Rasnarry Academy

Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Μηνύματα - Ζαάνα Θερέλ

Σελίδες: 1 2 3
1
Το Δάσος της Ακαδημίας / Απ: Συναισθήματα [Ανοιχτό]
« στις: Δεκέμβριος 09, 2019, 02:03:27 μμ »
Στα λόγια της την κοίταξε λίγο αμήχανα, σχεδόν κοκκινίζοντας.
"Ναι θα το ήθελα. Θα ήταν πολύ ωραία να γνωριστούμε καλύτερα σίγουρα, Μην ανησυχείς. Αν χρειαστώ κάτι θα σου πω!" είπε και της χαμογέλασε
Πήγε κοντά της σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα
"Επειδή δε ξέρω, είχες διδαχθεί καθόλου βοτανολογία ή μπήκες απευθείας στην αλχημεία; Ξέρεις να κόβεις σωστά τα βοτάνια;" την ρώτησε. Όχι για να δειχθεί, μα για να καταφέρει να πιάσει μια κουβέντα...έστω και ανορθόδοξα

2
Η Χώρα των Ξωτικών / Απ: [Quest] Γκραχλ Ι- Εξερευνώντας
« στις: Δεκέμβριος 09, 2019, 01:59:10 μμ »
Ακούγοντας τις φωνές και το κακό η πρώτη της αντίδραση ήταν να κρυφτεί πίσω από τον πάγκο με τα βιβλία της στο βάθος της βιβλιοθήκης που την έβγαζε σχεδόν κάθε μέρα. Κρύφτηκε πίσω από το γραφείο και αφουγκραζόταν τις φωνές και τα άτομα. Όταν συνειδητοποίησε τι έκανε κοκκίνισε μόνη της.

Θεά, γιατί; σκέφτηκε. Γιατί ντράπηκε, γιατί δεν ήθελε να αλληλεπιδράσει με τους υπόλοιπους... Μόλις οι φωνές κάπως καταλάγιασαν γύρισε και σήκωσε το κεφάλι της πάνω να κοιτάξει.  Ακολούθησε στην αρχή κρυφά το σαματά από πίσω, μα μόλις άκουσε το μεγαλοπρεπές τάρι χάρηκε και βγήκε και εκείνη μπροστά με τους υπόλοιπους. Άκουσε τον Βαλύριον να τραγουδά μα αμήχανη καθώς ήταν τράβηξε προς το μέρος της Χελένα, της γλυκιάς θεραπευτριας

"Τί..τί γίνεται εδώ;" ρώτησε σε μια ακόμα προσπάθεια να κοινωνικοποιηθεί

3
Το Δάσος της Ακαδημίας / Απ: Ιστορίες μπροστά στην φωτιά
« στις: Νοέμβριος 04, 2019, 02:51:54 μμ »
Η Ζαάνα καθόταν ακόμα μια βραδιά μόνη της στο μικρό της θησαυρό, εκείνο το σημείο όπου είχε κολυμπήσει με τη Νέια. Ξάπλωνε στην μικρή άδεια από βράχια περιοχή και κοιτούσε τα αστέρια. Αυτή τη φορά δεν είχε ανάψει φωτιά, ήθελε να είναι στο σκοτάδι. Τα μαλλιά της ακόμα υγρά από τη βουτιά της και το ρούχο της κολλημένο πάνω της. Ένας θόρυβος από πάνω. Κράτησε την αναπνοή της και άκουσε πατημασιές. Αφού οι πατημασιές απομακρύνθηκαν, σκαρφάλωσε πάνω και κατευθύνθηκε από πίσω ακολουθώντας τες. Τελικά άρχισε και η ίδια να ακούει ομιλίες και να βλέπει ένα φως. Το μυστήριο λύθηκε. Γύρω από μια φωτιά καθόντουσαν ο Καθηγητής Γκλίριον, η Καθηγήτρια Λύριεν και ο γίγαντας Νάνος. Πιο πέρα προς την πλευρά από όπου ήρθε και η ίδια είδε το νεαρό μα απρόσιτο Βαλησίνο πολεμιστή. Μήπως τις δικές του πατημασιές είχε ακούσει;

Ήταν σχεδόν έτοιμη να οπισθοχωρήσει και να κρυφτεί στην ασφάλεια του ερέβους, όταν άκουσε τον Καθηγητή Γκλίριον να ξεκινά την ιστορία της Κοράλια. Ήταν μια αγαπημένη της ιστορία και προς έκπληξη της ο Ξωτικός ήξερε αρκετές λεπτομέρειες. Όχι όμως όλες. Η Ζαάνα άγγιξε το ύψος της καρδιάς της. Ήταν ανάμεσα στους μαχητές ένας πρόγονος της, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που είχε δεθεί συναισθηματικά με την ιστορία. Ούτε ήταν ενδεχομένως το μυστικό του φίλτρου, πληροφορίες για το οποίο ο Οίκος της είχε. Ήταν το άλλο, η προϊστορία. Μια τραγική ιστορία αγάπης.

Δε μπόρεσε να κρατηθεί. Ένιωθε πως έπρεπε να το μοιραστεί. Δεν ήταν λάθος της Κοράλια. Δεν ήταν κρίμα της. Ήταν μία κατάρα, να είσαι μακριά, να είσαι ανήμπορος, να είσαι μόνος... Έκανε ένα βήμα μπροστά και βγαίνοντας από την σκιά των δέντρων κοίταξε έναν έναν τους παρευρισκόμενους.  Τα μάγουλα της έκαιγαν ξανά.

"Η σκοτεινή ουσία...είπε...δεν ήταν λάθος της" συμπλήρωσε καθώς κατευθύνθηκε προς την παρέα των τριών, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον νεαρό Βαλησίνο.

Η Ζαάνα βολεύτηκε στο χώμα, το λευκό της φόρεμα ήδη λεκιασμένο από χώμα και φύλλα. Ήξερε πως περίμεναν να πει το λόγο, να συνεχίσει την ιστορία. Κοίταξε τη φωτιά, βαθιά μέσα της, εκεί στην καθαρή ακόμα καύση, όταν το χρώμα ήταν ακόμα γαλάζιο...και χάθηκε στο απαγορευμένο βιβλίο του προπάππου της.

"Η Κοράλια ήταν μια όμορφη νεαρή, ακόμα πιο πίσω από τη χρονολογία που είπατε, όταν ακόμα ήμασταν στη θάλασσα. Η κόμη της και τα πλούσια λέπια της ιριδίζοντα σε κάθε σκοτάδι του Ωκεανού έκαναν και τους πιο επίδοξους νεαρούς να την θέλουν για γυναίκα τους. Χαρούμενη και άξια στο τραγούδι, κάθε γιορτή ήταν από τις πιο αποστράπτουσες εμφανίσεις. Το τραγούδι της όμοιο με εκείνο των Σειρήνων, καλούσε τους άντρες σε ζευγάρωμα. Όλους...μα όχι αυτόν που ήθελε." έκανε μία παύση και τα μάτια της έπεσαν στον Καθηγητή Γκλίριον σα να του τρυπούσαν την ψυχή.

"Ο έρωτας της ήταν...."σταμάτησε. Όχι δε μπορούσε να το αποκαλύψει ακόμα. Κούνησε το κεφάλι της και γύρισε να κοιτά τους υπόλοιπους. "Πολλές προτάσεις την έγιναν, μα αυτή αρνιόταν πεισματικά. Τότε ζούσαμε πολύ περισσότερο. Και με τα χρόνια και τον άδοξο έρωτα της η Κοράλια...τρελαινόταν.  Είχε μόνο στιγμές μαζί του, εδώ και εκεί. Λίγες κάθε βράδυ. Λίγες κάθε μήνα. Λίγες κάθε χρόνο. Και χρόνο με το χρόνο η σπηλιά της, το κρησφύγετο της μεγάλωσε με τα δώρα του Έρωτα της. Βλέπετε..." είπε και στόχευσε ξανά τον Καθηγητή Γκλίριον "η Κοράλια είχε ερωτευτεί παράφορα τον Ωκεανό. Τραγουδούσε γι αυτόν, ζούσε γι' αυτόν, χόρευε γι' αυτόν. Η κάθε φουρτούνα, η κάθε καταιγίδα δώρο Του, σημάδι της αγάπης του για εκείνην, ο κάθε νεκρός άντρας τιμή Του σε αυτήν. Έγινε η "νεκρή" Του νύφη στο μυαλό της γιατί η Κοράλια κύριε Καθηγητά είχε όντως τρελαθεί. Τον αγαπούσε και ήταν η μόνη που δε φοβόταν το σκότος του Απύθμενου Βάθους. Και παραδόξως πάνω στην τρέλα της ήταν τόσο τυχερή που κάποιοι πίστευαν πως όντως η Κοράλια ήταν η νύφη Του. Κακό δεν την άγγιζε."

Έφερε τα μαλλιά της μπροστά να στεγνώσουν. "Και εκεί σε κάποιο βάθος, λέγεται πως βρήκε το φύκι αυτό. Και η ανάγκη της να δεθεί μαζί του κύριε Καθηγητά λέγεται πως την έσπρωξε σε άλλα μονοπάτια, στο σκοτάδι" ψιθύρισε. "Η Αλχημεία υπήρχε πολύ πριν από εμάς. Η Κοράλια ήταν η πρώτη που δέθηκε μαζί της, όχι όμως με τον Αιθέρα, μα με κάτι άλλο, κάτι σκοτεινό. Και έγινε έτσι ένα πλάσμα του Σκότους. Η παρασκευή του φίλτρου, έκανε όλους τους υπόλοιπους σαν αυτήν. Τους τρέλαινε σιγά σιγά ώστε να μπορούν να δουν για λίγο την θεικότητα του Συζύγου της, και μετά να γίνουν ένα μαζί Του, για πάντα. Γιατί μόνο τρελοί -απόλυτα λογικοί για την ίδια- μπορούσαν να αντικρίσουν τον άντρα της." τελείωσε η Ζαάνα σκεπτόμενη λίγο την ιστορία ξανά.

"Όλοι αγαπάμε κάτι, μα που θα φτάνατε -ρώτησε κοιτώντας τους όλους έναν έναν- που θα φτάνατε κύριε Καθηγητά για τον έρωτα σας; Για την αγάπη σας; Για αυτό που πιστεύετε με όλη σας την ύπαρξη ότι αξίζει; Η Κοράλια το μετουσίωσε" κατέληξε και έπειτα επιδόθηκε στη σιωπή, δίνοντας χρόνο στους υπόλοιπους να καταλάβουν τον αντίκτυπο του Έρωτα στην Κοράλια. 

4
Το Νησί του Ουρίβ / Απ: [Quest] Η Θεραπεία, Κεφάλαιο ΙΙΙ
« στις: Νοέμβριος 04, 2019, 12:22:45 μμ »
Τον τραβούσε και προσπαθούσε να είναι δυνατή για τον ίδιο. Τώρα καταλάβαινε λίγο πως τα συμβάντα στη Μεβαίρ άλλαξαν τους υπόλοιπους. Οι Πολεμιστές είχαν μείνει πίσω και εκείνη ένιωθε έντρομη πως με κάθε βήμα της μακριά απομακρύνεται από τον ίδιο τον Θάνατο. Η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα. Δεν ήταν αληθινό αυτό! Γιατί;! Μια ζωή την είχε περάσει μέσα σε βιβλία, μαθαίνοντας συνεχώς νέα πράγματα, μα τώρα η αδυναμία της ήταν εκνευριστική. Φοβόταν, φοβόταν τον θάνατο, μα είχε γίνει έξω φρενών που το μοναδικό που μπορούσε να κάνει ήταν να τρέξει. Αυτός ο εγωισμός της, ο υπέρμετρος εγωισμός της, έβραζε.

Το σωτήριο πλοιάριο, μόλις ακούμπησε πάνω του, η μυρωδιά της αλμύρας την ηρέμησε λίγο. Ένιωσε λίγο πιο ασφαλής, μακριά. Η Κέννα τους ζήτησε να φύγουν από το κατάστρωμα και η Ζαάνα έσυρε το Ναρ μέσα. Έναν Ναρ που είχε χαθεί στις σκέψεις του.
Όταν κατεβήκαν στην ασφάλεια η Ζαάνα αποφάσισε πως έπρεπε να του μιλήσει. Δε μπορούσε να τον βλέπει έτσι.
"Ναρ, πρέπει να συνέλθεις. Πρέπει να είσαι δυνατός. Δεν έληξε τίποτα ακόμα. Οι Πολεμιστές μας και η Σέρα θα τον νικήσουν θα δεις, όλα θα πάνε καλά"

Μα ο Ναρ κατέρρευσε και η Ζαάνα βούτηξε μαζί του για να τον στηρίξει. Ψιθύριζε το όνομα της Σέρα... ήταν δυνατό να ένιωθε; Ήταν δυνατό να ένιωθε...τον χαμό της; Έδειχνε να έχει τρελαθεί, να έχει χαθεί για ακόμα μια φορά στον πόνο της ενσυναίσθησης, του χαρίσματος του. Και τότε ένας θόρυβος, ένας δυνατός γδούπος.

Η Ζαάνα έντρομη σήκωσε το κεφάλι της... "Είναι εδώ;" ψέλισε
"Πως ήρθε ως εδώ! Είμαστε τελειωμένοι, σκέφτηκε, μα έπειτα η καρδιά της άρχισε να φουντώνει. Τα μάγουλα της είχαν κατακοκκινίσει, οι κόγχες των ματιών της είχαν πεταχτεί έξω, άρχισε να ιδρώνει.
Αν ειναι να πέσω, θα πέσεις μαζί μου, σκέφτηκε με όλη της την ύπαρξη. Η πύρινη γαλάζια θάλασσα μέσα της άρχισε να φουσκώνει

"Ζαάνα υποσχέσου μου" ο Ναρ την έκοψε. Αιφνιδιάστηκε. Πώς-την-κατάλαβε;
"Δεν μπορώ να υποσχεθώ" του απάντησε κατεβάζοντας το κεφάλι της. Όχι δε μπορούσε να υποσχεθεί. Ο Ναρ ήταν φίλος της! Και δε φοβόταν πια! Μα πριν προλάβει να πει κάτι ο Ναρ ήδη έτρεχε προς τα έξω. Η Ζαάνα τα έχασε. Του φώναζε.

Η πυρκαγιά ξέσπασε. Καταραμένο τέρας!! Άρχισε να τρέχει προς τα έξω με όλη της την δύναμη, ενώ την ίδια στιγμή τραβούσε τον Αιθέρα μέσα της. Το ξόρκι της, το μοναδικό της ξόρκι απαιτούσε λίγη ώρα και τεράστια ποσά Αιθέρα. Μειονεκτήματα, για ένα πλεονέκτημα.

Με το που πάτησε το πόδι της έξω, είδε την Κέννα κάτω, το Ναρ απέναντι από το τέρας, λίγα μέτρα τους χώριζαν και ένα μεγάλο πράσινο αηδιαστικό χέρι να κατευθύνεται προς το μέρος του, να θέλει να τον πιάσει. Τα μάτια της διαστάλθηκαν, όλα μια μαύρη κόρα. Έτρεξε προς το μέρος του Ναρ και γυρνώντας τον απότομα μπήκε μπροστά του ενώ μια εσωτερική κραυγή της έκανε την έξοδο της από τα έγκατα των πνευμόνων της.  Εάν ήταν το τέλος, θα πήγαινε μαζί του.

"Ζαάνα!" και η κατεύθυνση της άλλαξε. Στιγμιαία, τον ένιωσε ξανά μέσα της στη θάλασσα της να την αλλάζει. Προστασία, ασπίδα, φύλαξη.
Τεράστιες πύρινες γλώσσες έκαναν την εμφάνιση τους ανάμεσα στην πλάτη της και το πράσινο χέρι. Η κραυγή της, ο Αιθέρας που τόση ώρα καλούσε και διαχειριζόταν, ξέσπασαν στην μετουσίωση της καρδιάς της. Οι πύρινες γλώσσες κάλυψαν το ύψος του τέρατος, μα έπειτα η Ζαάνα κατέρρευσε στα γόνατα.

Ένα μοναδικό ξόρκι, μια μόνο ευκαιρία. Το ήξερε, γι αυτό ποτέ της δε το έκανε. Δεν έβλεπε, ίλιγγος. Τα είχε καταφέρει; "Ναρ" φώναξε και με τα χέρια της άρχισε να τον ψάχνει.

"Συγγνώμη..." η φωνή του...

5
Το Νησί του Ουρίβ / Απ: [Quest] Η Θεραπεία, Κεφάλαιο ΙΙΙ
« στις: Οκτώβριος 15, 2019, 11:52:29 μμ »
Η Ζαάνα βλέποντας το τέρας έμεινε στήλη άλατος. Δε πίστευε αυτό που έβλεπε μπροστά της. Τώρα καταλάβαινε την αντίδραση της Άρυα τότε στο δάσος μετά τη Μεβαίρ. ¨ηταν κάτι εξωπραγματικό, κάτι κακό. Όλα εξελίχθηκαν τόσο γρήγορα μπροστά της. Η Καθηγήτρια Ασάχι ήταν κάτω, κατέφθασαν νέα άτομα, μαζί τους η Κέννα, έγιναν επιθέσεις και ξαφνικά η καθηγήτρια που πριν σφάδαζε στον πόνο ήταν πάνω στο τέρας και η μεγάλη Σέρα είχε βγει μπροστά και είχε καταφέρει δύο πολύ δυνατά χτυπήματα. Όλοι έδειχναν φοβισμένοι.

Αμέσως πλησίασε τον Ναρ και του έπιασε το χέρι σφιχτά. Ότι και να γινόταν δε θα τον άφηνε. Είχε μια ευκαιρία, το ήξερε, μα αν χρειαζόταν θα το έκανε, αν χρειαζόταν θα τον προστάτευε με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε. Ήξερε πως δεν ήταν δυνατή, ήξερε πως ήταν μικρή και πως το ξόρκι της ίσως να μην είχε αποτέλεσμα, αλλά ήταν το πιο δυνατό και το μοναδικό που μπορούσε να κάνει. Έτσι έπιασε το χέρι του Ναρ, τον κοίταξε με πίστη και μπήκε μπροστά του προτάσσοντας το σώμα της ως ασπίδα.

"Μην ανησυχείς. Σε έχω" του είπε σιγά

6
Το Δάσος της Ακαδημίας / Απ: Παράνομο κολύμπι (Ανοιχτό)
« στις: Οκτώβριος 12, 2019, 08:03:12 μμ »
Η Ζαάνα χαμογέλασε στη Νέια και όσο η Νέια ασχολιόταν με το σβήσιμο της φωτιάς, η ίδια δίπλωσε ευλαβικά τα μπουρνούζια και τα έβαλε πίσω στο σάκο, μετά μάζεψε τις κούπες και τις έβαλε και εκείνες μέσα. Έκρυψε ξανά το σάκο πίσω από την μεγάλη πέτρα και ντύθηκε. Προηγήθηκε στο σκαρφάλωμα για να της δείχνει που να πατήσει καθώς το είχε ήδη κάνει κάποιες φορές και αφού ανεβήκανε πάνω, πήραν το δρόμο του γυρισμού.
Στο δρόμο δεν μιλήσαν, αλλά δεν υπήρχε κάτι να πούνε. Η αίσθηση της ηρεμίας και της ανακούφισης θα χανότανε με τη φλυαρία, και η Ζαάνα εκτιμούσε τη σιωπή.

Άφησε τον αέρα να της στεγνώσει τα μαλλιά κρατώντας ωστόσο τη πετσέτα της στο σβέρκο της για να μη κρυώσει από τα υγρά μαλλιά της. Φτάσανε στον κοιτώνα και παρότι ήταν στην ίδια φατρία ήταν σε διαφορετικά δωμάτια. Καληνύχτισε τη Νέια πρόσχαρα και βάδισε προς το δωμάτιο της. Έπεσε στο κρεβάτι αμέσως και αφού σύρθηκε κάτω από τα παπλώματα της ο ύπνος την κοίμισε σχεδόν αμέσως. Ήταν μια πολύ όμορφη βραδιά.

7
Το Δάσος της Ακαδημίας / Απ: Πάρτι Έκπληξη
« στις: Οκτώβριος 12, 2019, 06:36:51 μμ »
Της ήρθε ένα γράμμα για το πάρτυ γενεθλίων της Κασσάνδρας. Αποφάσισε να πάει για να δει και να γνωρίσει κι άλλα άτομα. Περίμενε να είναι σίγουρα η Νέια, η Μοργκέιν και η Άρυα...και είχε ελπίδες να είναι και ο Ζάος, η αλήθεια ήταν. Δεν είχε πολλά καλά ρούχα, ίσως δύο ή τρια φορέματα, τα οποία ήταν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Παρόλα αυτά κατέληξε σε ένα φαρδύ μακρύ φόρεμα, του οποίου η ιδιοτροπία ήταν πως από μπροστά ήταν πιο κοντό ενώ από πίσω πιο μακρύ, σε κίτρινο απαλό χρώμα. Έβαλε στη μέση της μια φαρδιά ζώνη στο χρώμα της λεβάντας και ένα ζευγάρι σανδάλια στο ίδιο χρώμα. Έπιασε τα μαλλιά της σε ένα ανέμελο κότσο αφήνοντας αφέλειες και στερέωσε στα αυτιά της δύο πέρλες σε ροζ χρώμα, τις οποίες είχε βρει η ίδια στις θάλασσες που βουτούσε στο πατρικό της. Φυσικά ζωγράφισε στο μέτωπο της το σύμβολο της αφήνοντας ακόμα κάποιες μωβ πινελιές. Χαρούμενη για την επιλογή της με ελαφρά βήματα ξεκίνησε για τη γιορτή.

Φτάνοντας αντίκρυσε πάρα πολύ κόσμο. Η ματιά της χάθηκε στα άτομα, στις υπέροχες παρουσίες των Καθηγητών Νάντριελ, του Άρκαιν και της Άτρας, πραγματικά υπέροχοι. Ωστόσο έψαχνε άλλο πρόσωπο. Εντόπισε τη Νέια αλλά κοντά ήταν και διάφοροι άλλοι συμμαθητές της. Τους χαιρέτισε ευγενικά όλους και με χαμόγελο έμεινε δίπλα στη Νέια. Της ένευσε καταφατικά και γύρισε να περιεργαστεί κι άλλον τον χώρο και τα άτομα. Κάποια ήταν νέα γι αυτήν. Μέχρι που η ματιά της έπεσε σε έναν τεράστιο Νάνο. Με μάτια γουρλωμένα γύρισε στη Νέια και δείχνοντας της τον ρώτησε "Ποιός είναι αυτός; Και...τί είναι; Νάνος;"

8
Ένιωσε ένα αεράκι και η μυρωδιά του θαλασσινού νερού την συνεπήρε, ξαφνικά τα κύματα έγιναν γαλάζιες γλώσσες φωτιάς. Μα δε φοβήθηκε. Όσο παράξενο κι αν ήταν η Φωτιά ήταν το στοιχείο της, ένα μυστικό που φυλούσε χρόνια τώρα. Κι ο Ναρ το είχε καταλάβει. Ήταν εκεί μαζί της και κοιτούσε την γαλάζια και πύρινη θάλασσα της. "Μη φοβάσαι να ανοιχτείς στους γύρω σου" της είπε. "Μα Ναρ, δε βλέπουν" του είπε. Ο φίλος της της χαμογέλασε γλυκά, έφερε το χέρι του στο μάγουλο της και της φίλησε απαλά το μέτωπο, το χαραγμένο αλχημιστικό σύμβολο του Νερού "τότε κάντους να δουν Ζαάνα" της είπε και γύρισε πάλι στην ατελείωτη θάλασσα. "Ναρ, σ ευχαριστώ" του είπε "Και γω" της απάντησε.

Τα μάτια της άνοιξαν και η ομορφιά της ψυχής της έδωσε τη σειρά στον μισολιπόθυμο Ναρ. Η Ζαάνα έτρεξε γρήγορα στο μέρος του, μα η Χελένα και ο Γκλίριον ήταν πάνω του. Έδωσε λίγο χώρο καθώς θα είχαν πολύ περισσότερο χρόνο μαζί και περίμενε καρτερικά τη σειρά της να φτάσει κοντά του και να μείνει για πάντα! Είδε την Σαγιάνε να βγαίνει έξω απότομα. Έκλαιγε; Σκέφτηκε να την ακολουθήσει, μα τι μπορούσε να της πει; Και ποιά ήταν να  το κάνει αυτό; Αποφάσισε να μείνει εκεί με τους υπόλοιπους και να προσέχει το Ναρ. Ήταν ένα μικρό τσίμπημα ανησυχίας και τον νοιαζόταν.

9
Η Ζαάνα σχεδόν αγχωμένη κατευθύνθηκε προς το μαγαζί που είχε ακούσει πως έχουν πέτρες ενδυνάμωσης. Είχε βάλει μια κάπα και έσφιγγε την κουκούλα γύρω από το κεφάλι της για να μην τη δει κανείς. Είχε ένα μυστικό και ήθελε να το κρύψει καλά. Ήξερε φυσικά ότι ήταν χαζό αυτό γιατί κάποια στιγμή θα το αποκάλυπτε, αλλά φοβόταν γι αυτό. Ίσως κάποια στιγμή να έπρεπε να πάει να βρει τον Καθηγητή της και να του ζητήσει βοήθεια, αλλά για την ώρα το πείσμα της ήταν αρκετό για να την αποτρέψει από αυτό.

Βρήκε το μαγαζί και βλέποντας την Σαγιάνε μέσα κρύφτηκε και περίμενε να φύγει. Έπειτα μπήκε μέσα το ίδιο συνωμοτικά και προσπαθώντας να αλλαξει τη φωνή της, ζήτησε έναν ηλιόλιθο και έναν λευκό ιάσπι. Έβγαλε το πουγκί της και το άδειασε όλο πάνω στον πάγκο περιμένοντας νευρικά τον πωλητή.

10
Χαμογέλασε στη Νέια και ένιωσε τις αισθήσεις της να γίνονται πιο έντονες. Θαρρείς τα χρώματα ζωντάνεψαν. Λάτρευε αυτή τη σχέση που είχε με τη Νέια, σα να ανακάλυπταν η μία την άλλη μέσω της αλχημείας τους, κάτι που ήταν πολύ όμορφο για την ίδια. Η Κέννα είχε πολύ σκοτεινή ματιά, μα αυτό δε την πτόησε. Μπορεί όντως σε σχέση με τους υπόλοιπους συμμαθητές της να ήταν η πιο αγνή στη ψυχή, να μην είχε δει ή βιώσει φρίκες, θανάτους και αδικίες, αν και κάτι πλέον της έλεγε ότι έπρεπε να προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά ένιωθε τον πόνο. Δεν της ήταν αδιάφορος όπως συχνά την κατηγορούσαν στην πόλη της.

Έφτασαν. Η Σαγιάνε ήταν με την Κασσάνδρα και μιλούσαν σε μια άλλη γυναίκα. Την μεγάλη Σέρα μάλλον. Και εκεί πίσω, λίγο ντροπαλά στην αρχή αλλά πιο ξάστερα μετά, ένα παιδί με καστανά μακριά μαλλιά και ένα θερμό χαμόγελο τους πλησίασε. Η Ζαάν ένιωσε περίεργα, η ματιά του είχε καρφωθεί πάνω της και για κάποιο λόγο δε μπορούσε και εκείνη να κοιτάξει αλλού. Θαρρείς τα μάτια του της μιλούσαν, μόνο που δεν ήξερε τι. Υπνωτισμένη σχεδόν, της ήρθε μια εικόνα, τα μικρά ψάρια στο βάθος του Ωκεανού να υπνωτίζονται από το φως και πηγαίνοντας προς την μοναδική πηγή θερμότητας να πεθαίνουν.

Μόνο που αυτή η πηγή θερμότητας, το ένιωθε, δεν ήταν κακή. Τον πλησίασε και εκείνη, με μισό χαμόγελο, περισσότερο με περιέργεια και...περιέργως οικειότητα. Εκείνος της άπλωσε τα χέρια του και εκείνη του τα έδωσε. Μείνανε για πολύ λίγο έτσι, τα χέρια τους πλεγμένα, κανένα άσχημο συναίσθημα σε αυτήν την επαφή, σιωπηλοί. Τελικά το χαμόγελο της έγινε θερμό και πλατύ. Εκείνος της το ανταπέδωσε, σα να μιλούσαν τηλεπαθητικά. Άφησαν το ένα χέρι και πιασμένοι κατευθύνθηκαν προς τα παιδιά. Γύρισε και κοίταξε τη Νέια χαμογελώντας διάπλατα σα να της σύστηνε σιωπηλά το νέο της φίλο. Φίλο...μια λέξη τόσο ιδιαίτερη για την ίδια. Αλλά ήξερε, πως ο Ναρ πλέον ήταν φίλος της.

Άκουσε την Άρυα να μιλά και κρατώντας απαλά το χέρι του φίλου της, του έδωσε χώρο να μιλήσει και να γνωριστεί με τους υπόλοιπους.

11
Ανακοινώσεις / Απ: [Quest] Το Γκραχλ
« στις: Οκτώβριος 01, 2019, 11:03:28 μμ »
Ζαάνα Αλχημίστρια Α' έτος

12
Το Νησί του Ουρίβ / Απ: [Quest] Η Θεραπεία, Κεφάλαιο ΙΙ (Ανοιχτό)
« στις: Σεπτέμβριος 27, 2019, 08:35:40 μμ »
Η γυναίκα τελικά ήταν η Σαγιάνε Ασάχι. Δεν ήξερε ποιά ήταν, αλλά ήξερε για τον Οίκο αυτόν των Ανθρώπων. Μεγάλοι και αδίστακτοι Πολεμιστές. Η αύρα της ήταν ιδιαίτερη, πλεγμένη στο αίμα, μα η κίνηση στον ώμο της Άρυα ήταν απαλή, σα να νοιαζόταν. Έφυγε γρήγορα και τους άφησε με προστασία τους δύο άλλους μαθητές Πολεμιστές, την Κέννα και τον Όλυξ. Ρίσκο να αφήσει μαθητές στην προστασία της ομάδας, αλλά φάνηκε πως τα παιδιά ήξεραν τι έκαναν. Η Κέννα πήρε αμέσως πρωτοβουλία και την κάλεσε κοντά της. Έσφιξε τις γροθιές της και υπάκουσε. Μπορεί να ήταν μικρή και άπειρη, μα ήξερε ένα καλό ξόρκι. Κι αν χρειαζόταν ποτέ θα το χρησιμοποιούσε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ο Ζβιρ τους αποκάλυψε ακόμα κάτι που έκανε τους πάντες να κοιταχτούν μέσα στο δωμάτιο, μαθητές και καθηγητές. Το Άγγιγμα, αυτό το χάρισμα που είχε το παιδί μπορούσε να ξυπνήσει σε όλους τους Θεραπευτές! Αυτό κι αν ήταν τρομακτικό. Στο άκουσμα των λόγων, η Κασσάνδρα επίσπευσε τις διαδικασίες για να πάνε να βρούνε το παιδί με τις δύο πλέον Πολεμίστριες. Κι αυτό και έγινε.

Μπήκαν ξανά στις άμαξες και κίνησαν για το μέρος που βρισκόταν το παιδί. Στο δρόμο η Ζαάνα βρέθηκε πλάι με την Κέννα. Της είχε πει να μείνει κοντά της και αυτό θα έκανε. Φαινόταν πολύ ευέξαπτη και η ματιά της ήταν ανήσυχη. Ακόμα μια ενδιαφέρουσα παρουσία, σκέφτηκε.
Έτεινε το χέρι της προς το μέρος της και συστήθηκε "Είμαι η Ζαάνα" είπε "χαίρομαι που σε γνωρίζω έστω και με αυτές τις συνθήκες" είπε και χαμογέλασε λίγο. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να κάνει φιλίες. Ή έστω να γνωρίσει άλλα άτομα.

13
Το Δάσος της Ακαδημίας / Απ: Συναισθήματα [Ανοιχτό]
« στις: Σεπτέμβριος 27, 2019, 01:29:12 μμ »
Η Ζαάνα δέχτηκε το μαχαίρι από τα χέρια της Μοργκέιν. Μα κατάλαβε επίσης και την ερώτηση της.  "Καλά είναι Μοργκέιν, νομίζω ότι τους πλήγωσε λίγο το ότι επέλεξα και εγώ τους Αλχημιστές, αλλά το δέχτηκαν, δε μπορούσαν να κάνουν και τίποτα άλλο άλλωστε." Κοίταξε τη Μοργκέιν εξεταστικά. Να της έλεγε; Χαμήλωσε το κεφάλι της και έπειτα το σήκωσε ξανά και της χαμογέλασε αμήχανα "Και οι θείοι καλά είναι" αρκέστηκε μιας και η Μοργκέιν δεν την είχε ρωτήσει απευθείας και δεν ήθελε να φανεί αδιάκριτη.

Έπειτα κοίταξε την Άρυα και της χαμογέλασε θερμά. "Μην ανησυχείς Άρυα. Ξεκίνησα ως θεραπευτής, γνωρίζω κάποια πράγματα." είπε καθησυχαστικά στην κοπέλα και ξεχύθηκε να κόβει τα βοτάνια προσεκτικά προς το μέρος που της είχε υποδείξει η Άρυα.

Ένιωθε περίεργα. Δεν ήξερε πως έπρεπε να αισθάνεται. Περισσότερο άβολα, ίσως αμήχανα, ειδικά με τη Μοργκέιν. Αλλά σύντομα, οι απαλές κινήσεις και η ενασχόληση με τα φυτά την χαλάρωσαν και ξεχάστηκε σε αυτό που έκανε.

14
Το Δάσος της Ακαδημίας / Απ: Παράνομο κολύμπι (Ανοιχτό)
« στις: Σεπτέμβριος 24, 2019, 03:27:30 μμ »
"Ναι η Άρυα φάνηκε αρκετά συμπαθητική και αυτόνομη, δυνατή" συμπλήρωσε συμφωνώντας με τη διαπίστωση της Νέια "Όσο για τη Μοργκέιν...ας πούμε απλά πως είναι περίεργη η σχέση μας για να την κατατάξω κάπου" είπε κοιτώντας ξανά τη φωτιά.

"Να σου πω την αλήθεια, απολαμβάνω τη μοναξιά. Σε παρακαλώ, μην το πάρεις στραβά αλλά κάνω δύσκολα...φίλους. Το ότι περνάω σήμερα τόσο χρόνο μαζί σου είναι υπέρβαση για μένα.¨ της είπε η Νέια και η Ζαάνα ένιωσε όπως όταν βυθιζόταν στα νερά της Ωκεανίας, όμορφα, γαλήνια ασφαλή. Ήταν ότι πιο όμορφο μπορούσε να ακούσει από κάποιον. Ένα δώρο. Άραγε, ήταν η αρχή μιας φιλίας; Ουάου, είπε μέσα της, τόσο περίεργο. Την κοίταξε με ένα μεγάλο χαμόγελο "Νέια τιμή μου!" κατέληξε. "Πως θα μπορούσα να πάρω στραβά την ειλικρίνεια σου; Ίσα ίσα, με τιμά ακόμα περισσότερο η επιλογή σου, η παρουσία σου. Σε καταλαβαίνω απόλυτα όμως. Είσαι..." είπε καθώς σήκωσε το ένα της χέρι και άρχισε να μετρά τα δάχτυλα της "ο τρίτος άνθρωπος με τον οποίο περνάω τόσο χρόνο." Έδειξε τον δείκτη και τον μέσο "και αυτοί είναι οι γονείς μου" αστειεύτηκε. "Μην ανησυχείς. Μπορείς να είσαι ειλικρινής μαζί μου. Όσο χρόνο θες. Αν θες φεύγουμε. Δε θα παρεξηγήσω" είπε καθώς παρατηρούσε τη ματιά της Νέια να τυλίγεται από το φως της Σελήνης.

Στην ερώτηση της εξεπλάγη. "Ωωω δεν ήξερα οτι μπορώ να λάβω μέρος, αλλά σίγουρα θα το τσεκάρω. Ναι θα ήθελα να αρχίσω να παίρνω μέρος στις εξωσχολικές δραστηριότητες της Ακαδημίας. Εσύ θα πας;" ρώτησε

15
Το Νησί του Ουρίβ / Απ: [Quest] Η Θεραπεία I (Ανοιχτό)
« στις: Σεπτέμβριος 20, 2019, 04:40:15 μμ »
Ηταν η πρώτη της εξόρμηση κάπου έξω από την Ακαδημία. Φυσικά θα πήγαινε σε γνώριμα εδάφη μας αγχωνόταν πολύ. Όλο το ταξίδι στο καράβι κοιτούσε με μάτια που καίγανε τη θάλασσα, λες και θα έκανε βουτιά. Παρατηρούσε τους άλλους καθηγητές της. Δύο ιστορικοί, μία πολεμίστρια, ένας θεραπευτής και μια εφευρέτης. Παρατήρησε με έκπληξη πως η πολεμίστρια και ο ιστορικός μοιάζανε πολύ, θα μπορούσαν να είναι αδέρφια, εάν φυσικά δεν ήταν από διαφορετικές φυλές. Μα  από την άλλη η πρώτη είχε μπλε μαλλιά και ο δεύτερος μαύρα. Εξετάζοντας τους πιο έντονα απέκλεισε αυτή τη σκέψη, την οποία δε θα μοιραζόταν με κανέναν φυσικά γιατί θα την λέγανε χαζή. Μήπως από το άγχος της έκανε χαζές σκέψεις; Δεν ήξερε ποιά από τις δύο πολεμίστριες ήταν. Είχε ακούσει πως και οι δύο ήταν πολύ αυστηρές, καημένοι πολεμιστές. Κοίταξε και περιεργάστηκε τους άλλους δύο πολεμιστές. Μια κοπέλα πολύ όμορφη με κόκκινα μαλλιά και ένα αγόρι με καστανά. Μα η κοπέλα σίγουρα του έκλεβε τον αέρα.

Και έπειτα στην άμαξα έτυχε να καθίσει στην άμαξα μαζί τους πολεμιστές. Κάθονταν και οι δύο κοντά στην καθηγήτρια τους στο πίσω μέρος της άμαξας. Δεν είχε τι να κάνει και απλά έβγαλε ένα βιβλίο και διάβασε. Φτάσανε και το αγόρι την βοήθησε να κατέβει. "Ευχαριστώ πολύ" του είπε και πήγε γρήγορα δίπλα στη Νέια, να έχει μια γνώριμη αύρα γύρω της και παρατηρώντας τον επιβλητικό Ναό. 

Σελίδες: 1 2 3