Rasnarry Academy

Αυτό το χέρι...το δόλιο (Ανοιχτό)

Λόουρι Μάουρ

Εντάξει! Όχι ότι ήθελε να το πενευτεί αλλά...ήταν άσος στο ξετρύπωμα. Πόσο γρήγορα είχε αρπάξει εκείνο το ολομέταξο πανί που κρεμ΄΄οταν από την διπλανή αίθουσα, ούτε ο ίδιος δεν το πίστευε. Τελικά ήταν φουλάρι και του άρεσε. Το χρώμα ήταν πολύπλοκο, κάπως σαν την δύση του ηλίου και στα τελειώματα λαμπίριζε σαν συννεφιασμένο βραδινό φεγγάρι' με λευκές αχτίνες λουζόταν όταν το σήκωνες στο φως. Ο Λόουρι δεν πρόφτασε να καταλάβει την υφή γιατί το βλέμμα του είχε ήδη πέσει σε ένα μαγευτικό μέρος. Ήταν ένας κήπος γεμάτος βότανα. Το μάτι του πρασίνισε μέχρι τον εγκέφαλο και η μυρωδιά από το φρεσκοποτισένο χώμα του διέλυσε το αναπνευστικό. Το φουλάρι είχε γλυστρίσει από τα χέρια του εδώ και πολύ ώρα και τα βήματα του τον καθοδηγούσαν μέσα σε έναν μαγευτικό παράδεισο. Φυτά μικρά και μεγάλα αγκιστρωμένα βαθειά στο έδαφος και ο ήλιος να τα λούζει με ευτυχία. Το στόμα του ήταν μισάνοιχτο και προσπαθούσε να ψελλίσει κάτι αλλά δεν τα κατάφερνε και καλά. Το θέαμα εκθαμβωτικό. Τα λεπτά δάχτυλά του ψαχούλεψαν για λίγο την δερματόδετη τσάντα του πριν τραβήξει έξω ένα σκληρόδετο χειροποίητο τετράδιο με σελίδες από λαδωμένα φύλλα συκιάς. Η θετή του μητέρα πάντα φρόντιζε να τον γεμίζει τέτοια δώρα.

Το παραδεχόταν ότι το περίμενε ένα τόσο μεγάλο μέρος να έχει και έναν πλούσιο κήπο. Άλλωστε η αλχημεία, η βοτανολογία και όλα τα συναφή μαθήματα είχαν και τα πρακτικά τους κομματια. Δεν στάθηκε ούτε λεπτό να το σκεφτεί. Είχε ήδη διασχίσει ένα χωματένιο δρομάκι και τα αποτυπώματα από τα παπούτσια του είχαν μείνει στο φρέσκο χώμα. Ελαφρά έσκυψε και ξεκούρασε τα ΄χέρια στα γόνατά του πριν αφήσει το πρόσωπό του να πλησιάσει ένα ρήον. Χάιδεψε τον κόκκινο κορμό του βοτάνου και κατευθείαν αναζήτησε ελεύθερη σελίδα στο τετράδιο του για να γράψει αυτό που είχε αισθανθεί.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 26, 2019, 12:03:11 μμ by Λόουρι Μάουρ »


ChristyChan

  • Επισκέπτης
Ήταν η τυπική του ρουτίνα, όπως κάθε άλλη χρονιά άλλωστε. Μάλιστα, ο Αλλάσιος είχε ζητήσει από τους Σοφούς να παραχωρήσουν το γραφείο του σε κάποιον άλλο καθηγητή καθώς ο ίδιος δεν το χρειαζόταν. Είχε περάσει αρκετά χρόνια κλεισμένος σε τοίχους: τότε στην πόλη του τη Θαλανίλ, όπου μελετούσε Ιστορία με την μητέρα του και μετά στην Ακαδημία σαν μαθητής. Αρκετά. Η Μητέρα είχε φροντίσει να γεμίσει τον κόσμο με τα πιο όμορφα χρώματα και τον πιο καθαρό αέρα. Όσο ήταν ζωντανός έπρεπε να τα τιμήσει. Και ατό έκανε. Είχε ααφιερώσει την ζωή του πλέον τόσο στη διδασκαλία όσο και στην φροντίδα του πιο όμορφου κήπου της Ακαδημίας, και αν ήταν κάποιος παρμένος θα έλεγε ΄σιως και ολόκληρης της Ηπείρου.

Μια νέα μέρα και με μια κούπα κρύου τσάι από ένα μείγμα βοτάνων και γλυκού μελιού, ο Ώριμος Θεραπευτής βημάτιζε με την ησυχία του προς τον κήπο του. Είχε τόσες δουλειές! Έπρεπε να ποτίσει τα φυτά, άλλα να τα μαζέψει, κάποια να ψαλλιδίσει τα φύλλα τους και να τους προσφέρει φρέσκο λίπασμα. Ακόμα, ήταν μεγάλης σημασίας να καθαρίσει τα νεκρά κλωνάρια και να μαζέψει τις άχρηστες ρίζες. Στη συνέχεια θα τα αποξήραινε και θα τα κρατούσε στο αποθηκάκι του, ίσως για κάποια αλοιφή ή φίλτρο. Μπορεί, αν ήταν στα κέφια του, να τα έδινε και στους Αλχημιστές για τα δικά τους 'μαγειρέματα'. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα.

Η νέα μέρα φάνταζε υπέροχη, τόλμησε να παραδεχτεί και ήπιε μια γουλιά από το ρόφημά του.

Μια γουλιά που σχεδόν τον έπνιξε. Μα δεν έφταιγε το τσάι αλλα το θέαμα μπρος του.

Πλησίασε το θήραμα του σιωπηλά, με το βήμα του να μην ακούγεται καθόλου. Η οργή μέσα του έβραζε σαν καυτό νερό στο τσουκάλι. Πόσες φορές έπρεπε να επαναλάβει τα λόγια του. Πόσα χρόνια έπρεπε να περάσουν για να καταλάβουν πως ο κήπος του δεν ήταν για τα χέρια τους ούτε για τα μάτια τους. Είχε φτάσει μονάχα μια αναπνοή πίσω από τον νεαρό εισβολέα. Άπλωσε το χέρι του και άρπαξε κατευθείαν το τετράδιο του. Ευθύς και με σοβαρό ύφος, ο Αλλάσιος έφερε το αντικείμενο με δύναμη στο κεφάλι του μαθητή...που σίγουρα δεν ήταν δικός του.

"Η δουλειά σου εδω, νεαρέ μου;" ρώτησε αυστηρα.


Λόουρι Μάουρ

Δεν άφησε κανένα βολβό, καμία ρίζα ούτε καν τα φ΄΄υλλα από κάποια ψηλόλυγνα φυτά να του ξεφύγουν. Είχε αναλύσει τα πάντα στο μικρ΄΄ο του τετραδιάκι. Ήταν περίφανος, κάτι σπάνιο για τον Λόουρι. Όλα φάνταζαν υπέροχα και για κάποια στιγμή μπορούσε να φανταστε΄΄ι τον εαυτό του να χαλαρώνει στον κορμό ενός υπέροχα ψηλο΄΄υ δέντρου και να μυρίζει για ώρες τις ευωδιές της γης. Να κοιτάζει μέχρι να γινουν τα μάτια του  πράσινα και εκείνος ένα με τις φυλλωσιές. Ιδιαίτερα το χώμα. Είχε τολμήσει να βγάλει τα παπούτσια του και να πάρει μία γευση από το δροσιστικό χώμα με τα δάχτυλά του. Μέχρι που αυτήν την υπέροχη φαντασίωση διέκοψε ένας άγνωστος και αγενής που τόλμησε να ακουμπήσει ένα από τα πολιτιμότερα πράγματα που του άνηκε. Ειρωνία, μεγάλη ειρωνία αν σκεφτεί κανείς ότι ο ίδιος στερούσε από τον κόσμο πολλά τέτοια πράγματα.

Με μία βαθιά ανάσα και κρατόντας τις γροθιές του από το να εκτοξευτούν, τις πίεσε στα γόνατα του σαν στήριγμα για να σηκωθεί. Εστρεψε ελαφρά τον κορμό του για να κοιτάξει τον σαφώς μεγαλύτερο άντρα. Δεν του έκανε εντύπωση το ώριμο μουτράκι μπροστά του. Στην όψη του τσαγιού του ξέφυγε ένας μικρός χλευασμός και ένα γελάκι. Πίεσε το πίσω μέρος του χεριού του στο στόμα του και μετά ξεσκόνισε τις παλάμες του από τα χώματα. Άπλωσε το δεξί του χέρι προς το μέρος του άντρα και του έδειξε το πιο αυστηρά σοβαρό χαμόγελο του. "Έχεις κάτι που μου ανήκει!" απαίτησε. "Μου το δίνεις και εξαφανίζομαι" Δεν υπήρχε κανένας σε όλη του τη ζωή που να είχε τολμήσει να ακουμπήσει αυτά τα μικρο-τετραδιάκια και διχως άλλο ένα τέτοιο γεγονός τον εκνευριζε αρκετά.


ChristyChan

  • Επισκέπτης
Τον ήξερε. Αναγνώριζε εκείνο το κατεργάρικο ύφος και την αδαή του φωνή, πόσο μάλλον το θρασύτατό του βλέμμα. Ο Αλλάσιος πήρε μια βαθιά ανάσα και κούνησε το τετράδιο μέσα στο χέρι του. "Αυτό;" αναρωτήθηκε με το ένα φρύδι υψωμένο, κοιτάζοντας μία τον αγενέστατο άνθρωπο και μία το αντικείμενο. Έπρεπε να το παραδεχθεί έδειχνε πολύ όμορφο και περίτεχνο. Ακόμα, απόρησε πως ένα τέτοιο τετράδιο κατέληξε στα χέρια του μικρού απατεώνα.

"Σου ανήκει, όντως;" κάγχασε στην ίδια του την ερώτηση και στάυρωσε τα χέρια του στο στέρνο του "Σε γνωρίζω πολύ καλά, Λόουρι. Αυτό δεν είναι το όνομά σου; ο μικρός κατεργάρης που έχει ρημάξει την κουζίνα μα και τους κοιτώνες από την μέρα που πάτησε το πόδι του..." έκανε μια παύση για να διορθώσει τον εαυτό του. "Συγχώρησε με. Εννοούσα που του επέτρεψαν να πατήσει το πόδι του στην Ακαδημία" ο Αλλάσιος έτεινε το χέρι του προς την μικρή έξοδο του κήπου και πιο συγκεκριμένα προς το προαύλιο "Μην τολμήσεις να έρθεις ξανά εδώ χωρίς την άδεια μου, μικρέ απατεώνα" παρόλα αυτά η φωνή του παρέμενε στον ίδιο τόνο. Δεν φώναξε, δεν ωρυόταν. Απλά για ακόμα μια φορά απαιτούσε το ίδιο πράμα: την ησυχία του.


Λόουρι Μάουρ

Στο άκουσμα των κατηγοριών άρχισε να στριφογυρίζει τα μάτια του, μέχρι που απλά σταμάτησε και κοίταξε προς τα πάνω. Δεν ήταν πάντα περίφανος για αυτά που έκανε όμως για κάποιο λόγο ήταν τόσο καλός σε αυτό, μέχρι και ο ίδιος απορούσε τι ήταν αυτό που τον τραβούσε στην αλχημεία. Το πάθος αυτό τον άλλαζε από μέσα προς τα έξω. Θα συνέχιζε να σκέφτεται για ώρες αν μπορούσε όμως ένα πράγμα του ράγιζε την καρδιά και ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι του. Ο, προφανως, καθηγητής κουνούσε το πολίτιμο τετράδιο του στον αέρα λες και ήταν κανένα μαντήλι. "Μου ανήκει...ΟΝΤΩΣ" Είχε κρατήσει την ψυχραιμία του πολύ εκείνη την ημέρα και απορούσε πόσο ακόμα θα μπορούσε.

Το τετράδιο εκείνο περιείχε ολες του τις σκέψεις, ό,τι χρειαζόταν για να καταλάβει την φ΄υση και τι ακριβώς ποσπαθούσε να τους πει μέσω εκείνων των περίτεχνων δημιουργιών της. Ζωγραφιές με το μάτι από τις φυλωσιές και περιγραφές, μέχρι και ποια ζώα τρέφονταν με  τι, ποια ήταν δηλητηριώδη και σημειώσεις τωνζουμερών βολβών που τρέλεναν μέχρι και φυλλωφάγες κάμπιες. Κάπποια ήταν ειδικά γραμμένα για την μητέρα του. Δεν έχανε ευκαιρία να της προτείνει συνταγές ή ακόμα και βότανα για γιατρικά. Μικρά φίλτρα που πίστευε ότι έκανα θαύματα, έδιναν ή έπαιρναν ζωή, σκλήρεναν μέταλλα, έκαναν τον μόλυβδο χρυσό ή ακόμα άλλαζαν τις συνήθειες του σώματος των δίποδων πλασμάτων. Ακολουθούμενα από χιλιάδες σύμβολα.

"Δεν έχω ιδέα για ποιον με περνάτε, κύριε καθηγητά." καύχασε και στάυρωσε τα χέρια του. "Να σας θυμίσω όμως πως παρ' όλες τις κατηγορίες σας, βρίσκομαι εδώ μέσα!" Περπάτησε μακρυά από τα χώματα και έφτιαξε την τσάντα στον ώμο του. "Και σκοπεύω να μείνω" Κίνησε προς την έξοδο. Όσο και να επιθυμούσε το τετραδιάκι του, γνώριζε καλά πως δεν θα το έπαιρνε πίσω εκείνη την ημέρα και σίγουρα όχι κάτω από αυτές τις συνθήκες. Τακτοποίησε το μολυβάκι από γραφίτι μέσα σε μία θήκη από γουρουνόδερμα και τράβηξε ένα μήλο από τον πάτο της τσάντας. Δάγκωσε ελαφρά την λεία επιφάνεια του σκληρού καρπού ενώ με το άλλο χέρι χάιδεψε ένα κλαράκι πριν εξαφανιστεί.


ChristyChan

  • Επισκέπτης
Ο Αλλάσιος δεν είχε διάθεση να κοιτάξει το τετράδιο και το περιεχόμενο του. Εάν ανήκε στον νεαρό Λόουρι ή όχι δεν του έδινε το δικαίωμα να γίνει αδιάκριτος και στη τελική δεν τον ενδιέφερε καθόλου το τί υπήρχε μέσα.

"Πράγματι" σχολίασε στα λόγια του μικρού για το γεγονός πως βρισκόταν όντως στην Ακαδημία.

Ανάθεμα τους Σοφούς και τις βουλές τους! Επέτρεψαν σε έναν κοινό κλέφτη την είσοδο, ενέκρινα τα άμυαλα σχέδια ενός γέρου πλέον καθηγητή και είχε επιτραπεί σε έναν μέθυσο Αλχημιστή να αναλάβει το ιερό καθήκον του καθηγητή! Έπρεπε να είχαν χάσει το μυαλό τους! Και σκόπευαν να οδηγήσουν και τον ίδιο τον Αλλάσιο στην τρέλα. Μα δεν θα τους έδινε την ευχαρίστηση. Παρακολουθώντας, λοιπόν, τον μαθητή να απομακρύνεται ακούμπησε το πολύτιμο εκείνο τετράδιο πάνω στο τραπεζάκι του κήπου. Γύρισε την πλάτη του και έστρεψε την προσοχή του στα φυτά. Θα χρειαζόταν έντονες προσπάθειες για να ηρεμήσει τον εαυτό του και να περάσει το υπόλοιπο της ημέρας με καθαρό μυαλό. Μια ακόμα γουλιά από το νοστιμότατο τσάι του. Αυτό χρειαζόταν.


Σαγιάνε Ασάχι

Έίχε κινήσει για την αίθουσα της επιβίωσης ώστε να ξεκινήσει το πρώτο μάθημα της ιχνηλασίας, όταν το μάτι της πήρε τον Αλλάσιο να μαλώνει έναν μαθητή. Το ύφος του είχε στραβομουτσουνιάσει, ενώ η ματιά του δήλωνε μια ελαφριά αποδοκιμασία για τον μαθητή. Δεν είναι οτι απεχθανόταν τον Αλλάσιο αν και εκείνη η εμπειρία της μαζί του την έκανε να θέλει να τον αποφύγει αλλά και να συγκρουστεί φιλολογικά μαζί του. Δε μπορούσε όμως να αφήσει τον μαθητή στα χέεια του ή καλύτερα...στα λόγια του. Έτσι πλησίασε.

"Καλησπέρα, Αλλάσιε" είπε νεύοντας του τυπικά "Τι συμβαίνει εδώ; τί έκανε ο μαθητής;" ρώτησε καθώς γύρισε να κοιτάξει τον μαθητή. Η ματιά της μαρτυρούσε επαγγελματισμό και αυστηρότητα. Σίγουρα δεν ήταν η ίδια όπως στην πρώτη τους συζήτηση.
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


ChristyChan

  • Επισκέπτης
Ω θεοί! Τί εγκλήματα είχε διαπράξει στο παρελθόν για μην μπορεί να του χαριστεί μια μέρα ηρεμίας πριν ξεκινήσει τα μαθήματα. Όταν δε άκουσε την φωνή της καθηγήτριας Σαγιάνε,  δεν μπόρεσε να κρύψει την δυσανασχέτησή του.

"Καλησπέρα, δεσποινίς Ασάχι" την χαιρέτησε με ειρωνία μα συνάμα ανέκφραστο βλέμμα. Ανασηκώθηκε, τίναξε τα χώματα από τα χέρια του και γύρισε προς το μέρος της. Το φρύδι του αναπήδησε στην περεταίρω ερώτησή της. "Ο νεαρός Λόουρι φαίνεται να μην έχει ξεπεράσει την αδυναμία του στο να δανείζεται πράγματα τα οποία δεν του ανήκουν" οι τελευταίες λέξεις βγήκαν από το στόμα του σαν να μιλούσε φίδι και η ματιά του πετάχτηκε στον μαθητή πριν επιστρέψει στην Σαγιάνε "Σίγουρα θα θυμάστε τα κατορθώματά του από πέρσι" πήρε αγκαλιά μια μικρή γλάστρα και με το βήμα του προσπέρασε την Σαγιάνε αδιάφορα. "Αυτό" έγνεψε προς το τετράδιο "είναι δικό του...ή έτσι έστω ισχυρίζεται."


Σαγιάνε Ασάχι

Της Σαγιάνε της έπαιξε ένα νεύρο. Ανόητο γερο ξωτικό, σκέφτηκε. Μα ακόμα κ έτσι την είχε βοηθήσει και γ αυτό μόνο τον σεβότανε. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Η Σαγιάνε κοίταξε το μικρό σκανταλιάρη. Η αλήθεια είναι οτι κάτι θυμόταν μα αμυδρά. Δε συνήθιζε να κρατά ασήμαντες πληροφορίες. Σήκωσε ένα φρύδι του προς αυτόν και του έκανε νόημα όταν ο Αλλάσιος γύρισε την πλάτη του.

"Δώσε μου το τετράδιο νεαρέ" η φωνή της ακούστηκε προσταγή. "Ευτυχώς που περνούσε απο δώ κάποιος αρμόδιος να ελέγξει την κατάσταση" συνέχισε περισσότερο για να νευριάσει τον Αλλάσιο παρά επειδή το εννοούσε. Αν και πολλοί ήταν αυτοί που μόλις γινότανε κάτι παρόμοιο, εάν δεν υπήρχε κάποιος άλλος υπεύθυνος εκεί κοντά, καλούσαν πολεμιστές. Λες και εκείνοι είχαν εξουσία πάνω στα εγκλήματα. Κάγχασε από μέσα της αηδιάζοντας προς στιγμήν και ήλπισε αυτή τη φορά αυτή η ελάχιστη άισθηση αηδίας να βγήκε προς τα έξω ώστε να την καταλάβουν και ο Αλλάσιος και ο μαθητής.
~The bird of the Hermes is my name, eating my wings, to make me tame...


ChristyChan

  • Επισκέπτης
"Επιτέλους" αναφώνησε "Οι πολεμιστές συνειδητοποιούν την θέση τους σε αυτόν τον χώρο!" γεμάτη σαρκασμό η φωνή του καθώς πηγαινοερχόταν στον κήπο και στο αποθηκάκι ακριβώς δίπλα για να τακτοποιήσει.

"Καιρός να βάλετε μια τάξη στην αναρχία εδώ μέσα" της μίλησε όπως ένας καθηγητής θα μιλούσε σε μια μαθήτριά του γιατί την Σαγιανε την έβλεπε σαν μικρό κορίτσι και δεν έφταιγε μονάχα η διαφορά ηλικίας τους αλλά η ίδια προσωπικότητά της. Δεν διέφερε σε τίποτα με εκείνη των μικρών ζιζανίων του δίδασκαν. Άπλα τύχαινε να έχει τη θέση της καθηγήτριας. Τύχαινε να προέρχεται από μια οικογένεια με αρκετή φήμη -καλή ή κακή δεν είχε σημασία- και δύναμη. Τύχαινε οι Σοφοί να έχαναν τα λογικά τους σιγά σιγά.