικά και μπερδεμένα, προτείνοντας τα χέρια του μπροστά. «Δε θέλω. Αλλά πρέπει. Δεν είναι εδώ μέρος για σένα», συνέχισε τη φλυαρία και βλαστήμισε από μέσα του που τον είχε πιάσει τέτοιο τρέμουλο.

«Απλά δεν θες να καταλήξεις έτσι, πίστεψέ με», συμπλήρωσε και έδειξε την αλυσίδα στο πόδι του.
«Και αυτοί οι τύποι δεν θα σου τη χαρίσουν».
« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 16, 2020, 06:14:00 μμ by Έζρα »