Rasnarry Academy

Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Μηνύματα - Άρντα Γκροντ

Σελίδες: 1
1
Κούνησε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, φορούσε το χαμόγελο της ψυχαγωγίας.

“Ξέρω έναν άνεμο,” είπε και άφησε την κούπα της κάτω. “ξέρω έναν άνεμο καυτό Φενγκ που μόνο ορμητικός δεν είναι.” φάνηκε να το σκέφτεται λιγάκι έτσι όπως η φλόγα στα μάτια της μεταβλήθηκε από οξεία φωτιά, σε φωτιά εστίας, ονειροπόλος και φιλόξενη. “Δεν είναι ούτε απρόβλεπτος κι όμως, δεν είναι λιγότερο θανατηφόρος.”

Έβρισκε σοφία στην ενδοσκόπηση του Φενγκ. Ήταν μικρότερος από τους βοηθούς ή τους τελειόφοιτους, αλλά η Άρντα στοιχημάτιζε πως γνώριζε τον εαυτό του καλύτερα από Πολεμιστές χρόνια μεγαλύτερους. Αυτό το στοιχείο της προσωπικότητάς του ήταν λαμπρό από μόνο τους, χρυσό. Η Άρντα δεν ήξερε ποια τα ερεθίσματα του Φενγκ όταν ήταν μικρότερος, ποια η σχέση του με τους γονείς του, αλλά όσα άκουγε της φώτισαν το πρόσωπο.

“Το δέντρο δε μπορεί να πολεμήσει τον ήλιο Φενγκ γιατί δεν είναι αυτός ο ρόλος του.” απάντησε με ζεστό χαμόγελο που έδιωχνε το κρύο γύρω τους. “Τρέφεται όμως από τον ήλιο. Παίρνει την ενέργειά του, την επεξεργάζεται και ύστερα μας την προσφέρει, έτσι ζούμε. Ναι, το δέντρο δεν κερδίζει τον ήλιο, ευδοκιμεί υπό τον ήλιο.”

Όσο τελείωνε την πρότασή της, ο Φενγκ ολοκλήρωσε την κατασκευή του και η Άρντα μπόρεσε να ρίξει μία ματιά. Πώς μπορούσε να μη χαμογελάσει πλατύτερα μπροστά στην ισορροπία;

“Είδες;” του έδειξε την κατασκευή του με το δάχτυλο. “Ο άξονας που οι πέτρες σου ισορροπούν είναι ο κορμός του δέντρου. Ο άξονας είναι μέσα σου, αρκεί να τον βρεις… αν και νομίζω τον έχεις αναζητήσει ήδη, έτσι δεν είναι;” ρώτησε συνομωτικά, αλλά με φιλικό τόνο και πήρε ξανά την κούπα στα χέρια της. Ήπιε και έστρεψε το πρόσωπο προς τον ουρανό με κλειστά μάτια. Άφησε να τη ζεστάνει ο ήλιος. Αποφάσισε πως ο νεαρός Πολεμιστής της άρεσε και θα τον έκανε φίλο της. Κοίταξε το Φενγκ και πάλι και του μίλησε χαμογελαστή.

“Το σώμα μου είναι αυτός ενός Ιστορικού, αλλά δε με σταματά από την προσπάθεια, όπως κι εσένα. Αν δε μπορείς να σκεφτείς σαν Πολεμιστή, αυτό σημαίνει πως υπάρχει κι άλλος τρόπος σκέψης που οι Πολεμιστές δεν είχαν ανακαλύψει μέχρι τώρα.” του έκλεισε το μάτι και συνέχισε. “Αν δεν αισθάνεσαι τα όπλα και τις πανοπλίες πάνω σου σωστά, τότε, απλά μην τα φοράς. Χρησιμοποίησε όμως τις κλίσεις σου, να, σαν την “ισορροπία”” η Άρντα έδειξε τον πέτρινο πύργο με τον οποίο την εξέπληξε λίγα δευτερόλεπτα πριν. “Έχεις δοκιμάσει ποτέ να τη χρησιμοποιήσεις; Έχεις σκεφτεί ποτέ να πειραματιστείς; Να δοκιμάσεις κάτι καινούριο βρε παιδί μου, κάτι που σου ταιριάζει.”

2
Η καλλιγραφία της Σιράν και η Άρντα ήταν απλοί γνωστοί μέχρι χθες, γνώριζε μόνο φήμες και την είχε δει περιστασιακά. Ανακάλεσε σχολικές μνήμες, τότε που η μαμά της αντάλλασε επιστολές με τους Ασάχι, όσο ταξίδευαν. Θυμάται να της δείχνει όμορφα ιδεογράμματα που η μικρή της κόρη κοίταζε αχόρταγα για την αρμονία και την ομορφιά τους. Θυμάται επίσης να ρωτά ο Γκίντεον πώς έβγαζε η μαμά άκρη κι εκείνη τους παρέπεμψε στο αντίστοιχο βιβλίο για να το εξερευνήσουν μόνοι τους. Της είχε μείνει πως το μελάνι ήταν ειδικό, το ίδιο και το πινέλο που χρησιμοποιούσαν. Έλεγε επίσης μέσα πως για να πετύχει κάποιος το επιθυμητό επίπεδο καλλιγραφίας απαιτούσε χρόνια εξάσκησης, ακόμη κι αν ήσουν έμφυτο ταλέντο -προφανώς μη εφαρμόσιμο σε χέρια Νάνου- και πως στην περιοχή της Σιράν αποτελούσε κανονικό επάγγελμα με τη δική του παράδοση και ολόκληρη τάξη καλλιγράφων, μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Δεν ήταν ακριβώς υπαλληλοι, δεν ήταν ακριβως καλλιτέχνες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της, βρίσκονταν κάπου στο ενδιάμεσο και έχαιραν εκτίμησης από όλες τις κοινωνικές τάξεις, που με απλά λόγια σήμαινε ότι τους άφηναν στην ησυχία τους. Σωστή επιλογή βέβαια, γιατί έτσι όπως έβλεπε τούτο εδώ το παιδί, τη χρειάζονταν την ησυχία του για να δώσει σχήμα σε τόσο σταθερές γραμμές και τόσο τέλειες καμπύλες.

Πριν μελετήσει περισσότερο το κείμενο που της είχε τραβήξει εξαρχής την προσοχή, τα μάτια της μαγνητίστηκαν από τις κινήσεις του Φενγκ. Ο συμμαθητής της βούτηξε το πινέλο στο μελανοδοχείο με αυτοπεποίθηση που η Άρντα ήταν σίγουρη πως δεν έδειχνε στις προπονήσεις των Πολεμιστών και με χέρι σταθερό, σαν να το κρατούσε ο θεός των γραμμάτων -αν υπήρχε τέτοιο ον στον Ήθεριντ, εκτός από αυτάρεσκες, εν δυνάμη βίαιες οντότητες, βουτηγμένες σε αρχετυπική ανεπνευστότητα- και υπό την καθοδήγηση εκείνης της δύναμης που υπερβαίνει τους θνητούς, εμφύσηξε πνοή στην αλληλουχία των χαρακτήρων- αρετών που γεννιόταν από την έννοια-μήτρα.

Τις έβλεπε, η Άρντα μπορούσε να ακούσει τις λέξεις - που ήταν παραπάνω από λέξεις- να αναπνέουν διαποτισμένες από την ίδια ουσία που διαποτίζονταν κι εκείνη. Το μόνο που διέφερε μεταξύ της Άρντα και των εννοιών ήταν το σώμα. Ή μήπως όχι; Σωμάτιο η σάρκα, παραλλαγή υγρού Σωματίου συνέθετε και το μελάνι. Οι έννοιες περιέκλειαν τη δική τους ιστορία, τη διηγούνταν σαν μελωδία υπόκωφη, δονούνταν σε συχνότητες που το απαίδευτο αυτί δε μπορούσε να ακούσει. Κι όμως ήταν εκεί, σαν τις φράσεις δύναμης, σαν κάθε τι που νομίζουμε άψυχο, αλλά που η μικρή του καρδιά χτυπά μακριά από τα περιορισμένα μάτια μας.

Με μάτια ορθάνοιχτα, αστραφτερά από τη χαρά της ανακάλυψης, η Άρντα ακολουθούσε τις σταθερές κινήσεις του χεριού του Φενγκ συνεπαρμένη. Χαμογελούσε, χαμογελούσε πλατιά που είχε την ευλογία να βιώσει ένα μικρό θαύμα σε χαρτί.

“Μάθε μου.” αποφάσισε μπροστά στη νέα γνώση, αλλά ο Φενγκ φαίνονταν εντελώς απορροφημένος στην τέχνη του, οπότε σεβάστηκε την έκσταση και περίμενε να τελειώσει, ενώ και η ίδια απολάμβανε τη διαδικασία και τις ερμηνείες του.

Όταν ολοκλήρωσε τις ερμηνείες του ονόματός του, ο Φενγκ πρέπει να αντίκρισε μία τρισευτιχισμένη Άρντα να τον κοιτάζει με πλατύ χαμόγελο. Της πήρε ένα λεπτό να συνέλθει από αυτό το αβάσταχτα ελαφρύ ξόρκι που την εξύψωσε για μια στιγμή. Εκείνη τη μοναδική στιγμή, παρόλο που δεν προορίζονταν για εκείνη, ένιωσε σαν να ήταν πιο κοντά με τα Πνεύματά της, τη Γιαγιά, τη Στρατηγό και τον Απόμακρο. Όταν επανήλθε στη γη, απάντησε στην ερώτησή του.

“Έχει σημασία αν είναι ή όχι η Φατρία μου;” ξεκίνησε με τρόπο σκεπτικό, καθώς ατένιζε την Ακαδημία. “Η προπόνηση των Πολεμιστών είναι ακόμη μία γνώση. Διαφέρει πολύ από τη γνώση που μπορούμε να αποκτήσουμε μέσα από τη μελέτη, αλλά κι αυτή μας καλεί να μελετήσουμε. Μπορώ να κλωτσήσω αυτή τη μελέτη;” Η Άρντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και συνέχισε με ήρεμο και φιλικό τόνο.
“Φυσικά και δε μπορώ. Να ξεκαθαρίσω βέβαια πως δε μου επιβάλλει κανείς να κυνηγάω καμία γνώση. Η οικογένειά μου απεχθάνεται την τεμπελιά και αγαπά τη μάθηση, μπορείς να πεις ότι κληρονόμησα την ιδιοσυγκρασία από τους προγόνους μου. Όμως δε με πιέζει κανείς. Μόνη μου ανέθεσα αυτήν την αποστολή στον εαυτό μου, από παιδί μάλιστα. Ταξιδεύαμε πολύ με τους γονείς μου, η μητέρα μου είναι Αρχαιολόγος και ο Πατέρας μου Εφευρέτης. Γνώρισα μέρη, γνώρισα κόσμο, γνώρισα σιγά σιγά τον εαυτό μου, αλλά αυτό που γνώρισα καλύτερα από όλα είναι πως σε κάθε στροφή υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις και αυτό το κάτι έχει να σου διδάξει δύο μαθήματα, ένα για τον κόσμο από τον οποίο προέρχεται και ένα για εσένα. Ένα ειδώλιο για παράδειγμα. Θυμάμαι μία ανασκαφή στα ανατολικά της Ισαχάρ. Η μαμά έβγαλε μία φιγούρα γυναικεία και μας την έδειξε. Τεράστιοι γοφοί, στρογγυλή κοιλιά, τεράστιο στήθος. Ο Γκίντεον είπε απλά “χοντρή” και πεθάναμε στο γέλιο, αλλά η μαμά περίμενε μέχρι να σταματήσουμε και μας εξήγησε πως όταν οι Άνθρωποι εμφανίστηκαν στον Ήθεριντ, ήταν ήδη κυνηγημένοι από τα Ξωτικά. Είχαν ανάγκη να επιβιώσουν και για να το καταφέρουν αυτό, είχαν ανάγκη να κάνουν πολλά παιδιά. Το ειδώλιο της γυναίκας έδειχνε μία κυρια που κυοφορούσε. Η μαμά μας εξήγησε πως οι Άνθρωποι είδαν ότι αυτή η εικόνα σημαίνει “μπορώ να κάνω παιδιά, άρα να επιβιώσω”, συνεπώς, προτιμούσαν να κάνουν παιδιά με όσες γυναίκες έμοιαζαν να έχουν τέτοιο σώμα που, θεωρητικά θα εξασφάλιζε επιβίωση στα παιδιά τους και τη γενιά τους, άρα σιγά σιγά, η δική μας “χοντρή” θεωρούνταν όμορφη για εκείνους τους πρώτους Ανθρώπους. Αυτό ήταν το μάθημα για τον κόσμο. Ακολούθησε το μάθημα για εμάς. Η μαμά μας ρώτησε γιατί θεωρήσαμε το σώμα εκείνο αστείο, τι θεωρούσαμε σωστό και πως δικαιολογούσαμε την ορθότητα της άποψής μας. Το σκεφτήκαμε πολύ με το Γκίντεον, αναγκαστήκαμε να διαβάσουμε για να καταλάβουμε ότι έχουμε μία άποψη που ανταποκρίνεται στο παρόν και ότι η αντίληψή μας για ένα θέμα επηρεάζεται από την κοινωνία που ζούμε. Στην πραγματικότητα, το ειδώλειο δε μας φαίνονταν άσχημο, αλλά παράξενο και καταλήξαμε ότι το σχήμα του δε μας πειράζει. Συνεπώς, μάθαμε κάτι και για τον εαυτό μας.”

Η Άρντα ήπιε μια γουλιά και συνέχισε με χαμόγελο.

“Το ίδιο συμβαίνει και με την προπόνηση των Πολεμιστών. Μαθαίνω τις τεχνικές διάφορων λαών και μέσα από αυτές μαθαίνω την ιστορία τους, το έδαφός τους, τις πρώτες ύλες για τα όπλα τους, το σωματότυπό τους. Παράλληλα όμως, μαθαίνω και για εμένα. Μαθαίνω πως το σώμα μου είναι δυνατότερο από όσο νομίζω, μαθαίνω που υπερτερώ και πού πάσχω, πώς να χρησιμοποιώ τα προτερήματά μου και πώς να κάνω καλύτερη χρήση των μειονεκτημάτων μου. Μέσα από την προπόνηση έμαθα ποια είναι τα όριά μου, αλλά και ότι μπορώ να τα ξεπεράσω αν προσπαθήσω. Έμαθα επίσης ότι μπορώ να συντονιστώ με άτομα σαν τον Ούμπρο και την Κεννάρα αν το θελήσουμε. Ο ένας είναι Βαλησίνος, η άλλη Άνθρωπος, εγώ Νάνος. Μπορώ επίσης να μάθω από εσένα, αν θα ήθελες να μου πεις τη δική σου εμπειρία με τη Φατρία σου.”

3
Η Άρντα χαμογέλασε στο νεαρό Πολεμιστή και έγειρε το κεφάλι μπροστά σε μικρή υπόκλιση. Επέλεξε αυτόν τον τρόπο να επικοινωνήσει μαζί του και όχι με τον πατροπαράδοτο, Νανίσιο τρόπο, ώστε να του δείξει την εκτίμησή της προς την τέχνη του και τον πολιτισμό του, όπως επίσης για να αφήσει να φανεί πως ήταν ανοιχτή στη μάθηση, ακόμη κι αν η γνώση περιελάμβανε ένα μικρό χαιρετισμό την ώρα του τσαγιού.


Ωπ! Την ήξερε το παιδί… Αχχχ και ποιος δεν την ήξερε εδώ που τα λέμε, η φήμη της ή μάλλον, η κακοφημία της ήταν σίγουρα ψηλότερη από την κορμοστασιά της και δεν έδινε κάλπικο νταρίκι για όσους ζηλιάρηδες μιλούσαν πίσω από την κοντή πλάτη της. Δεν ήταν δα και δύσκολο να καταλάβεις ότι κάποιος μιλάει από πίσω σου με τόσο κοντή πλάτη. Νανίσιες πλάτες εναντίον κουτσομπολιού, σημειώσατε ένα.

Πώς να το πει όμως ότι το παιδί αυτό δεν το γνώριζε; Ξωτικίσια κορδωτά; “Θα μου κάνετε την τιμή να ξεδιπλώσετε το νόημα της γενετήσιας δύναμής σας; ” Ένιωσε το εγκεφαλικό να έρχεται, καθώς διαπίστωσε πως αυτή η φράση ακούγονταν περισσότερο περίεργη από ότι θα έπρεπε. Φυσικά. Κορδοξωτικά είναι αυτά, τι περιμένεις;

Να το ρωτήσει Σοβερίνικα; “Οι άνεμοι της μοίρας παρέλειψαν να φυσήξουν του κόκκους από τους οποίους σχηματίστηκε το όνομά σου στην άμμο;” Ρε φίλε, πραγματικά, ποιος τις λέει αυτές τις μπαρούφες; Τι καπνίζουν οι Σοβερίνοι και λέμε τα Ξωτικά παρμένα μετά;

Ίσως Βαλησίνικα. “Θα μου έκανες την τιμή να τραγουδήσεις το όνομά σου σαν το κύμα;” Η Άρντα έκανε νοητική γκριμάτσα στον εαυτό της. “Θα ξεράσω” σκέφτηκε και αποφάσισε πως ο τρόπος ήταν ένας, ο ευθύς.


“Ξέρω κάποιες γλώσσες, αλλά όχι, χαρακτήρες που γεννιούνται από τέχνη δε γνωρίζω ακόμη να διαβάζω…”

Ήπιε μια γουλιά και αποφάσισε να το πάρει το ποτάμι.

“Πώς σε λένε;” ρώτησε απλά, με ενδιαφέρον και σεβασμό. Η ερώτησή της δεν είχε καμία προσποίηση, δεν υπήρχε κάποιο κόμπλεξ ανωτερότητας που επεδίωκε να την τοποθετήσει σε μία φανταστική ανώτερη θέση ώστε να κάνει το παιδί να νιώσει μικρός. Ήταν απλή, καθαρή και ξάστερη ερώτηση με ευθύτητα Νανίσια. 

4
Η Άρντα έβαλε τις χούφτες κάτω από το νερό της βρύσης. Στο παγωμένο του άγγιγμα άφησε ένα αναστεναγμό ανακούφισης. Εκείνη τη στιγμή ήταν το καλύτερο γιατρικό μετά την προπόνηση με τους Πολεμιστές. Ακόμη κι αν ήταν χειμώνας, όλη η ομάδα είχε ζεσταθεί οπότε, όταν το αναζήτησε, γνώριζε ότι το ήθελε κρύο. Οι χούφτες της γέμισαν με σταγόνες χειμερινές, βαρύτερες από εκείνες του καλοκαιριού, αλλά σε βαθμό που μόνο οι μετρήσεις Αλχημιστών και Εφευρετών μπορούσαν να προσδιορίσουν. Έριξε στο πρόσωπο μια καλή ποσότητα. Τη δρόσισε και της τσίμπησε τα μάγουλα έτσι κρύο που ήταν, καλοδεχούμενο παρόλα αυτά.

Έπειτα αναζήτησε την κουζίνα. Ένα τσάι ήταν ότι πρέπει για να φύγει η υπερένταση πριν το διάβασμα. Έβαλε το μαντεμένιο τσαγερό στη φωτιά και στάθηκε στο μεγάλο παράθυρο, μέχρι να ακούσει το γνωστό σφύριγμα που θα της ανακοίνωνε ότι το ρόφημά της ήταν έτοιμο. Κοίταξε έξω, την ηλιόλουστη αυλή που εύκολα σε ξεγελούσε να αψηφήσεις το κρύο. Μαθητές πηγαινοέρχονταν και φλυαρούσαν, ένα μεγάλο ρεύμα από και προς την Ακαδημία, έσπαζε σε ρυάκια και διακλαδίζονταν προς τους πύργους και τις αίθουσες.

Κοντά στον κήπο, ένα από τα ρυάκια έκανε παράκαμψη. Το βλέμμα της Άρντα ακολούθησε την ομάδα των παιδιών και όταν έφυγαν, εκείνο έμεινε εκεί. Παράμερα από τις φλυαρίες και τις φωνές, κάθονταν ένας μαθητής που δε γνώριζε. Το παιδί φαίνονταν συγκεντρωμένο, σχεδόν χαμένο στις σκέψεις του, σπάνιο πράγμα σε ένα κόσμο εκκωφαντικό. Φαίνονταν ακίνητος με την πρώτη ματιά, αλλά ύστερα από λίγη παρατήρηση, η Άρντα άρχισε να διακρίνει μικρές και αρμονικές κινήσεις, σαν να ζωγράφιζε. Έπιασε τον εαυτό της να χαμογελά με τα καλά νέα. Ο κόσμος έχει ανάγκη από άτομα με ήσυχο στόμα και φλύαρα μυαλά.

Το τσαγερό σφύριξε και η Άρντα έπιασε τη λαβή με μία βαμβακερή πετσέτα. Τα βότανα της πήραν τη μύτη, κάτι που την έκανε να γεμίσει την κούπα της με μεγάλη προσδοκία. Την τοποθέτησε σε ένα δίσκο με προσοχή, δίπλα της έβαλε το γεμάτο τσαγερό σε απόσταση ισορροπίας και ξεκίνησε για το δωμάτιό της. Δέκα βήματα αργότερα, η Άρντα επέστρεψε και πάλι στον πάγκο. Άφησε το δίσκο κάτω, έβαλε την κούπα της και το τσαγερό λίγο πιο δίπλα και στο χώρο που άφησε, πρόσθεσε άλλη μία κούπα και βγήκε στον κήπο.

Ο δρόμος την έφερε να πλησιάσει το παιδί από πίσω, έτσι, ο μαθητής δεν είδε τον ενθουσιασμό στο πρόσωπό της όταν διαπίστωσε πως δε ζωγράφιζε, αλλά έκανε κάτι διαφορετικό. Γι’ αυτή τη δραστηριότητα η Άρντα είχε διαβάσει, είχε ακούσει, αλλά δεν είχε δει ποτέ κάποιον να την εξασκεί σε πραγματικό χρόνο. Τι τύχη! Έσπευσε να τον προλάβει πριν μαζέψει το πινέλο του.

Ανέβηκε προσεκτικά στο μέρος που το παιδί εξασκούνταν, τον προσπέρασε από τα πλάγια με το δίσκο σταθερό στα χέρια και έφτασε να στέκεται όρθια μπροστά του, σε ασφαλή απόσταση από το έργο του. Η Άρντα λύγισε τα γόνατα και κάθισε. Το δίσκο τον άφησε στα αριστερά της. Έπιασε και πάλι τη λαβή του τσαγερού με την πετσέτα και αυτή τη φορά, έριξε τσάι στην άδεια κούπα. Την άφησε δίπλα στο παιδί με μετρημένες κινήσεις και χωρίς να βγάλει μιλιά, ύστερα πήρε τη δική της κούπα μπροστά, την έφερε στο στόμα και φύσηξε το τσάι που άχνιζε.

“Εξαιρετικό.” είπε με γνήσια ενθουσιασμένο χαμόγελο και έδειξε την καλλιγραφία του παιδιού. “Σιράν;” το ρώτησε βλέποντας τα γράμματα που έμοιαζαν πολύ στα ιδεογράμματα που χρησιμοποιούσαν οι Ασάχι.

5
Κόνραμ / Απ: Πρωτότυπος Χιονοπόλεμος [Εγγραφές]
« στις: Δεκέμβριος 13, 2019, 11:06:56 μμ »
Άρντα Καταστροφέας και τα μυαλά στα γουδιά!

6
Προφανώς και θα δώσω το παρόν, ακόμη κι αν δεν έχω όπλο! Στη χειρότερη, θα μοιράσω σφαλιάρες!  tongue

7
Στο άκουσμα του ονόματος Ντίρα, της μεγαλύτερης ξαδέρφης των Γκροντ που φοιτούσε στην Ακαδημία, η Άρντα ξίνισε τα μούτρα και ο Γκίντεον χαμογέλασε.

«Ναι! Ξαδέρφη μας είναι.» είπε εύθυμα και δεν έδωσε σημασία στο αστραποβόλι που έριξε η αδερφή του για βλέμμα.

Αντί να χαλάσει την ημέρα της, η Άρντα επικεντρώθηκε στα λόγια της Σαχρά για τον προστάτη της. Όσο προχωρούσαν, τα αδέρφια παρατηρούσαν το κατασκεύασμα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και περιέργεια. Μόνο το έμπειρο μάτι θα καταλάβαινε ότι η κατασκευή είναι χειροποίητη, από τις μικροσκοπικές ατέλειες, οι οποίες οφείλονταν καθαρά σε έλλειψη προηγμένου εξοπλισμού και όχι σε έλλειψη ταλέντου. Το σχέδιο και η επιλογή των υλικών κατασκευής προέρχονταν από βαθιά μελέτη, γι’ αυτό ήταν σίγουροι και οι δυο.

«Αρχές Μηχανικής;» μονολόγησε η Άρντα
«Τουλάχιστον ΙΙ και ΙΙΙ.» συμφώνησε ο αδερφός της.
«Οδηγός Μετάλλων για Προχωρημένους Μελετητές.»
«Αδιαμφισβήτητα! Σχεδιασμός Γκάους.»

Συνέχισαν να περπατούν, αλλά το μυαλό τους, φιλομαθές και πολυμήχανο, όπως πάντα, αναζητούσε να τραφεί με γνώση και ακόμη περισσότερη γνώση. Γιατί, όπως είπε και η Άρντα Α’ Γκροντ «Τα καλά ακονισμένα μυαλά κρατούν θηκαρωμένα τα καλά ακονισμένα σπαθιά.»

Ο Γκίντεον ήταν στάθηκε ανήσυχος «Πες το γιατί θα σκάσω!»
«Μοιάζει με το προηγούμενο το μπαμπά!»
Αναστέναξε ευχάριστα, γεμάτος ανακούφιση και διάθεση για αστεία. «Γι’ αυτό είσαι αδερφή μου!»
Ο αρχικός ενθουσιασμός της Άρντα είχε περάσει στον αδερφό της και επέστρεφε ξανά σε εκείνη σαν κύμα Αιθέρα που μόνο οι δυο τους μοιράζονταν.

«Αααααα! Σταματήστε, σταματήστε!» σήκωσε τα χέρια παρακαλώντας για μία παύση. «Σαχρά, δε μπορώ, με τρώει. Έχουμε ένα παιχνίδι με τον αδερφό μου που, όταν βλέπουμε κάτι καινούργιο μαντεύουμε την ιστορία του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα μαντέψουμε από τι φτιάχτηκε. Σου υπόχομαι!» έβαλε το δείκτη της στο οικόσημό της, «αν δε βρούμε ούτε τα μισά, θα κάνουμε ότι θέλεις, μα ΟΤΙ θέλεις για μια εβδομάδα.»
Τα αδέρφια κοιτάχτηκαν έντονα. Η Άρντα είχε το συνηθισμένα αυστηρό της ύφος, όπως κάθε φορά που διάβαζε ή ανέλυε μια θεωρία. Ήταν όμως ασυνήθιστο να δει κανείς το Γκίντεον σκεφτικό ή σοβαρό. Παραδόξως, εκείνη τη στιγμή ήταν και τα δύο. Έκαναν δυο βήματα και στάθηκαν στα πλαϊνά του Προστάτη, ένας Νάνος σε κάθε μεριά. Αφιέρωσαν δύο λεπτά εξετάζοντας το αντικείμενο του θαυμασμού τους σαν Θεραπευτές σε αυτοψία.
«Έτοιμος;»
«Έτοιμη;»
«Ριχ’τα!»
«Λοιπόν γριά, τριπλό ατσάλινο κράμα, μέτρια περιεκτικότητα Σωμίου.»
«Χυτό, τριπλό κράμα σπόρε, περιεκτικότητα Σωμίου 0,5- 0,9%.»
«Μεταλλοειδή στο πατρικό κρυσταλλικό πλέγμα, το πολύ 0,2%, δε διαβρώνεται.»
«Σωστός. Μέτρα μέταλλα και λειτουργίες. Αντοχή στη διάβρωση με Τίνιο, Πρίσμιο 10-20% και Κόπιο για εύκολη επεξεργασία.»
«Την επιφάνειά του σκληραίνουν Πρίσμιο, Μετεώριο, Τουνγκστένιο –πες μου ότι έβαλες Τουνγκστένιο σε παρακαλώ- Πυρολουσίτιο και Πλούμπιο! Συνεπώς, αν πέσει πάνω του μπάλα φωτιάς δεν τη νιώθει εξαιτίας των...»
«Πρίσμιο, Μετεώριο και Πλούμπιο...»
«Και δε θα σου χαλάσει ποτέ με τόσο Τουνγκστένιο. Σαχρά! Πες μου ότι έβαλες Τουνγκστένιο!»
«Δεν τελειώσαμε σπόρε! Βραχίονας που προσομοιώνει όλες τις αρθρώσεις. Τι θες Χελένα; Γόνατα; Σκύβει. Καρπό να σε χαιρετάει; Έχει. Άξονα περιστροφής, χχμμμ 270ο για κεφαλή και 180ο για κορμό και δε θα μπω στα πυρομαχικά της.»

Τα αδέρφια ατένισαν το μικρό Προστάτη για άλλη μία φορά με απόλυτο θαυμασμό. Πριν ξεκινήσουν, η Άρντα είχε μία ακόμη ερώτηση.

«Αλήθεια Σαχρά, Τουνγκστένιο έβαλες;»

8
Από τη μεριά που περίμενε το Γκίντεον ακούστηκαν ένα κάρο ήχοι. Κάτι σαν ρολάρισμα, λαχανιασμένο τρέξιμο και κάτι βαρύ και μεταλλικό... Για το λαχάνιασμα ήταν σίγουρη, ανήκε στο Γκίντεον, αλλά για τα υπόλοιπα... Η Σαχρά έκανε θεαματική είσοδο με τα πατίνια της. "Ω θεοί!" ήταν η πρώτη σκέψη της Ιστορικού. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα, θαυμάζοντας τα πατίνια, ένα εξάρτημα που για την ίδια ήταν απαγορευμένο. Η έκπληξη δεν τελείωσε όμως εκεί. Πριν προλάβουν να σηκώσουν τα μάτια τους, ένα μεταλλικό, ανθρωποειδές κατασκεύασμα σταμάτησε δίπλα στην Εφευρέτρια.

"Ουάου!" της ξέφυγε στην όψη του ευφυούς εφευρετήματος που ξεπερνούσε κατά πολύ τις προσδοκίες της.

"Κοντέ τι έχεις φτιάξει εδώ; Κι εσύ," στράφηκε προς τη Σαχρά, "πού κρυβόσουν τόσο καιρό; Και.. και... έχεις φτιάξει Προστάτη;;;;;" ο ενθουσιασμός της ήταν έκδηλος.

Η Άρντα και ο Γκίντεον ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν τέτοιους βοηθούς Εφευρετών από την παιδική τους ηλικία. Ο πατέρας τους είχε έναν, δώρο από την προγιαγιά, αλλά δεν τους επιτρέπονταν να πλησιάσουν, ούτε να τον αγγίξουν. Τώρα όμως, στη μικρή της εργασία, όλοι οι θεοί μαζί την ευλόγησαν με αυτό το απίστευτο εργαλείο, που ήξερε ότι μπορούσε να σου λύσει τα χέρια.

Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν, αλλά δεν τολμούσε να πάρει τα μάτια της από το ένα ακόμη αντικείμενο που δε μπορούσε να έχει, λόγω της θέσης της, το αντικείμενο του πόθου της, τα πατίνια!

"Α, ω! Ναι. Πριν ξεκινήσουμε. Η φουξολάχανη φίλη μας από εδώ, τη λένε Χελένα. Συνήθως μαζεύει χαμομίλια και τα πατάει μέχρι να τους βγάλει το λάδι. Θα γίνει λίγο πιο περιπετειώδης σήμερα, μαζεύοντας χαμομίλια στην πορεία φυσικά, αλλά νομίζω μπορεί να μας στρώσει το κεφάλι σε περίπτωση που σπάσει ή ανατιναχτεί." κοίταξε τη Σαχρά με προσμονή, περιμένοντας να ακούσει ότι στο παιχνίδι υπήρχαν πράγματα που ανατινάζονταν.

9
«Είναι απλό!» της εξήγησε ο Γκίντεον χωρίς να πλησιάσει. «Έχουμε μια εργασία ή μάλλον, εγώ και η αδερφή μου αναλάβαμε –ναι, από μόνοι μας, τέτοια φλώρια είμαστε- να κάνουμε μια εργασία. Η Άρντα ανακάλυψε κάποια κοιτάσματα λίθων, ίσως και λίθων δύναμης. Θέλουμε να πάρουμε μερικά δείγματα και να τα συγκρίνουμε με αυτά της Κόνραμ.»
Κοίταξε τον προστάτη για μια στιγμή. Η κατασκευή ήταν αξιέπαινη.

«Η ιδέα έχει ως εξής. Εμείς έχουμε τα μικρά εργαλεία, με αυτά θα βγάλουμε τα πετρώματα, αν είναι εκεί. Θα έχει όμως και βράχους. Θέλουμε μεγάλα χέρια, τα δικά σου.» είπε και έδειξε μία τη Σαχρά και μία τον προστάτη. «Και φυσικά, όπως σου υποσχέθηκα, δε θα είναι εύκολο να σκάψουμε, οπότε εδώ μπαίνουν στη μέση κάτι φήμες για ωραίες, χειροποίητες χειροβομβίδες... Τι λες;»

~

Η Άρντα, παρέα με τη Χελένα βγήκαν γρήγορα από τους κοιτώνες. Μόλις έφτασαν στην Κοινή Αίθουσα, περπάτησαν σαν να μην τρέχει τίποτα. Στο πέρασμά τους, η Ιστορικός τσέπωσε μερικές φέτες κέικ και μπούκωσε άλλες τόσες στο στόμα της, αρκετές για να φαίνεται σαν μητέρα σκίουρος. Μόλις βγήκαν, άρχισαν πάλι να τρέχουν γελώντας ζαβολιάρικα. Ήταν πρώτες στην πόρτα της βιβλιοθήκης.

10
Το Δάσος της Ακαδημίας / Δάσος vs Κόνραμ [Σαχρά, Χελένα]
« στις: Οκτώβριος 27, 2019, 02:02:57 μμ »

"Έι σπόρε, δες εδώ!"
Ο χάρτης γλίστρησε στην καλογυαλισμένη επιφάνεια του τραπεζιού και έφτασε στην άλλη μεριά. Ο Γκίντεον τον άρπαξε με δεξιοτεχνία και του έριξε μια αξιολογητική ματιά.

"Μυρίζομαι έπαινο γιαγιάς και όχι μόνο..."

Ο νεαρός Γκροντ κοίταξε σκεφτικός την αδερφή του. Οι δυο τους ήταν ντυμένοι στα μπλε, όμορφες τουνίκες με το οικόσημο ραμμένο αριστερά στο στήθος. Παρόλη την αφέλεια και την άνετη φύση του, ο Γκίντεον ήταν το ίδιο έξυπνος με την Άρντα και το γνώριζε. Προτιμούσε όμως να της αφήνει την περίπλοκη σκέψη όσο αυτός απολάμβανε τις ημέρες του στην Ακαδημία.


"Θέλουμε κάποιον Εφευρέτη που να μπορεί να βοηθήσει... Όχι την ξινή φυσικά!" εξηγούσε η Άρντα, αποκλείοντας την ξαδέρφη της Ντίρα από το σχέδιό τους.

Ο αδερφός της χτύπησε τον αντίχειρα με το μέσο, παράγοντας ένα φευγαλέο ήχο ιδέας. "Σε έχω." της είπε παιχνιδιάρικα. "Είναι στο μέγεθός μας (σχεδόν!), αλλά είναι και τεράστια. Μικρό σώμα και μεγάλο στόμα, κάτι σαν κι εσένα. Α! και ακόμη μεγαλύτερο μυαλό. Τι λες;"

"Υπάρχει άλλο τέτοιο άτομο και δεν είναι ήδη φίλη μου;"

"Βγαίνεις απ'τη βιβλιοθήκη;"

"Βγαίνω τώρα!"

Τα αδέρφια Γκροντ όρισαν το σημείο συνάντησης τη βιβλιοθήκη σε μισή ώρα και έφυγαν να βρουν τους "συμμάχους" τους για την επερχόμενη αποστολή.

~

Ο Γκίντεον δεν πλανήθηκε για πολύ. Σε εκείνα τα τρία χρόνια σπουδών, είχε μάθει τις αίθουσες και τα περάσματα της Ακαδημίας σαν την παλάμη του. Κατευθύνθηκε προς τα εργαστήρια των Εφευρετών με προσοχή. Η μισή του οικογένεια ήταν Εφευρέτες και γνώριζε πολύ καλά ότι όλα μπορούσαν να πάνε στραβά από στιγμή σε στιγμή. Σε μία από τις πόρτες έμπαινε μία ξανθιά Νάνος, με στητή κορμοστασιά, η Ντίρα Γκροντ.  "Καλημέρα όμορφη!" της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Ντίρα ανταπέδωσε το χαιρετισμό με πολύ καλή διάθεση, καθώς, σε αντίθεση με την Άρντα, ο Γκίντεον ήταν αγαπητός από όλα του τα ξαδέρφια.

Δεν άργησε πολύ. Πίσω από μια άλλη πόρτα ακούστηκαν αλλόκοτοι θόρυβοι. Ο Γκίντεον άνοιξε προσεκτικά, θαυμάζοντας την κατασκευή που αντίκρυζε. Στο περβάζι του παραθύρου, στέκονταν η Σαχρά, φορώντας το νέο της ανεμόπτερο, χειροποίητο και εντυπωσιακό, έτοιμη να απογειωθεί.

"Πριν πετάξεις!" τη συγκράτησε. "Είσαι για λίγη δράση;" Ο Γκίντεον, από το λίγο που την ήξερε, γνώριζε ότι η Σοβερίνη ήταν πανέξυπνη, αυτό που χρειάζονταν για την αποστολή τους, αλλά απρόβλεπτη. "Σου υπόσχομαι ότι μπορείς να ανατινάξεις ότι θέλεις."
"Ή σχεδόν ότι θέλεις" σκέφτηκε και εύχονταν για το καλύτερο

11
Πολύς πανικός στην αυλή, τι μπορεί να συνέβη; Ο Γκίντεον άφαντος, η ξινή Ντίρα άφαντη.
Από μακριά, το αυτί της Άρντα έπιασε το δεξιότεχνο κούρδισμα ενός μελωδικού λαούτου. Κάτι σαν ένστικτο την οδήγησε προς την άκρη της αυλής.

Πάρα το ύψος της, έριξε τις κατάλληλες αγκωνιές για να βρεθεί στις πρώτες σειρές. Γενικά ήταν ευγενική με τους συμμαθητές της, αν και δε συγκρατούσε ιδιαίτερα τη γλώσσα της σε χαρακτηρισμούς. Αυτή τη φορά δε χωρούσε ευγένεια, ειδικά αν έβλεπε εκείνο που πίστευε ότι ερχόταν.

Όσο διέσχιζε το πλήθος, τόσο περισσότερο πεπεισμένη ήταν. Δεν υπήρχε αμφιβολία, τόσο αρμονικός ήχος μπορούσε να βγει μόνο από τα δάχτυλα ενός ατόμου με άπειρο ταλέντο και τσουχτερή γλώσσα, η αγαπημένη της ατραξιόν. Παρόλο που δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, στο μυαλό της ζύγιζε να αρπάξει μία μπύρα, να καθίσει σε μια γωνιά και να απολαύσει. Ναι, ακόμη κι αν είχε μάθημα, δε μπορούσε να αρνηθεί στον εαυτό της αυτήν την απόλαυση. Δε θα την έχανε για τίποτα στον κόσμο.

Έφτασε επιτέλους μπροστά. Στο πρόσωπο της ζωγραφίστηκε ένα σατανικό χαμόγελο. Δεν είχε κάνει λάθος, σχεδόν ποτέ της δεν έκανε λάθος. Μπροστά της στέκονταν σε όλο του το μεγαλείο, ο πιο απολαυστικός, αποκρουστικός, διασκεδαστικός, σκανδαλιστικός, γαργαλιστικά γλαφυρός και αυτάρεσκος βάρδος στον κόσμο.

"Να μας πεις ένα τραγούδι που θα μας πονέσει όλους!" Απάντησε ξεδιάντροπα στην προβοκατορικη ερώτηση του.


 

12
Αν και η πιο μικρόσωμη από όλους, για άλλη μια φορά καλούνταν να πάρει την κατάσταση στις πλάτες της. Κοίταξε τη Χελένα που άρχισε να ιδρώνει και αναρωτήθηκε τι στο καλό της βρήκε ο καθηγητής και την ήθελε μαζί του. Παρόλα αυτά, δεν της πήγαινε η καρδιά να την αποπάρει από την πρώτη τους συνάντηση.

"Για έσενα όμορφο κοριτσάκι, νομίζω ότι τα πράγματα είναι απλά. Θα πας στο γραφείο της κυρίας Σαρασβάτι. Έμαθα ότι είναι καλή κυρία. Βαλησίνη αυτή, Βαλησίνη κι εσύ, θα τα βρείτε."

Λοξοκοίταξε τον καθηγητή για να δει τις αντιδράσεις του, αλλά εκείνος συνέχισε ανενόχλητος.

"Για έσενα αγαπητέ..." στράφηκε προς τον Ασέντο "Καλή τύχη. Η μόνη καθηγήτρια στους πολεμιστές που έμεινε από πέρσυ είναι η καθηγήτρια Ασάχι. Οι δικοί μου έχουν την τύχη να τη γνωρίζουν. Αν σου κάνει η καρδιά, πήγαινε μέχρι το γραφείο της, όλοι οι Ασάχι ίδιοι είναι. Τους άλλους δύο δεν τους ξέρω, είναι καινούριοι. Από ότι είδα εχθές στη γιορτή, δε μοιάζουν ιδιαίτερα φιλικοί, κλασικοί πολεμιστές. Δεν έχουμε περάσει οι υπόλοιποι βάσανα, μόνο οι καημένοι οι πολεμιστές." πρόσθεσε με λίγη ειρωνεία και συνέχισε. "Τέλος πάντων, σήμερα το πρωί είδα να κρεμασμένο ένα ξύλινο αλογάκι έξω από ένα γραφείο. Δεν ξέρω αν είναι της ψηλής ή του ψηλού. Μπορείς να δοκιμάσεις."

13
Πριν καλά καλά ξυπνήσει, η Άρντα ανακεφαλαίωνε στο μυαλό της τις πληροφορίες που είχε μαζέψει. Ανοίγοντας το ένα μάτι, κοίταξε το Γκίντεον, ο οποίος ροχάλιζε δυνατά δίπλα της. Μπορεί ο καθένας να είχε το δικό του κρεβάτι, το δικό του κοιτώνα, όμως ο δεσμός των διδύμων ήταν αξεπέραστος. Για καλή τους τύχη, το μικρό τους σώμα τους επέτρεπε να χωράνε άνετα σε ένα κρεβάτι. Έτσι, κάθε βράδυ που τους έπαιρνε αργά σκαρώνοντας ζαβολιές, συζητώντας για την οικογένειά τους και την πορεία της ή μελετώντας για τα μαθήματα και τις επιπλέον εργασίες που τους είχε φορτώσει η Άρντα με το ακούραστο πνεύμα της, κατέληγαν φαρδείς- πλατείς σε έναν από τους κοιτώνες ή στο τραπέζι της βιβλιοθήκης. Την προηγούμενη νύχτα, σαν σωστός, ανερχόμενος Νάνος, ο Γκίντεον είχε κερδίσει το διαγωνισμό ποτού. Δε θα μπορούσε να τον ξεπεράσει και κανένας... Προέρχονταν από τη γενιά του Βράντελ Γκρον.

Μισοκοιμησμένη, έτριψε τα μάτια της και πήγε να πλυθεί. Το σκηνικό δεν είχε αλλάξει όταν γύρισε. Ίσως ο Γκίντεον να ροχάλιζε δυνατότερα από τη στιγμή που κατάλαβε ότι όλο το κρεβάτι ήταν δικό του. Η Άρντα τον σκούντηξε δύνατα.

"Σκάσε, θα ξυπνήσουν τα κορίτσια." Ευτυχώς, ο Γκίντεον ήταν πολύ αγαπητός σε όλους και όλες, με τις γκριμάτσες και τα αστεία του, οπότε κανείς δεν είχε πρόβλημα που βρίσκονταν στο λάθος κοιτώνα. 

Μέσα στον ύπνο του, της έκανε νόημα να τον αφήσει στην ησυχία του. Δεν είχε σκοπό να ξυπνήσει νωρίς, αλλά και η Άρντα δεν είχε σκοπό να καθίσει να τον περιμένει. Είχε μία εργασία να παραδώσει, ιδέα που είχε παρουσιάσει στον αγαπημένο της καθηγητή, τον Αλάμανταρ Άντχεμ και που εκείνος δέχθηκε με μεγάλη του χαρά ή έτσι της έδωσε να καταλάβει με το μισοκοιμησμένο ύφος του πριν μερικούς μήνες.

"Θα σε αφήσω να κοιμηθείς, αλλά θα μου κάνεις μετά τις πλεξούδες." προσπάθησε να τον εκνευρίσει για να σηκωθεί γρηγορότερα. Καμία απάντηση.
"Εντάξει κοντέ, θα μου κάνεις τις πλεξούδες μετά. Μην πεις ότι δε σε προειδοποίησα."

Φόρεσε το τσεπάτο, μπεζ της φόρεμα, με το οικόσημο και το μοτίβο των Γκροντ. Γέμισε τις τσέπες της με μολύβια, χάρακες, δύο μικροσκοπικά μπουκαλάκια με χρωματιστό μελάνι και την πένα της, το ξυλόδετο σημειοματάριο. Στερέωσε το μεγενθυτικό μονκλ της και κατευθύνθηκε εύθυμα προς το γραφείο του καθηγητή.

Έξω από τη μεγάλη πόρτα του Σοφού Σοβερίνου, άκουσε τρεις φωνές να συζητούν. Η μία ήταν του καθηγητή, δεν υπήρχε αμφιβολία. Η χροιά του ήταν ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά πράγματα επάνω του. Οι άλλες δύο κάτι της θύμιζαν. Δε θυμόταν να έχει κανονίσει κάποιο ραντεβού με άλλους εκείνη την ημέρα. Τελευταία φορά που ήταν στο γραφείο του, συζητώντας την πρόοδό της, δεν είχε δει κάτι στο ημερολόγιό του. Δεν την ένοιαξε και πολύ. Έσπρωξε την πολύ μεγαλύτερη από αυτήν πόρτα και μπήκε στο γραφείο ανενόχλητη.

Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε σε εκείνο το γραφείο, αλλά ο Ασέντο και το πρασινοφουξομάλλικο θαλασσοπαίδι ήταν τα δύο τελευταία άτομα που περίμενε να δει μπροστά της.

"Καλημέρες στα παιδόπουλα." έγνεψε και κινήθηκε προς το γραφείο του καθηγητή.
"Καλημέρα κύριε Καθηγητά. Σας φέρνω αυτό που σας υποσχέθηκα." ανακοίνωσε περήφανα, αφήνοντας προσεκτικά τη διπλωμένη περγαμηνή επάνω στο ξύλο.

14
Ιστορικοί / Άρντα Γκροντ
« στις: Ιούλιος 12, 2019, 10:30:15 πμ »
Όνομα: Άρντα Γκροντ
Φυλή: Νάνος
Μέλος οικογένειας: Γκροντ
Ηλικία: 18 ετών
Φατρία: Ιστορικοί
Εμφάνιση χαρακτήρα: Η Άρντα έχει την τυπική εμφάνιση θηλυκού νάνου. Πυκνά, κόκκινα μαλλιά, πλεγμένα σε παχιές πλεξούδες, σχετικά μακριά, και πράσινα μάτια. Το πρόσωπό της είναι γλυκό, αν και νάνος, τονίζοντας τη γλυκύτητά της με μία ελιά κάτω από το αριστερό μάτι, σημάδι που μοιράζεται με το δίδυμο αδερφό της Γκίντεον. Έχει ύψος 90 εκατοστά και γεροδεμένο σώμα. Της αρέσουν πολύ τα φορέματα με έντονα χρώματα, όπως πορτοκαλί και κίτρινο. Παρόλα αυτά, είναι υποχρεωμένη να φορά το οικόσημο των Γκροντ στο πέτο ή στο μπράτσο, ενώ ειδικά για την Άρντα, πρέπει να φορά και μία απομίμηση της χρυσής αλυσίδας του Κράνβαλντ Α’ με την αξίνα. Φροντίζει πάντα να έχει επάνω της ένα ή περισσότερα σημειωματάρια, μολύβια για να γράψει ή να σχεδιάσει και ένα μικρό σκαπανάκι.

Προσωπικότητα: Είναι μία χαρούμενη νεαρή, που της αρέσει να μαλώνει με τον αδερφό της και να σκαλίζουν. Ανήσυχο πνεύμα, αναζητά συνέχεια περιπέτειες και κρυμμένα μονοπάτια για να περπατήσει και να ανακαλύψει. Της ήταν πολύ εύκολο να μάθει να διαβάζει και να γράφει, όπως και να μαθαίνει οικονομική και πολιτική ιστορία. Από μικρή δέχτηκε το ρόλο της με σοβαρότητα, δηλώνοντας εθελοντικά να φοιτήσει στην Ακαδημία, όπως όλα τα παιδιά των Γκροντ, με την ελπίδα πώς θα ανακαλύψει περισσότερη γνώση. Προσπαθεί να είναι πάντα η φωνή της λογικής και δίκαια προς όλους. Έχει τεράστια υπομονή στη μάθηση, αλλά όχι στα κακόβουλα πειράγματα. Παρόλο που δεν είναι πολεμίστρια, ξέρει πώς να χρησιμοποιεί τις γροθιές και το σκαπανάκι της με τρόπο που πονάει.

Προϊστορία: Η Άρντα μπορεί να περηφανεύεται για την καταγωγή της, αλλά σε αντίθεση με άλλα μέλη της οικογένειάς της δεν το κάνει. Είναι απευθείας απόγονος της Άρντα της Γηραιάς, της πρώτης Εφευρέτη και Μητριάρχη της οικογένειάς της, η οποία πήρε την απόφαση να μη συμμετέχουν στο πεδίο της μάχης ενεργά, μετά από τους θανάτους των παιδιών και των εγγονιών της. Επιπλέον, είναι απόγονος της Θέλμα Γκροντ, όπου μαζί με το δίδυμο αδερφό της Βράντελ, ήταν οι πρώτοι Ιστορικοί/ Αρχαιολόγοι της οικογένειας. Οι δίδυμοι πρόγονοι υποστήριζαν την αναγκαιότητα της Ακαδημίας και εργάστηκαν σκληρά για την Ίδρυση, τη σωστή λειτουργία και τη διάδοση του ονόματός της σε όλη την ήπειρο.

Το βαρύ φορτίο του ονόματός της ανέλαβε πρόθυμα και ταπεινά η Άρντα από νωρίς, γνωρίζοντας ότι δίπλα της είχε πάντα τον πιστότερο και ικανότερο σύμμαχο, τον αδερφό της. Οι γονείς τους, τους δίδαξαν τις βασικές επιστήμες από πολύ νωρίς. Συνεπώς, η Άρντα ήξερε να γράφει και να διαβάζει από τα 4 της, κατανοούσε Γεωμετρία και Αστρονομία στα 7 της και έκανε κριτική ανάλυση της Ιστορίας της ηπείρου στα 10 της. Μαζί με το Γκίντεον, κέρδισαν το χρυσό σκαπανάκι 3 φορές για την εκσκαφή πολύτιμων λίθων και ένα έπαινο για τη χαρτογράφηση των ορυχείων της Κόνραμ.

Μελετώντας την ιστορία τους, η Άρντα κατανόησε ότι η αρχηγεία σε μία οικογένεια είναι ευχή και κατάρα. Ευχή, γιατί ο αρχηγός έχει την ευκαιρία να εξελίξει την οικογένεια και κατάρα, γιατί μία λάθος κίνηση μπορεί να τους οδηγήσει στον ξεπεσμό και ακόμη χειρότερα, στον αφανισμό. Συνεπώς, δε διαδίδει σε κανέναν ότι είναι εκπαιδευόμενη μητριάρχης, μελετώντας υπερβολικά προσεκτικά την πολιτική, την οικονομία και την ιστορία όλων των φυλών. Κάπως έτσι παρατήρησε ότι ανεξάρτητα από τη φυλή που κάποιος θα γεννηθεί, οι νόμοι που διέπουν την ευημερία και την ιεραρχία τους είναι οι ίδιοι.

Τρέφει μια ελαφριά απέχθεια για τα Ξωτικά, τα οποία και ονομάζει «ξυλάγγουρα». Η μεγαλύτερη αντίπαλός της είναι η μεγαλύτερη ξαδέρφη της Ντίρα, η οποία έχει αρχηγικές τάσεις και της αρέσει να υποβιβάζει τους υπόλοιπους γύρω της. Παρόλα αυτά, αφήνει να φανεί ότι όντως η Ντίρα έχει τα ηνία, παρακολουθώντας και καταγράφοντας τα σφάλματά της.

Στόχος της είναι να χτίσει ένα ορφανοτροφείο, όπου τα φτωχά παιδιά της φυλής της θα μπορούν να βρίσκουν ζεστασιά και θα λαμβάνουν δωρεάν εκπαίδευση. Θεωρεί ότι όλοι οι Νάνοι πρέπει να εκπαιδευτούν για να μπορέσουν να αναπτύξουν το δυναμικό τους. Επιθυμεί επίσης να δημιουργήσει το πρώτο σχολείο προετοιμασίας των Γκροντ, όπου, αντί για μαθήματα στο σπίτι, όσοι επιθυμούν να φοιτήσουν στην Ακαδημία Ράζναρυ, θα μπορούν να προετοιμάζονται κατάλληλα.
 
Δείγμα γραφής: Τα δύο αδέρφια ανοιγόκλεισαν τα μάτια απορημένα με το κατασκεύασμα που αντίκρυζαν μπροστά στα μάτια τους. Το δοχείο στην αρχή της πατέντας ανασήκωσε μία λασπωμένη μάζα, η οποία κύλισε αργά στο κατηφορικό διαδρομάκι. Στο τέλος του, άλλο ένα μικρό δοχείο εμβάπτιζε τη λασπωμένη μάζα σε κουβάδες με νερό. Μία βουτιά και τσουπ! τη μετέφερε στον επόμενο κουβά. Μετά από πέντε κύκλους καθαρισμού, η περισσότερη λάσπη είχε απομακρυνθεί και το εύρημα μέσα της έπαιρνε σχήμα. Τα γρανάζια της πατέντας μετέφεραν το αντικείμενο σε ένα άλλο κατηφορικό διαδρομάκι. Εκεί, κατηφορίζοντας, το αντικείμενο περνούσε από μικρές, περιστρεφόμενες πλατφόρμες. Στα δεξιά και αριστερά, προσαρτημένα βουρτσάκια το καθάριζαν, καθώς εκείνο περιστρέφονταν. Όταν τελείωσε και από την τελευταία πλατφορμίτσα, το αντικείμενο που αχνογυάλιζε, έμεινε κάτω από μία βρυσούλα. Το νέρο, με τη βοήθεια μιας τελευταίας, απαλής βούρτσας, απομάκρυνε τη σκόνη που είχε απομείνει, αποκαλύπτοντας τη στιλπνάδα του μυστικού αντικειμένου.
Τα μάτια των παιδιών άνοιξαν διάπλατα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με θαυμασμό και απορία, καθώς ακόμη δεν είχαν καταλάβει τι αντικείμενο ήταν αυτό.
«Τι βλέπουμε εκεί μανιταράκια;» τους ρώτησε ο πατέρας τους με τη βαθιά φωνή του, πλησιάζοντας το κατασκεύασμά του με περηφάνια. Η Άρντα και ο Γκίντεον τον κοίταξαν με θαυμασμό και απορία.
«Αυτό εδώ» πήρε το αντικείμενο στα χέρια του, «είναι τμήμα από ασπίδα. Μπορούμε να ξέρουμε την εποχή;» τους ρώτησε, αλλά έμειναν να τον κοιτάζουν μαγεμένοι.
«Το χρώμα του μετάλλου θα σας δώσει την απάντηση.» συμπλήρωσε η μητέρα τους «Είναι κράμα;»
Με μια προσεκτική ματιά τα παιδιά κούνησαν το κεφάλι τους καταφατικά.
«Άρα;»
«Ιστορικά είναι σχετικά πρόσφατο.» συμπέραναν με μία φωνή.
«Μπράβο τα μανιταράκια μου!» περήφανος ο πατέρας τους, γελώντας δυνατά και σκουπίζοντας τον ιδρώτα του, κάτω από τον καυτό ήλιο.
 Ύστερα, η μητέρα τους πήρε το μικρό Γκίντεον να χειρίζεται το βουρτσάκι της για κάθε τι που έβρισκε, ενώ ο πατέρας τους έδωσε την ίδια υπευθυνότητα στην Άρντα, στη δική του μεριά.
«Όποιος βρει το μεγαλύτερο κερδίζει!» αναφώνησε το στοίχημα ο αδερφός της κι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά.

15
Παλαιές Οικογένειες / Άρντα Γκροντ
« στις: Ιούλιος 11, 2019, 05:18:58 μμ »
Όνομα Παλαιάς Οικογένειας: Γκροντ
Όνομα Χαρακτήρα: Άρντα Γκροντ (θηλυκό), 3ο έτος, Ιστορικός
Φυλή: Νάνος
Δείγμα γραφής:

«Πολεμάμε με την πένα» το ρητό της οικογένειάς τής ήρθε στο μυαλό, καθώς ατένιζε τα Λελάνεα να φέρνουν τους νέους μαθητές προς το νησί, ενώ τη διαδέχθηκε μία ακόμη σκέψη «χμ, με το σκαπανάκι...» παραδέχθηκε στον εαυτό της, μιας και λάτρευε τις ανασκαφές.
Σούφρωσε τα χείλη της στο τσίμπημα από το σκούντηγμα στα αριστερά της πλευρά.
«Όε σπόρε!» φώναξε στον κατά 2 λεπτά μικρότερο αδερφό της και του έριξε μία στο σβέρκο.
«Τι θες βρε γριά;» της ανταπέδωσε ο συνένοχος στο έγκλημα και προσπάθησε να της πειράξει τις παχιές, κοκκινωπές πλεξούδες της.
«Άσε με βρε στούμπε.» προσποιήθηκε ότι τράβηξε το χέρι της μακριά του. «Σύνελθε, έρχονται οι μεγάλοι.» δείχνοντας με τα μάτια προς το δρόμο που άνοιγε πίσω τους, ανάμεσα από Ξωτικά και Βαλησίνους.
Τα αδέρφια ύψωσαν την κορμοστασιά τους και φόρεσαν την τυπική έκφραση Γκροντ, σκεπτικοί μα γαλήνιοι. Τρία μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας και ένα μικρότερο ξεπρόβαλαν στις πλάτες τους. Η ομάδα οδηγούνταν από τη μεγαλύτερη ξαδέρφη, κομψά ντυμένη για Νάνος. Όλοι φορούσαν το οικόσημο στο πέτο.
«Άρντα, Γκίντεον.» τους έγνεψε με στόμφο, ενώ οι υπόλοιποι τους χαιρέτησαν φιλικά.
«Γειααααα.» αντιχαιρέτησαν τα δίδυμα βαριεστημένα.
«Έτοιμοι να υποδεχθούμε τα βλαστάρια μας;» συνέχισε η Ντίρα με στόμφο.
«Ναιιιιιιι.» συνέχισαν χωρίς να κρύβουν τη βαρεμάρα τους.
Τα Λελάνεα διέσχιζαν τα νερά της λίμνης με χάρη και το αεράκι φυσούσε στα πρόσωπά τους δροσερό. Η Άρντα γεύονταν τα έλαια από τα άνθη στο απομακρυσμένο προαύλιο της Ακαδημίας. Όλοι ανέμεναν με χαρά τους νέους μαθητές. Ο καιρός, η όμορφη μέρα και η διάχυτη χαρά έδεναν αρμονικά μεταξύ τους.
Όλα εκτός από το βλάκα!!!!
Ένα δυνατό, αλλά αόρατο σκούντηγμα εκσφενδονίστηκε προς το πλευρό του Γκίντεον, που, χωρίς να σκέφτεται αν τον βλέπουν, έκανε περιπαικτικές γκριμάτσες, γελοιωποιώντας τα λόγια της ξαδέρφης τους.
Ευτυχώς σοβαρεύτηκε αυτή τη φορά και η Άρντα αναστέναξε ανακουφισμένη από μέσα της.
Ούτε η ίδια χώνευε την ξαδέρφη τους που προσποιούνταν, αλλά τουλάχιστον καταλάβαινε για ποιο λόγο το έκανε. Έξω από την Ακαδημία, η Άρντα, αν και κάπου στη μέση της γενιάς της, έμελε να γίνει η νέα Μητριάρχης. Μέσα στην Ακαδημία όμως, η ιεραρχία ακολουθούσε την παλαιότητα και η Ντίρα, ακολουθούμενη από το Μπέρντ φρόντιζαν να το εκμεταλλευτούν όσο ακόμη μπορούσαν.
«Τι οφελεί;» αναρωτήθηκε για τη μάταιη συμπεριφορά των ξαδερφιών της και ατένισε την ακτή. Τα Λελάνεα πλησίαζαν περισσότερο.


Εγκρίθηκε!!
~ Στέλλα

Σελίδες: 1