Rasnarry Academy

Τελευταία μηνύματα

1
Προαύλιος Χώρος / Απ: Μελέτη Αντιθέσεων [Ιντούν]
« Τελευταίο μήνυμα by Μπροσκάνταρ Ντούντγκαρντ στις Μάιος 03, 2022, 06:51:57 μμ »
Όταν η Ιντούν ξεκίνησε να μιλά, ο Μπροσκάνταρ άρχισε να περπατά τριγύρω, με ένα φαρδύ χέρι να τρίβει την πλούσια, πορφυρή γενειάδα του. Αυτά που έλεγε η Ιντούν του φαίνονταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα, και ταυτόχρονα τόσο μακριά από τη δική του προσέγγιση. Τι περίεργο! Ήταν άραγε οι Αλχημιστές τόσο διαφορετικοί από τους Θεραπευτές, ή ήταν ο ίδιος πολύ μακριά απ' όλα αυτά? Και όμως, το αίσθημα που του δημιουργήθηκε δεν ήταν να τα υποτιμήσει....ήταν να αναρωτηθεί πόσο πιο τερατώδης και σκληρός θα γινόταν να τα εφάρμοζε!!! Αν κάποιος τον έβλεπε εκείνη τη στιγμή μπορεί να ένιωθε μια κάποια απειλή, καθώς ο Νάνος περιφερόταν με ένα κάπως ανησυχητικό χαμόγελο, το χαμόγελο που έχει ίσως ένα λιοντάρι πριν ορμήσει στη λεία του.

Ενώ όμως η διάλεξη συνεχιζόταν, ο Μπροσκάνταρ πρόσεξε δύο Ιστορικούς πίσω πίσω, μια Βαλησσίνη και έναν Άνθρωπο, να σιγομουρμουρίζουν με τρόπο που έδειχνε ότι δεν πρόσεχαν την Ιντούν. Σε κάθε τάξη υπήρχαν και αυτοί. Ήσυχα ήσυχα, μουλωχτά, ο Νάνος βρέθηκε πίσω τους χωρίς να τον αντιληφθούν, προκειμένου να τους αντιμετωπίσει με κατανόηση και άκρως παιδαγωγική προσέγγιση, για την οποία φημίζονταν οι Νάνοι, ειδικά της Πεδιάδας. Έτσι λοιπόν ένα χέρι κουπί έπεσε στον ώμο καθενός από τους δύο μαθητές.

"Γιααααααααα πείτε μου λοιπόν, τι είπε η Ιντούν για τον ενεργειακό μόχθο και την τάση δεσμού? Βοηθήστε με και εμένα που δεν σκαμπάζω απ' αυτά, εμπρός! Τι, δεν ξέρετε? Μήπως δεν ακούτε εδώ, τόσο πίσω που είστε? Μπρος, πάτε μπροστά. ΜΠΡΟΣ ΕΙΠΑ ΑΝΤΕ ΑΝΤΕ!" είπε πιο δυνατά όταν οι μαθητές πήγαν να προβάλλουν μια αντίρρηση, αναγκάζοντάς τους να προχωρήσουν ντροπιασμένοι. Με ένα χαμόγελο, ο Νάνος σήκωσε δύο αντίχειρες στην Ιντούν. Βοηθούσε!

Είχε και ο ίδιος πράγματα να πει, φυσικά, αλλά για τώρα ήταν ικανοποιημένος να περπατάει περιμετρικά των μαθητών με την παρουσία του να αποθαρρύνει άλλους από το να περισπαστούν ή να μιλήσουν, και να παρακολουθεί αυτά που έλεγε η Ιντούν. Σίγουρα ήρθε πολύ προετοιμασμένη, και αυτά που έλεγε είχαν βάθος. Αν κατάφερνε να τα χρησιμοποιήσει έστω και λίγο, πόσο πιο καλός θα γινόταν......το απειλητικό χαμόγελο επέστρεψε, καθώς ο Νάνος αναλογιζόταν το "βάθος των ανεκμετάλλευτων δυνατοτήτων του".
2
Προαύλιος Χώρος / Απ: Μελέτη Αντιθέσεων [Ιντούν]
« Τελευταίο μήνυμα by Αιολίς Ιντούν στις Μάιος 02, 2022, 12:59:22 πμ »
   Παρατήρησε ότι η χειραψία του ήταν ζεστή και δυνατή, όπως ακριβώς άρμοζε σε έναν Νάνο εγκάρδιο. «Μήπως υπερβάλουν λίγο οι φήμες;» σκέφτηκε και στράφηκε προς την τάξη.

«Λοιπόν, κύριες και κύριοι, ας ξεκινήσ-» πριν προλάβει να ολοκληρώσει την εισαγωγική της πρόταση, ο Θεραπευτής  είχε ήδη πάρει το λόγο και ξεκίνησε να ρωτάει δημογραφικές ερωτήσεις.

«Γιατί έχει σημασία αυτή τη στιγμή να ρωτήσει ποια ειδίκευση ακολουθεί ο καθένας;» σκέφτηκε και πήγε να αναστενάξει αλλά, πριν προλάβει, γούρλωσε τα μάτια στην εντελώς παιδιάστικη αντίδραση του Μπροσκάνταρ προς τη Νεκρομαντεία.

Η Ιντούν μπορεί και να ένιωσε λίγο άβολα για χάρη των μαθητών κι έτσι, έστρεψε τα μάτια γρήγορα προς το μέρος τους, όπου συνάντησε εκείνα της Άρντα, εξίσου γουρλωμένα, σαν να τη ρωτούσε «Τι λέει αυτός ρε;». Έτσι, η Ιντούν, έδωσε ένα νευρικό χαμόγελο στη μεριά της τάξης και έστρεψε γρήγορα το βλέμμα στο Μπροσκάνταρ, προς τον οποίο και ξερόβηξε ευγενικά, για να του δώσει να καταλάβει πως, όποια κι αν ήταν η γνώμη του για τη Νεκρομαντεία, δεν ήταν ευγενικό να τη μοιράζεται τόσο ανοιχτά με τους μαθητές που έπρεπε να ενθαρρύνει να καλλιεργήσουν τις δυνατότητές τους και όχι να νιώσουν αποκλεισμένοι.

Βέβαια, ο Μπροσκάνταρ δε φάνηκε να καταλαβαίνει. Συνέχισε τα δημογραφικά του ανένοχλητος, σαν να πανηγύριζε με τους φιλάθλους στην αρένα.

«Ακόμη ακούγεσαι.» του ψιθύρισε με άλλο ένα ευγενικό, αλλά αμήχανο χαμόγελο, στην -ας πούμε- σιγανή του πρόταση, όμως και πάλι συνέχισε ανενόχλητος.

«Α, ευχαριστώ.» σκέφτηκε και γέλασε πικρά από μέσα της όταν της “παραχώρησε” το λόγο. Παρόλα αυτά, κράτησε τον επαγγελματισμό της, του χαμογέλασε, ανασήκωσε μια φορά τα φρύδια (ίσως η μόνη ένδειξη ειρωνίας), προσπέρασε τη φράση “τι ψάρια πιάνουν” και έγνεψε καταφατικά.

«Λοιπόν, κυρίες και κύριοι,» πήρε τελικά το λόγο, «θα ξεκινήσουμε το πρώτο μέρος των μαθημάτων με θεωρητικές έννοιες του συνδυασμού τακτικών μεταξύ των διαφορετικών φατριών, θα εξοικειωθούμε με έννοιες όπως το ενεργειακό κόστος, συχνότητα και ένταση δεσμού και πώς συνδέονται με τον αιθερικό κάματο, έννοιες απαραίτητες για να εναλλάσσετε μεταξύ πνευμάτων χωρίς να κινδυνεύετε στη μάχη. Θα δούμε πώς μπορούν να συνδυαστεί η χρήση ικανοτήτων ενός πνεύματος με ένα άλλο μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων και σταδιακά, τα μαθήματα θα γίνουν βιωματικά, όπου θα εξασκείστε με καλεσμένους ειδικούς, θα μάθετε να κάνετε σχηματισμούς και να υποστηρίζεστε μεταξύ σας σε πραγματικό χρόνο και έναντι σε ομάδες με ανθεκτικότητες στις δικές ικανότητες, όπως πχ, κάποιοι Εφευρέτες.»

Τα λόγια της Ιντούν κέρδισαν ένα γύρο ενθουσιασμένων μουρμουρητών και η Αλχημίστρια χαμογέλασε κρυφά.

Ήταν δική της ιδέα η προσθήκη του βιωματικού κομματιού, αλλά όταν το πρότεινε στο συμβούλιο, συνάντησε ένα σχεδόν ανυπέρβλητο τοίχο αντιρρήσεων. Οι Καθηγητές και οι Σοφοί της επέστησαν την προσοχή συγκεκριμένα στους τρόπους που μπορούσε το μάθημα να πάει στραβά.

Η Ιντούν, ενθουσιασμένη με την ιδέα της, αντέκρουσε με επιχειρήματα και έπαιξε το Ιντουνοχαρτι της εμπειρίας της με παιδιά όλων των ηλικιών και ταπεραμέντων. Αυτό το δεδομένο βέβαια, το συμβούλιο δε μπορούσε να το αγνοήσει. Παραδέχτηκαν ότι η Ιντούν ήταν ιδιαίτερα αγαπητή "σαν μεγάλη αδερφή" , όπως έλεγαν όλοι και στο ιστορικό της κατάφερνε να συνεργαστεί αρμονικά με εξέχουσες προσωπικότητες όπως Ούμπρο Μερμαν, Γκίντεον Γκροντ, Κάσσανδρος Ιντούν και Σίνγκεν Σινόντα. Το συμβούλιο συμφώνησε πώς αν κάποιος Βοηθός Καθηγητή μπορούσε να διαχειριστεί και να κρατήσει υπό έλεγχο ένα βιωματικό μάθημα, αυτή ήταν όντως η Ιντούν, έτσι επέτρεψαν στη φλογερή της ιδέα να πάρει σάρκα και οστά και η Ιντούν, ξεδίπλωνε τα περίτεχνα διαγράμματά της με χαρά και μια εσωτερική σιγουριά πως θα τελείωναν το εξάμηνο σαν μια χαρούμενη οικογένεια.

Η Ιντούν άνοιξε το πρώτο από τα διαγράμματα και η διάλεξη ξεκίνησε με την Ιντούν να εξηγεί έννοιες, να παρουσιάζει παραδείγματα και συνέργειες και να δέχεται ερωτήσεις. 
3
Προαύλιος Χώρος / Απ: Μελέτη Αντιθέσεων [Ιντούν]
« Τελευταίο μήνυμα by Μπροσκάνταρ Ντούντγκαρντ στις Μάιος 02, 2022, 12:32:00 πμ »
Σταδιακά οι μαθητές μαζεύτηκαν, περίπου είκοσι στον αριθμό για τη συγκεκριμένη μέρα. Επιπλέον, ο Νάνος είδε τη νεαρή Βοηθό και κατευθύνθηκε και ο ίδιος προς το μέρος της. Όταν η Ιντούν τον χαιρέτησε εγκάρδια, ο Μπροσκάνταρ ξαφνιάστηκε λίγο. Χωρίς να το καταλάβει ούτε ο ίδιος, είχε συνηθίσει να τον αντιμετωπίζουν με μια κάποια δυσπιστία οι Καθηγητές, κυρίως γιατί τους έκανε τη ζωή πολύ πολύ πιο δύσκολη απ' όσο χρειαζόταν να είναι. Τουλάχιστον στους Θεραπευτές, όσο ήταν μαθητής. Τα μάτια του στένεψαν λίγο για μια στιγμή και την επεξεργάστηκε, προσπαθώντας να διαβάσει τις προθέσεις της, αλλά μετά χαμογέλασε και ο ίδιος. "Χα! Καλημέρα Ιντούν, είμαι ο Μπροσκάνταρ!" είπε και έσφιξε το χέρι της με το δικό του φτυάρι. Η χειραψία του ήταν δυνατή και σφιχτή, αλλά όχι επώδυνη, επιθετική ή με πρόθεση επιβολής.

Μετά ο Νάνος κοίταξε τους Μαθητές και στάθηκε μπροστά του. "Σηκώστε χέρια στις παρακάτω ερωτήσεις." είπε, με τα δυνατά μπράτσα του σταυρωμένα στους ώμους του. "Μιλώντας για το πνεύμα Θεραπευτή σας, πόσοι από εσάς ασχολείστε με Ενισχυτική Μαγεία?" ρώτησε. Αρκετά χέρια σηκώθηκαν, ίσως περισσότερα απ' όσα θα ήταν σε μια τάξη Θεραπευτών και αυτό τον ξάφνιασε. Ίσως έβγαζε νόημα όμως, οι Ιστορικοί μπορεί να ήθελαν περισσότερο να ενισχύσουν τους εαυτούς τους και μετά να χρησιμοποιήσουν ικανότητες Πολεμιστών, παρά να θεραπεύουν. Αυτό θα ήταν καλό!

"Ωραία. Ανανεωτική Μαγεία? Θεραπεία? Αντιμαγεία? Νεκρομαντεία?" ρώτησε και περίμενε κάθε φορά να δει ποιοι θα σήκωναν τα χέρια. "Οι τελευταίοι δικοί σου, Ιντούν." είπε πιο χαμηλόφωνα -που για τον Μπροσκάνταρ σήμαινε ότι πάλι ακουγόταν, ίσως λίγο περισσότερο από ένα κανονικό άτομο όταν μιλούσε κανονικά-, και φάνηκε μια μικρή ανατριχίλα να τον διαπερνά στη σκέψη. Επίσης έφτυσε στον κόρφο του. Νεκρομαντεία. Μπά!

"Εντάξει λοιπόν Ιντούν, σειρά σου, μπορείς να εξηγήσεις τι θα κάνουμε και να δεις τι ψάρια πιάνουν ως Αλχημιστές." είπε ο Μπροσκάνταρ και έκανε ένα βήμα στο πλάι για να της παραχωρήσει το χώρο και το λόγο, έτοιμος και ο ίδιος να ακούσει το τι υποτίθεται ότι θα έκαναν σε αυτό το μάθημα.
4
Προαύλιος Χώρος / Απ: Μελέτη Αντιθέσεων [Ιντούν]
« Τελευταίο μήνυμα by Αιολίς Ιντούν στις Μάιος 02, 2022, 12:13:49 πμ »
Η Ιντούν ξεκίνησε την ημέρα της με ήλιο και γενναίο πρωινό. Βέβαια, τα 3/4 φαγώθηκαν από το Σίνγκεν, αλλά η Ιντούν πρόλαβε και έφαγε τα λαχανικά της -τα οποία σίγουρα δεν ήθελε ο Σίνγκεν- εγκαίρως. Μόλις τελείωσαν, τον φίλησε γλυκά, τον άφησε να λιάζεται, με την υπόσχεση ότι θα έριχνε μια ματιά στα πειράματά της -την οποία ήξερε ότι θα τηρήσει- και ότι θα βοηθούσε στην εξάσκηση του Έλιοτ -την οποία ήξερε ότι δε θα τηρήσει- και ξεκίνησε για το μάθημα εναλασσόμενων τακτικών των Ιστορικών του τελευταίου έτους.

Η Ιντούν είχε προετοιμαστεί καλά για το μάθημα, ειδικά για τα στοιχεία που δεν κατείχε. Πριν ξεκινήσουν οι διαλέξεις, είχε συμβουλευτεί τους υπόλοιπους Αλχημιστές σε στοιχεία όπως το νερό και ο πάγος ή ενεργειακή μαγεία, είχε ετοιμάσει τους πίνακες και τα διαγράμματά της, τα οποία θα εξηγούσε με παραδείγματα και στη συνέχεια, με καλεσμένους που θα δέχονταν ερωτήσεις από τους μαθητές. Έτσι, η Ιντούν, με την καλύτερη διάθεση και το φωτεινότερο χαμόγελο, κατέβηκε στο προαύλιο για να απολαύσει άλλο ένα καλά οργανωμένο μάθημα, στο οποίο θα συνεργάζονταν προς τη συλλογική γνώση και το συντονισμό ή έτσι νόμιζε.

Καθώς κατέβαινε, συνάντησε την Άρντα, συνεργάτες στην αρχή, φίλες πλέον. Αντάλλαξαν τα πειράγματά τους και πληροφορίες για τις αποστολές τους. Ήταν φτιαγμένες από την ίδια στόφα. Σύντομα τις πέτυχε και ο Γκίντεον, που δεν έχασε ευκαιρία να κάνει λίγο χαρμόσυνο, πρωινό σαματά. Η Ιντούν άφησε τα αδέρφια να πάνε στις θέσεις τους και χαιρέτισε τους υπόλοιπους μαθητές θερμά.

«Καλημέρα σε όλους! Για όσους δε με γνωρίζετε, είμαι η Ιντούν και θα εξασκηθούμε συνεργατικά σε αυτό το μάθημα, μιας και πλησιάζετε στην αποφοίτηση.» είπε με πλατύ χαμόγελο και κοίταξε στα αριστερά.

Λίγο πιο μακριά στέκονταν το άτομο που μάντευε ότι θα ήταν ο συνδιδάσκαλός της για το συγκεκριμένο μάθημα. Αρκετά ενήλικος για να μην είναι μαθητής και αρκετά νέος για να μην είναι Καθηγητής, ο κοκκινόμαλλος Νάνος βάδιζε κατσούφης πάνω κάτω.

Το χαμόγελο της Ιντούν πάγωσε για ένα μονάχα δευτερόλεπτο. Είχε ακούσει για το συγκεκριμένο Νάνο, ένα ή δύο χρόνια μικρότερό της, από την Άρυα. Οι πληροφορίες της έλεγαν πως κατάφερνε να μαλώνει με όλους τους Θεραπευτές, γεγονός που αντιστοιχούσε σε τυπική προσωπικότητα Νάνου, αλλά και ότι κατάφερε να αγανακτήσει τον Αλάσσιο δύο φορές, που αντιστοιχούσε σε κατακλυσμιαίο γεγονός.

«Όχι, δε θα χαλάσει αυτή η μέρα.» είπε στον εαυτό της μέσα από τα δόντια, ακόμη χαμογελώντας και πήγε προς το μέρος του.

Μόλις έφτασε μπροστά του, η Ιντούν χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά, έδωσε το χέρι για χειραψία και είπε: «Καλημέρα! Είμαι η Ιντούν, θα διδάξουμε μαζί αυτό το μάθημα, χάρηκα πολύ!»

Κι έτσι η Ιντούν δολοφόνησε την ημέρα της.
5
Προαύλιος Χώρος / Μελέτη Αντιθέσεων [Ιντούν]
« Τελευταίο μήνυμα by Μπροσκάνταρ Ντούντγκαρντ στις Μάιος 01, 2022, 11:42:59 μμ »

Άνοιξη 1306

Ο Μπροσκάνταρ έφτασε νωρίς στο χώρο εξάσκησης, όχι επειδή ήταν ευσυνείδητος και επαγγελματικός, αλλά επειδή θυμόταν λάθος την ώρα συνάντησης. Όταν το κατάλαβε κατσούφιασε και για μια στιγμή και σκέφτηκε το ενδεχόμενο να έφευγε, να πήγαινε μέχρι την κουζίνα και να επέστρεφε αργοπορημένος αλλά χορτάτος. Μπα....δεν άξιζε εν τέλει. Ήδη υπήρχαν μερικοί μαθητές, όχι πολύ νεότεροι από τον ίδιο, και συζητούσαν μεταξύ τους. "Επ, τι λέει, τα λέτε για τις τελευταίες εξελίξεις της Ιστορίας? Είχαμε κανένα φοβερό νέο?" ρώτησε πειραχτικά με εύθυμη, δυνατή φωνή καθώς πλησίασε την ομάδα που γύρισε να τον κοιτάξει. Ξεκάθαρα ο τόνος του έδειχνε ότι τους πείραζε, υπονοώντας ότι η Ιστορία δεν έχει και τόοοσες πολλές εξελίξεις για να είναι ενδιαφέρουσα, εκ φύσεως της.

"Βασικά ναι, η Γκροντ φαίνεται να γύρισε με κάτι ενδιαφέρον." απάντησε ένας Σοβερίνος, χαλώντας το "αστείο" του Μπροσκάνταρ, απαντώντας απλά...με γεγονότα. "Φαίνεται να έχει-"

"ΚΑΛΑ, καλά, εντάξει, κατάλαβα, δεν είμαι Ιστορικός, δεν χρειάζεται να ξέρω τώρα, λιγότερο μπλα μπλα, περισσότερο ζέσταμα, άντε άντε!" είπε ο Νάνος ξεφυσώντας. Ιστορικοί. Δεν τους πιάνεις πουθενά! Λίγο περισσότερο κατσούφης, ο Μπροσκάνταρ απλά βάδιζε και κοιτούσε καθώς περισσότεροι Ιστορικοί μαζεύονταν σταδιακά στον προαύλιο χώρο. Χμμ...δεν θυμόταν ακριβώς τι έπρεπε να τους διδάξει σήμερα, είχε δει ένα σημείωμα από τη Γραμματεία που είχε σπρώξει κάποιος κάτω από την πόρτα του, αλλά θυμόταν ότι θα υπάρχει άλλος ένας Βοηθός Καθηγητή μαζί, οπότε σκόπευε να ψαρέψει το άτομο αυτό μόλις το έβλεπε. Ναι, αυτό ήταν ένα καλό σχέδιο, δεδομένων των συνθηκών!
6
Νεδάρ / Απ: [Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)
« Τελευταίο μήνυμα by Αιολίς Ιντούν στις Μάιος 01, 2022, 10:55:18 μμ »
Όταν όλα τελείωσαν και η σκόνη της μάχης κατακάθισε, η Ιντούν, απορροφημένη στις σκέψεις και την αυτοτιμωρία της, έμεινε με τα μάτια στο έδαφος. Η Αλχημίστρια δεν ήθελε να αντικρίσει την πράξη που μόλις είχε διαπράξει κι ας είχε χρησιμοποιήσει τον Αέρα ενάντια σε έναν κατά συρροή βασανιστή, σε έναν άνδρα αμετανόητο. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να σκεφτεί ούτε το ξωτικοπαίδι, ούτε το Σίνγκεν, ούτε κανέναν. Μάλλον, το μυαλό της ήταν ιδιαίτερα απασχολημένο με την επανάληψη της σκηνής όπου οι Λεπίδες του Ανέμου έσκαβαν περίτεχνες τομές στο δέρμα και τους μύες του αντιπάλου της, μέχρι να δει το σώμα του να πέφτει άψυχο στο έδαφος και η σκηνή ξεκινούσε την περιπαικτική εισαγωγή της ξανά, υπό την προσποίηση του δίκαιου.

Η Ιντούν, με οδηγό τις ενοχές της, παραδόθηκε για λίγο ή για πολύ στο ρυάκι της αυτολύπησης και ξέχασε πως ο χρόνος κυλούσε, μέχρι που ένιωσε τον αριστερό της ώμο να ταλαντώνεται δυνατά και μαζί του, να ακολουθεί και το υπόλοιπο κορμί της.

~

«Έι.» έφτασε στα αυτιά της σαν ψίθυρος. Τα αυτιά της βρήκαν γνώριμη τη φωνή που της μιλούσε και αποφάσισαν να την ακολουθήσουν για λίγο.
«Έι!.» επανέλαβε η φωνή, δυνατότερα αυτή τη φορά. Η Ιντούν, μέσα στην ταλάντωση που δε σταματούσε, κατάφερε να επιστρέψει τη συγκέντρωση στα μάτια της με κόπο. Τότε συνειδητοποίησε πως ένα τεράστιο, αλλά ανέκαθεν γνώριμο χέρι την πήγαινε μπρος πίσω, εκτός ισορροπίας, αλλά πάντα συγκρατημένα.
«Τι;» ίσα που κατάφερε να εκπνεύσει, χωρίς να πάρει τα μάτια από το έδαφος.
«Αιόλιδα.» είπε επιτακτικά ο Αναξίμανδρος.
«Τι;»
«Κοίτα με!»
«Όχι!» απάντησε συριχτά η Ιντούν. Αντί να την αφήσει όμως ο αδερφός της, την έπιασε πιο σφιχτά από τον ώμο.
«Κοίτα με!» είπε πιο επιτακτικά, με φωνή που γνώριζε ακριβώς τις σκέψεις που μαστίγωναν τη μεγάλη αδερφή του, ενώ εκείνη έσφιγγε το στόμα και κουνούσε το κεφάλι αρνητικά.
Ο Αναξίμανδρος, αποφασισμένος να τη συνεφέρει, άρπαξε την αδερφή του από τους ώμους.  «Κοί-τα-ΜΕ!» Με κάθε του συλλαβή, κουτούλησε τα μέτωπά τους κάπως δυνατά, ενώ την ανακινούσε, σε μία προσπάθεια να την ξυπνήσει με μία κίνηση που γνώριζε πως η αδερφή του σιχαίνονταν.

~

Οι ενοχές της Αιολίδας διακόπηκαν από μία άκρως αποκρουστική αίσθηση που είχε τις ρίζες της σε μελανές μέρες της παιδικής της ηλικίας. Όσο βαθιές κι αν ήταν ή νόμιζε ότι ήταν, δεν είχαν ελπίδα σύγκρισης με μια κακή ανάμνηση τόσο βαθιά ριζωμένη, που αναβίωσε αυτούσια, ακόμη και στη μέση της μάχης. Τις ενοχές εκτόπισε μονομιάς ο θυμός. Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, η Αιολίδα ένιωσε την όρεξη να ζεματίσει κάποιον, να τον καψαλίσει λιγάκι, ώσπου να την αφήσει ήσυχη. Έτσι, με τη σειρά της, έσφιξε τα δικά της δάχτυλα γύρω από τα δυναμωμένα μπράτσα του άνδρα που την κρατούσε. Έμπηξε τα νύχια της στα ρούχα του και η επιθυμία να του αφήσει εγκαύματα φλέγονταν τόσο, που τα δάχτυλά της ανέβασαν απότομα θερμοκρασία. Η Ιντούν ήθελε να σφίξει κι άλλο, αλλά ήθελε επίσης να τον κοιτάζει στα μάτια, να τον βλέπει την ώρα που θα φώναζε. Έσφιξε τα δόντια της τόσο που έτριξε το σαγόνι της και με μια κίνηση σήκωσε τα μάτια για να τον αντικρίσει.

Τα μάτια της, όταν έφτασαν στα δικά του, ήταν θολά, βουρκωμένα. Δυσκολεύονταν να επικεντρωθούν κι όμως, πίσω από το στρώμα των καυτών δακρύων διαγράφονταν ξεκάθαρα θυμός και μετάνοια, σύγχυση και λύπη. Τα δάχτυλα της Ιντούν κράτησαν τη θερμοκρασία τους, χωρίς όμως να χάσουν τον έλεγχο και να κάψουν τον αδερφό της. Η αντίδρασή της, στιγμιαία, ενστικτώδης, τη βοήθησε να έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Όταν οι πρώτες σταγόνες αυλάκωσαν τα μάγουλά της και είδε ξεκάθαρα τον αδερφό της, η Ιντούν κατάφερε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι, χωρίς να βγάλει μιλιά.
«Έπρεπε.» της είπε ο Αναξίμανδρος, για να δει άλλη μία αρνητική κίνηση. «Έπρεπε!»
Η Ιντούν δάκρυσε αηδιασμένη με τον εαυτό της άλλη μια φορά, αλλά ο αδερφός της δεν την άφησε σε ησυχία. Ο ίδιος είχε περάσει το ίδιο ακριβώς μονοπάτι αντιδράσεων προς το θάνατο ένα χρόνο πριν. Η εμπειρία του αυτή του έδινε τη δύναμη να αντέχει κάτω από το σουβλερό κάψιμο της αδερφής του και να προσπαθεί να την εκλογικεύσει μέχρι να τον κάψει ή να συνέλθει σε εκείνη τη στιγμή ανάγκης.

«Θα μπορούσες να είσαι εσύ.» της είπε
«Δεν είμαστε αυτό.» απάντησε για πρώτη φορά η Ιντούν
«Θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση του παιδιού Αιολίδα, ο Ποίμανδρος, όπως τότε.»
«Όχι.» αρνήθηκε, χωρίς να αφήνονται από το αμοιβαίο γράπωμα.
«Ναι!»
«Δεν είναι όπως τα παιδιά εκείνα.»
«Είναι ακριβώς όπως τα παιδιά εκείνα!» η φωνή του Αναξίμανδρου έσπασε λίγο στην πικρή συνειδητοποίηση. «Είναι το ίδιο ακριβώς και χειρότερα. Δες! Καμία αρχή! Καμία ενοχή! Κανένας σεβασμός! Και έχουν όπλα! Και το ίδιο θα έκαναν κι εκείνα αν είχαν όπλα και το ξέρεις! Κοίτα γύρω σου! Αν δεν τον έριχνες, θα σε έριχνε πρώτος!»
«Δεν πειράζει!» απάντησε χωρίς να το σκεφτεί, αλλά τα δάκρυα δεν έπαψαν να αναβλύζουν.
Ο Αναξίμανδρος την ταρακούνησε ακόμη πιο δυνατά και είπε τα λόγια που, ενδόμυχα, γνώριζε ότι θα της ταρακουνούσαν την ψυχή τόσο ώστε να τη συνεφέρουν.
«Δεν πειράζει;! Θα άφηνες δηλαδή να σε ρίξουν και μετά να σκοτώσουν το ξωτικοπαίδι; Και μετά τη Μοργκέιν; Και μετά την Άρυα; Και τη Σολ; Και την Αλέξα; Και τον Κάσσανδρο; Θα τον άφηνες να σε περάσει και να φτάσει στο σπίτι; Θα άφηνες έτσι τον Νίκανδρο που είναι στο χωράφι αυτήν την ώρα; Θα τον άφηνες να φτάσει στον Κλέανδρο και στον Ποιμανδράκο; Πες! Αιολίδα! Θα τον άφηνες;!»

Η Ιντούν εισέπνευσε βίαια, σαν το πρώτο σοκ μετά από δυνατή σφαλιάρα, μια στιβαρή σφαλιάρα συνειδητοποίησης, στην οποία, το χέρι του Αναξίμανδρου δε συμμετείχε ποτέ. Τα δάκρυα στέρεψαν μονομιάς. Τα μάτια της συναντήθηκαν με εκείνα του αδερφού της και σε εκείνη την ανταλλαγή, η Ιντούν συνειδητοποίησε πόσο είχαν μεγαλώσει, πόσο ο κόσμος τους άλλαξε και πόσο ο αδερφός της προχώρησε με την αλλαγή. Για πρώτη φορά, παρατήρησε πως τα μάτια του δεν έμοιαζαν πια τόσο παιδικά, πως γύρω τους διαγράφονταν οι πρώτες γραμμές ανησυχίας και έγνοιας.

Η Αιολίδα κατάλαβε πως όσα της έλεγε τα είχε σκεφτεί, τα είχε ζήσει. Ο Αναξίμανδρος και αναμφίβολα, ο Κάσσανδρος, ωρίμαζαν στην πραγματικότητα, όσο εκείνη ονειροπολούσε στην ασφάλεια της Ακαδημίας.

Η Ιντούν έκλεισε τα μάτια, γεμάτη απογοήτευση στα παιδικά της όνειρα που πέθαιναν παρέα με τους κλέφτες. Η φαντασία ότι μετά από την Ακαδημία όλα θα ήταν ιδανικά και ότι ο κόσμος θα άλλαζε προς το καλύτερο, ξεθώριασε. Δεν είχε αλλάξει αλλάξει τίποτα. Έτσι όπως οι δυνατοί απειλούσαν και κορόιδευαν του αδύναμους, όταν ήταν παιδί, έτσι και τώρα, εκμεταλλεύονταν και κακοποιούσαν με διαφορετικά μέσα. Γιατί είχε παραμελήσει την αλήθεια; Εξάλλου, μέσα από την ίδια ιδεολογία δεν είχε δράσει για να προστατεύσει το ξωτικοπαίδι; Γιατί παράλληλα θεωρούσε πως όλα θα λύνονταν με ευγενικές κουβέντες στη μέση του πουθενά; Η Αιολίδα κοίταξε και πάλι τον αδερφό της. Από το βλέμμα κατάλαβαν και οι δυο πως μοιράζονταν ισάξια την αλήθεια πλέον. 

«Τελειώσαμε λοιπόν, τους διώξαμε.» είπε άχρωμα
«Όχι.» της απάντησε ο Αναξίμανδρος. «Δεν τελειώσαμε ακόμη. Δεν ήταν αυτοί οι εχθροί μας.»
«Πώς το ξέ-»
«Γιατί αυτοί έστησαν προσωρινή κατασκήνωση, σε ανοιχτό μέρος, χωρίς πυρσούς και αποθηκευτικό χώρο και με τα πράγματα έτοιμα να φύγουν ανά πάσα στιγμή Αιολίδα. Δεν είναι αυτοί, γι’ αυτό συγκεντρώσου, φρόντισε τα κορίτσια και τον καινούργιο σου προστατευόμενο και βάδισε μαζί μας, όσο προχωράμε με το Σίνγκεν, που φαίνεται πιο ψημένος.»
Η Ιντούν συνοφρυώθηκε και πήγε να απαντήσει, αλλά ο Κάσσανδρος την έκοψε αυτή τη φορά, με ύφος που είχε στερέψει από παιδικότητα.
«Είναι όπως τα λέει. Ξέχνα τις αηδίες περί μαθημάτων και θεωρίας τη μαμάς, εδώ είναι πραγματική ζωή. Αν δεν έχεις σκοπό να σπάσεις τα αυγά και κάθεσαι και κλαις για κάθε λωποδύτη από τον οποίο έσωσες το χωριό, πήγαινε πίσω να διαβάσεις.»
«Κι εσύ;!» απάντησε φανερά θιγμένη. Η Ιντούν σφίχτηκε, μισόκλεισε τα μάτια, αλλά δεν παραδέχτηκε στους αδερφούς της ότι είχαν δίκιο.
«Θα δείτε παλιοβρωμοπαίδια που μου το παίζετε και ώριμοι…» σκέφτηκε και στράφηκε προς τις υπόλοιπες. 

Η Ιντούν έλεγξε την Αλέξα και τη Σολ που φαίνονταν καλά.
«Είστε υπέροχες.» είπε και τους εξήγησε πως πρέπει να συνεχίσουν να είναι επάγρυπνες και τους ζήτησε να ετοιμαστούν για να συνεχίσουν. Ύστερα απευθύνθηκε στη Μοργκέιν.
 
«Σε ευχαριστώ.» της είπε με ευγνωμοσύνη για όσα έκανε και όσα δεν είπε, για τη διπλή φύση της δύναμής της, εσωτερικής και εξωτερικής. Της έγνεψε και θεώρησε πως θα καταλάβαινε ότι δεν ήταν σε κατάσταση να πει περισσότερα.

Έπειτα, κατευθύνθηκε προς την Άρυα και τον Έζρα, αλλά δεν πλησίασε. Τους άφησε στη στιγμή τους. Αν μη τι άλλο, γνώριζε πολύ καλά την αξία ενός αδερφού ή περισσότερων. Ένα μικρό, πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στην άκρη των χειλιών της και την ίδια στιγμή, νόμιζε ότι όλοι την έβλεπαν.

 Ύψωσε τα μάτια και αντίκρισε το βλέμμα του Σίνγκεν. Η Ιντούν κοκκίνισε στιγμιαία στην ηρεμία της προετοιμασίας. Ήταν από τη ντροπή που μπορεί να φάνηκε αδύναμη και από τη σύγκρουση που είχε με τα αδέρφια της. Για μια στιγμή σάστισε και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει ή να πει. Αντ’αυτού, σήκωσε νευρικά τον αντίχειρα σε μια ένδειξη ότι τα πήγε καλά και κατεύθυνε γρήγορα το βλέμμα της στα ξωτικοαδέρφια. Γονάτισε στο μέρος τους και τους αγκάλιασε και τους δυο, αφού βεβαιώθηκε πως η πληγή από το τσεκούρι στην πλάτη του Έζρα είχε σταθεροποιηθεί. Ζήτησε συγγνώμη από την Άρυα και της εξήγησε πως βρήκε τον Έζρα σε απελπιστική κατάσταση και πως έπρεπε να τον βοηθήσουν με καθαρό μυαλό.

Αφού βοήθησε τα ξωτικά να συμμαζευτούν και να γίνουν ξανά μέρος της ομάδας, απευθύνθηκε στα δικά της αδέρφια.
«Σπηλιά των προγόνων;»
Ο Αναξίμανδρος και ο Κάσσανδρος έγνεψαν καταφατικά και ξεκίνησαν. 
 

7
Νεδάρ / Απ: [Side Quest] Σκιές της Νεδάρ (Αλχημίστριες, Άρυα, Σίνγκεν)
« Τελευταίο μήνυμα by Αλέξα Γκάρντεν στις Απρίλιος 17, 2022, 01:01:57 μμ »
Η Αλέξα ένιωσε λίγο αδύναμη.Ο αιθέρας που χρειάστηκε για την υπερπροσπάθεια της μάχης,την έκανε να τρεκλιζει.Επρεπε να μιλήσει αμέσως μόλις γυρνούσαν,με την Σύλβια.Επρεπε να της εξηγήσει τον νέο τρόπο που ανακάλυψε,να ελέγχει τις πύρινες μπάλες.Τωρα όμως προείχε να συνέλθει.

Κοίταξε γύρω της,έψαχνε να βρει τις απώλειες τους.Η Άρυα ήταν πεσμένη με το αγόρι από πάνω της.Και...ενα όπλο στην πλάτη του!!!.Ευτυχως θα κατάφερνε να τον κάνει καλά,ήταν η καλύτερη θεραπεύτρια.Αλλα δεν της φαινόταν να έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση.Σαν να ήταν σε σόκ.Η Μοργκειν είχε ήδη πάει κοντά της.Οι υπόλοιποι ήταν σε διάφορα σημεία του ξέφωτου, αλλά ευτυχώς όλοι όρθιοι.

Η μικροκαμωμένη σοβερινη, έψαξε τη Σολ.Ειχε μάθει να κοιτάει συγκεντρωμένα όταν έπρεπε,και να μαζεύει πληροφορίες γρήγορα.Ομως δεν την έβρισκε.Αρχισε να ανησυχεί μήπως χτυπήθηκε στη μάχη.Το τελευταίο που θυμόταν,ήταν σε ένα δέντρο κοντά,από εκεί έφυγε το τελευταίο κύμα της αλχημιστριας.

Κοίταξε ξανά προσεκτικά,και πάλι δεν είδε κάτι.Αρχισε να φωνάζει τη φίλη της.Ο Σίνγκεν την είδε που έψαχνε τη Σολ και με τα μάτια συννενοηθηκαν,να ψάξει η Αλέξα, γιατί θα πήγαινε από την άλλη πλευρά ο Σίνγκεν.Η Αλέξα έτρεχε με ένα κόμπο στο στομάχι.Ηξερε ότι κάτι δεν πάει καλά.Δεν μπορεί να την είχε αφήσει έτσι η φίλη της!!! Σχεδόν κλαίγοντας,την βρήκε δίπλα από ένα θάμνο, ξαπλωμένη.Καθως πήγαινε,προσευχόταν στους θεούς να είναι καλά,και να μην έχει χτυπηθεί.

Έσκυψε κοντά της,και την είδε με κλειστά μάτια, αλλά χωρίς εμφανή σημάδια.Της έπιασε το σφυγμο,και ευτυχώς τον βρήκε εύκολα.Αδυναμο, μα υπήρχε.Την γύρισε ανάσκελα,με κόπο,και κατάλαβε ότι προφανώς είχε λιποθυμήσει από την έλλειψη αιθέρα.Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά,και έψαχνε με το βλεμμα της απεγνωσμένα κάποιον να τη βοηθήσει.Αλλα κανένας δεν ήταν διαθέσιμος...Πως θα την σήκωνε?Πως θα την κουβαλούσε..

Σηκώθηκε αποφασιστικά και κοίταξε γύρω της τα ξερά κλαδιά.Και τις κλιματσιδες."Αυτό είναι" σκέφτηκε.Ειχε πολλά χρόνια να το κάνει, αλλά έπαιζε συχνά με τα αδέρφια της τους άρρωστους.Αρχισε να ψάχνει δύο μεγάλα, μακριά και ίσια κλαριά.Οταν τα βρήκε,έσπασε τα μικρά κλαδάκια που μπορεί να ενοχλούσαν.Τα άφησε δίπλα στη Σολ και της χάιδεψε το κεφάλι."Τώρα καλή μου,θα σε βοηθήσω,μην ανησυχείς" είπε χαμηλόφωνα.Πηγε προς τα "κάλλιανας" τα δέντρα με τις κλιματσιδες.Τα ήξερε από τον τόπο που γεννήθηκε,είχαν κι αυτοί τέτοια δέντρα.Ανεβηκε αργά, διστακτικά, γιατί και η ίδια δεν είχε συνέλθει τελείως από την έλλειψη αιθέρα.Αρχισε να μαζεύει τις γερές κλιματσιδες και τις πετούσε κάτω , κάνοντας ένα μπόγο.Κατεβηκε από το δέντρο,κι άρχισε να πλέκει ένα υποτυπώδες φορείο, για να κουβαλήσει τη Σολ.Οταν τελείωσε, ιδρωμενη, λασπωμένη,και ζαλισμενη,θαύμασε την ταχύτητα της και το έργο της.Αργα και σταθερά, έβαλε επάνω την φίλη της, κι άρχισε να την πηγαίνει προς το μέρος που ήταν οι άλλοι.Σαν να άκουσε ένα βογκητο.Γυρισε και κοίταξε πίσω,η Σολ άνοιξε λίγο τα μάτια.Αφησε απαλά κάτω το φορείο,και πήγε δίπλα της."Πως είσαι?" την ρώτησε.Η Σολ, αδύναμα της χαμογέλασε,μα δεν μπόρεσε καν να μιλήσει και έκλεισε τα μάτια πάλι.Η μικρή σοβερινη, ήξερε ότι τουλάχιστον ήταν καλά η φίλη της και ήξερε πλέον ότι σώθηκε.Της χάιδεψε πάλι το κεφάλι και ξεκίνησε να την πάει στους άλλους,που είχαν μαζευτεί γύρω από την Άρυα και το πληγωμένο αγόρι , κοιτάζοντας παράλληλα και γύρω της, μήπως εμφανιστεί κάποιος από τους ληστές.
8
Βορέλ / Απ: Τα παιδιά πεθαίνουν τραγουδώντας Μέρος Β' [18+] [Κλεισ
« Τελευταίο μήνυμα by Σαγιάνε Ασάχι στις Μάρτιος 15, 2022, 07:13:17 μμ »
Το μόνο που κατάφερε ίσα ίσα να δει ήταν το μικρό σαν ξόανο και μετά τα λόγια της Κέννα... Είχαν παρέα, ναι. Δεν μπορούσε να υπολογίσει καλά. Αλλά της φάνηκε ότι ήταν πολλοί, πάρα πολλοί. Βλαστήμησε από μέσα της. Ο χώρος ήταν πολύ μικρός και τα όπλα τους ήταν τα σάι. Της έλειψε η ασφάλεια της αλυσίδας της.

"Κάππα, το νου σου" είπε σφιγμένα στην Κέννα "κινήσου όπως θες, θα σε καλύπτω εγώ" της είπε και έφερε τα δύο σάι στα χέρια της.  Το κακό της υπόθεσης ήταν ότι τις είχαν περικυκλώσει. Από αυτά που κατάλαβε το "άνοιγμα" είχε πρόσβαση από δύο πλευρές. Η Σαγιάνε πήρε λίγο χώρο έχοντας πάντα στο νου της την παρουσία της Κέννα, η οποία ήταν σίγουρη πως δεν ήταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση και ήλπιζε να μην την επηρέαζε στη μάχη. Για αρκετή ΄ώρα αμφότερες ομάδες κοιτάζονταν και υπολόγιζαν.  Αυτή τη φορά η Σαγιάνε έχασε την ψυχραιμία της, δε θα έμεναν για πάντα εκεί. Ξαφνικά λες και ο χώρος απλά δεν την χωρούσε. Με μία γρήγορη κίνηση έφτασε τον πρώτο μπροστά της  και ύψωσε το σάι της προς τον θώρακα του. Εκείνος το απέφυγε και με μια γρήγορη κίνηση την έφτασε σχεδόν με το κοντό ξιφίδιο του. Ήταν γρήγοροι. Πιο γρήγοροι από ότι περίμενε. Ξωτικά.

Η Σαγιάνε πέρασε σε νέα σειρά επιθέσεων σε πολλαπλούς στόχους. Δεν μπορούσε να αναμετρηθεί μόνο με έναν κάθε φορά. Πρόσεχε να μη βγαίνει πολύ από την περιφέρεια της Κέννα, επέτρεψε στον εαυτό της να είναι το πολύ τέσσερα με πεντέ βήματα μακριά κάθε φορά για παν ενδεχόμενο. Αρκετή ώρα μετά, η πρόοδος ήταν μικρή. Σίγουρα αυτοί τούτοι δεν ήταν απλοί στόχοι. Πολύ σύντομα στο μυαλό της μπήκε η ιδέα της συλλογής πληροφοριών. Σίγουρα ο τελευταίος πολεμιστής θα ήταν και ο πιο άξιος και ίσως λόγω αυτού να ήξερε περισσότερα. Η ανάσα της είχε αρχίσει να γίνεται βαριά και ίσως και η Κέννα να έφτανε στα όρια της. Είχαν χτυπήσει και οι δύο το ήξερε, το σκίσιμο στον μοιρό της έτρεχε εδώ και λίγη ώρα αίμα. Δεν την πείραζε αυτό, όσο αυτό στο σημείο στο οποίο βρισκονταν. Της προκαλούσε ανατριχίλα. Δεν υπήρχε περίπτωση όμως να γινόταν αυτή κάποια θυσία τρελών.

Έφερε τα χέρια της μπροστά στα μάτια της, ψιθύρισε κάποια λόγια και φύσηξε απαλά τα σάι. Ένα νεύρο έπαιξε στο μέτωπο της, επιτάχυνε το βήμα της, τα χτυπήματα της δυνατότερα , όμως πλέον ακόμα και μια απλή γρατσουνιά θα ήταν αρκετή. Είχαν μείνει σχεδόν δέκα άτομα πλέον, ήταν λίγο πιο ισορροπημένα τα πράγματα, αλλά το δικό τους στοίχημα ήταν πάντα η δική τους φυσική αντοχή. Η δική της και της Κέννα.

Η Σαγιάνε άρχισε να κινείται λίγο πιο ελεύθερα,τώρα που είχε χώρο. Είχε τρεις μπροστά της και δύο πίσω της, άλλους τόσους είχε η Κέννα. Έπρεπε να κάνει γρήγορα για να την βοηθήσει.  Έπεσε στον μπροστινό της κλωτσώντας ταυτόχρονα πίσω, φέρνοντας το σάι της στο στομάχι του πρώτου. Πέρασε κάτω από την κινούμενη σπάθα του ενός στα δεξιά της και γυρνώντας τον κορμό της απτην τυφλή του πλευρά τον κάρφωσε στα πλευρά, διαπερνώντας τα πνευμόνια του. Άλλοι τρεις.

Λίγο αργότερα παρατήρησε ότι τόσο η ίδια, όσο και η Κέννα είχαν ξεμείνει με έναν αντίπαλο. Και τώρα εδώ ήταν το στοίχημα, Ποιός από τους δύο θα ήταν ο τυχερός. Κράτησε α΄πόσταση από την Κέννα ώστε να μπορεί να παρατηρεί και την δική της πάλη για να αξιολογήσει σωστά, συνεχίζοντας τον χορό με τον δικό της αντίπαλο. Ο αντίπαλος της Κέννα φαινόταν λίγο πιο μυώδης από τον δικό της, παρόλα αυτά ήξερε πως τα φαινόμενα μπορεί να απα΄τησουν. Κι όμως η στιγμή ήρθε που ο αντίπαλος της έκανε το λάθος του, και η λεπίδα της ήταν σε απόσταση αναπνοής. Σκέφτηκε γρήγορα. Όταν το πτώμα του αντιπάλου της έπεφτε στο γυμνό δάπεδο, γύρισε την ματιά της στην πλευρά της Κέννα και την επόμενη στιγμή μ' ένα όνειρο του Αλ Ρασίντ βρέθηκε πίσω ακριβώς από τον αντίπαλο της Κέννα. Ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του υπήρξε τελικά ικανό να τον σωριάσει κάτω.

Η μάχη είχε τελειώσει. Οι ανάσες τους ακούγονταν έντονες και πολλαπλασιάζονταν στον χώρο των στοών. Η Σαγιάνε έδεσε τα χέρια του ξωτικού σφιχτά και την κοίταξε "θα τον πάρουμε μαζί μας, δεν τον σκοτώνουμε" είπε αξιολογώντας πως η Κέννα αν και εκείνη τραυματισμένη ήταν καλά.

Γύρισε προς τον βωμό. Οι ενδείξεις και όλα τα στοιχεία μπροστά τους έδειχναν πως επρόκειτο για δουλειά επτάκτινων, αλλά η παρουσία αυτού του ξόανου την προβλημάτιζε. Άρχισε να ψάχνει ένα ένα όλα τα άτομα. Σε ένα πτώμα μέσα σε ρόμπες βρήκε ένα δαχτυλίδι. Το ψιλάφησε μέσα στο σκοτάδι για να βρει πως και οι δυο πλευρές του ήταν ανάγλυφες. Το έβαλε στην τσέπη της, θα το εξέταζε σε φως. Υπολόγιζε πως θα ήταν περασμένο μεσημέρι, ίσως απόγευμα. Ήλπιζε να βγαίνανε σε νυχτερινό ουρανό για να προσαρμοστούν πίσω στο φως καλύτερα τα μάτια τους.

Άρπαξε τον λιπόθυμο και γύρισε να κοιτάξει την Κέννα. "Ήρθε η ώρα να φύγουμε απο δω μέσα. Συνεχίζουμε να είμαστε προσεκτικές."
9
Οι ματιές συγχρονίστηκαν και η οπτική πλέον ήταν μία.
"Όταν ανοιξεις τις αισθήσεις σου, θα δεις και θα καταλάβεις, γιατί έτρεχες, γιατί άντεχες, γιατί φοβόσουν, όλα..."

Η σκηνή μπροστά άλλαξε για ακόμα μια φορά. Ο κορμός του δέντρου που ξάπλωνε ήταν μαλακός από τα βρύα που το είχαν καλύψει ολόκληρο. Άνοιξε τα μάτια της. Ο αέρας έπαιζε παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις φυλλώσεις του δέντρου. Οι απαλές αχτίδες του φωτός, όσες κατάφερναν να ξεγλυστρίσουν από την πυκνή φυλλωσιά, ζέσταιναν το πρόσωπο της. Ανασηκώθηκε, για να κοιτάξει μπροστά την απέραντη λίμνη, τη Λίμνη Νεμεσιχουκαζε. Εκεί καθόταν ο θείος της. Δεν περίμενε ποτέ οτι θα έβρισκε τον Κέλεμπ εκεί, δεν ήξερε καν οτι ο Κέλεμπ θα μπορούσε ποτέ να χρειάζεται την θαλπωρή και την προστασία της λίμνης. Ο Κέλεμπ ήταν στα πράσινα, τόσο ζωντανό και συνάμα ήρεμο πράσινο, σαν τα βρύα του δέντρου. Το καστανό του κεφάλι γύρισε αργά και της χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο.

"Σε περίμενα. Έλα, κάθισε μαζί μου." είπε και της έτεινε το χέρι του.
Το ακολούθησε σαν υπνωτισμένη και κάθισε δίπλα του.

"Αναρωτιέσαι γιατί το ξέρω" είπε εκείνος αμέσως, "μα ας τα πάρουμε από την αρχή γιατί θα σου χρειαστούν κάποια πράγματα στο πνευματικό σου ταξίδι. Τί δίνει αξία στις αξίες μας άραγε;" είπε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. "Ποιός καθορίζει ότι αυτό που εσύ θέτεις ως άξιο για να θεωρείτο αξίωση, είναι όντως άξιο; Το ξέρεις ότι στην πραγματικότητα, μια υποκειμενικότητα διατρέχει τα πάντα. Το θέμα λοιπόν πάντα είναι πόσο ισχυρά και με πόση ακεραιότητα το θέτεις εσύ. Το πόσο απόλυτη είσαι για κάτι, το πόσο σίγουρη είσαι για κάτι, το πόσο διεκδικείς κάτι με όλη τη στάση της ζωής σου, το οποίο καταλήγει να διέπει εσένα, είναι το θέσφατο της αντικειμενικότητας. Η ακεραιότητα σου λοιπόν. Είναι η ακεραιότητα σου πιο δυνατή από την δική μου;" τελείωσε ο Κέλεμπ και μειδίασε.

"Δεν ξέρω μέχρι που θα φτάσεις, η σπείρα θα σε καταπιεί ανελέητα και εσύ πρέπει να δείξεις όλο το θάρρος σου, μα πρωτίστως, την ακεραιότητα  σου. " '

Το λευκό φίδι με τα κίτρινα μάτια πήρε σάρκα και οστά και από τον λαιμό της, άρχισε να σέρνεται από το χέρι της, στο χέρι του Κέλεμπ.

Ο Κέλεμπ ήρεμα σήκωσε το χέρι του και έφερε το κεφάλι του φιδιού απέναντι από το δικό του. Με τα ακροδάχτυλα του άλλου του χεριού χάιδεψε απαλά το λευκό κεφαλάκι και το έξυσε για λίγο.  "Είδα τον φίλο σου. Όσα χρόνια κι αν το αρνιόσουν, αυτό είναι. Και για όσο χρόνια το απαρνήθηκες, απαρνιόσουν την ίδια σου την ψυχή. Η σπείρα είναι το ταξίδι σε εσένα. Όσο μηχανικά κι αν το έλεγες πάντα, αυτή τη φορά πρέπει να το νιώσεις. Και ο φίλος σου, είναι ο σημαντικότερος και μοναδικός ίσως καρδιακός σου σύμμαχος. Αποδέξου τον για να σε αποδεχθείς."

Ο Κέλεμπ έφερε το φίδι να ακουμπήσει στην μύτη του, σε ένδειξη σεβασμού και αγάπης. "Μην την λυπηθείς καθόλου. Το λουλούδι της ψυχής όφείλει να ανθήσει στις δυσκολότερες συνθήκες."

Ο Κέλεμπ άφησε κάτω το φίδι και εκείνο άρχισε να κινείται προς την λίμνη. Όταν ακούμπησε το νερό η λίμνη άνοιξε στα δύο, το φίδι συνέχισε να σέρνεται προς τα μέσα. 

"Καλή αρχή, είθε να βρεις τον εαυτό σου και να επιστρέψεις δυνατότερη" είπε ο Κέλεμπ και το κεφάλι του γύρισε προς την λίμνη αμίλητο πλέον.

Εκείνη σηκώθηκε και άρχισε να περπατά μπροστά. Βήμα βήμα,έφτασε το νερό. Ακολούθησε το φίδι για λίγο. Το φίδι σηκώθηκε λίγο στον αέρα και μια πράσινη αχτίνα φωτός δημιούργησε έναν μεγάλο κύκλο. Το φίδι πέταξε μέσα και η ίδια το ακολούθησε. Όταν εξαφανίστηκαν και οι δυο,η λίμνη επέστρεψε στο φυσιολογικό και η εικόνα χάθηκε.
10
Η πρακτική της φόρμας της αλυσίδας άφηνε μία αίσθηση ευεξίας στο τέλος της όμως ξαφνικά η Σαγιάνε σταμάτησε να τον κοιτά και αφέθηκε να κοιτά το άπειρο. Μάλλον περνά από κάποιο κρίσιμο δικό της σταυροδρόμι σκέφτηκε και απομακρύνθηκε λίγο.

Καθώς προχωρούσε βρήκε μία συστοιχία από πέτρες σε ευθεία και ξεκίνησε να περπατά πάνω τους προσπαθώντας να ισορροπήσει. Ξάφνου, οι πέτρες μεταμορφώθηκαν σε μία λεπτή σανίδα και το γρασίδι σε βαθιά νερά. Γύρισε το κορμί του πλάγια για να πατά καλύτερα πάνω στο λεπτό φάρδος του ξύλου και συνέχισε να περπατά πάνω σε αυτό. Αφού έκανε μερικά μέτρα, η ήρεμη θάλασσα ξεκίνησε να αγριεύει και σκιές θαλασσινών θηρίων έκαναν την εμφάνισή τους με τον αέρα να δυσχεραίνει τις κινήσεις του.

Δεν πτοήθηκε και συνέχισε να βαδίζει όπου μία μεγάλη σκιά έκανε την εμφάνισή της, ήταν ένα πειρατικό! Καθώς πλησίαζε είδα κάτι να έρχεται κατά πάνω του και άκουσε μία γνώριμη φωνή, "Πιάσε!" Άπλωσε το χέρι του και μία πειρατική σπάθα προσγειώθηκε απαλά στην παλάμη του. Η φωνή ήχησε ξανά. "Εσύ εκεί, ρίξτον!"

Η ξύλινη επιφάνεια στα πόδια του σείστηκε καθώς κάποιος από το καράβι ανέβηκε πάνω της και ερχόταν κατά πάνω του. Δεν είχε φιλικές διαθέσεις. Προσπαθούσε να θυμηθεί τη φωνή, όταν εκείνος που ερχόταν κατά πάνω του έφτασε σχεδόν σε απόσταση τριών μέτρων. Όταν ανταμώθηκαν ο Ούμπρο έμεινε με το στόμα ανοιχτό, "Μάλβιλ?" Ρώτησε φωναχτά καθώς είδε το πρόσωπο του πρώην συντρόφου του. "Κάπτεν Όρνιγκολντ?!" Φώναξε πεταχτά προς το μέρος που είχε ακούσει τη γνώριμη φωνή. "Αυτό που βλέπω είναι το Ρόιαλ Σλάιφερ? Είστε στα αλήθεια εσείς?"

"Ναι μικρέ, εμείς είμαστε!" Αποφάνθηκε η σκιά και ξάφνου άπλετο φως έπεσε στο φόντο, αποκαλύπτοντας το πλήρωμα, το σκαρί και το πρόσωπο του καπετάνιου του. "Όπως ακριβ΄ως μας άφησες, εσύ όμως δεν είσαι ο ίδιος! Αν θες να ανέβεις πρέπει να το κερδίσεις!" Στο τέλος της πρότασης ο Μάλβιλ έκανε βήμα μπροστά κατεβάζοντας από ψηλά το σπαθί του στο πρόσωπο του Ούμπρο, εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω και έτεινε αριστερά για να αποφύγει το χτύπημα και ετοιμάστηκε να ανταποδώσει.

Άλλαξε κατακόρυφα τη λαβή του, μπήκε από τα χαμηλά του και με τη λαβή του ξίφους, πριν προλάβει να αντιδράσει ο αντίπαλός του, τον χτύπησε στο σαγόνι. Στιγμές πριν γίνει βορά στα θηρία, τον άρπαξε από το ζωνάρι του και τον επανέφερε  στη σανίδα. Ο Μάλβιλ κούνησε το κεφάλι του σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και επέστρεψε στην αρχική του θέση. "Πολύ καλά, πολύ καλά," φώναξε με ενθουσιασμό ο καπετάνιος, "όμως οι δοκιμασίες δεν τελείωσαν Κόρεν, η σειρά σου!"

Στο άκουσμα του Κόρεν, ο Ούμπρο πάγωσε. Τον είχε δει να πέφτει στην έφοδο στο Πόρτμειρ από υπερασπιστές της Ακαδημίας. Άνθρωπος από τη Μπορόν, δεν είχε σχέση με τη θάλασσα, όμως τρομερός πολεμιστής και εξαιρετικός ακροβάτης, είχε δέσει γρήγορα με το πλήρωμα και ο Ούμπρο του μάθαινε τότε να κολυμπάει και να κρατά την ανάσα του κάτω από το νερό. Πλησίαζε κοντά του με δύο κυρτά στιλέτα, το σήμα κατατεθέν του. Γρήγορα κατάλαβε το μειονέκτημά του, καθώς τα στιλέτα σαν φυσική προέκταση έδιναν στο Κόρεν ισορροπία, ταχύτητα και ευελιξία.

Αποφάσισε να παίξει με απόσταση, πρόταξε τη λεπίδα, κάθισε στο πίσω πόδι και περίμενε να βρει το άνοιγμα, ένα χτύπημα και τέλος. Ο Κόρεν δεν πτοήθηκε, πλησίασε απέφυγε το χτύπημα του Ούμ΄προ και κλείδωσε με τα στιλέτα τη σπάθα, ρίχνοντάς την στη θάλασσα, αφήνοντας άοπλο τον πειρατή. "Μάλλον αυτό ήταν, Κάπτεν, ο Κόρεν με νίκησε."

"Κόρεν πιάστον, δέστον και φέρτον πάνω" ακούστηκε η φωνή του Όρνιγκολντ. Ούμπρο δεν αντιστάθηκε και οδηγήθηκε δέσμιος στο κατάστρωμα. Κάποιος άλλος πειρατής τον κλώτσησε πίσω από τη γάμπα και ο Ούμπρο σωριάστηκε στην ξύλινη επιφάνεια. Παρ' όλη την κατάστασή του, η οσμή της πίσσας και του ξύλου τον γλύκανε καθώς του θύμισε παλιές όμορφες μέρες, και η μπότα του καπετάνιου στην κοιλιά του τον επανέφερε στο σήμερα.

"Λοιπόν σκύλε, με τι θάρρος αποφασίζεις να έρθεις εδώ? Δεν είσαι εσύ αυτός που μάζεψα από τους λάκους των μονομα΄χων. Δεν έχεις καμία σχέση με εκείνον. Ποιος είσαι? Τι κάνεις εδώ?"

Ο Ούμπρο δεν αποκρίθηκε. Πέρασε από τα μάτια του η ζωή του στο καράβι, όμως ήταν ανάμνηση, ο καπετάνιος είχε δίκιο, ήταν ο Ούμπρο της Rasnarry πλέον, ο Όυμπρο του Ρόιαλ Σλάιφερ ήταν απλά ένα κακέκτυπο του παρελθόντος.

Ξαφνικά, το καράβι άδειασε. Οι πειρατές χάθηκαν μέσα σε ένα σύννεφο καπνού και σκόνης και τα δεσμά του εξαφανίστηκαν. Στη θέση του Όρνιγκολντ, αιωρούνταν μίας απόκοσμη μα γνώριμη μορφή. Ένας Ρετιάριος! Όχι ως απολίθωμα, όχι ως σ΄υμβολο, μα ολοζώντανος σαν να ξεπρόβαλε ευθύς από εκείνη την αρχαία εποχή όπου κυριαρχούσαν στις θάλασσες. Μην μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του, είδε το ρετιάριο να τον πλησιάζει και να ψιθυρίζει στα αυτιά του. "Η σωστή ερώτηση δεν είναι ποιος είσαι."

Τα μάτια του πειρατή άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη και η ανάσα του κόπηκε.

"Η σωστή ερώτηση, Ούμπρο Μέρμαν, είναι, τι εκπροσωπείς..."