Rasnarry Academy

Εμφάνιση μηνυμάτων

Αυτό το τμήμα σας επιτρέπει να δείτε όλα τα μηνύματα που στάλθηκαν από αυτόν τον χρήστη. Σημειώστε ότι μπορείτε να δείτε μόνο μηνύματα που στάλθηκαν σε περιοχές που αυτήν την στιγμή έχετε πρόσβαση.


Μηνύματα - Χελένα Μεκάμι

Σελίδες: 1 2 3 ... 6
1
Σιλάλι / Απ: Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)
« στις: Μάιος 01, 2021, 02:31:08 μμ »
"Μου αρέσει..." απάντησε η Χελένα και άφησε τη φράση να σβήσει στο βράδυ.

Πήρε το χέρι της Καθηγήτριας Μαρκιέλ στο δικό της με μάτια απόμακρα. Σε αυτήν την πρόσκληση θανάτου που για τη Χελένα δεν ήταν νέα, προτιμούσε να κρατά τα μάτια της στη θάλασσα, στην άσπλαχνη μάνα που προσφέρει την πρώτη και την τελευταία αγκαλιά στη Φυλή της. Εκείνη κρατούσε τα δάκρυά της και θα τα κρατούσε για καιρό, παρέα με ένα δικό της κοχύλι. Σαν να ήξερε, ο αδερφός της της είχε ζητήσει να το φυλάξει. Σαν να ήξερε, το καθάρισε και το γυάλισε. Σαν να γνώριζε πως θα ήταν το τελευταίο του κρεβάτι, πριν η Ωκεανία τον κρατήσει στο βυθό της για πάντα. Τουλάχιστον, με τις ευχές και το κατευώδιο, η Χελένα ήξερε πως ο αδερφός της θα είχε παρέα ένα άνδρα σοφό, μία ψυχή που θα βοηθήσει τη δική του, τη νεανική, να μην ξεστρατίσει στη ροή των αιώνων.

Η Χελένα τύλιξε τα χέρια της γύρω από το σώμα της Καθηγήτριας Μαρκιέλ. Έγειρε το κεφάλι στους ώμους της και έτσι μοιράστηκαν τη ζεστασιά.

"Ας ρίξουμε τα φρεσκότερα λουλούδια". είπε ξεψυχισμένα.

2
Η Χελένα κοίταξε το νερό της λίμνης για μια στιγμή. Ύστερα, κοίταξε τον Ορέλιον και χαμογέλασε.

"Τώρα!" έδωσε το σύνθημα της κατάδυσης.

Μέσα στο νερό ήταν ιδιαίτερα προσεκτική. Κρατούσε πάντα στο νου της ότι οι υπόλοιπες Φυλές στερούνταν το πλεονέκτημα των Βαλησίνων μέσα στο νερό, γι' αυτό και φρόντισε να αναγνωρίσει γρήγορα τα ρεύματα που θα τους έφερναν γρηγορότερα στην πληγή του καημένου του ζωντανού. Σκούντηξε απαλά τον Ορέλιον στον αγκώνα για να του δείξει το δρόμο και με ένα χαμόγελο, οδήγησε και τους δύο βαθύτερα και ύστερα οριζόντια. Όσοι δε γνωρίζουν τι είναι νερό. πιστεύουν ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη ρευμάτων, τα θερμά και τα ψυχρά. Η Χελένα όμως και οι υπόλοιποι Βαλησίνοι γνώριζαν πως στην επιφάνεια που θερμό και ψυχρό έρχονταν σε επαφή, ένα νέο είδος ρεύματος σχηματίζονταν, αυτό που μπορούσε να τους μεταφέρει οριζόντια.

Η Χελένα χτύπησε δυνατά τα πόδια της για να πάρει ώθηση για δύο και άφησε την έλλειψη άνωσης να τους βυθίσει στη σωστή θέση. Έφτασαν στην ουρά σε χρόνο ρεκόρ. Με ένα νεύμα, η Χελένα έδειξε την πληγή. Πλησίασε τις παλάμες της όπως και νωρίτερα, αλλά η χρυσή ενέργεια που βγήκε ήταν σημαντικά αποδυναμωμένη.

"Είδες;" έκανε νόημα με τα χέρια στον Ορέλιον ότι είχε φτάσει στο όριό των άγουρων ικανοτήτων της και ταυτόχρονα γύρισε τις παλάμες προς την επιφάνεια ενώ κολύμπησε προς τα πίσω, για να ανοίξει δρόμο προς τον περισσότερο έμπειρο Θεραπευτή.

3
Σιλάλι / Απ: Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)
« στις: Νοέμβριος 10, 2020, 12:41:32 μμ »
Τα άστρα... Ω άστρο της αυγής, στο πλάι μου έλα...

Μάτια παιδικά χάθηκαν στο απέραντο της νύχτας και της θάλασσας, μάτια πονεμένα. Η μάνα όμως, η Ωκεανία, πάντα την ανακούφιζε, έπαιρνε τον πόνο και τον αντικαθιστούσε με όνειρα λαμπερά σαν άστρα, σκίτσα του ουρανού, ατέρμονα περιπλανώμενα, ανεξάρτητα και εντροπικά ενωμένα. Όταν επισκέπτονταν τις αναμνήσεις της ήταν εκείνο το παιδί με το χαμόγελο και το πείραγμα έτοιμο.

"Κοίτα εδώ μικρή αθερίνα!" Πανηγύριζε με την ψαριά τους στη βάρκα κι ας ήταν άδεια τα δίχτυα πολλές φορές.

Η βάρκα...

Άφησε τους δικούς της λίγο μετά την κηδεία. Η μεγάλη της αδερφή επέμενε πως η Χελένα έπρεπε να επιστρέψει στα μαθήματά της, στην άλλη της οικογένεια. Αυτοί ήτανε τα άστρα, περιπλανώμενοι, διαφορετικοί, αλλά παρόντες για να στολίζουν τις νύχτες και να καθοδηγούν.

Εκείνη τη νύχτα και για τη διάρκεια του ταξιδιού, η Χελένα ανταπέδιδε την αγάπη σε ένα άλλο μέλος της παράξενης της οικογένειας. Αν ήταν κάποιος που γνώριζε από απώλεια, αυτή ήταν η Χελένα. Μπορούσε και ήθελε να συμπαρασταθεί σε εκείνο το άτομο που έμοιαζαν τόσο στο ταπεραμέντο και την ανεμελιά. Η παρουσία της και η ανάγκη για ανακούφιση ήταν λειτούργημα και κάλεσμα.


Γέλασε με την ψυχή της και χάρηκαν παρέα με τη Λύριεν. Ναι, ήταν στο πλάι της, αν και μικρή αθερίνα.

"Να την, έρχεται" είπε μέσα στα χαχανητά.

4
"Βεβαίως! " Αναφώνησε η Χελένα στην ερώτηση του Ορέλιον. Έκανε ένα βήμα μπροστά, στάθηκε στην άκρη της προβλήτας και έτεινε το χέρι της προς εκείνον με την παλάμη ανοιχτή, για να κρατηθούν όσο κολυμπούσαν προς την ουρά. Η Χελένα είχε σκοπό να τους κατεβάσει γρήγορα, κολυμπώντας στα κρύα ρεύματα της λίμνης, ώστε να έχει χρόνο το ξωτικό να θεραπεύσει και να αναδυθεί χωρίς ασφυξία. Είχε πάντα επίγνωση των προτερημάτων και των αδυναμιών των υπολοίπων φυλών, οπότε ήταν όσο βοηθητική μπορούσε μέσα στον νερό, όπως θα ήθελε να τη βοηθήσουν οι Νάνοι να σκαρφαλώσει ένα βουνό.

Ένας επιπλέον λόγος που άπλωσε το χέρι της ήταν επειδή το νερό της λίμνης δεν ήταν σαν αυτό της θάλασσας. Η λίμνη δεν είχε αλάτι και ήταν δυσκολότερο να επιπλεύσει ή να κολυμπήσει κάποιος στο νερό της. Βέβαια, η συγκεκριμένη λίμνη περικλείονταν από θάλασσα. Υπόγεια πρέπει να επικοινωνούσε με το πέλαγος, γιατί το νερό της ήταν ελαφρύτερο από άλλες λίμνες, όπως για παράδειγμα της Νεδάρ.  Όφειλε όμως να εξηγήσει.

"Αν θέλεις, μπορείς να με κρατήσεις όσο κολυμπάμε προς την ουρά, θα κατέβουμε γρήγορα αν με αφήσεις να σε οδηγήσω. Θα σε αφήσω μόλις φτάσουμε για να απελευθερώσουμε το Άγγιγμα και αν νιώσεις δυσφορία θα σε ανεβάσω εγώ στο τσακ μπαμ. Μην πεις ότι είσαι βαρύς, το ξέρω, αλλά κάτω από το νερό δεν είσαι. Οκ;"

Η Χελένα χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Ήταν σαφέστατα μικρότερη από τον Ορέλιον, αρκετός λόγος για να μην την εμπιστευτεί, αλλά οι αποστολές και οι κίνδυνοι που αντιμετώπισε τον τελευταίο χρόνο ωρίμασαν τη σιγουριά και την αποφασιστικότητα της και αυτό φαίνονταν από τον τρόπο που στέκονταν και μιλούσε χωρίς να φοβάται πολύ πια.

5
Σιλάλι / Απ: Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)
« στις: Οκτώβριος 13, 2020, 10:47:05 πμ »
Άλλη μία επιβίβαση και ακόμη ένα ταξίδι για τη Χελενα και μάλιστα, στα πατρια εδάφη. Ευκαιρία για νέες εμπειρίες με φόντο κάτι οικείο, δροσερό, σαν το νερό της θάλασσας που τόσο αγαπουσε. Με τον ίδιο τρόπο αγαπουσε και την Καθηγήτρια Μαρκιελ που ήταν θάλασσα, γάργαρο νερό, αγκαλιά και αγάπη. Δε θα την άφηνε μόνη της. Παρόλα αυτά δεν είχαν να φοβουνται τίποτα. Μαζί τους ήταν η Σαγιανε Ασάχι. Η Χελένα είχε πολεμήσει πλάι της τρεις φορές ως τώρα και είχε προπονηθεί με τις Πολεμίστριες σε καθημερινή βάση. Αν τυχόν προέκυπτε κίνδυνος, ήξερε πού να τοποθετηθεί, με ποιο τρόπο να τη στηρίξει και πως να διαχειριστεί τις δυνάμεις της. Βέβαια, ήλπιζε ότι το ταξίδι θα ήταν μία χαλαρωτική περιπέτεια, παρά το προοίμιο άλλης μιας μάχης.

Ατένισε τον ορίζοντα καθώς το καράβι ανοίγονταν στη θάλασσα, τη μητέρα των Βαλησίνων. Εισεπνευσε ιώδιο, τροφή για τα πνευμόνια και σκέφτηκε τις αδερφές της, τους γονείς. Έστελνε συχνά γράμματα με την πρόοδο της, δεν τους είχε αναφέρει τίποτα για μάχες. Θα τρελαινονταν οι καημενοι. Ίσως να κατάφερνε να τους δει. Θα τους έδειχνε τα κοσμήματα, τα βότανα, τις αλοιφές. Έπρεπε να τις ονομάσει κάπως αλλιώς, οι φίλοι της δε θα επαυαν τα πειράγματα.

Χαμογέλασε με τη σκέψη και ανέσυρε το τετράδιο από το ταγάρι. Πήρε ένα καρβουνακι και με γρήγορες, επιδέξιες κινήσεις ζωγράφισε τον πιο προσφατο φίλο, το Ρατζίν με τα περίτεχνα τατουάζ του.

"Χμμμ, τι κρύβουν άραγε αυτοί οι ύμνοι;" Αναρωτήθηκε για τα μοτίβα από μελάνι.

6
"Γεια σουυυυυ", η μικρή Βαλησίνη κούνησε ζωηρά το χέρι στον Ορέλιον που φαίνονταν απόμακρος, κάπως δραματικός, μυστηριώδης. "Δε με ξέρεις φυσικά, με λένε Χελένα, είμαι στο τέταρτο έτος, Θεραπεύτρια κι εγώ!" στάθηκε  με ένα αδιόρατο αναπήδημα και έπιασε τα χέρια της πίσω από την πλάτη. Τα μικροκοχυλάκια, μπουκαλάκια και κοσμήματα που είχε παντού χωμένα στο ταγάρι και περασμένα πάνω της κουδούνισαν. Κουδούνισαν και τα σκουλαρίκια. Η Χελένα χαμογέλασε.

"Πάμε Ζακ!", αναφώνησε με χαρά και έτρεξε να προλάβει τη Σολ που ήταν ήδη στην προβλήτα. Της έκανε πρώτα μια μεγάλη αγκαλιά και ύστερα στάθηκε δίπλα της, μέχρι που τους πλησίασε το πανέμορφο Λελάνεα.

Η Χελένα έκανε ένα βήμα πίσω όταν το ζωντανό έκρωξε. Την ίδια στιγμή, έκλεισε τα μάτια και άνοιξε την ψυχή της στο Άγγιγμα.  Τα Λελάνεα τα έβλεπε συχνά, είχε ταξιδέψει πάνω τους, αλλά η μορφή τους κάτω από το πρίσμα του Αγγίγματος ήταν πολύ διαφορετική. Αυτά τα πλάσματα δεν έμοιαζαν με τα υπόλοιπα. Το θεϊκό αποτύπωμα που τα έφερε στον Ήθεριντ ήταν εντυπωμένο στο ενεργειακό τους σώμα, ενέργεια διαφορετική από τις άλλες, θεϊκή ενέργεια. Η Χελένα κράτησε την ανάσα της, ανοίχτηκε κι άλλο. Κάθε φορά που χρησιμοποιούσε το Άγγιγμα ανακάλυπτε και κάτι καινούριο, στοιχεία ενός κόσμου που τα μάτια των θνητών δε μπορούσαν να αντιληφθούν.

Σκάναρε το σώμα του. Η ενέργεια αναμοχλεύονταν παράξενα προς την ουρά του. Με τα μάτια κλειστά, η Χελένα έβγαλε το ταγάρι της και το εναπόθεσε στο έδαφος. Ύστερα έβγαλε τα σανδάλια της και έπειτα το πορτοκαλί της φόρεμα. Φορούσε πάντα μαγιό, Βαλησίνη με αυτοσεβασμό. Η νεαρή Θεραπεύτρια έκανε ένα βήμα μπροστά και βούτηξε στο νερό σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο. Ίσως κάποιο άλλο ζώο να φοβόταν αυτήν την προσέγγιση, αλλά το θαλάσσιο πλάσμα την αναγνώρισε ως είδος της θάλασσας, διάβασε τις προθέσεις της, έτσι όπως ήταν τυλιγμένη στη χρυσή ενέργεια του Αγγίγματος, δεν τινάχτηκε. Με μια δυνατή κουπιά από τα μπράτσα της, η Χελένα βρέθηκε κοντά στην ουρά του, κοντά στους μικρότερους σπονδύλους εντόπισε την ανισορροπία με τη μορφή ασυνέχειας στο ενεργειακό πεδίο του ζωντανού. "Μάλιστα"

 Πλησίασε το χέρι της λίγα εκατοστά πριν το δέρμα του ζώου και άφησε την ενέργεια να κυλήσει. Όπως πάντα, το θέαμα ήταν πανέμορφο, έτσι που η χρυσή ενέργεια αναδεύονταν στο νερό, περιτριγύριζε το Λελάνε και τέλος, ενσωματώνονταν στο δικό του σώμα. Η πληγή μειώθηκε και η Χελένα αναδύθηκε στην επιφάνεια. Έφτασε και πάλι στην ακτή με δυο δρασκελιές και ανέβηκε στην προβλήτα σαν το κατσίκι.

"Το βοήθησα, αλλά δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται βοήθεια κάποιου με περισσότερη δύναμη" κοίταξε προς τη μεριά του Ορέλιον. "Θα με βοηθήσεις;"

7
"Ωχ! Η Σολ! " Σκέφτηκε με ενθουσιασμό και τα μάτια της έπεσαν στο μικρόσωμο, αλλά αεικίνητο Πολεμιστή, τόσο αεικίνητο που τον έχανε συχνά πυκνά από τα μάτια της.

"Ρε Ζακ! Ρε φίλε Ζα-"

Η Καθηγήτρια Καν τους τόνισε ότι όλα τα κομμάτια της αναζήτησης είχαν ισάξια σημασία, γεγονός που δεν απέκλειε τη θεραπεία. Τόσες αποστολές είχε επιβιώσει, άλλη μία ευκαιρία να κάνει το Δάσκαλο Αλάσσιο περήφανο. Σε αυτή την αποστολή εντός νησιού, η Χελένα δεν είχε την πίεση των μεγάλων Αλχημιστών και Πολεμιστών, βρισκόταν με φίλους.

"Αχ ρε Ζακ, εσύ και ο Αλ Ρασίντ σου.."

Το βλέμμα της στάθηκε στον παράξενο Θεραπευτή, ίσως λίγο περισσότερο από ότι θα έπρεπε. Ντρέπονταν να του μιλήσει. Την έτρωγε όμως, την έτρωγε το σαράκι κάθε που αντίκριζε εκείνα τα μωβ μάτια. Δεν ήταν ώρα, ούτε και μέρα, αλλά κάποια στιγμή, η Χελένα θα έβρισκε το θάρρος, θα του έκοβε το δρόμο, μάλλον με τη συνοδεία του προστάτη της Σαχρά και την πληθωρική προσωπικότητα της Άρντα... Υπολογίζοντας πάντα στη βοήθεια της Ιντούν και θα τον ρωτούσε

"Είσαι ο κρυφός γιος της Ιλίντιεν;"

8
Παραήταν πολλές οι πληροφορίες για να τις χωνέψει. Παραήταν σοκαριστικά τα νέα για να τα αντέξει. Κι όμως, πήγε ως την κουζίνα και έπιασε τις κατσαρόλες. Έβρασε το νερό και έριξε τους σπόρους Βέννα στο νερό, άχνισαν. Η Γκρέλντα τη βοηθήσε να τους βάλουν σε ένα μπολ που το σκέπασε με τούλι. Της έδωσε διπλωμένα χάρτινα φαναράκια, δυο φαναράκια, για εκείνη και την Άρυα.

Η Χελένα πήγε στο Θεραπευτήριο. Τη βρήκε εκεί. Δεν ήξερε πώς να της το πει.

«Έλα μαζί μου ως την Ιλίντιεν», ψέλισε και δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Πάω στην άκρη του δάσους, ο Καθηγητής μας έφυγε.» Η Χελένα ξέσπασε σε λυγμούς και το μπολ σχεδόν της γλίστρησε. Το συγκράτησε όμως, για τον Καθηγητή της και έφυγε γρήγορα προς το δάσος.

Στην ακτή βρήκε την Ιλίντιεν και το Φιν σχεδόν όπως τους άφησε, σχεδόν αγάλματα, στα μωβ. Πάλεψε πολύ να μην κάνει φασαρία, κυρίως όσο προσπαθούσε να πνίξει τους λυγμούς της. Άφησε το μπολ στα πόδια της Ιλίντιεν που έμοιαζε βυθισμένη σε λήθαργο και κάθισε αριστερά. Δεν κουνήθηκε προς το μπολ κανείς, ούτε ο λιχούδης Φιν.

Συνέχισε να κλαίει, ένιωθε μόνη της. Ο Καθηγητής ήταν περισσότερο από δάσκαλος για τη μικρή Βαλησίνη. Με τεράστια υπομονή, ο Καθηγητής Αλάσσιος της έμαθε να είναι θεραπεύτρια, όπως η μητέρα μαθαίνει στο μωρό της τα πρώτα βήματα. Ήταν αυστηρός, ναι, αλλά δεν της φώναζε, ήταν αυστηρός για να τους προστατέψει.

Στον Καθηγητή Αλάσσιο η Χελένα δε φοβόταν να μιλήσει. Στο πρώτο έτος προσπάθησε να φτιάξει κεραλοιφή. Τα θαλάσσωσε, αλλά του την έδειξε κι εκείνος έπιασε τη διαδικασία από την αρχή, μέχρι να μάθει να χρησιμοποιεί σωστά το γουδί. Ο Καθηγητής Αλάσσιος δεν την έκρινε κι ας ήταν από τη Θαλανίλ που τα ξωτικά είναι περίεργα όπως λένε. Δεν της έκανε παρατήρηση ούτε μισή φορά για τα εικοσιεπτά της σκουλαρίκια,. Ούτε για τα τατουάζ. Τη δέχτηκε όπως ήταν. Δεν υποτίμησε ποτέ την καταγωγή της. Της άφηνε κρυφά υλικά που δε μπορούσε να αγοράσει, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να δουλεύει στην τέχνη της. Ο Καθηγητής Αλάσσιος την επικρότησε όταν πήρε την πρωτοβουλία να σπάσει την κατάρα του Όλυξ και όταν πέρασε στο Φέργκαλ το άγγιγμα. Ήταν καλός. Είναι καλός! Θα ήθελε να είναι ο πατέρας της! Θα ήθελε να είναι ασφαλής και θα ήθελε να ήξερε γιατί τις άφησε, που πήγαινε. Πού πήγαινε; Τι τον έδιωξε από την Ακαδημία; Κοίταξε και πάλι την Ιλίντιεν, μαρμαρωμένη. Έμαθε πριν από τις μαθήτριές του ότι έφυγε. Γνώριζε άραγε γιατί; Γιατί δε μιλούσε; Γιατί δε δάκρυζε;

Η Χελένα κατέβασε το βλέμμα στο γρασίδι, προσπαθώντας να τη μιμηθεί. Πιάστηκαν τα πόδια της. Την έπιασε φαγούρα. Λοξοκοίταξε την Ιλίντιεν που σχεδόν δεν ανέπνεε. Πώς το κατάφερνε; Κοίταξε στη λίμνη. Την έπιασε νευρικότητα. Μετά άλλαξε στάση, την πόνεσε η λεκάνη. Η Ιλίντιεν και ο Φιν ένα με τα δένδρα. Η Χελένα ντράπηκε που δε μπορούσε να κρατήσει το ίδιο καλά με αυτούς. Το απόγευμα πείνασε. Το ανέγγιχτο μπολ στα πόδια της Ιλίντιεν φάνταζε σαν ξερολούκουμο. Μα δεν πεινούσε αυτή η γυναίκα; Δεν την πήρε η μυρωδιά; Η Χελένα συγκρατήθηκε και επικεντρώθηκε στον Καθηγητή Αλάσσιο. Πεινούσε πολύ. Αλάσσιος. Έφυγε. Το στομάχι της γουργούρησε. Η Ιλίντιεν δεν κινήθηκε εκατοστό. Αλάσσιος. Άναψε το φαναράκι, το άφησε στη λίμνη. Τη θέρισε η πείνα. Η Χελένα υπέβαλε τα σέβη της και επέστρεψε στην Ακαδημία πριν νυχτώσει. Έφαγε λίγο ψωμί, αλλά δεν της πήγαινε η καρδιά να φάει άλλο. Έκλαιγε στο δωμάτιό της, έκλαιγε στον ύπνο της.

9
Σιλάλι / Απ: Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)
« στις: Σεπτέμβριος 03, 2020, 08:19:54 μμ »
Τα πράγματα της Χελένα συνοψίζονταν με τον όρο "μπογαλάκι". Σε ένα πορτοκαλί ταγάρι που ύφανε η μεγάλη αδερφή της Νικόλ, πατίκωσε δυο σαλβάρια σε χρώμα μπλε ηλεκτρίκ και μωβ του σάπιου μήλου, ασύμμετρες μπλούζες, από αυτές που λάτρευε να αφήνουν έναν ώμο για να χαϊδεύει το αεράκι και ένα φόρεμα για το παλάτι. Μία όχι και τόσο προσεκτική ματιά καταλάβαινε πως το φόρεμα "για το παλάτι" φοριόταν ως την κουζίνα στην καλύτερη, όμως ήταν και το μόνο της "επίσημο" ρούχο, φτιαγμένο από βαμβακερό ύφασμα που ο δημιουργός του εμπνεύστηκε από τη ζωντάνια της ανατολής και φρόντισε να το πνίξει σε διαδοχικά καζάνια ρόδινων χρωμάτων με τυφλωτικές ιδιότητες. Το φόρεμα κατέληγε σε κρόσια.

Βρήκε την Καθηγήτρια Μαρκιέλ να την περιμένει και προς μεγάλη της χαρά, πρόσφερε στην καημένη τη Χελένα ένα από τα δικά της φορέματα. Ψευτοδάγκωσε το σκουλαρίκι στα χείλη καθώς σκάναρε την Καθηγήτρια Μαρκιέλ. Κατέληξε ότι είχαν τον ίδιο σωματότυπο. Τα χέρια της βυθίστηκαν στο υφασμάτινο λοφάκι που η Λύριεν είχε σχηματίσει στο δωμάτιό της, γέμισαν με μια αγκαλιά φορέματα που ζύγιζαν περισσότερο από όσο θα έπρεπε και τα εναπόθεσε στο κρεβάτι δίπλα της. Φούξια φόρεμα με πέρλες, γαλάζιο φόρεμα με παγέτες, έντονη κίτρινη φούστα με πέρλες και παγέτες, μακρύ λευκό φόρεμα με κοχύλια και συνοδευτικά παπούτσια με κοχύλια και χρωματιστές κορδέλες για να σπάνε τη μονοτονία του λευκού, εντυπωσιακό.

Ζαλισμένη από την πολυχρωμία κάθισε σε μία καρέκλα και ατένισε, όμως, χωρίς να έχει επιλέξει, έστρεψε το βλέμμα της και πάλι στην πανδαισία.

«Δεν περιμένουμε και την Καθηγήτρια Σαγιάνε;» ρώτησε.

Η Χελένα ξέθαψε από το λόφο ένα ιριδίζον σομόν φόρεμα με ροζ αχάτες δεμένους επάνω του, το δίπλωσε προσεκτικά και το πρόσθεσε στο ταγάρι της, ευχαριστώντας την Καθηγήτρια για τη γενναιοδωρία της.

10
Σιλάλι / Απ: Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)
« στις: Ιούλιος 31, 2020, 02:46:37 μμ »
"Αααααααααααα χα! " Τσίριξε η Χελένα ξαφνιασμένη από την απότομη διαπίστωση της Λυριεν και έκανε ένα βήμα πισω σκεπαζοντας τα αυτιά.

"Τα αυτιά μου κυρία Λύριεν! Βαλησίνη είμαι ναι!  Μη μου φωνάζετε!!!! " Τα λέπια της σχεδόν κροταλιζαν όπως προσπαθουσε να παρει ανάσα από την τρομάρα της.
Από πού να φυλαχτει μικρό παιδί; Από την Ιλίντιεν, από τη Σαγιανε ή από τη Λυριεν; Έπαιζε κρυφτό με το εγκεφαλικό πριν από κάθε τους συνάντηση, πόσο ακόμη να το αποφύγει;

Άκουσε όμως τι της προτεινε η Λυριεν. Η Χελένα γουρλωσε τα μάτια.

"Τ-τ-τι-ποιο παλατι; Π-πως θα μπω εγώ στο παλάτι;" Την έπιανε υπερβολικά απροετοίμαστη, αλλά κατάφερε να συγκεντρωθεί και παλι γρήγορα.

"Να παρω άδεια από την Ιντούν"

Την Ιλίντιεν είχε στο νου της μιας και την είχε αναλάβει κατά κύριο λόγο η Πολεμίστρια, αλλά δεν τολμούσε... Η Ιντούν σίγουρα θα ήταν συγκαταβατικη και θα μπορούσε να χειριστεί την κατάσταση αποτελεσματικά, γι'αυτό και δεν έχασε χρόνο. Έτρεξε γρήγορα προς την κουζίνα, όπου η Αιολίδα είχε μόλις κατέβει και της έδωσε την πολυπόθητη άδεια να απαλλαγεί από τα μαθήματα και τις αγγαρείες για να συνοδέψει την Καθηγήτρια Μαρκιέλ στην πατριδα τους με την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφε χωρίς να τολμήσει να μπλεχτεί σε "περιπέτειες" τύπου Ουρίβ. Μήπως τελικά η Ιντούν ήταν αυστηρότερη από την Ιλίντιεν;

Η Χελένα επέστρεψε στη Λύριεν και της ανακοίνωσε πως θα την ακολουθουσε μετά χαράς. Δεν είχε επίσημα ρουχα όμως...

11
Σιλάλι / Απ: Το τελευταίο ταξίδι (κλειστό)
« στις: Ιούλιος 28, 2020, 10:12:08 μμ »
Τα μαγειρεία τα είχε σκουπίσει, δεν έμεινε σκόνη από το αλευρόσακο που σκίστηκε. Τα πιάτα τα μάζεψε και φρόντισε να πλυθούν γρήγορα, πριν προφτάσει να κατέβει η Ιντούν στην κουζίνα.

"Και τι έκανε η Ιντούν στην κουζίνα πια; Δεν ήταν Βοηθός Καθηγητή; Έπρεπε ακόμη να βοηθάει;"

Η Χελένα απομακρύνθηκε από τις εργασίες που μόλις είχε τελειώσει και περπατούσε αφηρημένη, μιας και το παστέλ κεφάλι της ήταν γεμάτο με σκέψεις και ερωτήματα. Θυμήθηκε πώς ήξερε για την Ιντούν. Πρώτο έτος η Χελένα και η Ιντούν όγδοο. Στην κουζίνα τη γνώρισε, να βοηθούν μαζί στις δουλειές της Ακαδημίας, "έβγαζαν χαρτζιλίκι" όπως έλεγαν και όσοι αστειεύονταν με αυτό, το είχαν κοινό μυστικό ότι δεν ήθελαν να επιβαρύνουν τους γονείς τους, οι οποίοι, ούτως ή άλλως δε μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα. Πόσο μάλλον οι γονείς της Ιντούν με... οκτώ παιδιά αν θυμόταν καλά;
Αλλά η Ιντούν ήταν πάντα καλό παράδειγμα. Άψογο παράδειγμα μετά από δεύτερη σκέψη, γιατί είχε στρώσει στο σωστό το δρόμο τον Αναξίμανδρο που γενικά δεν του πολυπήγαιναν κόντρα και πολλοί συμμαθητές και άλλοι που του πήγαιναν, αντίκριζαν ένα στοϊκό παιδί στην κουζίνα και ένα τέρας στο στίβο. "Ποοοολύ! δυνατό παιδί ο Αναξίμανδρος" Η Χελένα ανέβαινε τα σκαλιά και σκεφτόταν πως αν ο Αναξίμαδρος ήταν δύο χρόνια μικρότερος, θα είχε προλάβει τον Καθηγητή Λάντριαν και.. ε, σίγουρα θα γινόταν βοηθός του, παρόμοιο προφίλ είχε πάντα.
Η νοητική φλυαρία συνεχίζονταν ευχάριστα καθώς έφτασε στον πάνω όροφο, εκεί που έπρεπε να ποτίσει τις γλάστρες έξω από τα γραφεία των Καθηγητών, πάντα πριν την προλάβει η Ιντούν. Η Χελένα δε θα την άφηνε. Είχε και η ίδια μεγάλες αδερφές και ήξερε! Ήξερε ότι εκπαιδεύονταν άτυπα να είναι οι μικρές μαμάδες των μικρότερων αδερφών. Έτσι ήταν και οι δικές της, ακούραστες, πανταχού παρούσες και ακούραστες. Ακούραστη και η Ιντούν, πήγαινε τελευταία για ύπνο, διάβαζε. Συνεχίζει να διαβάζει ακόμη και τώρα που είναι Βοηθός Καθηγητή. Ακόμη ένας λόγος να μην την αφήσει να κάνει δουλειές. Ειδικά αυτό το τελευταίο, το είχε ψαρέψει από τον άλλο αδερφό της, τον Κάσσανδρο. Ζωηρός ο Κάσσανδρος, δεν κάθονταν ποτέ σε μία μεριά, αλλά χρησιμοποίησε τη ζιζανιοσύνη του σωστά. Έτρεχε πριν τη μεγάλη αδερφή να βοηθήσει, σωστός ο Κάσσανδρος που ήταν και στο ίδιο έτος με τη Χελένα. "Ποοοολύ! ωραίο παιδί ο Κάσσανδρος... Αλλά έκανε παύση..."

"Πφφφφφφφ", η Χελένα αναστέναξε με κατανόηση και ελπίδα ότι ο... δε θυμόταν τι νούμερο Ιντούν, θα γύριζε την επόμενη χρονιά.

Το μάτι της έπεσε σε μία μορφή που αναγνώριζε. Τη συμπαθούσε αυτή τη μορφή, αυτήν την ψυχή, ήταν τόσο γλυκούλα, τόσο καλούλα! Θα μπορούσε να κάνει συνέχεια μαθήματα μαζί της. Η Χελένα κοντοστάθηκε λίγο, μιμήθηκε τον τρόπο που κοντοστέκονταν η Λύριεν μπροστά της. Περίμενε άραγε; Η Λύριεν δεν κινούνταν. Περίμενε. Πού; Έξω από το γραφείο του Καθηγητή Νάντριελ.

"Χμμμμ" προσπάθησε να ανακαλέσει τον οχετό πληροφοριών που είχε δεχθεί από την Άρντα, "Αααα ναι!"

Η Χελένα πλησίασε τη Λύριεν.

"Γεια σας κυρία Λύριεν", της χαμογέλασε γλυκά. Αχχχ, πραγματικά τη συμπαθούσε εκείνη τη γυναίκα! "Νομίζω ότι περιμένετε άδικα, ο κύριος Νάντριελ δε θα είναι στο γραφείο του για κάμποσες ημέρες."

12
Οπλασκία / Απ: Κάποιος πρέπει να το κάνει [Ανοιχτό]
« στις: Ιούλιος 06, 2020, 10:00:03 μμ »
Αν κάνουν τέτοια τατού συχνά οι Βαλησίνοι... Γέλασε η Χελένα και το γέλιο ήταν γλυκόπικρο.

«Φαντάζομαι κι άλλοι που έχουν χάσει αγαπημένους το κάνουν», ανασήκωσε τους ώμους ελαφρά και χαμογέλασε βεβιασμένα, «το όνομα του αδερφού μου είναι και η ημερομηνία που μας άφησε.» Ακολούθησε άβολη παύση μερικών δευτερολέπτων. Η Χελένα χαμογέλασε και πάλι.

«Δεν πειράζει!» είπε και η φωνή της είχε ήδη ανέβει μια οκτάβα. Φαίνονταν στα μάτια της ότι η απώλεια τη στοίχειωνε ακόμη.

«Γεια σας κορίτσια!» γύρισε προς τις συμμαθήτριές της και ύστερα, ευτυχώς εμφανίστηκε ο Ούμπρο, «Γεια σου ψηλέ!»

Η Χελένα έπιασε ένα βέλος και το έριξε μαζί με τα άλλα που είχε μαζέψει ο Ρατζίν. Όπως και να το περιέγραφε, όσο ελαφρά κι αν το ανέφερε, αυτό το γεγονός την πάγωνε και έβαζε σε αμηχανία και τους γύρω της. Με το επόμενο βέλος ξεκίνησε να σχεδιάζει στην άμμο. Αγνόησε τους γύρω της για λίγο, ίσα για να ολοκληρώσει. Τελείωσε το σχέδιό της γρήγορα, μια αναπαράσταση των σχεδίων του Ρατζίν που πλέκονταν σαν τρισδιάστατα χέλια. Έμοιαζε ζωντανό.

«Ορίστε!» είπε και χαμογέλασε ξανά, φανερά χαλαρωμένη πλέον.

13
Επαναφορά της Καθηγήτριας Ασαχι. Ναι, ήταν σίγουρα το κάτι άλλο να παρατηρείς και να αναμένεις την Καθηγήτρια σου να σου μείνει στα χέρια...  με διαταγή της! Έκανε μια προσπάθεια να επεξεργαστεί τα λίγα, αλλά αρκετά τρελά πράγματα που βίωσε εκείνο το απόγευμα. Ο ρουνος στην πόρτα του Ελντίν... Ο καλός της κύριος Ελντίν με τη συνεσταλμένη φωνή και τις ιστορίες για τους μύθους των αστερισμών, ο ευγενικός αυτός Άνθρωπος που δε χόρταινε να ακούει, ο γλυκούλης κύριος Ελντίν είχε ένα ρουνο από αίμα κρυμμένο στην εξώπορτα. Ότι πρόκειται για αλλόκοτη μαγεία το ήξερε, αλλά μαύρη μαγεία; ο Ελντίν;ο κύριος Ελντίν;ο αγαπημένος κύριος Ελντίν;;;;;;; Όχι! Όχι επιτακτικό! Η Χελενα αρνούνταν!

Από την άλλη, γιατί την παραξένευε; Η Χελενα ήταν αυτή που καβάλησε το κύμα και ξεβράστηκε ασφαλής από ένα τσουνάμι που διαφορετικά θα της έσπαζε τα κόκκαλα στη Μεβαίρ. Στην Ουρίβ επανέφερε ένα θαυματουργό παιδί από τους νεκρούς, έκλεψε λίγο Αιθέρα από ένα τέρας και είδε το παιδί να γίνεται σκιά. Ας μη σκεφτεί και το Γκραχλ... Τι από όσα ζούσε ήταν φυσιολογικό για ένα μαθητή και γιατί παραξενεύονταν με την αλλόκοτη μαγεία του αγαπημένου της Καθηγητή; Πίσω στο δωμάτιο κρύφτηκε κάτω από τα σκεπάσματα και κοιμήθηκε επιτέλους.

Το πρωινό τη βρήκε φρέσκια και ξεκούραστη. Γλυκιά ησυχία. Ύποπτο... Η Χελενα πήρε το καλάθι της και αποφάσισε πως θα επισκέπτονταν το δάσος με σκοπό να ανανεώσει το απόθεμα των βοτάνων στο Θεραπευτηριο. Ο Καθηγητής Φιλντόιν άφαντος μέχρι στιγμής, αλλά ποτέ δεν ήξερες πότε θα ακουστεί ένα αγέρωχο χτύπημα βεντάλιας ή πότε θα ξεπροβάλλει από το πουθενά με το τσαγάκι στο χέρι και την κοφτερή νουθεσία στη γλώσσα. Κατέβηκε γρήγορα στο προαύλιο. Κοντά στους στάβλους, ένα τεράστιο, κανελί πολεμικό άλογο περιφέρονταν ελεύθερο. Πλησίασε κάπως, αλλά φρόντισε να κρατήσει ασφαλή απόσταση.

"Ουρ... Ουρου... Φίνουε;" Κάλεσε διστακτικά το όνομά του. Το άλογο της ξεφύσηξε προσβεβλημένο που τόλμησε να το αποκαλέσει με ολόκληρο το όνομα.

"Είσαι όντως εσύ" Είπε ανακουφισμένη. Σαφώς και δεν πλησίασε το τέρας της Ιλίντιεν Άτρας, αλλά γνώριζε ότι ο Φιν τα πήγαινε καλά με τους μαθητές, αν και συχνά για λόγους συμφέροντος.

"Γιατί δεν είσαι με την ιδιοκτήτρια σου;"
Ο Φιν ρουθούνισε απειλητικά
"... Αφεντικό σου;"
Τίναξε αγέρωχα το κεφάλι στον αέρα και χλιμίντρισε.
"... Α.. γαπη... σου;"
Η δεξιά οπλή έσκαβε το έδαφος για φόρα.
"Συμπολεμιστρια; ναι! Συμπολεμιστρια" Επανέλαβε μόλις σταμάτησε το επιθετικό σκάψιμο.
"Πού είναι η Ιλίντιεν Άτρας;"
Το χάλκινο αστέρι της Πολεμιστριας σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και χλιμίντρισε με τρόπο που θύμιζε πένθος. Μαστίγωσε τον αέρα με την πλούσια ουρά του και κίνησε προς το δάσος.

Η Χελενα τον ακολούθησε. Παράλληλα μάζευε βότανα και το πολεμικό άλογο, αγνό στην καρδιά, περίμενε πάντα τη μικρή Βαλησινη πριν προχωρήσουν. Κάποια στιγμή έφτασαν στην άλλη άκρη της λίμνης. Εκεί, μπροστά στην όχθη της, η Χελενα είδε την Ιλίντιεν μαρμαρωμένη στα σκουροπρασινα. "Γιατί έτσι;" Σκέφτηκε και έκανε να περπατήσει προς το μέρος της, αλλά ο Φιν της μπλόκαρε το δρόμο για να μην πλησιάσει. Παρατήρησε όμως πως δεν υπήρχε πουθενά φαγητό.

"Θα επιστρέψω", είπε στον επιβήτορα και έφυγε τρέχοντας για την Ακαδημία.

Μία φρατζόλα ψωμί, μισό κεφάλι τυρί, τα τύλιξε γρήγορα, τα παράχωσε στο ταγάρι της και έφυγε για τη λίμνη σαν το βέλος. Αυτή τη φορά, ο Φιν που επόπτευε, την άφησε να πλησιάσει. Η Χελενα δεν άγγιξε την Ιλίντιεν, ούτε της μίλησε. Η Ιλίντιεν δε φαινόταν καν να έχει επαφή με το περιβάλλον. Κάθονταν εκεί, ένα με την όχθη, σχεδόν δεν ανέπνεε. Ήταν πλέον απόγευμα. Η μουσούδα του Φιν στην πλάτη της την έσπρωχνε πίσω, προς την Ακαδημία. Η Χελενα υπάκουσε και προς μεγάλη της έκπληξη, το άλογο την ακολουθούσε στο γυρισμό. Όταν έφτασαν και πάλι κοντά στα κτίρια, ο Φιν στράφηκε ξανά προς την κατεύθυνση που είχαν έρθει.

"Πού πας; Είναι ήδη σούρουπο", προσπάθησε να το σταματήσει αλλά ο Φιν τίναξε τη χαίτη στον αέρα άφοβος και εξαφανίστηκε.

Νωρίς το πρωί, η Χελενα βρίσκονταν και πάλι στην άλλη όχθη και στο δρόμο σκέφτονταν πως ευτυχώς δεν την είχε αναζητήσει ο Καθηγητής Φιλντόιν. Η Ιλίντιεν στα χρυσά. Ω Ωκεανία, ακόμη και πετρωμένη μπορούσε να αφοπλίσει τους εχθρούς με την ομορφιά της. Σωμένα κεριά γύρω της, το μπογαλάκι άθικτο. Γιατί δεν έτρωγε; Η Χελενα το πήρε χωρίς να κάνει θόρυβο και επέστρεψε στην Ακαδημία. Αναζήτησε το μόνο άτοο που πίστευε πως ήξερε.

"Θρηνεί", της είπε η Άρντα και επέστρεψε στο βιβλίο της.
"Ποιον θρηνεί;"
"Πού να ξέρω;"
Στην πλάτη της Άρντα πλησίαζαν γρανάζια. Η Γκριλμγκρέλντα Γκροντ, μακρινή της θεία και Αρχι-Εφευρέτρια με το τεχνητό χέρι εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός. Γαλάζια μάτια επικεντρώθηκαν στη Χελένα και όχι στο αίμα της. Ένα μηχανικό χέρι της χτύπησε παρηγορητικά την πλάτη.
" Τι χρώμα ρούχα φοράει;"
"Χρυσά"
Μια μεταλλική στήλη ξεπετάχτηκε από το τεχνητό της χέρι με ένα κλακ, ξεπετάχτηκε φωτίτσα. Η Γκρέλντα έβγαλε το τσιγάρο που φυλούσε πίσω απ' το αυτί με το άλλο χέρι και το άναψε. Ξαναμίλησε μετά από πολλές τζούρες.
"Τα ξωτικά της Θαλανίλ τρώνε μόνο σπόρους Βέννα στους αποχαιρετισμούς. Τρέξε στην κουζίνα και πες το μάγειρα, είπε η θεία Γκρελντα να μου δώσεις ένα πιάτο βραστούς σπόρους και ένα άβραστους. Αν σου αρνηθεί, φώναξέ με." Ξεφύσηξε με ένα ήχο μακρόσυρτο.
"Και ψαράκι" τη σταμάτησε, "πριν φύγεις, πες και τη φίλη σου την Άρυα, σίγουρα θα θέλει να έρθει."
Η Χελένα την κοίταξε παραξενεμένη, καθώς δε μπορούσε να φανταστεί γιατί θα ήθελε και η Άρυα να έρθει. Κλικ, ένα σφυράκι στερεωμένο σε πτυσσόμενη ράβδο επιμηκύνθηκε μέχρι το πρόσωπο της Χελένα. Η Γκρέλντα σήκωσε λίγο το τεχνητό της χέρι. Γκντουπ! Το σφυράκι προσγειώθηκε μαλακά στο κεφάλι της Χελένα για να τη συγκεντρώσει.
"Είσαι τόσο αθώα που με εκνευρίζεις" η Γκρέλντα ρούφηξε δυνατά το τσιγάρο της πριν μιλήσει πίσω από το πυκνό σύννεφο καπνού που άφησε στο δωμάτιο. "Η πριγκήπισσα αποχαιρετά το δάσκαλό σας."

14
Οπλασκία / Απ: Κάποιος πρέπει να το κάνει [Ανοιχτό]
« στις: Ιούνιος 22, 2020, 01:59:00 μμ »
Ζέστη, ζέστη πολλή και ασυνήθιστη για τη Χελένα που ήταν μαθημένη στη δροσιά του νερού. Η θάλασσα της προσεφερε μεγάλη ανακούφιση όταν βρίσκονταν σε δυσάρεστες θερμοκρασίες. Μια βόλτα με τη βάρκα του μπαμπά, μία βουτιά στα καταγάλανα νερά.

Δεν έπρεπε να παραπονιέται όμως. Ήξερε πως μετά την προπόνηση θα μπορουσε να βουτήξει στη λίμνη. Δεν είχε την άνωση της θάλασσας, αλλά δεν επηρέαζε ιδιαίτερα τη Βαλησίνη θεραπεύτρια.

Αγκομαχησε λίγο εσωτερικά, αλλά ρίχτηκε στο τρέξιμο. Ήταν εμφανή τα αποτελέσματα της συνεχούς προσπαθειας της. Μετά την επιτακτική συμβολή της Καθηγήτριας Ατρας, η αντοχή της Χελένα, τα αντανακλαστικά και η ετοιμότητα της είχαν βελτιωθεί δραματικά. Επέμενε όμως να προπονειται μετά τους Πολεμιστές, δεν ήθελε να μπλεκεται στα ποδια τους και να τους καθυστερεί.

Ξεκίνησε την προθέρμανση της, αλλά κάτι συγκεκριμένο της τράβηξε την προσοχή, τα σχέδια στο σώμα του Σοβερίνου. Τον είχε προσεξει ακριβώς γι αυτό το λόγο, αλλά δεν είχε βρει ποτέ το θάρρος να του μιλήσει. Ίσως τώρα να προσπαθούσε. Μετά την προθερμανση βέβαια, δε θα διακινδύνευε καμιά απρόοπτη εμφάνιση Ξωτικού, θα την έγδερνε. Δεν πήρε όμως το μάτι της από τον Πολεμιστή που μάζευε τα βέλη του.

Η Χελένα σταμάτησε να τρέχει λίγη ώρα αργότερα. Φρόντισε να κάνει την παυση της σε σημείο που της επέτρεπε να πλησιάσει. Πλησίασε λαχανιασμενη, αλλά χαμογελαστή.

"Ωραία τατουάζ!! Σημαίνουν κάτι ή είναι για ομορφιά;"

Σήκωσε τον καρπό της και τον έστρεψε προς το συνομιλητή της. Αποκαλύφθηκε το δικό της τατουάζ, οι κυκλοι του απείρου. Στην καμπύλη του ενός, ένα όνομα ανδρικό και μια ημερομηνία.

Την ίδια στιγμή αντιλήφθηκε και την Κεννα

15
Η Χελένα έγνεψε καταφατικά κι ας μην καταλάβαινε. Κάτι ήθελε να κάνει η καθηγήτρια Ασάχι και δεν της άρεσε καθόλου το σχέδιο.

Πήγε να φέρει αντίρρηση αλλά την έκοψε και παλι, υπενθυμίζοντας τι έπρεπε να κάνει.

"Με αίμα σφραγίστηκε, με αίμα θα ανοιχτεί! "

"Μητέρα Ωκεανία η Ασάχι τρελάθηκε!!! " Ήθελε να φωνάξει η Χελένα, αλλά η υπόσχεση που έδωσε της έδεσε τα χέρια με υπομονή.

Τι κάνουμε τώρα, τι κάνουμε τώρα;;;;;;;; Η Ασάχι έπεσε αναίσθητη. Πίδακες αίματος πιτσιλούσαν παντού και η Χελένα, σκυφτή από πανω της παλευε να σταματήσει την αιμορραγία. Οι σφυγμοί της Σαγιάνε μειώθηκαν. Η Χελένα, ψυχραιμη που την καλούσε το καθήκον πλεον ετοιμάστηκε. Οι σφυγμοί έγιναν ανεπαισθητοι. Άγγιξε τη Σαγιάνε. Οι σφυγμοί σχεδόν εξαφανίστηκαν.

Η Χελένα, συγκεντρωμένη, είδε την ενεργειακή της μορφή με τα μάτια της ψυχής. Σε όλες τις μικρές εγκοπές που αιμοραγουσε την περιέλουσε με τη Χρυσή της ενέργεια. Η μία μετά την άλλη έκλεισαν. Συγκεντρώθηκε κι άλλο, το αίμα άρχισε να κινείται και πάλι μέσα της.

Γούρλωσε τα μάτια! Όχι μόνο δεν τρελάθηκε η Ασάχι, αλλά η πορτα του Καθηγητή Αρκαιν αποκρίνονταν. Στο παχύ της ξυλο εμφανίστηκε ένας ρούνος. Ήταν πάντα εκεί και περιμενε να τραφεί από αίμα, το αίμα της θυσίας. Η Χελένα έκανε ένα βήμα πισω. Σε τι είχε μπλέξει; τόσο καιρό, ο Καθηγητής Αρκαιν έκρυβε αυτό το μακάβριο πράγμα σε κοινή θέα; Ήταν δυνατό να είναι αιμοβορος; Παρακολουθούσε τα μαθήματα αστρονομίας του, ο Άνθρωπος αυτός ήταν καλός!

Η προσπάθεια τους δεν είχε τελειώσει και η Ασάχι δεν της επέτρεπε να κουνηθει. Ανοιγοκλεισε τα μάτια, μάλλον τη γελούσαν. Ίσως και όχι. Ο ρουνος φάνηκε να γυρίζει, όχι, ο ρουνος γυρισε!

Το σύμβολο που λειτουργουσε σαν κλειδαριά, περιστραφηκε στο δικό του απότομο ρυθμό. Ακουστηκε ο ήχος της πορτας που ξεκλειδώνει. Χωρίς να σπρώξει καμία, η πορτα άνοιξε αποκαλύπτοντας το εσωτερικό.

Σελίδες: 1 2 3 ... 6