Rasnarry Academy

[Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)

Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 7
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ξεκίνησε να τρώει το πρωινό που ετοίμασε η Ιντούν, ενώ περίμενε την Άρυα να ξυπνήσει. Συνήθως το πρωινό της ήταν πιο ελαφρύ, φρυγανιές με πάστα από κοκκινο φύκι, τσάι και ίσως λίγα φρούτα, όμως τα αυγά μυριζαν υπέροχα και δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Η φίλη της δεν άργησε να εμφανιστεί, παραπατωντας από το απότομο ξύπνημα.

Αφού τελείωσαν όλοι, ήρθε η ώρα να μαζέψουν τα πράγματα τους για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ακολουθώντας τις κινήσεις της Ιντούν προσπάθησε να μαζέψει και η ίδια την σκηνή της, όμως αν δεν την βοηθούσε η Άρυα σίγουρα δεν θα τα κατάφερνε ποτε μόνη της.

Τα χαχανιτα και τα γέλια δεν άργησαν να ξεκινήσουν. Με το που μπήκαν ξανά στις αμαξες όλο κάποια θυμόταν μια αστεία ιστορία και την μοιραζόταν με τις υπόλοιπες. Ίσως θα έπρεπε να βρουν χρόνο να κάνουν περισσότερο παρεα όλες μαζί και μέσα στην Ακαδημία,συλλογίστηκε και άρχισε να σημειώνει στο μυαλό της ιδέες για την επόμενη μάζωξη.

Η Ιντούν ήταν η πρώτη που κατέβηκε και πραγματικά έλαμπε ολόκληρη. Δεν μπορούσε να κρύψει την χαρά της που γύρισε πίσω στα εδάφη που μεγάλωσε, έστω και αν ηταν για λίγο. Οι επόμενες στιγμές εξελίχτηκαν γρήγορα. Η Ιντούν δέχτηκε μια διπλή επίθεση αδελφικής αγάπης, την οποία και δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Οι τρεις τους ενώθηκαν σε μια μεγάλη αγκαλιά.

Κοίταξε τα αδέρφια Ιντούν και χαμογέλασε ζεστα. Σκέφτηκε τον δικό της αδερφό και πόσο αγαπημένοι ήταν. Σκηνές ξεκίνησαν να παίζουν στο κεφάλι της για το πως θα ήταν η καθημερινότητα τους και πως θα αντιμετώπιζαν τις αποστολές της Ακαδημίας ο ένας στο πλευρό του άλλου, ηταν σίγουρη πως θα έμπαιναν και οι δύο.
Δεν θυμόταν την τελευταία φορά που τον είδε, κι όμως ήταν εκεί μαζί του όταν.... Γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί; Όσο πάλευε να ξεθάψει την ανάμνηση τόσο μακριά της έφευγε μέχρι που τελικά ξέχασε τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να βρει.

"Οι Πολεμιστές μας, Αναξίμανδος και Κάσσανδρος" ανακοίνωσε η Ιντούν και η Μοργκέιν ένιωσε σαν να ξύπνησε από ένα παράξενο όνειρο. Ναι φυσικά, είπε στον εαυτό της, τα αδέρφια της
"Γεια σας," ξεκίνησε να λέει "Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω και από κοντά. Έχουμε ακούσει πολλά για εσας".


Αλέξα Γκάρντεν

  • Σοβερίνος
  • Αλχημιστής
  • Level 3
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Αλέξα περνούσε υπέροχα!!! Μετά το πρωινό ξύπνημα, όλα πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Αλλά έκαναν τόσο ωραία παρέα, που δεν το περίμενε. Όλοι είχαν ιστορίες να πουν, με διάφορες καταστάσεις, όπως όταν η Αλέξα, έκαψε λιγάκι, πολύ λίγο, τον αδερφό της το μικρό.

Μαζεψαν ομαδικά τις σκηνές και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Καιρό είχε η Αλέξα να δει τέτοια φύση... Της θύμισε τα δικά της κατατόπια...

Όταν σταμάτησαν, τρόμαξε λιγάκι με τους δύο άντρες που πήγαν απότομα επάνω στην Ιντουν. Για λίγο είχε μπερδευτεί!!! Ήξερε φυσικά ότι δεν διετρεχε κάποιο κίνδυνο, ήξερε να τα βγάζει πέρα η αλχημιστρια...

"Ωωωω τα αδέρφια της!!!" μονολογησε όταν κατάλαβε τη σχέση τους...

"Γειά σας!!! Είμαι η Αλέξα!!" είπε όταν γινόντουσαν οι συστάσεις. Αλλά δεν έδωσε το χέρι για χειραψία... Αν και έλεγχε τις δυνάμεις της, για πρόληψη και μόνο, είχε σταματήσει τις χειραψίες. Μην κάψει και κανέναν...


Άρυα Λιρέλ

  • ΣΤ' Έτος
  • Θεραπευτής
  • Level 9
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Άρυα περίμενε υπομονετικά, με καρφωμένα τα μάτια στα χεράκια της Αλέξα. Το άρωμα και μόνο του κάουα την ηρεμούσε, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν πώς στο καλό είχε τόση ενέργεια η μικρούλα πρωί πρωί. Μόλις έβρασε, μοίρασε από λίγο σε όλους όσους ήθελαν, και ευχαρίστησε την Αλέξα με ένα πεταχτό φιλί στα μαλλιά. Χωρίς να αποχωριστεί την κούπα της, γύρισε στη σκηνή και μαζί με τη Μοργκ ξεκίνησαν να μαζεύουν τα πράγματά τους.

Στη διαδρομή δεν μιλούσε ιδιαίτερα. Ήταν ακόμα νυσταγμένη, και όσο κι αν επέμεινε η Μοργκέιν να της πλέξει τα μαλλιά, δεν την άφησε —έτσι θα κοιμόταν μια και καλή. Όταν πια τα αστεία άρχισαν να πέφτουν βροχή, η Άρυα δεν μπορούσε να συγκρατήσει ούτε τα γέλια της, ούτε λίγο αργότερα το κλάμα. Είχε πραγματικά καιρό να περάσει τόσο καλά, και η Ιντούν φαινόταν πολύ καλό τυπάκι. Ώρα με την ώρα μπορούσε να δει τον ενθουσιασμό της να ξεχειλίζει, το χαμόγελό της τόσο λαμπρό.

Οικογένεια.

Τόσα συναισθήματα γύρω από μια και μόνο λέξη. Για άλλους αγαπημένη, για άλλους μισητή, για άλλους... άγνωστη.

Κατέβηκε από την άμαξα με ένα «γλυκόπικρο» συναίσθημα να την κατατρώει.

«Οι Πολεμιστές μας, Αναξίμανδος και Κάσσανδρος» έκανε όλο περηφάνια η Ιντούν, και η Άρυα ψέλλισε το όνομά της, ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό τους με ένα ντροπαλό χαμόγελο.


Σίνγκεν Σινόντα

  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 8
  • Βοηθός Καθηγητή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
O Σίνγκεν βοήθησε την Ιντούν με τις προετοιμασίες, και μετά ανέβηκε και ο ίδιος στην άμαξα. Σύντομα γελούσε με την καρδιά του ακούγοντας τις ιστορίες, κάνοντας κάποιο αστείο σχόλιο εδώ και εκεί, αλλά αφήνοντας περισσότερο τους υπόλοιπους να μιλήσουν. Ήταν αρκετά όμορφα. Φυσικά, η σκέψη του συχνά ήταν στην Ιντούν. Επρόκειτο να φτάσουν στη γεννέτειρά της, ήταν ευκαιρία να καταλάβει καλύτερα τις καταβολές τις, το περιβάλλον που συντέλεσε στο να γίνει η Ιντούν αυτό που ήταν σήμερα.

Το αγροτικό τοπίο ήταν όμορφο, και θύμισε στον Σίνγκεν τα δικά του μέρη κάπως, αν και εκεί δεν είχαν τόσο μεγάλα χωράφια. Τα δικά τους στριμώχνονταν μεταξύ λόφων και βουνών. Μπορούσε όμως να καταλάβει την αγροτική ζωή, είχε παρατηρήσει πολλές ώρες τέτοιες αγροτικές εργασίες.

Μαζί με την Ιντούν, κατέβηκε και ο ίδιος και....άξαφνα, δέχτηκαν επίθεση. Είχε αρκετή σύνδεση με την Ιντούν όμως για να καταλάβει, από τις κινήσεις και την αρχική της αντίδραση, ότι αυτή δεν ήταν...ακριβώς επίθεση, και άρα δεν αντέδρασε αρχικά.

¨"Ωχ!" βόγγηξε ο Σίνγκεν, βλέποντας πως οι δύο μεγαλόσωμοι τύποι έπεσαν πάνω στην Ιντούν. Χαμογέλασε όμως βλέποντας τα πειράγματά τους, πόσο κοντά ήταν σαν οικογένεια και πόσο χαρούμενοι που ξαναέσμιγαν. Δεν μπόρεσε παρά να αισθανθεί μια ειρωνική πικρία, σκεπτόμενος πώς θα ήταν η δική του συνάντηση με το μεγάλο αδερφό του.

"¨Άουτς..." βόγγηξε πάλι ο Σίνγκεν χαμηλόφωνα όταν είδε την Ιντούν να επιβάλλεται στους δύο άντρες και να τους χτυπά τα κεφάλια μαζί. Καλή κίνηση, μάλλον εξασκημένη αρκετές φορές στο παρελθόν, σκέφτηκε ο Σίνγκεν.

"Καλώς σας βρήκαμε παιδιά!" είπε ο Σίνγκεν άνετα, με ένα ζεστό, ειλικρινές χαμόγελο, πλησιάζοντας. "Είμαι ο Σίνγκεν, συνάδελφος της Ιντούν. Ιντούν, δεν μου είχες αναφέρει πόσο μοιάζετε! Και αυτό είναι κοπλιμέντο!" είπε κοιτώντας τους αδερφούς, με εύθυμη έκφραση και διάθεση. Μπορούσε να κόψει με το μάτι ότι οι δύο άνδρες, αν και νεαροί, ήταν ικανοί. Ήταν καλό που θα τους είχαν μαζί τους.



Αιολίς Ιντούν

  • Άνθρωπος
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 8
  • Αλχημιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Από την αγκαλιά της μεγάλης αδερφής πρώτος δραπέτευσε ο Κάσσανδρος.

«Με τσαλακώνεις  Αιολίδα», ψιθύρισε ίσα για να τον ακούσει η δεσμώτης καθώς της ξεγλιστρούσε. Έφερε ανάλαφρα τα χέρια στις πλούσιες μπούκλες. Έστρωσε μαλλιά και αξιοπρέπεια με μία ρευστή κίνηση, γεμάτη νεανική ζωντάνια.

«Γεια σας συμμαθήτριες», χαιρέτισε με φωνή βελούδινη. Το χαμόγελο του Κασσάνδρου άστραψε γοητευτικό στη φλεγόμενη δύση.

Οι δύο μεγαλύτεροι αντάλλαξαν ματιές στιγμιαία και δαγκώθηκαν για να συγκρατήσουν το γέλιο τους.

"Βγάζει λειρί το πετινάρι" ψιθύρισαν και συγκρατήθηκαν ξανά με το ζόρι.

Ο Κάσσανδρος μεγάλωνε. Το υπερενεργητικό, ζαβολιάρικο αγόρι που έβαζε το Μένανδρο συνεχώς σε μπελάδες ήταν έφηβος πια. Φυσικά και θα τον ένοιαζε η εμφάνισή του. Ο Αναξίμανδρος από την άλλη, αρκέστηκε στο να σηκώσει ένα βαρύ χέρι χαμογελώντας. Τα μάτια του ζύγισαν για μια στιγμή το Σίνγκεν και επέστρεψαν στην Ιντούν. Συνέχισε να γελά μαζί της, σπίθες ικανοποίησης εμφανείς στις σκουρόχρωμες κόρες του.

«Θα κορδώνεσαι πολλή ώρα ακόμη ή μήπως να οδηγούσες εμάς τους πληβείους και τις «συμμαθήτριες» στο Δήμαρχο, όπως είπαμε;» Αναξίμανδρος και Ιντούν σχεδόν ξέσπασαν σε άλλον ένα γύρο γέλιου, ειδικά έτσι όπως τόνισε ο πρώτος τη λέξη συμμαθήτριες.

Ο Κάσσανδρος απέκρουσε το αδερφικό αστείο με ένα εξίσου πρόσχαρο νεύμα, σαν να μην τον ακουμπούσαν τα σχόλια των μεγάλων.

"Ω, φυσικά και θα τις οδηγήσω εγώ το πετινάρι, όσο εσείς παλιόκοτες τα βάζετε με το ελάφι", απάντησε και μισό θριαμβευτικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του.

" Τι σκαρφίστηκε πάλι" Η Ιντούν ετοιμάστηκε για άλλη μια αδελφική κατσάδα. Τα λόγια δε διέφυγαν ποτέ από τα χείλη της όμως, γιατί είδε τα μέλη της αποστολής να κοιτάζουν στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη με μάτια διάπλατα ανοιχτά.

Αυτό που ακουγόταν σαν σκόρπιοι ήχοι και μακρινά ποδοβολητά ξεκαθάρισαν πλέον σε ένα δυνατό καλπασμό. Η Ιντούν το αναγνώρισε και ήξερε πως αυτό που πλησίαζε δεν ήταν απλό ελάφι. Είχε τη σβελτάδα του ελαφιού, τη δύναμη του αλόγου και σύμφωνα με την ξεκάθαρη ηχώ των οπλών του, κινούνταν καταπάνω τους με όλη την ορμή της γης. Άπλωσε τα χέρια της αντανακλαστικά για να επικαλεστεί το Φράγμα του Ανέμου, πάντα ψύχραιμη και οξυδερκής, καθώς υπολόγισε πως το ζωντανό θα αντιλαμβάνονταν το εμπόδιο με το ένστικτο και θα άλλαζε πορεία πριν περιμαζέψει καμιά μαθήτρια. Όλοι ασφαλείς, ζώο και αποστολή. Μόνο που τα σχέδιά της ανακόπηκαν πριν ανεβάσει το φράγμα καθώς, από την ίδια κατεύθυνση δυο αδικαιολόγητα χαρούμενες παιδικές φωνές τρυπούσαν τη λογική της στη διαπασών.

"Ιντουνελαααα!!! "
 
Αιολίς και Αναξίμανδρος γύρισαν απότομα και για ένα δευτερόλεπτο τους έπεσε το σαγόνι. Το "ελάφι" ήταν μια αρσενική χρυσότριχη άλκη που κάλπαζε προς την ομάδα σε όλο της το μεγαλείο. Ο φυτοφάγος γίγαντας ήταν κοινός κάτοικος στις μεγάλες εκτάσεις της Νεδάρ, ένα από τα πρώτα ζώα που εξημέρωσαν οι Άνθρωποι του Βορρά. Πολλές κυκλοφορούσαν σε κοπάδια και ακόμη περισσότερες περιφέρονταν ελεύθερες σε μια φιλική συμβίωση με τους κατοίκους. Οι άλκες αυτές ονομάστηκαν έτσι από το χρώμα που παίρνει το τρίχωμά τους το καλοκαίρι για να ταιριάζει σε εκείνο των σιτηρών, φυσική προστασία από αγέλες λύκων.

Χρυσότριχες άλκες ή κουλτίρβι, όπως ήταν η τοπική τους ονομασία, τα μεγάλα αδέρφια είχαν δει αμέτρητες. Πρώτη φορά όμως έβλεπαν ανθρώπους και ακόμη χειρότερα, παιδιά να καβαλούν ανέμελα στην πλάτη των τεράστιων ζώων. Δύο αγοράκια σκόρπιζαν συνωμοτικά και αυτάρεσκα χαχανητά στο ανέμελο παιχνίδι τους με την άλκη. Φαινόταν αφύσικα εξοικειωμένη μαζί τους, χαράσσοντας τον τρόμο στα πρόσωπα της Ιντούν και του Αναξίμανδρου βαθύτερα.

«Έτοιμος;» φώναξε αυτό που φαινόταν ελαφρώς μεγαλύτερο και τα κόκκινα μαλλάκια του ανέμισαν προς τα πίσω.  Το μικρότερο έγνεψε έντονα, βουτηγμένο στον ενθουσιασμό και την απόλαυση της σκανδαλιάς. Απόλυτη φρίκη περιέλουσε ψυχρά τα δύο αδέρφια. Το κοκκινόμαλο παιδί ισορροπούσε ήδη στην πλάτη της άλκης που κάλπαζε και το μικρό πάσχιζε να ισορροπήσει στα γόνατα. Το κουλτίρβι είχε σχεδόν φτάσει την ομάδα.

«Πάμε!»

Ο χρόνος πρέπει να πάγωσε για την Ιντούν. Τα παιδάκια πήδηξαν από την πλάτη της άλκης εν κινήσει. Αν δεν την γελούσαν τα αυτιά της, ακούστηκε ο ήχος μικρής εκπυρσοκρότησης.

«ΠΙΑΣΕ ΤΟΝ ΚΛΕΑΝΔΡΟ!» διέταξε μονομιάς το μεγαλόσωμο Αναξίμανδρο και εξαπέλυσε την πλεύση του Αιόλου προς τα ιπτάμενα αγοράκια. Η άλκη πάτησε δυνατά τα δεξιά της πόδια στο χώμα και άλλαξε απότομα διεύθυνση χωρίς να επιβραδύνει και απομακρύνθηκε. Την ίδια στιγμή, ο αόρατος διάδρομος της Ιντούν έφτανε τα δυό παιδιά πριν αρχίσουν την πτώση τους και λειτουργούσε ως προωθητική τσουλήθρα που θα τα έφερνε με ασφάλεια στα χέρια των μεγάλων. Δυνατότερα τα χαχανητά τους όπως τσούλησαν στον αέρινο διάδρομο.

«Συννεφακιιιιι!» το μικρότερο από τα δυο γραπώθηκε στην αγκαλιά της Ιντούν μόλις τον άρπαξε, για να ολοκληρώσει την περιπέτεια με ένα τεράστιο, ηχηρό φιλί στο μάγουλό της. Ταυτόχρονα, ο κοκκινομάλλης Κλέανδρος προσγειώνονταν στο στέρνο του Αναξίμανδρου και γραπώθηκε πάνω του με απίστευτη χαρά κι αγάπη. Οι δυο μεγάλοι αναστέναξαν και ήταν σαφές πως έχασαν μερικά χρόνια από τη ζωή τους.

«Ποιμανδράκο γιατί;» ρώτησε ξέπνοη η Ιντούν και το βλέμμα της εναλάσσονταν μεταξύ των δυο.

Στην αγκαλιά της, δυο μεγάλα μάτια την κοίταζαν και ανέβλυζαν όλη την αθωότητα του Ήθεριντ.

«Ιντουνέλα θέλαμε να σου κάνουμε έκπληξη!»

Η καρδιά της ράγισε μπροστά σε αυτό το γλυκό, απροσποίητο χαμόγελο του μικρότερού της αδερφού. Ήταν αδύνατο να του κρατήσει κακία.
«Και πώς είναι δυνατό να το μάθατε;» ο Αναξίμανδρος που δε βρίσκονταν κάτω από την επίρρεια γλυκύτητας κεραυνοβόλησε τον Κλέανδρο με το βλέμμα κι εκείνος, χωρίς να το θέλει, κρυφοκοίταξε προς τη μεριά που στέκονταν ο Κάσσανδρος.

«Όνειρο του Αλ Ρασίντ!» ο Κάσσανδρος χτύπησε τα δάχτυλα και τηλεμεταφέρθηκε πίσω από το Σίνγκεν, πριν τον προλάβει κανείς.
Η Ιντούν κάρφωσε το βλέμμα της επάνω του, αλλά δεν πρόλαβε να του πει κουβέντα, μιας και το ζιζάνιο στα χέρια της ήδη προσπαθούσε να ξεφύγει από τη δυσφορία της σφιχτής αγκαλιάς.

«Να γνωρίσω τους φίλους σου!» ανακοίνωσε πηδώντας στο έδαφος και έτρεξε προς την ομάδα με τροφαντά μαγουλάκια αναψοκοκκινισμένα. Ο –μόλις- εννιάχρονος Ποίμανδρος στάθηκε μπροστά στην ομάδα της Ακαδημίας με τα χεράκια στη μέση. Πρώτη φορά αντίκριζε Ξωτικά, Βαλησίνους και Σοβερίνους. Τα μεγάλα, πράσινα μάτια του έλαμπαν από θαυμασμό. Ο κόσμος μόλις είχε γίνει λίγο πιο μαγικός για το μικρό αδερφάκι κι εκείνο στάθηκε ατρόμητο και ενθουσιασμένο στην ανακάλυψή του.

«Γεια σας!» χαιρέτησε με το πιο απροσποίητο και ειλικρινές χαμόγελο σε όλους. Όλοι μπορούσαν να δουν ότι μόλις είχε βγάλει τους νεογιλούς του κυνόδοντες και ήταν ένας μικρός, γλυκός φαφούτης.