Rasnarry Academy

Μοργκέιν Θερέλ

Για ακόμα μια νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί, οι εφιάλτες δεν την άφησαν να κλείσει μάτι. Ανακαθησε στο κρεβάτι της και έβαλε το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια της, ένας αναστεναγμός βγήκε από μέσα της. Αποφάσισε να σηκωθεί, εξ άλλου δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί ξανά. Η κραυγή του αντιχουσε ακόμα στα αυτιά της, γεμάτη πόνο, πόνο που ένιωσε και η ίδια καθώς μοιραζόταν μαζί του τον δεσμό των διδύμων. Φόρεσε την ρόμπα της με το οικόσημο της σχολής και πλησίασε στο παράθυρο, η νύχτα ήταν ακόμα μεγάλη και το φεγγάρι γεμάτο,το δροσερό αεράκι την έκανε να ανατριχιάσει, ή ήταν μήπως οι σκέψεις της;

Γιατί τα βλέπω τώρα αυτά; Μετά από τόσα χρόνια, τι το προκαλεί;" το στομάχι της άρχισε να ανακατεύεται από τις άσχημες αναμνήσεις. Άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε την ουλή πίσω στην πλάτη της, την παντοτινή υπενθύμιση εκείνης της μέρας. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της όμως τα σκούπισε με τα χέρια της σχεδόν όσο γρήγορα εμφανίστηκαν. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και εφυγε.

Επικρατούσε νεκρικη σιγή στον κοιτώνα των αλχημιστών. Περπάτησε στον μεγάλο διάδρομο όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, δεν ήθελε να ξυπνήσει κάποιον πόσο μάλλον να την δουν σε αυτή την κατάσταση.
Δεν είχε προσέξει την πραγματική ομορφιά αυτού του κτηρίου μέσα στην  βαβούρα της καθημερινότητας. Πολυτεχνοι πολυέλαιοι κρεμονται από το ταβάνι, διακοσμημένοι με πολύτιμους λίθους που εδιναν ένα εξωπραγματικο φως μέσα από το πρίσμα των κρυστάλλων. .
Δεξιά και αριστερά του διαδρόμου, τους τοίχους διακοσμούν πίνακες με παχιές κορνίζες μιας άλλης εποχής, που απεικονίζουν μεγάλους μαγιστρους και αλχημιστές. "Ίσως βρεθώ και εγώ σε αυτόν τοίχο κάποια μέρα, και για τους δύο μας.". Έστριψε δεξιά στην μεγάλη σκάλα και κατέβηκε κατευθυνόμενη προς την κουζίνα. Λίγο νερό ίσως με βοηθήσει.

Έβαλε ένα ποτήρι νερό και έκατσε σε μια από τις πολλές καρέκλες που υπήρχαν εκεί. Ήπιε μερικές γουλιές όμως αυτή η σύγχυση που ένιωθε δεν έλεγε να φύγει έτσι απλά. "Τι μπορεί να πήγε λάθος, ήταν τόσο απλό το ξόρκι; αναρωτήθηκε και δάγκωσε τα χείλη της. Κανείς δεν μπόρεσε να βρει τι έφταιξε τότε,αυτό το αναπάντητο ερώτημα βασάνιζε την οικογένεια της, και ένιωθε ένοχη , τόσο ένοχη  για ότι έγινε και που δεν μπορούσε να δώσει μια εξήγηση για να τους παρηγορήσει κάπως. Και αυτοί το πίστευαν, το έβλεπε στα μάτια τους.Για αυτό ήταν ευκολότερο να φύγει μακριά τους.

Όμως έπρεπε να δώσει ένα τέλος. Αυτό το πράγμα άρχισε να την τρώει και από έξω, φαινόταν στους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της.
Ίσιωσε την πλάτη της, καθώς κρατούσε το ποτήρι πάνω στο τραπέζι και με τα δύο της χέρια, έκλεισε τα μάτια, σήκωσε ελαφρώς το κεφάλι της και άρχισε να ψιθυρίζει ένα ξόρκι μνήμης που είχε μάθει κάποτε. Εάν συγκεντρωθεί αρκετά ίσως μπορέσει να πάει όσο πίσω χρειάζεται.
Δεν άργησε να πέσει σε ύπνωση.