Rasnarry Academy

[Quest] Η Θεραπεία, Κεφάλαιο ΙΙ (Τέλος)

Κασσάνδρα Καν

  • Βαλησίνη
  • Καθηγητής
  • Level 16
  • Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Κασσάνδρα είδε το βλέμμα του Γκλίριον, γεμάτο περιέργεια και ίσως μια ιδιαίτερη αμηχανία προς τον Ναρ. Αυτός, είχε εκστασιαστεί από τα καινούρια άτομα που γνώριζε. Ο Βάλι, ο μικρός Ναρ, είχε κλέψει τα βλέμματα και ίσως τι καρδιές από όλους… Και της Κασσάνδρας… ένα μικρό αγόρι, με τόση δύναμη επάνω του. Πως θα μπορούσε αυτό το ευθραυστο παιδί να τα καταφέρει όλα μόνος του; Γυρνώντας προς τον Ζβιρ και την Μεγάλη Σέρα, και εκφράζοντας δυνατά τις σκέψεις της, ο Ζβιρ γελάει. Μια σκέψη ακόμα πέρασε από την Κασσάνδρα μόνο που δεν την είπε… Αν τον χάσουν και αυτόν;

Οι αναμνήσεις από την Μεβαίρ είναι ακόμα νωπές, και όλοι προσπαθούν να ξεχάσουν. Η Σαγιάνε κάτι ρωτάει την Σέρα, η Κασσάνδρα όμως δεν το πιάνει, μόνο κοιτάει χαμένη στις σκέψεις της, την Σέρα που γελάει δυνατά, ενώ από το πίσω μέρος του σπιτιού, ένα σμήνος από πουλιά πετάει ψηλά και μακριά στον ορίζοντα.  «Μια παγίδα…» αποκρίνεται  η Σέρα. «Ένα δάσος, με Βαλησίνους Πολεμιστές, να περιμένουν στις φυλλωσιές των δέντρων…» λέει ο Ζβιρ. «Όλοι περιμένουν, έναν στρατό να φυλάει τον Μέγα Θεραπευτή μας, αλλά η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά…» η Μεγάλη Σέρα συμπληρώνει. «Σαγιάνε, όσο καλή και να είσαι, δυνατή… γρήγορη… έξυπνη… μην κάνεις το λάθος να πάρεις τον άλλον δρόμο…» προειδοποιεί η μία Πολεμίστρια την άλλην. Η Κασσάνδρα βγαίνοντας από τις σκέψεις της, μπαίνει κατευθείαν στον ρόλο της. Ένας ρόλος που απαιτεί ψυχραιμία από την ίδια πρώτα και από τους υπόλοιπους στη συνέχεια.

«Ζβιρ, κάτι έλεγες για μια περγαμηνή, για το Ξύπνημα… Μπορώ να την δω;» ρωτάει η Κασσάνδρα, ενώ ο Ναρ και οι υπόλοιποι μαθητές γελάνε μεταξύ τους. «Φυσικά… Σαγιάνε Ασάχι, έλα μαζί μου…» λέει ο Ζβιρ κάνοντας νόημα στην Πολεμίστρια της Ακαδημίας να μπουν στο σπίτι. Μένοντας μόνοι, η Κασσάνδρα γυρνάει στον Γκλίριον, «Πρέπει να μελετήσουμε καλά την περγαμηνή… δεν πρέπει να μας ξεφύγει τίποτα…». Η Μεγάλη Σέρα γελάει με το εκνευρισμένο και ανήσυχο τόνο της Κασσάνδρας. Η Κασσάνδρα κοιτώντας με περιέργεια τον Ναρ νιώθει την πίεση και τις ανησυχίες της να φεύγουν… σαν ένα πέπλο άσχημων συναισθημάτων να σηκώνεται από πάνω της και να το απομακρύνει ο αέρας… όλο και πιο μακριά, και πιο μακριά… αφήνοντάς τη με μια ζέστη, μια γαλήνη. Γυρνάει να κοιτάξει την Σέρα, και εκείνη της κλείνει το μάτι χαμογελώντας.


Κέννα

  • Πολεμιστής
  • Level 6
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Έπιασε την Σαγιάνε να την κοιτάει, κατάλαβε ότι της έλεγε να ελέγξει το μέρος και μετά της έδειξε τον Ολυξ κλείνοντας της το μάτι. Ναι ναι ξέρω ΣΥΝΕΡΓΑΣΊΑ είπε από μέσα της και έκανε ένα νόημα με το κεφαλι να της δείξει ότι κατάλαβε.
Σήκωσε το χέρι της για να του τραβήξει την προσοχή, του έδειξε την αντίθετη κατεύθυνση  και έκανε μια κυκλική κίνηση με τον καρπό της, έτσι ώστε ο καθένας να έπιανε μια πλευρά και στο τέλος να συναντηθούν στο πίσω μέρος του κτήματος.

Ξεκίνησε να περπατά αργά στο λασπώμενο έδαφος ενώ σκαναρε την περιοχή για οτιδήποτε ασυνήθιστο. Οι φωνές των συμμαθητων της ακουγοντουσαν ακόμα,μιλουσαν γελούσαν, έπαιζαν με τον μικρό σοβερινο και από μακριά όντως έμοιαζαν με σχολιαροπαιδα σε εκδρομή. Ένα σμήνος πουλιά πέταξε ξαφνικά και της τράβηξε την προσοχή κάνοντας την να τραβήξει ένα βέλος από την φαρετρα της, ομως το ξαναέβαλε πίσω όταν είδε πως δεν ήταν κάποια απειλή. Είχε φτάσει σχεδόν στα όρια του κτήματος, πριν πάρει την στροφη για να γυρίσει στο πίσω μέρος όπου θα συναντούσε τον Ολυξ,οταν παρατήρησε κάτι. Στο έδαφος υπήρχαν χνάρια αλόγου, όχι πολύ ώρα πριν, η λάσπη δεν πρόλαβε να τα καταπιεί. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε γύρω. Κανένα ίχνος αναβάτη. Η Σαγιάνε ήρθε από την άλλη πλευρά άρα σίγουρα δεν είναι δικά της. Έκανε μερικά βήματα ακολουθώντας τα χνάρια, όμως δεν γνωριζε την περιοχή, δεν μπορούσε να ξέρει τι βρίσκεται σε εκείνη την κατεύθυνση. Με γρήγορο βήμα γύρισε πίσω, επρεπε να ενημερώσει τους υπόλοιπους.

Όταν έφτασε έκανε νόημα στην Σαγιάνε να την ακολουθήσει, ίσως δεν έπρεπε να αναστατώσει τους υπόλοιπους ακόμα. " Κάποιος ήταν εδώ με άλογο, ίσως την ίδια ώρα με εσένα. Σταμάτησε απότομα  και ξαναγύρισε πίσω. Ανατολικά προς τον λόφο." και έδειξε προς τα εκεί. "Ίσως τον βρήκαν ίσως όχι. Ποιος άλλος γνωρίζει την τοποθεσία;"



Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Μιά παγίδα; η Σαγιάνε ανησύχησε! Δε του είχε δώσει κανένα σήμα πως ήταν μέρος της Ακαδημίας. Κι αν του επιτίθονταν; Σίγουρα θα απαντούσε! Πού τον έστειλα;  σκέφτηκε πανικόβλητη. Ήταν έτοιμη να κάνει όπισθεν και να φύγει όταν την διέκοψε ο Ζβιρ. "Σαγιάνε Ασάχι, έλα μαζί μου…" την έκοψε. Έσφιξε το σαγόνι της και κατευθύνθηκε μαζί του προς τα μέσα, όταν η Κέννα την έφτασε. Η νεαρή πολεμίστρια της είπε τις σκέψεις της και η Σαγιάνε αφού την κοίταξε εξεταστικά, αποφάσισε. "Μισό λεπτό Ζβιρ, έρχομαι" είπε στον Βαλησίνο και γύρισε στην μαθήτρια της. Την έπιασε από τον ώμο και την έσυρε ως το άλογο της. "Άκου προσεκτικά, έχω στείλει δικό μας στο δεξί μονοπάτι από τα αγάλματα της Ωκεανίας και των παιδιών. Θα τον καταλάβεις, είναι ένας γίγαντας Νάνος. Πήγαινε πολύ προσεκτικά. Είσαι στο στοιχείο σου, δεν είναι βέβαια τόσο πυκνή η β΄λάστηση, αλλά θα σου παρέχει κάλυψη. Μη κάνεις καμιά βλακεία. Πας για να συνδράμεις και να γυρίσετε αν γίνει κάτι στραβό. Κι αν συναντήσετε Βαλησίνους πολεμιστές βάζεις μπροστά την Ακαδημία. Πολύ προσοχή Κέννα! Και μη κάνεις τον ήρωα!" της είπε και την ξεπροβόδισε λύνοντας τα γκέμια του αλόγου και δίνοντας τα στα χέρια της Κέννα. "Έφυγες" είπε και γύρισε πίσω με γοργό βήμα στον Ζβιρ.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο βρήκε τον Ζβιρ να κάθεται ήδη σε μια καρέκλα και να έχει μπροστά του μια περγαμηνή. Κάθισε με τη σειρά της απέναντι του και άφησε τον Βαλησίνο να μιλήσει.

"Η περγαμηνή περιέχει ένα τελετουργικό το οποίο θα περάσει το ΄χάρισμα σε όλες τις φατρίες." είπε ο Ζβιρ και άνοιξε την περγαμηνή εναποθέτοντας την μπροστά στα μάτια της Σαγιάνε. Η Σαγιάνε βρέθηκε αντιμέτωπη με σύμβολο και λέξεις, σχέδια γεωμετρικά και περίουργους ρούνους, προς έκπληξη της παρόμοιους με τους ρούνους στην πλάτη του Κάντγ' ορντίν. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με αυτό, αλχημιστικά σύμβολα εμφανίζονταν μπροστά της συνέχεια το τελευταίο διάστημα και δεν είχε ιδέα. Για ακόμα μία φορά έβρισε που δεν ήταν ο Ελντίν μαζί τους. Μαγεία, σκέφτηκε στη γλώσσα του ντβορίνου. Ο Ζβιρ κατάλαβε τον εκνευρισμό της και μάζεψε την Περγαμηνή.
"Φυσικά, δεν είσαι Αλχημιστής" είπε στη Σαγιάνε με σεβασμό.
Εκείνη έδειξε την αλυσίδα της. "Κάνε ότι ξέρεις καλύτερα να κάνεις και εγώ θα κάνω αυτό που ξέρω εγώ καλύτερα"
"Ω όχι Σαγιάνε, σε φώναξα εδώ για να επιλέξεις ένα άτομο για να εκπροσωπήσει συμβολικά την κάθε Φατρία στο τελετουργικό" είπε ο Ζβιρ.   

H Σαγιάνε σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της. Η Μέλινορ ήταν η προφανής επιλογή για τη Φατρία των Εφευρετών. Από τους Θεραπευτές, ήταν ο Αλλάσιος φυσικά, αλλά ήθελε να δώσει την τιμή σε μαθητή και είχε να επιλέξει ανάμεσα στην Άρυα και τη Χελένα. Δεν ήθελε όμως να αφήσει τα συναισθήματα της για την Άρυα να αποφασίσουν και έτσι αποφάσισε υπέρ της Χελένα. Από τους Ιστορικούς θα επέλεγε τον Γκλίριον, δεν ήξερε τι κάνει το τελετουργικό αλλά η Κασσάνδρα ακόμα ανάρρωνε. Για τους Αλχημιστές, εκεί κι αν δεν είχε να αποφασίσει. Δεν ήξερε τις μαθήτριες του Ελντίν καλά, αλλά ο Ναρ έδειχνε να είναι κοντά με τη μικρή Βαλησίνη, όμως...η άλλη μαθήτρια, το σκέφτηκε λίγο παραπάνω. Και μετά οι Πολεμιστές, μόλις είχε διώξει την Κέννα, η οποία θα ήταν η σίγουρη επιλογή. Ξεφύσηξε από εκνευρισμό. Ήταν ο Όλυξ σε κατάσταση για κάτι τέτοιο; Ακόμα δε του είχε μιλήσει για το θέμα του και ανησυχούσε μήπως τον επηρέαζε.

"Εντάξει αποφάσισα" είπε τελικά στον Ζβιρ.
"Πολύ ωραία" είπε ο γηραίος καθώς σηκώθηκε από την καρέκλα "Ας βγούμε λοιπόν να ανακοινώσουμε τα άτομα. Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο. Θέλω ο Ναρ να βρεθεί στην Ακαδημία το γρηγορότερο" είπε ο Ζβιρ καθώς βγήκε από το δωμάτιο και η Σαγιάνε τον ακολο΄΄υθησε.

Βγαίνοντας έξω ο Ζβιρ φώναξε όλα τα παιδιά να μαζευτούν κοντά στους Καθηγητές και έπειτα κοίταξε τη Σαγιάνε. Ο Ναρ την κοίταξε γνωρίζοντας και της ένευσε καταφατικά.
"Χελένα, Νέια, Μέλινορ και Γκλίριον" είπε καθώς για τους Πολεμιστές είχε επιλέξει τον εαυτό της. Κοίταξε τον Ναρ "Τι πρέπει να κάνουμε;"

Ο Ζβιρ πήγε να ανοίξει την περγαμηνή μα ο μικρός σήκωσε το χέρι του κοιτώντας τον με αγάπη και μίλησε "Δε χρειάζομαι την περγαμηνή"
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 10, 2019, 03:43:02 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »


Ναρ

  • Σοβερίνος
  • Θεραπευτής
  • Level 18
    • Προφίλ
Ο Ναρ χαμογελούσε θερμά στα παιδιά. Τους ένιωθε όλους. Ήταν περίεργο συναίσθημα. Πάντα ήταν περίεργο να αισθάνεται τόσες πολλές αύρες αλλά και ενδιαφέρον. Μπορεί πολλοί να του έλεγαν πως το χάρισμα του ήταν ευχη και κατάρα, μα ο ίδιος το έβλεπε μόνο ως δώρο. Ένα δώρο να είναι εκεί όταν κάποιος χρειαζόταν βοήθεια και με τον τρόπο του να προσφέρει ανακούφιση και ηρεμία. Το χέρι της φίλης του περιέργως ήταν ένα χέρι αδερφικό. Δεν ήξερε ακόμα το όνομα της, δεν είχανε συστηθεί, μα την ήξερε. Δε μπορούσε να πιστέψει την χαρά. Όλοι, όλοι ήθελε να τους μάθει όλους και να γίνουν φίλοι. Μπορούσε να βοηθήσει τον καθένα και θα το έκανε. Άκουσε τον Ζβιρ να τους φωνάζει, ήξερε πως ήρθε η ώρα. Κοίταξε τα παιδιά "Μη φοβηθείτε, εμπιστευτείτε με" είπε καθώς κοίταξε τη Ζαάνα.

Η Σαγιάνε είπε κάποια ονόματα, για τα οποία συμφωνούσε να κάνει την πρώτη επαφή, όμως δεν θα ήταν μόνο αυτό. Το ήξερε μόνο αυτός όμως. «Τι πρέπει να κάνουμε;» ρώτησε η πολεμίστρια σοβαρά. Ο Ναρ χαμογέλασε στη Βαλησίνη και πήρε το χέρι της. Το κρύο που ένιωσε αφού την άφησε, τον ανησύχησε λίγο, αλλά πήρε μια μεγάλη ανάσα και όπλισε την καρδιά του με πίστη. «Δε χρειάζομαι την Περγαμηνή» φώναξε στον Ζβιρ. «Ελάτε γύρω μου, εσείς» είπε εννοώντας τα άτομα που ανέφερε η Σαγιάνε.

Σε λίγο τα πέντε άτομα ήταν γύρω του. Ήξερε για τον καθένα, ποιός είναι τι. Και ο Ναρ σα να ήταν θεοπνευστό ήξερε τί έπρεπε να πει και να κάνει. «Ο Πολεμιστής στα δεξιά μου, όπως το όπλο που κραδαίνει. Ο Αλχημιστής στα αριστερά μου, όπως τα μονοπάτια τα οποία διαβαίνει» είπε και έτεινε τα χέρια του στη Σαγιάνε και τη Νέια αντίστοιχα. Χαμογέλασε και στις δύο και συνέχισε.
 «Ο Ιστορικός στα δεξιά μου, η γνώση του συντροφεύει τον Πολεμιστή και ο Εφευρέτης στα αριστερά, στενά δεμένος με την Αλχημεία» πρόσθεσε καθώς κοίταξε τους δύο Καθηγητές. «Ακουμπήστε τους ώμους μου παρακαλώ» τους είπε. Κοίταξε την εκπρόσωπο των Θεραπευτών, δεν ήξερε πως ήταν ο συνδετικός κρίκος όλων. «Και συ Θεραπεύτρια, είσαι η καρδιά μου, εσύ τους θεραπεύεις όλους, εσύ τους βλέπεις όλους, εσύ τους προσέχεις όλους. Βρίσκεσαι στα πεδία των μαχών, βρίσκεσαι στις αίθουσες διδασκαλίας, βρίσκεσαι σε κάθε πόλη ή χωριό, περιπλανώμενος ή στατικός. Εσύ είσαι η ζωή» είπε και της χαμογέλασε σαν αδερφή. «Βάλε το χέρι σου στην καρδιά μου και αφέσου στον χτύπο της» της είπε απαλά.

Όλοι ήταν στην θέση τους. Ο Ναρ κοίταξε τον Ζβιρ και ο Βαλησίνος του ένευσε καταφατικά.

«Donum Supra
Donum In
Deus esse fidelis
Deus esse genus
Unus ut quinque: Bellator, Magus, Auctrix, Fectum, Vivificantem
Anima ut Terra, Evoco ut praepando»


Παύση και ο Ναρ έκλεισε τα μάτια και μόλις μια στιγμή πέρασε, μα για όλους ήταν όλη τους η Ζωή. Όλοι ένιωσαν όλα τα στοιχεία της Φύσης, γιατί τί είναι η Ζωή αν όχι η συνύπαρξη των στοιχείων της; Όλοι είδαν ξανά τη ζωή τους να περνά από μπροστά τους. Αναμνήσεις ήρθα στο Φως, μα οι φόβοι, οι ενοχές, τα κρίματα, όλα τα αρνητικά συναισθήματα αμβλύνθηκαν. Η ελπίδα τα επισκίασε.

Η Νέια άκουσε τη φωνή του Ναρ στο κεφάλι της. «Μην αφήνεις το σκοτάδι να μπει μέσα σου. Πάλεψε το. Η περιέργεια πολλές φορές φλερτάρει μαζί του.Το φως ήρθε και σε βρήκε σε μια νέα ύπαρξη. Κράτησε το» και η εικόνα της γαλάζιας φωτιάς της Ζαάνα ήρθε στο μυαλό της. Ένιωσε όλα τα συναισθήματα της να γίνονται κουβάρι μεταξύ τους και να ξετυλίγονται ξανά.

Η Μέλινορ ένιωσε ένα τσίμπημα και ο Ναρ της έδειξε τον δρόμο. Την πήρε από το χέρι και μέσα από τα χαρτιά και τα μελάνια και τα σίδερα και τη μοναξιά, την έβγαλε έξω και της έδειξε τον αέρα και τη γη και τη θάλασσα.

Μια μεγάλη μαύρη μάζα άρχισε να φουντώνει στον Γκλίριον. Ήταν όλες εκείνες οι αναμνησείς, οι φόβοι, οι τύψεις του. «Εκείνα τα χρόνια» ακουστηκε η φωνή του Ναρ «Το αίμα δε ξεπλένει...» ένας ψιθυρος και έπειτα ένα εκτυφλωτικό φως, το οποίο άρχισε να ρουφά κάθε σκοτάδι προς τα έξω. Ένα χάδι στο μάγουλο «Μην τα παρατάς, μη κατηγορείς τον εαυτό σου. Αγάπα, Πίστεψε»

Ο πόνος στη ψυχή της ηρέμησε. Μια φιλική αγκαλιά που στο άνοιγμα των χεριών της πήρε μαζί της όλα εκείνα τα άσχημα. Η Σαγιάνε αναστέναξε από το βάρος που έφυγε από πάνω της. «Το βλέμμα σου στο Φως και θα τα καταφέρεις. Συνέχισε» η φωνή του παιδιού.
Μα ο Ναρ δε περιορίστηκε μόνο σε αυτούς, όλοι ένιωσαν κάτι.

Η Άρυα άφησε τα δάκρυα της, η φωνή στο μυαλό της ζεστή, με αγάπη, πήρε μακριά της κάθε μαύρη εικόνα και κάθε πόνο. Ο Όλυξ πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε ήρεμος, γαλήνιος, η καρδιά του ξεκουράστηκε από αυτό το συνεχόμενο μαρτύριο. Η Ζαάνα χαμογέλασε με το παιχνίδισμα της αύρας του. Η αδικία και η πικρία έφυγαν από την καρδιά της Μοργκέιν. Ένα απαλό χέρι την ακούμπησε και της εναπόθεσε την ελπιδα.

Ακόμα και η Κασσάνδρα, ο Αλλάσιος, η μεγάλη Σέρα και ο Ζβιρ φάνηκαν να επηρεάζονται από αυτό. Και ενώ όλοι είχανε χαθεί στο μυαλό τους και την επήρεια του Χαρίσματος ο Ναρ κοίταζε στα μάτια τη Χέλενα και της μιλούσε. Μόνο που τα μάτια του είχαν πάρει ένα λευκό χρώμα, σα να την κοιτούσαν οι Θεοί.

«Εσύ είσαι ο συνδετικός κρίκος και εσύ έχεις ευθύνη τη Ζωή όλων. Όπλισε τον εαυτό σου με Δύναμη και Κουράγιο. Θα έρθουν δύσκολοι καιροί μα η Ισχύς εν τη Ενώσει.» Η Χελένα ήξερε πως δε μιλούσε μόνο σ’ εκείνη μα σε όλους τους Θεραπευτές.
Η αύρα γύρισε πίσω στο Ναρ από τον κάθε ένα μέσα του. Ο Ναρ αναστέναξε, οι μύες του τσιτώθηκαν και έπεσε αποκαμωμένος πάνω στον Γκλίριον. Το ξωτικό τον έπιασε απαλά και τον στήριξε.

Όλοι «ξύπνησαν» από το όραμα τους.


Χελένα Μεκάμι

  • Βαλησ΄ίνη
  • Θεραπευτής
  • Level 4
  • Δ' Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Μέσα στο μικρό σπίτι, Καθηγητές και μαθητές βρίσκονταν σε αναμονή. Ατενίζοντας τα πρόσωπα του καθενός, ήταν εμφανές ότι όλοι στέκονταν ανήσυχοι για τον κοινό τους στόχο, την επιτυχία της αποστολής και την προστασία του Ναρ και των μαθητών. Άθελά της, η Χελένα χαμογέλασε. Σε εκείνο το μικρό σπιτάκι, ο πρωταρχικός στόχος της Ακαδημίας έπαιρνε σάρκα και οστά. Άνδρες και γυναίκες από τις πέντε Φυλές στέκονταν ενωμένοι, νοιάζονταν για την ασφάλεια των άλλων, άσχετα από την όψη τους.

«Αν μας στήσουν πάλι ενέδρα;» σκέφτηκε στιγμιαία. Δεν είχε περάσει καιρός από τα συμβάντα της Μεβαίρ. Διαπίστωσε ότι οι ανησυχίες δεν ήταν δικές της, αλλά της μεταφέρονταν από την ένταση του χώρου. Θωράκισε τον εαυτό της από τις εξωτερικές επιρροές, ελέγχοντας την αναπνοή της. Η Χελένα είχε εμπιστοσύνη στους συνοδούς τους. Μπορεί να μην είχε την ασφάλεια της Καθηγήτριας Άτρας, να την αρπάξει και την πετάξει σε κάποια σκεπή, αλλά είχε τη σιγουριά της Καθηγήτριας Ασάχι που βρίσκονταν πάντα σε ετοιμότητα. Ποιος ξέρει; Μπορεί την ώρα του κινδύνου να την έστελνε σε ασφαλή γωνία με μία αγκωνιά. Συγκράτησε το γέλιο της. Σίγουρα δεν ήθελε να φάει αγκωνιά, αλλά... πολεμιστές!

Στο κέντρο του δωματίου, ο Ναρ κάλεσε τους εκπροσώπους των Φυλών, σχηματίζοντας ένα  κύκλο. Ευλαβικά, σιωπηλά, τοποθετήθηκε σε στάση διαλογισμού, έτσι όπως τους είχε δείξει ο Καθηγητής Φίλντοιν. Με μάτια κλειστά, συγκεντρώθηκε και άφησε το τελετουργικό να ξεκινήσει. Οι λέξεις, άγνωστες και απόκοσμες αναδύονταν στον αέρα σαν ατμός, χόρευαν τους μυστηριακούς χορούς τους και εμπότιζαν την ατμόσφαιρα, όπως τα αιθέρια έλαια που απέσταζαν στο μάθημα. Το νόημα των λέξεων, φευγαλέο, επικάθονταν στην αύρα τους σαν πρωινή πάχνη. Διαπίστωσε ότι οι λέξεις που πρόφερε ο Ναρ δεν ήταν λέξεις με τον τρόπο που όλοι γνώριζαν. Εναντιθέτως, ήταν μετασχηματιστές, αιθερικοί φορείς που, με κάθε τους άγγιγμα ενδυνάμωναν την αύρα της όλο και περισσότερο.

Χάθηκε μέσα στη θεραπευτική κατάλυση. Βυθίστηκε σε νάρκη. Μπροστά από τα σφαλιστά της μάτια πέρασαν εικόνες του παρελθόντος, εικόνες που τώρα συμβαίνουν και κάποιες που μπορεί να συμβούν. Στάθηκε παρατηρητής στην ίδια της τη γέννηση και βίωσε τους γενέθλιους πόνους της μητέρας της. Σφάδαξε μαζί της και τη θαύμασε που είχε το θάρρος να τους βιώσει τρεις ακόμη φορές πριν τη φέρει στον κόσμο. Ύστερα χαμογέλασε, έπαιξε λίγο με τον αδερφό της και σκυθρώπιασε ξανά. Μπροστά της το νεκρικό κρεβάτι. Επτά ημέρες κι επτά νύχτες. «Είμαι εδώ.» του ψιθύριζε στοργικά, χαϊδεύοντας απαλά το κέρινο πρόσωπο. Ήταν μόνο δώδεκα, αλλά άντεξε να βλέπει τη ζωή του να τον εγκαταλείπει βασανιστικά μέρα με τη μέρα, ενώ ο πατέρας της αγωνίζονταν με τα κύματα για ένα ψάρι και η μάνα της υπέμενε τους εξευτελισμούς των ευγενών για ένα κομμάτι ψωμί. Έφυγε στα χέρια της, ένιωσε πόσο ζυγίζει το βάρος της ψυχής του, καθώς άφηνε την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της μικρής του αδερφής. Οι εικόνες άλλαξαν, ο ήλιος βγήκε και η Χελένα ήταν στην Ακαδημία. Μπροστά της, μακριά, την περίμενε η γιορτή. Περπάτησε με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, αλλά με χαμόγελο. Φόρεσε το μωβ της κραγιόν.

«Εσύ είσαι ο συνδετικός κρίκος και εσύ έχεις ευθύνη τη Ζωή όλων. Όπλισε τον εαυτό σου με Δύναμη και Κουράγιο. Θα έρθουν δύσκολοι καιροί μα η Ισχύς εν τη Ενώσει.» το ρητό του Ναρ την τάραξε συθέμελα. Ο ρόλος του Θεραπευτή, η έννοια που ήδη είχε κατανοήσει. Τώρα την είδε να τυλίγεται σαν χρυσαφί πέπλο γύρω από τα λαχανί μαλλιά της, να εναγκαλίζει το σώμα της. Τα χέρια της Φωτεινά, Μαλαματένια. Κράτησε την ανάσα της βίαια. Η καρδιά της πάλλονταν με ξέφρενους ρυθμούς, πάσχιζε να αφομοιώσει αυτό το νέο συναίσθημα. Το άφησε να φωλιάσει στην κοιλιά της, να επωαστεί. Του επέτρεψε να τη διατρέξει ως τον εγκέφαλο, να της κάψει τα μάτια, να της ερεθίσει όλα τα κύτταρα. Το συναίσθημα κόπασε, ξύπνησε.

Στον κλοιό μπροστά της, ο Ναρ βρίσκονταν λιπόθυμος στην αγκαλιά του Καθηγητή Νάντριελ. Με αυτοπεποίθηση που δεν είχε ποτέ στη ζωή της, η Χελένα γνώριζε ότι το παιδί είχε εξαντληθεί. Για πρώτη φορά σηκώθηκε με αποφασιστηκότητα, προσπέρασε τον κλοιό των εκπροσώπων και κινήθηκε στο κέντρο του κύκλου. Έτεινε την παλάμη της και χάϊδεψε το πρόσωπο του μικρού, όπως έκανε και με τον αδικοχαμένο αδερφό της. Αυτή τη φορά όμως είχε τη δύναμη να τον επαναφέρει. Χρειάστηκαν μονάχα δύο δευτερόλεπα για να φύγει η εξάντληση. Τα παιδικά μάτια του Ναρ άνοιξαν και πάλι, αντικρύζοντας τούφες από λαχανί μαλλιά, με φούξια τελειώματα και δύο μεγάλα μάτια να του χαμογελούν με ευγνωμοσύνη.


Νέια Κινάν

  • Στ' Έτος
  • Αλχημιστής
  • Level 6
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Οι περισσότεροι μαθητές είχαν μαζευτεί γύρω από το θαυματουργό παιδί. Η ίδια αποφάσισε να σταθεί λίγο πιο μακριά. Θα είχε όσο χρόνο ήθελε να γνωριστεί με το μικρό Ναρ όταν θα βρίσκονταν στην ασφάλεια. Οι νευρικές απολήξεις των μυτερών αυτιών την τσιγκλούσαν σε κάθε πετάρισμα κουνουπιού τριγύρω της. Άνοιξε τις παλάμες της και κοίταξε τις επιφανειακές γρατσουνιές της ενώ ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της. Το ξόρκι της είχε πιάσει. Ένιωσε τα μάτια του παιδιού να την καρφώνουν. Σήκωσε το κεφάλι και του ανταπέδωσε το βλέμμα. Ο μικρός σοβερίνος την κοίταξε βαθειά μέσα στα μάτια σα να προσπαθούσε να ταξιδέψει στα εσώψυχα της. Χαμογέλασε αμήχανα και τον χαιρέτησε κουνώντας ελαφρά το αριστερό της χέρι. Άκουσε την Άρυα να αναφέρεται στην αύρα που εξέπεμπε ο μικρός. Η ενέργεια που τον κύκλωνε ήταν ιδιαίτερη. Μπορούσε να το νιώσει. Δεν περίμενε κάτι λιγότερο.

Έστρεψε την προσοχή της προς τους καθηγητές και τη μεγάλη Σέρα. Η Σαγιάνε φαινόταν ανήσυχη. Και δικαιολογημένα. Έπρεπε να φύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ο κίνδυνος θα μπορούσε να παραμονεύει σε κάθε γωνία. Έπιασε την πολεμίστρια να κάνει νοήμα στην Κέννα και εκείνη άρχισε να περπατάει κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού. Μετά από λίγο ο Όλυξ ακολούθησε το παράδειγμά της και κατευθύνθηκε κυκλικά, αντίθετα από την Κέννα. Ένα σμήνος από πουλιά την έκαναν να κρατήσει ενστικτωδώς τον Ονειρευτή σφιχτά μέσα στο σακίδιό της. Κοίταξε τριγύρω και όταν σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε κίνδυνος ξεφύσηξε και έβγαλε το χέρι της αργά από την τσάντα. Δε χρειαζόταν να δημιουργηθεί αναστάτωση. Ήταν ασφαλείς για την ώρα.

 Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν είδε την Κέννα να επιστρέφει. Το βλέμμα της ανήσυχο. Την άκουσε να λέει πως κάποιος αναβάτης ήταν εδώ και μετά έδειξε προς τα ανατολικά. Η Σαγιάνε της μίλησε και η νεαρή πολεμίστρια έφυγε σβέλτη με το άλογο.Ο Ζβίρ πήρε την καθηγήτρια των πολεμικών τεχνών και  μπήκαν μέσα στο σπίτι. Δεν της άρεσε που έχασε την πολεμίστρια από το οπτικό της πεδίο. Ένιωσε το βάρος της προστασίας της αποστολής να πέφτει πάνω τους. Το στομάχι της σφίχτηκε και κοίταξε τους υπόλοιπους μαθητές. Δε χρειαζόταν να μάθουν κάτι ακόμα. Κανείς δεν ήξερε αν διέτρεχαν κάποιον κίνδυνο αλλά ένιωθε πως έπρεπε να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα και μια αποστολή από άμαξες σίγουρα δε θα περνούσε απαρατήρητη από τους επιτήδειους.

Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της σα να τη χτύπησε κεραυνός. Γύρισε απότομα το κεφάλι δεξιά και αριστερά. Όλες τις οι αισθήσεις την προειδοποιούσαν. Πριν προλάβει να μοιραστεί την ανησυχία της, η Σαγιάνε με το Ζβιρ εμφανίστηκαν από την πόρτα του σπιτιού. Ο γηραιός Βαλησίνος τους φώναξε όλους κοντά του. Με σταθερό βήμα βρέθηκε δίπλα στους υπόλοιπους. "Χελένα, Νέια, Μέλινορ και Γκλίριον". Κοίταξε τη Σαγιάνε απορημένη. Ένας για την κάθε φατρία μα της έκανε εντύπωση που επέλεξε την ίδια. Ίσως επειδή ήταν μεγαλοετής, ίσως ο Ελντίν της είχε αναφέρει τα μαθήματα που έκαναν τον τελευταίο καιρό. Δεν μπορούσε να γνωρίζει με σιγουριά αλλά ήταν πεπεισμένη πως δε θα την απογοήτευε για οποιοδήποτε λόγο την είχε διαλέξει. Με το κάλεσμα του Ναρ, η Νέια έκανε δυο βήματα και στάθηκε στα αριστερά του.

«Μην αφήνεις το σκοτάδι να μπει μέσα σου. Πάλεψε το. Η περιέργεια πολλές φορές φλερτάρει μαζί του. Το φως ήρθε και σε βρήκε σε μια νέα ύπαρξη. Κράτησε το» Τα λόγια του παιδιού αντηχούσαν στο μυαλό της ενώ εικόνες από όλη της ζωή περνούσαν μπροστά στα μάτια της. Έβλεπε τον Ζάος να τρέχει στα σοκάκια της Βαλουίρ και την ίδια να προσπαθεί να τον προφτάσει μα μάταια. Η σβελτάδα του την άφηνε πάντα πίσω. Η γαλάζια φωτιά της Ζαάνα ξεπετάχτηκε μπροστά της. Γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη και έκαιγε μέχρι ψηλά, στο νυχτερινό ουρανό. Χάιδεψε προς στιγμή τη Σελήνη και μετά έσβησε εν ριπή οφθαλμού. Το σκοτάδι της νύχτας την κύκλωσε, ένα βαρύ μαύρο πέπλο που δε μπορούσε να βγάλει από πάνω της. Για μια στιγμή πανικός την κατέκλυσε μέχρι που η παιδική φιγούρα του Ναρ, λουσμένη στο φως της έτεινε το χέρι και την τράβηξε έξω από αυτό. Ένιωσε μια θερμότητα να την περιβάλει. Η καρδιά της ζεσταινόταν και σιγά σιγά όλο της το κορμί. Η αύρα του παιδιού περνούσε μέσα της και την εμπλούτιζε με ενέργεια. Αισθανόταν δυνατή, δυνατότερη από κάθε άλλη φορά.

Άνοιξε τα μάτια για να αντικρύσει το Ναρ εξουθενωμένο στην αγκαλιά του καθηγητή της Ιστορίας. Η Χελένα ήταν ήδη πάνω από το παιδί και του χαμογελούσε. Κάθισε στο έδαφος με τα γόνατα και με τα δυό της χέρια έπιασε ευλαβικά το χέρι του μικρού. «Είσαι πάρα πολύ δυνατός. Αυτό που έκανες μόλις, δίνει ελπίδα σε ολόκληρο τον κόσμο» του είπε και χαμογέλασε με το πιο γλυκό χαμόγελο που είχε να φορέσει. Τα λόγια βγήκαν από την ψυχή της, χωρίς να τα πολυσκεφτεί μα τα εννοούσε. «Είμαστε όλοι ευγνώμονες για αυτό». Έσκυψε το κεφάλι μπροστά στο παιδί κάνοντας μια μικρή υπόκλιση ως ένδειξη σεβασμού και στάθηκε εκεί να του κρατάει σφιχτά το χέρι.
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 11, 2019, 02:02:49 μμ by Νέια Κινάν »


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Σαγιάνε βρέθηκε ξανά σ' εκείνη τη σκηνή. Η Μορίνα μπροστά της να περιμένει να της πει το σύμβολο της. Απέχθεια, κεκαλυμμένο μίσος, στο βλέμμα της. Αλυσίδες να πετάνε και α΄ίμα. Η φωνή της μάνας της "πρέπει να πεθάνει". H αίσθηση του νερού να την τραβά κάτω και κείνη να πνίγεται. Και ένα φως. Δάκρυα στα μάτια της και αποστροφή. Άρχισε να τρέχει προς το φως, μα η σπείρα γυρνούσε γρήγορα, δυνατά, την ρουφούσε. Η πράσινη αύρα έκοψε τη σύνδεση και την σήκωσε. "Πάλεψε, συνέχισε, θα τα καταφέρεις" και κάθε βάρος της, έφυγε.

Άνοιξε τα μάτια και συνειδητοποίησε ότι στις κόγχες των ματιών της φώλιαζαν δάκρυα έτοιμα να ξεχυθούν. Σήκωσε το χέρι της και τα σκούπισε γρήγορα πριν την δει κανείς. Βλέποντας το Ναρ να έχει γείρει στον Γκλίριον ανησύχησε, μα η αντίδραση της Χελένα ήταν άμεση. Κι άλλα δάκρυα έβγαιναν από μέσα της. Ξεφύσηξε έντονα και χωρίς να πει τίποτα βγήκε έξω φουριόζα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να χαλαρώσει. Ειδικά, να σταματήσει αυτή την αντίδραση από τη δύναμη του Ναρ. Κι όμως όσο περίεργο κι αν ήταν αυτή τη στιγμή το μόνο που ήθελε ήταν να συρθεί σε μια γωνία να κουλουριαστεί και να κλάψει μέχρι να μην έχει άλλο μέσα της. Άρχισε να κάνει βόλτες γύρω από το σπ΄ίτι προσπαθώντας να ηρεμήσει. Άραγε ο Κάντγ'ορν΄τίν και η Κέννα ήταν εντάξει;


Γκλίριον Νάντριελ

  • Ιστορικός
  • Καθηγητής
  • Level 16
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Το αίμα δεν ξεπλένει την αμαρτία... Αυτή η σκοτεινή φράση, χαραγμένη στο όπλο του και στην ψυχή του, τον κατατρέχει χρόνια τώρα καθώς ψάχνει να βρει την γαλήνη και την ισορροπία του. Είχε αποτύχει στην Κόρνταρουν, είχε χάσει τον καρδιακό του φίλο, είχε πνίξει και είχε πνιγεί στο αίμα όλα αυτά το χρόνια, αναζητώντας τη λύτρωση μέσα από την εκδίκηση και ψάχνοντας μέσα του, βρήκε στα απάτητα βάθη του τον μεγαλύτερό του φόβο. Σκοτάδι...

Εκθέτοντας τον εαυτό του σε αυτό, ορθώνοντας το ανάστημά του μπροστά του και βουτώντας βαθιά στη θύελλα του εσωτερικού κόσμου του, πίστευε ότι θα βρει λύτρωση. Η σκληρή πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Καταπίνοντας το δηλητήριο για να μάθει να το αντέχει κατέληξε να έχει ανοσία, αναισθησία. Και αυτό το δηλητήριο ξεκίνησε να λιμνάζει. Η εναλλαγή φωτός και σκοταδιού στην ιστορία του θα μπορούσε να λυγίσει την πλειοψηφία των ατόμων, όμως εκείνος κουβαλώντας το βάρος των ψυχών που έχασε, δε θα μπορούσε ποτέ να πέσει έτσι απλά.

Η επαφή του Ναρ με τις παρυφές της ψυχής του, του έδωσε λίγες αχνές ακτίδες φωτ΄ός, ίσα για να καταστήσουν το σκότος λίγο παραπάνω ελέγξιμο. Και τότε θυμήθηκε. Πως για να αποφύγει την περαιτέρων κα΄θοδο, στράφηκε στην ιστορία, για να αποτινάξει μέσω της διδασκαλίας το μαύρο και τη βία. Ερχόμενος σε επαφή με τον κόσμο, διδάσκοντας γνώση και σκέψη, ήλπιζε να εξισορροπήσει.. οο΄΄οχι... ο Ναρ έφτασε μέχρι εκεί. Τινάχτηκε ολόκληρος στο όραμα του, καθώς το μικρό παιδί περπατούσε αγέροχος μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα στα θηρία του και φτάνοντας στο κραταιό και τρομερό μυστικό του...

Όταν επανήλθαν από το όραμά τους, ήταν ο πρώτος που έτρεξε να τον πιάσει καθώς ο μικρός κατέρρεε μπροστά τους. Δεν ήταν σε θέση να κρύψει τα δάκρυά του, για να τα συγκρατήσει ούτε λόγος. Μέσα στα χέρια του βρισκόταν μία ψυχή, καθάρια, αγνή, άσπιλη. Μία ψυχή ευλογημένη από τον κόσμο να διαπερνά το σκοτάδι, να επικεντρώνεται στο καλό και να μοιράζει βαθιά κατανόηση. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν από το όραμα, είναι το Ναρ να βγαίνει από το σκότος της ψυχής του, έχοντας αντικρύσει το μυστικό του και να στέκεται εμπρός του, ισάξιός του, χωρίς επικριτικότητα, χωρίς άρνηση, χωρίς νουθεσία. Ψέλλησε μόνο μία λέξη, "Καταλαβαίνω..."

Μην κατηγορείς τον εαυτό σου, αγάπα το φόβο σου, πίστεψε στον ανώτερο εαυτό σου...
Η αντιπαραβολή των δύο κόσμων, ανάμεσα στους οποίους ισορροπούσε εκείνη τη στιγμή, η άσβεστη πάλη αναμεσά τους, ο Ναρ λιπόθυμος στα χέρια του, ίλιγγος... Η Χελένα πλησίασε και άγγιξε το Ναρ. Τον επανέφερε και μαζί του επέστρεψε και ο Γκλίριον. Έμεινε σιωπηλός καθώς ήταν ο πρώτος από την Ακαδημία, που έστω και δευτερευόντως, βιώσε το άγγιγμα και την ευεργεσία του. Τα μάτια του άστραψαν και βλέποντας το Ναρ να συνέρχεται, γονάτισε μπροστά του, τον κοίταξε στα μάτια και τον πήρε μία μεγάλη αγκαλία, εξαφανίζοντάς τον φευγαλέα. "Θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να επιστρέψεις ασφαλής στην Ακαδημία μαζί μας" του ψιθύρισε...
« Τελευταία τροποποίηση: Οκτώβριος 11, 2019, 04:04:15 μμ by Γκλίριον Νάντριελ »


Ζαάνα Θερέλ

  • Βαλησίνη
  • Αλχημιστής
  • Level 1
  • Α Έτος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ένιωσε ένα αεράκι και η μυρωδιά του θαλασσινού νερού την συνεπήρε, ξαφνικά τα κύματα έγιναν γαλάζιες γλώσσες φωτιάς. Μα δε φοβήθηκε. Όσο παράξενο κι αν ήταν η Φωτιά ήταν το στοιχείο της, ένα μυστικό που φυλούσε χρόνια τώρα. Κι ο Ναρ το είχε καταλάβει. Ήταν εκεί μαζί της και κοιτούσε την γαλάζια και πύρινη θάλασσα της. "Μη φοβάσαι να ανοιχτείς στους γύρω σου" της είπε. "Μα Ναρ, δε βλέπουν" του είπε. Ο φίλος της της χαμογέλασε γλυκά, έφερε το χέρι του στο μάγουλο της και της φίλησε απαλά το μέτωπο, το χαραγμένο αλχημιστικό σύμβολο του Νερού "τότε κάντους να δουν Ζαάνα" της είπε και γύρισε πάλι στην ατελείωτη θάλασσα. "Ναρ, σ ευχαριστώ" του είπε "Και γω" της απάντησε.

Τα μάτια της άνοιξαν και η ομορφιά της ψυχής της έδωσε τη σειρά στον μισολιπόθυμο Ναρ. Η Ζαάνα έτρεξε γρήγορα στο μέρος του, μα η Χελένα και ο Γκλίριον ήταν πάνω του. Έδωσε λίγο χώρο καθώς θα είχαν πολύ περισσότερο χρόνο μαζί και περίμενε καρτερικά τη σειρά της να φτάσει κοντά του και να μείνει για πάντα! Είδε την Σαγιάνε να βγαίνει έξω απότομα. Έκλαιγε; Σκέφτηκε να την ακολουθήσει, μα τι μπορούσε να της πει; Και ποιά ήταν να  το κάνει αυτό; Αποφάσισε να μείνει εκεί με τους υπόλοιπους και να προσέχει το Ναρ. Ήταν ένα μικρό τσίμπημα ανησυχίας και τον νοιαζόταν.


Ναρ

  • Σοβερίνος
  • Θεραπευτής
  • Level 18
    • Προφίλ
Ο Ναρ είχε ζήσει την κάθε στιγμή, όχι με τους παρευρισκόμενους μόνο, μα σχεδόν με κάθε άνθρωπο, νάνο, ξωτικό, σοβερίνο, βαλησίνο, όλους από την κάθε φατρία. Είχε δει ένα κομμάτι τους, είχε πάρει ένα κομμάτι τους, είχε δώσει ένα δικό του. Η ψυχή του ήταν μοιρασμένη σχεδόν σε κάθε ζωντανό όν. Μα το πιο δύσκολο ήταν  να αντιμετωπίσει τον εαυτό του. Όταν πήρε το σκοτάδι από όλους και το έκλεισε μέσα του, το Χάρισμα έπρεπε να το θεραπεύσει μέσα του. Και αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο από όλα καθώς πιο εύκολο θεραπεύεις κάποιον τρίτο παρά τον ίδιο σου τον εαυτό. Η προσπάθεια αυτή του απομύζησε και τις τελευταίες του δυνάμεις. Ένα όραμα: εκείνος, γαλάζιος ουρανός, φωτιά και σκοτάδι.

Ξύπνησε στην αγκαλιά του Γκλίριον. Η Χελένα του κρατούσε τα χέρια. Της έκλεισε το μάτι αδύναμα "Πολύ καλά για πρώτη φορά Χελένα"
Όμως το επόμενο συναίσθημα του έκοψε την ανάσα. Έπιασε σφιχτά την καρδιά του και προσπάθησε να πάρει ανάσες. Το βάρος ήταν τεράστιο, αυτό, αυτό που ένιωθε δε θεραπεύονταν με τίποτα. Έψαξε με το βλέμμα του ταραγμένος τριγύρω. Λείπανε άτομα. Κοίταξε τον Γκλίριον παρακλητικά
"Έξω, έρχεται κάτι πολύ κακό" είπε προσπαθώντας να κλείσει τον εαυτό του από την αύρα που έπιανε, τόσα συναισθήματα που τον ζάλιζαν, τον αποπροσανατόλιζαν, τον χτυπούσαν και τον μάτωναν. 


Τέλος Κεφαλαίου ΙI
Η Θεραπεία


*Θα ακολουθήσει σύντομα το Κεφάλαιο III