Rasnarry Academy

Όλες οι ιστορίες που λέμε... [Ανοιχτό]

Ιγνάτιος

Ήταν μεσημέρι, και ο προαύλιος χώρος της Ακαδημίας ήταν λουσμένος με φως. Μαθητές, και ίσως καθηγητές, περπατούσαν για να πάνε στους κοιτώνες τους, ή ίσως να αλλάξουν αίθουσες. Ήταν η ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος από τα μαθήματα, και αυτό εξηγούσε την έκρηξη ζωής στον κατά τα άλλα ήσυχο, ανοιχτό χώρο. Οι μαθητές ήταν μόνοι ή σε παρέες, αλλά ποτέ τόσοι ώστε το προαύλιο να χάνει την αίσθηση του "ανοιχτού" που είχε, καθώς πολλοί έμπαιναν σε κάποιο κτίριο ενώ άλλοι έβγαιναν.

Μέσα σε αυτούς, ακίνητος, ήταν ένας μαυροντυμένος άνδρας. Ήταν στην άκρη του προαυλίου, και καθόταν σε μια ξύλινη καρέκλα που σίγουρα δεν έπρεπε να είναι εκεί. Το ένα του πόδι ήταν σταυρωμένο πάνω από το άλλο, και στα χέρια του κρατούσε ένα λαούτο. Το ξύλο του ήταν από βόρειο έλατο, και αυτό το έκανε δυνατό, και έδινε στον ήχο του μια νοσταλγία και ένα βάθος....θα επέστρεφε άραγε ποτέ ξανά στο σπίτι του, τα βόρεια βουνά? Οι χορδές του έλαμπαν λίγο στον ήλιο, σαν να ήταν από ασήμι, αν και αυτό δεν ήταν παρά μια απλή αντανάκλαση.

Ο άνδρας αυτός κούρδιζε το όργανο αρκετή ώρα τώρα. Το κεφάλι του είχε γείρει προς μία μεριά, καθώς άκουγε τις πιο αδιόρατες διακυμάνσεις στον ήχο, και τα επιδέξια, μακριά του δάχτυλα ρύθμιζαν την τάση των χορδών. Ανά διαστήματα ακουγόταν μια συγχορδία, ή μια νότα, ίσως δύο. Ήταν δοκιμαστι΄κές, αλλά, όπως σ΄ύντομα φάνηκε, είχαν την ίδια επίδραση με έναν κράχτη που καλούσε τους ανθρώπους να ρίξουν μια ματιά στα αγαθά του. Σύντομα, υπήρχαν κάποιοι μαθητές κοντά του.

Τα νεότερα πρόσωπα ήταν γεμάτα περιέργεια. Ποιός ήταν αυτός? Γιατί δεν έλεγε τίποτα? ¨Ήταν κάποιος καθηγητής που δεν ήξεραν, ή μέρος του προσωπικού? Γιατί το έκανε αυτό εδώ?

Τα πρόσωπα των μεγαλύτερων ήταν μάσκες μικτών συναισθημάτων, ίσως πολύ παράταιρων. Εν μέρει, στα πρόσωπά τους φαινόταν προσμονή. Ναι...όσοι είχαν σπουδάσει έστω και ένα χρόνο στην Ακαδημία μπορούσαν να ορκιστούν ότι ποτέ δεν είχαν δει μια παράσταση σαν αυτή του Ιγνάτιου, από όποια φυλή και αν προέρχονταν. Το γιατί, το που έγγειται αυτή η υπεροχή, ήταν κάτι που δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν. Ίσως δεν τραγουδούσε σαν ξωτικό, ούτε είχε μουσικά όργανα σαν αυτά των άλλων φυλών....Ίσως....ίσως ήταν στον τρόπο που ένιωθαν αφού είχε τελειώσει, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν.

Έτσι συμβαίνει με την καρδιά και τα συναισθήματά της.

Εκτός από προσμονή όμως, είχαν και μια ανησυχία. Σαν να...φοβούνταν ότι ο άνδρας μπορεί να σήκωνε το βλέμμα του και να τους έβλεπε. Πολλοί είχαν δεχτεί το ράπισμα της αιχμηρής του γλώσσας, παιχνιδιάρικη και έξυπνη και ικανή να κάνει ακόμα και έναν πολεμιστή να κοκκινίσει. Το έκανε με απρόβλε΄πτο τρόπο, και πολ΄λοί ορκίζονταν ότι ακόμα και όταν μιλούσε με καθηγητές, δεν άλλαζε κάτι.

Μια μίξη προσμονής και αγωνίας...ο άνδρας αυτός ήταν καλλιτέχνης και μόνο που είχε καταφέρει να δημιουργήσει κάτι τέτοιο στον πιο δύσκολο και δυναμικό καμβά, στο πιο μουσικό και απαιτητικό όργανο: τους ανθρώπους.

Ολες οι ιστορίες που λέμε, έχουν ήδη ειπωθεί πριν." ο άνδρας είπε, τόσο απρόσμενα και απότομα που κάποιοι τινάχτηκαν, και κάποιοι έχασαν την ανάσα τους προς στιγμήν. Είχε την προσοχή τους. Η φωνή του ήταν καθαρή, ούτε βαριά ούτε ψιλή, και είχε μια αδιόρατη, αλλά πολύ ευδιάκριτη μουσικότητα ακόμα και όταν απλά μιλούσε. "Τις λέμε ο ένας στον άλλο, όπως έκαναν όλοι όσοι έχουν υπάρξει στο παρελθόν. Και όσοι θα υπάρξουν στο μέλλον. Το μόνο νέο, το μ΄όνο που αλλάζει, είναι τα ονόματα."

Παύση. Η σιωπή που παράγουν μία ντουζίνα μυαλά που σκέφτονται και προσπαθούν να καταλάβουν τι εννοεί ο άνθρωπος αυτός. Άνθρωπος? Τα αυτία του είναι ξωτικού, θα σχολίαζαν οι πιο παρατηρητικοί!

"Σήμερα ξύπνησα κάπως αναποφάσιστος..." ο άνδρας συνέχισε, και για πρώτη φορά το σοβαρό, σχεδόν επιβλητικό του ύφος άλλαξε, καθώς οι άκρες των χειλιών του σηκώθηκαν σε ένα μικρό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Φυσικά, ο τόνος της καλοδουλεμένης φωνής του άλλαζε με φυσικότητα, για να οδηγήσει το ακροατήριό του ακριβώς στην κατεύθυνση που ήθελε. "...τι ιστορία να πώ, άραγε..." συνέχισε, σκεφτικός, καθώς τα δάχτυλά του έπαιξαν μία, τέλεια συγχορδία στις χορδές του λαούτου του.

"Μία ιστορία ηρωισμού?" ρώτησε, και άφησε τα ανοιχτά μπλε μάτια του να διατρέξουν το μικρό πλήθος. Κάποιοι έγνεψαν θετικά, σχεδόν με λαχτάρα. "Μια ιστορία αγάπης? Μια ιστορία απώλειας, ή προδοσίας?" συνέχισε να ρωτά, και καθώς κάποιοι μαθητές έγνεφαν σε κάποιες λέξεις και άλλοι όχι, ήταν σαν το ίδιο το πλήθος να ήταν ένα λαούτο, που παιζόταν με λέξεις.

"Αναρωτιέμαι...." είπε σκεφτικά, με τόνο που έδειχνε πως περίμενε περισσότερες ιδέες.
« Τελευταία τροποποίηση: Ιούλιος 19, 2019, 07:34:40 μμ by Ιγνάτιος »


Άρντα Γκροντ

Πολύς πανικός στην αυλή, τι μπορεί να συνέβη; Ο Γκίντεον άφαντος, η ξινή Ντίρα άφαντη.
Από μακριά, το αυτί της Άρντα έπιασε το δεξιότεχνο κούρδισμα ενός μελωδικού λαούτου. Κάτι σαν ένστικτο την οδήγησε προς την άκρη της αυλής.

Πάρα το ύψος της, έριξε τις κατάλληλες αγκωνιές για να βρεθεί στις πρώτες σειρές. Γενικά ήταν ευγενική με τους συμμαθητές της, αν και δε συγκρατούσε ιδιαίτερα τη γλώσσα της σε χαρακτηρισμούς. Αυτή τη φορά δε χωρούσε ευγένεια, ειδικά αν έβλεπε εκείνο που πίστευε ότι ερχόταν.

Όσο διέσχιζε το πλήθος, τόσο περισσότερο πεπεισμένη ήταν. Δεν υπήρχε αμφιβολία, τόσο αρμονικός ήχος μπορούσε να βγει μόνο από τα δάχτυλα ενός ατόμου με άπειρο ταλέντο και τσουχτερή γλώσσα, η αγαπημένη της ατραξιόν. Παρόλο που δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, στο μυαλό της ζύγιζε να αρπάξει μία μπύρα, να καθίσει σε μια γωνιά και να απολαύσει. Ναι, ακόμη κι αν είχε μάθημα, δε μπορούσε να αρνηθεί στον εαυτό της αυτήν την απόλαυση. Δε θα την έχανε για τίποτα στον κόσμο.

Έφτασε επιτέλους μπροστά. Στο πρόσωπο της ζωγραφίστηκε ένα σατανικό χαμόγελο. Δεν είχε κάνει λάθος, σχεδόν ποτέ της δεν έκανε λάθος. Μπροστά της στέκονταν σε όλο του το μεγαλείο, ο πιο απολαυστικός, αποκρουστικός, διασκεδαστικός, σκανδαλιστικός, γαργαλιστικά γλαφυρός και αυτάρεσκος βάρδος στον κόσμο.

"Να μας πεις ένα τραγούδι που θα μας πονέσει όλους!" Απάντησε ξεδιάντροπα στην προβοκατορικη ερώτηση του.


 


Χερκύνια Άντχεμ

  • Α' Έτος/ 17 Χρονών
  • Εφευρέτης
  • Level 7
  • Σοβερίνη
    • Προφίλ
    • ΦΧ

  • Badges: (View All)
    One year Anniversary Εφευρέτης
"Ή μήπως ένα κομμάτι για εκδίκηση και πάθος αυτό μάλιστα!!"

Είπε η Χερκύνια, παραμερόντας την Άρντα, πηγαίνοντας να συστηθεί στην μυστήρια μορφή που ακούει στο όνομα Ιγνάτιος.  Ίσως ο καλοκαιρινός ήλιος καθώς και το λίγο παραπάνω κρασί που είχε πιεί να την είχε κάνει πιο άμεση, πόσο μάλλον σε κοινή θέα στο προαύλιο.

Αλλά ήταν ακόμα οι πρώτες μέρες και το μόνο που την ένοιαζε ήταν να εγκλιματηστεί. Άλλωστε είναι στο αίμα της η προσαρμογή και η κοινωνική αναρρίχηση. Αλλά τότε έκανε ένα ολέθριο λάθος, προκάλεσε την Άρντα Γκροντ για το τι θα τραγουδήσει ο Ιγνάτιος. Όποιος νίκαγε τον άλλον στο ποτό, αυτό το κομμάτι θα έπαιζε ο βάρδος.

Φέρνει δύο ποτήρια από την κεντρική αίθουσα, μαζί με ένα μεγάλο φλασκί κρασί.

"Λοιπόν τι λες; Μπορείς να νικήσεις χρυσό μου σκαπανάκι;" και γέμισε τις κούπες..