Rasnarry Academy

Ο Μεγάλος Πόλεμος


Στέλλα

  • Administrator
  • Master Level
  • *****
    • Μηνύματα: 5016
    • Προφίλ
  • Rated:

  • Badges: (View All)


Η μορφή σκάλιζε την ψυχή του με μάτια αόρατα, βαθιά χωμένα στο μαύρο χιτώνα της. Μέσα στη νύχτα, ένα κοκκαλιάρικο δάχτυλο, πιο μαύρο από το σκοτάδι, ανυψώθηκε, δείχνοντας το δρόμο σε αυτόν που είχε επιλέξει. Καθηλωμένος, ο Άρθρερ αναγκάστηκε να υπακούσει, να δει. Βίωσε το όραμα με πόνο, με το σώμα και το νου, χωρίς αισθήσεις, αλλά μαζί με αυτές, χρίστηκε το πεπρωμένο του με ταπεινότητα. Άνοιξε τα μάτια χωρίς πνοή.  Στην παλάμη  του ψηλάφισε κάτι που δε βρίσκονταν νωρίτερα εκεί. Ήταν το αίμα της γης, η κραυγή της Μάνας στο χέρι του, το κάλεσμα της πρώτης λίθου. Εκείνος είχε ακούσει, την είχε αποδεχθεί. Δεν έγιναν όμως αποδεκτές οι ενοποιητικές του ιδέες από τα υπόλοιπα ξωτικά.


Διώχθηκε αιρετικός από την πατρίδα του, από τη Φυλή του, τα υπεροπτικά ξωτικά. Τα ίχνη του χάθηκαν στον απόηχο των χλευασμών των αρχαίων πλασμάτων που λογίζονταν σινάφι του. Λησμονήθηκε γρήγορα, όπως γρήγορα καυτηριάστηκε το όνομά του στο νου των εχθρών του. Στη χροιά της κόκκινης λίθου, οι δέκα φυλές ακολούθησαν το πρόσταγμά του, ανοικοδομώντας τη Μίταθιρ, τη δοξασμένη πρωτεύουσα των Ξωτικών.


Μπροστά στη ουσία του συμβόλου της δύναμης  πρώτα υποτάχθηκαν οι Σοβερίνοι, υπηρετώντας τους διαδόχους του Άρθερ του Δοξασμένου, υπομένοντας τον αβάσταχτο ζυγό τους καρτερικά. Σειρά είχαν οι άνθρωποι, άξεστοι και απολίτιστοι τα πρώιμα χρόνια τους στην ήπειρο, που πλήρωσαν την ύβρυ τους στη μεγαλύτερη δύναμη της εποχής. Γέλασαν οι αδαείς στην όψη της τεχνολογίας του πολέμου. Ο Άρθρερ ο Κατακτητής ανταπέδωσε συντρίβοντας τα τείχη της αλαζονείας των ανθρώπων, εγκαθιδρύοντας έτσι την κυριαρχία του στις τρεις Φυλές. Στους διαδόχους του κληροδότησε αιματοβαμμένα σκήπτρο και μαστίγιο, αλλά όχι τις αρετές και τη σωφροσύνη του ηγέτη.


Με το ζύμωμα του χρόνου, η κατάκτηση μεταλλάχθηκε αργά σε συμβίωση και ο επιβλητικός πολιτισμός αποτέλεσε μαγιά για τις Φυλές των Σοβερίνων και των Ανθρώπων. Σύντομα, με στοιχεία που υιοθέτησαν και με τις δικές τους ανακαλύψεις κατάφεραν να δώσουν τα χαρακτηριστικά των πολιτισμών τους που είναι γνωστά μέχρι σήμερα, πάντα κάτω από τη σκέπη της ξωτικής κηδεμονίας.


Στην αυγή της νέας εποχής εμφανίστηκαν οι πρώτες γιορτές, οι θεσμοί και οι νομοθεσίες των λαών. Οι Άνθρωποι, πλάσματα περιέργα από φύση τους, άρχισαν να εξερευνούν, να αναζητούν τη δομή του κόσμου τους. Στο πρωίμιο του Μεγάλου Πολέμου έμελλε να θεμελιωθεί η Μνήμη του Κόσμου και η καταγραφή της, η Ιστορία. Αυτό το δώρο δόθηκε στους Ανθρώπους, δένοντάς τους με το χρέος να υπηρετούν και να καταγράφουν τα χρονικά της ηπείρου, την πορεία των λαών. Ο Πατέρας τους αποκάλυψε την αλήθεια μέσα στα ορυχεία της Κόνραμ, μετά από ένα μεγάλο σεισμό. Αναβίωσαν την έλευση του γένους τους, σκιαγράφησαν την πορεία τους και κράτησαν μέσα τους το μελλούμενο αφανισμό, με το πέρας του χρόνου. Ο Πατέρας τους είχε προσφέρει δύο λίθους από τη ζώνη του. Με το νέο αυτό δώρο, ήρθαν και νέα δεδομένα. Τα ξωτικά ανήγγειλαν την ισότητά τους και των ανθρώπων, παρέχοντάς τους προνόμια. Από την πλευρά τους, οι άνθρωποι εξοπλίστηκαν μέχρι τα δόντια και αμπαρώθηκαν στα κάστρα τους, ενώ οι Σοβερίνοι, ευγνώμονες ανέγηραν περισσότερους ναούς, ευχαριστώντας τους θεούς που τους χαμογέλασαν.


Η ειρήνη μεταξύ των τριών φυλών διατηρήθηκε για λίγα ακόμη χρόνια, χάρη στον Καχίρ τον 7ο, γνωστό και ως επιχρυσωμένο. Ο ηγέτης αυτός είχε την ικανότητα να διαβάζει το ρεύμα της ιστορίας και να προσαρμόζεται, χωρίς να αφήνει κανέναν απογοητευμένο. Έδωσε τις λίθους του πατέρα του στους Σοβερίνους και τους Ανθρώπους, ενώ προετοίμαζε κρυφά το στρατό του για άλλη μία κατάκτηση.
Τα σχέδιά του έβαλε σε εφαρμογή ο γιος του Καχίρ, ο Άρθρερ ο 5ος. Οι απεσταλμένοι του απαίτησαν από τον αρχιερέα της Σοβέης να πάρουν πίσω τη λίθο που τους είχε δοθεί, με πρόσχημα τον επικείμενο πόλεμο με τους Ανθρώπους. Ο Σοβερίνος Αρχιερέας αρνήθηκε να την παραδόσει, σφραγίζοντας τη μοίρα του λαού του. Στο άκουσμα της άρνησης, ο Άρθερ εισέβαλε με το στρατό του στη Σοβέη, ξεκινώντας τη μεγαλύτερη σφαγή που είχε δει η ήπειρος μέχρι τότε. Οι ελάχιστοι επηζήσαντες Σοβερίνοι, κουβαλώντας τη λίθο τους, εγκατέλειψαν για πάντα την πόλη τους, φοβούμενοι την τραγωδία. Οι άνθρωποι, για να προστατευτούν, οχυρώθηκαν για τα καλά μέσα στα κάστρα τους, κυρήσσοντας πόλεμο ενάντια στους τυρράνους τους.


Οι αιματοχυσίες των ξωτικών άγγιξαν τους θεούς, οι οποίοι αναζήτησαν τρόπο να φέρουν την ισορροπία. Από αυτή τους την επιθυμία γεννήθηκαν οι Βαλησίνοι, πλάσματα του ωκεανού, που στόχο τους είχαν να παρατηρούν και να διατηρούν την ειρήνη.  Όμως και αυτοί, σαν θνητά πλάσματα, γεμάτα απληστία, διεφθάρηκαν από τη δύναμη της δικής τους λίθου, ξεκινώντας τις παράλιες λεηλασίες ενάντια σε ξωτικά και ανθρώπους. Μαζί τους έφεραν και έναν νέο εχθρό, ακατανίκητο μέχρι τότε, την πανώλη. Χιλιάδες ξωτικά και άνθρωποι έπεσαν θύματα χωρίς γιατρειά, ωθώντας όσους έζησαν να αποτραβηχτούν στις κοινότητές τους για άλλη μία φορά.


Οι θεοί αναζήτησαν την ισορροπία ξανά, αυτή τη φορά από τα έγκατα της γης. Όταν οι νάνοι περπάτησαν για πρώτη φορά στα ορυχεία και στο φως ήταν ασταμάτητοι, καθώς λέγονταν ότι στις φλέβες τους κυλάει το αίμα του Σιδηρουργού Θεού. Σύντομα συνάντησαν τους Ανθρώπους, που έμοιαζαν μαζί τους περισσότερο από κάθε άλλη Φυλή, συνάπτοντας μία ισχυρή συμμαχία, όπως και οι δύο μεριές ήθελαν να πιστεύουν. Στον αντίποδα, οι άλλοτε τύρρανοι, τα ξωτικά, βρήκαν τους συμμάχους τους στους επικίνδυνους Βαλησίνους και οι συμμαχίες πορεύονταν ανταγωνιστικά για τα επόμενα κρίσιμα χρόνια.


Αν η μέρα του Μεγάλου Πολέμου και η σφαγή στη Σοβέη φάνταζε σοκαριστική στα μάτια των ιστορικών, τότε η Μεγάλη Μάχη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αποτρόπαια. Οι ελάχιστοι που έζησαν και εξιστόρησαν το χρονικό της θυμόταν τη Συμμαχία των Τυρράνων (τα Ξωτικά και τους Βαλησίνους) να καλπάζουν περήφανα προς το πεδίο, φορώντας τις απαστράπτουσες πανοπλίες τους. Στην απέναντι πλευρά της πεδιάδας είχαν παραταχθεί οι Άνθρωποι και οι Νάνοι, αναμένοντας να συντρίψουν τους αλαζόνες άρχοντες του τότε κόσμου. Τα εκπαιδευμένα Ξωτικά και οι βίαιοι Βαλησίνοι συγκρούστηκαν με τους ατρόμητους Νάνους και τους φιλόδοξους Ανθρώπους με μανία. Οι ιαχές των Φυλών έγιναν ένα με τις εκωφαντικές κλαγγές των όπλων. Το μεγάλο χωνευτήρι των ψυχών -που μετέπειτα ονομάστηκε σε Κοιλάδα του Θανάτου- ποτίστηκε με το αίμα των άπληστων, των ανηλεών, των απεγνωσμένων και των αθώων. Στο θέρισμα των λεπίδων χάθηκαν οι ελπίδες θεών και θνητών. Γενιές στρατιωτών και βασιλιάδων έγιναν βορά άσκοπων συμμαχιών. Καταμεσής της μάχης, οι συμμαχίες θρυμματίστηκαν. Ξεμοναχιασμένοι, παλιοί συμπολεμιστές έγιναν εχθροί. Ξελιγωμένοι, αλληλοκατασπαράχτηκαν λυσσασμένα. Εξουθενωμένοι, άφησαν τα όπλα να πέσουν στομωμένα στο ματωμένο έδαφος.


Οι πληγές του πολέμου δεν έκλεισαν ποτέ. Οι πληθυσμοί και ο πολιτισμός όμως επανεμφανίστηκε δειλά δύο γενιές μετά. Με αφορμή την απέθαντη αιώνια απειλή, οι επιστήμες και οι τέχνες πήραν τα ινία της ειρήνης. Αυτή η ανακαλυμμένη έννοια εδραιώθηκε με τη συνθήκη του Πορτμέιρ, το 1054. Μέσα από το σύμφωνο ειρήνης που υπογράφηκε εκείνη την ημέρα γεννήθηκε η Ακαδημία Ραζνάρρυ. Πρωτοστατώντας, η Ακαδημία ξεκίνησε να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Ανθρώπων, Βαλησίνων, Νάνων, Ξωτικών και Σοβερίνων, προασπιζόμενη την ειρήνη και την ανάπτυξη.
  • Rate    Brilliant    Great    Agree    Winner    Hot    Confused