Rasnarry Academy

Τελευταία μηνύματα

1
Το Ιερό Δάσος του Νησιού / Απ: Το Βιβλίο των Νεκρών [Ορέλιον, Σολ, Χελένα, Ζακ]
« Τελευταίο μήνυμα by Ζακ Νιλ στις Σεπτέμβριος 25, 2020, 11:40:58 μμ »
Η έκπληξη του Ζακ, θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανεις, ήταν το ύψος που του έλειπε. Οχι όμως η σπιρτάδα της φυλής του. Εκείνη ήταν οσο το βάθος του ωκεανου, όσο το υψόμετρο του πιο ψηλό βουνού. Ακολούθησε το παράδειγμα της Σολ και δέχτηκε να ακολουθήσει την αποστολή στο Ιερό Δάσος. Μολις αποχώρησε η βοηθός της Κασσάνδρας, και η Σολ που ήθελε να ξεκουραστεί ο ίδιος παρέμεινε στο γεμάτο εξασκουμενους πολεμιστές και αλχημιστες, στο μέρος της Προπόνησης πήρε το σπαθί του και άρχισε να χτυπάει αόρατους εχθρούς. Σύντομα αποσύρθηκε και αυτός, αντιλαμβανομενος ότι η ξεκούραση ήταν η καλύτερη πρακτικη στην προκειμένη κατάσταση.

Το ίδιο απόγευμα, αποφάσισε να πάρει δύο όπλα μαζί του. Το σπαθί του, και ένα στιλέτο κρυμμένο στη ζώνη του. Ήλπιζε να μην τα χρειαστεί παρόλες τις αμφιβολίες. Πήρε το δρόμο για το Λιμάνι της Ακαδημιας, και βρέθηκε να κοιτάει την Σολ και τη Κασσάνδρα. "Καλησπερα" τόλμησε να πει και η Κασσάνδρα χαμογέλασε ελαφρά, ενώ η Σολ του έριξε μια γροθιά στο ωμο, χαμογελώντας. Σύντομα έφθασε και η Χελενα. Ο Ζακ την χαιρέτησε, γνωρίζοντας πίσω από το χαμόγελο της, κρυβόταν κάτι πονηρό. "Χελενα; εισαι ετοιμη;" τη ρώτησε γελώντας και αυτός μπροστά στη παρέα. 

Όλοι γνωστοί και ένας καινούριος. Τα άσπρα μαλλιά του έλαμπαν στον κατευθυνομενο για υπνο, ήλιο. Το ύφος του, ανεξιχνίαστο. Ποιος ήταν αυτος;
2
Το Γραφείο της Λύριεν / Απ: Το χαμένο κόσμημα (Λύριεν)
« Τελευταίο μήνυμα by Ορέλιον Λάρκους στις Σεπτέμβριος 24, 2020, 05:32:43 μμ »
Έγνεψε καταφατικά στα λόγια της και πλησίασε ένα μωβ πουφ για να καθίσει όσο την περίμενε να τελειώσει. Ένιωσε το σώμα του να βουλιάζει στο μαλακό κάθισμα και πάτησε καλύτερα τα πόδια του στο πάτωμα για να μη χάσει την ισορροπία του και τοποθέτησε τα χέρια του δεξιά κι αριστερά από το σώμα του, κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια του. Ένιωσε αμέσως να χαλαρώνει. Η ΄έκφραση του προσώπου του παρέμενε ήρεμη κι εκείνος έμεινε να παρατηρεί τον χώρο για μία ακόμα φορά. Το γέλιο της καθηγήτριας ήταν αυτό που τον έκανε να συγκεντρωθεί ξανά κι έστρεψε το βλέμμα του για να τη συναντήσει όταν πλησίασε τα πουφ και κάθισε σε ένα γαλάζιο απέναντι του, κρατώντας μια γαλάζια κούπα.

«Όχι, όχι...», αρνήθηκε εκείνος γελώντας συγκρατημένα, «Ήρθα για μένα, για να είμαι ειλικρινής. Ήθελα να σας ρωτήσω σχετικά με ένα σκουλαρίκι. Το έχασα πολύ πρόσφατα και σκέφτηκα ότι αν κάποιος το βρήκε κάπου στην Ακαδημία, είναι πολύ πιθανό να το έφερε σε εσάς...»
3
Κοιτώνας των Εφευρετών / Απ: Αέρας και Φωτιά (Ντιρα)
« Τελευταίο μήνυμα by Λύριεν Μαρκιέλ στις Σεπτέμβριος 24, 2020, 01:32:19 μμ »
Η Λύριεν δεν ήθελε να ταράξει την Ντιρα, αλλά και πάλι, δεν θα μπορούσε να κρατήσει μέσα της αυτά που ήξερε. Ευτυχώς η φίλη της, ηρέμησε μετά από λίγο και η Λυριεν χάρηκε που επανήλθε στην πραγματικότητα τοσο γρήγορα.

Καθώς ήταν στον πάγκο και συνέχιζαν να πίνουν και να τσουγκρανε τα ποτήρια τους, η Ντιρα θυμήθηκε για ποιο λόγο ήταν εκεί.

"Ναι ναι να συνεχίσουμε φυσικά!!!" απάντησε η Λυριεν στην ήδη όρθια Ντιρα. Σηκώθηκε κι αυτή αργά και άρχισε να χασκογελάει. Το ποτό μάλλον την είχε ζαλίσει περισσότερο από όσο θα ήθελε.

"Εμ δεν ξέρω ακόμα, αλλά ακούγεται καλή ιδέα να τα ενώσουμε και μετά να δούμε τι μέγεθος φωτιάς θα βάλουμε. Πιάσε το μεταλλικό πιάτο κι εγώ θα φέρω το πανί που έραψα." είπε καθώς κινήθηκε προς το σημείο που είχε παρατήσει το πανι.
4
Νεδάρ / Απ: [Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)
« Τελευταίο μήνυμα by Έζρα στις Σεπτέμβριος 23, 2020, 06:31:46 πμ »
«Μην ανησυχείς, δε μπορούν να με πειράξουν» ήταν το πρώτο πράγμα που είπε εκείνη, πριν ξεκινήσει να τον πλησιάζει. Ο Έζρα έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω.
«Το ίδιο ισχύει και για εσένα. Θέλεις να έρθεις μαζί μου;» συνέχισε, κάνοντάς τον να παγώσει στη θέση του.

Να πάω... μαζί της;

Ο Έζρα σκέφτηκε για μια στιγμή αυτήν την πιθανότητα. Αναρρίγησε. Εκείνη τον πλησίασε περισσότερο. Δεν το κατάλαβε. Στο μυαλό του έπαιζε και ξανάπαιζε η ίδια φράση• "Θέλεις να έρθεις μαζί μου; ...μαζί μου; ...μαζί μου;"

«Διδάσκω στην Ακαδημία Ράζναρυ» συνέχισε εκείνη. «Διδάσκω Αλχημεία σε ταλαντούχα άτομα σαν κι εσένα».

Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της. Άρχισε να τρέμει. «Δεν... Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», έκανε σχεδόν ψιθυριστά.

«Μπορώ να σου μάθω πολλά αν επιλέξεις να έρθεις μαζί μου. Είναι ωραία, φιλόξενα, δεν υπάρχουν αλυσίδες. Υπάρχουν κι άλλα Ξωτικά σαν κι εσένα, διδάσκω σε παιδιά από όλες τις φυλές».

Πλέον η φωνή της ακουγόταν σαν κάτι μακρινό, κι έφτανε σαν αντίλαλος στα μυτερά αφτιά του. Δεν γινόταν. Κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Αν θέλεις, μπορώ να σε βγάλω από τις αλυσίδες σου αυτή τη στιγμή, θα φύγουμε και δε θα μάθει κανείς πού πήγες και με ποιον, θα είσαι ελεύθερος. Ακόμη κι αν δεν έρθεις στην Ακαδημία μαζί μου και πάλι θα είσαι ελεύθερος».

Ο Έζρα γύρισε ασυναίσθητα να ψάξει με το βλέμμα του τον Ντρεκ. Δεν φαινόταν πουθενά. Γύρισε και την κοίταξε με μάτια βουρκωμένα. Ακουγόταν υπερβολικά καλό για να 'ναι αληθινό.

«Δεν είναι αστείο αυτό που κάνεις», είπε με παράπονο. «Μην παίζεις έτσι μαζί μου».

Και εκείνη ξάφνου βρέθηκε μπροστά του, με τα χέρια της στο πρόσωπό του, στα μαλλιά του, τόσο κοντά.

«Είμαι εδώ για εσένα» του είπε απλά, μα ο Έζρα δεν το πίστεψε. Ξέφυγε απότομα από άγγιγμά της, παραπατώντας προς τα πίσω φοβισμένα.

«Γιατί να θες να με βοηθήσεις; Δεν με ξέρεις καν!» έκανε σε μια προσπάθεια να δώσει στον εαυτό του λίγο χρόνο• κι ίσως ένα πάτημα για να ελπίσει.

«Έζρα!» ακούστηκε ξάφνου μια βροντερή φωνή. «Θα σε σαπίσω βρωμόπαιδο! Σου είπα μισή ώρα!».

Πλησίαζε.

«Φύγε. Τώρα», της έκανε ο Έζρα.

«Το καλό που σου θέλω να τα έχεις μαζέψει ήδη!», ακούστηκε ο Ντρεκ, λίγο πιο κοντά. Σε λίγο θα τους έβλεπε.

Ο Έζρα έτρεξε προς το ποτάμι και άρχισε να μαζεύει τα ρούχα πανικόβλητος. Πρόσεξε πως η κοπέλα ήταν ακόμη εκεί.

«Φύγε σου λέω! Είναι ολόκληρη συμμορία, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό! Φύγε να γλιτώσεις, σε παρακαλώ. Δε θα πω τίποτα. Απλά φύγε» έκανε ψιθυριστά, και φορτωμένος με τα ρούχα, ξεκίνησε να τρέχει προς το μέρος του Ντρεκ.

«Έτοιμα είναι!» φώναξε, και φρόντισε να απομακρυνθεί όσο γινόταν περισσότερο από το σημείο που βρισκόταν η κοπέλα.

Τρέξε Αιολίδα, σκέφτηκε απλά. Τρέξε.
5
Ισαχάρ / Απ: Η αντάρα είχε χρώμα κόκκινο [Κέννα, Λεξάνα]
« Τελευταίο μήνυμα by Λεξάνα Μαέραλ στις Σεπτέμβριος 23, 2020, 05:52:55 πμ »
Μια στιγμή σιωπής• μια στιγμή σιωπής ήταν αρκετή, για να κάνει τη Λεξάνα να αναρωτηθεί. Η Ιλίντιεν φαινόταν αρκετά σκεπτική πριν της απαντήσει, και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό ήταν καλό ή κακό σημάδι.

Τα λόγια της δεν άργησαν να βγουν στην επιφάνεια, προκαλώντας σχεδόν τη νεαρή Ιστορικό.
Μου κάνει και κήρυγμα;, αναρωτήθηκε αγανακτισμένη, μα το χαμόγελο έμενε μονίμως κολλημένο στο πρόσωπό της και κάθε τόσο κουνούσε το κεφάλι σαν να συμφωνεί.

Απέφυγε διπλωματικά το βλέμμα τής Ιλίντιεν κάποια στιγμή, γυρνώντας και πάλι την προσοχή της στην βιβλιοθήκη. Κι όσο εκείνη συνέχιζε να μιλά, τόσο ένιωθε την οργή να φουντώνει μέσα της.

Δεν έπρεπε να είχα συμφωνήσει σε αυτήν την ασυναρτησία. Η Άτρας τα έχει χαμένα! Αν είναι δυνατόν να υπερασπίζεται με τέτοιο σθένος άτομα τόσο κατώτερά μας!

Η Λεξάνα ανοιγόκλεισε τα μάτια ασυναίσθητα δυό φορές• την πρώτη για να γίνουν ολοκληρωτικά κόκκινα, και την δεύτερη για να γυρίσουν στο φυσιολογικό τους. Δίπλα της πλέον στεκόταν το πνεύμα του Αλχημιστή της.

«Anari tire Etherid ilaurë. Lajtanali alcarya, paltande hya terende onär».
«Ο Ήλιος παρατηρεί τον Ήθεριν ολιμερίς και οι Άριστοι οι ακτίνες του, χαϊδεύουν ή διαπερνούν με φλόγα», έκανε αυστηρά η Ιλίντιεν.

Φαντάστηκε με ευχαρίστηση να της παγώνει τη γλώσσα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σπάζοντάς την σε χίλια κομματάκια, γεμίζοντας κρυσταλλάκια το λαρύγγι της μέχρι να πνιγεί από το ίδιο της το αίμα.

«Súlimëna anarorëni».
«Βάδισε προς την ανατολή».

Πήρε μια βαθιά ανάσα, έδιωξε το πνεύμα του Αλχημιστή από κοντά της και γύρισε προς την Ιλίντιεν, με ένα τόσο αθώο χαμόγελο, που μέχρι και βρέφος θα το ζήλευε.

«Quettarilla, menionnya, Lajtahna».
«Τα λόγια σου, ο δρόμος μου, Άριστη», είπε με το βλέμμα χαμηλά.
Έπειτα, την αποχαιρέτησε με τον επίσημο χαιρετισμό της Θαλανίλ και με μια μικρή υπόκλιση βγήκε γρήγορα από το γραφείο της.

Το χαμόγελο χάθηκε με το που έκλεισε την πόρτα πίσω της•

Τα βήματά της άφηναν παγωμένα σημάδια στον διάδρομο.

---

Πριν επιστρέψει στο γραφείο της για να πακετάρει, πέρασε από της αδερφής της για να την ενημερώσει. Η Λίλιθ προσφέρθηκε να την βοηθήσει με τα πράγματα, και η Λεξάνα δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Τα ρούχα την δυσκόλεψαν κάπως –έπρεπε να το παραδεχτεί πως η μικρή κακομαθημένη είχε δίκιο. Κατέληξε στα δερμάτινά της• παντελόνι και μπλούζα εφαρμοστά, ένα γιλέκο που κούμπωνε στη μέση της και άνοιγε έπειτα θυμίζοντας κάπα, μπότες που έφταναν μέχρι το μηρό και φυσικά γάντια. Κούμπωσε στη ζώνη το διάφανο ραβδί της και πήρε το σακίδιο με τα απαραίτητα που της είχε ετοιμάσει η αδερφή της.

«Θα σε δω σύντομα», της είπε και τη χαιρέτησε με μια σφιχτή αγκαλιά. «Έχε τα μάτια και τα αφτιά σου ανοιχτά και για τις δυό μας. Και πρόσεχέ μου τη Νυίρα».

---

Η άμαξά της προχωρούσε με τρομακτικά αργούς ρυθμούς. Από την άλλη, δεν υπήρχε περίπτωση να περπατήσει μέχρι το λιμάνι –αρκετό περπάτημα την περίμενε από δω και πέρα. Γύρω στα διακόσια μέτρα μακριά από το σημείο συνάντησης, και αφού πρώτα εντόπισε την Άρντα, φώναξε στον αμαξά να σταματήσει. Του πέταξε ένα πουγκί με μερικά νταρίκ κατεβαίνοντας και φόρτωσε στον ώμο τα πράγματά της.

Ξεκίνησε να προχωρά αποφασιστικά, καλώντας το πνεύμα του πολεμιστή της με ένα εξτρά βλεφάρισμα. Ολόμαυρα τα μάτια της για μια μόνο στιγμή, και πλέον το ένιωθε να περπατά δίπλα της.

«Όνειρο του Αλ Ρασίντ» ψιθύρισε, και τα εκατόν πενήντα μέτρα έγιναν ξάφνου εκατό, και αυτά με τη σειρά τους πενήντα, και βρέθηκε δίπλα στην Άρντα με τα μαλλιά της να ανεμίζουν από την απότομη εμφάνιση.

«Καλησπέρα» έκανε η Λεξάνα. «Στην ώρα σου. Μ' αρέσεις», παραδέχτηκε. Έπειτα το βλέμμα της ταξίδεψε τριγύρω.
«Λες και η φίλη σου να φανεί το ίδιο συνεπής;», σχολίασε με έναν ανεπαίσθητο τόνο ειρωνείας, αποχαιρετώντας με τη σκέψη της το πνεύμα του Πολεμιστή της.
6
Το Γραφείο της Κασσάνδρας / Απ: Γνωριμία και Καουα (Λεξάνα)
« Τελευταίο μήνυμα by Λεξάνα Μαέραλ στις Σεπτέμβριος 23, 2020, 03:59:00 πμ »
Το ψυχρό αεράκι που μπήκε από το παράθυρο της χάιδεψε το πρόσωπο, ξυπνώντας την απότομα. Η Λεξάνα χαμογέλασε –μία από τις σπάνιες φορές– και σήκωσε προσεκτικά τη μαύρη σατέν μάσκα ύπνου, που φορούσε κάθε βράδυ ανεξαιρέτως. Τεντώθηκε στο γεμάτο από πούπουλα λευκής πάπιας στρώμα της, και έπειτα σηκώθηκε και πλησίασε νωχελικά το παράθυρο.

Παγωμένος αέρας τρύπωνε στο δωμάτιό της, φτιάχτοντάς της το κέφι. Ο Χειμώνας δεν αργούσε να έρθει –αυτή η παγωνιά που τόσο λάτρευε και κατοικούσε μέσα της. Αποφάσισε να φανεί μεγαλόψυχη και μέχρι να ετοιμαστεί, με ένα ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, κάλεσε κοντά της το πνεύμα του Αλχημιστή της.

«Ορίστε η δύναμή σου, σε καλεί», μονολόγησε, και ένα τρέμουλο της έδωσε να καταλάβει πως το πνεύμα της είχε μάλλον συμφωνήσει.

Είχε καλή διάθεση. Θα φορούσε ένα φόρεμα στο χρώμα του πάγου σήμερα.

---

Λίγη ώρα αργότερα, τα τακούνια της αντιχούσαν στους διαδρόμους της Ακαδημίας, με κατεύθυνση το γραφείο της Κασσάνδρας Καν.

Η ίδια δεν ήταν στο γραφείο της το προηγούμενο βράδυ, όταν κατέφθασε η πρόσκληση, μα έπρεπε να το περιμένει πως, τώρα που η αποστολή που όλοι συζητούσαν είχε τελειώσει, δεν μπορούσε να αποφύγει μια συνάντηση με την Κασσάνδρα.

Η αδερφή της πάλι, είχε άλλη άποψη.

Η αλήθεια ήταν πως από τις δύο τους, η Λεξάνα κατάφερνε να συγκρατεί την ψυχραιμία της λίγο περισσότερο. Αυτό ήταν που την έκανε και την ιδανική υποψήφια για κάουα με την Κασσάνδρα σήμερα, αφού καμιά τους δεν άντεχε τέτοιου τύπου συναντήσεις.

Γιατί με κάνει πάντα ό,τι θέλει;
Αναστέναξε. Αχ αυτή η αδερφή της.

Φτάνοντας έξω από το γραφείο της διευθύντριας, κοίταξε αυστηρά τη βοηθό της και ξερόβηξε. Εκείνη, που δεν την είχε πάρει χαμπάρι μέχρι τότε, σήκωσε απότομα το βλέμμα και έκανε να μιλήσει, μα η Λεξάνα την έκοψε με ένα νεύμα του χεριού.

«Ενημέρωσε την κυρία σου πως έφτασα», έκανε κοφτά. Εκείνη έτρεξε αμέσως, αφήνοντάς της τον απαραίτητο χρόνο να στρώσει τις μπούκλες της και το κάτασπρο γουνάκι που είχε στους ώμους.

«Περάστε παρακαλώ», της είπε η βοηθός μετά από λίγο. Η Λεξάνα την αγνόησε και την προσπέρασε δίχως κουβέντα.

«Αγαπητή μου!», έκανε αμέσως, με ένα πελώριο χαμόγελο να στολίζει το πρόσωπό της μόλις η Κασσάνδρα σηκώθηκε για να την υποδεχθεί.

Πόσο μισούσε την αδερφή της αυτή τη στιγμή.
7
Ελεσσέα / Απ: Βόλτα στο Δειλινό [Ορέλιον]
« Τελευταίο μήνυμα by Ορέλιον Λάρκους στις Σεπτέμβριος 22, 2020, 02:50:32 μμ »
«Μπορούσες απλώς να ρωτήσεις, ξέρεις...», απάντησε εκείνος με ελαφρώς ειρωνικό τόνο και κούνησε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά με ανεπαίσθητες κινήσεις καθώς περπατούσε πλάι της.

Το γέλιο της που ακολούθησε τον έκανε να αναστενάξει, σκεπτόμενος ότι μάλλον τα λόγια του δεν είχαν καλυτερέψει την κατάσταση αλλά το σώμα του, όπως και το πρόσωπο του, είχε χαλαρώσει, αφού όχι μόνο ένιωθε άνετα μαζί της, αλλά επηρεαζόταν κιόλας από το έντονο κέφι που του έφτιαχνε τη διάθεση. Στο λογοπαίγνιο της άφησε ένα σύντομο γελάκι και κάθισε στο κρεβάτι χωρίς χρονοτριβές. Έμεινε να παρατηρεί σιωπηλά καθώς η Άρυα έψαχνε ανάμεσα στα αποθέματα της για να βρει την κατάλληλη αλοιφή, αλλά η προβληματισμένη της έκφραση τον έκανε να καταλάβει ότι η η αναζήτηση δεν πήγαινε και πολύ καλά.

«Άρυα, αν είναι δυνατόν, μόλις χτύπησες εκεί!», αναφώνησε όταν την είδε να πιάνει το κεφάλι της, στο ίδιο σημείο που είχε συγκρουστεί με το ντουλάπι πριν λίγο. Έκοψε τον εαυτό του και δεν σχολίασε κάτι περαιτέρω πάνω σ' αυτό, έχοντας αντιληφθεί τον εκνευρισμό της από τον τρόπο που έκλεισε το ντουλάπι.

Όταν την είδε να πλησιάζει, του φάνηκε πιο ήρεμη. Επεξεργάστηκε με το βλέμμα του το βάζο που του κράτησε ψηλά. Η ποσότητα αλοιφής που είχε απομείνει δεν έφτανε ούτε στα μισά του.

«Τόσοι πολλοί, ε;», μουρμούρισε εκείνος, «Χρειάζεσαι ξεκούραση μετά από μια τόσο γεμάτη μέρα... Ή ίσως έναν βοηθό στο θεραπευτήριο.», πρότεινε μετά από λίγη σκέψη. 

Έγνεψε καταφατικά στα λόγια της, συμφωνώντας μαζί της στο ότι τα χέρια του είχαν την περισσότερη ανάγκη για ανακούφιση αλλά προτού προλάβει να πιάσει εκείνος τα μανίκια του, άρχισε να το κάνει η ίδια. Δεν την σταμάτησε, γνωρίζοντας ότι οι κινήσεις που θα έπρεπε να κάνει για να ανεβάσει τα μανίκια του θα του ήταν αρκετά επίπονες.

«Εγώ δεν το αποχωρίζομαι, αλλά δεν μπορώ να πω το ίδιο για το τόξο...», μουρμούρισε εκείνος κάπως απογοητευμένα, μαρτυρώντας έτσι ότι η σημερινή προπόνηση δεν είχε πάει τόσο καλά όσο θα ήθελε, καθώς η Άρυα άπλωνε την αλοιφή στα ταλαιπωρημένα χέρια του.

Χαμογέλασε με κλειστά χείλη όταν άκουσε το δεύτερο λογοπαίγνιο της και έμεινε για μερικές στιγμές σιωπηλός, σκεπτόμενος την πρόταση της καθώς εκείνη του έφτιαχνε ξανά τα μανίκια του. «Δεν έχω κάποια άλλη υποχρέωση για σήμερα.», απάντησε, «Και δεν θα έλεγα όχι σε μια βόλτα. Πάει καιρός από την τελευταία...», πρόσθεσε έπειτα, με την έκφραση του να λάμπει από τον διακριτικό και συγκρατημένο ενθουσιασμό του. Ήταν ευκαιρία να περάσουν και λίγο χρόνο μαζί.
8
Βορέλ / Απ: Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Α' [18+] [Κλεισ
« Τελευταίο μήνυμα by Άρυα Λιρέλ στις Σεπτέμβριος 22, 2020, 12:30:34 πμ »
Δεν χρειάστηκε κάτι παραπάνω από το "Καλή ξεκούραση" του Γκλίριον για να χαθεί προς τις καμπίνες. Η θάλασσα, ιδιαίτερα τη νύχτα, την τρόμαζε αρκετά. Δεν ήξερε γιατί.
Βολεύτηκε σε μια γωνιά του κρεβατιού, έτσι ώστε να έχει θέα από το παράθυρο μόνο τα αστέρια και έπιασε να διαβάσει λίγο πριν κοιμηθεί.
Μύθοι και Θρύλοι της Βορέλ, Τόμος III: Θαλάσσια Τέρατα

Από την άλλη, ίσως έφταιγε και το βιβλίο.


Το επόμενο πρωί τη βρήκε με τον τόμο ακόμα ανοιχτό πάνω της. Φωνές ακούγονταν από το κατάστρωμα, οι άλλοι είχαν ξυπνήσει. Σηκώθηκε γρήγορα, μάζεψε τα μαλλιά της σε μια σφιχτή αλογοουρά και βγήκε να τους συναντήσει.

Είδε την Κέννα από μακριά και την πλησίασε, μα μια γνώριμη φωνή της έκοψε τη φόρα•

«Πώς αισθάνεστε σήμερα; Δεν είναι απλά μαγικό το ταξίδι στη θάλασσα;» ρώτησε ο Ούμπρο φανερά ενθουσιασμένος.

Ναι, πως... σκέφτηκε από μέσα της, καθώς δεν έβλεπε την ώρα να κατέβει. Ξεκίνησε να τους λέει για κάτι παιχνίδια με τον Βαλύριον, μα δεν πρόλαβε να ακούσει πολλά• η Κέννα την άρπαξε απότομα από τους ώμους.

«Πες μου σε παρακαλώ ότι μέσα σε εκείνο το κουτάκι έχεις αναισθητικό», της είπε εντελώς σοβαρά, κάτι που την έκανε να σκάσει στα γέλια.

«Αναισθητικό όχι, μπορώ όμως να του κάνω ένα τσαγάκι με μελισσόχορτο», σχολίασε με ένα πονηρό χαμόγελο.

«ΑΛΦΑ ΚΑΙ ΚΑΠΑ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ!» τους έκοψε τότε ο Βαλύριον. Η Άρυα τον κοίταξε στιγμιαία και έπειτα γύρισε και πάλι στην Κέννα. Τα νεύρα της δεν φαίνονταν καλά.

«Έλα, πάμε να μας δείξουν τι θέλουν και μετά το συζητάμε για το τσαγάκι που λέγαμε», σχολίασε με ένα χαμόγελο και προχώρησε προς το μέρος τους.
9
Βορέλ / Απ: Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Α' [18+] [Κλεισ
« Τελευταίο μήνυμα by Σαγιάνε Ασάχι στις Σεπτέμβριος 21, 2020, 11:17:28 μμ »
Κάθισε σταυροπόδι και παρακολουθούσε τη σκηνή. Η κίνηση της Ιντούν την ηρέμησε καθώς μέσα της θύελλα μαινόταν. Ένα μικρό γελάκι εμφανίστηκε στο πρόσωπό της και σταμάτησε να κουνά νευρικά το πόδι της. Ήθελε να μιλήσει, να μοιραστεί. Ίσως δε αυτή η αποστολή να μην ήταν διόλου τυχαία. Αυτή τη φορά δεν είχε καμιά εντολή να ακούσει. Ό,τι έκανε θα το έκανε επειδή η ίδια θα το επέλεγε.

Η ματιά της έπεσε φευγαλέα στον χάρτη, μα αυτή τη στιγμή αυτό που της έκαιγε το λαιμό και δεν την άφηνε να μιλήσει ήταν άλλο. Και έπειτα τα λόγια του Γκλίριον σαν ένα εκκρεμές που την βυθίζει στις σκιές, την γύρισε πίσω.

"Σίγμα θες να προσθέσεις κάτι;"

Ναι, αυτό ήταν το όνομα της.
Μόνο εκείνος τους ήξερε, μα τους αποκαλούσε μόνο με το αρχικό τους γράμμα. Η μοναδική στιγμή και το μοναδικό μέρος που επιτρεπόταν η ομιλία. Μέσα στο δωμάτιο του αρχηγού.
Ένιωσε τη ματιά του πάνω της.
"Σήκω Κόκκινη Μάσκα. Από εδώ και πέρα λειτουργείς μόνο κάτω από δικές μου εντολές. Η ζωή σου δική μου, ο λόγος σου όχι στη φατρία, μα στο όνομα μου."
Εκείνη πεσμένη στο ένα γόνατο με μάτια να καίνε.
Σήκωσε τη ματιά της και αργά τα πόδια της την έφεραν ένα κεφάλι ψηλότερα από αυτόν. Άνοιξε το στόμα της μα ο κόμπος έκανε τη φωνή της υγρή και ασταθής.
"Δέχομαι το βάπτισμα. Ο λόγος μου πια όχι στη φατρία, μα στο όνομα σου Κέλεμπ Ασάχι." απάντησε κωδικά.
Τα χοντρά του δάχτυλα της έτειναν τη μάσκα. Σπείρα κόκκινη σε βάθος μαύρου.
"Μπορείς να φύγεις". Σκοτάδι.


Η σκηνή πέρασε από τα μάτια της μπροστά, σα να τους έβλεπε. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε κάνοντας μια περιφορά μέσα στο δωμάτιο. Αισθανόταν να πνίγεται, σα να μη τη χωρούσε ο τόπος. "Ναι, έχω" είπε με την ίδια φωνή, όπως όταν είχε δεχτεί το βάπτισμα.

"Θεωρώ πως τουλάχιστον εσείς οι δύο οφείλετε να γνωρίζετε αυτό που θα σας πω. Φυσικά και η Κάπα." είπε αφού τους γύρισε πλάτη κοιτώντας κάπου σε έναν πίνακα φουρτουνιασμένης θάλασσας που κοσμούσε έναν ξύλινο τοίχο στο δωμάτιο του Γκλίριον.

"Ένα φεγγάρι τελούσα ως Κόκκινη Μάσκα. Mηδέν θεωρώ πως έχει μια ιδέα περί τίνος πρόκειτα, Γιώτα αν δεν έχεις, είναι ένα μυστικό σώμα των Ασάχι υπό εντολές αρχηγού. Ανώνυμα πρόσωπα, τα γνωρίζει μόνο ο αρχηγός. Φυσικά το μοιράζομαι καθώς υπήρξαν λιποτάκτες οι οποίοι φανέρωσαν κάποιες πληροφορίες, πριν φυσικά δολοφονηθούν αναίμακτα."

Η καρδιά της ένιωθε πως θα πεταγόταν από το στήθος της. "Γιατί το αναφέρω; Γιατί από αύριο δε θα είμαι τίποτα άλλο από μια ανώνυμη. Θα την δείτε, την μάσκα μου, θα με δείτε σε αυτή τη μορφή μου. Δεν θα υπάρχει ούτε Ηθική, ούτε Κώδικας, ούτε καν η Σίγμα που σας είπα απλά να με φωνάζετε χάριν προσφώνησης. Ό,τι θα γίνει στη Βορέλ, θα μείνει για πάντα εδώ. Ειδικά όσον αφορά το κομμάτι αυτό. Δε μπορεί να ειπωθεί τίποτα. Και ναι, ο φόβος μου είναι αληθινός."

Γύρισε και τους κοίταξε έναν έναν. Ο κόμπος ακόμα στη φωνή της.
"Φοβάμαι. Φοβόμουν πως θα χάσω τον εαυτό μου και ήρθα στην Ακαδημία. Φοβόμουν πως θα χάσω την οικογένεια μου, ενώ δεν είχα. Φοβόμουν πως να έρθω αντιμέτωπη με τον εαυτό μου. Γιατί δε με αγαπώ. Μα κατέληξα πως ο φόβος είναι ο δρόμος προς την ανδρεία. Εάν απαντήσεις στο κάλεσμα του και τον αντιμεωπίσεις, θα δεις πως ήταν μια νεφέλη. Ελπίζω να φτάσω να ξεπεράσω τη νεφέλη αυτή. Γι' αυτό σε ευχαριστώ Μηδέν γι' αυτήν την ευκαιρία. Και σε ευχαριστώ Γιώτα για την απάντηση στο κάλεσμα μου. Μπορεί ο λόγος του Μηδέν να είναι προσωπικός, μα είναι και δικός μου, υπό τελείως διαφορετική βέβαια σκοπιά."

Έφτασε πάνω από τον χάρτη και τον μελέτησε για λίγα λεπτά. Κάτι περίεργο της φάνηκε και εστίασε περισσότερο. Έσμιξε τα φρύδια της.
"Δεν είναι μόνο αυτός ο χάρτης" είπε λακωνικά. "Σίγουρα έχεις σχέδιο το οποίο θα ακολουθήσω κατά γράμμα, αλλά η πρώτη μέρα στη Βορέλ είναι δική μου και όταν επιστρέψω από την μικρή μου βόλτα θα με ακούσετε" είπε και ένα σαρδόνιο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.

Η Βορέλ δεν ήταν αυτό που φαινόταν. Κάποιος με τις γνώσεις τις δικές της θα το ήξερε. Αν ο Σίνγκεν ήταν μαζί τους θα το καταλάβαινε και αυτός. Ίσως ο Γκλίριον να είχε υποψίες, τις οποίες του επιβεβαίωσε. Η παρτίδα παιχνιδιού μεγαλύτερη. Κοίταξε τον Γκλίριον. "Κάποτε με ρώτησες τι ξέρω από σκοτάδι. Σου απάντησα πως το σκοτάδι που γνωρίζω είναι λίγο διαφορετικό από το δικό σου. Οι σκιές είναι η δύναμη μου, τις οποίες έχω ντύσει με την Ηθική μου. Μια πικρή καραμέλα. Ήρθε η ώρα να το δεις λοιπόν" είπε και το δάχτυλο της έδειξε στις προβλήτες του λιμανιού. Κοίταξε τον Γκλίριον όλο νόημα. Είχε καταλάβει.
10
Βορέλ / Απ: Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Α' [18+] [Κλεισ
« Τελευταίο μήνυμα by Γκλίριον Νάντριελ στις Σεπτέμβριος 21, 2020, 10:32:44 μμ »
"Εντυπωσιακό" ψέλλισε καθώς εκτυλισσόταν μπροστά του το ενεργειακό θεατρικό. "Είχε δίκιο η Σίγμα για σένα τελικά, οπότε χαίρομαι που είσαι ανάμεσά μας. Και τώρα ας πιάσουμε δουλειά! Δώσε μου το χάρτη της Βορέλ παρακαλώ!"

Η όλο ευγένεια χάρη που την περιέβαλε ήταν κάτι το φαντασμαγορικό, ακόμη και με την απλή κίνησή της να παραδώσει το χάρτη.

"Σ' ευχαριστώ, πολύ Ιντούν, εεεε γιώτα! Εντάξει, εντάξει δεν θα ξανασυμβεί, μη με κοιτάς έτσι Σίγμα!" Πήρε μία βαθιά ανάσα να συγκεντρωθεί και ξεκίνησε ξανά.

"Οπότε ξεκινάμε, η λογική με την οποία χωριστήκαμε στις ομάδες αυτές είναι πολύ απλή. Δεξιότητες και χαρακτηριστικά. Εγώ, ο Βήτα και ο Όμι θα αναλάβουμε την έρευνα πεδίου, η Σίγμα και η Κάπα θα κινηθούν στον κόσμο των σκιών, εσύ και η Άλφα, ας πούμε λυρικά ότι θα φανείτε εξαιρετικά χρήσιμες στον αιθέρα και στον αέρα." Χαμογέλασε ανεπαίσθητα και συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.

"Το σχέδιο δράσης - συλλογής πληροφοριών σε πρώτη φάση έχει ως εξής. Η ομάδα της Σίγμα θα κατευθυνθεί προς τις υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης, ώστε να αποκτήσει έρεισμα και πληροφορίες σχετικά με την εκεί μαύρη αγορά και να μας τροφοδοτήσει με ρουχισμό, οπλισμό και οτιδήποτε περαιτέρω εξοπλισμό χρειαστούμε. Εγώ με την ομάδα μου θα κατευθυνθούμε στο σημείο του ραντεβού, θα χωριστούμε σε τρία σημεία, εγώ στο ραντεβού, ο Όμι στην προβλήτα κοντά στο ναύσταθμο των Βαλησίνων και ο Βήτα με θα μείνει λίγο πιο πίσω για να καλύψει τυχόν αναγκαία έξοδο διαφυγής, αν πάει κάτι στραβά. Όσο για σένα και την Άλφα, θέλω σε πρώτο χρόνο να κατευθυνθείτε στην τοπική αγορά της κεντρικής πλατείας. Ίσως χρειαστούμε έξτρα υλικά, κυρίως θεραπευτικής φύσεως. Επίσης θα ήθελα να περιτριγυρίσετε τη γειτονιά του ναού της Ωκεανίας. Ανέκαθεν, επρόκειτο για κέντρο επαφών και συναλλαγών, εκεί θέλω να δείτε πως κινούνται, αν γίνεται φυσικά, οι Βαλησίνο, ίσως παίξει σημαντικό ρόλο στη συνέχεια."

"Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που έκανα με τον καπετάνιο, θα φτάσουμε έξω από τη Βορέλ νωρίς το χάραμα. Θα κατεβούμε ανά ομάδα, θα μπούμε από διαφορετικά σημεία στην πόλη, Γιώτα από βόρεια, Εγώ από βορειοανατολικά και Σίγμα από τα νοτιοανατολικά και θα ξοδέψουμε όλη την πρώτη μέρα για τις αποστολές που συζητήσαμε σήμερα. Η Σίγμα, επιμένει ότι η μέρα είναι αρκετή, οπότε στο τέλος της, θα συναντηθούμε εδώ", έδειξε το σημείο πάνω στο χάρτη, "εδώ λοιπόν, θα είναι η πρώτη Εστία. Έχω ήδη έρθει σε επαφή με τους ελάχιστους ακόμη παλαιούς συνδέσμους μου στην πόλη, ώστε να μας περιμένει σε κατάσταση να δεχθεί κάποια πρώιμη τύπου φιλοξενία. Πρόκειται για το πρώτο μου σπίτι στη Βορέλ, άνηκε σε μία οικογένεια ψαράδων οι οποίοι μου επέτρεψαν πριν χρόνια να το διαχειριστώ. Τόσα χρόνια μετά συνεχίζω να αποστέλλω, ανώνυμα συνήθως, εμβάσματα για τη συντήρηση του χώρου, ελπίζοντας κάποια στιγμή να ζήσω κάτω από τη σκεπή εκείνη." Της έκλεισε το μάτι, "δεν το είχα φανταστεί να γυρίζω έτσι για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια..

"Η πρώτη Εστία είναι έτοιμη για λίγα βράδια, όμως ήδη έχω θέσει σε ισχύ ένα πλάνο για να βρουν καταλύματα σκόρπια μέσα στην πόλη οι ομάδες. Όμως για αυτό θα περιμένουμε την πρώτη συνάντηση, για να επανεξετάσουμε τα σχέδιά μας και να αναδιοργανώσουμε τις κινήσεις μας. Οπότε κάθε ομάδα μένει στο πλάνο της πρώτης μέρας και την τελική βραδινή συνάντηση στην Εστία. Πρώτες θα φτάσετε εσείς Γιώτα, ύστερα θα μπούμε εμείς και τελευταίες η Σίγμα και η Κάπα."

"Σίγμα θες να προσθέσεις κάτι;"