Rasnarry Academy

[Quest] Η Θεραπεία, Κεφάλαιο ΙΙΙ

Κέννα

  • Πολεμιστής
  • Level 7
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Λευκό τοπιο απλωνόταν μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Μπερδεμένη ακομα κοίταξε γύρω της, τα μαλλιά της είχαν μουσκεψει από το χιόνι. Που βρίσκεται; Σταγόνες από το αίμα της έπεφταν στο κατασπρο χιόνι βαφοντας το. Τις κοίταξε σαν χαμένη. Ένα σύμβολο στα μάτια της, μια σπείρα. Η χιονοθυελα δυναμώνει, χτυπαει στο δέρμα της σαν χιλιάδες σπασμένα γυαλιά. Σηκώθηκε από το έδαφος, τύλιξε τα χέρια της γύρο από τον εαυτό της για να προστατευτεί και ξεκίνησε να προχωράει. Για που; Δεν υπάρχει τίποτα, μόνο χιόνι. Συνέχισε να προχωρά για λίγα λεπτά, ώρες; δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Ποια είναι? Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά, προσπάθησε να σωπάσει τις φωνές στο κεφάλι της. Ποια δολοφόνος; "Δεν είμαι ΕΓΏ" φώναξε με όλη της την δύναμη. Άρχισε να τρέχει, έπεσε,βυθίστηκε μέσα στο παγωμένο στρώμα,τα πόδια της πλέον είχαν αρχίσει να μουδιαζουν. Ίσως έπρεπε να μείνει εκεί ξαπλωμένη.

Μία φωνη την έκανε να ανοίξει τα ματια της. Μια καλύβα, ήταν εδώ πριν; Όχι. Δυνατό φως έβγαινε από την χαραμαδα της πόρτας. Πάλεψε για να σταθεί ξανά στα πόδια της, πλησίασε, εψαξε ένα τρόπο να την ανοιξει όμως η πόρτα δεν είχε χερούλι.  Έσπρωξε, τιποτα. «Έλα καλή μου...» ξανά η ίδια φωνή. Χτύπησε τα χέρια της στην πορτα με όλη της δύναμη.Πανικός την κατέλαβε. «Σε παρακαλώ...»  η φωνή ακουγόταν να την καλεί από την άλλη μεριά. Κεννα αναμνήσεις άρχισαν να την κατακλύζουν, την πονουσαν. Θάνατος, που είχε δώσει τόσο απλόχερα. Ακούμπησε το κεφάλι της στη πόρτα και άρχισε να κλαίει. Όλα όσα εθαφε μέσα της αυτά τα χρόνια ξεχυθηκαν σαν χείμαρρος από τα μάτια της. Μια λέξη βγήκε από το στόμα της ξανά και ξανά. Συγνώμη.

Ένα πομολο εμφανίστηκε  στην σφραγισμένη πόρτα. Με το χέρι της να τρέμει δοκίμασε να το γυρίσει. Θερμότητα διαπέρασε το σώμα της, μια φωτιά στα σωθικά της, σαν να ξύπνησε για πρώτη φορά. Η πόρτα πλέον ήταν ανοιχτή και το φως την έλουζε ολόκληρη, αφέθηκε στην θερμότητα του, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκόταν πίσω στην βάρκα όπου είχε παλέψει με το τερας. Μια κοπέλα την κρατουσε αγκαλιά, με τα κάστανα της ματιά, ανήσυχα, καρφωμένα πάνω της. Το πρόσωπο της αλλιώτικο από αυτό που ήξερε. "Τι συνέβη" ήταν το μόνο που είπε.


Όλυξ Μιντάριος

  • Δ' Έτος
  • Πολεμιστής
  • Level 8
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Οι σπασμοί του ήταν σχεδόν γνώριμοι, ο πόνος των ταραγμένων μυώνων ένα συχνό φαινόμενο… όμως γιατί το κρεβάτι μου είναι σκληρό σα ξύλο; Και πού είναι το ρημάδι το φίμωτρο, λες να λύθηκε και να έπεσε;

Άνοιξε νωχελικά τα μάτια του, κι αντί για το γνώριμο ξύλινο ταβάνι της Ακαδημίας, αντίκρυσε εναν εκτυφλωτικό ουρανό που τον ανάγκασε να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρα του ουκ ολίγες φορές.  Ανασηκώθηκε σα χαμένος,  και αντικρίζοντας το αίμα στο κατάστρωμα, συνήλθε αμέσως. Τινάχτηκε σαν ελατήριο, ουρλιάζοντας "Νάρ;! Νάρ!" πριν καλά καλά σταθεί στα πόδια του. Τα χέρια του σήκωσαν το πεσμένο ξίφος, και ανανέωσε το μάταιο κάλεσμα του.

Έτρεμε, από θυμό, από κούραση, από φόβο. Ένα φόβο όχι για εκείνον, αλλά για το μικρό παιδί που είχε τρέξει να σώσει, που τώρα ήταν άφαντο. Στο μυαλό του ήρθε αμέσως η μυστηριώδης πράξη του Ναρ, ο οποίος τον έριξε αναίσθητο -ή πιο σωστά, τον κοίμισε-, για να αντιμετωπίσει το τέρας.

Μια βαθιά, πικρή θλίψη πέρασε από πάνω του σαν κύμα, και ξέθαψε στην άμμο των συναισθημάτων του καθαρή οργή. Σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του, είπε με τρεμάμενη φωνή, "Ορκίζομαι, στο ατσάλι που έχω στα χέρια μου και στην ψυχή μου, να πάρω εκδίκηση από το σκοτάδι για το Φώς του Νάρ. Μάρτυρες μου οι θεοί όλοι."

Τότε, και μόνο τότε, αφού πήρε μια ανάσα, παρατήρησε την Κέννα στην αγκαλιά της Άρυα, και τη Χελένα να υποφέρει στην κουπαστή. Παρακινούμενος από μια γνήσια έννοια, και αγνοώντας όσα είχε κάνει η Χελένα γι'αυτόν, την πλησίασε και τη ρώτησε, "Είσαι εντάξει; Τί να κάνω;", ακουμπώντας τη στην πλάτη απαλά με το ελεύθερο χέρι του.


Χελένα Μεκάμι

  • Βαλησ΄ίνη
  • Θεραπευτής
  • Level 5
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ο κόσμος επανήλθε όταν το στομάχι της ήταν εντελώς άδειο, σε μια αντανακλαστική αντίδραση του σώματός της να διώξει το συσσωρευμένο μαύρο Αιθέρα.  Πήρε βαθιά ανάσα από το στόμα. Το αλμυρό αγέρι γλίστρησε από τον οισοφάγο, γαργαλώντας την τραχεία της, μέχρι που έγινε ένα με τα πνευμόνια. Γεύτηκε το ιώδιο και η ζωντάνια επανήλθε.

"Όλα καλά, λίγη ναυτία!" Είπε προσποιητά εύθυμα, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον πολεμιστή που μόλις είχε επαναφέρει. Χοντρό ψέμα για Βαλησίνη, αλλά η μόνη δικαιολογία που μπορούσε να σκαρφιστεί γρήγορα.

Η δουλειά των θεραπευτών δεν είχε τελειώσει. Πλησίασε τη Ζαάνα, την πήρε στην αγκαλιά της, όπως ήταν καθιστή και την τύλιξε στα χέρια της να τη ζεστάνει. Αναστέναξε θλιμμένη που δεν της είχε μείνει άλλη ενέργεια από το Άγγιγμα, δεν τα παράτησε όμως. Όπως οι υπόλοιποι έδωσαν τη μάχη τους για να την προστατέψουν, έτσι και η Χελένα έδινε τη δική της μάχη με τις πληγές τους για να τους επαναφέρει.

Ανέσυρε το φιαλίδιο με το ενυδατικό τζελ κάκτου από τη ζώνη της, πήρε λίγο στα δάχτυλα της και άλειψε δυο λεπτές γραμμές στα χείλη της Ζαάνα. Πήρε λίγο ακόμη και έτεινε το χέρι της στον Όλυξ. "Πάρε λίγο, το έχεις ανάγκη." Πριν κάνει οτιδήποτε, επικεντρώθηκε στα ζωτικά της σημεία. Σφυγμοί λίγο πεσμένοι, αλλά στα πλαίσια του φυσιολογικού, κόρες διεσταλμένες, αλλά αντιδρούσαν στο φως, ανάσα ρηχή, μα συστηματική. Δεν είχε πυρετό και δεν έμοιαζε να αιμορραγεί από κάπου, ευτυχώς η λιποθυμία της πρέπει να ήταν ασφαλής, όσο ασφαλής μπορούσε να είναι τέλος πάντων. Χάιδεψε το μάγουλο της μικρής Αλχημίστριας τρυφερά και σκέφτηκε ότι στη θέση της θα μπορούσε να είναι ο αδερφός της. Πριν δακρύσει, έσφιξε το σωματάκι της Ζαάνα στο δικό της και κοίταξε στο πουθενά. "Πού είναι οι Καθηγητές μας;"


Όλυξ Μιντάριος

  • Δ' Έτος
  • Πολεμιστής
  • Level 8
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Της χαμογέλασε, έχοντας χάψει το ψέμμα με ευκολία. Απλώς είναι φοβισμένη και δεν θέλει να το παραδεχτεί, σκέφτηκε αθώα, αυτοί οι Θεραπευτές όλοι την ώρα προσπαθούν να αποδείξουν ότι είναι μίνι-Πολεμιστές. Ας μην της το χαλάσω, κρίμα είναι.

Όταν όμως έτεινε το χέρι της με το περίεργο παρασκεύασμα, ένα γνήσιο βλέμμα έκπληξης φάνηκε στο πρόσωπο του Όλυξ. "Τι… τι ακριβώς να το κάνω αυτό…;", ρώτησε σαστισμένος, σκεπτόμενος στα καπάκια, Πάλι καλά που δε ρώτησα πού να το βάλω. Το αριστερό του χέρι πλέον είχε πάνω ενυδατικό τζελ κάκτου, και δίστασε να το κάνει ο,τιδήποτε.

Η ερώτηση της Χελένα του έδωσε τουλάχιστον μια ευκαιρία να απαντήσει σε κάτι που γνώριζε, ένα ψήγμα ελέγχου. "Αν ακολούθησαν το σχέδιο, κατευθύνθηκαν νότια, πρέπει να έχουν φτάσει σε εκείνη την πόλη λογικά. Η Σαγιάνε και ο Καντγ'ορντίν είναι τραυματισμένοι στο ξέφωτο, μα δεν κινδυνεύουν. Λέω να πάμε με τη βάρκα στο λιμάνι, και να τους βρούμε για ανασύνταξη." Τα μάτια του γυρνούσαν απο δω κι από κει, ψάχνοντας επιβεβαίωση στην πρόταση του.


Άρυα Λιρέλ

  • ΣΤ' Έτος
  • Θεραπευτής
  • Level 9
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Κέννα ξύπνησε, και η Άρυα έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και ξεφύσησε γεμάτη ευγνωμοσύνη. Ήξερε πως είχε εξαντλήσει κάθε απόθεμα ενέργειας, και αν δεν τα κατάφερνε με την πρώτη, δεν θα είχε τη δυνατότητα να ξαναπροσπαθήσει. Την αγκάλιασε σφιχτά.
«Τι συνέβη;» τη ρώτησε η Κέννα, κοιτώντας την παραξενεμένη.
«Τα είδα όλα» της απάντησε η Άρυα. «Δε ξέρω πώς, αλλά τα είδα και τα ένιωσα. Είδα το τέρας να σε πιάνει από το λαιμό και να σε πετάει κάτω. Έτσι σας βρήκαμε... Όταν φτάσαμε, το τέρας έφευγε με τον Ναρ...» κατέληξε και την κοίταξε με μια δόση  ανησυχίας που δεν έλεγε να σβήσει.
«Εσύ πώς νιώθεις; Είσαι καλά;» τη ρώτησε, κοιτώντας την εξεταστικά από πάνω μέχρι κάτω, καθώς τη βοηθούσε να σηκωθεί. «Οι υπόλοιποι είναι μέσα; Πρέπει να φύγουμε από δω» της είπε, μα μια άλλη φωνή τη διέκοψε.

«...πρέπει να έχουν φτάσει σε εκείνη την πόλη λογικά. Η Σαγιάνε και ο Καντγ'ορντίν είναι τραυματισμένοι στο ξέφωτο, μα δεν κινδυνεύουν. Λέω να πάμε με τη βάρκα στο λιμάνι, και να τους βρούμε για ανασύνταξη...», άκουσε τον Όλυξ, και γύρισε απότομα. Ευτυχώς ήταν καλά. Ήταν ακόμα θυμωμένη μαζί του, μα ήταν ευγνώμων που ήταν όλοι τους ζωντανοί, ακόμα και έτσι. Κοίταξε τη Χελένα και της έκανε ένα νεύμα. Μπράβο μικρή. Μόλις σιγουρεύτηκε ότι η Κέννα μπορούσε να σταθεί στα πόδια της, πλησίασε τον Όλυξ.

«Είπες ότι η Σαγιάνε και ο Κάντγ'ορντίν είναι καλά; Έπιασε δηλαδή το μήλο; Σε είδα να το δίνεις στη Σαγιάνε...» άφησε την πρόταση να αιωρείται και τον κοίταξε με αγωνία.
«Πρέπει να φύγουμε από δω. Κάθε φορά στηριζόμαστε στους καθηγητές μας για βοήθεια. Σήμερα είναι η σειρά μας να τους σώσουμε»


Κέννα

  • Πολεμιστής
  • Level 7
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Εβλεπε την Αρυα να μιλάει μα δεν καταλάβαινε τι της έλεγε, τα αφτιά της βουηζαν ακομα. Στάθηκε στα πόδια της στηριζόμενη στην κουπαστή του πλοίου και προσπάθησε να συνέλθει. Όλοι ηταν εκεί, έκτος από το παιδι.  Ένας θυμωμένος αναστεναγμός βγήκε, απέτυχαν.

«Εσύ πώς νιώθεις; Είσαι καλά;»την άκουσε τελικά να ρωτάει. Η Κέννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι αν και δεν ήταν σίγουρη. Αυτό το όραμα, ή μήπως ήταν όνειρο, την είχε αναστατώσει. "Πάμε να  πάρουμε τους υπόλοιπους. Νερισσα κάνε τα δικά σου" είπε ανέκφραστα και κατευθύνθηκε προς τις καμπίνες κλείνοντας δυνατά την πόρτα πίσω της. Έκατσε σε μια από τις κουκετες, τα χέρια της έτρεμαν. Τι συνέβη εκεί εξω; ήταν κάποιο μαγικό του τέρατος ή όντως κόντεψε να πεθάνει; Κουλουριαστηκε και άρχισε να κλαίει, από τον πόνο που ένιωθε στο σώμα της, από  τον φόβο στην ψυχή της, από την αποτυχία τους να προστατεψουν τον Ναρ. Και ήταν και η Σαγιάνε. Αν ήταν αυτή η νεκρή..... Την πήρε ο ύπνος και ούτε που κατάλαβε πως έκαναν ήδη ολόκληρο τον γύρω του νησιού.


Όλυξ Μιντάριος

  • Δ' Έτος
  • Πολεμιστής
  • Level 8
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, φανερώνοντας την έκπληξη του προς τη δήλωση της Άρυα. "Τι εννοείς, με είδες να το δίνω…;", ρώτησε σαστισμένος πριν καταλήξει με μια απλοϊκότητα, "...αφού δεν ήσουν καν εκεί!".

Κούνησε το κεφάλι του σκεπτικός, προν συνεχίσει για να την καθησυχάσει. Είχαμε τους Αλχημιστές με τις παραξενιές τους, τώρα έχουμε και τους Θεραπευτές. Όι μανούλα μ'. "Ναι, τελοσπάντων, της το έδωσα, δεν ήξερα ότι είναι δικό σου. Μη… μη ρωτάς πώς κατάλαβα ότι θα βοηθήσει, απλά το ήξερ-".

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει, τον διέκοψε ο αναστεναγμός της Κέννα, ξεκάθαρη έκφραση του θυμού που έβραζε μέσα της και της απογοήτευσης που την έπνιγε. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, τέντωσε το χέρι του ασυναίσθητα- όμως μιλιά δε βγήκε, κιχ, καθώς την παρακολούθησε παγωμένος να κατευθύνεται προς τις καμπίνες.

Το βρόντηγμα της πόρτας ήταν σαν να έσπασε κάποιο μαγικό ξόρκι. Ηλίθιε. Αργόστροφε. Πανίβλακα. Χελώνα. Μουλάρι. Στόλιζε τον εαυτό του με διάφορα κοσμητικά επίθετα, καταριώντας την αδράνεια του, μα ήταν πια αργά, η ευκαιρία χάθηκε. Αναψοκοκκινισμένος, γύρισε στην Άρυα για να συνεχίσει την κουβέντα, προσποιούμενος πως το όλο σκηνικό δεν έγινε ποτέ. "Δίκιο έχεις", είπε με γρέζι στη φωνή, "Πάμε στην πόλη να αράξουμε τούτη τη βάρκα και θα συνεχίσουμε να βρούμε όσους ξέμειναν, όποιο από εμάς αντέχουν ακόμη."


Ιλίντιεν Άτρας

  • Πολεμίστρια
  • Καθηγητής
  • Level 18
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Ιλίντιεν περίμενε στο λιμάνι του Πορτμειρ ανυπόμονα. Κανένα μήνυμα, καμιά ειδοποίηση. Κάπου μέσα της μετάνιωνε που δεν τους είχε συνοδεύσει.

"Πού είναι;;" Αναρωτήθηκε, βηματιζοντας πάνω κάτω στην προβλήτα.
« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 20, 2019, 07:53:15 πμ by Ιλίντιεν Άτρας »


Χελένα Μεκάμι

  • Βαλησ΄ίνη
  • Θεραπευτής
  • Level 5
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Με την Άρυα, την Κέννα και τον Όλυξ ήταν τέσσερις στο σύνολο που είχαν τις αισθήσεις τους και μπορούσαν να κινηθούν. Η Ζαάνα κοιμόταν στα χέρια της Χελένα σαν μωρό. Αν χρειαζόταν, θα την κουβαλούσε.

Τα μάτια της έμειναν στην Άρυα λίγο παραπάνω, όταν την άκουσε να λέει ότι είδε τον Όλυξ να ταιζει το μήλο στη Σαγιάνε και χαμογέλασε. Το Άγγιγμα άνθιζε και σε εκείνη.

Το σχέδιο τους ήταν απλό και όλοι οι κίνδυνοι είχαν εξαφανιστεί, δυστυχώς, μαζί τους και ο Ναρ. Έπρεπε όμως να ανασυνταχθούν, να βρουν τους Καθηγητές τους και να γυρίσουν στην Ακαδημία.

Η καρδιά της Χελένα γέμισε θλίψη. Αυτή τη φορά δε θα γυρνούσαν με άδεια χέρια, αλλά η δεύτερη αποστολή τους είχε στεφθεί και πάλι με αποτυχία, μιας και κανείς δεν κατάφερε να προστατέψει το μικρό Σοβερίνο. Τι θα έλεγαν σε αυτούς που θα τους περίμεναν;

Θα μπορούσε να τα σκεφτεί όλα αυτά αργότερα όμως. Τώρα προείχε η ανασύνταξη. Η Χελένα σηκώθηκε όρθια, σφίγγοντας τη Ζαάνα στο στέρνο της.

"Τι περιμένουμε; Πάμε παιδιά! Το έχουμε!"


ChristyChan

  • Επισκέπτης
Γαλήνη
Ηρεμία
Ζωή...
Και έπειτα το απόλυτο σκοτάδι. Φόβος. Τρόμος και θάνατος. Η αποκρουστική μυρωδιά του θανάτου προκαλούσε στο ξωτικό τέτοια ναυτία που πίστευε πως θα πέθαινε ανά πάσα στιγμή. Το στομάχι του ανακατευοταν, γευοταν την σιδηρά ουσία του αίματος με κάθε εισπνοή. Τα αυτιά του βουιζαν και κραυγές πολέμου είχα πλημμυρίσει το κεφάλι του.

Ο Αλλασιος είχε χάσει κάθε σταγόνα λογικής και επέτρεψε σε τούτο τον εφιάλτη να τον δαμάσει και να τον κάνει υποχείριο του Χωρίς να προλάβει να αντισταθεί. Δίχως να του δοθεί η ευκαιρία να αντιδράσει. Χάθηκε μεσα στο ζοφερό αυτό κόσμο και η επαφή με την πραγματικότητα για λίγο αποσυντωνιστηκε. Όταν είχε πια συνέλθει Δεν ήταν πια σίγουρος να είχαν περάσει μονάχα μερικά λεπτά η μέρες ολόκληρες. Στάθηκε στα πόδια του, όμως και φρόντισε να τρέξει όσο γρήγορα του επιτρεπόταν για να φτάσει σε καθηγητες και μαθητές. Ξαφνικά Όλα έμοιαζαν σαν να τα είχε ζήσει ξανα. Οι πληγές της Μεβαιρ δεν θεραπεύτηκαν ποτε και τα γεγονότα φρόντιζαν να τις κρατούν ζωντανές και φρέσκες. Ανάθεμα σε θεούς και δαίμονες! Αν κάθε φορά που έβγαιναν από τα ασφαλή τείχη της Ακαδημίας έπρεπε να αντιμετωπίσουν τέτοιες τερατώδης ύπαρξης, τότε χίλιες φορές να κλειδωνονταν μέσα.

Ποιό το νόημα της κάθε εξόρμησης αν έπρεπε συνεχώς να αντιμετωπίζουν θάνατο και απώλεια;

Η καρδιά του είχε σφιχτει και τα πόδια του έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα, τόση όση του επέτρεπε το αίμα της φυλής του. Η μάχη που θα ακολουθούσε σίγουρα θα ήταν καθοριστική αλλά δεν θα έπαιρνε μέρος αυτή τη φορά. Η ανάσα του είχε κοπεί και οι πνεύμονες του τον καρφωναν με κάθε ανάσα που προσπαθούσε να πάρει. Αναγκαζόταν να κάνει στάσεις και να σπρώξει τον εαυτό του ώστε να συνεχίσει. Θα ήταν ακόμα μια.μαύρη μέρα στην Ακαδημία αν έπειτα από τον Αλμερ χανόταν Ένας ακόμα μεγάλος θεραπευτής όπως ο ίδιος. Τα παιδιά...τα παιδιά αυτά...έκλεισε τα μάτια του Και πεισμωσε ακόμα περισσότερο. Ο χρόνος περνούσε και έπρεπε να βιαστεί.

Χρειαστηκαν αρκετές ώρες ώστε να καταφέρει να τους βρει. Όλοι τους είχαν διασκορπιστει και οι περισσότεροι βρίσκονταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Φρόντιζε τα τραύματα, τους αναζωογονουσε με μερικά φίλτρα και Όταν ήταν έτοιμοι να σταθούν στα πόδια τους, ο ώριμος θεραπευτής τους βοηθούσε να περπατήσουν και να συνεχίσουν μαζί Αυτή τη φορά την αναζήτηση. Πρέπει να είχε περάσει μισή μέρα σχεδόν και κατάκοπος, ο Αλλασιος κοντοστάθηκε. Είχε χρησιμοποιήσει κάθε σπιθαμή της δύναμης του για να τους θεραπεύσει έστω στο ελάχιστο. Η Σαγιανε, ο ξένος νάνος, ο Γκλιριον ήταν μερικοί από τους τελευταίους που κατόρθωσε να εντοπίσει και Ίσως εκείνοι με τα χειρότερα τραύματα.

«Τέλος;» ψιθύρισε στον εαυτό του. Ήταν όντως αυτό το Τέλος η τους περίμενε και κάποια διαφορετική έκπληξη στο δρόμο;  σκούπισε τον ιδρώτα από.το μέτωπο του, λερωνοντας το με κηλίδες αίματος.

Κι άλλη αναμονή έως ότου κατάφεραν να συναντηθούν με τους μαθητές. Η καρδιά του αγαλλιασε καθώς διαπίστωσε πως Όλοι ήταν ζωντανοί. Καμία απώλεια, έστω σωματική. Η πρώτη που διέκρινε ήταν η Χελενα, έπειτα ο Ολυξ και μετα η Κεννα η Ζαανα και η Αρυα. Πισωπατησε με τη καρδιά του στο στέρνο και έσπευσε προς.στο μέρος τους. Τα παιδιά του διηγήθηκα όσα συνέβησαν. Το ξωτικό δεν σοκαριστηκε σχεδόν καθολου. Δεν υπήρχε χρόνος για αυτό. Έπρεπε να επιστρέψουν στην Ακαδημία το συντομότερο δυνατό κΙ φρόντισε να για αυτό όσο καλύτερα μπορούσε. Πρόσφερε ροφηματα, αλοιφές στις πληγές και βοήθησε όλους να ανέβουν στο πλοίο. Το ταξίδι που είχαν μπροστά τους ήταν μια ευκαιρία να αναπαυτουν και να αναλογιστούν τα όσα πέρασαν μα και όσα είναι να αντιμετωπίσουν.

Ο Αλλασιος δεν βολεύτηκε στις καμπίνες. Το αντίθετο. Έγειρε στη κουπαστή και ατενίζοντας τον μαύρο ορίζοντα μπροστά του, έφερε στο νου του Όλα εκείνα που ο Ναρφος φρόντισε να του υπενθυμίσει. Το ξωτικό ζαρωσε, σφίγγοντας την ζακέτα γύρω του και αναμένοντας να δει το.νησί της Ακαδημίας.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 20
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Άνοιξε τα μάτια της. Η θολή της όραση την ώθησε να ανοίξει τις υπόλοιπες αισθήσεις της. Πλατάγιασε τη γλώσσα στο στόμα της και γεύτηκε αίμα. Είχε στεγνώσει από σάλιο, ξερό αίμα. Δυσκολεύτηκε να υγράνει το στόμα της, μα μόλις το κατάφερε και η όραση της επανήλθε. Η πρώτη της απότομη κίνηση ήταν να ανασηκωθεί και να πιάσει το μηρό της. Έντρομη, έλυσε τα κομμάτια υφάσματος και ήρθε αντιμέτωπη με μια πληγή που είχε κλείσει. Το τραύμα ήταν ακόμα λίγο κόκκινο, μα η πληγή είχε κλείσει και δε πονούσε πλέον πουθενά. Δίπλα της ο Κάντ'γορντίν. Τα ρούχα της σχεδόν σκισμένα όλα. Ξανά. Προσπάθησε να θυμηθεί, μα οι αισθήσεις της δε την βοήθησαν. Ήταν κάποιος Θεραπευτής; Ήταν το χάρισμα; Μα αφού είχε δώσει διαταγές σε όλους να φύγουν μακριά. Κούνησε τον Νάνο και τον ξύπνησε.

"Πρέπει να φύγουμε" είπε κοφτά. "Πρέπει να βρούμε τα παιδιά". είπε δίχως ίχνος ζαλάδας. Την παραξένεψε εξαιρετικά. Αυτό ήταν άραγε το Χάρισμα; Εάν ήταν αυτό, τότε καταλάβαινε πως ήταν δύναμη δοσμένη από τους Θεούς. Μα άραγε, μήπως βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια τεράστια απειλή για να αναγκαστεί να αφυπνιστεί ξανά αυτό το χάρισμα; Τί ήταν αυτό που το πυροδότησε να ξυπνήσει; Μα τώρα δεν ήταν ώρα για ερωτήσεις ούτε για απραξία. Άρχισε να σβήνει με την μπότα της την φωτιά. Ήταν ευγνώμων στον Καντ'γόρντιν. Πιθανότατα αυτός την κράτησε ζεστή.

"Καντίν" είπε ένα υποκοριστικό που σκεφτόταν καιρό τώρα μιας και το όνομα του ήταν αρκετά μεγάλο. "Φεύγουμε"
Κούμπωσε το τζακετ της έναντι της ξεσκισμένης μπλούζας, μάζεψε την αλυσίδα της και προχώρησε προς το πτώμα της Σέρα. Γονάτισε δίπλα της και ακούμπησε το χέρι της στο στήθος της. Έσκυψε το κεφάλι της και μουρμούρισε μια προσευχή. Η Σ΄΄ερα...έπειτα πήρε ευλαβικά το χέρι της και την σήκωσε παίρνοντας όλο το βάρος πάνω της. Την μετακίνησε ως το άλογο που παρά το χάος δε το είχε σκάσει και την απίθωσε πάνω στη ράχη του. Αναρωτήθηκε τι ήταν το πιο σωστό να κάνει. Που να κατευθυνόταν; Σκέφτηκε πως η Νερίσσα θα είχε το δικό της πλοίο καθώς έφτασε μετά από αυτούς. Μα θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε. Ο Καντίν της έδειξε το σημείο στο οποίο ο Νάρφος κατευθύνθηκε και πήραν τον δρόμο εκείνο ελπίζοντας να βρούνε τους υπόλοιπους.     

...................
TO QUEST ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ
« Τελευταία τροποποίηση: Νοέμβριος 20, 2019, 02:30:21 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »