Rasnarry Academy

[Event] Η Γιορτή του Κόκκινου Φεγγαριού [Τέλος]

Κασσάνδρα Καν

  • Βαλησίνη
  • Καθηγητής
  • Level 16
  • Ιστορικός
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η ομορφιά της Μεβαίρ είναι εκπληκτική! Δεν είναι τυχαίο που την υμνούν σε τόσα τραγούδια οι Βαλησίνοι… Από την άφιξη τους στο Λιμάνι που τους υποδέχτηκαν οι κάτοικοί της, μέχρι την διαμονή τους στο κεντρικό Πανδοχείο, τη Φουρτούνα το ίδιο βράδυ, όλοι έμειναν άναυδοι από την σπουδαία αρχιτεκτονική της και την ευγένεια της Φυλής. Η Κασσάνδρα σε όλο το ταξίδι από το Πορτμέιρ μέχρι εκεί, τους περιέγραφε την ιστορία της. Ήταν η πρώτη πόλη που κτίστηκε, σύμφωνα με τον μύθο από τους πρώτους Βαλησίνους που ανέβηκαν στη στεριά, πόσο μοιάζει με αστερία κοιτάζοντας την από ψηλά και τέλος, πως επεκτείνεται στο μήκος της ακτής, έχοντας μόνο πρόσβαση από τη θάλασσα. Τους μίλησε για το Δάσος της Σομέρ που βρίσκεται μετά τα ψηλά τείχη, και πως κρατούν έξω κλέφτες και απατεώνες που καραδοκούν στο δάσος.

Ο Σοφός Αλμέρ, ο Βαλησίνος Θεραπευτής, έγνεφε και γέλαγε με τις περιγραφές της Κασσάνδρας λέγοντας της ότι μόνο αυτή θα μπορούσε να τα περιγράψει τόσο ζωντανά. Η Κασσάνδρα γυρνούσε το κομπλιμέντο λέγοντας τις ήξερε ακούγοντας τις δικές του Ιστορίες. Ο Σοφός Αλμέρ, θα εκτελούσε το ιερό καθήκον του Σοφού να επιλέξει τους καινούριους μαθητές για την επόμενη χρονιά. Κουβαλούσε τον γρίφο μαζί του και περίμενε μεγάλα πράγματα από τους υποψήφιους μαθητές του. Η ευγένεια του και η καλοκάγαθη ψυχή του ήταν γνωστή σε όλους τους Βαλησίνους, που σε καθε γιορτή τον περίμεναν πως και πως.

Το πρωί της επόμενης μέρας, όλοι είχαν το ελεύθερο να περπατήσουν την πόλη, να διασχίσουν δρόμους και σοκάκια, καθώς και να επισκεφτούν τους πάγκους των εμπόρων, προκειμένου να χαζέψουν, βότανα από τον βυθό της θάλασσας, φίλτρα ειδικά φτιαγμένα από τους θεραπευτές της Φυλής, αντικείμενα και βιβλία και τέλος να φάνε τις σπεσιαλιτέ της Πόλης, ψάρι στα κάρβουνα με σάλτσα από βότανα και μπαχαρικά, σούπα από φύκια και ψάρια, και τέλος βρασμένα κεφάλια ψαριών περιλουσμένα με σάλτσα ντομάτας και μια ιδέα από βασιλικό. Έπειτα όλοι, κουρασμένοι, ξάπλωσαν στα δωμάτια τους και περίμεναν με ανυπομονησία την έναρξη της γιορτής που γινόταν κατά της δύση του ηλίου, στο υπαίθριο θέατρο της Μεβαίρ, το Κοράλι.


Το ίδιο απόγευμα, ενθουσιασμένοι όλοι ξεκίνησαν, προκειμένου να φτάσουν στο χώρο του Θεάτρου. Η Κασσάνδρα συνομιλώντας με τους υπόλοιπους Καθηγητές, προχωρούσε στον Δρόμο των Χελιών που ένωνε το Πανδοχείο με το Κοράλι. Φθάνοντας στην είσοδο του στρογγυλού θεάτρου, που οι πέτρινες θέσεις του, έβλεπαν προς τον τεράστιο και βαθύ ωκεανό, γύρισε στους μαθητές της και με χαμόγελο τους καλωσόρισε στην γιορτή της Αναγέννησης των Βαλησίνων.



((Συντονιστές της γιορτής: Κασσάνδρα & Σαγιάνε))

« Τελευταία τροποποίηση: Σεπτέμβριος 07, 2019, 02:59:01 μμ by Στέλλα »


Όλυξ Μιντάριος

  • Δ' Έτος
  • Πολεμιστής
  • Level 6
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Το ταξίδι ήταν ένα όνειρο. Ποτέ του δεν θα ξεπερνούσε τη θέα της θάλασσας, τη μυριωδιά της θαλασσινής φρεσκάδας, το αεράκι που του δρόσιζε το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Όσο οι άλλοι μιλούσαν κατενθουσιασμένοι για τη γιορτή και τα άμεσα σχέδια τους, εκείνος καθόταν στην κουπαστή, χαζεύοντας τον ορίζοντα, νιώθοντας να γαληνεύει με κάθε ταρακούνημα του σκαριού. Μπορεί να μη μεγάλωσε στη θάλασσα, αλλά την ένιωθε σαν σπίτι του ήδη.

Προτίμησε να κάνει ελάχιστες βόλτες και να αποτραβηχτεί στο δωμάτιο του με κάθε ευκαιρία για να ξεκουραστεί, φυλώντας τη δύναμη του. Δεν είχε καμία όρεξη να καταρρεύσει κατά τη διάρκεια της γιορτής.

Όταν ήρθε η ώρα λοιπόν, φρόντισε να βάλει τα καλά του, που του είχε ράψει η μητέρα του για τα γενέθλια του. Ήταν πολύ περήφανος για τα ρούχα του, κι ας ήξερε πως ήταν φτωχικά. Ένα παντελόνι από φτηνή μαύρη τσόχα, μαύρες δερμάτινες πολυφορεμένες μπότες, και μια λινή λευκή πουκαμίσα με μακριά μανίκια, πιασμένη στη μέση με μια ζώνη που είχε περασμένο το σπαθί του και το μαχαίρι του. Ακόμα και τα όπλα του, αν και καλοφτιαγμένα, ήταν απλά, λιτά. Στα χέρια του κρατούσε μια ελαφριά κάπα από την ίδια φτηνή μαύρη τσόχα, λίγο σκισμένη στην άκρη, αλλά καθαρή- είχε ακούσε πως το βράδυ κάνει κρύο με την υγρασία.

Νιώθοντας πανέτοιμος, και περιέργως ορεξάτος, ακολούθησε την καθηγήτρια Καν μέχρι το Θέατρο της Μεβαίρ, με ένα χαμόγελο μέχρι τ'αυτιά.


Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 6
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ανάμεικτα συναισθήματα κατέκλυσαν την Μοργκέιν όταν έφτασε στην Μεβαίρ. Ξαναγύρισε στον τόπο των Βαλησινων, στα μέρη που μεγάλωσε και αυτό την έκανε να πετάει από την χαρά της.Το σπίτι της στην Ερίσνα,δεν ήταν και τόσο μακριά, όμως δεν ήταν το ίδιο πλέον. Αλήθεια, δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε αν έβλεπε τους γονείς της, θα ερχόντουσαν άραγε στην γιορτή;
Κούνησε το κεφάλι της για να διώξει αυτές τις σκέψεις. Για άλλο λόγο ήρθαν εδώ άλλωστε. Οι περισσότεροι μαθητές είχαν ξεχυθεί στους εμπορικούς πάγκους, θαυμάζοντας τα καλουδια που είχε να προσφέρει η περιοχή και κυρίως η θάλασσα. Κάποιοι άλλοι αποφάσισαν να ξεκουραστούν μέχρι την ώρα της γιορτής στο πανδοχείο. Αυτοί χάνουν. Σκέφτηκε με ένα πονηρό γελάκι. Αγόρασε ένα πιάτο με ψάρι και φύκια, σπεσιαλιτέ της Μεβαίρ και κάθισε να το απολαύσει σε ένα από τα παγκάκια που υπήρχαν κατά μήκος του δρόμου των χελιών. Οταν τελείωσε και με το φαγητό αποφάσισε πως ήταν η ώρα να ετοιμαστεί.

Αυτό που διάλεξε να φορέσει ηταν ένα φόρεμα σε σκούρο μπλε, στενό στον κορμό της. Κατεβαινοντας άνοιγε σε μια μια μακρια φούστα που έφτανε μέχρι το έδαφος,με πολλά άνισα επίπεδα από αραχνοΰφαντο ύφασμα σε αποχρώσεις του λευκού και του μπλε που την έκαναν να μοιάζει λες και φορούσε τα κύματα της θάλασσας, την θάλασσα την ίδια. Τα μαλλιά της τα έπιασε σε μια μακρια πλεξούδα, που έπεφτε πίσω στην πλάτη της και έφτανε μέχρι την μέση της. Έκρυψε το ραβδί της ανάμεσα στα υφάσματα του φορέματος της και ήταν πλέον έτοιμη να φύγει.

Βγήκε στον δρόμο των χελιών και ακολούθησε τους συμμαθητές της. Έψαχνε με το βλέμμα της τους φίλους της αλλά κατάφερε να βρει μόνο τον Ολυξ. Ήταν απασχολημένος όμως με το να κοιτάει τριγύρω και δεν την κατάλαβε που πλησίαζε πίσω του, οπότε βρήκε ευκαιρία να τον αιφνιδιάσει. "Σε έπιασα!" φώναξε καθώς τον έπιασε από τους ώμους.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 03, 2019, 11:18:18 πμ by Μοργκέιν Θερέλ »


Όλυξ Μιντάριος

  • Δ' Έτος
  • Πολεμιστής
  • Level 6
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
"Σε έπιασα!", άκουσε μια γυναικεία φωνή μέσα στ'αυτί του ενώ δυό χέρια γράπωσαν τους ώμους του από πίσω. Δυστυχώς, οι νεαροί Πολεμιστές εκπαιδεύονταν για τέτοιες περιπτώσεις. Ασυναίσθητα, το αριστετό του χέρι έπιασε το αριστερό χέρι της Μοργκέιν ενώ ο κορμός του έκανε απότομα πίσω και αριστερά. Το δεξί του χέρι πετάχτηκε για να βρει τα πόδια του εχθρού ώστε να τα τραβήξει και να τον ρίξει…

Αντί για πόδια έπιασε με την άκρη του ματιού του μια μακριά φούστα, και αντί για εχθρό ένα λεπτεπίλεπτο κοριτσάκι. Έντρομος, κατάφερε να αλλάξει την πορεία του χεριού του, κι αντί για το πίσω μέρος των γονάτων άρπαξε τη μέση της. Χάρη στην ατσούμπαλη και απροσδόκητη αλλαγή, αντί να ρίξει τη Μοργκέιν στο πάτωμα,  τη στριφογύρισε μια φορά και την άφησε απαλά κάτω, σαν κάποιου είδους άγαρμπη χορευτική φιγούρα.

"Τρ-τρόμαξα!", κατάφερε να ψελλίσει, ενώ το πρόσωπο του είχε όντως μια έκφραση τρόμου. "Είσαι εντάξει; Συγγνώμη! Χίλια συγγνώμη! " άρχισε να λέει γρήγορα, χωρίς να καταλάβει μέσα στον πανικό πως κρατάει ακόμη το χέρι της.


Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Σαγιάνε είχε ετοιμαστεί παράδοξα για αυτή τη γιορτή. Αρχικά ήταν η πρώτη φορά που θα ήταν συνυπεύθυνη μαζί με την Κασσάνδρα. Είχε χαρεί πάρα πολύ όταν η Κασσάνδρα την τίμησε με την πρόταση της και πήρε στα σοβαρά την αποστολή. Στο μυαλό της είχε καρφωμένο πλέον οτι έπρεπε να προστατεύσει τα παιδιά πάση θυσία. Μία εξόρμηση εκτός Ακαδημίας μπορούσε σίγουρα να περιέχει κινδύνους. Αλλά αυτά ήταν μέσα στο κεφάλι της. Τί θα μπορούσε να γίνει άλλωστε σε μια γιορτή; Για το λόγο αυτό ωστόσο, η Σαγιάνε είχε επιλέξει το δυνατότερο συνδυασμό όπλων -σύμφωνα με την ίδια πάντα.

Από την άλλην είχε πάρει στα πράγματα της ένα φόρεμα. Το μοναδικό καλό φόρεμα που είχε. Ένα απλό λυτό λευκό φόρεμα ως το γόνατο και το μοναδικό της κόσμημα, μια ασημένια τσιμπήδα για τα μαλλιά που κατέληγε σε μια ημισέληνο με έναν μεγάλο ημιπολύτιμο λίθο, έναν σελενίτη. Ο Ελντίν της είχε κάνει πρόταση να βουτήξουν μαζί και ήθελε να είναι όμορφη για αυτή τη στιγμή. Ειρωνικά, ήταν ίσως το πρώτο της ραντεβού. Σ όλη τη διαδρομή σοβαρή άκουγε τα λόγια και τις ιστορίες της Κασσάνδρας, ενώ έμενε όσο πιο μακριά από το νερό γραπώνοντας κάθε τόσο τα χέρια της σε κάποιο δοκάρι ή πόρτα επαναλαμβάνοντας στον εαυτό της ότι όλα θα πάνε καλά. Ήταν αντι επαγγελματική αυτή η συμπεριφορά της το ήξερε. Σε αυτή την ευάλωτη θέση τι θα συνέβαινε εάν δεχόντουσαν επίθεση; Έπρεπε επιτέλους να το ξεπεράσει αυτό!

Ευτυχώς το καράβι έφτασε στον προορίσμο του και η Σαγιάνε ήταν η πρώτη που κατέβηκε, πήδηξε σχεδόν στη στέρεα γη με τα πράγματα της, νιώθοντας ευγνωμοσύνη. Πρώτη φορά ερχόταν σ αυτό το μέρος. Η πρώτη της εντύπωση ήταν φτωχή μα όταν ξεκίνησε να περπατά πάνω στον παραλιακό δρόμο της Μεβαίρ τα μάτια της κοιτούσαν προς κάθε κατεύθυνση διψασμένα. Τι όμορφο, σκέφτηκε. Είδε εμπορικούς πάγκους με όλων των ειδών τους θησαυρούς της θάλασσας, κοχύλια, σφουγγάρια, όστρακα, φύκια, ψάρια. Κάθε τόσο στεκόταν σε έναν πάγκο κοιτάζοντας την πραγμάτια των εμπόρων. Έψαχνε κάτι συγκεκριμένο.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 03, 2019, 12:05:13 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »


Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 6
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η αντίδραση του Ολυξ ήταν ακριβώς αυτή που περίμενε. Εξ άλλου είναι πολεμιστής, κάτι λιγότερο θα ήταν απαράδεκτο εκ μέρους του. Ακόμα και το σώσιμο που έκανε δειχνε πόσο εύκολα μπορεί να ανταπεξέλθει στις καταστάσεις που μπορεί να προκύψουν.
"Τρ-τρόμαξα!"της είπε και το πρόσωπο του είχε μια έκφραση τρόμου που την έκανε να γελάσει, οχι γιατί της φάνηκε γελοίος αλλά γιατί της άρεσε που μπορούσε να ρίξει το τοίχος που ύψωνε στον κόσμο και να να τον δει πραγματικά.
"Είσαι εντάξει; Συγγνώμη! Χίλια συγγνώμη! " συνέχισε.
"Μην ανησυχείς, δεν είμαι όσο εύθραυστη φαίνομαι" του είπε χαρίζοντας του ένα ζεστό χαμόγελο. Κρατώντας ακόμα τα χέρια του σηκώθηκε όρθια. "Λοιπόν; Σου αρέσει εδώ;" ρώτησε και τον προέτρεψε να συνεχίσουν να περπατάνε προς το θέατρο.



"Σε έπιασα!", άκουσε μια γυναικεία φωνή μέσα στ'αυτί του ενώ δυό χέρια γράπωσαν τους ώμους του από πίσω. Δυστυχώς, οι νεαροί Πολεμιστές εκπαιδεύονταν για τέτοιες περιπτώσεις. Ασυναίσθητα, το αριστετό του χέρι έπιασε το αριστερό χέρι της Μοργκέιν ενώ ο κορμός του έκανε απότομα πίσω και αριστερά. Το δεξί του χέρι πετάχτηκε για να βρει τα πόδια του εχθρού ώστε να τα τραβήξει και να τον ρίξει…

Αντί για πόδια έπιασε με την άκρη του ματιού του μια μακριά φούστα, και αντί για εχθρό ένα λεπτεπίλεπτο κοριτσάκι. Έντρομος, κατάφερε να αλλάξει την πορεία του χεριού του, κι αντί για το πίσω μέρος των γονάτων άρπαξε τη μέση της. Χάρη στην ατσούμπαλη και απροσδόκητη αλλαγή, αντί να ρίξει τη Μοργκέιν στο πάτωμα,  τη στριφογύρισε μια φορά και την άφησε απαλά κάτω, σαν κάποιου είδους άγαρμπη χορευτική φιγούρα.

"Τρ-τρόμαξα!", κατάφερε να ψελλίσει, ενώ το πρόσωπο του είχε όντως μια έκφραση τρόμου. "Είσαι εντάξει; Συγγνώμη! Χίλια συγγνώμη! " άρχισε να λέει γρήγορα, χωρίς να καταλάβει μέσα στον πανικό πως κρατάει ακόμη το χέρι της.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 03, 2019, 12:58:09 μμ by Μοργκέιν Θερέλ »


Βαλύριον

  • Εφευρέτης
  • Καθηγητής
  • Level 15
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Το νερό δεν ήταν ποτέ το στοιχείο του Βαλύριον. Από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει σε περιοχές με δάση ή πεδιάδες οπότε η θάλασσα τον ξένιζε. Η μέρα του είχε ήδη ξεκινήσει στραβά αφού δεν είχε συνέλθει από την ναυτία που τον έπιασε στο ταξίδι. Τα ρούχα που διάλεξε ήταν επίσης ενοχλητικά. Μια μακριά κυπαρρισί ρόμπα που μπλεκόταν συνέχεια στα πόδια του και τον έκανε να βρίζει διαρκώς. Μέσα στονεκνευρισμό του, έβγαλε το μαχαίρι από τη θήκη του και με δυο κοφτές κινήσεις έκοψε το κάτω μέρος του ρούχου του στο ύψος των γονάτων του. "Τώρα μάλιστα!" αναφώνησε με ανακούφηση.

Μετά σπό την σύντομη στυλιστική παρέμβαση κατευθύνθηκε σε ένα χαμηλό κτήριο και με ανάλαφρες κινήσεις βρέθηκε στην οροφή του. Βολεύτηκε όσο πιο καλά γινόταν και έβγαλε απο το σακίδιό του ένα τα αγαπημένα του ξινόμηλα από τον κήπο του Αλλάσιου. Πρέπει να ανανεώσω τις προμήθειές μου... σκέτηκε καθώς αυτό που κρατούσε ήταν το τελευταίο και πήρε μια μεγάλη μπουκιά ελπίζοντας να μην τον ενοχλήσει κανείς όσο απολάμβανε την ηρεμία του.


Νέια Κινάν

  • Στ' Έτος
  • Αλχημιστής
  • Level 6
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Το ταξίδι τους κύλησε ομαλά. Η Νέια ήταν κατενθουσιασμένη που βρισκόταν στη θάλασσα και δεν έχανε ευκαιρία να ακούσει τις ιστορίες της καθηγήτριας Καν. Προσπαθούσε να συλλέξει κάθε στοιχείο για την ιστορία, την καθημερινότητα και τα ήθη και έθιμα των Βαλησινών. Εξάλλου ήταν και ο λόγος που τους ακολούθησε σε αυτή τη γιορτή. Θεωρούσε το λαό απίστευτα ενδιαφέρον, κι ακόμα περισσότερο τη συγκεκριμένη γιορτή, και πίστευε πως μέσα από αυτόν μπορεί να αποκτήσει πολλά σε γνώση για τη ζωή αλλά και την τέχνη της. Όταν πλησίαζαν το λιμάνι, η πόλη φαινόταν ελάχιστα πίσω από το ψηλό τείχος που την περικύκλωνε, έκτος από το Κάστρο που υψωνόταν βασιλικά στο κέντρο της πόλης.

Η μεγαλοπρέπεια της Μεβαίρ όμως κρύβεται μέσα από τα τείχη. Κανένα βιβλίο μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει να αποθανατίσει την ομορφιά αυτού του αρχιτεκτονικού θαύματος. Όλα της τα κτίρια, μικρά ή μεγάλα, στόλιζαν την πόλη σαν πετράδια, κρυμμένοι θησαυροί στον πάτο της θάλασσας. Δρόμοι στρωμμένοι με κοχύλια και πέτρα, σπίτια σε σχήματα και χρώματα μαγευτικού βυθού και η μυρωδιά της θάλασσας και του φρέσκου ψαριού που επικρατούσε στον αέρα, δημιούργησαν στη Νέια ένα αίσθημα καλοκαιρινής, σχεδόν παιδικής, ξεγνοιασιάς.

Οι καθηγητές τους έδωσαν το ελεύθερο να αξιοποιήσουν τις ώρες τους όπως εκείνοι ήθελαν μέχρι τη δύση του ήλιου. Τότε θα έπρεπε να παρευρεθούν όλοι μαζί στη γιορτή. Η Νέια δεν έχασε ευκαιρία. Ξύπνησε νωρίς, ντύθηκε λιτά με ένα λευκό αέρινο φόρεμα και ξεχύθηκε στους δρόμους. Ξεκίνησε από το δρόμο των Χελιών, όπου βρισκόταν και το πανδοχείο τους, σταματώντας σε καποιούς πάγκους που της τράβηξαν το ενδιαφέρον για να αγοράσει ίσως κάποια ιδιαίτερα βότανα και ματζούνια. «Θα το λάτρευε το μέρος ο Ζάος» σκέφτηκε κάποια στιγμή που μίλησε με έναν έμπορο θεραπευτικών βοτάνων.  Δοκίμασε τη σούπα από φύκια, που τόσα πολλά είχε ακούσει, και το ψητό ψάρι. Σειρά είχε το κάστρο. Η καλοδουλεμένη αρχιτεκτονική της πόλης δεν άφηνε περιθώρια να χαθεί κάποιος ακόμα κι αν ήταν η πρώτη του επίσκεψη. Έτσι η Νεία ακολούθησε το δρόμο του Κάστρου, στο τέλος της αγοράς, μέχρι που έφτασε στο κέντρο της πόλης. Οι τρείς πύργοι του Κάστρου δέσποζαν μπροστά της επιβλητικά αλλά αυτό που της έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν το σχήμα των κορυφών τους.

Μετά από πολύ περπάτημα, γύρισε εξαντλημένη στο πανδοχείο. Πλύθηκε γρήγορα και άρχισε να ετοιμάζεται για τη γιορτή. Φόρεσε ένα βαθύ κόκκινο βελούδινο φόρεμα σε ίσια γραμμή που άφηνε ελεύθερους τους ώμους της και κατέληγε στο έδαφος. «Η Γιορτή του Κόκκινου Φεγγαριού.» σκέφτηκε ενώ κρεμούσε ένα ασημί περιδέραιο στο σχήμα της ημισελήνου στο λαιμό της. Είχε σκοπό να τιμήσει τη γιορτή αλλά ακόμα περισσότερο το αγαπημένο της ουράνιο σώμα. Στολίστηκε με ασημί σκουλαρίκια και δαχτυλίδια με διάφορους λίθους. Τέλος, έπιασε δυό τούφες σε πλεξιδούλες δεξιά κι αριστερά στα μαλλιά της, πήρε ένα μικρό μάυρο δερμάτινο τσαντάκι με το ραβδί της και δυο τρία άλλα πράγματα και κατευθύνθηκε προς το θέατρο «Το Κοράλι». Απόψε θα ήταν μια ξεχωριστή νύχτα.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 03, 2019, 04:46:56 μμ by Νέια Κινάν »


Κέννα

  • Πολεμιστής
  • Level 6
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Το ταξίδι τους με το πλοίο ήταν αρκετά ευχάριστο. Δεν είχε ξαναμπεί σε πλοίο και η αλήθεια είναι πως δεν ήξερε τι να περιμένει, κρίνοντας από την Σαγιάνε που ήταν έτοιμη να αγκαλιάσει το κατάρτι με το που επιβιβάστηκε.

Δεν την πολύ ενδιέφερε η γιορτή γιαυτό αποφάσισε να δει την πόλη της Μεβαίρ. Εξ άλλου οι παλιές συνήθειες δύσκολα κόβονται. Έπρεπε να ανιχνεύσει την περιοχή. Σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό κτήριο που βρήκε και έκανε ένα κύκλο γύρο από τον εαυτό της, έτσι ώστε να δει από άκρη ως άκρη την Μεβαίρ.

Ειδε τους υπόλοιπους μαθητές να οδεύουν προς το θέατρο με πρωτοπόρο την Κασσάνδρα. Κάτι άλλο όμως τράβηξε το μάτι της. Κάποιος άλλος είχε την ίδια ιδέα με αυτήν. Είδε τον Βαλύριον να κάθεται στην οροφή ενός κτήριο ελάχιστα πιο μακριά από αυτό που βρισκόταν η ίδια. Με μερικά επιδέξια πηδηματα από οροφή σε οροφή έφτασε στο σημείο που ήταν. Έκατσε δίπλα του και του πήρε το μήλο από τα χέρια. Πήρε μια γεμάτη μπουκιά και με γεμάτο το στόμα γύρισε προς το μέρος του.
"Καταλαβαίνω γιατί δεν ήθελες να μοιραστείς το μήλο με κανέναν. Είναι πεντανοστημο!"
Κάποιος άλλος ίσως να την έβρισκε τρομερά θρασυ και αγενή. Είχε παρατηρήσει όμως τον Βαλύριον. Δεν ήταν ακριβώς ο καθώς πρέπει τύπος.

"Με λένε Κέννα" είπε και του άπλωσε το χέρι.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 04, 2019, 10:04:38 μμ by Κέννα »


Άρυα Λιρέλ

  • ΣΤ' Έτος
  • Θεραπευτής
  • Level 7
  • Ξωτικό
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, η Άρυα είχε διαλέξει μια ήσυχη γωνιά για ν' ατενίζει το απέραντο γαλάζιο. Η θάλασσα της φαινόταν τόσο όμορφη, όσο και τρομακτική.
Θα μπορούσα άραγε να επιβιώσω αν με παρατούσαν στη θάλασσα, και όχι στο δάσος;, αναρωτήθηκε και ξεφύσησε σκεπτική.
Που και που άκουγε την Κασσάνδρα να μιλά με ενθουσιασμό για την ιστορία της πόλης, και δε μπορούσε παρά να χαμογελάσει. Το δάσος της Σομέρ της κίνησε το ενδιαφέρον.

Το επόμενο πρωί, η Άρυα έκανε μια σύντομη βόλτα στην πόλη, και ενθουσιάστηκε με τα βότανα και τα φίλτρα που βρήκε στην αγορά. Αμέσως θυμήθηκε τη συμφωνία της με τον Βαλύριον για το βραχιόλι, και σημείωσε νοητά να το ξεκινήσει και αυτό. Είχε ήδη κάνει κάποια σχέδια, μα τίποτα στην πράξη.
Γύρισε νωρίς πίσω, γιατί ήθελε να αφιερώσει λίγο χρόνο ώστε να ετοιμαστεί για τη γιορτή.

Η Άρυα αφέθηκε στα έμπειρα χέρια της Μοργκέιν για τα μαλλιά της. Κατέληξαν μαζεμένα ψηλά, με διάφορες μικρές πλεξούδες εδώ και κει, που η φίλη της είχε φροντίσει να διακοσμήσει με μικρές χρυσές χάντρες ενδιάμεσα.
Τι έχω κάνει για να αξίζω τόσο καλή φίλη, είχε σκεφτεί η Άρυα κοιτώντας την, όσο εκείνη της έστρωνε τις τελευταίες τούφες. Την Μοργκέιν την ένιωθε σαν αδερφή της.
Το κοκκινάδι στα χείλη της ταίριαζε απόλυτα με το βαθύ πορτοκαλί φόρεμά της. Αέρινο και κοντό, ήταν ότι πρέπει για αυτήν την καλοκαιρινή βραδιά. Συμπλήρωσε μερικά χρυσά κοσμήματα, για να ταιριάζουν με αυτά στα μαλλιά της, και έφτιαξε λίγο την φράντζα της. Πήρε τα απαραίτητα, και ξεκίνησε μαζί με τους υπόλοιπους για το Κοράλι.


Όλυξ Μιντάριος

  • Δ' Έτος
  • Πολεμιστής
  • Level 6
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Χαμογέλασε στην ερώτηση της. "Είναι φοβερά! Το λατρεύω αυτό το μέρος!  Είναι δίπλα, όχι, είναι πάνω στον ωκεανό! Μυρίζει παντού θάλασσα! Θα μπορούσα να κοιτάω τη θάλασσα για πάντα… Είναι υπέροχη!". Χάθηκε ενώ μιλούσε για την νέα του αγάπη, όπως κάθε αθώος νέος που έχει ερωτευτεί τη σκληρόκαρδη θάλασσα.

Ακολουθώντας την προτροπή της Μοργκέιν ασυναίσθητα, προχώρησε προς το θέατρο μαζί με τη νεαρή Βαλησίνη, χαμένος στην εξομολόγηση του. "Θα ήθελα να έχω ένα καράβι και να ταξιδέψω παντού! Να δω ό,τι βρέχει η θάλασσα! Όμως, να, να σου εκμυστηρευτώ κάτι… δεν ξερω τι να φάω από θαλασσινά, μου φαίνονται τόσο παράξενα."

Φτάσανε στο θέατρο χωρίς να το καταλάβει- και χωρίς να αφήσει το χέρι της Μοργκέιν, το οποίο κρατούσε σε όλη τη διαδρομή, εξίσου ασυναίσθητα.



Σαγιάνε Ασάχι

  • Άνθρωπος
  • Καθηγητής
  • Level 19
  • Πολεμιστής
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Ήταν ήδη μία ώρα χωμένη στα στενά της Μεβαίρ αρκετά μακριά από την παραλία και τις λάσπες ως το γόνατο. Αισθανόταν σα τα ζώα στον αχυρώνα ιδιαίτερα συγκεκριμένα ζώα που είναι ροζ με στριφογυριστή ουρά και λατρεύουν τα πίτουρα και τα καρπούζια. Που την είχαν στείλει ένας θεός ξέρει. Αλλά όλοι την απάντησαν εύθυμα αν και διστακτικά στην αρχή. Το χρυσό λαμπίρισμα όμως και ένα καλό ψάρι της έδωσαν τις απαντήσεις που ήθελε. Τώρα ήταν σίγουρη πως είναι στο σωστό δρόμο βγαίνοντας από τις λάσπες έπεσε στη φτωχογειτονιά που της περιέγραψαν ακριβώς στο σημείο που της είπαν. Ποιό σπίτι ήταν; Τέσσερα σπίτια αριστερά και μετά το δεύτερο. Και ναι αυτό ήταν.

Το σπίτι ήταν μισοδιαλυμένο. Εάν δε το έψαχνε δε θα της περνούσε ποτέ από το μυαλό οτι είναι κατοικήσιμο, πόσο μάλλον από έναν Βαλησίνο μάγιστρο του παρελθόντος. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερε τι να περιμένει. Κινούνταν με όπλο την πίστη της. Χτύπησε αδύναμα γιατί νόμιζε ότι αν χτυπήσει πιο δυνατά θα γκρέμιζε την πόρτα. Καμία απάντηση. Χτύπησε ακόμα μια φορά. Τίποτα. Κοίταξε τριγύρω, μα ήταν αυτό το σωστό σπίτι. Μια κουρτίνα έπαιξε. Γύρισε να ξανακοιτάξει και μπροστά της βρισκόταν έναν γέρος Βαλησίνος. Τρόμαξε τόσο που έκανε ένα βήμα πίσω. Ήταν αθόρυβος. Την κοιτούσε....ή μάλλον την κοιτούσε,και τα δύο του μάτια αλλήθωρα, δεν ήξερε ποιό ήταν το καλό.

"Τι θες;" μια μουτρωμένη τραχιά φωνή. Ο Βαλησίνος αν δεν είχε ξεπεράσει το κανονικό όριο ηλικίας πρέπει να ταν κοντά του.
"Γ..γεια σας. Ψάχνω τον Κύριο Ρέις. Μάγιστρος. Μου παν εδώ θα ναι.." είπε δειλά. Είναι δυνατόν να ταν αυτός;
"Μάγιστρος; Κανένας μάγιστρος! Φύγε από δω!"
"Μα...έχω ένα ψάρι πολύ ωραίο και ζουμερό για σας και τον κόπο σας..."
"Τι νομίζεις κορίτσι μου; Ότι θα με δωροδοκήσεις με ψάρια...;" είπε δυστροπος. "Πόσο μεγάλο είναι;"
Η Σαγιάνε αιφνιδιάστηκε με την ερώτηση του.  "Ε...είναι ...εεε σα το κεφάλι σας" και μετά πάγωσε στο τι είχε ξεστομίσει. Σα το κεφάλι του φυσικά, σκέφτηκε, χαζη! Βαλησίνος είναι!
Ο Βαλησίνος έμοιαζε....νεκρός. και μετά ξαφνικά ξέσπασε σε γέλια. "Πέρνα μέσα καλή μου. Εγώ είμαι αυτός που ψάχνεις" έίπε και μπήκε μέσα με ρυθμό ωσάν τον σάλιαγκα.

Το σπίτι είχε δύο δωμάτια, ένα χώρο σα καθιστικό και μια μικρή μα πρακτική κουζινούλα, πιο πίσω φαινόταν ακόμα μία πόρτα, ίσως μπάνιο;
"Περίεργα χρώματα για Βαλησίνη έχεις" είπε τελικά ο παππούς αφού κάθισε σε μια καρέκλα.
"Α όχι δεν είμαι Βαλησίνη. Είμαι άνθρωπος" είπε η Σαγιάνε και αναρωτήθηκε αν έκανε γκάφα...ξανά.
"Ααα άνθρωπος. Μικρό ταγαράκι όπως έλεγε η κυρία Ρέις" είπε κάπως συνεσταλμένα...μάλλον η γυναίκα του; "Λοιπόν ταγαράκι σε τι έχω την τιμή της επίσκεψης σου; Κάτι μου λέει πως θες κάτι απο μένα και πως έχει να κάνει με τις ιδιότητες μου" είπε σχεδόν χαρούμενος με προσμονή.
"Ε ναι...ψάχνω έναν βιβλίο, με στείλανε σε σας, εβοήθησαν και τα ψάρια βλέπετε. Έχω έναν....εμ φίλο ο οποίος μελετά τον τομέα σας, γητεύσεις, και σκέφτηκα ότι ένα βιβλίο με γητεύσεις Βαλησίνων θα τον χαροποιούσε. Όσα έβλεπα στους πάγκους μου φάνηκαν πολύ εμπορικά, ίσως δε τόμους τους οποίους σίγουρα έχει...ο φίλος μου. Έτσι άρχισα να ρωτάω για κάποιον μάγο, διστακτικά στην αρχή μα έπειτα κατάλαβα από τις απαντήσεις ότι ήσασταν..εε οτι είστε απο τους παλιούς μάγιστρους"
Ο Βαλησίνος όση ώρα μιλούσε δε φάνηκε να την ακούει, κοιτούσε δεξιά και αριστερά.
"Ωστέ για φίλο σου ταγαράκι. Ταγαράκια αγάπης και τα δύο" είπε πρόσχαρα. Η Σαγιάνε κοκκίνησε. Πως είναι δυνατόν!
"Ναι κατάλαβα τι λες. Έχω πολλά τέτοια. Έχω κ ένα δικό μου. Μα είναι ακριβά αυτά για σένα" είπε κουνώντας το χέρι του
"Έχω λεφτά! Αλήθεια σας λέω! Θα κάνω ότι θέλετε!" Είπε παρακλητικά. Το μάτι του Βαλησίνου άστραψε, πήδηξε με μιας απο την καρέκλα του σα να περίμενε αυτό ακριβώς.
"Τέλεια! Έχω κάτι να κάνεις για να πληρώσεις για ότι σου δώσω. Και δε θέλω λεφτά, μόνο πράξεις. Συμφωνείς;" είπε και της έτεινε το χέρι.
.......    ........    .........    ........
Τέσσερις ώρες μετά η Σαγιάνε είχε τρίψει κάθε επιφάνεια του σπιτιού. Τελικά τα δωμάτια ήταν τέσσερα, είχε απλώσει τρεις φορές μπουγάδα, είχε επιδιορθώσει κάποια σπασμένα ξύλα, είχε μαγειρέψει ψαρόσουπα με πατάτες και είχε σκουπίσει την έξω μεριά του σπιτιού. Ο Βαλησίνος επέβλεπε σιωπηλός και ακούραστος. Η στρατιωτική της εκπαίδευση έδωσε καρπούς...στο καθάρισμα. Κι όμως η ίδια ένιωθε χαρά. Ένιωθε ότι βοηθάει κάποιον κι οτι κατά κάποιο τρόπο δουλεύει για να κερδίσει το βιβλίο. Είχε τελειώσει. Έκατσε πάλι στην καρέκλα αναψοκοκκινισμένη. Ήξερε ότι έχει περιορισμένο χρόνο και ήταν όσο πιο γρήγορη μπορούσε χωρίς όμως να κάνει τσαπατσουλιές. Τελική αποτίμηση: αισθανόταν σα να χε κάνει τέσσερις ώρες προπόνηση. Ποιός να φανταζόταν οτι το καθάρισμα θα ήταν τόσο καλή εναλλακτική.

Ο Βαλησίνος κάθισε απέναντι της και αιφνιδιαστηκά τα μάτια του εστίασαν πάνω της.
"Καλό ταγαράκι" είπε επιδοκιμαστικά κουνώντας το κεφάλι του. "Καλό ταγαράκι θα είναι και ο φίλος σου"
"Μα γιατί ταγάρια κύριε Ρέις;" ρώτησε μη μπορώντας άλλο να το κρατήσει
"Αααα, έκανε αναπολώντας κάποια ανάμνηση, έτσι έλεγε η κυρία Ρέις εσάς τους ανθρώπους. Ταγάρια. Γιατί πάτε μπροστά με δύναμη το κεφάλι σας και όχι το μυαλό σας. Σα τα ταγάρια. Μου τη θύμισες με το αστείο σου. Εκείνη μου έλεγε οτι η κεφάλα μου μοιάζει με ψάρι" είπε και της χαμογέλασε. Η Σαγιάνε δε μίλησε, μάλλον η κυρία Ρέις είχε απεβιώσει και του έλειπε.
"Σε έβαλα να κάνεις το σπιτικό μου γιατί είσαι καρδιά που αισθάνεσαι αγάπη και αυτό που ζητάς είναι από αγάπη. Μόνο έτσι θα με πρόσεχες. Οι μέρες μου είναι μετρημένες. Η κυρία Ρέις δεν είναι πια εδώ μαι εγώ δε κάνω τίποτα άλλο από το να προσμένω την ώρα να φύγω από αυτόν τον κόσμο και να τη συναντήσω. Τώρα ξέρω ότι οι θεοί με κρατούσαν για να συναντηθούμε. Και θα φύγω με σπίτι καθαρό και όλοι θα σκάσουν από τη ζήλια τους, χα!" Είπε ο γέρος Βαλησίνος και σηκώθηκε. Εξαφανίστηκε στο πίσω δωμάτιο και λίγο μετά γύρισε με ένα σακί πράγματα. Η Σαγιάνε σοκαρίστηκε.
"Μέσα είναι οι τόμοι μου. 12 τόμοι γητεύσεις Βαλησίνων, ξόρκια του Νερού κι άλλα που ούτε θυμάμαι τι είναι. Μα αυτό είναι για σένα" της είπε και παίρνοντας με τη βία το χέρι της της εναπόθεσε ένα ροζ-μαύρο ιριδίζον μαργαριτάρι σε κολιέ.
"Ήταν της κυρίας Ρέις. Της το έδωσα πριν πάρα πολλά χρόνια. Κράτησε το και κράτησε τη μνήμη της ζωντανή"
Η Σαγιάνε είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. "Κύριε Ρέις εγώ ήρθα για ένα βιβλίο. Αυτά που μου δίνετε έιναι ανύποτης αξίας δε μπορώ να τα δεχτώ με τίποτα. Ούτε το δώρο σας της κυρίας Ρέις" είπε προσπαθώντας να του δώσει πίσω το κολιέ
"Εγώ σου είπα μικρό ταγαράκι ότι δεν μπορείς να πληρώσεις. Μα έτσι κι αλλιώς μαζί μου δε θα τα πάρω. Όπως δε πήρε η κυρία Ρέις το κολιέ της. Μικρό ταγαράκι για σένα είναι, αλλιώς θα σαπίσουν μετά το θάνατο μου και το κολιέ της θα χαθεί. Δεν είχαμε παιδιά" έίπε και έκλεισε τα δάχτυλα της σφιχτά.

"Πήγαινε τα βιβλία στη θέση τους. Σκοπός της γνώσης είναι να διαιωνίζεται όχι να παρακρατάται. Πήγαινε τα στη θέση τους, σε βιβλιοθήκες γεμάτες με πεινασμένα βλέμματα κι όχι σε σκονισμένα παγκάρια. Δεν έχει μα, είπε και σήκωσε το χέρι του επιτακτικά. Η ώρα έχει περάσει ταγαράκι και κάτι μου λέει πως πρέπει να γυρίσεις. Το όνομα σου μόνο θέλω. Μόνο το όνομα."
"Σαγιάνε" αποκρίθηκε εκείνη υπάκουα
"Σ ευχαριστώ Σαγιάνε για τα δώρα σου. Ελπίζω τα δικά μου να φανούν χρήσιμα" είπε και την ξεπροβόδισε στην πόρτα σπρώχνοντας την με το σακί βιβλία. Της έδωσε το σακο και έμεινε εκεί στην πόρτα να την χαιρετά γλυκά με χαμόγελο.
..........
Η σούπα ήταν πεντανόστιμη. Ο Κύριος Ρέις είχε σερβίρει δύο πιάτα, είχε ανάψει δύο κεριά και είχε στρώσει δύο καρέκλες. Αφού έφαγε, φύσιξε τα κερια και κάθισε στην αναπαυτική του καρέκλα. "Έρχομαι Σίβυλλα" είοε φωναχτά "έρχομαι καθαρός και χορτάτος την ήμερα της γιορτής μας" είπε αληθωρίζοντας μια τελευταία φορά και έπειτα έκλεισε τα μάτια του.

.........
Η Σαγιάνε έπρεπε να βιαστεί. Έδεσε τον μπόγο καλά στους ώμους της και έκανε την διαδρομή ως πίσω τρέχοντας. "Θα έρθω να τον επισκεφτώ ξανά" σκέφτηκε με χαμόγελο στα χείλη για τον κύριο Ρέις "και θα του φέρω και τον Ελντίν. Θα χαρεί πολύ".
Γύρισε πίσω στο τσακ για να ετοιμαστεί.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 05, 2019, 09:46:02 μμ by Σαγιάνε Ασάχι »


Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 6
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Κρατώντας το χέρι του έφτασαν στο θέατρο . Τον άκουγε να μιλάει για την θάλασσα και ο ενθουσιασμός του την χαροποίησε. Η ίδια, όντας Βαλησινή, είχε την θάλασσα μέσα της, ηταν κομμάτι του εαυτού της.
"Μπορώ να σου δείξω ότι τραβάει η ψυχή σου όταν τελειώσουμε. Από θαλασσινά φαγητά μέχρι την θάλασσα την ίδια. "του είπε σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος του.
Ένα απαλό αεράκι άρχισε να φυσάει σκορπιζοντας την αύρα της θάλασσας σε κάθε γωνιά της Μεβαίρ. Πόσο αναζωογονητικο ήταν αυτό για την Μοργκέιν. Παρόλο που η Ακαδημία περιβάλλεται από νερό δεν είναι θαλασσινό και αυτό είναι κάτι που της λείπει συχνά.
Έκλεισε τα μάτια και άφησε το αεράκι να χαϊδεψει το πρόσωπο της.
« Τελευταία τροποποίηση: Αύγουστος 05, 2019, 05:04:36 μμ by Μοργκέιν Θερέλ »


Όλυξ Μιντάριος

  • Δ' Έτος
  • Πολεμιστής
  • Level 6
  • Άνθρωπος
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Άφησε το αεράκι να του χαϊδέψει το πρόσωπο, κλείνοντας κι εκείνος τα μάτια του για να απολαύσει τη δροσιά και τη μυρωδιά της θάλασσας. Ήταν από τα πιο αναζωογονητικά συναισθήματα, και ένιωθε πως ακόμα και οι πονοκέφαλοι του υποχωρούσαν κάπως.

Σκέφτηκε για λίγο την πρόταση της, στριφογυρίζοντας στο μυαλό του τα λόγια της. Κατέληξε σε κάτι απλό, όπως κι ο ίδιος. "Θα ήθελα να κολυμπήσω στην πιο όμορφη παραλία της Μεβαίρ. Μεγαλώνοντας, δεν είχα ευκαιρία να βουτήξω παρά μόνο σε ποτάμια και λίμνες. Τη θάλασσα τη γνώρισα όταν ταξίδεψα για την Ακαδημία. Θα ήθελα λοιπόν να βουτήξω στα πιο όμορφα νερά, όπου κι αν πάω."


Μοργκέιν Θερέλ

  • Δ' 'Ετος
  • Αλχημιστής
  • Level 6
  • Βαλησινή
    • Προφίλ
    • ΦΧ
Η Μοργκέιν του χαμογέλασε πονηρά. Κοίταξε γύρω της, σχεδόν όλοι οι μαθητές είχαν μαζευτεί. Τι πειράζει αν λείψουν δύο; Έτσι όπως κρατουσε το χέρι του, τον τράβηξε μαζί της και έτρεξαν σε ένα δρομάκι πίσω από το θέατρο. Ο Ολυξ φανερά έκπληκτος όμως δεν σταμάτησε να ακολουθει το βήμα της Μοργκέιν.

Το μέρος που διάλεξε να δείξει στον Ολυξ ήταν μια απόμερη παραλία, με φυσική οχύρωση από βράχια.Στάθηκαν στην κορηφη. "Ενας ιδιωτικός παράδεισος" του είπε κάνοντας του ένα νεύμα προς τα κάτω.
Η χρυσή αμμουδιά δημιουργούσε ένα ολοστρογγυλο κόλπο με κρυστάλλινα νερά,τοσο καθαρά που μπορούσες να διακρίνεις και την παραμικρή πετρούλα στον βυθό. Κατέβηκαν τα βράχια προσέχοντας το κάθε τους βήμα. Όταν τελικά έφτασαν στο έδαφος Μοργκέιν έβγαλε τα παπούτσια της. Ήθελε να νιώσει την άμμο στα πόδια της. Ήταν καλή ιδέα τελικά σκέφτηκε. Είχε τόσο καιρό να νιώσει την θάλασσα, την αμμουδιά, την αλμύρα. Το χρειαζόταν και η ίδια.
Η θέα της θάλασσας κυριολεκτικά σου έκοβε την ανάσα, τιρκουαζ νερά που δεν τα χωρταινει το ματι. Ο εναπομείναντας ήλιος είχε δώσει στον ουρανό ένα πορτοκαλί-κόκκινο Χρώμα και τον έκανε να μοιάζει σαν να φλέγεται.
"Λοιπόν; άξιο των προσδοκιών σου`;"