Rasnarry Academy

Κάντγ'ορντίν Μπαργκάν

Κάντγ'ορντίν Μπαργκάν

  • "Νάνος"
  • Βοηθός Καθηγητή
  • Level 13
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ

Όνομα: Κάντγ'ορντίν Μπαργκάν

Φυλή: Ντβόρινος, της βορινής φατρίας των Ντουργκ. Μετά την μεγάλη πτώση, όπως την ονομάζει στο μυαλό του, βρέθηκε σε αυτόν τον περίεργο κόσμο που όλοι των φωνάζουν νάνο, λέξη που όπως κατάλαβε μετά από τα πρώτα μαθήματα στην γλώσσα τους, στην πατρίδα του χρησιμοποιούταν σαν υποτιμητικός χαρακτηρισμός από αλλόφυλους για το ύψος των ντβόρινων.

Μέλος Οικογένειας: Οι Μπαργκάν διαφέντευαν επί πολλές γενιές το βορειοδυτικό οχυρό Ναρόγκ, ο Κάντγ'ορντίν ήταν ο Φρούραρχος του. Μέχρι που παρέδωσε τα ινία στον μεγαλοανεψιό και διάδοχο του Γκάρ’ντοκ, για να οδηγήσει έναν φονιά που αργότερα τον ονόμασε φίλο, στον Κάβυρο για να δικαστεί.

Ηλικία: Άλλο ένα παράδοξο, σε αυτόν τον νέο κόσμο, όπου μετά από πολλές απέλπιδες προσπάθειες, άρχισε να τον σκέφτεται σαν νέα πατρίδα, ο προσδόκιμος χρόνος ζωής των νάνων που μοιάζουν τόσο με τους ντβόρινους είναι εκατό χρόνια. Ο  Κάντγ’ορντίν δεν είναι σίγουρος αν οι σοφοί της ακαδημίας των έχουν πιστέψει ακόμα, αλλά αυτός συνεχίζει να επιμένει πως είναι ένας μεσήλικας ντβόρινος εκατόν εικοσιδύο ετών. Γεγονός που σημαίνει πως αν ήταν νάνος αυτού του κόσμου θα ήταν περίπου σαράντα χρονών.

Φατρία: Μετά από τα την μακρά περίοδο προσαρμογής του άρχισε να καταλαβαίνει πως θα έπρεπε να ενταχτεί σε αυτή την περίεργη κοινωνία αν ήθελε να επιβιώσει και να μπορεί στο μέλλον να ελπίζει πως ο Κατασκευαστής θα τον αξιώσει να ξαναδεί την Σιδερένια Κοιλάδα. Οπότε παρά την εφευρετικότητα και την φυσική του υπεροχή στις κατασκευές, λόγο του δεύτερου αντιτακτού αντίχειρα που φύτρωνε στο κάθε του χέρι (ένα κοινό χαρακτηριστικό στους ντβόρινους), επιλέχθηκε από φατρία των πολεμιστών. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα επέτρεπε, να εκπέσει στο επίπεδο ενός άμυαλου χασάπη.

Εμφάνιση Χαρακτήρα: Ο Κάντγ'ορντίν Μπαργκάν είναι ένας τυπικός ντβόρινος, με ύψος 1,45 μέτρα αλλά για αυτόν τον νέο κόσμο είναι ένας πραγματικός γίγαντας ανάμεσα στους νάνους. Έχει καστανοκόκκινα μαλλιά που συνηθίζει να τα ξυρίζει με ένα από τα κοφτερά του μαχαίρια στα πλάγια του κρανίου του. Έτσι αφήνει μία περήφανη χαίτη να κρέμεται στην πλάτη του, ενώ όταν προετοιμάζετε για μάχη την πλέκει σε πλεξούδα και την κρύβει κάτω από την στιβαρή πανοπλία του. Ο άλλος λόγος είναι για να μην κρύβει τα τατουάζ της φατρίας του, που εκτός από τα μπράτσα και την πλάτη καλύπτουν και το κρανίο του ως ένα σημείο. Η γενειάδα του, είναι το καμάρι του, την πλέκει σε περίτεχνα σχέδια, συμπεριλαμβάνοντας διάφορους πολύτιμους λίθους και νανγκ (μεταλλικά δαχτυλίδια χαραγμένα με παραστάσεις και ρούνους).
Μία πολύ παλιά ουλή διαγράφεται πάνω από το δεξί του φρύδι μέχρι και την χοντρή από τα σπασίματα μύτη του. Το βάρος του ξεπερνά τα 85 κιλά, και το σώμα του είναι σμιλεμένο με στιβαρούς μυς από τα χρόνια εκστρατειών, διάφορες μικρότερες ουλές είναι χαραγμένες στο σώμα του. Ντύνεται με απλά δερμάτινα ρούχα της πατρίδας του, αποφεύγοντας να οικειοποιηθεί την μόδα του νησιού. Δερμάτινες τιράντες κρατάνε ένα χοντρό παντελόνι και μία λεπτή τουνίκα και τα δύο από κριαρίσιο γκρίζο μαλλί, ενώ το σύνολο συμπληρώνουν χοντρές μπότες από δέρμα παγοδόντη με μεταλλικά ελάσματα. Κρατάει την βαριά του πανοπλία κλειδωμένη και καλολαδωμένη, ενώ φροντίζει να συντηρεί τακτικά και τα μεταλλικά αλλά και τα δερμάτινα μέρη της, ώστε να αποφύγει την σκουριά του μετάλλου και την ακαμψία των ιμάντων.
Δεν πάει όμως πουθενά, χωρίς την δερμάτινη εξάρτηση, δεμένη πάνω στον ευρύστερνο κορμό του. Από εκεί πάνω, κρέμεται μία εντυπωσιακή συλλογή από όπλα, μαχαίρια και τσεκούρια για όλες τις δουλειές. Αν έχει μαζί και το δερμάτινο σακίδιο του ξέρει πως μπορεί να επιβιώσει σε οποιαδήποτε αντιξοότητα της φύσης, ή τουλάχιστον έτσι πιστεύει. Πολλές φορές αφήνει την εντυπωσιακή του σφύρα, κλειδωμένη μαζί με την πανοπλία καθώς η χαρακτηριστική ασημογάλαζη απόχρωση του σιδήρου τραβάει πολλά ανεπιθύμητα βλέμματα. Όταν κάποιος κοιτάει τον Κάντγ'ορντίν Μπαργκάν, βλέπει μία βλοσυρή μάζα από μύες και μέταλλο.

Προσωπικότητα: Όποιος κοιτάξει καλύτερα θα δει ένα πλάσμα που μετά χαράς θα άφηνε πίσω μία ματωμένη παράδοση αιώνων. Πιστός στις αξίες και τα ιδανικά των ντβόρινων της Σιδερένιας κοιλάδας, είναι ευγενικός και λιγομίλητος με τους περισσότερους στην ακαδημία. Εξαίρεση αποτελεί η νεαρή Άρντα Γκροντ. Η κοκκινομάλλα νάννισα του θυμίζει την χαμένη πλέον ανιψιά του Νάλγκα. Μπορεί να μιλάει μαζί της για ώρες σχετικά με την ιστορία ετούτου του τόπου. Αυτή ήταν άλλωστε που τον βοήθησε να μάθει την γλώσσα τους έτσι ώστε να μην βασίζεται στα φίλτρα των αλχημιστών για επικοινωνία. Δεν ανέχεται την αδικία και πολλές φορές έχει γίνει πηγή παρεξηγήσεων καθώς μεγάλωσε σε μία κοινωνία εντελώς διαφορετική από αυτήν της ακαδημίας.

Προϊστορία Χαρακτήρα: Ο Κάντγ'ορντίν γεννήθηκε στο Ναρόγκ το έτος 2.568 Π.Β. Οι γονείς του ήταν ο Ντάγκ’αρντίν Μπαργκάν και η θρυλική πολεμίστρια Νάλγκα των Γκόνταν. Γεννήθηκε σε εποχές αναταραχών και μεγάλωσε ανάμεσα σε μάχες και εκπαιδεύσεις. Στα δεκαπέντε του θεωρήθηκε έτοιμος να ακολουθήσει την μητέρα του σε μία σχετικά ασφαλή αποστολή.
Είκοσι έξι χρόνια είχαν περάσει από την πολιορκία της πέτρας και την έναρξη του δεύτερου πολέμου των ντβόρινων - σάτουρνων. Σε εκείνη την αποστολή μάτωσε για πρώτη φορά και θα έχανε την ζωή του, αν δεν ήταν η μητέρα του, που θυσιάστηκε για να τον σώσει από μία μανιασμένη και αιφνιδιαστική επίθεση. Η μητέρα του Νάλγκα πέθανε από τα τραύματα της, αφού πήρε μαζί της πολλούς εχθρούς. Το γεγονός αυτό γέμισε με θλίψη και καυτή οργή τον νεαρό Κάντγ'ορντίν.
Η μία αποστολή ακολουθούσε την επόμενη και δεν άργησε να καταταγεί στο βασικό εκστρατευτικό σώμα. Στα είκοσι του διοικούσε δική του πενταρχία, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος ο βασιλιάς Ντουργκίριον, τον προήγαγε σε Σφύραρχο. Σε κάθε μάχη πολεμούσε μανιασμένα χωρίς ίχνος αυτοσυντήρησης, αλλά παράλληλα βυθιζόταν σε αυτή την σιωπηλή αταραξία, που τον καθιστούσε τον ιδανικό στρατιωτικό διοικητή. Έναν μικρό ηγέτη, που χρειαζόταν ο κάθε ανώτερος για τις απέλπιδες αποστολές. Οι επιδρομές πίσω από τις γραμμές του εχθρού είχαν γίνει η ειδικότητα του και μόνο ο θρυλικός σιδεροκέφαλος Κάργκ’αν, ο ιδρυτής του σώματος των επιδρομών τον είχε ξεπεράσει σε αυτόν τον τομέα.
Αυτό που όλοι, ακόμα και ο πατέρας του άργησαν να καταλάβουν είναι πως ο Κάντγ'ορντίν Μπαργκάν ήταν νεκρός μέσα του. Ήταν νεκρός από τότε ακόμα, από εκείνη την πρώτη αποστολή. Τα χρόνια γινόντουσαν δεκαετίες και ο ατρόμητος Σφύραρχος αρνήθηκε αρκετές προαγωγές που θα τον απομάκρυναν από την ενεργό δράση και δεν θα του επέτρεπαν να γεύεται το αίμα των εχθρών του. Η σφύρα ήταν η γυναίκα του και η Σφυραρχία, η οικογένεια του. Κάθε ντβόρινος ή ντβόρινη που πέθαινε κάτω από τις διαταγές του όμως, μεγάλωνε το κενό που είχε ανοίξει η απώλεια της μητέρας του. Μίας μητέρας που ποτέ δεν θρήνησε.
Ο πόλεμος ποτέ δεν σταμάτησε εντελώς, αλλά σε μία από τις ανάπαυλες ο Κάντγ'ορντίν επισκέφτηκε το Ναρόγκ και τον πατέρα του. Αναγκάστηκε να το κάνει όταν γύρισε κατακρεουργημένος από την τελευταία του επιδρομική επιχείρηση. Ο τότε διοικητής του τον απείλησε να τον αποστρατεύσει, αν δεν καθότανε στο σπίτι του για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Το Ναρόγκ ήταν πρακτικά ένα άγνωστο μέρος για αυτόν. Ήταν σχεδόν ογδόντα χρονών, ο πατέρας τους είχε πάρει άλλη γυναίκα και τα ετεροθαλή αδέρφια του ήταν μόλις είκοσι χρόνια μικρότερα του. Ο Ντράγκ’αν και η Μόλτρα ήταν παιδιά της Μίλντρα. Η δε Μόλτρα είχε ήδη τα δικά της παιδιά τον Γκάρ’ντοκ τον μεγαλοανεψιό του Κάντγ'ορντίν και την Νάλγκα την μικρούλα κοκκινομάλλα ανιψιά του που πήρε το όνομα της μητέρας του.
Αν δεν ήταν η Νάλγκα τα πράγματα δεν θα άλλαζαν ποτέ, ο Κάντγ'ορντίν θα ανάρρωνε και θα γυρνούσε στις μάχες, μέχρι να τον λυπόταν ο Κατασκευαστής και να του επέτρεπε να αγκαλιάσει τον θάνατο. Αλλά η μικρούλα Νάλγκα φύτεψε τους σπόρους της άνοιξης στην καρδιά του και η βαρυχειμωνιά πέρασε. Όταν ο Κάντγ'ορντίν γύρισε στις μάχες βρήκε πως είχε αλλάξει. Πλέον δεν πολεμούσε για να εκδικηθεί την νεκρή μητέρα του, αλλά για να φτιάξει έναν ασφαλέστερο κόσμο για την μικρή Νάλγκα.
Η ικανότητα του, ακονισμένη από δεκαετίες μαχών τον ανήγαγε στους μεγαλύτερους πολεμιστές στην ιστορία των ντβόρινων. Στην ώριμη ηλικία των 102 ετών, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του από φυσικά αίτια, δέχτηκε την προαγωγή του,στο βαθμό του φρούραρχου. Ήταν το έτος 2670 Π.Β. Διαφέντεψε το οχυρό Ναρόγκ σοφά και παρότι η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του ήταν απόμακρη μέχρι και τον θάνατο της λίγα χρόνια μετά, κατάφερε να σφυρηλατήσει δεσμούς αγάπης με τα αδέρφια του. Αλλά αυτή που είχε κερδίσει την καρδιά του, ήταν η Νάλγκα. Η νεαρή ανιψιά του ανταπέδιδε σε πολλαπλάσιο βαθμό την αγάπη στον θείο της και διδάχτηκε από αυτόν τα πάντα σχετικά με την επιβίωση στην φύση. Της δίδαξε τον τρόπο των ντβόρινων στην μάχη και παρά τις αρχικές αντιρρήσεις των γονιών της, έκανε δεκτή την αίτηση της για την φρουρά του Ναρόγκ.
Ακόμα και ο Κάντγ'ορντίν, όμως δίστασε όταν η ατρόμητη Νάλγκα έδειξε πως ήθελε να ακολουθήσει το δρόμο της θρυλικής συνονόματης της. Αρνήθηκε τις πρώτες δύο φορές την κατάταξη της στο εκστρατευτικό σώμα. Αλλά την τρίτη φορά, μετά από μία δραματική συζήτηση μαζί της και προς μεγάλη θλίψη της αδερφής του, της επέτρεψε να καταταγεί. Ο πόλεμος πλέον μετρούσε πάνω από έναν αιώνα και η κοινωνική δομή των ντβόρινων, είχε αλλάξει δραματικά. Οι γεννήσεις μειωνόντουσαν και ο πληθυσμός της σιδερένιας κοιλάδας δεχόταν απανωτά πλήγματα.
Για είκοσι χρόνια ο Κάντγ'ορντίν υπηρέτησε ως Φρούραρχος, χωρίς να αφήσει το Ναρόγκ. Μέχρι που τα γεγονότα μίας άλλης ιστορίας ήρθα να τον πετάξουν ξανά για μία τελευταία φορά στο δρόμο της περιπέτειας. Άφησε το φρούριο του, για λίγο όπως νόμιζε, και ταξίδεψε στην έδρα της εξουσίας όλης της βορινής φατρίας των ντβόρινων. Εκεί έγινε μέλος μίας ιδιαίτερης ομάδας που τον οδήγησε στην σκοτεινή πόλη των χθόνιων, χειραγωγών της φυλής των σάτουρνων. Μετά από μία ηρωική προσπάθεια κατάφερε να σώσει την ζωή της Νάλγκα. Σαν αποτέλεσμα όμως έπεσε σε ένα τρομερό χάσμα καταμεσής της σκοτεινής πόλης. Το χάσμα ήταν τόσο αχανές που ο Κάντγ'ορντίν έπεφτε για πολύ ώρα με μόνη αίσθηση έναν βρωμερό άνεμο αποφοράς. Ο ίλιγγος και η απώλεια αίματος τον οδήγησαν στην λήθη. Κλείνοντας τα μάτια του ήξερε πως δεν θα τα ξανάνοιγε ποτέ.
Ο Κατασκευαστής όμως δεν είχε τελειώσει μαζί του. Όχι μόνο ξανάνοιξε τα μάτια του, αλλά αυτό συνέβη, όπως έμαθε από τους σοφούς της ακαδημίας, σε έναν άλλο κόσμο. Οι καθηγητές αυτού του κόσμου στην αρχή δεν τον πίστεψαν παρά την εμφανή ανατομική του διαφορά με την συγγενική φυλή των νάνων. Άλλα όσο έμενε ανάμεσα τους, μάθαινε από αυτούς και αυτοί από τον ίδιο. Ανάρρωσε από τα τραύματα του και άρχισε να διδάσκεται την γλώσσα και την ιστορία αυτού του αξιοπερίεργου κόσμου. Η ειρήνη που διατηρούσε η ακαδημία όλα αυτά τα χρόνια και η εκπαίδευση που παρείχε σε όλους τους νέους όλων των φυλών, ήταν κάτι πρωτόγνωρα όμορφο για τον Κάντγ'ορντίν που έζησε μία ζωή πολέμου. Δεν μπορούσε να μαντέψει, ποια μοίρα τον είχε στείλει σε αυτόν τον κόσμο και με ποιον σκοπό, αλλά μέσα του το ήξερε καλά, πως αν χρειαζόταν να δώσει την ζωή του, για την προστασία αυτής της πολύτιμης ειρήνης, θα το έκανε. Ήταν η πρώτη φορά που άνοιξε τα μάτια του είδε το ανύσηχο πρόσωπο της νεαρής Άρντα. Η ομοιότητα της με την αγαπημένη του Νάλγκα και η προθυμία της να τον φροντίσει αλλά και αργότερα να τον διδάξει, της χάρισαν μία θέση στην καρδιά του Κάντγ'ορντίν. Του μοναδικού ντβόρινου σε αυτόν τον κόσμο.

Δείγμα Γραφής: Ο Κάντγ'ορντίν έσκυψε απότομα και οι δύο λεπίδες συγκρούστηκαν πάνω από το κεφάλι του. Τα αυτιά του έπιασαν τα χαχανητά από τις εξέδρες, αλλά τα αγνόησε. Περιστράφηκε απότομα πάνω στο λυγισμένο του πόδι και άκουσε την τρίτη λεπίδα να σφυρίζει πάνω από το κεφάλι του. Εκμεταλλεύτηκε το μικρότερο του ύψος και πάτησε γερά στα πόδια του. Περιέστρεψε με ταχύτητα την δρύινη ράβδο που κρατούσε στα χέρια του και μοίρασε τρία μετρημένα χτυπήματα στους κατόχους των βιαστικών λεπίδων. Μύριζε την ανυπομονησία τους πάνω κι από τον ιδρώτα τους. Παρότι είχε μετριάσει την δύναμη των χτυπημάτων, τα ξωτικά έβγαλαν τρία πανομοιότυπα βογγητά.
Φοβούμενος πως είχε αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο και είχε χτυπήσει τα παιδιά έκανε απότομα τρία βήματα πίσω και κάρφωσε την ράβδο στο έδαφος. «Αρκετά», είπε σταθερά. Είχαν περάσει μόλις δύο μήνες που ζούσε στην Ακαδημία και πλέον χάρη στην νεαρή και μόνη φίλη του την Άρντα, μιλούσε και έγραφε την γλώσσα τους αρκετά καλά. Τα δερμάτινα λουριά της εξάρτησης, του έκαιγαν τον δέρμα, και ο ιδρώτας είχε μουσκέψει την μακριά γενειάδα του.
Ένας από τα ξωτικά, στριφογύρισε το λεπτό του ξίφος και επιτέθηκε προς τον Κάντγ'ορντίν, ενώ οι άλλοι δύο κρατούσαν τα στομάχια τους. Η μανία είχε αλλοιώσει το πρόσωπο του ξωτικού. Η υπεύθυνη καθηγήτρια έτρεξε προς το μέρος του απείθαρχου μαθητή, αλλά Κάντγ'ορντίν ήταν πιο γρήγορος. Κλότσησε με φόρα την άκρη της ράβδου, που ήταν χωμένη στο χώμα, προς το μέρος του θερμοκέφαλου ξωτικού. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο, ο νεαρός αντίπαλος του έχασε την όραση του πνιγμένος στην σκόνη, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει την άτσαλη πλέον επίθεση του. Ο Κάντγ'ορντίν έκανε ένα πλάγιο βήμα και άφησε το ξωτικό να σκοντάψει πάνω στο πόδι του. Άπλωσε το χέρι του και συγκράτησε την πτώση του, πιάνοντας την γροθιά που έκλεινε γύρω από το ξίφος με την καμπύλη λεπίδα.
«Αρκετά», έκρωξε βραχνά η υπεύθυνη.
«Ναι αυτό είπα και εγώ», είπε ο Κάντγ'ορντίν και χαμογέλασε πλατιά, «μην τον τιμωρήσεις, προφανώς δεν ξέρω ακόμα καλά την γλώσσα σας και για αυτό έγινε η παρανόηση», συνέχισε κλείνοντας το μάτι στο ντροπιασμένο ξωτικό, που αποτραβήχτηκε από την λαβή του απότομα μόλις ξαναβρήκε την ισορροπία του.
Ο Κάντγ'ορντίν γύρισε και προχώρησε αργά προς τον οπλοβαστό. Ακούμπησε την ράβδο, δίπλα στα άλλα όπλα εξάσκησης και απομακρύνθηκε. Δεν ήθελε να υποστεί ξανά από την υπεύθυνη καθηγήτρια, μία αξιοσημείωτα μυώδη νεαρή άνθρωπο, άλλη μία διάλεξη περί της πολιτικής μεταξύ των φυλών. Πίστευε πως θα μπορούσε να βοηθήσει στην διατήρηση της ειρήνης και για αυτό όταν οι σοφοί που διοικούν αυτή την ακαδημία τον ρώτησαν αν θα ήθελε να συμβάλει στην εκπαίδευση των πολεμιστών απάντησε θετικά.
Δεν θα μπορούσε να φανταστεί τότε, πως θα είχε να αντιμετωπίσει αυθάδικα μικρά ξωτικά που μοιάζανε τόσο με τους άλφαρους του κόσμου του. Πως μπορούσε να ξέρει, ότι σε αυτόν τον ειρηνικό κατά τα φαινόμενα κόσμο, που οι σάτουρνοι, δόξα να χει ο Κατασκευαστής, η Μητέρα και ο Φύλακας μαζί, δεν υπήρχαν, τα ξωτικά και οι νάνοι ήταν παλιοί εχθροί.
Και απ’ότι φαίνεται δεν είναι όλοι τόσο ευχαριστημένοι, από αυτήν την ευλογημένη ειρήνη.
Περπάτησε αργά μέχρι το σακίδιο του και τράβηξε από μέσα ένα πακετάκι τυλιγμένο προσεκτικά σε λαδωμένο πανί. Έβγαλε από μέσα μισό καρβέλι ψωμί και ένα κομμάτι τυρί. Κάθισε κάτω από την σκιά που έριχνε ένα θεόρατο δέντρο και άρχισε να μασουλάει το πρωινό του. Μετά τον πέμπτο αγώνα για σήμερα, ένιωθε πως το στομάχι του είχε τρυπήσει. Έκλεισε τα μάτια του και μούγκρισε με ευχαρίστηση. Δεν ήξερε από τι γάλα ήταν το τυρί που είχε πάρει το πρωί από τα μαγειρεία, αλλά αν και σκληρό ήταν ευχάριστα πικάντικο. Την στιγμή που έψαχνε ψαχουλευτά για το ασκί με την μπύρα του άκουσε, σίγουρα βήματα να τον πλησιάζουν. «Καλώς την Άρντα την φίλη μου την καλή», είπε ο Κάντγ'ορντίν.
«Μα πως στο καλό, με καταλαβαίνεις πάντα Κάντγ;» ρώτησε με προσποιητό απηυδισμένο ύφος η νεαρή κοκκινομάλλα νάννισα. «Και είναι, καλώς την Άρντα την καλή μου φίλη», συνέχισε διορθώνοντας τον, με δασκαλίστικο τόνο.
Ο Κάντγ'ορντίν χαμογέλασε με την καλοκάγαθη παρατήρηση της, και έσκυψε μπροστά, σαν να ήθελε να τις πει ένα μυστικό, «αν έρθεις μία φορά να κάνουμε μαζί προπόνηση, θα σου μάθω πως να καταλαβαίνεις και εσύ τους άλλους από τον τρόπο που περπατάνε», της είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Καλέ μου Κάντγ'ορντίν, πόσες φορές πρέπει να σου θυμίσω πως δεν είμαι πολεμίστρια;» Είπε καρτερικά η μικρή νάννισα.
«Ανοησίες θα μπορούσα να σε κάνω αντάξια οποιουδήποτε εδώ μέσα», είπε ο  Κάντγ'ορντίν καγχάζοντας. Ακόμα δεν μπορούσε να αποδεχτεί πολλούς από τους κανόνες αυτής ακαδημίας, παρότι εύρισκε καταπληκτική ακόμα και την ύπαρξη της. Σήκωσε το ασκί και η δροσερή μπύρα έκανε τον ουρανίσκο του να αναριγήσει από απόλαυση.
Άραγε πίσω στην Γέα, θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ μία τέτοια ειρήνη; Θα μπορούσε να σφυρηλατηθεί μία τέτοια συμμαχία με στόχο την κατάκτηση της γνώσης;
«Τι λες, θα μάθουμε σήμερα κάτι άλλο από την ιστορία του λαού σου;» ρώτησε την μικρή που εδώ και δύο μήνες ήταν η μοναδική πηγή θαλπωρής για την κουρασμένη του ψυχή. Το αστραφτερό της χαμόγελο, ήταν η μόνη απάντηση που χρειαζόταν ο Κάντγ'ορντίν.
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 09, 2019, 11:25:26 πμ by Στέλλα »


Στέλλα

Λογαριασμός στην Τράπεζα της Συμμαχίας



Εξοπλισμός:
Σφύρα
Ασπίδα
Δίστομο Ξίφος
3 Τσεκούρια ρίψης
2 μαχαίρια, μεγάλο και μικρό
Πανοπλία Σφύραρχου:
- Κράνος,
- Περιτραχήλιο
- Θώρακας
- Κατανοτιαίο
- Επωμίδια
- Περιβραχιόνια
- Περιχειρίδες
- Χειρόκτια
- Περισκελίδα
- Περιμήριο
- Κνημίδες
- Μπότες
Σακίδιο επιβίωσης:
- Κουβέρτα
- Κασσιτερωμένο κύπελο, μέσα σε ένα μεγαλύτερο, μαζί με κουτάλι
- Μικρή δερμάτινη θήκη για την ίσκα και προσανάμματα.
- 5 Δαυλοί
- Ξηρά τροφή
- 2 Ασκιά
- 50 μέτρα ανθεκτικό σκοινί
- Πύξινη ράβδος
- Παγίδες για κυνήγι
- Μάλλινα ρούχα, τουνίκα και παντελόνι
- Ζώνη με θήκες
- Λινά ρούχα, σκούρο μπλε χρώμα με χρυσή μπορντούρα, τουνίκα και παντελόνι
- Μπότες
- Δερμάτινες ζώνες με χρυσή αγκράφα, σύμβολο αξίνας.
- Λοστός
- Φλασκί με λάδι
- Αξίνα
- Τροχαλία
- Γάντζος
- Κεριά
- Σφυρίχτρα
- Ασκί με νερό
- Βελόνες και κλωστή


« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 14, 2019, 08:34:23 πμ by Στέλλα »