Rasnarry Academy

Τελευταία μηνύματα

1
Σιράν / Απ: Το προσκύνημα της Καταιγίδας: Μέρος 2ο [Σίνγκεν]
« Τελευταίο μήνυμα by Αιολίς Ιντούν στις Ιούλιος 05, 2020, 10:46:35 μμ »
Εκείνο το αεράκι που υψώθηκε έφερε αλμύρα. Αναδυόμενη η θαλάσσια αύρα τύλιξε το σβέρκο της χάδι καταπραϋντικό, δολοφονικά απαλό, στοργικά ηλεκτρισμένο. Ήξερε πως έρχονταν. Ο ερχομός του θα μπορούσε να της τσιγκλήσει την επιδερμίδα, μικροσκοπικές αστραπές. Από την άλλη μεριά της θάλασσας θα τον καταλάβαινε, θα αντιλαμβάνονταν πως ξεκινούσε για εκείνη από την άλλη πλευρά της ηπείρου. Αφέθηκε πριν της το ζητήσει γιατί ενδόμυχα πάντα αφήνονταν κι ας αντιμάχονταν με σθένος η καχυποψία και η ανασφάλεια. Έπλεκαν ένα σκληρό κέλυφος γύρω από τον πυρήνα της, εκεί φυλάκιζαν γλυκές ονειροπολήσεις και λόγια ανείπωτα, χάδια που τελευταία στιγμή αποτραβήχτηκαν. Ακρωτηρίαζε το ίδιο της το χέρι για να την προστατέψει από την πιθανότητα να πληγωθεί. Να την προστατέψει από τον εαυτό της. Αλλά τα κελύφη είναι φτιαγμένα από χιτίνη, από πετρώματα ασβεστικά και η φωνή του Σίνγκεν αστραπή, δόνηση ατμοσφαιρική που σείει βυθούς και ουρανούς. Τα κελύφη θρύψαλα σκορπίζονται, στα αυτιά της Ιντούν λόγια κρύσταλλα στην άκρη μιας ονειροπαγίδας παιχνιδίζουν στο θερινό αεράκι, ακαταμάχητο χαμόγελο. Ανυψώθηκαν. Πέταξε και έμοιαζε σαν να πετούσε για πρώτη και συνάμα χιλιοστή φορά όπως γλίστρησε στο ρεύμα. Στροβιλίστηκε το κορμί της στην κάθοδο και η καρδιά της ανεμόδερνε, έπαλλε σύννεφα και κύματα. Ηλιόλουστος βυθός. Κάτω, η άβυσσος της ψυχής της αγνάντευε χαμόγελα και φυσαλίδες. Ήταν έτοιμη να εφορμήσει για να καταπιεί πολύχρωμα πρίσματα, στιγμιαία, όσα με ευτυχία ανάβλυζαν στον απόηχο της χορευτικής τους κολύμβησης. Όχι! Κάτω από την άμμο και τα κοράλλια, εκεί που ο Σίνγκεν δεν έβλεπε, η πύρινη Πολεμίστρια του εφιάλτη επιτείθονταν στην άβυσσο και την εξοστράκιζε στις τάφρους που τη γέννησαν με την τρίαινα του παιδιού της. Νηνεμία στην ύπαρξη της Ιντούν. Γέλασε από ψυχής και έστειλε φούσκες αέρα στο Σίνγκεν, έκανε πως τον κυνήγησε ως τη στεριά και βγήκε μαζί του. Ανυπομονούσε να ετοιμαστεί για τη γιορτή.
 
~

Τόσα χρώματα, τόσα σχέδια! Η Ιντούν επιθυμούσε να γίνει ένα με τη γιορτή. Λίγες φορές άφηνε παράμερα τα σκούρα πράσινα και μπλε. Τέτοιο βράδυ ήταν κι εκείνο, φωτεινά ντυμένο κι η Ιντούν στο γαλάζιο. Ποια πράγματα; Ποιοι κλέφτες; Δεν είχε πολλά και δεν την ένοιαζε!

«Κοίτα Σίνγκεν!» έδειξε κατενθουσιασμένη πάγκους που λαμπύριζαν και αυτόματα μαγνητίστηκε προς την κατεύθυνσή τους. Βότσαλα και παράξενα κοχύλια ήταν εκεί και την περίμεναν. Δεμένα σε πράσινα σκοινάκια, πιασμένα σε βραχιόλια χεριών και ποδιών με πορτοκαλόχρωμα κοράλλια, άλλα σαν σκουλαρίκια με περίτεχνα διχτάκια και γούρια από σκαλισμένα κοκάλα ψαριού. Ήταν καλή τύχη να αγοράσει και ήθελε να επιστρέψει αναμνηστικά στους φίλους της όταν θα γυρνούσε. Μόνο που δεν ήξερε για πόσους θα έφταναν οι οικονομίες της. Ίσως και να έπαιρνε ένα αναμνηστικό ανά φατρία.

«Πόσο κάνουν;» ρωτούσε πάγκο πάγκο αφού πρώτα καλησπέριζε τους μικροπωλητές και παίνευε τη δουλειά τους. Ποιος ξέρει πόσο χρόνο αφιέρωναν καθημερινά και πόσο πρωτόγονα εργαλεία μπορεί και να είχαν. Σκέτα αριστουργήματα κρέμονταν και άστραφταν στα εκστασιασμένα μάτια της Αλχημίστριας.

«Ένα δέκατο» απάντησε ο πρώτος γεράκος, καμπούρης μα χαρούμενος κάτω από το γενναιόδωρο βλέμμα των θεών.
«Τι ένα δέκατο;» ρώτησε αντανακλαστικά η Ιντούν που νόμισε ότι παράκουσε.
«Ένα δέκατο κόρη!» είπε και έπιασε μια χούφτα χειροποίητα βραχιολάκια που τα ανασήκωσε κυματάκι και ύστερα ηρέμησαν ακίνητα στον πάγκο τους, «ένα δέκατο του Νταρίκ.»

Η Ιντούν σοκαρίστηκε. Μάτια διάπλατα ανοιχτά εστίασαν στον καμπούρη Βαλησίνο με τα κιτρινοπράσινα λέπια στους ώμους. Με κόπο μετακινήθηκαν στα μπιχλιμπίδια και ύστερα πέταξαν πάλι στο γέρο. «Ένα δέκατο του Νταρίκ;!!!!!!!!»

Η Ιντούν, δροσερό αεράκι μεταλλάχθηκε σε φλεγόμενο σίφουνα! Βήμα του Ανέμου και ήξερε! Γνώριζε τι ήθελε να αγοράσει, πόσα ήθελε να αγοράσει! Πέταξε από πάγκο σε πάγκο και το μάτι δεν την έπιανε. Αξιολόγηση εν ριπή οθφαλμού, γρήγορη ερώτηση, επόμενος πάγκος! «Αυτό εκεί;» πέταξε, «Γεια σας κυρία!», αιθέριο βήμα, «Το κόκκινο! Το κόκκινο!», η Ιντούν σε άλλο πάγκο, «Πολύχρωμα βραχιολάκια, τέσσερα θέλω!», έφτασε στην άκρη της αγοράς και μέχρι να κοιτάξουν αλλού, είχε γυρίσει στο κέντρο.
«Ένα, δύο, πέντε, εννιά» μονολόγησε, «μου λείπουν άλλα οχτώ!»  και η Ιντούν ξεσήκωσε με ανανεωμένο ενθουσιασμό τους πάγκους.
«Ποιο μας λείπει; Ποιο μας λείπει;» μέτρησε και υπολόγιζε ψιθυρίζοντας, «τα ροζ για τη Μοργκέϊν, την Άρυα, τη Χελένα, τα κόκκινα στην Αλέξα, τη Ζαάνα, το κίτρινο για την Άρντα, το γαλάζιο για τη Σολ...» ξεδιάλεξε μια χούφτα γούρια ψαροκόκκαλα από την κυριούλα με τα έντονα πορτοκαλί μαλλιά  και τα μέτρησε. «Ένα για τον καλούλη μου τον Έλιοτ, το ίδιο για τον Κλέανδρο, μωβ θα πάρει ο μεγάλος, θα κρατήσω το πράσινο για το Μένανδρο να του το δώσω την επόμενη φορά που θα το συναντήσω, σκούρα μπλε για τα δίδυμα και ένα για το μικρό μου Θεραπευτή, το Νίκανδρο. Πόσα μας μένουν;» Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε και πάλι το Σίνγκεν που απολάμβανε τη βόλτα τους ακούραστος και ξεκάθαρα διασκεδασμένος. «Α ναι! Ο Ποιμανδράκος και ο Σίνγκεν!»
«Δώστε μου αυτό το πορτοκαλί παρακαλώ, για παιδάκι γύρω στα δέκα και θέλω ακόμη ένα...» η Ιντούν σταμάτησε και δε μπορούσε να αποφασίσει. Τι θα μπορούσε να πάρει για το Σίνγκεν; Τι δώρο θα μπορούσε να του κάνει που δε θα φαινόταν υπερβολικά φθηνό και θα ανταποκρίνονταν στα γούστα του;

«Μαϊάννα! Μαϊάννα!» φώναξαν παιδιά με πολύχρωμα μαλλιά και έτρεξαν στα χωμάτινα δρομάκια, ανοίγοντας δρόμο.

Ο κόσμος ζητοκραύγασε και ξεκίνησε να χορεύει στο ρυθμό των τυμπάνων που χτυπούσαν χαρμόσυνα και ξεσηκωτικά. Ακόμη και οι μικροπωλητές σηκώθηκαν στο πόδι. Αυτό που αποκαλούσαν Μαϊάννα έστριψε από τη γωνιά και τα παιδιά τσίριξαν αναπηδώντας χαρούμενα. Η Ιντούν άφησε έναν ήχο θαυμασμού στο κεφάλι που πρόβαλε. Ήταν σμέρνα, έτσι της φαίνονταν από όσα είχε διαβάσει, αλλά δεν ήταν μια σμέρνα απλή. Αντί για γυμνό και γκρίζο κεφάλι, το ψάρι αυτό είχε κεφάλι χρυσό. Προς μεγάλη της έκπληξη, η Ιντούν διαπίστωσε πως το ψάρι δεν ήταν αληθινό και το κεφάλι ήταν κούφιο.

«Κινούμενη κούκλα!» διαπίστωσε και γέλασε κατενθουσιασμένη, ενώ λικνίζονταν στον ξεσηκωτικό ρυθμό χωρίς να το αντιλαμβάνεται.

Η κινούμενη Μαϊάννα χόρευε από το κεφάλι μέχρι και την ουρά και στο ολόχρυσο μακρύ της σώμα. Οι νέοι που βρίσκονταν κάτω από τα υφάσματα, εξασκημένοι και καλά συννεοημένοι, χτυπούσαν τα πόδια στο χώμα ρυθμικά, δίνοντας επιπλέον κίνηση στο χορό. Οι κάτοικοι συνόδευαν τα τύμπανα χτυπώντας παλαμάκια και χόρευαν, αναπηδούσαν τραγουδώντας ένα τραγούδι εξευμενισμού στην τοπική τους διάλεκτο. Η Ιντούν έπιασε τον εαυτό της να χοροπηδά, κουνώντας τα βραχιολάκια της σαν σείστρα και έγινε ένα με την τελετουργία. Η σμέρνα λικνίστηκε, σάλεψε και γλίστρησε σαν να κολυμπούσε με τις κινήσεις που έκαναν οι νέοι από κάτω. Από το κεφάλι της ξεπετάχτηκαν πολύχρωμα πτερύγια και εξαφανίστηκαν πάλι. Ο κόσμος την καλωσόρισε και ξεφάντωσε.

«Ναι!» σκέφτηκε η Ιντούν πάνω στο χορό, «μία χρυσή Μαϊάννα!» και ελίχθηκε αθόρυβα μέσα στο πλήθος και μέχρι τον πάγκο που τις είχε δει.

«Δώστε μου τη μεγαλύτερη!» προσπαθούσε να φωνάξει πάνω από τον κόσμο για να την ακούσει η κοπέλα με τα φούξια μαλλιά που πουλούσε τα φυλακτά-χρυσή Μαϊάννα.
«Θα δώσει τύχη και δύναμη στον καλό σου! Ευλογία για το κρεβάτι!» της φώναξε η κοπέλα που τα πουλούσε και της έκανε μια ξεκάθαρη χειρονομία γονιμότητας. Η Ιντούν λύθηκε στα γέλια.
«Δεν έχω καλό!» φώναξε η Ιντούν γελώντας ακόμη και έβαλε τη Μαϊάννα-φυλακτό στην τσάντα της.   
Αναπήδησε ξαφνιασμένη με το άγνωστο άγγιγμα στον αγκώνα της και γύρισε απότομα.
«Έλα ρε Σίνγκεν, με τρόμαξες!» ξεφύσηξε ανακουφισμένη και του γέλασε, αλλά μέσα της  αναρωτήθηκε γιατί της διέφυγε να τον αντιληφθεί.
2
Θεραπευτήριο / Απ: Πίσω από τη Σκιά του Δέντρου ΙΙ - Η Πτώση (Ανοιχτό)
« Τελευταίο μήνυμα by Κέννα στις Ιούλιος 05, 2020, 04:35:46 μμ »
Η Κέννα δεν ήταν ξένη με την φροντίδα τραυμάτων, είχε μάθει να γιατρεύει τον εαυτό της.
 Δεν είχε όμως τις γνώσεις των θεραπευτων, ούτε το ελαφρύ τους χέρι. Ευτυχώς η Άρυα δεν άργησε να έρθει στον ασθενή της φέρνοντας του ανακούφιση που δεν χρειάζεται υπομένει άλλο τον απότομο τρόπο της Κέννα.

Την βοήθησε να τον σηκώσει και να τον βάλει να καθίσει ώστε να δει καλύτερα τα τραύματα που έμειναν για θεραπεία. Ο Βίλιτοφ έδειχνε καλύτερα όσο περνούσε η ώρα. Δεν μπορούσε όμως να πει το ίδιο και για την διάθεση του. Το αυτάρεσκο ειρωνικό βλέμμα δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση του καθώς άκουγε τα λόγια της Σαγιάνε.
Πφφ μια χαρά περδίκι ειναισκέφτηκε κοιτώντας τον με ένα πλάγιο βλέμμα.

Η Άρυα της έδωσε την μία άκρη από το μεγάλο κομμάτι γάζας που κρατούσε. Όπως της είπε, το κράτησε σταθερά στο στέρνο του και με το άλλο της χέρι τον έπιασε από τον ώμο ώστε να τον κράτα ακινήτο όσο η Άρυα τον τυλίγει.

"Συνέχισε να το τυλίγεις προσεκτικά και σταθερά, μέχρι να τελειώσει......μόλις τελειώσεις, θα βάλεις το ίδιο λάδι και την αλοιφή που είδες πριν και γύρω από τον αριστερό του καρπό, και θα τον τυλίξεις επίσης. Προσεκτικά." της έδωσε οδηγίες να τελειώσει μόνη της και αμέσως έριξε ένα απολογητικο βλέμμα στον πολεμιστή μπροστά της.
Έκανε ότι της είπε η Άρυα και μόλις τελείωσε με την γάζα στο στέρνο, του την έδεσε καλά. Σε όλη την διαδικασία δεν μίλησε, ήξερε πως δεν ειχε να πει κάτι που να ενδιαφέρεται ο Βίλιτοφ να ακούσει.
Έπιασε όσο πιο απαλά μπορούσε το αριστερό του χέρι και το κοίταξε για μια στιγμή. Ελπίζω να μην είναι το καλό του χερι, σκέφτηκε.
Το σταθεροποιησε πάνω στο δικό της και αφού του αλείψε το λάδι και την αλοιφή, ξεκίνησε σιγά σιγά να περνά τις λωρίδες γάζας από πάνω. Φρόντισε να μην είναι πολύ σφυχτη ούτε όμως και πολύ χαλαρη.
"Έτοιμος! Φαίνεσαι.... Καταπληκτικος!" είπε αστειευόμενη καθώς ήξερε ότι δεν μπορεί να αντιδράσει έτσι δεμένος που ήταν.
 
3
Η Χώρα των Ξωτικών / Απ: [Quest] Γκραχλ ΙΙ - Οδεύοντας στον προορισμό
« Τελευταίο μήνυμα by Ούμπρo Μέρμαν στις Ιούλιος 05, 2020, 12:43:38 μμ »
Καταπιάστηκε με τις δουλειές του καταυλισμού, έστηνε, κουβαλούσε, έδενε, μέχρι όλα να γίνουν όπως πρέπει και να μπορούν όλοι να έχουν μία στέρεα σκηνή για να περάσουν το βράδυ. Είχε ήδη βραδιάσει και ο ίδιος από νωρίς ήταν λουσμένος στον ιδρώτα. Έβγαλε τη βρώμικη αλλαξιά του, φόρεσε κάτι ελαφρύ, από τη μέση και κάτω και γλίστρησε έξω από τη σκηνή του.

Οι πλειοψηφία των μαθητών είχε ήδη πέσει για ύπνο. Είδε ορισμένους καθηγητές και βοηθούς να έχουν καθίσει γύρω από μία φωτιά και να μιλούν σιγανά για την αποστολή. Αν και δεν είχαν καθυστερήσει, είχε την αίσθηση ότι έχαναν ολοένα και περισσότερο πολύτιμο χρόνο. Έδιωξε γρήγορα τη σκέψη αυτή και βάλθηκε να απομακρυνθεί. Είχε ακούσει ερχόμενος τους ήχους ενός μικρού χειμάρρου μέσα στο δάσος. Ακολούθησε τον ήχο μέχρι που βρήκε το μικρό ποταμάκι που διέτρεχε το δάσος, προερχόμενο από το λόφο στα Βορειοδυτικά, όπως μπορούσε να υπολογίσει.

Περπάτησε λίγο αντίρροπά του και βρήκε ένα μικρό πλάτωμα όπου η ροή γινόταν ομαλή και ήταν αρκετά βαθύ για να χωρέσει σχεδόν ένα ανεπτυγμένο σώμα. Έψαξε τριγύρω για μεγάλες πέτρες, τις οποίες έπλυνε στην κοίτη, και έφτιαξε μία αυτοσχέδια γούβα. Εκεί έριξε τα βρώμικα ρούχα και τα άφησε να μουλιάσουν.

Στη συνέχεια κοίταξε τριγύρω, γδύθηκε γρήγορα τελείως και βούτηξε στην κοίτη. Το νερό έφτανε μέχρι το στήθος του. Έτριψε το κορμί του καλά,  και κάθισε οκλαδόν ώστε το νερό να καλύψει και το κεφάλι του. Έμεινε για αρκετή ώρα, διώχνοντας, την ένταση και την κούραση της ημέρας. Είχε φυσική ροπή αντοχής κάτω από το νερό, όντας Βαλησίνος. Άδειασε το κεφαλί του, καθάρισε το κορμί του, μάζεψε τα ρούχα του και ξεκίνησε προς τις σκηνές.

Στο γυρισμό, τρόμαξε από έναν πολύ γνώριμο ήχο. Ήταν το σκίσιμο του αέρα από λεπίδα! Κοντοστάθηκε και ακολούθησε τις ηχητικές ριπές. Σε ένα διπλανό ξέφωτο, μακριά από τα βλέμματα, είδε την καθηγήτρια Ασάχι. Με τρεις λωρίδες υφάσματος στο κορμί της, εξασφαλίζοντας ατόφια ελευθερία και πλαστικότητα κινήσεων, προπονούνταν με την αλυσίδα της.

Έμεινε άφωνος και κάθισε πίσω από ένα δέντρο να τη χαζεύει με δέος.

Ξίφος, δόρυ, αλυσίδα! Ροή, αρμονία, μυσταγωγία. Ήταν σίγουρος, ότι τον είχε πάρει χαμπάρι, αλλά δεν θα σπαταλούσε φαιά ουσία για να ασχοληθεί μαζί του. Ροή, ροή, ροή. Ε΄ύκολα φανταζόταν κανείς το λουτρό άίματος που ακολουθούσε κάθε της κίνηση. Μαγεμένος, έκανε δύο βήματα μπρόστα, σκοντάφτοντας πάνω στη ρίζα του δέντρου που τον έκρυβε. Μία ροπή ανέμου και ένας ξηρός ήχος προηγήθηκε πριν η λεπίδα της αλυσίδας προσγειωθεί εκατοστά δίπλα από το κεφάλι του και καρφωθεί στον κορμό του δέντρου.

Το αίμα του πάγωσε, όχι για τη λεπίδα, αλλά γιατί μπορούσε να προβλέψει τι θα ακολουθούσε καθώς η πολεμίστρια περπατούσε αργά προς το μέρος του...
4
Πορτμέιρ / Απ: Απρόοπτη έξοδος
« Τελευταίο μήνυμα by Βαλύριον στις Ιούλιος 04, 2020, 09:32:37 μμ »
"...απόψε, πίνουμε!". Δεν χρειάστηκε παραπάνω από αυτές τις δύο λέξεις του Γκλίριον για να επανέλθει στο ρυθμό του ο Βαλύριον. Κατεβάζει ένα ποτήρι, κατεβάζει και άλλο ένα. Καθώς γέμιζε το τρίτο ποτήρι ένιωσε ένα ελαφρύ άγγιγμα στον ώμο του και γύρισε  ξαφνιασμένος. Χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα να συγκεντρωθεί και να καταλάβει τι συνέβει αλλά τελικά κατάφερε να εντοπίσει την Άρυα που τον σκούντηξε.

"Καλησπέρα  Άρυα, γιατί να θες εμένα σε μια τόσο γιορτινή μέρα;" την ρώτησε χαμογελώντας.

Η Άρυα του έδειξε ένα πανέμορφο βραχιόλι και του εξήγησε αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό το πως μια τόσο νεαρή θεραπεύτρια έφτιαξε ένα τόσο εντυπωσιακό δημιούργημα. Ο Βαλύριον πήρε το βραχιόλι και το κράτησε για λίγο στα χέρια του μην μπορώντας να αρθρώσει λέξη από τον ενθουσιασμό του. 

"Είμαι πραγματικά εντυπωσιασμένος! Δεν περίμενα καν να τα καταφέρεις αλλά με διέψευσες. Ίσως πρέπει κάποια μέρα να εξηγήσεις σε ένα μάθημα εφευρετών πως έφτιαξες αυτό το αριστούργημα." Δεν μπορούσε να κρύψει τον θαυμασμό του στα λόγια του. "Φυσικά μην νομίσεις ότι σε ξέχασα, μιας και τα κατάφερες σου χρωστάω και εγώ κάτι " είπε και έσκυψε να πιάσει το δερμάτινο σάκο του. Από εκεί μέσα έβγαλε το ξύλινο αγαλματίδιο του δράκου  Γκάλαντιν. "Πέρα από την ομορφιά του, αυτός ο δράκος έχει και μια πολύ πρακτική χρήση. πιέζοντας την ουρά του προς τα κάτω ανεβαίνει στο στόμα του ένα υλικό το οποίο όταν έρθει σε επαφή με τον αέρα αναφλέγεται και πιάνει φωτιά ένα φιτίλι. Έτσι μπορείς να έχεις φωτιά όπου και αν βρίσκεσαι." Της πρόσφερε το έργο του γεμάτος χαρά.
5
Το Γραφείο του Λάντριαν / Απ: Λεπίδα και Θηκάρι [Κέννα, Βίλιτοφ]
« Τελευταίο μήνυμα by Βίλιτοφ Θορνβερτ στις Ιούλιος 04, 2020, 06:26:11 μμ »
Ο καθηγητής Λάντιραν ήταν από τα λίγα άτομα εκεί μέσα που μπορούσε να ακούσει με ησυχία και να αισθανθεί την κάποια γαλήνη μέσα του. Μα αυτή τη φορά, όσο απαντούσε στα λόγια του, ο Βίλιτοφ δεν τον κοιτούσε στα μάτια. Δεν φοβόταν να αντικρίσει την αλήθεια των λόγων του ούτε αδιαφορούσε, αλλά είχε χαθεί και ό ίδιος στο σκότος του μυαλού του.

Έπειτα σειρά είχε η Κέννα  επαναλαμβάνοντας τα όσα του είχε πει εκέινη τη τρισκατάρατη μερα στη τραπεζαρία. Πήρε στο χέρι του ένα ακόμα γλυκό μα αυτή τη φορά δεν το έφαγε. Απλά το επεξεργάστηκε.  Όντως έμοιαζε με εκείνα της παιδικής του ηλικίας και πράγματι είχαν παρόμοια γέυση. Αλλά δεν μπορούσε να το απολαύσει εξίσου. Η απαλή και αφράτη του ζύμη όμως διαλύθηκε μέσα στη γροθιά του στο άκουσμα της ερώτησης από την Κέννα. Το χέρι του έπεσε με φόρα στο μπράτσο του καθίσματος  ρίχνοντας αρκετά κομμάτια του διαλυμένου γλυκού στο πάτωμα.

"Δεν ήταν επιλογή μου" απάντησε με ήρεμη και σταθερή φωνή. "Τϊποτα από όλα αυτά δεν ήταν ποτέ δική μου επιλογή" έριξε το κεφάλι του προς τα πίσω και αναστέναξε βαθιά σαν να τον εγκατέλειπε κάποιο βάρος. "Απλά έμαθα να συμβιβάζομαι γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Και μη μου πείτε πως υπάρχει πια επιλογή και δεν χρειάζονται συμβιβασμοί γιατί θα είναι μονάχα ψέμα. Τον φόβο για την έκφραση γνώμης δεν το αποκαλώ ελευθερία αλλά τυραννία. Και κάτι ξέρω παραπάνω σε αυτό. Τη τυραννία δεν τη ζεις στα δάση, Κέννα γιατί εκεί δεν υπάρχει πολιτισμός, εκεί ζεις ΄ή πεθαίνεις, σκοτώνεις για να μην σκοτωθείς. Είναι απόλυτο, ξεκάθαρο. Ο πολιτισμός είναι ύπουλος και κακός" έγειρε το κεφάλι του στον Λαντριαν "Αυτές είναι οι σκέψεις μου και το τελευταίο συμβαν κατάφερε μονάχα να τις επιβεβαιώσει "
6
"Ααααργκ!"φώναξε τη στιγμή που τα κόκαλα της μύτης του έμπαιναν στη θέση του. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και αντίκρισαν την Άρυα, Θεραπεύτρια αν δεν έκανε λάθος, αν και στη προκειμένη περίπτωση δεν θα ήθελε να ήταν λάθος. Έπειτα, ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να ιδώξιε τη θολούρα και τη ζάλη, κάποιος τον βοήθησε να σηκωθεί, να ορθώσει το ανάστημά του. Κούνησε για λίγο το κεφ΄λαι του και υπάκουσε σε όσα του είχαν δοθεί σαν εντολές.

Άνοιξε το στόμα του, έμενε ακίνητος, έφτυνε όπως ήταν αναγκαίο. Ο Βίλιτοφ αισθανόταν ήδη κάπως καλύτερα και το βασικότερο αισθανόταν πιο ζωντανός και όχι μια ανάσα μακριά από τον θάνατο.

Μα όσο περνούσαν τα λεπτά ΄τοσο καλύτερα μπορούσε και άκουγε την καθηγήτρια και την Θεραπεύτρια. Κ¨αγχασε σιγανά στο άκουσμα της λέξης συγνωμμη. Άδεια, δίχως νόημα  λέξη που οι δειλοί κρύβονται από πίσω της. Η ματιά του έπεσε πάνω στη Κέννα έπειτα. Τί έπρεπε να αισθάνεται άραγε; ήθελε να σκεφτεί και να θυμηθεί. Σϊγουρα είχε διαύγεια όσον αφορούσε το ξύλο αλλά το κεφάλι του για την ώρα ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο. Θα σκεφτόταν πως έπρεπε να συμπεριφερθεί αργότερα ή και την επόμενη μέρα.

"Δυστυχώς θα ζήσω, σωστά Καθηγήτρια;" κατάφερε να σχολιάσει και να κοιτάξει την Ασάχι με υψωμένο φρύδι.
7
Το Γραφείο του Λάντριαν / Απ: Λεπίδα και Θηκάρι [Κέννα, Βίλιτοφ]
« Τελευταίο μήνυμα by Κέννα στις Ιούλιος 04, 2020, 05:53:21 μμ »
Μα πόσο ξεροκέφαλος είναι! Ακούγοντας τον η Κέννα θυμήθηκε ξανά γιατί ήθελε να τον χτυπήσει τόσο πολυ. Σίγουρα ούτε αυτή ήταν τέλεια, όμως τουλάχιστον προσπαθούσε. Είχε γνωρίσει όλη την άσχημη πλευρά που κόσμου και τώρα είχε την ευκαιρία να κάνει κάτι γιαυτό.

Ακούγοντας τον καθηγητή Λάντριαν, ηρέμησε κάπως. Πραγματικά είχε ένα χάρισμα να απορροφά την ένταση, δεν ήξερε αν ήταν η ηρεμία στην φωνή του ή αυτά που έλεγε.

"Έχεις δίκαιο, ο κόσμος είναι διεφθαρμένος και πότε δεν θα είναι τέλειος." ξεκίνησε να λέει ηρεμα"Ομως, ποιος ο λόγος να ζεις αν δεν προσπαθήσεις τουλάχιστον να φέρεις μια ισορροπία;" βούλιαξε στην πολυθρόνα με έναν αναστεναγμό."Το να αποδέχεσαι όλα τα λάθος αδιαμαρτύρητα απλά επειδή 'έτσι είναι ο κόσμος' σε κάνουν μέρος του προβλήματος"  πήρε ένα από τα γλυκά και το έφαγε με μια μπουκιά μασουλώντας νευρικά.

"Οι σκέψεις μου," είπε λίγες στιγμές αργότερα προς τον καθηγητή που περίμενε υπομονετικά "Ειλικρινά δεν ξέρω, λυπάμαι όμως ταυτόχρονα νιώθω πως ήταν αναπόφευκτο. Σίγουρα δεν ήταν σωστό να τον δείρει η Σαγιάνε για τις απόψεις του, όμως..." Σιώπησε ξανά. 
"Γιατί ήρθες στην Ακαδημία; Γιατί πολεμιστής;" ρώτησε χωρίς να τον κοιτάξει.
Ίσως αν δει τον σκοπό του μπορέσει να τον καταλάβει,ίσως και όχι.
8
Έπεσε με την πλάτη της πίσω στην καρέκλα. Άφησε τα χέρια της να πέσουν πίσω και γέρνοντας το κεφάλι της προς τα πίσω, χάθηκε στο σκοταδι της οροφής.
Ακόμα μια φορά σε αδιέξοδο. Έπρεπε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και να αρχίζει να ξεμπερδεύει το νήμα. Μα αν το νήμα ήταν τόσο μπερδεμένο, μπορούσε να ακολουθήσει άλλη στρατηγική. Να μην εξετάσει το βέλος, αλλά να δει την κατεύθυνση του φτερού.

Νόμοι αλχημείας του χαους
Ελραμίν


Μήπως και.... Σκέφτηκε

Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να κόβει γύρες το γραφείο της στο πιο απομονωμενο σημείο της βιβλιοθήκης.

Μπορεί η Ακαδημία Ράζναρι να είναι ανεξαρτητη της Ακαδημιας της Ελραμίν, αλλά σίγουρα θα υπάρχουν έγγραφα κοινά, ιδίως στα πρωτα χρόνια ίδρυσης της μέχρι να αρχίσει να στέκεται στα πόδια της. Ιδίως οταν οι Ακαδημίες ανεξάρτητες απο την πολιτική, έχουν πρώτο στόχο την γνώση.

Μ αυτό στο μυαλό της, βρήκε τα ράφια με τα βιβλία αντιγραφές απο τη Βιβλιοθήκη της Ελραμιν και συνέχισε να ψάχνει.

Πρώτο στοιχείο: αλχημεία τους χάους.
Κι όμως... Μα τους Θεούς.

Αλχημεία τους Χάους.
Απαγορευμένη μέθοδος προσέγγισης της Αλχημείας. Πρωτοστάτης: Αρχιμάγιστρος Ε. Μ. Α (λήμμα βιογραφικού, τόμος Β', σελίδα 1797, Αρχιμάγιστροι της Ελραμίν)


Η Σαγιάνε έμεινε να κοιτά αποσβολωμένη. Ένα στοιχείο. Παράτησε ανοιχτό το βιβλίο και έτρεξε πίσω στον διάδρομο. Εψαχνε το Α...
Σε λίγο το δερματοδετο τεράστιο βιβλίο βρισκόταν στην αγκαλιά της. Μέσα στις σκόνες και τα χώματα πια απο την αχρησία η Σαγιάνε βάλθηκε να φτερνίζεται. Ο ογκόλιθος για βιβλίο πιο βρώμικος και απο τα παρατημένα βιβλία του υπογείου του σπιτιού της έφτασε μ εναν γδούπο στο τραπέζι της.

Σελιδα 1797... Μια προσωποζωγραφιά. Ένα όνομα. Και το στομάχι της ανέβηκε στο λαιμό της.

Έλντιν Μ. Α, Αρχιμάγιστρος

Η Σαγιάνε κόλλησε στην προσωποζωγραφιά. Ναι, του έμοιαζε. Λιγο μεγαλυτερος σε ηλικία, μακριά μαλλιά. Αλλά το πρόσωπο ήταν ίδιο. Και τότε θυμήθηκε, από το όραμα στο γραφείο του Ελντίν. Ο άντρας ο οποίος ήταν δεμένος με αλυσίδες στον τοίχο...τα μακριά του στο χρώμα του σταχιου μαλλιά... Ήταν ο Ελντιν. Το Α. ήταν για το Άρκαιν.

Τα μάτια της πετάχτηκαν και ξεκίνησε να διαβάζει μανιασμένη για απαντήσεις.

Ο Ε. Μ. Α Αρχιμάγιστρος στην Ελραμίν κατά τα έτη 980 εως 1000. Γεννηθείς το 948 στην Ισαχάρ, από παλιά οικογένεια αλχημιστών, έγινε Αρχιμάγιστρος το 980 ειδικευμενος στην Αλχημεία της φωτιάς.

Στην κρίση του 1000, η σφαγή στην Ελραμίν έφερε στο προσκήνιο την ύπαρξη της αιρετικής ομάδας του, τους Αλχημιστές του Χάους. Συνδέθηκε με τη σφαγή της Ακαδημίας, μέσω αλχημείας του αίματος, σχέδιο του για την επιτευξη αφύσικης δύναμης. Καταδικάστηκε από τα Ξωτικά και τους Ανθρώπους και η ύπαρξη του πέρασε στη λήθη, παρά το ισχυρό του ονόματος του.


Οι πληροφορίες συνέχιζαν, μα η Σαγιάνε ήδη ήξερε. Ή έτσι πίστευε... 948
Το μυαλό της αδυνατούσε να το επεξεργαστεί. Αυτό σήμαινε πως ο Ελντίν ήταν 357 ετών. Μα ο Ελντίν ήταν 32! Κι όμως... Όσο περισσότερο το σκεφτόταν. Αυτή την σφαγή της είχε περιγράψει. Και τα σημάδια... Κρατούσαν κάτι μέσα του... Και τα σημάδια εξαφανίστηκαν... Κ το αίμα... Το αίμα της... Τι είχε ελευθερωθεί;

Εάν έπρεπε να ανησυχούν μία φορά για την πολιτική μεταξύ των φυλών, τον Ίλεθ, τη Μορίνα... Αυτό... Αυτό ξεπερνούσε κάθε φυλή. Ο Ελντίν είχε διαπράξει τη σφαγή στην Ακαδημία της Ελραμίν. Ο Ελντίν είχε δολοφονήσει όλη την Ακαδημία. Το 1000!!!

Ίλιγγος... Όλα γύριζαν τόσο έντονα, η ταχυπαλμία, της ανέβαζε το στομαχι... Της κόπηκαν τα πόδια, γύρισε απότομα προς τα πλάγια και έβγαλε όλη της τη χολή. Μακριά από την αληθειά, μα πως μπορούσε να είναι η αλήθεια... ;

Κι όμως, ήταν
9
Όταν η Άρυα γύρισε ξανά να την αντιμετωπίσει η ματιά της ηταν εστιασμένη στον Βίλιτοφ. Πρώτη φορά την έβλεπε έτσι. Σχεδόν δεν αναγνώριζε το ατομο μπροστά της, αλλά αν μία φοράη Σαγιάνε την έβλεπε έτσι, άραγε πως θα αισθανόταν η Άρυα απέναντί της; Προδοσία, τουλάχιστον. Ακόμα ένα άτομο που απογοήτευσε. Αυτά τα μάτια νευριασμένα, εξοργισμένα. Και η ίδια ήταν η αιτία. Κι ομως, δεν μπορούσε να πάει κόντρα στα πιστεύω της, ακόμα κι όταν πήγε. Δυσκολευόταν οχι να αντιμετωπίσει τους δαίμονες της, αλλα να σκεφτεί εκτός ορίων, όταν η βάση της γαλούχησης της ήταν κατά κάποιο τρόπο αυτή η κατήχηση που ο Βίλιτοφ μισούσε. Γ' αυτό και η ίδια προσπαθούσε να μη προβάλει διδαχές, αλλά να βάζει τους μαθητές της να διερωτώνται. Η Άρυα είχε δίκιο και δεν είχε. Μάλλον όχι, δεν ήταν θέμα του ποιός είχε δίκιο. Ήταν θέμα οπτικής.

Και στην οπτική η πράξη της ήταν δίκαιη, ήταν το δίκαιο του ισχυρού του Βίλιτοφ, αλλά με την Άρυα δεν ειχε νόημα να υο μοιραστεί. Ξανά, επέλεξε να έρθει αντιμέτωπη με τη φωτιά, χρησιμοποιώντας φωτιά. Μόνο που ο Βίλιτοφ ήταν μαθητής. Άραγε αν ο Βίλιτοφ ήταν εχθρός θα θεωρούνταν σφάλμα; Και γέλασε μ αυτήν την σκέψη. Οπτική...  Πάντα οπτική.

Όταν η Άρυα γύρισε και την κοίταξε τρίτη φορά, είχε παρέλθει η ματαιότητα, είχε παρέλθει η αυταπάρνηση. Από την άλλη δε μπορούσε να την κατηγορήσει. Πως θα μπορούσε; Πως θα τολμούσε; Είχε ορκιστεί προστασία. Παρόλα αυτα έρεε στον σχετικισμό που τόσο αγαπούσε, σαν ένα φτερό στον άνεμο, ταυτόχρονα μέσα και έξω στις πεποιθήσεις της.

"Άρυα. Η αυτοτιμωρια δεν είναι γι αυτόν. Είναι για εμένα. Το δικό του δώρο είναι ένα χρέος. Και πιστεψέ με όταν έρθει η ώρα θα το ζητήσει. Όλοι μας στην μεγαλύτερη μας ανάγκη ζητάμε βοήθεια. Ένα χρέος όμως έχει την γλυκή υφή της εξουσίας. Ο Βίλιτοφ θα τι ζητήσει. Απο κει και πέρα ναι. Εγώ είμαι η τιμωρία μου και δε περιμένω συγχώρεση απο κανέναν"

Την κοίταξε ήρεμα. "Ένα συγγνώμη θα του πει τίποτα; Πως; Συγγνώμη που σε σάπισα στο ξίλο;" Είπε και γέλασε. "Ω έλα τώρα, ακούγεται ακόμα χειρότερο. Ο δρόμος για την εξιλέωση μου έχει ακόμα."

Έπιασε το τραύμα της κοιλιάς της και την κοίταξε με μάτια σκοτεινά αυτη τη φορά.
"Άρυα, η εξιλεωση μου είναι στο θάνατο. Σε ποιόν το έλεγα... Οι πολεμιστές αξίζουν θάνατο. Όλοι. Απτην στιγμή που αφαιρείς έστω και μία ζωή. Ποιός; Είναι γλυκιά η ζωή. Θα με εμπιστευτούν όταν η ακεραιότητα της ύπαρξης είναι στην κόψη της αβεβαιότητας ακόμα μια φορά, όπως στη Μεβαίρ. Θα με εμπιστευτούν γιατί ξέρουν πως εγώ μπορώ να αφαιρέσω μια ζωή, η οποία απειλει τη δικη τους. Πες μου Άρυα, αν είχες κάποιον πάνω απτο κεφάλι σου με ένα όπλο να σε απειλεί δε θα με εμπιστευόσουν; Ή θα θυσιαζόσουν για να μη τον σκοτώσω; Τι κοστος έχει μια ζωή; Και γιατί μια ζωή να αξίζει περισσότερο από κάποια άλλη;"

Κάγχασε και φέρνοντας πισω το κεφάλι της κοιταξε αλλού και την επόμενη που το βλέμμα της έπεσε στην Άρυα τα ματια της ήταν ξανά ήρεμα. "Το συγγνώμη δε το φοβάμαι. Δε θα τον νοιάξει όμως. Ίσα ισα, θα τον θυμωσει. Το δάχτυλο δ ε ν θα αποκατασταθεί. Μπορεις να κάνεις ότι άλλο θες"
10
Το Γραφείο του Λάντριαν / Απ: Λεπίδα και Θηκάρι [Κέννα, Βίλιτοφ]
« Τελευταίο μήνυμα by Λάντριαν στις Ιούλιος 02, 2020, 09:35:51 μμ »
O Λάντριαν μπορούσε να δει ΄΄οτι οι δύο νέοι ήταν καταπονημένοι, και σωματικά αλλ΄α κυρίως ψυχικά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε για την Ακαδημία, δεν πίστευε σε αυτού του τύπου τη "σκληραγώγηση". Αυτά ήταν πράγματα του παρελθόντος. Ένα καλύτερο μέλλον θα ερχόταν από ένα διαφορετικό, καλύτερο τύπο Πολεμιστών.

Χαμογέλασε ευγενικά στον Βίλιτοφ στην τελευταία φράση και έγνεψε. "Ίσως ισχύει. Αλλά θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να υπερβάλλουμε προς οποιαδήποτε "πλευρά" ως προς το πώς προσεγγίζουμε τον κόσμο, την κοινωνία, τους γύρω μας, τον εαυτό μας." είπε με ήρεμο, πιο ανάλαφρο τόνο. "Εγώ για παράδειγμα, όντως θέλω ένα καλύτερο κόσμο. Ξέρω ότι δεν είναι ακόμα εδώ, και συνεπώς δεν θα τριγυρίζω σαν να ζω ήδη εκεί. Προφυλάσσομαι, έχω τα μάτια μου ανοιχτά, και εντοπίζω το πώς μπορώ να φέρω τις αλλαγές που θέλω να δω. Αλλά, ταυτόχρονα..." είπε με μια μικρή παύση, παίρνοντας ένα γλυκό με το μεγάλο χέρι του, κοιτώντας το για λίγο και δαγκώνοντάς το.

"Δεν θα ζήσω και "ταμπουρωμένος" απέναντι στον κόσμο και το κακό του. Είμαι Πολεμιστής, όπως είστε και εσείς. Είμαστε μαθημένοι να περιμένουμε το θάνατό μας κάθε φορά που βγαίνουμε στο πεδίο της μάχης, ή που τραβάμε το όπλο μας. Αυτό χτίζει δύναμη, και το να πω ένα "ας πάει στο καλό, ας δώσω λίγο πίστη στο καλό που υπάρχει σε αυτό τον κόσμο!" το πρωί που θα σηκωθώ είναι μικρό τίμημα και μικρό ρίσκο σε σ΄χεση με το ρίσκο του να είναι κανείς Πολεμιστής. Μπορώ να το κάνω, μπορείτε και εσείς...και όντως αλλάζει τη μέρα σου, η ζωή σου. Δεν είμαι τόσο αδύναμος  που να μην μπορώ να αντέξω το να πιστέψω και να αφεθώ ευάλωτος-σε λογικά πλαίσια- προκειμένου να ζήσω καλύτερα." είπε, τρώγοντας το υπόλοιπο γλυκό που κρατούσε.

"Τώρα, όπως είπα στην αρχή. Πείτε μου για τις τελευταίες μέρες. Σκέψεις, συμβάντα, ανησυχίες. Κέννα, πρώτη." είπε ήρεμα, γυρίζοντας να την κοιτάξει και επαναφέροντας τους εφήβους στο θέμα που ήθελε.