Rasnarry Academy

[Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)

Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 7
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ξεκίνησε να τρώει το πρωινό που ετοίμασε η Ιντούν, ενώ περίμενε την Άρυα να ξυπνήσει. Συνήθως το πρωινό της ήταν πιο ελαφρύ, φρυγανιές με πάστα από κοκκινο φύκι, τσάι και ίσως λίγα φρούτα, όμως τα αυγά μυριζαν υπέροχα και δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Η φίλη της δεν άργησε να εμφανιστεί, παραπατωντας από το απότομο ξύπνημα.

Αφού τελείωσαν όλοι, ήρθε η ώρα να μαζέψουν τα πράγματα τους για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ακολουθώντας τις κινήσεις της Ιντούν προσπάθησε να μαζέψει και η ίδια την σκηνή της, όμως αν δεν την βοηθούσε η Άρυα σίγουρα δεν θα τα κατάφερνε ποτε μόνη της.

Τα χαχανιτα και τα γέλια δεν άργησαν να ξεκινήσουν. Με το που μπήκαν ξανά στις αμαξες όλο κάποια θυμόταν μια αστεία ιστορία και την μοιραζόταν με τις υπόλοιπες. Ίσως θα έπρεπε να βρουν χρόνο να κάνουν περισσότερο παρεα όλες μαζί και μέσα στην Ακαδημία,συλλογίστηκε και άρχισε να σημειώνει στο μυαλό της ιδέες για την επόμενη μάζωξη.

Η Ιντούν ήταν η πρώτη που κατέβηκε και πραγματικά έλαμπε ολόκληρη. Δεν μπορούσε να κρύψει την χαρά της που γύρισε πίσω στα εδάφη που μεγάλωσε, έστω και αν ηταν για λίγο. Οι επόμενες στιγμές εξελίχτηκαν γρήγορα. Η Ιντούν δέχτηκε μια διπλή επίθεση αδελφικής αγάπης, την οποία και δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Οι τρεις τους ενώθηκαν σε μια μεγάλη αγκαλιά.

Κοίταξε τα αδέρφια Ιντούν και χαμογέλασε ζεστα. Σκέφτηκε τον δικό της αδερφό και πόσο αγαπημένοι ήταν. Σκηνές ξεκίνησαν να παίζουν στο κεφάλι της για το πως θα ήταν η καθημερινότητα τους και πως θα αντιμετώπιζαν τις αποστολές της Ακαδημίας ο ένας στο πλευρό του άλλου, ηταν σίγουρη πως θα έμπαιναν και οι δύο.
Δεν θυμόταν την τελευταία φορά που τον είδε, κι όμως ήταν εκεί μαζί του όταν.... Γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί; Όσο πάλευε να ξεθάψει την ανάμνηση τόσο μακριά της έφευγε μέχρι που τελικά ξέχασε τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να βρει.

"Οι Πολεμιστές μας, Αναξίμανδος και Κάσσανδρος" ανακοίνωσε η Ιντούν και η Μοργκέιν ένιωσε σαν να ξύπνησε από ένα παράξενο όνειρο. Ναι φυσικά, είπε στον εαυτό της, τα αδέρφια της
"Γεια σας," ξεκίνησε να λέει "Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω και από κοντά. Έχουμε ακούσει πολλά για εσας".


Αλέξα Γκάρντεν

  • Σοβερίνος
  • Αλχημιστής
  • Level 3
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Αλέξα περνούσε υπέροχα!!! Μετά το πρωινό ξύπνημα, όλα πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Αλλά έκαναν τόσο ωραία παρέα, που δεν το περίμενε. Όλοι είχαν ιστορίες να πουν, με διάφορες καταστάσεις, όπως όταν η Αλέξα, έκαψε λιγάκι, πολύ λίγο, τον αδερφό της το μικρό.

Μαζεψαν ομαδικά τις σκηνές και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Καιρό είχε η Αλέξα να δει τέτοια φύση... Της θύμισε τα δικά της κατατόπια...

Όταν σταμάτησαν, τρόμαξε λιγάκι με τους δύο άντρες που πήγαν απότομα επάνω στην Ιντουν. Για λίγο είχε μπερδευτεί!!! Ήξερε φυσικά ότι δεν διετρεχε κάποιο κίνδυνο, ήξερε να τα βγάζει πέρα η αλχημιστρια...

"Ωωωω τα αδέρφια της!!!" μονολογησε όταν κατάλαβε τη σχέση τους...

"Γειά σας!!! Είμαι η Αλέξα!!" είπε όταν γινόντουσαν οι συστάσεις. Αλλά δεν έδωσε το χέρι για χειραψία... Αν και έλεγχε τις δυνάμεις της, για πρόληψη και μόνο, είχε σταματήσει τις χειραψίες. Μην κάψει και κανέναν...


Άρυα Λιρέλ

  • ΣΤ' Έτος
  • Θεραπευτής
  • Level 9
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Άρυα περίμενε υπομονετικά, με καρφωμένα τα μάτια στα χεράκια της Αλέξα. Το άρωμα και μόνο του κάουα την ηρεμούσε, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν πώς στο καλό είχε τόση ενέργεια η μικρούλα πρωί πρωί. Μόλις έβρασε, μοίρασε από λίγο σε όλους όσους ήθελαν, και ευχαρίστησε την Αλέξα με ένα πεταχτό φιλί στα μαλλιά. Χωρίς να αποχωριστεί την κούπα της, γύρισε στη σκηνή και μαζί με τη Μοργκ ξεκίνησαν να μαζεύουν τα πράγματά τους.

Στη διαδρομή δεν μιλούσε ιδιαίτερα. Ήταν ακόμα νυσταγμένη, και όσο κι αν επέμεινε η Μοργκέιν να της πλέξει τα μαλλιά, δεν την άφησε —έτσι θα κοιμόταν μια και καλή. Όταν πια τα αστεία άρχισαν να πέφτουν βροχή, η Άρυα δεν μπορούσε να συγκρατήσει ούτε τα γέλια της, ούτε λίγο αργότερα το κλάμα. Είχε πραγματικά καιρό να περάσει τόσο καλά, και η Ιντούν φαινόταν πολύ καλό τυπάκι. Ώρα με την ώρα μπορούσε να δει τον ενθουσιασμό της να ξεχειλίζει, το χαμόγελό της τόσο λαμπρό.

Οικογένεια.

Τόσα συναισθήματα γύρω από μια και μόνο λέξη. Για άλλους αγαπημένη, για άλλους μισητή, για άλλους... άγνωστη.

Κατέβηκε από την άμαξα με ένα «γλυκόπικρο» συναίσθημα να την κατατρώει.

«Οι Πολεμιστές μας, Αναξίμανδος και Κάσσανδρος» έκανε όλο περηφάνια η Ιντούν, και η Άρυα ψέλλισε το όνομά της, ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό τους με ένα ντροπαλό χαμόγελο.


Σίνγκεν Σινόντα

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 8
  • Βοηθός Καθηγητή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
O Σίνγκεν βοήθησε την Ιντούν με τις προετοιμασίες, και μετά ανέβηκε και ο ίδιος στην άμαξα. Σύντομα γελούσε με την καρδιά του ακούγοντας τις ιστορίες, κάνοντας κάποιο αστείο σχόλιο εδώ και εκεί, αλλά αφήνοντας περισσότερο τους υπόλοιπους να μιλήσουν. Ήταν αρκετά όμορφα. Φυσικά, η σκέψη του συχνά ήταν στην Ιντούν. Επρόκειτο να φτάσουν στη γεννέτειρά της, ήταν ευκαιρία να καταλάβει καλύτερα τις καταβολές τις, το περιβάλλον που συντέλεσε στο να γίνει η Ιντούν αυτό που ήταν σήμερα.

Το αγροτικό τοπίο ήταν όμορφο, και θύμισε στον Σίνγκεν τα δικά του μέρη κάπως, αν και εκεί δεν είχαν τόσο μεγάλα χωράφια. Τα δικά τους στριμώχνονταν μεταξύ λόφων και βουνών. Μπορούσε όμως να καταλάβει την αγροτική ζωή, είχε παρατηρήσει πολλές ώρες τέτοιες αγροτικές εργασίες.

Μαζί με την Ιντούν, κατέβηκε και ο ίδιος και....άξαφνα, δέχτηκαν επίθεση. Είχε αρκετή σύνδεση με την Ιντούν όμως για να καταλάβει, από τις κινήσεις και την αρχική της αντίδραση, ότι αυτή δεν ήταν...ακριβώς επίθεση, και άρα δεν αντέδρασε αρχικά.

¨"Ωχ!" βόγγηξε ο Σίνγκεν, βλέποντας πως οι δύο μεγαλόσωμοι τύποι έπεσαν πάνω στην Ιντούν. Χαμογέλασε όμως βλέποντας τα πειράγματά τους, πόσο κοντά ήταν σαν οικογένεια και πόσο χαρούμενοι που ξαναέσμιγαν. Δεν μπόρεσε παρά να αισθανθεί μια ειρωνική πικρία, σκεπτόμενος πώς θα ήταν η δική του συνάντηση με το μεγάλο αδερφό του.

"¨Άουτς..." βόγγηξε πάλι ο Σίνγκεν χαμηλόφωνα όταν είδε την Ιντούν να επιβάλλεται στους δύο άντρες και να τους χτυπά τα κεφάλια μαζί. Καλή κίνηση, μάλλον εξασκημένη αρκετές φορές στο παρελθόν, σκέφτηκε ο Σίνγκεν.

"Καλώς σας βρήκαμε παιδιά!" είπε ο Σίνγκεν άνετα, με ένα ζεστό, ειλικρινές χαμόγελο, πλησιάζοντας. "Είμαι ο Σίνγκεν, συνάδελφος της Ιντούν. Ιντούν, δεν μου είχες αναφέρει πόσο μοιάζετε! Και αυτό είναι κοπλιμέντο!" είπε κοιτώντας τους αδερφούς, με εύθυμη έκφραση και διάθεση. Μπορούσε να κόψει με το μάτι ότι οι δύο άνδρες, αν και νεαροί, ήταν ικανοί. Ήταν καλό που θα τους είχαν μαζί τους.



Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Από την αγκαλιά της μεγάλης αδερφής πρώτος δραπέτευσε ο Κάσσανδρος.

«Με τσαλακώνεις  Αιολίδα», ψιθύρισε ίσα για να τον ακούσει η δεσμώτης καθώς της ξεγλιστρούσε. Έφερε ανάλαφρα τα χέρια στις πλούσιες μπούκλες. Έστρωσε μαλλιά και αξιοπρέπεια με μία ρευστή κίνηση, γεμάτη νεανική ζωντάνια.

«Γεια σας συμμαθήτριες», χαιρέτισε με φωνή βελούδινη. Το χαμόγελο του Κασσάνδρου άστραψε γοητευτικό στη φλεγόμενη δύση.

Οι δύο μεγαλύτεροι αντάλλαξαν ματιές στιγμιαία και δαγκώθηκαν για να συγκρατήσουν το γέλιο τους.

"Βγάζει λειρί το πετινάρι" ψιθύρισαν και συγκρατήθηκαν ξανά με το ζόρι.

Ο Κάσσανδρος μεγάλωνε. Το υπερενεργητικό, ζαβολιάρικο αγόρι που έβαζε το Μένανδρο συνεχώς σε μπελάδες ήταν έφηβος πια. Φυσικά και θα τον ένοιαζε η εμφάνισή του. Ο Αναξίμανδρος από την άλλη, αρκέστηκε στο να σηκώσει ένα βαρύ χέρι χαμογελώντας. Τα μάτια του ζύγισαν για μια στιγμή το Σίνγκεν και επέστρεψαν στην Ιντούν. Συνέχισε να γελά μαζί της, σπίθες ικανοποίησης εμφανείς στις σκουρόχρωμες κόρες του.

«Θα κορδώνεσαι πολλή ώρα ακόμη ή μήπως να οδηγούσες εμάς τους πληβείους και τις «συμμαθήτριες» στο Δήμαρχο, όπως είπαμε;» Αναξίμανδρος και Ιντούν σχεδόν ξέσπασαν σε άλλον ένα γύρο γέλιου, ειδικά έτσι όπως τόνισε ο πρώτος τη λέξη συμμαθήτριες.

Ο Κάσσανδρος απέκρουσε το αδερφικό αστείο με ένα εξίσου πρόσχαρο νεύμα, σαν να μην τον ακουμπούσαν τα σχόλια των μεγάλων.

"Ω, φυσικά και θα τις οδηγήσω εγώ το πετινάρι, όσο εσείς παλιόκοτες τα βάζετε με το ελάφι", απάντησε και μισό θριαμβευτικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του.

" Τι σκαρφίστηκε πάλι" Η Ιντούν ετοιμάστηκε για άλλη μια αδελφική κατσάδα. Τα λόγια δε διέφυγαν ποτέ από τα χείλη της όμως, γιατί είδε τα μέλη της αποστολής να κοιτάζουν στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη με μάτια διάπλατα ανοιχτά.

Αυτό που ακουγόταν σαν σκόρπιοι ήχοι και μακρινά ποδοβολητά ξεκαθάρισαν πλέον σε ένα δυνατό καλπασμό. Η Ιντούν το αναγνώρισε και ήξερε πως αυτό που πλησίαζε δεν ήταν απλό ελάφι. Είχε τη σβελτάδα του ελαφιού, τη δύναμη του αλόγου και σύμφωνα με την ξεκάθαρη ηχώ των οπλών του, κινούνταν καταπάνω τους με όλη την ορμή της γης. Άπλωσε τα χέρια της αντανακλαστικά για να επικαλεστεί το Φράγμα του Ανέμου, πάντα ψύχραιμη και οξυδερκής, καθώς υπολόγισε πως το ζωντανό θα αντιλαμβάνονταν το εμπόδιο με το ένστικτο και θα άλλαζε πορεία πριν περιμαζέψει καμιά μαθήτρια. Όλοι ασφαλείς, ζώο και αποστολή. Μόνο που τα σχέδιά της ανακόπηκαν πριν ανεβάσει το φράγμα καθώς, από την ίδια κατεύθυνση δυο αδικαιολόγητα χαρούμενες παιδικές φωνές τρυπούσαν τη λογική της στη διαπασών.

"Ιντουνελαααα!!! "
 
Αιολίς και Αναξίμανδρος γύρισαν απότομα και για ένα δευτερόλεπτο τους έπεσε το σαγόνι. Το "ελάφι" ήταν μια αρσενική χρυσότριχη άλκη που κάλπαζε προς την ομάδα σε όλο της το μεγαλείο. Ο φυτοφάγος γίγαντας ήταν κοινός κάτοικος στις μεγάλες εκτάσεις της Νεδάρ, ένα από τα πρώτα ζώα που εξημέρωσαν οι Άνθρωποι του Βορρά. Πολλές κυκλοφορούσαν σε κοπάδια και ακόμη περισσότερες περιφέρονταν ελεύθερες σε μια φιλική συμβίωση με τους κατοίκους. Οι άλκες αυτές ονομάστηκαν έτσι από το χρώμα που παίρνει το τρίχωμά τους το καλοκαίρι για να ταιριάζει σε εκείνο των σιτηρών, φυσική προστασία από αγέλες λύκων.

Χρυσότριχες άλκες ή κουλτίρβι, όπως ήταν η τοπική τους ονομασία, τα μεγάλα αδέρφια είχαν δει αμέτρητες. Πρώτη φορά όμως έβλεπαν ανθρώπους και ακόμη χειρότερα, παιδιά να καβαλούν ανέμελα στην πλάτη των τεράστιων ζώων. Δύο αγοράκια σκόρπιζαν συνωμοτικά και αυτάρεσκα χαχανητά στο ανέμελο παιχνίδι τους με την άλκη. Φαινόταν αφύσικα εξοικειωμένη μαζί τους, χαράσσοντας τον τρόμο στα πρόσωπα της Ιντούν και του Αναξίμανδρου βαθύτερα.

«Έτοιμος;» φώναξε αυτό που φαινόταν ελαφρώς μεγαλύτερο και τα κόκκινα μαλλάκια του ανέμισαν προς τα πίσω.  Το μικρότερο έγνεψε έντονα, βουτηγμένο στον ενθουσιασμό και την απόλαυση της σκανδαλιάς. Απόλυτη φρίκη περιέλουσε ψυχρά τα δύο αδέρφια. Το κοκκινόμαλο παιδί ισορροπούσε ήδη στην πλάτη της άλκης που κάλπαζε και το μικρό πάσχιζε να ισορροπήσει στα γόνατα. Το κουλτίρβι είχε σχεδόν φτάσει την ομάδα.

«Πάμε!»

Ο χρόνος πρέπει να πάγωσε για την Ιντούν. Τα παιδάκια πήδηξαν από την πλάτη της άλκης εν κινήσει. Αν δεν την γελούσαν τα αυτιά της, ακούστηκε ο ήχος μικρής εκπυρσοκρότησης.

«ΠΙΑΣΕ ΤΟΝ ΚΛΕΑΝΔΡΟ!» διέταξε μονομιάς το μεγαλόσωμο Αναξίμανδρο και εξαπέλυσε την πλεύση του Αιόλου προς τα ιπτάμενα αγοράκια. Η άλκη πάτησε δυνατά τα δεξιά της πόδια στο χώμα και άλλαξε απότομα διεύθυνση χωρίς να επιβραδύνει και απομακρύνθηκε. Την ίδια στιγμή, ο αόρατος διάδρομος της Ιντούν έφτανε τα δυό παιδιά πριν αρχίσουν την πτώση τους και λειτουργούσε ως προωθητική τσουλήθρα που θα τα έφερνε με ασφάλεια στα χέρια των μεγάλων. Δυνατότερα τα χαχανητά τους όπως τσούλησαν στον αέρινο διάδρομο.

«Συννεφακιιιιι!» το μικρότερο από τα δυο γραπώθηκε στην αγκαλιά της Ιντούν μόλις τον άρπαξε, για να ολοκληρώσει την περιπέτεια με ένα τεράστιο, ηχηρό φιλί στο μάγουλό της. Ταυτόχρονα, ο κοκκινομάλλης Κλέανδρος προσγειώνονταν στο στέρνο του Αναξίμανδρου και γραπώθηκε πάνω του με απίστευτη χαρά κι αγάπη. Οι δυο μεγάλοι αναστέναξαν και ήταν σαφές πως έχασαν μερικά χρόνια από τη ζωή τους.

«Ποιμανδράκο γιατί;» ρώτησε ξέπνοη η Ιντούν και το βλέμμα της εναλάσσονταν μεταξύ των δυο.

Στην αγκαλιά της, δυο μεγάλα μάτια την κοίταζαν και ανέβλυζαν όλη την αθωότητα του Ήθεριντ.

«Ιντουνέλα θέλαμε να σου κάνουμε έκπληξη!»

Η καρδιά της ράγισε μπροστά σε αυτό το γλυκό, απροσποίητο χαμόγελο του μικρότερού της αδερφού. Ήταν αδύνατο να του κρατήσει κακία.
«Και πώς είναι δυνατό να το μάθατε;» ο Αναξίμανδρος που δε βρίσκονταν κάτω από την επίρρεια γλυκύτητας κεραυνοβόλησε τον Κλέανδρο με το βλέμμα κι εκείνος, χωρίς να το θέλει, κρυφοκοίταξε προς τη μεριά που στέκονταν ο Κάσσανδρος.

«Όνειρο του Αλ Ρασίντ!» ο Κάσσανδρος χτύπησε τα δάχτυλα και τηλεμεταφέρθηκε πίσω από το Σίνγκεν, πριν τον προλάβει κανείς.
Η Ιντούν κάρφωσε το βλέμμα της επάνω του, αλλά δεν πρόλαβε να του πει κουβέντα, μιας και το ζιζάνιο στα χέρια της ήδη προσπαθούσε να ξεφύγει από τη δυσφορία της σφιχτής αγκαλιάς.

«Να γνωρίσω τους φίλους σου!» ανακοίνωσε πηδώντας στο έδαφος και έτρεξε προς την ομάδα με τροφαντά μαγουλάκια αναψοκοκκινισμένα. Ο –μόλις- εννιάχρονος Ποίμανδρος στάθηκε μπροστά στην ομάδα της Ακαδημίας με τα χεράκια στη μέση. Πρώτη φορά αντίκριζε Ξωτικά, Βαλησίνους και Σοβερίνους. Τα μεγάλα, πράσινα μάτια του έλαμπαν από θαυμασμό. Ο κόσμος μόλις είχε γίνει λίγο πιο μαγικός για το μικρό αδερφάκι κι εκείνο στάθηκε ατρόμητο και ενθουσιασμένο στην ανακάλυψή του.

«Γεια σας!» χαιρέτησε με το πιο απροσποίητο και ειλικρινές χαμόγελο σε όλους. Όλοι μπορούσαν να δουν ότι μόλις είχε βγάλει τους νεογιλούς του κυνόδοντες και ήταν ένας μικρός, γλυκός φαφούτης.


Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 7
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Απόλαυσε την επανένωση τους και την αγάπη που έδινε ο ένας στον άλλον, σαν να ήταν δική της οικογένεια. Αυτό ήταν κάτι που έλειπε από την δική της, αν μπορούσες βέβαια να την πεις οικογένεια, και όλο αυτό της έδινε μεγάλη θλίψη.

Ο Κασσάνδρος τις αποκάλεσε συμμαθήτριες. Για μια στιγμή είχε ξεχάσει ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν και αυτός στην Ακαδημία μαζί τους. Αυτό την χαροποίησε κάπως.
 Κατέβασε το κεφάλι για να κρύψει το χαμόγελο της καθώς τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια πείραζαν τον μικρότερο. Όλη αυτή η ανεμελιά, πόσο της είχε λείψει. Τα γέλια πολλαπλασιαστηκαν, καθώς πλέον είχε γίνει ένας μικρός διαγωνισμός πειράγματος ανάμεσα στους Ιντούν.

Όλα σταμάτησαν ξαφνικα, όταν καλπασμοι ακούστηκαν να πλησιάζουν προς το μέρος τους όλο και περισσότερο. Αμέσως μπήκε σε θέση ετοιμότητας. Όσο καλά και να περνούσε δεν μπορούσε να ξεχάσει πως βρίσκονταν σε αποστολή. Ίσως οι ληστές τους βρήκαν πρώτοι! Έντρομη, ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς της να αυξάνονται.
"Ιντουνελαα" Ακούστηκαν παιδικές φωνές, τόσο δυνατά που σχεδόν κάλυπταν τον ήχο του ποδοβολητου των ζώων. Μπερδεμένη κοίταξε τους υπόλοιπους. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως ήταν και αυτά αδέρφια της Ιντούν. Έγειρε λίγο το κεφάλι στο παράξενο θέαμα που διαδραματιζεται με γρήγορους ρυθμούς, μπροστά της. Άραγε έτσι είναι εδώ; χρησιμοποιούν ελάφια αντί για άλογα; ΣΊΓΟΥΡΑ ΟΧΙσυλλογίστηκε καθώς παρατήρησε την τρομάρα της Ιντούν.

Ευτυχώς όλα εξελίχθηκαν καλά. Τα δύο σκανδαλιαρικα μικρούλια βρίσκονταν στη ασφάλεια της αγκαλιάς και τα άγρια ζώα έφυγαν μακριά τους χωρίς να ποδοπατήσουν κανέναν.  Φυσικά ο ένοχος και προδότης της αποστολής έτρεξε να κρυφτεί μακριά από το άγριο βλέμμα της αδερφής του. Η Μοργκέιν γονάτισε, για να κατέβει στο ύψους του παιδιού που πλέον στεκόταν μπροστά τους. "Τι χαριτωμένος που είσαι!" είπε και του έσκασε ένα φιλί στο κεφάλι. Το βλέμμα της σηκώθηκε στον Κλέανδρο και στον Αναξίμανδρο, για να καταλήξει στην Ιντούν. Πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν για αυτήν να φροντίζει όλους αυτούς τους υπέροχους ταραξίες. Αν την θαύμαζε πριν, τώρα σίγουρα την αγαπούσε!

"Λοιπόν, όταν είστε έτοιμοι μπορούμε να ξεκινήσουμε" είπε παιχνιδιάρικα.


Αλέξα Γκάρντεν

  • Σοβερίνος
  • Αλχημιστής
  • Level 3
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Αλέξα χαιρόταν το θέαμα της επανένωση της οικογένειας των Ιντουν. Πραγματικά έμοιαζαν μεταξύ τους. Η δική της οικογένεια, ήταν και αυτή πολύβουη,με αδέρφια σε διαφορετικές ηλικίες.

Ακούγοντας τον ξέφρενο καλπασμο από κάποιο ζώο, η Αλέξα γύρισε ενστικτωδώς, σε θέση, για να του κόψει τη φορά. Το τεράστιο αυτό ελάφι, το είχε ξανασυναντησει στα μέρη της. Συνήθως ερχόταν με φόρα και όλα τους τα ζώα το έσκαγα αφηνιασμένα από το φόβο Η Αλέξα από μικρή είχε μάθει, ευέλικτη καθώς ήταν, να τα πιάνει από τα κέρατα, καθώς έτρεχε γρήγορα παράλληλα Έτσι, είχαν γλιτώσει πολλές φορές το κοπάδι τους. Όμως καθώς πλησίαζε, κατάλαβε ότι ήταν απίστευτο το μέγεθος του ζώου! Ήταν τόσο ψηλό, που η μικροκαμωμενη σοβερινη, άνετα περνούσε κάτω από τα πόδια του.

Μέσα στον πανικό της, άκουσε φωνούλες... "Παιδικές φωνούλες?" αναρωτήθηκε με περίσσεια ανησυχία και κοίταξε την Ιντουν και τα αδέρφια της που στέκονταν εκεί. Πραγματικά ο τρόμος του ατυχήματος ήταν στα μάτια όλων. Ευτυχώς όλα εξελίχθηκαν ομαλά και τα μικρουλια της οικογένειας, προσγειωθηκαν με ασφάλεια στα συννεφάκια και στις αγκαλιές.

Όμως ο ένας εξαφανίστηκε!!! Για να εμφανιστεί πίσω από τον Σίνγκεν, την επόμενη στιγμή!!! Η Αλέξα, δεν είχε ξανασυναντησει κάποιον με τέτοια δύναμη και εντυπωσιαστηκε. "Άραγε τι άλλες εκπλήξεις κρύβει αυτή η πανέμορφη οικογένεια" αναρωτήθηκε κοιτάζοντας τους έναν έναν.

Η ματιά της συναντήθηκε με του μικρού ταραξια "Ποιμανδρακου". Είχε βλέμμα έκπληξης και αυτός. Προφανώς δεν είχε ξαναδεί τόσο ετεροκλητη ομάδα. Καθώς του μιλούσε η Μοργκειν, η μικρή σοβερινη πήγε κοντά του.

Όταν τον φίλησε η Μοργκειν στο κεφαλάκι του, η Αλέξα τον έπιασε αγκαλίτσα και τον ζουληξε με αγάπη. Της είχαν λείψει τόσο τα αδέρφια της... Μικρά και μεγάλα.

"Γειά σου μικρούλη!Τι? Τι μας κοιτάς έτσι?" του είπε με γλυκιά φωνή που έδειχνε αγάπη αδερφικη και τον άφησε από την αγκαλιά της.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 17, 2020, 10:28:17 μμ by Αλέξα Γκάρντεν »


Άρυα Λιρέλ

  • ΣΤ' Έτος
  • Θεραπευτής
  • Level 9
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, που η Άρυα δεν πρόλαβε καν να σκεφτεί πώς θα μπορούσε να αντιδράσει. Η Ιντούν με τον Αναξίμανδρο, και αν τρομαγμένοι, φάνηκαν να ξέρουν τι κάνουν.

Πόσες φορές άραγε έχουν αντιμετωπίσει τέτοιου είδους σκανταλιές; αναρωτήθηκε η Άρυα καθώς τα δυό μικρούλια έπεφταν με ασφάλεια στις αγκαλιές τους. Η Ιντούν άραγε πώς να ήταν ως παιδί; Άλλη μια απορία που την έκανε να χαμογελάσει.

«Ποιμανδράκο γιατί;» έκανε η Ιντούν προσπαθώντας αποτυχημένα να κρατήσει αυστηρό τον τόνο της φωνής της.

«Ιντουνέλα θέλαμε να σου κάνουμε έκπληξη!» φώναξε ο μικρούλης γεμάτος γλύκα.

«Και πώς είναι δυνατό να το μάθατε;» ρώτησε έκπληκτη η Ιντούν, και το αυστηρό βλέμμα του Αναξίμανδρου έκανε τον μικρούλη Κλέανδρο να κοιτάξει άθελά του τον υπεύθυνο. Ο Κάσσανδρος, με ένα χτύπημα των δακτύλων του βρέθηκε αρκετά μακριά, και η Άρυα γέλασε βλέποντάς τους σε συνεχή εγρήγορση. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα ήταν να ζει κανείς μαζί τους• χωρίς αμφιβολία, περιπέτεια.

Όταν ο μικρός της οικογενείας ήρθε γεμάτος θάρρος να τους γνωρίσει, η Άρυα δεν μπορούσε παρά να του σκάσει ένα πλατύ χαμόγελο. Χαμήλωσε στο ύψος του και άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. Το μικρό του χεράκι μπόρεσε να καλύψει μόνο δύο από τα δάχτυλά της, κουνώντας τα ενθουσιασμένα καθώς αντάλλαζαν ονόματα.

Του χάιδεψε λίγο το μάγουλο, και έπειτα σηκώθηκε και άφησε να κορίτσια να συνεχίσουν τα πειράγματα, με τον μικρό τρισευτυχισμένο. Το βλέμμα της ταξίδεψε στον δεύτερο κατά σειρά μικρούλη, χωμένο ακόμα στην αγκαλιά του μεγάλου του αδερφού. Της φάνηκε κάπως παραπονεμένος, ίσως επειδή όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στο γλυκάκι που τους πλησίασε πρώτο.

«Γεια σας» έκανε με ένα γλυκό χαμόγελο κοιτώντας μια τον ένα και μια τον άλλο, καθώς πήγαινε προς το μέρος τους. «Με τον αδερφό σου γνωριστήκαμε πριν λίγο. Είμαι η Άρυα. Είσαι ο Κλέανδρος, σωστά;» ρώτησε, παρόλο που ήξερε ήδη την απάντηση, για να τον κάνει να της μιλήσει. Έριξε ένα βλέμμα στον Αναξίμανδρο για να πάρει κατά κάποιον τρόπο την άδεια να τους πλησιάσει λίγο ακόμα, και κοίταξε τον μικρό.
«Έχεις τα πιο όμορφα μαλλιά που έχω δει» του είπε, χαϊδεύοντάς τα παιχνιδιάρικα.


Σίνγκεν Σινόντα

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 8
  • Βοηθός Καθηγητή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ο Σίνγκεν χαιρέτησε τους αδερφούς με ένα ειλικρινές χαμόγελο και με ένα νεύμα. Φαίνονταν έξυπνοι και ικανοί, όπως η Ιντούν, και από μικρά σημάδια στον τρόπο που μιλούσαν ή στέκονταν, ο Σίνγκεν σχημάτισε πολύ καλή αρχική άποψη γι’ αυτούς. Φυσικά, οι στενοί δεσμοί της οικογένειας φαίνονταν.

Σύντομα όμως, δράση και έκπληξη. Τα νεότερα αδέρφια της Ιντούν έκαναν την εμφάνισή τους με τον πιο ιδιαίτερο και λιγότερο ασφαλή τρόπο, γεμάτα εμπιστοσύνη, ανεμελιά και αθωότητα. Ο Σίνγκεν είδε την Ιντούν και τον αδερφό της να δρουν, και αποφάσισε να μην δράσει και αυτός κατευθείαν για να μην παρεμβληθεί αθέλητά του στις πράξεις τους. Αν χρειαζόταν, ήταν έτοιμος να παρέμβει. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. 

Την επόμενη στιγμή ο Κάσσανδρος ήταν πίσω του, με μια τεχνική φτιαγμένη από δολοφόνους. Τα αντανακλαστικά του Σίνγκεν, αιχμηρά και διαμορφωμένα από εκατοντάδες ώρες εκπαίδευσης για να αντιδρούν ειδικά σε τέτοιες συνθήκες, ούρλιαξαν και οι μύες του ένιωσαν μια αίσθηση σαν χιλιάδες μικρές βελόνες να εξαπλώνονται. Ο κεραυνός τραγουδούσε στο αίμα του….αλλά ο Σίνγκεν ανάσανε και επέβαλε τη θέλησή του στο ένστικτό του.

«Ναι μεγάλε, εμένα περιμένεις να σε κρύψω.» σχολίασε με ένα παιχνιδιάρικο και ανάλαφρο τόνο. Ο Σίνγκεν ήταν ψηλός και αθλητικός, αλλά δεν είχε την κορμοστασιά και τον όγκο ενός Πολεμιστή, και το πείραγμά του ήταν ταυτόχρονα ένας μικρός έπαινος για το ανάστημα του έφηβου.

Ο Σίνγκεν παρατήρησε τα νεότερα αδέρφια, και μετά πλησίασε το νεότερο. Λύγισε τα γόνατά του ώστε να είναι πιο κοντά στο ύψος του παιδιού και του χαμογέλασε ζεστά. «Εσύ είσαι ο Ποίμανδρος, σωστά? Πολύ ωραία είσοδος. Εγώ είμαι ο Κουνιάδος, έτσι θα με λες.» του είπε με γλυκό γλυκό τόνο, σαν αυτό να ήταν το όνομά του. «Και εγώ θα σου δώσω αυτό, δώρο από εμένα, τον Κουνιάδο.» είπε με χαμόγελο, και έβγαλε το χέρι από μία από τις τσέπες του. Αυτό που κρατούσε ήταν η μορφή ενός σπουργιτιού της Σιράν, σκαλισμένη σε ζεστό, ανοιχτό ξύλο, πολύ στρογγυλεμένη αλλά με σκαλίσματα που ταυτόχρονα το έκαναν πολύ ζωντανό.

Γιατί αυτός ήταν ο Σίνγκεν, μπορούσε να δωροδοκήσει ένα μικρό παιδί προκειμένου να σκαρώσει μια σκανδαλιά προς την Ιντούν.


Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 9
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
«Σαφέστατα», απάντησε με μεγάλη φυσικότητα ο Κλέανδρος στην Άρυα για να δείξει ότι κι αυτός ήταν μεγάλος και δεν ήθελε να τον αντιμετωπίζουν ως παιδί.
«Τρόπους!» τον κατακεραύνωσε με τη βροντερή φωνή του ο Αναξίμανδρος καθώς τον άφηνε να φύγει και γύρισε να χαιρετήσει τη Θεραπεύτρια που μέχρι πέρυσι ήταν συμμαθητές. «Έι κορίτσι, χαίρομαι που σε βλέπω στα μέρη μας. Πώς ήταν το ταξίδι;» ρώτησε και έπιασαν ψιλοκουβεντούλα, ενώ ο Κλέανδρος ξέφευγε από την εποπτεία των τριών μεγάλων και προσέγγισε το στόχο, έτοιμος για συμπλοκή.
«Έι», είπε σιγανά, μα βλοσσυρά στο Σίνγκεν με ένα τράβηγμα της μπολούζας του, «έχω τα μάτια μου επάνω σου... Είμαι Αλχημιστής φωτιάς εγώ και αν κάνεις τίποτα στην Ιντουνέλα... θααα πωωω... θα της πω τι του έδωσες!», απείλησε παιδικά, αλλά σοβαρά τον κατά πολύ μεγαλύτερό του Σίνγκεν και έδειξε τον πανευτυχή Ποίμανδρο που έκρυβε το ξύλινο σπουργίτι στην τσέπη του. Δεν τον ένοιαζε! Η Ιντούν ήταν δική του και μόνο δική του. Εντάξει, επέτρεπε να είναι και των άλλων αδερφών του, αλλά μόνο αυτών, κανενός άλλου. Δεν την έδινε λέμε! Αν έπεφτε στον Κλέανδρο ο κλήρος να την προστατέψει, το Σίνγκεν θα τον καψάλιζε.
Μα τι έκαναν αυτά τα αδέρφια του; Αυτός έπρεπε να τα προσέχει όλα; Άντε καλά, η Ιντούν οργάνωνε τα κορίτσια, αλλά ο Αναξίμανδρος που βοηθούσε... θα μπορούσε να προσέξει τη δωροδοκία αν δεν έπιανε τη χαζοκουβεντούλα. Τι είχε κι αυτός τόσους φίλους; Ούτε ο Κάσσανδρος πρόσεχε κι ας ήταν πίσω από την πλάτη του εχθρού. Κάσσανδρε προδότη! Είχε διαλέξει την εχθρική πλευρά και... Άιντε ο Κάσσανδρος! Μία έφτιαχνε τα ρούχα του, μία τα μαλλιά του, μία προσπαθούσε να βοηθήσει και πάντα, μα πάντα έριχνε κλεφτές ματιές στη Μοργκέιν.

«Είμαστε έτοιμοι!» ανακοίνωσε η Ιντούν χτυπώντας δυνατά τα χέρια της για να μαζευτούν όλοι και η αποστολή ανασυγκροτήθηκε. «Θα πάμε στο Δήμαρχο σήμερα, θα μας εξηγήσει πού πρέπει να πάμε και θα κοιμηθούμε εκεί, οπότε πάρτε τα σακίδια μαζί σας για να είστε άνετες και αύριο ξεκινάμε!»

Με ένα παράξενο τρόπο που μόνο οι μεγάλες αδερφές γνώριζαν, η Ιντούν είχε μαντέψει ότι ο Κλέανδρος μπορεί να δημιουργούσε πρόβλημα στο Σίνγκεν. Όσο μιλούσε, γράπωσε απαλά τη μπλούζα του έκτου αδερφού και τον καθοδήγησε ευγενικά, αλλά χωρίς να δέχεται αντιρρήσεις, πίσω στον Αναξίμανδρο. Με παρόμοια ακούραστη διάθεση πήρε στην αγκαλιά της και πάλι τον Ποίμανδρο, ενώ είχε ήδη γνέψει στον Κάσσανδρο με τα μάτια να συμμαζευτεί. Οι Ιντούν ήταν πανέτοιμοι να οδηγήσουν την παρέα μέσα από την Ιερελάρ.

«Θέλω αγκαλιά!» αναφώνησε από το πουθενά ο Κλέανδρος, διεκδικώντας τη θέση του μικρότερου. Η Ιντούν δεν του αρνήθηκε, ήταν ο μόνος από τους τέσσερις που δεν είχε άμεση επαφή από τη στιγμή που έφτασε στην πατρίδα. Το λοξοκοίταξε όμως. Ο Κλέανδρος ήταν ήδη έντεκα και έφτανε την Ιντούν μέχρι το στήθος, το οποίο σήμαινε πως θα σήκωνε ένα παιδί πάνω από τριάντα κιλά. Έδωσε τον Ποίμανδρο στον πρώτο αδερφό και ο Αναξίμαδρος τον κάθισε στους ώμους του, ενώ εκείνη φορτώθηκε τον έκτο αδερφό, πολύ μεγάλο για αγκαλιά πια, με αδερφική στοϊκότητα και αποθέματα φυλαγμένης στοργής που της έδιναν δύναμη να τον κουβαλήσει μέχρι την άκρη του κόσμου.
«Κι εγώ αγκαλιά!» Ο Κάσσανδρος προσέκρουσε πάνω στην Ιντούν και τον Κλέανδρο, ρίχνοντάς τους σχεδόν κάτω. Η Ιντούν γόγγυξε από το βάρος , αλλά κρατήθηκε. Την κρατούσε στο γνωστό του κεφαλοκλείδωμα και της φιλούσε τα μάγουλα, ενώ το μικρό χέρι του Κλέανδρου τον έσπρωχνε μάταια μακριά.
«Την τιμώρια δεν την γλιτώνεις όσο κι αν παιδιαρίζεις», του ψιθύρισε απειλητικά και ύστερα γέλασε, κάνοντας τα πρώτα βήματα προς το κέντρο του χωριού.

Τα αδέρφια Ιντούν ή καλύτερα, ο μπόγος αδερφών Ιντούν οδήγησε τις μαθήτριες και το Σίνγκεν μέσα από τα φαρδιά δρομάκια του πεδινού χωριού. Τα σπίτια, κυρίως μονόροφα, είχαν ανεξαιρέτως ένα κήπο στην πίσω μεριά τους, όπου μεγάλωναν ζαρζαβατικά και εκτρέφαν κότες για τα αυγά τους. Πότε πότε, κουνέλια ξεπετάγονταν από το έδαφος, ατένιζαν το παράξενο θέαμα και κρύβονταν πάλι στις φωλιές τους. Καλοχτισμένες σιταποθήκες τοποθετούνταν πάντα στα όρια των οικοπέδων και δίπλα τους απλές αποθήκες, για τα κουζινικά και τα εργαλεία. Κάθε σπίτι είχε το δικό του πηγάδι για νερό, αλλά στην πλατεία, που έφτασαν σε δέκα λεπτά, υπήρχε ένα μεγαλύτερο. Οι κάτοικοι δεν είχε γυρίσει ακόμη από τις σοδειές και η πλατεία ήταν σχεδόν άδεια. Οι λιγοστοί χασομέρηδες της Ιερελάρ όμως δε γινόταν να μην προσέξουν την ομάδα που περπατούσε αμέριμνα καταμεσής του δρόμου. Χαίρετησαν από μακριά την Αιολίδα που κρατούσε στα χέρια της τον Κλέανδρο και αριστερά της κρέμονταν κυριολεκτικά, ο Κάσσανδρος, όπως και τον Αναξίμανδρο με το μικρό Ποίμανδρο στις πλάτες, ο οποίος χάιδευε τα μαλλιά της αδερφής του από ψηλά, κουράζοντας τον πρώτο αδερφό που δεν έβγαζε άχνα. Χαιρέτησαν διστακτικά και την πολύχρωμη πομπή, δυο Ανθρώπους με μεγάλες διαφορές στα χαρακτηριστικά τους, μία Βαλησσίνη, μία Ξωτικιά και μία Σοβερίνη.

«Στοίχημα ότι η μαμά θα το ξέρει πριν φύγουμε.» σχολίασε ο Αναξίμανδρος με ένα ψήγμα ανησυχίας.
«Δεν πειράζει Αρχηγέ μου, ας το μάθει. Για δουλειά είμαι εδώ, όχι για διακοπές»

Πριν το κατώφλι του Δημαρχείου, ο Κλέανδρος, ο οποίος συνέχιζε να κοιτάζει βλοσσυρά το Σίνγκεν σε όλη τη διαδρομή του έβγαλε περιπαικτικά τη γλώσσα πάνω από την πλάτη της αδερφής του.

«Νομίζεις ότι δε σας βλέπω Σίνγκεν, Κλέανδρε;!» τους μάλωσε χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει και ύστερα κατέβασε τον έκτο αδερφό από την αγκαλιά της.
«Κάτω όλοι! Να είστε κύριοι. Κάσσανδρε πάρτους στο σπίτι και να είσαι γρήγορα πίσω, θα κοιμηθούμε εδώ»
Τα μικρά αδέρφια αποχαιρέτησαν τους μεγάλους με δυσκολία, αλλά ο Κάσσανδρος κατάφερε να τους συνοδέψει και να απελευθερώσει την αποστολή. Φυσικά, δεν έλλειψε η αποχαιρετηστήρια γκριμάτσα του Κλέανδρου στο Σίνγκεν και πάλι πίσω από την πλάτη της Ιντούν. Από την άκρη του δρόμου, ο Ποίμανδρος με τα στραφτερά ματάκια του γύρισε μια τελευταία φορά και τον χαιρέτησε ζωηρά. Αν μπορούσε να διαβάσει κάποιος τα χείλη του, θα καταλάβαινε ότι του έλεγε «Γεια σου Κουνιάδε»

~

Ο γερο-Κλείτος Ντόρσον, Δήμαρχος της Ιερελάρ τις τελευταίες τρεις τετραετίες, υποδέχτηκε την ομάδα της Ακαδημίας με χαρά και ελπίδα. Φώναξε τον αιώνιο κλητήρα της μικρής τους πόλης, τον αμφιβόλου ακεραιότητας Κρέοντα Σόρβιρ και τον έβαλε να κουβαλήσει μαξιλάρες, στις οποίες προσκάλεσε την αποστολή να καθίσει αναπαυτικά.

«Καλωσήρθατε στο φτωχικό μας!» τους καλωσόρισε. Ο κλητήρας σέρβιρε τσάι και κουλουράκια. «Αιολίδα, καμάρι μας, να μας φιλήσεις το μπαμπά και τη μαμά, η Μητέρα να τους έχει καλά που έβγαλαν τέτοια παιδιά!» Ο κλητήρας έβαλε στην Ιντούν δεύτερο κουλουράκι κι εκείνη το πάσαρε γρήγορα στον Αναξίμανδρο που το έκανε μια χαψιά. 
«Τι τιμή να μας προσφέρει η Ακαδημία Ράζναρυ τέτοια βοήθεια σε καιρούς δυσκολίας! Να η απόδειξη Κρέοντα! Δεν είμαστε ανυπεράσπιστοι!» ξεκίνησε με συμπέρασμα γεμάτο στόμφο και η Ιντούν γνώριζε ότι ακολουθούσε μακροσκελές λογίδριο πέρι της ιστορίας της Ιερελάρ, το καθήκον να προστατεύουμε τα πατροπαράδοτα έθιμα και την υποχρέωση λαμπρών νέων, όπως οι Ιντούν να απαντούν στο κάλεσμα της μητροπόλεως τους, γι’ αυτό η Ιντούν κάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην καφέ μαξιλάρα της και απόλαυσε το τσαγάκι της χωρίς να ακούει τις φανφάρες του Δημάρχου. Σκοτείνιασε μέχρι να τελειώσει το λογίδριο. Εντωμεταξύ, ο Κάσσανδρος, ο οποίος μπήκε σαν σκιά στο Δημαρχείο, σούφρωσε μια μαξιλάρα για τον ίδιο και κάθισε όσο πιο κοντά στη Μοργκέιν γινόταν. Η Ιντούν θα ορκίζονταν ότι δε φορούσε το ίδιο πουκάμισο με πριν και οι μπούκλες του φαίνονταν πιο αφράτες. Του έκανε ένα αδιόρατο νόημα από μακριά. Το λογίδριο του Δημάρχου Κλείτου έδωσε επιτέλους τη θέση του στην πραγματική αιτία της πρόσκλησης. Με λίγα λόγια, εξήγησε στην ομάδα της Ακαδημίας και τους Πολεμιστές Ιντούν ότι τους τελευταίους μήνες, χωράφια έπιαναν ανεξήγητα φωτιά, σοδειές έλλειπαν από τις σιταποθήκες και πολλές άλκες είχαν βρεθεί νεκρές κατά μήκος του Κοραλλένιου Ποταμού. Γνώριζε ότι πρόκειται για κάποιου είδους επιδρομές, αλλά ελάχιστοι είχαν δει κάποιον από τους επιδρομείς. Ένας που τραυματίστηκε αλλά τα κατάφερε, ο Αρειανός Αλγκάρ, ο ανιψιός της κυρα-Χαρίκλειας, πρωτοξάδερφης της κουμπάρας της θετής αδερφής, του μπατζανάκη του πατέρα της γυναίκας του, ανέφερε πως οι επιδρομείς φάνηκαν σαν να ήταν Άνθρωποι, αλλά είχαν και κάτι παράξενους, μικρούς Ανθρώπους μαζί τους. Το βλέμμα του έπεσε για λίγο στην Αλέξα, αλλά μετά πληροφόρησε την ομάδα ότι οι παράξενοι είχαν πράσινο δέρμα.  Η Ιντούν παραξενεύτηκε, αλλά δεν έδωσε σημασία στο Δήμαρχο, ούτε στην υποτιθέμενα έγκυρη μαρτυρία του Αρειανού, που κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν στουπί στο μεθύσι και επικεντρώθηκε στις τοποθεσίες που έπρεπε να ακολουθήσουν. Αναφέρθηκε ο Κοραλλένιος Ποταμός.

«Έψαξε κανείς στα αρχαία; Στις σπηλιές των προγόνων;»

Η περιοχή της Νεδάρ ήταν το πρώτο από τα βασίλεια των Ανθρώπων όταν απελευθερώθηκαν από το ζυγό των Ξωτικών, όσο πιο μακριά γινόταν, αλλά με την άνεση της πεδιάδας και του βόρειου λιμανιού. Οι πρώτοι κάτοικοι που έφτασαν κατατρεγμένοι έμειναν στις σπηλιές νότια της Ιερελάρ, όπως έδειχναν οι τοιχογραφίες στους βράχους και ύστερα, έφτιαξαν τους πρώτους οικισμούς στην περιοχή που ονομάζονταν «τα αρχαία» ή επίσημα, «Αρχαία Κοιτίδα». Η Ιντούν θυμόταν πως εδώ και πολλά χρόνια δεν υπήρχαν ληστές ή συμμορίες στα αρχαία, αλλά οι κάτοικοι φοβόταν ακόμη να πλησιάσουν.

«Τι λες κοπέλα μου; Ποιον να στείλουμε στα αρχαία;» απάντησε σκανδαλισμένος ο Δήμαρχος.

Φυσικά και δε θα πήγαινε κανείς.

«Θα πάμε εμείς λοιπόν», ανακοίνωσε η Ιντούν, «γι’ αυτό εξάλλου ήρθαμε, για να ψάξουμε και να βοηθήσουμε. Ελπίζω πως όλα θα πάνε μια χαρά και θα φτάσουμε μέχρι και τις σπηλιές των προγόνων. Αν υπάρχουν ληστές εκεί... κακό του κεφαλιού τους!» είπε με πρωτοφανή σιγουριά σε ένα τρομοκρατημένο από την πιθανότητα άρνησης, Δήμαρχο που ήρθε και πάλι στα φυσιολογικά του με την εγγύηση της Ιντούν.

«Να σας στρώσουμε τότε. Κρέων!»

Ο κλητήρας έκανε φασαρία φέρνοντας κουβέρτες και μαξιλάρια σε πολύχρωμες μαξιλαροθήκες που σίγουρα είχε επιτάξει από τα γύρω σπίτια. Η Ιντούν τον απελευθέρωσε από τη μιζέρια του όταν του έδειξε τους υπνόσακους με το σύμβολο της Ακαδημίας και του ζήτησε να αφήσει κουβέρτες μόνο για τα αδέρφια της.

Πριν κοιμηθούν, εξήγησε στην ομάδα τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν με το πρώτο φως. Η Ιντούν τους σχεδίασε πρόχειρα την πορεία κατά μήκος του Κοραλλένιου ποταμού και τη διάταξη των αρχαίων στο περίπου. Τους έδειξε κρυψώνες σε περίπτωση που συναντούσαν και έπρεπε να παρακολουθήσουν εχθρούς, καθώς και μία κάτοψη της σπηλιάς των προγόνων που είχε κρατήσει στο νου της από ένα παλιό σχέδιο του Μένανδρου. Αν και κάπως αγχωμένη από το βάρος της ευθύνης τόσων μαθητριών, ήξερε πως τα κορίτσια είχαν δει μάχες, σίγουρα περισσότερες από εκείνη. Μπορούσε να τις εμπιστευθεί, τις εμπιστεύονταν. Έπειτα, κάπου κοντά παραμόνευε ο Σίνγκεν με μάτια που πρόδιδαν ότι είχαν αντικρίσει περισσότερο αίμα από ότι ήθελε να παραδεχτεί. Αυτό που φοβόταν περισσότερο ήταν για τα αδέρφια της. Πόσο έτοιμοι ήταν;

Η Ιντούν ξάπλωσε σε μία άκρη, αφήνωντας χώρο για τους άλλους. Στα δεξιά της ήρθε και απλώθηκε ο Αναξίμαδρος. Πριν προλάβει να γυρίσει, ο Κάσσανδρος στριμώχτηκε από την άλλη, μεταξύ της αδερφής του και του τοίχου. Με τα αδέρφια της για υποστήριξη αισθάνονταν ασφαλής. Κοιμήθηκαν ταυτόχρονα και οι τρεις. Το πρώτο φως του ήλιου βρήκε την Ιντούν καταπλακωμένη από τα μπράτσα των αδερφών της. Τα δικά της ήταν ανοιχτά, όλο το βράδυ τους είχε αγκαλιά.


Άρυα Λιρέλ

  • ΣΤ' Έτος
  • Θεραπευτής
  • Level 9
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Μιλούσαν για αρκετή ώρα με τον μεγάλο αδερφό της Ιντούν, και η Άρυα σκεφτόταν πως το μετάνιωνε που δεν ήταν και τόσο κοινωνική παλαιότερα. Ο Αναξίμανδρος φαινόταν πολύ καλός τύπος. Ξεχάστηκε αρκετά με την κουβέντα που έπιασαν, μέχρι που η Ιντούν τους έβαλε και πάλι σε τάξη.

«Είμαστε έτοιμοι! Θα πάμε στο Δήμαρχο σήμερα, θα μας εξηγήσει πού πρέπει να πάμε και θα κοιμηθούμε εκεί, οπότε πάρτε τα σακίδια μαζί σας για να είστε άνετες και αύριο ξεκινάμε!»

Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν την Νεδάρ και καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς το Δημαρχείο προσπαθούσε να απορροφήσει όσα περισσότερα γινόταν. Οι μεγαλύτεροι των Ιντούν κουβαλούσαν τα "οικογενειακά βάρη", οπότε η ομαδούλα τους προχωρούσε σχετικά αργά, κάτι που βόλευε αρκετά την Άρυα. Με το σημειωματάριο στο χέρι, έφτιαχνε μικρά σκίτσα από κτίσματα και ζώα που συναντούσαν στο δρόμο, μέχρι που αποφάσισε να προσθέσει και την οικογένεια Ιντούν στο τέλος, έτσι όπως τους είχε μπροστά της όλους. Παρατήρησε πως ορισμένοι τους κοιτούσαν περίεργα, ιδίως την ίδια, κάτι που την έκανε να νιώσει εντελώς αμήχανα. Στην αρχή είχε την εντύπωση πως μπορεί να ήταν τα σημάδια της, οπότε τα έκρυψε, αλλά όχι. Συνειδητοποίησε πως ήταν κάτι πολύ πιο απλό• ήταν ένα ξωτικό στη χώρα των ανθρώπων, και μάλιστα το μοναδικό στην ομάδα τους. Η Μεγάλη Μάχη είχε γίνει εδώ, η Κοιλάδα του Θανάτου ήταν εδώ, και οι μνήμες φαίνεται πως ήταν ακόμη φρέσκιες. Έβαλε στην τσάντα της το σημειωματάριο και το κάρβουνο, και σήκωσε την κουκούλα της κάπας της. Για την υπόλοιπη διαδρομή, κράτησε το βλέμμα της στο έδαφος.

Δεν άργησαν να φτάσουν στο Δημαρχείο. Ο κύριος  Ντόρσον, ο Δήμαρχος, και ο κύριος Σόρβιρ, τους υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά και η Άρυα επιτέλους χαλάρωσε κάπως. Διάλεξε μία από τις παχιές μαξιλάρες δίπλα στην Ιντούν και τον Αναξίμανδρο, ενώ από τα δεξιά της ήρθε και κάθισε η Μοργκέιν. Αρνήθηκε ευγενικά το τσάι –δεν της άρεσε ποτέ– μα ο κύριος Σόρβιρ επέμενε να πάρει τουλάχιστον ένα - δυό κουλουράκια. Δεν μπορούσε να αρνηθεί και δεύτερη φορά, και παρόλο που το στομάχι της ήταν κόμπος, τα πήρε. Με την άκρη του ματιού της πρόσεξε την Ιντούν να δίνει το δικό της στον Αναξίμανδρο –ο οποίος παρεμπιπτόντως φαινόταν να τα ευχαριστιέται ιδιαιτέρως– και με ένα χαμηλόφωνο "ψιτ" την ώρα που ο κλητήρας μοίραζε κεράσματα και στους υπολοίπους, του πέταξε γρήγορα και τα δικά της.

«Τι τιμή να μας προσφέρει η Ακαδημία Ράζναρυ τέτοια βοήθεια σε καιρούς δυσκολίας! Να η απόδειξη Κρέοντα! Δεν είμαστε ανυπεράσπιστοι!» ξεκίνησε ο Δήμαρχος. Ο κλητήρας εν τω μεταξύ τους κοίταζε όλους έναν προς έναν, για να σιγουρευτεί πως όλοι είχαν πάρει κέρασμα, μέχρι που έφτασε στα άδεια χέρια της Άρυα. Εκείνη σάστισε προς στιγμήν, μα γρήγορα έκανε πως μασάει το κουλουράκι.

«Πολύ νόστιμα» έκανε δήθεν μπουκωμένη.

Και τότε ο κλητήρας της χαμογέλασε, και της πρόσφερε άλλο ένα που είχε περισσέψει. Η Άρυα το κοίταξε με ένα παγωμένο χαμόγελο, ενώ από μέσα της φώναζε γιατί σε μέναααα, και το πήρε στο χέρι της. Δίπλα της οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Η Άρυα στριφογύρισε τα μάτια, και με έναν αναστεναγμό δάγκωσε μια πραγματική μπουκιά.
Ήταν νόστιμο τελικά.

Δεν πέρασε και πολλή ώρα πριν φανεί ο Κάσσανδρος, ο οποίος έπιασε μια μαξιλάρα και την έχωσε με το ζόρι όσο πιο δίπλα στη Μοργκέιν γινόταν. Η Άρυα αντάλλαξε μερικά πονηρά βλέμματα με τον Αναξίμανδρο και την Ιντούν, και προσπάθησε να συγκρατήσει το χαμόγελό της καθώς έδινε μια ελαφριά αγκωνιά στη Μοργκ. Φαινόταν κάπως ζαλισμένη από τον λόγο του Δημάρχου.

«Θα σου πρότεινα να ρίξεις ένα βλέφαρο στο παιδί στα δεξιά σου. Τόσο κόπο έκανε για σένα» της ψιθύρισε, με το χαμόγελό της να μεγαλώνει κάθε φορά που ο Κάσσανδρος έστρωνε τις μπούκλες ή το πουκάμισό του. «Γλυκούλης είναι, δωσ' του μια ευκαιρία» συμπλήρωσε, και της έκλεισε το μάτι. Έπειτα χαλάρωσε στη μαξιλάρα της, περιμένοντας τον Δήμαρχο να φτάσει στο ζουμί της υπόθεσης.
Απόρησε και ανησύχησε αρκετά όταν έκανε λόγο για πράσινα ανθρωπάκια, και κοίταξε αμέσως την Ιντούν. Δεν φαινόταν καθόλου προβληματισμένη. Γύρισε στη Μοργκέιν.

«Το άκουσες αυτό;» τη ρώτησε, και ένα βλέμμα της αρκούσε για να καταλάβει ότι και πάλι σκέφτονταν το ίδιο. Ουρίβ. Μετά από όλα αυτά, δε θα της φαινόταν καθόλου παράξενο να υπάρχουν τέτοια πλάσματα. Πόσο προετοιμασμένοι ήταν όμως οι υπόλοιποι για μια τέτοια περίπτωση;

Η Άρυα ξεφύσησε και την προσοχή της γρήγορα τράβηξε το επόμενο μέρος της συζήτησης• σπηλιές, αρχαία, και ένας τρομοκρατημένος Δήμαρχος συμπλήρωναν μια δεύτερη γύρα ανησυχίας. Το στομάχι της σφίχτηκε ακόμα περισσότερο. Είχε γενικά ένα περίεργο προαίσθημα από νωρίς, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν ήταν καλό ή κακό• ίσως λίγο και από τα δύο.

Η συζήτηση από κει και πέρα έληξε σχετικά γρήγορα, με προτροπή της Ιντούν, και ο καθένας τους πήρε και από έναν υπνόσακο. Η Άρυα ξάπλωσε και απορροφήθηκε στις σκέψεις της κοιτώντας το ταβάνι τόση ώρα, που όταν επιτέλους συνήλθε, φαινόταν πως όλοι είχαν πλέον κοιμηθεί. Άφησε το βιβλίο της στην άκρη για εκείνο το βράδυ, και προσπάθησε και η ίδια να κοιμηθεί.

Ποιος ήξερε τι μπορεί να τους έκρυβε η επόμενη μέρα.



Αλέξα Γκάρντεν

  • Σοβερίνος
  • Αλχημιστής
  • Level 3
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Αλέξα ένιωθε όμορφα με αυτήν την παράξενη παρέα. Από τότε που είχε πάει στην Ακαδημία, τους έβλεπε όλους σαν φίλους και όχι σαν εχθρούς. Καθώς προχωρούσαν στο δρόμο για να βγουν στην πλατεία του χωριού, τους κοταζαν οι λιγοστοί κάτοικοι. Αλλά δεν ένιωσε άσχημα η μικρή σοβερινη. Όμως είδε τη φίλη της την Αρυα, να βάζει την κουκούλα. "Ποιος ξέρει τι σκέφτηκε?" αναλογιστηκε.

Η φασαριοζα παρέα, έφτασε στο Δήμαρχο. "Μα τι τιμή" σκέφτηκα η Αλέξα. Δεν είχε ξαναδεί Δήμαρχο. Αλλά τελικά ήρθε πρώτα ο κλητηρας. Όταν είδε το Δήμαρχο, δεν εντυπωσιαστηκε τελικά... Ένας απλός άνθρωπος ήταν. Που μιλούσε πολύ. Μα πάρα πολύ...

Τρώγοντας από ευγένεια το μπισκοτάκι, άκουγε για τα γεγονότα που είχαν συμβεί στις περιοχές. Η Αλέξα, επειδή είχε αργήσει το πρωινό που θα ξεκινούσαν, δεν είχε πολύ καταλάβει πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα. Σαν να σφιχτηκε λίγο. Κοίταξε τους γύρω της, και ένιωσε αρκετά ασφαλής. Ειδικά όταν η Ιντουν τους εξήγησε με λεπτομέρειες, ένιωσε καλύτερα. Όλα ήταν καλά οργανωμένα τελικά. Μπήκε στον ύπνο σάκο και σκεφτόταν τη Μοργκειν. "Χμμμ μάλλον σε κάποιον αρέσει!" χαμογέλασε και την πήρε ο γλυκός ύπνος.


Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 7
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Αφού η Ιντούν τους έβαλε σε μια σειρά, μικρούς και μεγάλους, ξεκίνησαν για το δημαρχείο. Κανονικά θα πήγαινε να κάνει παρέα στην Άρυα αλλά αφού την είδε απασχολημένη με το σημειωματάριο της, έστρεψε την προσοχή της στον Κασσάνδρο. Τον είχε πιάσει να την κοιτάει αρκετές φορές την προηγούμενη ώρα. Ήταν ψηλός, πολύ ψηλός και οι καστανες του μπούκλες έλαμπαν κάτω από τον ήλιο. Τον είχε συμπαθήσει αρκετά, ολα τα αδέρφια Ιντούν άλλωστε ήταν πραγματικά μαργαριτάρια. Τον παρατήρησε να κάνει αστεία με τα μικρά και τους υπόλοιπους και χαμογέλασε ασυναίσθητα μαζ τους.

Ο δήμαρχος τους υποδέχτηκε με χαρά και μαζί με τον κλητηρα τους ετοίμασαν μεγάλες αναπαυτικές μαξιλάρες για να καθίσουν. Διάλεξε φυσικά την θέση δίπλα στην Άρυα και δέχτηκε με χαρά το κέρασμα με τσάι και κουλουρακια. Το ρόφημα μύριζε υπέροχα και τα κουλουράκια φαίνονταν πεντανοστιμα. Ξεκίνησε να μασουλαει με ευχαρίστηση όσο άκουγε την συζήτηση μεταξύ της Ιντούν και του κυρίου Ντορσον. Φαινόταν πραγματικά ανακουφισμενος που βρισκόταν η Ακαδημία εδώ για βοήθεια. Όχι πολυ αργότερα μια μαξιλάρα προσγειώθηκε δίπλα της και ο Κασσάνδρος έκατσε επάνω της, τόσο κολλητά δίπλα της που τα γόνατα τους σχεδόν ακουμπουσαν μεταξύ τους. Και επειδή τίποτα δεν ξεφεύγει από την Άρυα δεν άφησε τέτοια κίνηση να φύγει ασχολίαστη.
 "Σσσσ τον είδα!" της ψιθύρισε χαχανιζοντας και έβαλε την τελευταία μπουκιά από το κουλουράκι στο στόμα της. Συνέχισε να παρακολουθεί την συζήτηση, καμμένα χωράφια και κλεμμένες σοδειες, αυτός ήταν ο λόγος που ήρθαν άλλωστε όμως σίγουρα δεν ήταν προετοιμασμενη για αυτό που ακολούθησε.
 Οι λέξεις έπαιξαν σε αργό ρυθμό και η Μοργκέιν ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται. Γραπώθηκε με το ένα χέρι στον Κασσάνδρο και με το άλλο στην Άρυα, η οποία ήταν το ίδιο ανήσυχη. Μικρά πράσινα ανθρωπάκια. ΌΧΙ, ΌΧΙ, ΟΧΙ φώναζε μέσα στο μυαλό της καθώς εικόνες της Ουρίβ ξαναβγηκαν στην επιφάνεια.

Πήρε τον χρόνο της να ηρεμισει, κάθισε με προσοχή και άκουσε καθώς η Ιντούν εξηγούσε την πορεία που θα ακολουθούσαν. Σπηλιές, αρχαία και ο Κοραλλένιος ποταμός. Νερό, ο πυρήνας της δύναμης της. Όσο βρισκόταν δίπλα σε νερό θα ήταν καλά. Συνέχισε να το λέει στον εαυτό της σε επανάληψη μέχρι που την πήρε ο ύπνος αγκαλιά με την μεγάλη μαξιλάρα.


Σίνγκεν Σινόντα

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 8
  • Βοηθός Καθηγητή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
O Σίνγκεν ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε το τράβηγμα στο μανίκι του, και γύρισε να δει τον Κλέανδρο. Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν από έκπληξη ακούγοντας τα λόγια του αγοριού και βλέποντας την έκφρασή του, και η αύρα του του θύμισε πολύ ένα άλλο μικρό τέρας. Παρ΄ όλα αυτά, δεν μπόρεσε παρά να θαυμάσει την προστατευτικότητα του παιδιού προς την αδερφή του, και ήθελε να την υποστηρίξει.

Πώς να τον προσεγγίσει? Κάποια στιγμή, οι δύο τους θα ήταν οικογένεια. Σκέφτηκε για τις λιγοστές στιγμές που είχε διαθέσιμες, και πήρε μια ριψοκίνδυνη απόφαση, και έκανε μια γκριμάτσα.

«Με τσάκωσες ε? Ωχ!» είπε και το χέρι του πήγε στο κούτελό του σαν να έπαθε ζημιά. «Δεν θα κάνω τίποτα κακό στην Ιντούν, είναι πολύ ξεχωριστή και σημαντική για εμένα.» του είπε και συνάντησε τα μάτια του παιδιού με τα δικά του, ειλικρινή μάτια. «Αλλά δεν περίμενα ότι κάποιος θα παρατηρούσε την κίνησή μου. Χμμμμ….Αλχημιστής της Φωτιάς ε? Εγώ είμαι Αλχημιστής του Αέρα, Κλέανδρε.» είπε χρησιμοποιώντας το όνομα του παιδιού, φερόμενός του ως ίσος. «Τα στοιχεία μας αλληλεπιδρούν περίεργα….αν αντιμετωπίσουμε ο ένας τον άλλο, θα νικήσει αυτός που έχει προπονηθεί περισσότερο!» του είπε. «Θα είσαι εσύ?» τον ρώτησε.

Ναι, ο Σίνγκεν είχε αποφασίσει, σε καπρίτσιο της στιγμής, ή ίσως από ένστικτο, να πάρει για τον Κλέανδρο το ρόλο του «ανταγωνιστή που σεβόταν», και ίσως βάζοντας ως στόχο τον εαυτό του να βοηθήσει τον Κλέανδρο να προχωρήσει πιο γρήγορα στην τέχνη του, θέλοντας να τον φτάσει, χωρίς όμως να προκαλέσει ταραχή στο παιδί. «Σήμερα νίκησες, αλλά την επόμενη φορά θα είμαι πιο προετοιμασμένος!» είπε με ένα χαμόγελο, την ώρα που η Ιντούν τον φώναζε.

Έπειτα, ο Σίνγκεν ακολούθησε την Ιντούν και τους υπόλοιπους. Ήταν σε επιφυλακή και τα μάτια του παρατηρούσαν τον περιβάλλοντα χώρο. Δεν ξεχνούσε ότι είχαν έρθει για μία αποστολή, και ότι αν κάποιος είχε μάθει γι αυτό, μια καλή λύση θα ήταν να τους χτυπούσε πρώτος εκεί που δεν το περιμένουν. Μια φορά όμως πλησίασε ήσυχα την Άρυα και είδε τι σχεδίαζε πάνω από τον ώμο της, και όταν τον κατάλαβε, της χαμογέλασε και μετά συνέχισε να περπατά. Η περιέργεια του δεν γνώριζε όρια!

Είδε όμως τον Κλέανδρο να του βγάζει τη γλώσσα, και ο ίδιος ανταπέδωσε τραβώντας προς τα κάτω με το δάχτυλο το κάτω βλέφαρο του αριστερού ματιού, αλλά μετά πήρε ένα αθώο πρόσωπο αμέσως όταν η Ιντούν τους μάλωσε, και η διάθεσή του βελτιώθηκε πολύ περισσότερο. Αχ, Ιντούν! Κατά την αποχώρηση, η γκριμάτσες που ανταλάχθηκαν μεταξύ Κλέανδρου και Σίνγκεν ήταν ταυτόχρονες, δείχνοντας ότι είχαν αρχίσει να συντονίζονται, έστω και αν για τώρα το «πεδίο» του συντονισμού τους ήταν ο ανταγωνισμός τους. Ο Σίνγκεν μπορούσε να διαβάσει χείλη, και χαμογέλασε αυθόρμητα και λαμπερά στον Ποιμανδράκο, χαιρετώντας τον πίσω.

Όταν τους υποδέχτηκαν Δήμαρχος και κλητήρας και κάθισαν, ο Σίνγκεν σύντομα ήταν καθισμένος με ίσια κορμοστασιά, σπαθί, κεφάλι στητό, χέρια γύρω από το ποτήρι με το τσάι του και κλειστά μάτια. Απέπνεε μια αύρα σοβαρότητας και συγκέντρωσης, και το σώμα του ήταν ίσιο όπως το σώμα κάποιου που είχε προπονηθεί και πειθαρχήσει πολύ. Τα μάτια του κλειστά, σαν να ήθελε να συγκεντρωθεί πλήρως στα λόγια του Δημάρχου, ήταν άξιος επαίνου.

Φυσικά, ο Σίνγκεν κοιμόταν. Ήταν μια από τις ικανότητες που οι περισσότεροι Σινόντα ανέπτυσσαν κατά τη σκληρή εκπαίδευσή τους, να μπορούν να κοιμηθούν διακριτικά, να ξεκλέψουν λίγο χρόνο χωρίς να φανεί. Η ανάσα του δεν έδινε την αίσθηση ότι κοιμόταν, και η στάση του ήταν πιο ίσια από αυτή πολλών ξύπνιων ανθρώπων.

Άνοιξε γαλήνια τα μάτια του όταν ο τόνος της συζήτησης άλλαξε, και άρχισε να παρακολουθεί. Οι μαρτυρίες ακούγονταν περίεργες…μικρά πράσινα πλάσματα? Ο Σίνγκεν δεν είχε ακούσει ξανά για κάτι τέτοιο.

Ο Σίνγκεν παρακολούθησε τη συνάντηση τακτικής που έκανε η Ιντούν. Άκουγε ήσυχα, απομνημόνευε πληροφορίες για κρυψώνες και τη μορφολογία του εδάφους. Μετά, πήρε το λόγο.

«Προτείνω να χρησιμοποιήσουμε μια τακτική που θα μας προσφέρει κάποια προστασία από εκπλήξεις στη μάχη. Κάθε ένας από εμάς θα δηλώσει ένα άτομο το οποίο θα προσπαθεί να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της μάχης, όσο γίνεται. Αν το «άτομο-στόχος» δεχτεί ξαφνική επίθεση, ο παρατηρητής του θα προλάβει να τον ειδοποιήσει, ή τους υπόλοιπους. Συχνά στη μάχη καταλήγει κανείς να πολεμά για τη ζωή του πριν καν προλάβει να μιλήσει, κοντά στους συμμάχους του οι οποίοι όμως δεν το έχουν καταλάβει πάνω στον αχό της μάχης.» εξήγησε ο Σίνγκεν ήρεμα, επαγγελματικά. Ήξερε ότι οι περισσότεροι μαθητές που ήταν παρόντες δεν είχαν εκτεταμένη εμπειρία μάχης, και ήθελε να τους βοηθήσει να αισθανθούν μια ιδέα πιο ασφαλείς στη σκέψη ότι, στην επερχόμενη μάχη, δεν θα ήταν μόνοι τους αλλά κάποιος θα τους παρακολουθούσε.

«Εγώ θα είμαι μπροστά, και άρα θα μου είναι πιο εύκολο να παρατηρώ κάποιον που είναι μπροστά αντί να γυρίζω να κοιτάω πίσω. Συνεπώς, θα παρακολουθώ τον Αναξίμανδρο.» είπε ο Σίνγκεν. Θα μπορούσε να πει για τον Κάσσανδρο, αλλά είχε την αίσθηση ότι κάποιο άλλο αδέρφι Ιντούν, ίσως ο Αναξίμανδρος, θα ήθελε να αναλάβει το μικρότερο.

Ο Σίνγκεν κοιμήθηκε καλά αλλά και περιεκτικά το ίδιο βράδυ. Ο αέρας σε αυτό το μέρος ήταν δροσερός και…θρεπτικός, κατά κάποιο τρόπο, σαν να έδινε ενέργεια στο νου και το σώμα του. Ξύπνησε νωρίς, ίσως πριν τους υπόλοιπους και διαλογίστηκε, έτοιμος να ξεκινήσει όταν οι υπόλοιποι ξυπνούσαν.

« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 11, 2020, 11:15:56 πμ by Σίνγκεν Σινόντα »