Rasnarry Academy

Τελευταία μηνύματα

1
Κοινή Αίθουσα / Απ: Το αίμα νερό δεν γίνεται [Αμάρις] 18+
« Τελευταίο μήνυμα by Ούμπρo Μέρμαν στις Μάιος 09, 2021, 01:10:04 μμ »
Κατ΄εβηκε γρήγορα τις σκάλες και έφτασε στην αυλή του Πύργου. Κοίταξε τριγύρω και δεν είδε κίνηση. Αφουγκράστηκε τον περίγυρο, κανείς. Καθώς άκουσε την Αμάρις να κατεβαίνει έτρεξε γρήγορα μακριά από την αυλή. Κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους.

Αυτοσυγκεντρώθηκε και ενεργοποίησε τις σκιές του Αλ Ρασίντ. Τέντωσε τον κορμό του, έκλεισε τα μάτια και ξεκίνησε να αναπνέει βαθιά. Οι μύες τους σφίχτηκαν και με μία μεγάλη εκπνοή δημιούργησε τις δύο σκιές του που ξεπήδησαν από τη ράχη του. Πήρε μία στιγμή να φέρει στα ίσα τους την ανάσα και τους χτύπους της καρδιάς του. Αφού έγνεψε στις σκιές του και εκείνες του έγνεψαν πίσω, ξεπήδησαν και οι τρεις Ούμπρο ξανά πίσω στην αυλή τη στιγμή που η νεαρή αλχημίστρια έβγαινε από τον πύργο.

Στο σάστισμά της, απάντησε με ένα εριστικό, το κλασικό εριστικό του, γέλάκι. "Λοιπόν νεκρομάντισσα, μπορείς να καταλάβεις ποιος από τους τρεις μας είναι ο αληθινός;"
2
Sheets of Life / Προχειρο Εγχειρίδιο ενός Αθεράπευτα Ρομαντικού
« Τελευταίο μήνυμα by Τορενς Ρέινχετ στις Μάιος 07, 2021, 02:56:09 μμ »
Η αρχική ιδέα είναι μέσα στο σκ να έχει ολοκληρωθεί...
Οι θεοί ψηλά τελευταία δεν ψήνονται να ακολουθήσουν το πρόγραμμά μου...
(παιζει να πέσουν οι αλλαγές τις ζωής μου. Χανγκ ον ταιτ)

Όνομα: Τόρενς Γκίλκαμες Ρέινχετ
Φυλή: Άνθρωπος
Μέλος Οικογένειας: Μεγάλη  και παλιά οικογένεια δουκών στη πόλη Μπόρον
Ηλικία: 28
Τίτλος: Λόρδος


Εμφάνιση Χαρακτήρα:

Ο Τόρενς είναι ένας αρκετά εμφανίσιμος νέος με ξανθά μακριά μαλλιά που πέφτουν στο ύψος του σβέρκου του. Δεν τα ταλαιπωρεί ποτέ πιάνοντάς τα και σφίγγοντάς τα βίαια σε κότσους. Το αντίθετο, είναι πολύ προσεκτικός καθώς η κατάρα της μεριάς του πατέρα του είναι η πρώιμη τριχόπτωση. Τα μαύρα μάτια του, μικρά μα άκρως εκφραστικά, κρύβονται παιχνιδιάρικα πίσω από τις πυκνές του βλεφαρίδες που θα έκαναν κάθε κοπέλα να ζαλιστεί από κρίση ζήλειας. Όσον αφορά την γενική του εμφάνιση, φοράει σχεδόν καθημερινά ακριβά ρούχα, απόκτημα από την πατρίδα του και αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του καθώς δεν καταδέχεται να φορέσει όπως του αρέσει να αναφέρει: φτωχικές φανέλες και παντελόνες ζητιάνων. Προσέχει όσο μπορεί την διατροφή του κρατώντας την ισορροπία στην κατανάλωση λαχανικών και κρεατικών. Μετρίου αναστήματος, προς λίγο κάτω από το κανονικό, δεν ενδιαφέρεται τόσο για την εξέλιξη των πολεμικών του τεχνών, παρά μόνο για τη διατήρηση ενός υγιέστατου, και καλοσχηματισμένου κορμιού.

Προσωπικότητα:

Μπορεί κάποιος, παρασυρμένος από τα παραπάνω, να υποθέσει πως ο Τόρενς δεν είναι παρά ένας νάρκισσος, ένα παιδί που ασχολείται πολύ με την εμφάνισή του και δεν τον ενδιαφέρει τίποτε άλλο παρά η εικόνα. Άλλος μπορεί να πέσει στο λανθασμένο συμπέρασμα και να θεωρήσει τον νεαρό αυτό Λόρδο θύμα της μοναρχικής τάξης και του απεριόριστου πλούτου. Λάθος, όλα ένα μεγάλο λάθος. Πιο συγκεκριμένα, όσοι έχουν γνωρίσει κατά βάθος τον νεαρό αυτό άνδρα – και κυρίως τα αδέρφια του μπορούν να α διαβεβαιώσουν όσα ακολουθήσουν –   κάνουν λόγο για έναν άκρως ρομαντικό νέο, που κρύβει μια ακόρεστη δίψα για γνώση σε συνδυασμό με  μια έντονη ανάγκη να διδαχθεί και να ζήσει το παρελθόν που τόσοι θνητοί, ανεξαρτήτως Φυλής, έχουν ξεχάσει. Αγαπά την ποίηση και φροντίζει να διαβάζει αποσπάσματα και συλλογές κάθε μέρα, δηλώνει λάτρεις του διαχρονικού και αέναου ρομαντισμού. Ακόμα, δεν μπορεί να χορτάσει την ανατολή του ήλιου, ενώ σε περιόδους πανσέληνού βρίσκεται πάντα σε κάποια λίμνη, με παρέα τα άστρα, να σημειώνει στιχάκια ή να διαβάζει τον αγαπημένο του Βαλυσηνο συγγραφέα, Χάμς Γουειβρεντ, διάσημο για τη σειρά βιβλίων «Τα άνθη των κοραλλιών». Αν αναζητά κάτι στο μονοπάτι της ζωής του, είναι να βρει τον απόλυτο έρωτα στο πρόσωπο κάποιου ατόμου, είτε αυτό είναι γυναίκα είτε άντρας ώστε να δώσει επιτέλους απάντηση στο ερώτημά του: υπάρχει κάτι πιο δυνατό από τον σφυγμό της ζωής; Πιο εκτυφλωτικό από το λαμπρό φως του ήλιου; Πιο μεθυστικό από μια κούπα ζεστού κρασιού;
    
Προϊστορία Χαρακτήρα:

Ο Τόρενς είναι το πέμπτο παιδί και πέμπτος γιος του Δούκα Ρέινχετ και της Δούκισσας Θερμς. Γεννήθηκε ως μια τελευταία και κάπως απεγνωσμένη προσπάθεια της δούκισσας να αποκτήσει μια κόρη καθώς οι τέσσερις γιοι της έφερναν περισσότερο πονοκέφαλο και απανωτούς μπελάδες παρά χαρά και καμάρι. Βέβαια η αποκάλυψη του φύλλου δεν την πίκρανε. Ίσα – ίσα που έβαλε στόχο να μη μεγαλώσει ένα ακόμα αγρίμι που θα κυνηγούσε κοπελίτσες και θα έπαιζε συνέχεια στις λάσπες, αλλά έναν λαμπρό και επιμελημένο νέο με καλούς τρόπους και σωστή εμφάνιση. Φυσικά και τα σχέδια της ολοκληρώθηκαν με λίγο παραπάνω επιτυχία από όσο περίμενες. Σε αντίθεση με τα αδέρφια του, ο Τόρενς περνούσε αρκετή ώρα μελετώντας λογοτεχνία, λίγο ιστορία ενώ κατάφερε να αποστηθίσει το πρωτόκολλο σωστής συμπεριφοράς σε αρκετά νεαρή ηλικία ενώ ξεκίνησε ήδη να το εφαρμόζει με εντυπωσιακά αποτελέσματα από τα δέκα του κιόλας χρόνια. Βέβαια, τα αδέρφια του φρόντισαν να ασκήσουν πάνω του κάποια επιρροή αλλά γρήγορα αυτή χάθηκε οπότε φρόντισαν να τον περιγελούν και να τον πειράζουν για τον ευαίσθητο χαρακτήρα του.
 Η συμπεριφορά τους αυτή είχε ως αντίκτυπο την συναισθηματική κατάρρευση του νεαρού ο οποίος στην εφηβεία κατάφερε να υιοθετήσει ένα σύστημα άμυνας απέναντι στους ανθρώπους. Εμφάνισε έναν απόλυτα εξωστρεφή εαυτό, κοινωνικό και γοητευτικό που μαγνήτιζε το πλήθος γύρω του ενώ έμαθε να θάβει όποτε ήταν απαραίτητο το κομμάτι εκείνο που επιθυμούσε τις όμορφες εξορμήσεις στον κήπο της έπαυλης, τις πολύωρες μελέτες στην βιβλιοθήκη καθώς και την συγγραφή στοίχων και ποιημάτων. Όλα αυτά μπορούσαν να περιμένουν έξω από τις πόρτες της υψηλής κοινωνίας. Ήδη στα δεκαέξι του είχε μάθει να είναι χαρισματικός συνομιλητής με πλούσιο λεξιλόγιο που δύσκολα κάποιος μπορούσε να αντικρούσει τα λεγόμενα του.
    Ο πατέρας του ήταν απίστευτα περήφανος για τον μικρό του γιο καθώς βρήκε έναν ικανό διπλωμάτη να τον συντροφεύει σε σημαντικές συγκεντρώσεις και συναντήσεις με άλλους ευγενείς που έπρεπε να συζητήσουν σημαντικά θέματα που έπλητταν την κοινωνία. Αν και δεν έφερνε ποτέ αντίρρηση στον πατέρα του – το σεβόταν και τον σέβεται σε μεγάλο βαθμό – οι συναθροίσεις αυτές δεν ήταν τόσο του γούστου του αν και σιγά σιγά έμαθε να διασκεδάζει με τα μικρά πράγματα που του προσφέροντας ταυτόχρονα, όπως η καλή μουσική, ο μπουφές και οι απειροελάχιστες ενδιαφέρουσες γνωριμίες με άτομα


Γονείς: Δούκισσα Ιλένα Θερμς, Δούκας Μαρκους Ρεινχετ
Αδέρφια: Μαρκήσιος Φρέντερικ Ρέινχετ (45),  Μαρκήσιος Γκρέγκορυ Ρέιχνετ (44) και οι Βαρόνοι Ματίας Ρέινχετ (42) - Μπερτολ Ρέινχετ (42) [δίδυμοι]

Δείγμα Γραφής

Το διστακτικό χέρι της μητέρας του χάιδεψε απαλά τις ξανθές του μπούκλες, στρώνοντας του κάπως κάποιες τούφες που παρέμεναν όσο ατίθασες όσο και ο μικρός της γιος. Ο Τόρενς αποτραβήχτηκε διακριτικά, διατηρώντας την ψυχραιμία του μα και το ζεστό χαμόγελο που έδειχνε σε κάθε καλεσμένο που έκανε την εμφάνισή του. Η αλήθεια ήταν πως σε όσες δεξιώσεις και να εμφανιζόταν, σε όσους χορούς και να τον προσκαλούσαν, για την μητέρα του θα ήταν πάντα ο μικρός και γλυκός γιος που δεν ήθελε να χάσει ποτέ από δίπλα της.
    «Τα ρούχα σου στρώσε» του ψιθύρισε γλυκά.
    «Μητέρα, σε παρακαλώ» απάντησε χαιρετώντας απευθείας τον δούκα Λέαρ, έναν κοντόχοντρο άνθρωπο με μουστάκια που θα ζήλευαν οι παππούδες του από τους τάφους τους. Όταν ο άνδρας απομακρύνθηκε η Ιλένα κοντοστάθηκε μπροστά από τον γιο της και έφερε στα χέρια της το κολλάρο του μεταξωτού πουκαμίσου του, τεντώνοντάς το και ισιώνοντάς το. Εκείνος ωστόσο άρχισε να ξεφυσά δίχως σταγόνα υπομονής μέσα του.
    «Αγχώνεσαι»
   «Για την ακρίβεια, γλυκιά μου μητέρα, θα ήθελα να με αφήσεις για λίγο ήσυχο. Γιατί δεν πας στα αδέρφια μου;»
    «Γιατί οι θεοί να με βασανίσουν με ένα μάτσο γιούς, εμένα θα μου πεις; Κόρη να ήσουν θα αποζητούσες τούτη τη προσοχή που σου δίνω»
    Έπιασε τα χέρια της και τα φίλησε στοργικά, κοιτάζοντάς την παιχνιδιάρικα στα μάτια «Κόρη να ήμουν, ω γλυκιά μητέρα, θα φρόντιζα να παντρευόμουν για να ξεφύγω από τούτη την προσοχή» εκείνος χασκογέλασε, η Ιλένα όμως δεν το βρήκε διόλου αστείο. Μάλιστα φρόντισε να σκληρύνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, να εξαφανίσει το χαμόγελο της και φυσικά να του γυρίσει πλάτη θιγμένη και πληγωμένη. Το άφησε ασχολίαστο. Έτσι ήταν η μητέρα του στο κάτω – κάτω. Αυταρχική για τους ξένους και ίσως λιγουλάκι ξινή αλλά σαν μάνα ήταν τόσο γλυκιά όσο η ξακουστή γαλατόπιτα της περιοχής. Μμ, και τί δεν θα έδινε για ένα αχνιστό κομμάτι πασπαλισμένο με κρυστάλλινη ζάχαρη και κανέλα.
    «Μην στενοχωρείς την μάνα σου, γιε μου. Στο τέλος εγώ θα βρεθώ να δέχομαι τα πυρά της οργής της»
    «Μα, πατέρα, δεν καταλαβαίνεις;» γύρισε τη προσοχή του στην στιβαρή φιγούρα του πατέρα του «Ίσως η απώλεια να είναι πιο γλυκιά έτσι. Οι θεοί γνωρίζουν μονάχα πόσο θα παραμείνω στην Ακαδημία Ράσναρρυ. Δεν θέλω να στεναχωριέται για χάρη μου».
    «Και να την λάβωνες, Τόρενς, πάλι θα έκλαιγε. Αχ τι με περιμένει τον δόλιο».
    «Υπάρχει καιρός ακόμα αν θες να πάρεις πίσω την απόφασή σου. Αμφιβάλλω εάν θα προσβληθούν από την αλλαγή των σχεδίων» ένας υπηρέτης βαστώντας ένα μικρό δισκάκι πέρασε από μπροστά τους και ο νεαρός άρπαξε ευθύς μια κούπα με κρασί.
    «Ξέχνα το. Η παρουσία σου θα παίξει μεγάλο ρόλο για όσα έπονται».
    Κι αυτό ακριβώς φοβόταν…τα όσα ήταν γραφτό να έρθουν˙ όσα ήταν αδύνατο να αλλάξει. Το επόμενο πρωί θα έφευγε και θα άφηνε πίσω του την όμορφη ζωή που έκανε. Τα αδέρφια του τον πείραζαν πως ήταν κάποια αποστολή ενηλικίωσης και πως αν δεν τα κατάφερνε τότε θα παρέμενε μια ζωή ο μικρός γιος του Λόρδου Ρέινχετ και τίποτα παραπάνω, ο πατέρας του επέμενε πως έτσι θα μάθαινε το πραγματικό προσωπείο του κόσμου και η μητέρα του ίσως να ήλπιζε πως το αγόρι της θα γυρνούσε με κάποια όμορφη δεσποσύνη στο πλάι που θα μπορούσε πια να αποκαλεί η ίδια κόρη. Τόσες απαιτήσεις από τόσο κόσμο. Θα χρειαζόταν αρκετό κρασί και γιατί όχι λιγάκι ακόμα χορό.



3
Τα φεγγάρια πέρασαν διαδοχικά το ένα μετά το άλλο και ο χρόνος δεν φάνηκε να βρίσκεται καθόλου με το μέρος του Θεραπευτή. Τα ταξίδια του καθώς και οι διπλωματικές προκλήσεις στάθηκαν εμπόδιο στο να αναπαυτεί πλήρως και να γράψει πίσω στην αγαπημένη του φίλη. Παρόλα αυτά, κρατούσε πάντα στην εσωτερική τσέπη του πανωφοριού του το τελευταίο γράμμα που του έστειλε και το διάβαζε ξανά και ξανά όποτε η μοναξιά τον βάραινε και έμοιαζε φορτική.
 
   Ο δρόμος τον έβγαλε έπειτα από μεγάλη ταλαιπωρία στην πατρίδα του, στο μέρος εκείνο που κάποτε του ήταν αδύνατο να διανοηθεί πως θα άφηνε πίσω του. Οι αναμνήσεις που τον είχαν κατακλύσει ήταν αμέτρητες και αφόρητα ήταν τα συναισθήματα που σαν χείμαρρος είχαν επιτεθεί στην καρδιά του. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία του επίσκεψη; Από την τελευταία φορά που κουβάλησε στο πέτο του το έμβλημα του Οίκου του περνώντας κάτω από την ψηφιδωτή πύλη του πατρικού του; Μόνο που πλέον φορούσε τα ρούχα της Ακαδημίας και κουβαλούσε το δικό της έμβλημα, πιστός στις αξίες και στις απελευθερωτικές ιδέες που στόχευαν στην ένωση όλων των Φυλών παρά στον παροξυσμό ενός αέναου πολέμου με μοναδικό στόχο την ικανοποίηση ενός τρελού όμοιου του που κάποτε τολμούσε να αποκαλεί φίλο καρδιακό και γιατί όχι...αδερφό;
    Η πατρική έπαυλη είχε σχεδόν ερημωθεί. Από καιρό ήξερε για τον θάνατο της μητέρας του μα δεν είχε επιτρέψει στη θλίψη να σκουριάσει το πνεύμα του και να ταλαιπωρήσει το μυαλό του. Τα καθήκοντά του ως Καθηγητής του πρόσφεραν μια νοητή έξοδο από τα προβλήματα πέρα από το νησί. Μα τώρα βρισκόταν στο κτήριο που πέρασε τα παιδικά του χρόνια καθώς και τη περίοδο της πρώιμης ενηλικίωσης το. Τώρα τα προβλήματα που αγνοούσε έπεσαν με φόρα πάνω του όπως και ο ρόλος του ως ο Κύριος του Οίκου του.

    Αγαπημένη φίλη,
    
Η επιστροφή στα πάτρια εδάφη δεν είναι πάντα ευχάριστο γεγονός, ίσως να είναι για εκείνους που ζουν μια ανέμελη ζωή, αγνοώντας τα θεριά του κόσμου και αποκλείοντας από γύρω τους την πικρή πραγματικότητα. Για μένα, πάλι, αυτή η επιστροφή αποτελεί γεγονός θλίψης και θρήνου. Το βράδυ της άφιξής μου επισκέφτηκα το μνημείο των γονιών μου και παρέμεινα εκεί, γονατιστός και σκεπτόμενος. Ναι, είναι άθλιο συναίσθημα να συνειδητοποιείς πως ο χρόνος, αυτός ο διαβολεμένος χρόνος, δεν κοιτάζει μήτε Φυλή μήτε αξίωμα. Για εκείνον είμαστε όλοι ίσοι και με κοινό προορισμό. Η μητέρα μου άφησε τη τελευταία της πνοή λίγες εβδομάδες μετά την αιματοβαμμένη εορτή του Φεγγαριού. Είχαν φροντίσει οι υπηρέτες να με ενημερώσουν αναλόγως αλλά τα καθήκοντα και τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν δεν μου επέτρεψαν να ανταποκριθώ στα καθήκοντα ενός γιου. Ίσως, άθελά μου να κρύφτηκα κατά κάποιο τρόπο πίσω από τις δεκάδες απώλειες και να προσπέρασα κάπως την υποχρέωση να γυρίσω για την επιτάφια τελετή. Μα να που είχε έρθει η στιγμή να επιστρέψω ώστε να θρηνήσω και να παρακαλέσω τα θεία να προσέχουν την άγια ψυχή της. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ούτε εγώ μα ούτε εσύ, πως είμαι αυτό το άτομο που τόσο απεχθάνεσαι και αγαπάς χάρη σε εκείνη.
    
Ως μοναδικός και πραγματικός κληρονόμος του Οίκου και της κληρονομιάς των Φι’ν’λουεν είμαι αναγκασμένος να παραμείνω στη Θαλανίλ για της διευθέτηση τόσο γραφειοκρατικών όσο και διπλωματικών θεμάτων μείζονος σημασίας που θα με κρατήσουν ‘έγκλειστο’ για λίγο καιρό ακόμα. Ξέρεις που μπορείς να με βρεις όμως και ελπίζω πως τα γράμματα μας θα γίνουν όλο και πιο συχνά πια.
    
Ελπίζω ο κήπος να μην έχει κατακλειστεί από λαίμαργα ζιζάνια τα οποία, εκμεταλλευόμενα της απουσίας μου, επιτίθονται στους καρπούς και στα μπουμπούκια παρά τον Φύλακα που όπως ανέφερες έχει φροντίσει τη φύλαξή τους. Ίσως να μην θεωρούμε ως όντα με αρκετή νοημοσύνη τα ζουζούνια μα τα διακρίνει η πονηριά και ο ατίθασος χαρακτήρας του νεαρού της ηλικίας τους. Το ποτάμι πέρασε και τα μάτια μου θαύμασαν την λάμψη του μα μπορώ να πω πως τρέμω για την ορμή του. Είναι δυσοίωνοι καιροί που διανύουμε, καλό μου κορίτσι, και τα νερά ταράσσονται εύκολα, καταπίνοντας ό,τι βρίσκεται στο διάβα τους, πολλές φορές αγνοώντας τις προθέσεις. Μα ίσως είναι καιρός να πάψω να ανησυχώ σαν γέρος μαντρωμένος  σε τέσσερις τοίχους που αγνοεί τον κόσμο γύρω του και να αρχίσω να αφήνω την παλίρροια να παρασέρνει και να ανακατεύει τα γεγονότα και τους ανθρώπους με τη δική της βούληση…ίσως να επεμβαίνω όπου μου επιτρέπεται. Γνωρίζεις που θέλω στοχευμένη τη προσοχή σου. Είναι η στιγμή που σιγά – σιγά τα μπουμπούκια θα ανθίσουν και θα αντικρύσουν τις πραγματικές φρικαλεότητες. Ενδυνάμωσε τα με σθένος και σιγουριά, το καλύτερο λίπασμα που θα μπορέσει να χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξή τους. Μα να είναι πάντα προετοιμασμένα για την ξηρασία και ίσως τον χαμό αδερφών τους.
    
Οι κισσοί που αναρριχήθηκαν με την απουσία μου είναι λουσμένοι με το χειρότερο δηλητήριο. Έχε το νου σας και κρατάτε ανάλογες αποστάσεις. Εάν η εξάπλωσή τους γίνει βαθύτερη τότε θα φτάσουν στα θεμέλια και θα φροντίσουν να ρημάξουν όσα με τόσο κόπο καταφέραμε να χτίσουμε. Ύπουλο φυτό ο κισσός, δεν λογαριάζει φίλο ή αδερφό. Μονάχα την επιβίωσή του αναλογίζεται και σκευάζει τρόπους για να την διασφαλίσει. Από την ρίζα πρέπει να εξουδετερωθεί αλλά χρήζει μαεστρίας. Αναμένετε την μελλοντική μου άφιξη για να την διευθέτηση τους. Για την ώρα θα συνεχίσω να μελετώ το τα βοτάνια και τα ελιξίρια ώστε το επόμενο μου δώρο να είναι περισσότερο αποτελεσματικό. Η φύση που περικλείει την Θαλανίλ είναι ένα πραγματικό θαύμα.
    
Φίλο αδερφικό έχω σκοπό να συναντήσω και να συζητήσω την επανένταξη μου στην κοινωνία της πατρίδας μου. Απόλυτη υποταγή θα υποσχεθώ όπως ακριβώς είναι το χρέος μου ως κύριος του Οίκου μου και όταν επιστρέψω θα αναλάβω καθήκοντα πέρα από τα ήδη γνωστά. Μα μόνο εσύ μπορείς να το γνωρίζεις αυτό, καλή μου φίλη καθώς εσένα εμπιστεύομαι από πάντα τα… ευχάριστα και δυσάρεστα της καταγωγής μου. Για την ώρα έχω αναλάβει τις επισκευές του πατρικού μου και την αναζωογόνηση του μεγάλου κήπου. Καταλαβαίνεις λοιπόν, πως ο χρόνος μου είναι σχεδόν μηδαμινός όχι απλά για αναψυχή αλλά ακόμα και για ξεκούραση.
    
Στείλε τα χαιρετίσματά μου στον…ήρωά σου όπως αποκαλείς καθώς και σε όσους απέμειναν μέσα στα τείχη της μικρής μας Ακαδημίας. Αναμένω σύντομα τα νέα σου.

Άλαθας Φι’ν’λουεν



Ο φάκελος στον οποίο ευλαβικά τοποθετεί το γράμμα του, φέρει το επίσημο σύμβολο του Οίκου στο βουλοκέρι με το οποίο και σφραγίζει.  Καθώς σηκώνεται από το κάθισμά του, πλησιάζει το παράθυρο που στέκει αρχοντικά πλάι από το κρεβάτι του, ατενίζοντας πέρα από τον ορίζοντα στον οποίο απλώνεται η αρχαία πόλη των Ξωτικών. Τα ρούχα του, βουτηγμένα στο βαθύ μπλε και ασήμι, φαντάζουν βαρύ φορτίο καθώς πάνω τους βρίσκεται και το χρέος το οποίο για χρόνια αγνοούσε και απέφευγε με αφέλεια. Η καρδιά του σπάραζε να τα βγάλει και να ντυθεί όπως εκείνος αγαπούσε, με την λευκή του πουκαμίσα και το ζεστό καφετί πανωφόρι που τόσο πολύ αγαπούσε. Μα αν ήθελε να επιτύχει τον στόχο του έπρεπε να θυσιάσει τον Αλλάσιο και να φορέσει το προσωπείο του Άλαθας, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.     
4
Βορέλ / Απ: Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Β' [18+] [Κλεισ
« Τελευταίο μήνυμα by Σαγιάνε Ασάχι στις Μάιος 02, 2021, 08:33:50 μμ »
Στο μυαλό της η πρώτη φάση ήταν πάντα η δυσκολότερη. Οι γείτονες την είχανε συνηθίσει, άλλωστε ανά δύο μέρες έκανε σίγουρο να ζητήσει βοήθεια απο κάποιον σε κάτι και το ίδιο απόγευμα να του προσφέρει είτε πίτα, είτε κέικ ως ευχαριστώ. Κάθε μέρα φρόντιζε τα φαγητά που έκανε να είναι φρέσκα ώστε να μυρίζουν περισσότερο. Μέχρι και λουλούδια έβαλε την Κέννα να πάει να της φέρει και τα πότιζε κάθε δεύτερο απόγευμα, όταν ο ήλιος άφηνε τις τελευταίες του ακτίνες. Προσπαθούσε να ξεκουράζεται το μεσημέρι, μετά το γεύμα τους. Επέμενε η Κέννα να κοιμάται περισσότερο. Αμέσως μόλις επέστρεφαν, τα χαράματα, μέχρι το μεσημεριανό πολλές φορές και αφού ξυπνούσε η ίδια από τον μεσημεριανό της ύπνο μέχρι να φύγουνε. Ήταν επόμενο σταδιακά η αϋπνία να την καταβάλει, αλλά ακόμα ήταν νωρίς γι' αυτό.

Η πρώτη φάση λοιπόν ήταν η πιο δύσκολη. Από το τίποτα να βρουν κάποιες πληροφορίες, κάποιο στοιχείο, ένα όνομα, μια διεύθυνση, ένα σύμβολο, έστω ένα παρατσο΄΄υκλι, κάτι με το οποίο θα μπορούσαν να δουλέψουν. Πέρασαν τα πρώτα βράδια οργώνοντας όλη την περιοχή που ο Γκλίριον της είχε πει να καλύψουν. Οι πρώτες πέντε μέρες αποδείχτηκαν άκαρπες. Τόσο άκαρπες σαν να προσπαθούσες να φυτέψεις έναν σπόρο σε μια συμπαγή πέτρα. Το έκτο ξημέρωμα και ενώ η Κέννα κοιμόταν, η Σαγιάνε είχε βγάλεο ξανά τον χάρτη της Ιντούν καθώς και τον χάρτη που είχε πάρει από τον Ντάβρος. Ήταν σε διαφορετικές κλίμακες τα δύο και έτσι πέρασε όλο της το πρωινό να σχεδιάζει στην κλίμακα του χάρτη της Ιντούν την υπόγεια πόλη, ή όπως αποδείχτηκε μέρος της. Χαρούμενη για το αποτέλεσμα εκείνη την ημέρα δεν έκανε ούτε φαγητό, ούτε τίποτα. Έπεσε ξερή στο κρεβάτι δίπλα στην Κέννα και ξύπνησε κάπου το σούρουπο. Γύρισε το βλέμμα της στη νεαρή. Οι κόκκινες τούφες έπεφταν στο πρόσωπο της και το πρόσωπο της έμοιαζε σα παιδιού. Τις τελευταίες μέρες η Σαγιάνε ένιωσε μια απερίγραπτη ζέστη προς τη νεαρή. Ήταν ίσως ο ρόλος που την έβαζε σε ψυχολογία οικογένειας, ήταν ίσως αυτό που ζητούσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, μια αδερφή, δεν ήξερε ακριβώς. Τα ακροδάχτυλα της πλησίασαν το φλογερό κεφάλι και πέταξαν την τούφα στο πλάι να δει καλύτερα το πρόσωπο της. Η Κέννα δυσανασχέτησε από την επαφή και κλαψούρισε, έβλεπε εφιάλτη; Η Σαγιάνε την πλησίασε και ξάπλωσε από πάνω της "σσσσσ" της ψιθύρισε, "όλα είναι καλά, εγώ είμαι εδώ", είπε χαιδεύοντας την, όταν έσκυψε το κεφάλι της και της χάρισε ένα φιλί στο μάγουλό της. Η Κέννα φάνηκε να ηρεμεί. Η Σαγιάνε το αισθανόταν έντονο μέσα της. Αγάπη; Έτσι ήταν, άρα; Χαμογέλασε και αφού άφησε ακόμα μια στιγμή να περάσει, μία στιγμή την οποία είχε πει πως δεν θα άφηνε εδώ στη Βορέλ να αισθανθεί, πήρε την απόσταση της και σιγά σιγά ξύπνησε την Κέννα.

.................
Το αεράκι έπαιζε με τις μεταξένιες κουρτίνες. χάδι εραστή και παιχνίδισμα ερωτικό, η σελήνη έλαμπε στην τελευταία μέρα της ολόγιομης φάσης της και όπως το ασημένιο έπεφτε στο μαρμάρινο δάπεδο εμφάνιζε δύο σκιε΄ς.
Από την άλλη πλευρά, εσωτερικά της κουρτίνας μια άλλη μεγάλη σκιά πλησίασε.
"Μου απέκρυψες στοιχεία" είπε η Κόκκινη Μάσκα
" Σου απέκρυψα στοιχεία" απάντησα δεκτικά ο στόχος.
"Ακούω τη συνέχεια" είπε ξανά η Κόκκινη Μάσκα κάνοντας ένα βήμα μπροστά, πλησιάζοντας προς την κουρτίνα.
Ο ανδρική φωνή αναστέναξε.
"Υπάρχουν δύο είσοδοι σίγουρα, ίσως και μία τρίτη αλλά φήμες λένε πως έχει γκρεμιστεί, δεν με ενδιέφερε να το ψάξω όμως. Πρέπει να καταλάβεις Σα...Akai Kao", απάντησε με το γνωστό στον κυ΄κλο του όνομα για τις Κόκκινες Μάσκες των Ασάχι, "η Βορέλ είναι αρχαία, όχι μόνο η πόλη αλλά και τα ξωτικά που έχουν κρατήσει τον αρχαίο τρόπο ζωής, την πνευματικότητα της. Πρέπει να καταλάβετε και οι δύο, πως σε αντίθεση με εσάς, τα ξωτικά μισούν το νεωτερισμό, μισούν την εξέλιξη, μισούν την ριζοσπατικότητα ή κάθε τι που φέρνει μεταβολή. Αυτό να το θυμάστε όταν θα κατεβείτε εκεί, γιατί μα τον Άρθερ δε θα ήθελα με τίποτα να είμαι στη θέση σας. Υπάρχουν δύο είσοδοι, όπως είπα, και μάλλον οι πρωτοστάτες της Αγοράς επέλεξαν η μία να στεγάζεται εδώ, στα εσωτερικά της στοάς μας."

'Ενα κλειδί πέταξε στον αέρα και κατέληξε στο χέρι της φιγούρας με την Κόκκινη Μάσκα.
"Τρία επίπεδα κάτω είναι από τον διάδρομο στο κτήριο μου. Το κεφάλι της Αγοράς δύο γενιές πριν από εμένα έκλεισε την κάμαρα, η είσοδος ήταν ελεύθερη ως τότε. Πιστεύω πως εκείνος πρώτος ήθελε να ξεκόψει την Αγορά μας, με όλον τον υπόκοσμο. Να σας προειδοποιήσω και για το τελευταίο όμως: πορσέχετε πολύ, είναι ένας άλλος κόσμος. Αρκετοί από αυτούς δεν έχουν δει καν την επιφάνεια.
"Και δε θα την δουνε ποτέ" απάντησε λακωνικά η γυναικεία φωνή, η απειλή στα λόγια της φανερή.
"Θα σας ευχόμουν καλή τύχη, αλά είναι απόφαση σας να μπείτε στον βούρκο"
"Δε χρειάζεται η τύχη. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω" είπε και μ' ένα πρόσταγμα του χεριού της οι δύο φιγούρες χάθηκαν από το μαρμάρινο εξώστη. Ο άντρας ανάσαινε με ανακούφιση. Ήταν στοίχημα αυτό, αλλά δε μπορούσε να δώσει εξ' αρχής το λημέρι, έπρεπε να τους προειδοποιήσει. Όπως και να είχε, ήταν το είδος του. Τώρα ήταν στο δικό τους χέρι πόσο καλά προετοιμασμένοι θα ήταν για μια Άκαικαο, δύο σχεδόν.

Η Σαγιάνε και η Κέννα κατευθύνθηκαν και όπως είπε ο Ντάβρος, μία μικρή κάμαρα στο τέρμα του πρώτου ορόφου ξεκινούσε για κάτω. Πάνω από την κάμαρα ήταν γραμμένα στην γλώσσα των ξωτικών "Λημέρι". Αυτό που την παραξένευσε ήταν το εξής, πως σχετιζόταν η πάνω με την κάτω πόλη και γιατί η Αγορά να είχε κάποτε σχέσεις με την υπόγεια πόλη, φάνηκε πως η υπόγεια πόλη ή απλά το Λημέρι ήταν κάποτε μια συνέχεια της Αγοράς. Περισσότερα ερωτήματα άρχισαν να δημιουργούνται στο μυα΄λό της. Το παζλ ξαφνικά μεγάλωσε και τα κομματάκια του μίκρυναν. Κάθε βήμα που τις έφερνε όλο και χαμηλότερα αποκάλυπτε περισσότερα βρύα πάνω στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Ο αέρας είχε αρχίσει να γίνεται αποπνικτικός. Το φως άρχισε να γίνεται ημίφως.

Φτάνοντας μπροστά στη σιδερένια βαριά πόρτα ο αέρας ήταν τόσο βαρύς που η Σαγιάνε έβγαλε τη μάσκα της και την τοποθέτησε ξανά στον μηρό της. Γύρισε προς την Κέννα. Το κορίτσι τα έβλεπε όλα αυτά πρώτη φορά. Παρά την άγρια ζωή που έκανε, όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα για εκείνην.
"Δε θα βλέπουμε πολύ στην αρχή, αλλά σε λίγο θα προσαρμοστουν τα μάτια. Στο λέω γιατί δε θα είναι το ίδιο με το έξω. Εσύ έχεις συνηθίσει την φύση, στην φύση ακόμα και τα αστέρια προσφέρουν λιγοστό φως. Εδώ θα βλέπουμε απλά σκιές στο ήδη σκιερό και μουντό περιβάλλον. Μη φοβηθείς. Προσπάθησε να κρατήσεις τους χτύπους σου χαμηλούς, άλλες φορές θα αισθάνεσαι τον ήχο να δεκαπλασιάζεται, άλλες φορές δεν θα ακους τίποτα, ανάλογα με την υγρασία που θα έχει το εκάστοτε μέρος που θα περνάμε."

Το χέρι της ακούμπησε τον ΄ώμο της Κέννα και γυρνώντας έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Η σιδερένια πόρτα άργησε να ανοίξει, η Σαγιάνε έσπρωξε με δύναμη, το λιγοστό φως που ξεψύθηκε μέσα με το που άνοιξε την πόρτα μαρτυρούσε πως φυτά είχαν καλύψει εκείνη την είσοδο από την μέσα πλευρά, επί το πλείστον βρύα και αναριχητικά φυτά που φύτρωναν σε τέτοια σκοτεινά μέρη. Ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. Έβγαλε τα γάντια της από το τσαντάκι μηρού και έκανε νόημα στην Κέννα να κάνει το ίδιο, δεν ήξερε τι μπορεί να βρίσκανε μπροστά. Αφού έβαλε τα γάντια της έβγαλε ένα μικρό φυαλίδιοκαι ξερίζωσε πασπατεύοντας τον τοίχο μ΄ρος των βρυών. Ίσως να μη το είχαν συναντήσει αλλού. Ίσως η Άρυα να μπορούσε να δει αν θα ήταν χρήσιμο κάπως. Έβαλε το φυαλίδιο μέσα στο τσαντάκι και περίμενε να μπει και η Κέννα. Και τότε σκέφτηκε δύο φορές. Να άφηνε ανοιχτή την πόρτα ή όχι;

Στα γρήγορα, ο Ντάβρος της εμπιστεύτηκε το κλειδί και φρουρά δεν υπήρχε. Από την άλλη δε θα ενημέρωνε ο Ντάβρος για προσοχή; Όμως ήταν μια αποστολή πολύ κάτω από το τραπέζι. Θα τις κλείδωνε όμως μέσα.
Στον κυκέωνα των σκεψεων, το κλειδί σφράγισε ξανά την πόρτα.
"Μην ανησυχείς. Υπάρχει και άλλη έξοδος" καθυσήχασε την Κέννα.

Κι όμως η καρδιά της άρχισε να χτυπά τόσο γρήγορα που σταμάτησε ένα λεπτό για να αναλογιστεί το παράξενο του σκότους. Τα λόγια με το που βγήκαν από το στόμα της χάθηκαν. Ήταν σίγουρη πως η Κέννα την άκουσε. Και ήταν σίγουρη πως μόλις τα λόγια της χάθηκαν ο ίδιος φόβος κάλυψε και τη νεαρή. Έψαξε το χέρι της και το έσφιξε. "Θα περιμένουμε εδ΄ώ μέχρι να προσαρμοστούν τα μάτια της" της ανήγγειλε. Και ξανά το παράξενο του ήχου.

Η απουσία φωτός δεν είχε αντίκτυπο μόνο στην όραση. Η κλεισούρα έκανε τον αέρα τόσο βαρύ σα πάχνη, φάνταζε πως μπορούσες να τον μαζέψεις με την χούφτα σου σε μια κίνηση και σαν άμμος να πέσει. Αυτό και η υγρασία, η χρόνια υγρασία πείραζαν και τον ήχο. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν συνδυαστικά όλα αυτά ήταν αφενός φυσικά και λογικά, αφετέρου όχι συνηθισμένα και έτσι φάνταζε σαν ένας άλλος κόσμος. Το σκοτάδι ήταν σα να ήθελε να σε καταπιεί, να σε κρατήσει εκεί μέσα του και μετά να σε χωνέψει.Να χωνέψει τη ζωή από μέσα σου, κάθε ανάσα, κάθε ελπίδα.

Όχι και τόσο καλές σκέψεις, μα η Σαγιάνε επιδόθηκε στην φιλοσοφική σκέψη επί του σκότους και στην σπείρα. Όλα ήταν μια δοκιμή. Μάζεψε το θάρρος της και περίπου 40 λεπτά μετά με τον τοίχο στα αριστερά της ξεκίνησε να περπατά στην στοά.

5
Σιλάλι / Απ: Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)
« Τελευταίο μήνυμα by Χελένα Μεκάμι στις Μάιος 01, 2021, 02:31:08 μμ »
"Μου αρέσει..." απάντησε η Χελένα και άφησε τη φράση να σβήσει στο βράδυ.

Πήρε το χέρι της Καθηγήτριας Μαρκιέλ στο δικό της με μάτια απόμακρα. Σε αυτήν την πρόσκληση θανάτου που για τη Χελένα δεν ήταν νέα, προτιμούσε να κρατά τα μάτια της στη θάλασσα, στην άσπλαχνη μάνα που προσφέρει την πρώτη και την τελευταία αγκαλιά στη Φυλή της. Εκείνη κρατούσε τα δάκρυά της και θα τα κρατούσε για καιρό, παρέα με ένα δικό της κοχύλι. Σαν να ήξερε, ο αδερφός της της είχε ζητήσει να το φυλάξει. Σαν να ήξερε, το καθάρισε και το γυάλισε. Σαν να γνώριζε πως θα ήταν το τελευταίο του κρεβάτι, πριν η Ωκεανία τον κρατήσει στο βυθό της για πάντα. Τουλάχιστον, με τις ευχές και το κατευώδιο, η Χελένα ήξερε πως ο αδερφός της θα είχε παρέα ένα άνδρα σοφό, μία ψυχή που θα βοηθήσει τη δική του, τη νεανική, να μην ξεστρατίσει στη ροή των αιώνων.

Η Χελένα τύλιξε τα χέρια της γύρω από το σώμα της Καθηγήτριας Μαρκιέλ. Έγειρε το κεφάλι στους ώμους της και έτσι μοιράστηκαν τη ζεστασιά.

"Ας ρίξουμε τα φρεσκότερα λουλούδια". είπε ξεψυχισμένα.
6
Το Γραφείο της Κασσάνδρας / Απ: Ζωντανές Σελίδες [Γκρέλντα]
« Τελευταίο μήνυμα by Γκρέλντα στις Απρίλιος 26, 2021, 02:20:00 μμ »
Πάνω αριστερά. Ένα-δύο-τρία-κλίση είκοσι μοίρες. Προέκταση της μεσοκαθέτου. Ένα-δυο-τρία-τέμνει στα τρία τέταρτα. Πιάσε εφαπτομένη, α ισούται με 0,3. Και το υψώνεις το τετράγωνο. Και προεκτείνεις. Επόμενο σημείο. Προκύπτει από τη φλυαρία της Σαρδέλας και τις προηγούμενες μετρήσεις.

“Τι είναι αυτή η καμπυλότητα;” αναρωτήθηκε η Γκρέλντα με μάτια αντοιχτά. Στο νου της προέβλεπε την εξέλιξη που είχε υποθέσει αρχικά, αλλά της φαίνονταν πολύ καλή για να είναι αληθινή. 

“Μαντς!” πέρασε στο μηχάνημα τις οδηγίες με ένα σάλτο. Ο γιγάντιος Προστάτης με τις εύκαμπτες αρθρώσεις σημείωσε συντεταγμένες στο χαρτί του Ήθεριντ. Έμεινε ακίνητος με το πέρας των εντολών.

Η Γκρέλντα έπεσε με τα μούτρα πάνω στο χαρτί και κάτω από το μεταλλικό μπράτσο του Μαντς. Ρουφούσε το πούρο της με ένα ήχο σαν σφύριγμα και ξεφυσούσε τουλούπες αρωματισμένου καπνού σαν πουφ. Συννεφάκια βανίλιας που γεννήθηκαν από αθόρυβα πουφ ανακάθισαν στις τελίτσες που σημείωσε ο Μαντς εκεί που τέμνονταν οι συντεταγμένες, επιβεβαίωσαν την εγκυρότητά τους με μία μικρή αναπήδηση και σκόρπισαν στον αέρα του δωματίου. Το παλιό, σαρδόνιο χαμόγελο της επιτυχίας και της προσμονής για επερχόμενη περιπέτεια αποκαλύπτονταν πίσω από τους καπνούς του πούρου. Η αναγνώρισή του από την Κασσάνδρα το έκανε εντονότερο, του προσέδωσε μια νότα αγριωπού ενθουσιασμού για ανακάλυψη.

Όταν η Γκρέλντα κοίταξε την Κασσάνδρα, είχε το βλέμμα του θηρευτή. Όχι του λύκου που χτυπάει το θήραμα και φεύγει. Στα μάτια της φλέγονταν η τρέλα του λύγκα, του σαδιστικού αρπακτικού που απολαμβάνει να παίζει με το θήραμά του.

“Κάσσι αγάπη μου, το Ζέπελιν σαλπάρει για Νεδάρ.”

Κατέβασε το κρασί μονορούφι.
7
Βορέλ / Απ: Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Β' [18+] [Κλεισ
« Τελευταίο μήνυμα by Αιολίς Ιντούν στις Απρίλιος 25, 2021, 06:23:01 μμ »
“Φυσικά και θα σε χούφτωνα και κακώς δεν το έκανα με τέτοιο πανέμορφο άνδρα Άρον!” αναφώνησε η Αιολίδα στο δωμάτιο.
 
Τα μάτια της, τα χείλη της, όλο της το σώμα γελούσε έτσι που χαίρονταν να πειράζει την Άρυα. Μετά από τέτοια επιτυχία στην αγορά, με το πλεονέκτημα που απέκτησαν από το πουθενά, δε μπορούσε παρά να το γιορτάσει με λίγη χαρούμενη διάθεση.

Οι απέναντι έστησαν αυτί.

“Ξέρω αγαπητέ μου ότι λίγες έχουν τη δική μου τύχη,” έκλεισε το μάτι στον Άρον σαν πείραγμα.

Οι απέναντι κοιτάχτηκαν με έκπληξη για τα λόγια που άκουγαν.

“Και δε θα το αφήσω ανεκμετάλλευτο τέτοιο μεγάλο δώρο, γι’ αυτό έλα εδώ να θαυμάσω τον άντρα μου!”

Πίσω από τις κουρτίνες φάνηκε η κίνηση της κοπέλας που τραβούσε το Θεραπευτή προς το μέρος της και ο ήχος κορδονιών που λύνονταν.
 
Οι απέναντι έφεραν το χέρι τους στα χείλη.

Ενός λεπτού σιγή.

“Ξέρεις Άρον… νομίζω ότι κάτι...λείπει.” ακούστηκε η φωνή της Ιντούν παραξενεμένη πίσω από την κουρτίνα. “Κάτι... σημαντικό Άρον.”

Η Ιντούν ξέσπασε σε γέλια με την αθωότητα της Άρυα. Όχι ότι κι εκείνη πήγαινε πίσω σε θέματα αιδούς, αλλά δεν έχανε ευκαιρία να σαρκάσει τη φίλη της και την ίδια. Εν τέλει, την άφησε να ηρεμήσει και η προσοχή της επέστρεψε στη σοβαρή πλευρά της αποστολής τους.

~

Είχαν συμφωνήσει να μείνουν απασχολημένες όσο παρακολουθούσαν το απέναντι σπίτι για στοιχεία. Το επίμαχο σπίτι. Η πρωινή πρόσκληση ήταν ένα μόνο βήμα προς την ακρόπολη της Βορέλ και η Ιντούν προτιμούσε να έχει φροντίσει για όλα τα βήματα πριν περάσει στη δράση. Άφησε την Άρυα για λίγο ώστε να προμηθευτεί τα στοιχεία που χρειάζονταν για το νέο της “επάγγελμα”. Κριτικός τέχνης. Η Ιντούν επέστρεψε στο δωμάτιο φορτωμένη με τόμους και οδοιπορικά μελετητών μεγάλων ζωγράφων. Ευτυχώς, το πάχος τους δε συγκρίνονταν με εκείνο των τόμων της Αλχημείας και τα βιβλία τέχνης είχαν εικόνες, προσχέδια ή αντίγραφα των ίδιων των ζωγράφων. Η Αιολίδα έπιασε τον εαυτό της να απολαμβάνει τη διαδικασία της μάθησης και παράλληλα ένιωσε να καταλαβαίνει την ουσία της ζωγραφικής, να κατανοεί τη μαγεία για την οποία της μιλούσε ο αδερφός της λίγο περισσότερο. Διάβαζε αράδες δίπλα σε εικόνες, τίποτα παραπάνω κι όμως, είχε το κλειδί να βιώσει όσα για το Μένανδρο πήγαζαν από την ψυχή του. Έρχονταν ένα βήμα πιο κοντά έτσι κι ας βρίσκονταν σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Γέμιζε ζεστασιά η καρδιά της, η άμμος της ερήμου κυλούσε καυτή σαν ρευστό ποτάμι μέσα της και αντί να την τσουρουφλίζει, την έθρεφε.

Πέρασε ώρα μέχρι να καταλάβει πως ονειροπολούσε. Η Ιντούν σταμάτησε και έριξε μια ματιά γύρω της. “Τι με έχει πιάσει;” αναρωτήθηκε. Βρίσκονταν μακριά από την Ακαδημία, μακριά από την Ιερελάρ. Για κάθε φυσιολογικό ον, το αίσθημα που θα ανέμενε να βιώνει ήταν η μελαγχολία. Έκανε μια ανασκόπηση στα συναισθήματά της. “Καλά το φαντάστηκα.” σκέφτηκε και έμεινε λίγο μόνη με τις σκέψεις της, σε μια προσπάθεια να ξεδιπλώσει τις αιτίες που αισθάνονταν τόσο χαρούμενη και ελεύθερη στο λίκνο της μιζέριας.

Αφιέρωσε το απόγευμα στην κοινή τους ασχολία. Οι χειροτεχνίες δεν ήταν πρώτη προτίμηση για την Αιολίδα, αλλά σίγουρα το χέρι της έπιανε. Μπορεί να μην κατείχε την έμφυτη έμπνευση της Άρυα ή της Χελένα, ακόμη χειρότερα, του Μενάνδρου και του Εύανδρου, αλλά τα δάχτυλά της κινούνταν με τη σιγουριά και τη δεξιοτεχνία χρόνων εργασιών και μερεμετιών, καθώς για τη μεσαία τάξη, ότι δεν αγοράζεται, κατασκευάζεται.

Στο κρεβάτι της αποσύρθηκε όταν το σκοτάδι εγκαταστάθηκε μόνιμος άρχοντας της πόλης. Η Αιολίδα τυλίχτηκε με την κουβέρτα της, όπως έκανε και στο πλοίο δυο μέρες πριν. Δεν κρύωνε. Η θερμότητα που εξέπεμπε εξαιτίας του χαρίσματός της κρατούσε το σπίτι ζεστό, καλύτερα κι από τζάκι κι όμως, η Ιντούν κουκουλώθηκε σφιχτά σαν το τουλουμπάκι γιατί κάτι της έλλειπε. Της έλλειπε μια αγκαλιά ή μάλλον, η ιδέα της. Από τα χρόνια που μαθήτευε στην Ακαδημία, λίγες φορές κοιμήθηκε με φίλους ή με τα αδέρφια της αγκαλιά. Μόνη της δεν ένιωθε όμως, γιατί η Ακαδημία ήταν αγκαλιά που κρατούσε την Αιολίδα ασφαλή. Σαν Βοηθός Καθηγητή είχε στείλει τον Έλλιοτ άπειρες φορές πίσω στο κρεβάτι του με συμβουλές για να νικήσει τους φόβους του και ήταν κι εκείνο μια μορφή αγκαλιάς. Η Ιντούν αναστέναξε βαθιά, αλλά ελαφρά. Κατέληξε πως της έλλειπε να είναι χρήσιμη. Της έλλειπε να τη χρειάζονται, να ζητούν την τρυφερότητα και την αγκαλιά της, ειδικά όταν αυτός ήταν ο Σίνγκεν που του άρεσε να καλύπτει τα λόγια του, αλλά αποτύγχανε να σιγάσει τη γλώσσα του σώματός του. Η Ιντούν έσφιξε το μαξιλάρι, μαζεύτηκε και οι συλφίδες, που αντιλαμβάνονταν τη διάθεσή της, κατέβηκαν και ξάπλωσαν με τα μικροσκοπικά, αέρινα σωματάκια πάνω στο δικό της, την τύλιξαν σαν αύρα άνοιξης, ευχάριστη, ευωδιαστή.

“Κι εγώ σας αγαπώ.” ψιθύρισε καθώς όλοι μαζί βυθίζονταν σε λήθαργο. Όχι για πολύ.

Τα βλέφαρα της Ιντούν άνοιξαν με ταχύτητα επαγρύπνησης. Το σώμα της τινάχτηκε έτσι όπως επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα και οι συλφίδες εκσφενδονίστηκαν στον αέρα αεικίνητες. Νόμιζε ότι άκουσε κάποιον ήχο. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο, αλλά πέρα από την Άρυα- Άρον που κάτι σκάλιζε όπως πάντα μέσα στη μαύρη νύχτα, κανένας ήχος δε φαίνονταν να διαταρασει τη βραδινή ησυχία. Η Ιντούν χαμογέλασε στην Άρυα- Άρον και έγειρε πάλι προς το μαξιλάρι. Ένα κρακ ακούστηκε από κάπου μακριά, σαν ξύλα που έσπαζαν. Ο θόρυβος ήταν πνιχτός και σχεδόν έσβηνε έτσι που έχανε την έντασή του με κάθε τοίχο που έπρεπε να διαπεράσει μέχρι να φτάσει στα αυτιά των φτωχών ενοίκων του κέντρου της Βορέλ, αλλά ένας ψίθυρος ήταν αρκετός για την Ιντούν. Η Αιολίδα ανακάθισε και έστησε αυτί. Άξεστες, μακρινές ομιλίες άνοιξαν την κερκόπορτα πολλών σκοτεινών σκέψεων, συλλογισμών που είχε καταφέρει να απομονώσει από το πρωί. Οι συλλογισμοί, πηχτοί και μαύροι, σαν ποτάμι δηλητηριασμένο πίεσαν το μικρό άνοιγμα που τους προσφέρθηκε και ξεχύθηκαν στο νου της για να τον πλημμυρίσουν με έγνοιες.

Το πάντα γλυκό πρόσωπο έχασε τη δροσιά του στο άκουσμα των αξεστων λόγων. Στη θέση του, ένα προσωπείο σκυθρωπό με μάτια πικρά, χείλη και φρύδια σφιγμένα επικεντρώνονταν με βλέμμα που μπορούσε να τρυπήσει τον τοίχο στην κατεύθυνση που έρχονταν η φασαρία. Δυο σπίθες άναψαν και πάλι. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε σκαμπουδάκι, ούτε κυρία να την καθίσει. Γύρω της δεν υπήρχαν πολίτες. “Τώρα ή αργότερα;” Οι πάγκοι που έσπαζαν στην πλατεία θα μπορούσαν να είναι οι πάγκοι της δικής της οικογένειας, αλλά αν ήταν ο πατέρας της θα της έλεγε να μην ανακατευτεί στην αναμπουμπούλα από φόβο μη φάει καμιά αδέσποτη. Θα τη συμβούλευε να περιμένει να κοπάσει η καταιγίδα και να απευθυνθεί στο νόμο. Οι άξεστοι όμως γελούσαν, οι πάγκοι έσπαζαν και η Ιντούν… η Ιντούν ήταν η καταιγίδα.

“Θα με βρεις στο σκοτάδι της πλατείας.” είπε χαμηλόφωνα στην Άρυα χωρίς να την κοιτάξει. Απέφευγε να κοιτάζει τους φίλους της όταν η φλόγα μέσα της θέριευε.

Η Ιντούν και οι συλφίδες της πέταξαν από το παράθυρο.

8
Φύλλα Χαρακτήρων υπό αξιολόγηση / Νέαρχος
« Τελευταίο μήνυμα by Νέαρχος στις Απρίλιος 21, 2021, 05:20:12 μμ »
Όνομα: Νέαρχος

Φυλή: Άνθρωποι

Μέλος Οικογένειας: Όχι

Ηλικία: 45

Φατρία: Ιστορικοί

Εμφάνιση Χαρακτήρα: 1,77,95kg περίπου,45 χρονών όχι ιδιαίτερα μυώδης . Έχει τρία στίγματα από σκορπιούς στο δεξιό του αγκώνα  που κόντεψαν να τον σκοτώσουν και μια μεγάλη ουλή στην αριστερή γάμπα του. Στο δεξί μπράτσο του έχει ένα περίεργο τατουάζ  που δε ξέρει ούτε πότε έγινε, ούτε τι συμβολίζει. Απεικονίζονται  τρεις ομόκεντροι κύκλοι και στο κέντρο τους βρίσκεται μια σκυλίσια μορφή στο χρώμα του χαλκού . Στον αριστερό του καρπό φοράει ένα ασημένιο βραχιόλι με τρία γαλάζια πετράδια. Μακρυά μαύρα κατσαρά  μαλλιά που έχουν αρχίσει σιγά σιγά να ασπρίζουν και τα έχει συνήθως ελεύθερα, μούσι λίγο πάνω απ’το στέρνο όχι ιδιαίτερα φροντισμένο. Όλο αυτό του δίνει μια αγριωπή εμφάνιση και ένα ζευγάρι όλο ζωντάνια καστανά μάτια συμπληρώνουν το πρόσωπο του. Συνοδεύεται πάντα από ένα κανελί βραχύσωμο σκύλο, τον Ράφ. Αγαπημένο χρώμα το φούξια και το μπλε, κουβαλάει πάντα ένα τέτοιο μικρό μαντήλι πάνω του, το ρούχο που φοράει πάντα, είναι ένας  πορφυρός χιτώνας , όταν έχει κρύο προσθέτει ένα μανδύα στο χρώμα της ερήμου, αν βρέχει ένας δεύτερος μανδύας με κάλυμμα κεφαλής από γιδοτόμαρο συμπληρώνει το σύνολο.  Όπλο του ένα κοντό μαχαίρι που το ‘χει δεμένο σε θήκη στη δεξιά γάμπα του ενώ ξέρει να χειρίζεται άριστα ένα μικρό παλίντονο τόξο. Όταν πρέπει να ταξιδέψει το φαγητό του είναι πάντα ένα μείγμα που σκέφτηκε μόνος του όταν ήταν 15 χρονών κάτω από μία συκιά στην όαση της Γεκουάν. Το μείγμα αποτελείται από ζυμωμένο σε μπαλάκια μείγμα σύκων, μελιού, ξηρών καρπών,σουσαμιού και βρώμης . Τα φυλάει πάντα σε ένα δερμάτινο σακουλάκι καφέ χρώματος περασμένο στη μέση του και μαζί με ξερές από τον ήλιο φλούδες κρέατος αποτελούν το ημερήσιο γεύμα του για πάνω από 30 μέρες αν χρειαστεί . Στη ζώνη του έχει και μια δεύτερη σακούλα ίδιου χρώματός με την πρώτη, ξέρει να τις ξεχωρίζει από το διαφορετικό δέσιμο και την ελαχιστα διαφορετική απόχρωσή τους. Μέσα φυλάει ίδιες μπάλες φαγητού με διαφορετική υφή από τις κανονικές,  στο μείγμα η προσθήκη δύο βοτάνων μπορούν να οδηγήσουν κάποιον μετά το δεύτερο μπαλάκι σε βαθύ ύπνο.

Προσωπικότητα: Δύσκολα κάποιος πιστεύει ότι πίσω από αυτήν την εμφάνιση κρύβεται  ένας χωρατατζής που έχει μάθει να γλεντάει και να ξεσηκώνει τους γύρω του, ΄άλλες φορές  πάλι αποσύρεται απ’ το κόσμο και τη φασαρία και  βυθίζεται στις σκέψεις του και σε ζητήματα που μόνιμα  απασχολούν το μυαλό του . Τύπος που θα  πέρναγε  απαρατήρητος τις περισσότερες φορές αν αποφάσιζε να απαλλαγεί απ’ όλες αυτές τις τρίχες. Πιστεύει ότι η πραγματικότητα και η αλήθεια έχουν τόσες όψεις όσες και οι ματιές αυτών που παρατηρούν ή μετέχουν στα γεγονότα. Γενικά είναι απαισιόδοξος περιμένοντας πάντα να συμβεί το χειρότερο δυνατό σενάριο. Αυτό τον κάνει να προετοιμάζεται για ότι κάνει συστηματικά παίρνοντας υπόψιν και την παραμικρή λεπτομέρεια. Αντιμετωπίζει τα πράγματα με πρωτοφανή στωικότητα και ψυχραιμία. Έμαθε να ζει με πολύ λίγα από μικρή ηλικία και συνέχισε έτσι αλλά πλέον αυτό το ακολουθεί μόνο όταν χρειάζεται… Είναι επίμονος, τελειομανής με ακόρεστη δίψα για μάθηση και ιδιαίτερα επιμελής φέρνοντας πάντα σε πέρας ότι αναλαμβάνει αλλά και παρορμητικός κάνοντας τον να μπλέκεται εύκολα σε διάφορες καταστάσεις και περιπέτειες. Στις συνθήκες που μεγάλωσε τα πεδία παρατήρησης έφταναν σε μεγάλες αποστάσεις , τα θηράματα ήταν μικρά, ο εχθρός πλησίαζε γρήγορα και ο θερμός αέρας έκανε την τελειοποίηση της τοξευτικής  τέχνης ιδιαίτερα απαιτητική. Η ικανότητα του σε αυτήν είναι απαράμιλλη.  Η ακόρεστη δίψα του για  γνώση τον κρατάει πάντα ανήσυχο δίνοντας του το χάρισμα να ζυγίζει καλύτερα τα πράγματα και να βλέπει μπροστά στο μέλλον.

Τα  ερείπια, τα αμέτρητα κουφάρια και άλλα υπολείμματα έμβιας παρουσίας που συναντά κατά τη διάρκεια των ταξιδίων του στην έρημο τον βάζουν πάντα στο παιχνίδι να ανιχνεύει το παρελθόν με τη βοήθεια και άλλων στοιχείων που είτε βρίσκονται σκόρπια τριγύρω  είτε αναζητά επίμονα ο ίδιος.

Προϊστορία Χαρακτήρα: Βρέθηκε  στο Νότο της ερήμου του Ισχάρ από ένα καραβάνι Σοβερίνων σε ηλικία 6 χρονών μαζί με 3 σκυλιά που ήταν οι πρόγονοι του Ραφ , ίχνος από άλλη παρουσία δεν υπήρχε τριγύρω, τουλάχιστον έτσι του είπαν. Η αρχική σκέψη  του Ιλχάρ, αρχηγού του καραβανιού, ήταν να τον χρησιμοποιήσει για να κάνει τα θελήματα όλων, τον εμπιστεύτηκε έτσι στον άνθρωπο που ασχολούνταν με την επιμελητεία της ομάδας. Το τατουάζ, του άλλαξε τη μοίρα  καθώς βγάζοντας τα ρούχα του για να κάνει το πρώτο του μπάνιο στη πρώτη όαση που συνάντησαν έγινε αμέσως αντιληπτό από τους υπόλοιπους τριγύρω του προκαλώντας ψιθύρους. Οδηγήθηκε ξανά μπροστά στον Ιλχάρ ο οποίος τον έστειλε στην ομάδα των παιδιών με τα γαλάζια και πράσινα μάτια αναθέτοντας την ανατροφή και προστασία του στην οικογένεια του Μπιλάλ ελ Χαντίθ και της Λεθέλ αμφότεροι θεραπευτές. Οι θετοί του γονείς τον αγκάλιασαν απ’ την αρχή και τον μεγάλωσαν σαν δικό τους δίνοντας του τη φροντίδα και αγάπη που χρειάζεται κάθε παιδί ενώ ξεκίνησαν να του μαθαίνουν και τα μυστικά της τέχνης τους. Μεγάλο μέρος της μέρας του όμως δε βρίσκονταν με τους γονείς του αλλά ανάμεσα σε παιδιά με πράσινα και μπλέ μάτια που είχαν όλα ένα στόχο και σκοπό.. Εκεί η ζωή του γίνονταν μαρτύριο αφού τα καστανά μάτια του αλλά και η εν γένει διαφορά του από τους υπόλοιπους τον έκαναν πολύ συχνά αντικείμενο πειραγμάτων, δοκιμασιών και χλευασμού. Καταφύγιο του ήταν τα σκυλιά του, τα ζώα του καραβανιού καθώς και η μεγάλη για τα μέτρα της νομαδικής ζωής που ζούσαν, βιβλιοθήκη των γονιών του. Έφτασε στα 10 του χρόνια να έχει διαβάσει ότι υπήρχε σε αυτήν και πλέον οι γονείς του δανείζονταν συστηματικά έργα από άλλα μέλη του καραβανιού ή αγόραζαν καινούργια όποτε παρουσιάζονταν ευκαιρία.


Στα 15 του για πρώτη φορά αντίκρισε την Ισαχάρ τη πιο μεγάλη πόλη που είχε δεί ως τότε. Οι γονείς του τον οδήγούν κατευθείαν στον βιβλιοθηκάριο του άρχοντα της πόλης Σι Ράντιαν, απόφοιτο της Ακαδημίας αλλά κυρίως αδελφικό φίλο του Μπιλάλ. Αυτός χρειάστηκε ελάχιστο χρόνο για να προσέξει τα χαρίσματα του νεαρού και τον πήρε υπό την προστασία του  με την απόλυτη συμφωνία και του Άρχοντα της πόλης ο οποίος πάντα επιθυμούσε στην αυλή του να υπάρχουν χαρισματικά άτομα όλων των ηλικιών που ανέβαζαν ψηλά τη φήμη της πόλης του. Στα χρόνια που ο  Νέαρχος έμεινε εκεί έμαθε πράγματα που άκουγε και είχε διαβάσει ότι υπήρχαν αλλά δε μπορούσε ποτέ να προσεγγίσει χωρίς καθοδήγηση. Υπό την εποπτεία του Σι  έμαθε να έρχεται σε επαφή με πνεύματα, να τα ελέγχει ,να τους παραχωρεί και να του παραχωρούν, να του δείχνουν το παρελθόν  και το μέλλον, να του δίνουν τη γνώση τους και να πολεμούν μαζί του ενώ ταυτόχρονα γύμναζε το σώμα του ,έριχνε τα βέλη του όπως τον είχαν μάθει οι Σοβερίνοι και εξασκούνταν με το μικρό μαχαίρι του καθημερινά. Έμεινε στην βιβλιοθήκη μέχρι τα 25 του φεύγοντας ελάχιστες φορές από αυτήν, διάβασε την σοφία των ανθρώπων και των υπολοίπων φυλών, πειραματίστηκε και έγινε ο κάτοχος γνώσεων που πάντα επιθυμούσε.

Και όταν πλέον ένιωσε ότι το μέρος του έμαθε ότι είχε να του μάθει ο δάσκαλος τού του πρόσφερε το βραχιόλι του και τον αποχαιρέτησε. Αυτός συντροφιά με τα σκυλιά του βγήκε στην έρημο βάδισε στα βήματα που είχε βαδίσει μικρός, γύρισε ξανά στο μέρος που τον βρήκαν , στο μέρος που έκανε το μπάνιο του και απέκτησε γονείς και συνέχισε το ταξίδι σε μέρη που έμαθε από τα βιβλία που διάβασε, μέρη που δεν απεικονίζονταν σε κανένα χάρτη απ’ όσους είχε μελετήσει. Βρέθηκε στην όαση Νεντέρ που κανένα καραβάνι δεν πήγαινε και είδε το χάνι της εγκαταλελειμμένο με την πόρτα του σφαλισμένη και ένα τσεκούρι καρφωμένο πάνω της που η δύναμη που έφερε τον εμπόδιζε ακόμα και να το αγγίξει.


Περπάτησε στο νεκροταφείο της Άσραμ  θαύμασε ταφικά μνημεία  πάρα τους πυκνούς θάμνους και χόρτα υψώνονταν επιβλητικά γύρω του. Εκεί τραυματίστηκε και στο πόδι πέφτοντας πάνω σε ένα μισοθαμμένο σκουριασμένο ξίφος και σώθηκε καλώντας  το πνεύμα του θεραπευτή Σεγκούλ που αναπαύονταν 5 μέτρα πιο πέρα. Ζούσε προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε όσους πλήρωναν όχι πάντα τα πιο πολλά αλλά κυρίως όσων το πρόβλημα τον έκανε να  αγγίζει και να ξεπερνά τα σωματικά και γνωστικά του όρια. Κινδύνευσε πολλές φορές να βρει το θάνατο άλλοτε από αμέλεια κι άλλοτε γιατί οι περιστάσεις τον ξεπερνούσαν έχασε σχεδόν όλα του τα σκυλιά αλλά άφησε κι αυτός στο δρόμο του αιματοβαμμένα ίχνη. Άτομα που έβλαψε και εξουδετέρωσε  πλέον τον αναζητούσαν τα ίδια ή άλλοι πληρωμένοι από αυτούς για να τον εξαφανίσουν αλλά πολλούς περισσότερους φτωχούς και πλούσιους που ωφέλησε και του χρώσταγαν ευγνωμοσύνη.  Όταν ήθελε να ησυχάσει και να εξαφανιστεί  κατέφευγε στην ανωνυμία του πλήθους της πόλης της Ισαχάρ αποφεύγοντας όμως κάθε επαφή με το δάσκαλο και τη βιβλιοθήκη ήξερε ότι πριν ακόμα μπει θα τον περίμενε αν όχι ο θάνατος σίγουρα νέοι μπελάδες. Ένα πράγμα δεν είχε κάνει και πάντα ονειρεύονταν. Είχε διαβάσει για αυτό που λέγεται ‘θάλασσα’  προσπαθούσε να φτιάξει τη μυρωδιά της και να την παραστήσει στο μυαλό του αλλά πότε δεν ήξερε αν αυτό που δημιουργούσε ήταν κοντά στην αλήθεια ή ψευδαίσθηση. Είχε διαβάσει ιστορίες για αυτούς που τη διέσχιζαν, για αυτούς που χάθηκαν σε αυτή, για  ζώα που ζούσαν μέσα της μικρά αλλά και γιγάντια και για τους θεούς τους. Την ονειρεύονταν σαν μια μεγάλη υδάτινη έρημο που ένιωθε ότι τον καλούσε όλο και πιο φορτικά να την επισκεφθεί.


Δείγμα Γραφής


Οι μυρωδιές τον τύλιγαν από παντού, οι περισσότερες γνώριμες, μπαχαρικά κυρίως αλλά και ψάρια που τα γνώρισε και τα γεύτηκε μόλις πριν μερικούς μήνες. Αυτό που άλλαζε όμως και που δεν έλεγε να συνηθίσει ήταν η μυρωδιά της . Όχι!! Το συναίσθημα δεν ήταν δυσάρεστο, κάθε άλλο! Μπορεί η καυτή έρημος να ήταν το σπίτι του να γνώριζε τα μυστικά της, τις θανάσιμες παγίδες της, τα καταφύγια της αλλά η θάλασσα πλέον εξελίσσονταν σε ερωμένη του. Ακόμα κι ο Ραφ όποτε βρίσκονταν κοντά της τρελαμένος  απ΄ τη χαρά του κούναγε δαιμονισμένα την ουρά του και διαρκώς στέκονταν στην άκρη του λιμανιού ρουφώντας με την υγρή μύτη του τη μυρωδιά της. Όταν δε πήγαιναν  στην προβλήτα ο κατά τα άλλα απόλυτα υπάκουος σκύλος του χρειάζονταν επανειλημμένα καλέσματα απ’το αφεντικό του για να φύγουν. Δεν ήταν μόνο η μυρωδιά που άρεσε στον Νέαρχο  ήταν κυρίως το γεγονός της αφθονίας των αγαθών που υπήρχαν, αφθονία που δεν είχε δεί σε κανένα καραβάνι και σε κανένα διαμετακομιστικό σταθμό στην έρημο, ούτε καν στην Ελεσσέα. Ήταν κι αυτό το σκίρτημα χαράς που ένιωθε βλέποντας αυτά τα υπέροχα βιβλία που ποτέ δε χόρταινε να παίρνουν το δρόμο τους  κάθε φορά σε στοίβες ολόκληρες  και να οδηγούνται πάνω σε κάρα είτε στις βιβλιοθήκες τις ακαδημίας , σε ιδιώτες συλλέκτες είτε σε συναδέλφους του! Κάπου ανάμεσα σε αυτά ήταν και τα δύο δικά του που περίμενε μήνες τώρα. Ήταν κι άλλα που του πρόσφερε το λιμάνι, πράγματα που δεν τον έκαναν να ξεχνάει τη ζωή του στην έρημο. Ήταν οι εκατοντάδες επισκεπτών απ’ όλες τις φυλές , ο καθένας με την ιστορία του αλλά και τις γνώσεις του. Κυρίως αυτές!! Άλλα και το διαρκές συναίσθημα επαγρύπνησης που επέβαλε στον εαυτό του μπαίνοντας επίτηδες πολλές φορές σε σκοτεινά στενά και αυλές με σκοπό να συναντήσει αυτό που ήξερε ότι κρύβονταν και παραμόνευε στις σκιές. Έτσι για να μην ξεχνά και την άλλη τέχνη που έμαθε, της επιβίωσης από κοφτερά μαχαίρια και ξίφη αλλά και περίεργες μαγείες που πάντα τον μάγευαν και τις αναζητούσε...


9
Θεραπευτές / Απ: Μπροσκάνταρ Ντούντγκαρντ
« Τελευταίο μήνυμα by Power Moderator στις Απρίλιος 21, 2021, 01:36:48 πμ »
Ενισχυτική Μαγεία*: Ειδικός

Ο Μπροσκάνταρ ειδικεύεται στην Ενισχυτική Μαγεία, και έχει αναπτύξει μια πολύ συγκεκριμένη προσέγγιση για το πώς πρέπει οι Θεραπευτές να φέρονται στη μάχη.

"Ενίσχυσε τον εαυτό σου, και χώσου να δείρεις τον αντίπαλο πριν πληγώσει τους συμπολεμιστές σου! Πολύ καλύτερο από το να πληγωθούν και να τους θεραπεύσεις μετά!"

Ως Ειδικός, μπορεί μέσω επαφής να προσθέσει στον εαυτό του ένα Χαρακτηριστικό Επιπέδου 6, και σε άλλους Επιπέδου 3, για 8 αναρτήσεις.

Ειδίκευση: Μεσουράνιος Ήλιος

Ως απαύγασμα της προσωπικής του φιλοσοφίας, για την οποία είναι προετοιμασμένος να έρθει σε αντιπαράθεση με όλους τους Θεραπευτές της ηπείρου αν χρειαστεί, ο Μπροσκάνταρ δημιούργησε μια τεχνική που αντιπροσωπεύει αυτή τη φιλοσοφία.

Σε μία ανάρτηση, μπορεί να ενισχύσει τόσα χαρακτηριστικά του όσα ο αριθμός Βελτιώσεων στην Ενισχυτική μαγεία, για ένα επιπλέον επίπεδο πέραν του κανονικού. Σε αντάλλαγμα όμως οι ενίσχυση αυτή διαρκεί τις μισές αναρτήσεις από τις κανονικές, και όσο ισχύει ο Μπροσκάνταρ δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά Θεραπευτική ή Ενισχυτική Μαγεία. Μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή την τεχνική σε ένα θέμα τόσες φορές όσες οι Βελτιώσεις του στην Ενισχυτική Μαγεία.

Αντιμαγεία: Προχωρημένος
Μπορεί να χρησιμοποιήσει Αιθέρα για να καταπολεμήσει και να εξουδετερώσει μαγεία προχωρημένου επιπέδου που υπάρχει στον χώρο, όχι πριν ενεργοποιηθεί, μα κατά τη στιγμή της ενεργοποίησής της και έπειτα.

Θεραπευτική Μαγεία: Μέτριος
Θεραπεύει επιφανειακές πληγές σε μια ανάρτηση, σοβαρές πληγές σε τρεις αναρτήσεις και θανάσιμες πληγές σε τέσσερεις αναρτήσεις.
10
Θεραπευτές / Μπροσκάνταρ Ντούντγκαρντ
« Τελευταίο μήνυμα by Μπροσκάνταρ Ντούντγκαρντ στις Απρίλιος 21, 2021, 01:25:40 πμ »
Όνομα: Μπροσκάνταρ Ντούντγκαρντ
Φυλή: Νάνος
Ιδιότητα: Βοηθός Καθηγητής
Μέλος  Οικογένειας: Ντούντγκαρντ
Ηλικία: 20
Φατρία: Θεραπευτής

Εμφάνιση Χαρακτήρα: O Μπροσκάνταρ είναι ένας τυπικός γεροδεμένος νεαρός Νάνος. Γύρω στο 1,60 σε ύψος, με φαρδιούς ώμους και μεγάλες πλάτες, στιβαρό σώμα και χέρια κουπιά, μαθημένα στη σκληρή δουλειά στα οικογενειακά κτήματα. Ένας κοντός κορμός δέντρου με κόκκινα γένια και μαλλιά. Η φωνή του είναι βαθιά, δυνατή εκ φύσεως και κάπως τραχιά, με μια κάποια προφορά. Τα μάτια του είναι γκριζοπράσινα, και έχει μια σειρά από σκουλαρίκια στα αυτιά, αλλά και μεταλλικά στολίδια για τα πυκνά μουστάκια και μούσια του. Το βάδισμά του είναι γρήγορο, αποφασιστικό και οριακά ατσούμπαλο.

Προσωπικότητα: Ο Μπροσκάνταρ είναι, με πολλούς τρόπους, ένας τυπικός Νάνος. Φωνακλάς, τραχύς και χωρίς να μασάει τα λόγια του, λάτρης του καλού φαγητού και ποτού. Αγαπά την καλοπέραση αλλά δεν φοβάται τη σκληρή δουλειά. Πιστός στους φίλους του, και γρήγορος στο να θυμώσει αλλά και να τα ξεχάσει όλα και να ξεθυμάνει. Πιστεύει στους θεσμούς της οικογένειας, της φυλής, και του τρόπου ζωής των Νάνων, και είναι επιφυλακτικός προς τα Ξωτικά και τους "υπερβολικά λόγιους", θεωρώντας ότι προσπαθούν "με όμορφα λόγια να κρύψουν άσχημες προθέσεις".

Ο Μπροσκάνταρ είναι, με πολλούς τρόπους, ένας μη τυπικός Νάνος. Μεγάλωσε στις μεγάλες πεδιάδες των Νάνων, μία από τις λίγες οικογένειες εκεί, και προτιμά τον ανοιχτό ουρανό, τον ήλιο και τον άνεμο από τις σήραγγες και τις καρδιές των βουνών. Τα πετράδια, το χρυσάφι, τα μυστικά της πέτρας, αν και γοητευτικά, είναι λιγότερο σημαντικά για τον ίδιο από τις κινήσεις των αστεριών, τα καιρικά φαινόμενα και το ηλιοβασίλεμα στον ορίζοντα.

Ο στόχος του πλέον είναι περισσότερο το να αποδείξει στην κοινότητα των Θεραπευτών ότι η προσέγγισή του στην τέχνη αυτή είναι σωστή και αξιοσέβαστη, και λιγότερο η μελλοντική διαχείριση των κτημάτων της οικογένειάς του.

Προϊστορία Χαρακτήρα: 

Η οικογένεια του Μπροσκάνταρ είναι μία από τις λίγες οικογένειες Νάνων που επιφορτίστηκαν να είναι μακριά από τις πόλεις και τα βουνά τους, το λίκνο του πολιτισμού, της προόδου και των παραδόσεων της Φυλής τους, και να καλλιεργούν τις απέραντες εκτάσεις προς τα ανατολικά, προκειμένου να μη λείψει η καλή μπύρα σε κανένα Νάνο. Οι ίδιοι είναι μικροί καλλιεργητές, έχοντας περί τα 500 στρέμματα σε σημείο που θεωρείται "κακό", προς το Νότο κοντά στα σύνορα με τη χώρα των Ξωτικών. Αν και έχουν λίγα εδάφη και μικρή σοδειά, οι Ντούντγκαρντ έχουν δουλέψει σε οικογενειακές συνταγές και τεχνικές από γενιά σε γενιά και βγάζουν μπύρα εξαιρετικής ποιότητας, σπάνιες ετικέτες που τους αποφέρουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα.

Ο Μπροσκάνταρ μεγάλωσε ως αγρότης, και από μικρό παιδί βοηθούσε τον πατέρα του στα χωράφια αλλά και στην παραγωγή της μπύρας. Έτσι ο νεαρός Νάνος έμαθε αυτή τη ζωή, τις απαιτήσεις και τα μυστικά της, και περίμενε ότι αυτό θα είναι το μέλλον του. Οι Σοφοί όμως τον επέλεξαν να φοιτήσει στην Ακαδημία, και μάλιστα ως Θεραπευτής, κάτι κάπως σπάνιο για Νάνο. Φυσικά, το αρνήθηκε. Στη συνέχεια όμως η οικογένειά του τον έπεισε να πάει, καθώς "ένας Θεραπευτής θα ήταν χρήσιμος στην κοινότητα, θα μπορούσε να θεραπεύει ανθρώπους και ζωντανά".

Γκρινιάζοντας και ξεφυσώντας, ο Μπροσκάνταρ πήγε στην Ακαδημία. Όταν έμαθε ότι ο Καθηγητής ήταν Ξωτικό, βούτηξε στη θάλασσα και ξεκίνησε να κολυμπά για να γυρίσει πάλι πίσω, αλλά τον σταμάτησαν. Με τον καιρό και πολλή προσπάθεια και από τις δύο μεριές, Ξωτικό και Νάνος κατάφεραν, κάπως, να συμβιώσουν. Ο Μπροσκάνταρ έδειξε ταλέντο και καλό μυαλό παρά την προσωπικότητα του, αλλά ανέπτυξε κάπως...ιδιαίτερες ιδέες για τη Θεραπεία, που δεν βρήκαν την αποδοχή του Καθηγητή του. Ο ίδιος όμως συνέχισε την προσωπική του εξέλιξη προς την κατεύθυνση που είχε επιλέξει, με πείσμα.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Καθηγητής έφυγε, και ο μαθητής αποφοίτησε. Νέοι Καθηγητές θα έρχονταν σύντομα. Ξαφνικά υπήρχε η επιλογή να γυρίσει πίσω στα χωράφια και να είναι ο Θεραπευτής της κοινότητας, ή να γίνει Βοηθός Καθηγητής στην Ακαδημία που του δίδαξε πολλά. Φυσικά και επέλεξε το δεύτερο! Είχε πλέον ένα νέο στόχο, να αποδείξει σε όλους ότι ο τρόπος του ήταν ο σωστός!


Γονείς: Μπάρικ, Γκίλρα
Αδέλφια: Μπαβόρα
Δείγμα Γραφής:

"Δεν μου λες εσύ, ναι, εσύ ο ψηλέας, σε έχει κοπανίσει ποτέ Θεραπευτής? Α όχι ε? Νάνος τότε? Τι? Πολύ κοντοί?? Ε θα σε ξαπλώσω τότε πρώτα!!".

Και κάπως έτσι άρχισε ο καυγάς.

Δεν ήταν ο πρώτος που συνέβαινε σε μία από τις ταβέρνες της Πορτμέιρ, και σίγουρα δεν θα ήταν ο τελευταίος. Η τραχιά φωνή του Μπροσκάνταρ ακούστηκε πάνω από την οχλαγωγία, κάνοντας θυμωμένο διάλογο με ένα βρωμερό τύπο που ενοχλούσε τις σερβιτόρες και κάπνιζε στα μούτρα των γύρω του ένα δύσοσμο, βρωμερό κατασκεύασμα που ανάθεμα και αν ήταν καπνός.

Μετά από αυτή τη σύντομη ανταλλαγή πολιτισμένων απόψεων, ο κοκκινογένης Νάνος τινάχτηκε από τη θέση του και όρμηξε στον στόχο του, και οι φίλοι του άντρα έσπευσαν να βοηθήσουν. Κλωτσιές, μπουνιές, κουτουλιές -οι τελευταίες πάντα κατέληγαν υπέρ του Μπροσκάνταρ, σκληρό κεφάλι-, και οι υπόλοιποι θαμώνες απλά έκαναν διακριτικά στην άκρη. Ήταν από τις ταβέρνες που τέτοια συμβάντα δεν ήταν τόσο ασυνήθιστα.

Ο Νάνος τα πήγε καλά. ¨Ένα καλό κροσέ στο σαγόνι ενός. Μια σφαλιάρα από το χέρι-κουπί του που έκανε ένα λιμοκοντόρο να στριφογυρίσει τρεις φορές πριν πέσει στο πάτωμα σαν μαριονέτα που κόπηκαν οι κλωστές της. Μια κουτουλιά στο στομάχι ενός ψηλού, που τον έκανε να διπλωθεί και να κάνει εμετό. Ναι, εν μέρει πάνω στον Νάνο. Μπλιάχ. Σε αντάλλαγμα έφαγε μια κανάτα μπύρα στο κεφάλι, μερικές μπουνιές στο πρόσωπο και ένα γόνατο στην πλάτη, αλλά, βαρύς και στιβαρός όπως ήταν, άντεξε.

Κάποια στιγμή, ο κυρίως στόχος του έπαιξε βρώμικα. Έβαλε ένα κοντό, αναδιπλούμενο μαχαίρι και μαχαίρωσε τον Μπρόσκανταρ, όχι θανάσιμα αλλά αρκετά για να τον τρομάξει. Θεωρητικά.

"Αααα!!! Με μαχαίρωσε! Με λάβωσε!! Το είδατε? Μ' έφαγε λάχανο το παλιόσκυλο!!" φώναξε ο Νάνος, κρατώντας τον ώμο του που αιμορραγούσε. Οι θαμώνες κοίταζαν...και χαμογέλασαν. Ναι, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Μπρόσκανταρ έκανε χαμό σε αυτό το μαγαζί, και οι πιστοί θαμώνες ήξεραν τι θα ακολουθούσε. Και ο Νάνος χαμογέλασε, ανατριχιαστικά. Το πλατύ χέρι του τραβήχτηκε, και το αίμα δεν κυλούσε πια. Θεραπευτής.

"Σειρά μου τώρα...." είπε με ένα απειλητικά πλατύ χαμόγελο και μάτια που έλαμπαν από βίαιες προθέσεις.

Τα μούσια και τα μαλλιά του άρχισαν να λάμπουν, σαν να ήταν φλόγες.

Ο αντίπαλός του σύντομα θα κατέληγε να πετά μέχρι την απέναντι ταβέρνα.

Άλλο ένα καλό βράδυ στην ταβέρνα!